You are currently browsing the tag archive for the ‘Λευκάδα’ tag.

 

ασδραχάς

«Κοίταξε να στήσεις μια συνεργασία με τον Σπύρο, μια σειρά άρθρων. Τηλεφώνησέ του». Τα λόγια του Αντώνη Καρκαγιάννη. Ηταν αρχές του 2009 νομίζω. Είχα να δω ή ν’ ακούσω τον κύριο Σπύρο αρκετό καιρό· η τελευταία φορά που απόλαυσα τον λόγο και τη σκέψη του ήταν το 2002, όταν το κάναμε μια μακρά συνέντευξη με την Ολγα Σελλά. Μας είχε υποδεχθεί στο σπίτι του στη Νέα Σμύρνη μαζί με την κυρία Αικατερίνη· φορούσε σακκάκι και γραβάτα, μας κέρασε ουίσκι. Δεν χώρεσαν όλα τα θαυμαστά εκείνης της βραδιάς στον περιορισμένο χώρο της εφημερίδας. Ολα όμως, εκείνα κι άλλα πολλά προφορικά και γραπτά, του σεβαστού και αγαπημένου κυρίου Σπύρου έμειναν τυπωμένα μέσα μου τα δύσκολα χρόνια που ακολούθησαν.

Η σειρά των άρθρων υπό τον τίτλο Υπομνήσεις, που τώρα πήρε μορφή βιβλίου (εκδ. Θεμέλιο), κράτησε περίπου τρία χρόνια, με μικροκαθυστερήσεις εκ μέρους μου, κάθε που δεν έβρισκα ολόκληρη ή δύο τρίτα σελίδας για να χωρέσω το πυκνό κείμενο και να το στολίσω με μια-δυο εικόνες σχετικές, από αυτές που επίμοχθα εντόπιζαν ο συγγραφέας και οι συνεργάτες του σε αρχεία και μουσεία.

Είπα: πυκνό κείμενο. Το ύφος του κυρίου Σπύρου είναι πυκνό, πολυστρωματικό, με πολλές παρενθέσεις και ενδιάμεσες διευκρινίσεις, με μεταπηδήσεις και συστροφές, με ανοιχτά ενδεχόμενα και δηλωμένους δισταγμούς. Ο κύριος Σπύρος είναι το ύφος της πρόζας του. Το ύφος του είναι η κατορθωμένη σκέψή του, ένα ξετύλιγμα· ξετυλίγει ένα πολύμιτο ύφασμα σε κύματα, ο αναγνώστης είναι υποχρεωμένος να παρακολουθεί τους κυματισμούς του όλου καθώς χύνεται και σωρεύεται, και ταυτοχρόνως η προσοχή του πρέπει να στρέφεται και στους χρωματισμούς της πρόζας, στην υφή της ύλης, στην μεταβαλλόμενη τονικότητα.

Είναι δύσκολη πρόζα. Οχι ερμητική και ξηροακαδημαϊκή, όχι δημοσιοσχετίστικος λιβανωτός, όχι εργαλειακή ούτε ναρκισσευόμενη, δηλαδή όχι όπως γράφουν συνήθως οι ακαδημαϊκοί στις εφημερίδες, αλλά όχι και κολακεύουσα τον αναγνώστη ― το αντίθετο. Είναι πρόζα πολυνηματική και πολυκύμαντη, με όρη και κοιλάδες, με κλεισούρες και ξέφωτα, με ξαφνικά μεγάλα ανοίγματα, σαν το ανάγλυφο των τοπίων που λεπτολογεί, σαν τους δρόμους του Αρχιπελάγους που ενοράται στα καράβια, σαν τα δημοτικά τραγούδια που ακροάται για να αποκρυπτογραφήσει εμπορικούς δρόμους και δίκτυα κάστρων, σαν τα χαρτιά θανάτων στην πατρίδα του Λευκάδα, σαν τα χαρτιά των ποινών στην πατρίδα μου Μύκονο, αυτά τα χαρτιά που περιέχουν φωνές φανερές και φωνές πνιγμένες, σιωπές, κενά, θρήνους κυριαρχούμενων, καημούς ξεσηκωμένων.

Κάποτε μια δακτυλογραφική αστοχία με οδηγούσε να τηλεφωνήσω στον κύριο Σπύρο για διευκρινίσεις· η διευκρίνιση πολύ σύντομα ξεστράτιζε σε γόνιμα πεδία, για τις αφορμές του τεκμηρίου και τις παράλληλες σκέψεις που γεννούσε, για τις αναλογίες του τότε με το σήμερα, για τις συνέχειες. Συχνά-πυκνά, αργά το βράδυ, χτυπούσε το κινητό και αναγνώριζα το όνομα. Το έλαβες; Εχεις κι άλλο ένα, δες και τις εικόνες που σου έστειλε ο Δημήτρης. Είτα, πάλι ξεστρατίζαμε γλυκά. Μας είχε αρπάξει πια στις δαγκάνες της η κρίση, η σφοδρή ιστορία, κι αναζητούσα παρηγοριά και φανάρι στις κουβέντες του σοφού μου φίλου ― έτσι τον νιώθω, φίλο.

Από τέτοιες συζητήσεις αργά το βράδυ, θυμάμαι θραύσματα, τις πυγολαμπίδες του Παζολίνι: «Νίκο, αναδύονται νέες ταξικότητες, να δούμε πώς θα εκφραστούν πολιτικά τα νέα υποκείμενα… Νίκο, να προσέξομε, μπαίνουμε σε μια μεγάλη διάρκεια, όλη η Ευρώπη, με άγνωστα χαρακτηριστικά». Κυρίως αυτό: «Στοχαζόμενοι τη μεγάλη διάρκεια, νιώθουμε ηρεμία, παίρνουμε μιαν απόσταση για να δούμε ευκρινέστερα τα παρόντα». Μα κύριε Σπύρο, η διάρκεια του βίου είναι βραχεία, πώς θα παρηγορηθούμε για τα βάσανα του παρόντος; «Δεν υπάρχει παρηγοριά, μόνο στοχασμός, και η συνείδηση, ότι είμαστε ιστορικοί άνθρωποι».

2002: «Kοιτάξτε, είμαστε ιστορικός λαός, με ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτό… Kυρίως σημαίνει ευθύνες: έναντι της μνήμης, και έναντι του μέλλοντος. O πολίτης ενός ιστορικού λαού σκέφτεται ότι ζούμε και μετά τον θάνατό μας…»
Κύριε Ασδραχά, υπάρχουν αρετές που τις έχουμε ως ιστορικός λαός;
«Τρομερές. Και υπάρχει και πίκρα… Αυτοί οι οποίοι έχουν την τόλμη να εκφράζονται σ’ ένα υπερκείμενο επίπεδο δεν ξεχνούν την ταυτότητά τους. Θα σας πω κάτι αυτοβιογραφικό. Εγώ δεν είμαι καμιά προσωπικότητα που να συναναστράφηκε ποτέ με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, με τον Ανδρέα Παπανδρέου, παρ’ όλο που αν ήθελα θα μπορούσα να τους έχω γνωρίσει. Eίμαι ένας απλός άνθρωπος, ζω στη Νέα Σμύρνη, πηγαίνω στη Λευκάδα, όπου μ’ αγαπάνε οι πατριώτες μου. Kαι αυτό μου αρκεί.»

H πρόζα και τα λόγια του ιστορικού Σπύρου Ασδραχά, το ζωντανό του παράδειγμα, είναι παρηγορητικά, για την ψυχή, για το πνεύμα. Υπομιμνήσκουν την ιστορική μας φύση, την υλικότητα του τόπου και του χρόνου, την περιπέτεια της συνέχειας, τις αναπόφευκτες ρηγματώσεις και τις ασυνέχειες. Υπομιμνήσκει ο κύριος Σπύρος, με έναν σταθερό, οργανωμένο, πολυδαίδαλο ψίθυρο, υπομιμνήσκει, τις συνάφειες, τους κρυμμένους δεσμούς, ανάμεσα σε ένα δημοτικό τραγούδι κι ένα χάνι, ένα κάστρο, ένα πέρασμα, ανάμεσα σε μια νοταριακή πράξη και την ευαισθησία μιας κοινότητας παλαιών ανθρώπων. Υπομιμνήσκει ότι είμαστε παλαιοί, αγκυροβολημένοι στη μεγάλη διάρκεια, και νέοι, ξυλάρμενοι, ανεμοδαρμένοι στη βραχεία διάρκεια. Να, η συνείδηση της ιστορίας, η σκηνή της τραγωδίας.

Advertisements

evi2

Είναι πολύ βαρύ να γράφεις αποχαιρετισμούς γι’ ανθρώπους κοντινούς, αγαπημένους, άξιους, φλογερούς, δοτικούς, σαν την Εύη Βουτσινά, μαγείρισσα, συγγραφέα, φίλη. Μα είναι αναπόφευκτο. Πρώτον, διότι μερικοί αυτό τον τρόπο έχουμε, αυτό το εργαλείο· δεύτερον, έτσι απαλύνουμε το άλγος της απώλειας· τρίτον, κρατάμε τη μνήμη αναμμένη και δικαιοβαρή.

Αποχαιρετώντας κάνουμε απολογισμό ανθρώπου και έργων. Ετσι και τώρα με την Εύη: καταλαβαίνουμε το βάρος της γυναίκας, την gravitas, αλλά και τη χάρη της, τη θέρμη των λόγων και των χειρονομιών της, την ουσία των έργων της, τη λάμψη του προσώπου της. Και όσοι την γνώρισαν από κοντά, όσοι συνδέθηκαν φιλικά μαζί της, έχουν την ευκαιρία να συνοψίσουν το πρόσωπό της με ένα-δυο ήχους, μια φευγαλέα εικόνα.

Ιδού: αστραποβόλα μάτια, βραχνή φωνή. Αρχοντική παρουσία, θερμή και επιβλητική. Αιφνίδια τηλεφωνήματα για να πει ζυγισμένα μα αφειδώλευτα τον καλό λόγο. Λευκαδίτικη ντοπιολαλιά, που την κρατούσε ―αυτή η λογία― με υπερηφάνεια και με μια τόση δα αριστοκρατική επιτήδευση. Τρυφερά υποκοριστικά, Νικάκι, Λιάκο… Και δοσίματα: μου στέλνουν αβγοτάραχο Αμβρακικού, θα σου κρατήσω· σου ‘χω κρατήσει γλυκά δαμάσκηνα με κρασί, μανιτάρια μακεδονίτικα· όλη τη γεωγραφία κάτεχε κι όλη τη μοίραζε.

Ερεύνησε την Ελλάδα γωνιά-γωνιά, μνημειώνοντας τον διατροφικό πολιτισμό υπαίθρου και άστεος, παλαιών και νέων χωρών, εντοπίων και διασποριτών, συνομιλώντας με γιαγιάδες, νοικοκυρές, θείες, επαγγελματίες, συνάπτοντας σχέσεις με ανθρώπους και μικροπαραδόσεις, αποδίδοντας πάντα τιμή στους πληροφορητές της, αποκαθιστώντας το «φαγάκι» εν χρόνω και τόπω, τοποθετώντας το στα υλικά και πολιτισμικά του συμφραζόμενα. Λαογράφος, ανθρωπολόγος, πατριδογνώστρια: «Είχα παρακολουθήσει μια συζήτηση δυο πνευματικών ανθρώπων υψηλού επιπέδου στην τηλεόραση, που υποστήριζαν ότι η κουζίνα μας είναι τούρκικη, δεν υπάρχει ελληνική κουζίνα, το μόνο που έχουμε είναι μια φασολάδα. Ευτυχώς δεν πτοήθηκα, συνέχισα το δρόμο μου με ξεροκεφαλιά και επιμονή, άρχισα να ανακαλύπτω θησαυρούς, και να βλέπω μέσα από την τεκμηρίωση ότι και υπάρχει ελληνική κουζίνα και βάθος χρόνου έχει» ― έλεγε στην «Κ» όταν εξέδωσε τα αγαπημένα της «Λευκαδίτικα μαγειρέματα».

Ελεγε «φαγάκι»· δεν χρησιμοποιούσε άλλα υποκοριστικά, μόνο φαγάκι, εννοούσε αυτό που ζεσταίνει την καρδιά, που ενώνει τους ανθρώπους μεταξύ τους και με την ιστορία τους. Ηταν μια ρομαντική ποιήτρια, παιδί της ελευθερίας του ’68 και των χρόνων του ’70, που συνταίριαζε στην τέχνη της το ροκ με το ρεμπέτικο. Να πώς αυτοπαρουσιαζόταν στο δεύτερο βιβλίο της, το κλασικό τετράτομο «Γεύση ελληνική»: «Θα ήθελε να μαγειρέψει για τον Θεόδωρο Ντοστογιέφσκι, τους Μπητλς, τον Μάρκο Βαμβακάρη και τον Βαν Γκογκ, και πιστεύει πως μια μέρα θα τα καταφέρει».

Και συστηνόταν σαν μαγείρισσσα, σνομπάριζε τα γαστρονόμος, food writer κ.λπ. Ηταν σνομπ· ιδίως με τους ξιπασμένους και τους νεόπλουτους, που κατέκλυζαν τα μοδάτα εστιατόρια μετά τη φούσκα του χρηματιστηρίου: «Eίδα σε μενού αθηναϊκού εστιατορίου να υπάρχει φιλέτο κροκόδειλου με σως βατόμουρου πάνω σε αφρό βιολογικού ροκφόρ. Mπορεί ως φαγητό να είναι καλό. Eγώ, όμως, μόνο που το ακούω σκέφτομαι πολλά δυσάρεστα πράγματα» ― είχε πει στην «Κ». Το δικό της γκουρμέ αναπτυσσόταν γύρω από γίδες, ζυγούρια, βετούλια, καβουρμάδες, μπουρέκια, ποντιακά ωτία, αρωματικές αρτοκλασίες σε εσπερινούς και εξωτικές εκδοχές της φανουρόπιτας. Και πίτες μυθικές, ανακαλύψεις στα ορεινά και στα ξεχασμένα. (Τηλεφώνημα: Τι μυστικό έχει η μάνα σου για τη μυκονιάτικη κρομμυδόπιτα;)

Αρχόντισσα, σνομπ, που μαγείρευε για τετρακόσιους πανηγυριστές σε πλατείες και τηλεφωνιόταν για ευχές με τις πληροφοριοδότριες της στην Θράκη και την Κύπρο. Ηξερε γράμματα. Είχε ενσυναίσθηση. Φύτρα αρχαίας Ελληνίδας, με πείσμα, αγάπη, μέτρο, περηφάνια. Φύτρα ανθρώπου που τώρα την χρειαζόμαστε περισσότερο από ποτέ· τη δύναμη, την αισιοδοξία, την καθολικότητά της. Φύτρα ποιήτριας: «Η μαγειρική είναι ποιητική διαδικασία και μέσα απ’ αυτήν επιδιώκω την ισορροπία μου σ’ αυτό τον κόσμο. Επίσης πιστεύω με πάθος αυτό που λέει ο Μικρός Πρίγκιπας του Antoine de Saint-Exupéry, ότι ‘μόνο με την καρδιά βλέπεις καλά. Την ουσία δεν τη βλέπουν τα μάτια’. Τώρα, μετά από τόσα χρόνια, μπορώ με βεβαιότητα να πω ότι ναι. Μπορεί κανείς να μαγειρέψει τα καλύτερα με όνειρα και συγκινήσεις και σας προτείνω να δοκιμάσετε.»

Εύη, βραχνή φωνή, αστραποβόλα μάτια, story teller, σαμάνος και κήρυκας χαράς.

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

RSS Gatherate: The Best of the Greeks

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Twitting

  • Ζωγράφισε τους ισχυρούς σαν χατζηαβάτες, τους ταπεινούς σαν θυμόσοφους, εντόπιζε ποταπές ρητορείες, χαστούκιζε την… twitter.com/i/web/status/1… 1 week ago
  • Η ανάκαμψη των σοσιαλιστών, η ορμητική εμφάνιση ριζοσπαστών αριστερών στον Μεσογειακό Νότο οφείλεται σε αντίστροφη… twitter.com/i/web/status/1… 2 weeks ago
  • Πού να σου εξηγώ «πόθεν η κοινή λέξις τραγουδώ»…; «Ένα Βλέμμα» στο Έθνος της Κυριακής μετά τη συνάντηση Μητσοτάκη -… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago
  • Μετά τη συνάντηση καλλιτεχνών-Μητσοτάκη, να τον ρωτήσω: Πόσο θράσος; Πώς διαχειρίστηκαν το θέμα από το 1993, όταν ψ… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago
  • Παπατζιλίκι με τους τραγουδοποιούς: Άσμα 450+: Επικίνδυνο και παραπλανητικό το βίντεο του Κυριάκου Μητσοτάκη ethnos.gr/politiki/33501… 1 month ago
  • Με τους βουλευτές της Βόρειας Μακεδονίας, Beti Rabadzievska από τις Πρέσπες (αριστερά) και Sasho Vasilevski από την… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 1.003.245 hits
Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: