You are currently browsing the tag archive for the ‘Κώστας Λιβιεράτος’ tag.

«Η μεταπολίτευση δεν έχει και τόσο καλή φήμη στις μέρες μας. Διανοούμενοι όλων των αποχρώσεων τη στηλιτεύουν, αναγνωρίζοντάς την ως πηγή των κακοκδαιμονιών που τυραννούν εδώ και πολύ καιρό, κι ακόμη περισσότερο σήμερα, τη χώρα: από την ισοπέδωση κριτηρίων και αξιών στην παιδεία μέχρι τη διάδοση μιας ξύλινης γλώσσας στα δημόσι απράγματα, κι από την κατάχρηση συνδικαλιστικών και πολιτικών διεκδικήσεων μέχρι τη δημοσιονομική κατάρρευση και την κρίση χρέους».

Περιγράφει ο Κώστας Λιβιεράτος, κατ’ εξοχήν τέκνο της περιόδου, οξυδερκής και εμβριθής μελετητής της «πολιτισμικής» μεταπολίτευσης είτε γράφοντας αυτόνομα είτε αναλύοντας το έργο του φίλου του Χρήστου Βακαλόπουλου. Ο Βακαλόπουλος άλλωστε, μοναδικός παρατηρητής του καιρού του, καμιά εικοσαριά χρόνια νωρίτερα, είχε μιλήσει για «αυτή την παρεξήγηση που ονομάστηκε μεταπολίτευση».

Στο εκτενές μελέτημά του «Ο Χρ. Βακαλόπουλος και οι χαμένοι δρόμοι της μεταπολίτευσης», στο τελευταίο τεύχος της Νέας Εστίας, ο Λιβιεράτος τοποθετεί με ευαισθησία την όλη συζήτηση περί τέλους της μεταπολίτευσης πέραν της αυτομαστίγωσης και της στερεοτυπικής καθολικής ευθύνης. Σαν ακάματος ανασκαφέας των συλλογικών αναπαραστάσεων και των συλλογικών πρακτικών, των καθημερινών σπαραγμάτων του λαϊκού πολιτισμού και της διάσπαρτης ποπ, σαν άγρυπνος ακροατής των υπόγειων ρευμάτων της παράδοσης και της ιστορίας, ο Κ.Λ. βγαίνει τολμηρά υπεράνω της νοσταλγίας για το ροκ συγκρότημα της εφηβείας μας που διαλύθηκε, αλλά και υπεράνω της άγονης καταστροφολογίας.

Προεκτείνω τις σκέψεις του Κ.Λ., συνοδοιπόρου απ’ τα χρόνια του ’80, μέσα στο δραματικό παρόν: Η αθωότητα και η σωματική βίωση του χρόνου τέλειωσε πράγματι πολύ πριν από τη χρεοκοπία. Από τη δεκαετία του ’90 ζούμε διαρκώς αποκολλώμενοι από τη σωματικότητα και την παράδοση, διαρκώς εμβαπτιζόμενοι στη φενάκη και την απληστία, ανιστορικοί και λιμασμένοι. Χωρίς να γινόμαστε περισσότερο ηδονικοί· μάλλον, ματαιόσπουδοι θηρευτές της ατομικότητας και της υλικής πλησμονής. Χάνοντας στο δρόμο την κριτική ματιά, τη ζυγισμένη αποτίμηση, την αποσυμπιεστική ειρωνεία, την αίσθηση της φθαρτότητας. Χάνοντας τη γνώση της παράδοσης και την έγνοια για ανανέωσή της, δηλαδή, όλα όσα με κόπο και ενόραση αποτόλμησαν οι πνευματικοί προπάτορες, από τον ρομαντικό 19ο αιώνα ίσαμε τη γενιά του ’30 και τα φανερώματα του νέου λαϊκού πολιτισμού το ’60.

Ο σημίτειος εκσυγχρονισμός, ας πούμε, ένας βαλκάνιος μπλερισμός, διακηρύχθηκε σαν σπάσιμο των δεσμών με το παρελθόν της μίζερης Ελλάδας, σαν άλμα στο λαμπρό μέλλον των αγορών. Το άλμα συντελέσθηκε πράγματι, πάνω από στάδια, εργολαβίες και ιερά δισκοπότηρα χρηματιστηρίου και ευρώ· όταν πέσαμε όμως δεν υπήρχε ούτε στρώμα ούτε χώμα. Υπήρχαν τα καρφιά της ματαίωσης. Χωρίς καταγωγικό ίχνος, δίχως τη χαρά του μικρού και του τοπικού, χωρίς έγκαιρο ενοφθαλμισμό του παγκόσμιου στο μικρό μας σώμα, όταν έσπασε η πολυετής φούσκα βυθιστήκαμε διαδοχικά στην κατάπληξη, την οργή, την αυτοϋποτίμηση, τον φόβο, το μίσος. Οι πληγωμένοι και εμβρόντητοι, οι έντρομοι, αποτινάσσουν το βάρος μισώντας κάθε τι πέρα από τον πυρήνα του φόβου τους: τον διπλανό του, τον άλλο, τα ίδια τους τα σωθικά.

Ακόμη και μια ιστορική περίοδος, μια άυλη υπόσταση ποικίλως οριζομένη, όπως η μεταπολίτευση, συγκεντρώνει την καταλαλιά και το μίσος. Αν όμως ακούσουμε προσεκτικά ποιοι φωνάζουν, θα αντιληφθούμε ότι οι περισσότεροι ποτέ άλλοτε δεν φώναξαν, δεν μίλησαν, δεν άσκησαν κριτική, κατά το μακάριο παρελθόν. Σαν τους μελετηρούς επί δικτατορίας, τότε δεν ήξεραν τίποτε για το έγκλημα. Οι περισσότεροι σημερινοί τιμητές της μεταπολιτευτικής δημοκρατίας, στα χρόνια της κραιπάλης εδόξαζαν λόγω και έργω τον κυνισμό του λάιφστάιλ, τον ατομικιστή άρπαγα, την αναδιανομή του Χρηματιστηρίου, τα ελληνάδικα, ανέχονταν τη διαφθορά, ήταν συγκαταβατικοί με τη γενικευμένη ξιππασιά. Οσοι, ολίγοι, μιλούσαν για την εν τω βάθει παρακμή και την πολιτισμική παράλυση, χαρακτηρίζονταν μίζεροι, κολλημένοι, μοραλίστ, γραφικοί.

Μα ακριβώς αυτοί οι κριτικοί και οι κολλημένοι, πικρότατα δικαιωμένοι τώρα, καλούνται πάλι να μιλήσουν ψύχραιμα για τα επιτεύγματα της μεταπολίτευσης και όχι μόνο για τις απώλειες και τις αμαρτίες. Μόνο όσοι διέκριναν ακόμη και μες στην ασυδοσία τα φανερώματα της ζωής και τους κόκκους αλήθειας, τολμούν να δουν το σημερινό ναυάγιο με όρους ιστορικούς και πνευματικούς, χωρίς αναθέματα και δαιμονολογία, χωρίς την εύκολη προσφυγή σε νεοφιλελεύθερους μονόδρομους ή εθνικοσοσιαλιστικά τσεκούρια.

Τα δημόσια γραπτά και τα δημόσια λόγια μένουν. Να τα αφήσουμε πίσω, ναι, οπωσδήποτε, αλλά να μη λησμονούμε.

Advertisements

Εβλεπα την ταινία του Σταύρου Καπλανίδη “Play it again Χρήστο”, ένα πρωτότυπο υπαρξιακό ντοκυμαντέρ για τον Χρήστο Βακαλόπουλο, μια ταινία γεμάτη λόγια φίλων, μνήμη, αισθήσεις, γεμάτη από την αύρα ενός ανθρώπου, την αύρα μιας εποχής. Δεν άλλαξα στάση στην πολυθρόνα, καθόμουνα άκρη, και κρεμόμουνα από το στόμα των ανθρώπων που μιλούσαν, από φωτογραφίες του ’70 και του ’80, από θραύσματα μουσικά, απ΄την Αθήνα και την Πάτμο, απ΄τη ζωή που έγνεφε γελαστικά, μελαγχολικά, φευγαλέα. Εμεινα στην ίδια στάση ώς τα γράμματα τέλους.

Γιατί στην ταινία δεν έβλεπα μόνο τον Χρήστο Βακαλόπουλο, τον κριτικό, τον γραφιά, τον κινηματογραφιστή, τον αισθητή των καφενείων, τον στοχαστή των αθηναϊκών οδών· τα έβλεπα όλα αυτά, αλλά έβλεπα και ολόκληρη την εποχή, έβλεπα τους ανθρώπους της γενιάς μου, τις αγωνίες, τις αναζητήσεις, τις γενναιοδωρίες, τα λάθη, τις απώλειες, βουβά μποφόρ και ένδοξα ναυάγια. Οπως και το βιβλίο-κατόρθωμα του Κώστα Λιβιεράτου για τον Βακαλόπουλο, η «Ονειρική Υφή της Πραγματικότητας», η ταινία του Καπλανίδη, σε άλλη κλίμακα, με άλλη γλώσσα, καταγράφει αφτιασίδωτα αλλά έμμορφα έναν άνθρωπο και την καιρό του, το ήθος και το χούι, τις μυστικές δονήσεις, τις ενοράσεις, τις διαψεύσεις, τις ήττες. Γι΄αυτό, τολμώ να αποκαλέσω αυτή την την ταινία, υπαρξιακό δοκίμιο και δραματικό τεκμήριο. Διότι ανασυστήνοντας το ίχνος του Βακαλόπουλου, δεν ανασυστήνει μόνο το γήινο ίχνος, το πνευματικό ίχνος, αλλά και τον μυστικό ίσκιο του, τον παπαδιαμαντικό διακαμό του.

Νά πώς: ο κινηματογραφιστής Νίκος Φατούρος αφηγείται τον φίλο του καθισμένος κατάχαμα, με το πανωκόρμι γυμνό, στην πλάτη του παίζουν σκηνές από ταινίες, η Αθήνα τρυπώνει από την μπαλκονόπορτα· κομπιάζει, γυρνάει σαν πρίγκηπας και λέει στην κάμερα: “Δώσε ένα τσιγάρο, κύριε Καπλανίδη…” Υστερα τραγουδάει ένα λαϊκό, in memoriam, βραχνά, σπασμένα, παράφωνα. Είναι δράμα, κι είναι τεκμήριο· είναι βραχνή αλήθεια.

Νά πώς: ο μάνατζερ Γιάννης Εξαρχος κομπιάζει, παύει, σαν να βουρκώνει· η ταινία βουβαίνεται και ακολουθεί τη σιωπή, διαδοχικά πέφτουν καρέ με όλους τους αφηγητές-φίλους σιωπηλούς, η σιωπή πήζει, σταλάζει βαριά. Είναι υπαρξιακό δράμα.

Νά πώς: Στην ταινία μυθολογείται η Κυψέλη, ένα αρχέτυπο στο συμβολικό σύμπαν του Β., ένας παν-τόπος, απ’ όπου γνωρίζει τους Kinks και τον Γκοντάρ και τα λαϊκά, και απ’ εκεί κατακτά τον κόσμο. Αυτή η μεταφορά συμπυκνώνει τον πιο βαθύ πνευματικό πυρήνα της γενιάς του ’70-’80, τη γλυκεία υπερβολή και τη διάψευση, όπως τόσο διαυγώς τα περιέγραψε ο ίδιος ο Β. στη “Γραμμή του ορίζοντος”, το 1991:

«Παλιά υπήρχαν τρία μέρη στον κόσμο· η Κυψέλη, η Ελλάδα και ο πλανήτης Γη. Τώρα βγαίνουν και λένε ότι ο κόσμος είναι ένας, όμως λένε ψέματα κι αυτό φαίνεται στα μάτια τους. Αυτοί τα έχουν μπερδέψει ενώ υπήρχαν τρία μέρη και το σπουδαιότερο πράγμα στον κόσμο ήταν να είσαι η ωραιότερη στην Κυψέλη όπως συνέβαινε στην Ερση. Αν ήσουνα η ωραιότερη στην Ελλάδα, κινδύνευες να σε κάνουν μις Υφήλιο και να σε παντρέψουν μ’ ένα χοντρό με πολλά λεφτά από τον πλανήτη Γη. Ηταν πιο δύσκολο να είσαι η ωραιότερη στην Κυψέλη γιατί εκεί σε έβλεπαν κάθε μέρα στο δρόμο, δεν σε ψήφιζαν βαμμένη, με μουσική από πίσω, ούτε σε γνώριζαν από τα περιοδικά, σε είχαν αγαπήσει χωρίς φωτογένεια. Σε έβλεπαν γελαστή, βιαστική, τσακωμένη με τη μάνα σου, ιδρωμένη, σκονισμένη. Ηταν πολύ πιο δύσκολο να είσαι η ωραιότερη στην Κυψέλη γιατί υπήρχε μόνιμη επιτροπή που ψήφιζε όλο το χρόνο εκτός από το βράδυ της Ανάστασης που κάτι τους έπιανε και τις έβγαζαν όλες πρώτες, […] με αποτέλεσμα να νομίζουν όλοι ότι έχουν φωτογένεια και μάλιστα να αισθάνονται ότι εκπέμπουν λάμψεις. […]

»Αργότερα όμως που όλοι οι άνθρωποι έγιναν φωτογραφίες και ο πλανήτης Γη πήρε την ονομασία τηλεόραση η Κυψέλη εξαφανίσθηκε από προσώπου γης και η Ερση πήγε να μείνει στα βόρεια προάστια και το καλοκαίρι αγόρασαν σπίτι με τον άντρα της τον δημοσιογράφο στη Σαντορίνη και μαύριζαν. […]
»Ηταν πολύ δύσκολο να είσαι κάτι στην Κυψέλη, σε ήξεραν απ΄έξω κι ανακατωτά, σε αγαπούσαν επειδή ήσουνα αδύναμη, σε γούσταραν και χωρίς φωτογένεια. Τώρα αυτό είναι αδύνατον γιατί ο κόσμος είναι ένας, κατάφερε να γίνει ένα χάρη στη φωτογένεια. Παλιά υπήρχαν τρία μέρη στον κόσμο, μία συνοικία, μία χώρα κι ένας παλνήτης. Πήγαιναν στην Ανάσταση, είχαν όλοι φωτογένεια, έβγαζαν κάτι λάμψεις, φίλαγαν σταυρωτά ο ένας τον άλλο μέσα στα πυροτεχνήματα. Μετά αποκαλύφθηκε η αλήθεια και τα ψέματα απέκτησαν φωτογένεια σε διάφορα θέρετρα».

Οι συνομήλικοι του Βακαλόπουλου, γεμάτοι φωτογένεια από τα περασμένα χρόνια, συνεχίζουμε την ιχνηλασία μες στη σκοτεινιά του 2010. Χωρίς φωτογένεια.

Ξεφυλλίζω ένα βιβλίο. Είναι μεγάλο, 700 και κάτι σελίδες, πυκνό, ενάντιο στο fast πνεύμα της εποχής. Περιέχει καμιά διακοσαριά κείμενα: άρθρα, επιφυλλίδες, κριτικές, σημειώματα, δημοσιευμένα σε περιοδικά και εφημερίδες, το διάστημα 1980-93. Είναι μια συγκεντρωτική έκδοση των σκόρπιων γραπτών του Χρήστου Βακαλόπουλου (1956-1993), υπό τον εύστοχο τίτλο «Η ονειρική υφή της πραγματικότητας». Τα γραπτά συνέλεξε, επιμελήθηκε και υπομνημάτισε υποδειγματικά ο Κώστας Λιβιεράτος – έργο εντυπωσιακής λογιοσύνης και οξυδέρκειας, και κυρίως προσφορά σε ένα πρόσωπο και μια γενιά.

Γιατί κάνω τούτη τη σχοινοτενή εισαγωγή; Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

RSS Gatherate: The Best of the Greeks

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Twitting

  • Ποτέ άλλοτε οι υπερβολικές προσδοκίες των κακομαθημένων παιδιών της Μεταπολίτευσης δεν περιστάλησαν τόσο βίαια και… twitter.com/i/web/status/1… 3 days ago
  • Η γελοιοποίηση του κομματικού κράτους. Η κομματική-αυταρχική διήθηση του κράτους έχει και τα αδύνατα σημεία της. Εν… twitter.com/i/web/status/1… 1 week ago
  • Πώς γλύτωσε το άρθρο 24 του Συντάγματος, για την προστασία των δασών, από τους ανταπτυξιολάγνους της κουτάλας. Τι έ… twitter.com/i/web/status/1… 1 week ago
  • Ποιος χρειάζεται ένα νέο ΠΑΣΟΚ; xydakis.gr/?p=12443 1 week ago
  • Once migrants on Mediterranean were saved by naval patrols. Now they have to watch as drones fly over theguardian.com/world/2019/aug… 2 weeks ago
  • Στο Νότο! O Νίκος Ξυδάκης είναι υποψήφιος βουλευτής στον Νότιο Τομέα Β' Αθηνών (Β3). Δήμοι: Αγίου Δημητρίου, Αλίμο… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 1.005.032 hits
Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: