You are currently browsing the tag archive for the ‘Κυκλάδες’ tag.

andros_1

 

Καμιά φορά αρκούν δυο φωτάκια για να σχίσουν μέσα μας τη βαριά αθυμία, να ανοίξουν παράθυρο στην αισιοδοξία, να ξαναφέρουν την πίστη. Πίστη στη ζωή, στο θαύμα της· πίστη στις δυνάμεις μας· θάρρος ενώπιον του μέλλοντος.

Ενα φωτογραφικό λεύκωμα και ένα μουσικοθεατρικό έργο. Φτιαγμένα από σημερινούς ανθρώπους, αντλημένα από το βιωμένο παρελθόν ή απ’ τη λόγια παράδοση, απευθυνόμενα στους συνανθρώπους του σήμερα, στο θυμικό και τον νου αξεχώριστα, φτιαγμένα για να συγκινήσουν αλλά και για να προκαλέσουν στοχασμό, επώδυνο ίσως αλλά δημιουργικό, ενδεχομένως λυτρωτικό.

Το λεύκωμα το πρόσφερε το ευαίσθητο βλέμμα της Μαρίνας Καραγάτση: «Διαδρομές στην Ανδρο του ’70» (εκδ. Αγρα). Ασκημένο βλέμμα επίσης: η κυρία Καραγάτση έχει μάθει να βλέπει σαν ζωγράφος και σαν συγγραφέας, εκ μητρός και εκ πατρός. Οι φωτογραφίες της αφηγούνται την Ανδρο στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’70: το νησί, τη Χώρα, τα ξωκλήσια, τα χτίσματα, μα προ πάντων τους ανθρώπους και τη ζωή, τη ζωή της καθεμέρας και της γιορτής, τη ζωή των παιδιών του σχολείου, τη ζωή των πανηγυριών και των εσπερινών, των παρελάσεων, της αγοράς, του καφενείου.

Συμβαίνει βέβαια, εκείνη τη δεκαετία να ζω κι εγώ στις Κυκλάδες, στην ολοχρονίς Σύρο και στη θερινή Μύκονο, άρα αυτό το σπαρταριστό ντοκυμαντέρ της κας Καραγάτση από τη γειτόνισσα Ανδρο το παίρνω σαν ντοκυμαντέρ της δικής μου ζωής. Εντούτοις, δεν είναι μόνο δική μου εμπειρία, αισθητική, πνευματική, συναισθηματική, αυτή η διαβίωση, αυτή η διαμονή· είναι κοινή εμπειρία πολλών Ελλήνων, ώριμων και μεσήλικων σήμερα, είναι το κοινό θρεπτικό υλικό πάνω στο οποίο βλάστησαν άνθη και αγκάθια. Μερικές σκέψεις λοιπόν:

Η Ανδρος της Μαρίνας Καραγάτση, χωρίς να έχει ανθρωπολογικές ή κοινωνιολογικές φιλοδοξίες, διασώζει την Ελλάδα του μεταίχμιου, τη στιγμή που σβήνει ο παλιός κόσμος και αναδύεται φουριόζος ο νέος. Η ζωή στις Κυκλάδες έως και το ’70 ήταν περίπου ίδια με τη ζωή του 16ου ή του 19ου αιώνα ― εννοώ στη βίωση του κυκλικού χρόνου, στο νιώσιμο των εποχών και των γυρισμάτων του καιρού, στις τελετές και τα έθιμα. Είναι σαν τη Σκιάθο του Παπαδιαμάντη: στα ονόματα των γυναικών (Μαρουσώ, Μοσχούλα, Ορσα, Μηλιά, Φρατζέσκα), στη λαλιά, στα βλέμματα, στα μάλλινα, στα κασκέτα.

Εχει εν τω μεταξύ μπει ο ατμός, ο τηλέγραφος, ο ηλεκτρισμός, το τηλέφωνο και δειλά η ασπρόμαυρη τηλεόραση, αλλά όλα τ’ άλλα παρέμεναν λίγο-πολύ απαράλλαχτα και στέρεα, αυτάρκη και ολιγαρκή, λίγα και δύσκολα. Ακόμη και η Αθήνα απεκαλείτο «ξενιτιά», παρότι ήταν πρακτικά μια εποικισμένη ενδοχώρα των νησιωτών. Ο τουρισμός δεν είχε προφτάσει να κυριεύσει δια του πλούτου τις μικροκοινωνίες και να επιβάλει τη δική του πρώιμη παγκοσμιοποίηση.

Ολα αυτά τα αναγνωρίζεις στις φωτογραφίες του βιβλίου. Αναγνωρίζεις παλαιούς ανθρώπους, καθαρά βλέμματα, τράπεζες πανηγυριών, υπαίθριο βίο σε μουράγια και αυλές ορεινών ναϊσκων, αχειροποίητες ξερολιθιές, πλακόστρωτους δρόμους, θάλασσα, θάλασσα. Εδώ κι εκεί, το μεταίχμιο: σε μερικά ρούχα, σε χτενίσματα, στα βλέμματα των νεαρών, σπαθίζει ο καινούργιος κόσμος, το μέλλον που επελαύνει.

Σαράντα χρόνια από την ανδριακή ψυχογεωγραφία του ’70, ο σημερινός Ελληνας δυσκολεύεται να αναγνωρίσει τον τόπο, τους ανθρώπους, τον βίο. Ακόμη κι όσοι έζησαν αυτά τα μεταιχμιακά χρόνια. Κι όμως η περιπλάνηση σε αυτά τα ψυχοπνευματικά, πολιτισμικά τοπία, πολύ περισσότερο από νοσταλγία και συγκίνηση, προσφέρει ευκαιρίες αυτογνωσίας και τοποθέτησης εν χώρω και χρόνω, αυτό που έχουμε ανάγκη περισσότερο από ποτέ, τώρα στο δικό μας δραματικό μεταίχμιο.

Με αυτή τη δίψα πήγα να παρακολουθήσω προχθές την όπερα «Φόνισσα» του Γιώργου Κουμεντάκη. Και ξεδίψασα. Ο Κουμεντάκης της Τήνου συνάντησε τη Φραγκογιαννού της Σκιάθου· αναμετρήθηκε με το πιο στοιχειωμένο κείμενο της ελληνικής λογοτεχνίας, μια σπουδή στο κακό και το δαιμονικό, στο μεταιχμιακό πρόσωπο, μεταξύ του ανθρώπινου και του θείου. Καταδύθηκε στο πνεύμα του Παπαδιαμάντη, στη μουσική της πρόζας του, και ανέσυρε νανουρίσματα, μοιρολόγια, πολυφωνικά ρίγη, δημώδεις θησαυρούς, αρχαίες τραγωδίες, μαζί με τρόπους και ήχους του 21ου αιώνα.

Το εγχείρημά του έχει ιδιαίτερη αξία διότι κατορθώνει μια τολμηρή και λυσιτελή ανανέωση της παράδοσης, διότι κατορθώνει τη δική του σφριγηλή παράδοση, ορίζει νέα στάνταρ στο μουσικό θέατρο και τις παραστατικές τέχνες, ανάλογα με τις συνεισφορές των Κουν, Χατζιδάκι, Θεοδωράκη, του παλαιού του συνεργάτη Δ. Παπαϊωάννου.

Πέρα όμως από την αμιγώς καλλιτεχνική αξία της όπερας «Φόνισσα», έχει ιδιαίτερη σημασία το τι , το πού, το πότε συμβαίνει., ποιος το πράττει Ο Κουμεντάκης είναι αναμφίβολα από τους πιο προικισμένους και καταρτισμένους καλλιτέχνες της γενιάς του (γ. 1959), αλλά ταυτόχρονα είναι ιστορικό πρόσωπο, δημιουργός και καθολικός διανοούμενος. Αντλεί από την παράδοση και την παγκοσμιότητα, αλλά και από το τοπικό και το βαθύ, το κρυμμένο. Η εργασία του, η στάση του, η σιωπή και ο λόγος του, ως όλον, φανερώνουν πίστη στη ζωή, μεταδίδουν πίστη, εγκαρδιώνουν.

Η όπερα «Φόνισσα» ως συμβάν του μεταιχμιακού 2014 στην πληγωμένη Ελλάδα λέει και αυτό: μες στην αθυμία και την πίκρα των Ελλήνων, μες στον φόβο, μες στην αναρώτηση της γραίας Χαδούλας περί του αίματος, ακούγεται η αγγελική πολυφωνία, «Παράγγειλέ μου, μάτια μου, το πόθε θέλεις να ‘ρθεις, να στρώσω ρόδα στα βουνά, τριαντάφυλλα στους κάμπους». Λύτρωση και υπόσχεση.

φωτ.: Μαρίνα Καραγάτση, Ανδρος, Καθαρή Δευτέρα, 1977.
Advertisements

topio2-w

Τυχεροί να ζούμε τέτοιον καιρό, σε τέτοιο τόπο. Με τις Απόκριες αποχαιρετάμε τον σκληρό χειμώνα του ‘12-’13 και με τη μαρτιοαπριλιάτικη Σαρακοστή καταπλέουμε πλησίστιοι στην άνοιξη· αποτινάζοντας την εθνική και υπαρξιακή θλίψη, μεταφέροντας τη ζωή στην ύπαιθρο, στο φως που μας λούζει λυτρωτικό και στο οποίο πάντα καταφεύγουμε για ν’ αντλήσουμε μέλλον. Το φως τούτης της άνοιξης θα το θυμόμαστε.

Κούλουμα.

Ανταμώνω το φως σε αλσύλλια Κυκλάδων νήσων, σε παραλίες πλυμένες από βοριάδες, γεμάτες θαλασσόξυλα και σουπιοκόκκαλα. Σε πράσινα λιβάδια αρκαδικών οροπεδίων. Το ανταμώνω σε λόφους αττικούς, με χαρταετούς και ανθρώπινα μελίσσια. Το ίδιο πάντα φως, ζωογόνο, αναγγενητικό.
Κάτω απ’ τα πεύκα, πλάι στην ξερολιθιά, στην αγνή άμμο με μυριάδες όστρακα, μετά το ξάναμμα της πεζοπορίας και του αϊτού, μετά την ανθοσυγκομιδή (οξαλίδες, μαργαρίτες), απλώνουμε το τελετουργικό γεύμα, το άριστον.

Χταποδάκια βραστά με ξίδι, θράψαλα στο κρασί, ελιές Καλαμών για ήρωες και αλμάδες εκλεκτές Χαλκιδικής, χαλβά Βεροίας, ταραμά λευκό χτυπημένο σαντιγύ, εύσαρκες πιπεριές Φλωρίνης και πιπεράκια πικάντικα Μακεδονίας (πλούσιο κόκκινο και χλωμό πράσινο), κουνουπιδάκια τουρσί, μαραθοκεφτέδες (παλαιά συνταγή μητρός), μαρουλοκαρδούλες. Ο μερακλής της παρέας φρόντισε μέχρι και τα όστρακα: κυδώνια αυτοκρατορικά. Λαγάνα πρωινή, λεπτή, τραγανή.

Το άριστον, απλωμένο επί της γης, φωτίζεται και ξεδιπλώνει την παλέτα του: βυσσινί, λαμπρό κόκκινο, πράσινο, στιλπνό μαύρο, ροζέ, υπόλευκο, πικρό κίτρινο, χλωμό και βαθύ πράσινο, τεφροκάστανο. Μόνο το μπλε λείπει απ΄το γεύμα· ήδη όμως μας περικλείει γλαυκός ο ουρανός.

Κρασί. Αλλος ορέχτηκε ώριμο Νυχτέρι Σαντορίνης, άλλος λεπτή αρωματική Μαντίνεια, ο γενναιότερος μια αρρενωπή Νεμέα.

Και μουσική. Βιολί, κιθάρα, μπουζούκι. Μόνο τραγούδι. Ή μόνο κελαηδήματα και φλοίσβος και απαλοί συριγμοί του ανέμου ανάμεσα σε ασφοδέλους και ξερολιθιές.

Ανακατεύονται οι γενεές, νήπια, έφηβοι, είκοσι-κάτι, μεσήλικες και παππούδες. Μ’ ερωτικούς καημούς οι νεαροί, με πονηρά πειράγματα οι μεγάλοι, σαν σκαθάρια ανοίξεως βομβούν, τσουγκρίζουν ξέχειλα ποτήρια πλαστικά, και τα κορίτσια τυλίγονται στα μανίκια της ζακέτας, τ’ ανατριχιάζει μια αιφνίδια ριπή απ’ τ’ ανοιχτά. Είναι η ζωή που μας ανατριχιάζει, φρέσκια, απρόοπτη, προκλητική.

ζωγραφική: Μανώλης Ζαχαριουδάκης

Η Ελλάδα αλλάζει. Σαν να ζαρώνει, να μαζεύει, να σουρώνει. Ας το πούμε σωστά: οι Ελληνες αλλάζουν. Ζαρώνουν, περιφέρονται αλλοπαρμένοι και άδειοι, σαν χαμένοι, θαμπωμένοι μες στο εκτυφλωτικό ηλιόφως του Αυγούστου που όλα τα λιώνει και όλα τα ξεπλένει. Γιατί η χώρα η ίδια, παρ’ όλα τα φορτώματα και τους βιασμούς πάνω στο σώμα της, αντέχει: υπήρχε, υπάρχει και θα υπάρχει, και μετά από μας, όταν θα ‘μαστε κόνις και σκιά και θα μας σιχτιρίζουνε οι απόγονοι από τις Αυστραλίες.

Το συνήγαγα σιωπηρά αυτό το συμπέρασμα, ανάμικτο από στωικότητα και μελαγχολία, όταν διάβασα το γράμμα του φίλου μου. O Δημήτρης, λοιπόν, διαρκώς συνομιλητής και συμπαραστάτης, κάθεται σε έναν ίσκιο στη Σκόπελο, αντικρύ της Σκιάθου, και πέμπει δικτυακά:

«Αγαπητέ φίλε, άλλος ένας θρήνος το σημερινό σου κείμενο, για έναν τόπο που δεν θέλει να σωθεί. Έχεις σκεφτεί πως υπερασπιζόμενοι την εθνική ανεξαρτησία, προτιμούν να άρχονται από κλεφτρόνια ομιλούντα την ελληνική (ναι, τους γνωστούς Τσοχατζό, κ.λπ.), παρά από τον Ράιχενμπαχ, ενώ είναι ολοφάνερο πως για να ισιώσει (κάπως!) ο εγχώριος καπιταλισμός δεν αρκεί ο Ράιχενμπαχ, ίσως ούτε μια ολόκληρη εκατοντάδα SS Panzer Divisionen; Καλό κουράγιο. Το χρειαζόμαστε, ιδίως όσοι από μας δυσκολεύονται να καταλάβουν πως δεν αλλάζουν εύκολα ορισμένα πράγματα.»

Εναν λαό που δεν θέλει να σωθεί ― μεταφράζω νοερά. Είπαμε, ο τόπος θα μείνει, υπό αυτή ή υπό ετέρα μορφή. Οσο το μετέφραζα, στα μάτια μου περνούσαν εικόνες από δρόμους Κυκλάδων: στο ένα νησί, σκουπίδια, νάιλον σακούλες μπλεγμένες σε φρύγανα και γαϊδουράγκαθα, σαν σημάνσεις πλήθους τουριστικού και ερημίας ανθρώπινης, σημαίες αφροντισιάς και παραίτησης, ίχνη επέλασης βαρβάρων. Πλάι στις σημαίες της διαδρομής γκάζωναν γουρούνες τρίκυκλες και τζιπάρες, αγέρωχες, τυφλές, ρυπογόνες ― ο λαός.

Στο άλλο νησί, οι δρόμοι ήταν πεντακάθαροι, οι κάδοι ανακύκλωσης λειτουργούντες, τα αυτοκίνητα λιγοστά και ταπεινά, δεν μαρσάριζαν. Πλάι πλάι τα δύο νησιά, πλάι πλάι δύο φανερώσεις ενός λαού, ίδιου στον πυρήνα του. Αρα, μήπως μπορούμε;

Στήνω αυτί: Ακούγεται δεξιά-αριστερά, όλο και συχνότερα, με ένταση αυξανόμενη: Θέλω πίσω την πατρίδα μου… Πού είναι η Ελλάδα που ξέραμε… Κλιμακωτά, μέχρι το απειλητικό: Να ξεβρωμίσει ο τόπος. Τέτοια. Σαν αυτό που λέει το αντιδραστικό Tea Party στις ΗΠΑ: «To take back our country», να πάρουμε πίσω τη χώρα μας.

Μεταξύ θρήνου και ελπίδας, αναρωτιέμαι πάλι: Ποια πατρίδα, ποια Ελλάδα; Αυτήν που κάναμε σαν τα μούτρα μας τα άπληστα; Από ποιους να ξεβρωμίσει, αν όχι από εμάς που τη μαγαρίσαμε, άπονοι, αδιάφοροι, αλαζόνες, ιδιοτελείς; Καλύτερα να μην την πάρουμε πίσω έτσι, λεηλατημένη, με νάιλον σκουπίδια μπηγμένα στ’ αγκάθια. Ας την αφήσουμε να αλλάξει, να ξεπλυθεί, να λυτρωθεί απ’ τα δικά μας κρίματα. Μήπως αλλάξουμε κι εμείς, και έτσι ξαναγεννημένοι μετά τη συντριβή, μπορέσουμε να τοπώσουμε, να ταιριάξουμε αρμονικά στους κόλπους της πατρίδας, να βρούμε τη Διαμονή. Τέτοια πατρίδα.

ζωγραφική: Αλέξης Βερούκας, Δελφοί, 2002.

Θα είχα έως και τριάντα χρόνια να δώ ορισμένα μέρη από θαλάσσης· άλλα τα είχα δει και πιο πρόσφατα, πριν από είκοσι ή δεκαπέντε χρόνια. Ποτέ όμως δεν είχα δει όλα μαζί τα παράλια, σε έναν ενιαίο περίπλου όλης της νότιας Μυκόνου, από το δυτικότερο άκρο, αντικρύ της Δήλου, έως το πιο ανατολικό, όπου ξανοίγεσαι για την Ικαριά.

Οι νότιες ακτές είναι οι δημοφιλέστερες και οι πιο πυκνοκατοικημένες, σε όλες τις Κυκλάδες. Ευνοήτως: προστατευμένες από τους βοριάδες και από το μελτέμι, προσφέρονται για κολύμπι και για παραθερισμό. Το φυσικό αυτό πλεονέκτημα ήταν αδιάφορο κατά τα προ τουρισμού (π.Τ.) χρόνια: οι νησιώτες κοιτούσαν πώς θα εξασφαλίσουν καλλιεργήσιμη γη. Η σχέση τους με την ακτογραμμή εξαντλείτο στο πώς θα εξασφαλίσουν υπήνεμα λιμάνια και ρεμέτζα· το κολύμπι των παιδιών εγινόταν ανέτως και μέσα στο λιμάνι, στον γιαλό. Οι ακτές ήταν το βασίλειο των ψαράδων, των χταποδάδων, των βαρκαραίων και των αγυιοπαίδων. Αυτά ίσχυαν στην προτουριστική αρχαιότητα, σε χρόνους που κανείς δεν θυμάται πια, ή δεν θέλει να θυμάται.

Κατά την τουριστική νεωτερικότητα, τα νότια παράλια της Μυκόνου έγιναν πεδίο εκδήλωσης όλων των αξιών, επιθυμιών και φαντασιώσεων των μοντέρνων Ελλήνων, για τους οποίους ο τόπος είναι οικόπεδο με θέα, η γη είναι real estate, η ακτή όργανο ψυχαγωγίας, και οι πλαγιές δοχείο επαύλεων και πισινών. Εξ ου, όλα είναι χτισμένα, παντού. Τσιμέντο, μπετόν, πέτρα, μαντρότοιχοι, πέργκολες, γκαράζ, πισίνες, και απέραντο δίκτυο ηλεκτροφόρων στύλων πάνω σε κάθε κορυφογραμμή.

Ο ήλιος ψήλωνε. Κάθε κόλπος, κολπίσκος, όρμος, στη Μύκονο, είναι μια θαυμαστή πλαζ, με χρυσή άμμο και μοναδικά νερά, ψυχρά συνήθως, με χρώμα κυμαινόμενο από το διαφανές γαλαζοπράσινο έως το ζωηρό γαλανό και το βαθύ μπλε. Η μοναδική ομορφιά της Μυκόνου είναι το φως που πολλαπλασιάζεται σε πυριτικά πετρώματα, γρανίτες και γνεύσιους· είναι το εντυπωσιακό κοντράστ της σταχτιάς, φρυγμένης γης του καλοκαιριού πάνω σε δυο γαλάζιες οθόνες, του ουρανού και της θάλασσας.

Εχει απομείνει το φως· έχει χαθεί η γη. Η γη έχει καταληφθεί, ολοσχερώς από τα χτίσματα. Παντού. Σε κάθε παραλία, σε κάθε πλαγιά και λαγκαδιά, σε κάθε μυχό και ακρωτηράκι αχειροποίητο, σε κάθε διάσελο και κορυφογραμμή, σπίτια, σπιτάρες, resort, βίλες, μπάγκαλοους, μπετένια σκελετά, πολλά απ΄ αυτά άδεια και κλειστά, σαν σπυριά μιας αλλλόκοτης δερματοπάθειας, τεράστια ξενοδοχεία σαν εκτενή έλκη, δάση ομπρελών, εστιατορίων, κλαμπ, σαν αποικίες μυκήτων. Παντού.

Κάτι αγριοπερίστερα, γλάροι, πεντέξι κορμοράνοι, καπαριές κρεμαστές σε αλίπληκτους βράχους, μοναχικές καλαμιές, τα λίγα έμβια στοιχεία που διεκδικούν μια στάλα γη. Ηττώνται κι αυτά, υποχωρούν διαρκώς. Στο ανατολικότερο άκρο, ένα βαρβάκι, falco eleonorae, το γεράκι του Αιγαίου. Μοιραστήκαμε μαζί τους την ελεύθερη θάλασσα, την χωρίς ιδιοκτήτες, παρήγορη και ιαματική.

Το σούρουπο αρχίσαμε αντιστρόφως τον περίπλου. Στο λιγοστό φως το νησί πάσχιζε να ξανακερδίσει τον όγκο του, τη φόρμα του, κάτι από το λαβωμένο μεγαλείο του. Μάταια. Στις κοσμοβριθείς παραλίες τα πάμφωτα κλαμπ ξεπρόβαλαν ακόμη πιο αλλόκοτα μες στη νύχτα, σαν εχθρικά διαστημόπλοια. Σαν βεγγαλικά απληστίας, που σβήνουν αφήνοντας πίσω μόνο δυσοσμία από θειάφι. Αφήνοντας στο μέλλον έναν ακατανόητο ερειπιώνα, καταφυγή σπουργιτιών και αγριοπερίστερων.

Ο ήλιος καταυγάζει τον Σαρωνικό, την Αττική, την πόλη των Αθηνών. Καταυγάζει ψυχές και αλλάζει διάθεση. Καθώς υποδεχόμαστε το 2012, νιώθουμε ότι τίποτε δεν είναι ίδιο πια, ίδιο με ό,τι γνωρίζαμε· η χρονιά που τέλειωσε μάς κατέπληξε, μας πόνεσε, μας φόβισε, τόσο που να περιμένουμε τα πάντα, ακόμη και χειρότερα.
Θα είναι δύσκολο το ’12, αλλά θα αρχίσει να φαίνεται πια το τέλος· το τέλος της καθόδου. Δηλαδή, το τέλος της αβεβαιότητας: αυτή είναι η πιο επώδυνη, αυτή μουδιάζει τις ψυχές και τα μυαλά. Η πρόσκρουση στον πάτο θα είναι ανακουφιστική, διότι θα σημάνει το τέλος των ψευδαισθήσεων σωτηρίας εξ ουρανού, θα τερματίσει το φόβο και την απόγνωση. Σημαίνει γείωση στο χώμα και τη στάχτη. Θα σημάνει επανέναρξη.

Βαθιά μέσα μας πεταρίζει μια πίστη καταγόμενη από το Tikkun olan της Καμπάλα: εκεί στα σκοτάδια του πάτου, ξαναβρίσκουμε τον βαθύ χρόνο, τον χρόνο πριν από τον χρόνο, πριν από την πτώση, και μαζί μάς αποκαλύπτεται η δυνατότητα αποκαταστάσης, η δυνατότητα να αποκαταστήσουμε τον ραγισμένο κόσμο μας, να τον επαναφέρουμε καινούργιο· εκεί στα σκοτάδια του βυθού, απόκειται η τρομερή δυνατότητα της ανακαίνισης. Οχι αναπαλαίωση, όχι αναστήλωση ερειπίων, αλλά ανακαίνιση μέσα από την καταστροφή.

Αυγή.
Ο ήλιος βάφει μαγικά τον ουρανό πάνω απ’ την Καστέλα. Παραβάλλω αυτό το πυρετώδες ηλιοβασίλεμα με την ζωγραφική «Αυγή» που μου ‘στειλε ο Μποκόρος για ευχή. Ηλιόβγαλμα και ηλιοβασίλεμα υποστασιώνονται στα μάτια μας με ίδια χρώματα, ίδιες φόρμες, ίδια φευγαλέα δυναμική, ίδιο κέντρισμα να στοχαστείς το χρόνο: στο τέλος η αρχή. Κύκλος.

Η κρίση φέρνει στον νου τον κυκλικό χρόνο των προνεωτερικών ανθρώπων, τέτοιων που ζουν ακόμη, τέτοιων που ήταν οι γονείς και οι παππούδες μας. Τη χρειαζόμαστε αυτή την κρίση για να αποτινάξουμε την τυραννία του γραμμικού χρόνου, του αυθάδους διανύσματος της διαρκούς προοόδου, της αλαζονικής συσσώρευσης. Η απόγνωση της κρίσης μάς προσφέρει μια βαθύτερη επίγνωση του χρόνου: ο χρόνος σπαταλιέται, όταν δεν τον ζεις απόλυτα και μοναδικά, με ό,τι έχεις, όπως είσαι· μόνο έτσι, αλλιώς, η ζωή κλειδώνει σε βρόχους, κάνει λούπες, ξοδεύεται και καίγεται.

Κατά τα λοιπά, οι άνθρωποι:
Μπαινοβγαίνω σε ηλικίες, κλέβοντας ομιλίες και σημάδια εφήβων, είκοσι-κάτι, τριάντα-φεύγα, μεσηλίκων, ηλικιωμένων. Σε καφενεία, τραπεζώματα, ραδιοθαλάμους, σε φυσαλίδες σοσιαλμηντιακές και σωματικές προσκρούσεις, όλοι μου μεταγγίζουν δύναμη και πίστη στη ζωή. Σκέφτομαι ότι αυτό το κεφάλαιο είναι αφάγωτο, οι άνθρωποι: απρόβλεπτοι, ανόμοιοι, πληγωμένοι, σκόρπιοι, παρ’ όλ’ αυτά ακατάβλητοι, πομποί αισθημάτων και ζωτικότητας.

«Θα σταθούμε όρθιοι, ρε!» μου σφίγγει ζωηρά το χέρι και με χτυπάει στον ώμο πολυπράγμων συνομήλικος στην οδό Ασκληπιού, κι ένας άλλος στη Σκουφά διασχίζει το οδόστρωμα με φιλάει στο κρύο μάγουλο και ψιθυρίζει εμπιστευτικά μες στη βουή «υγεία, αδελφέ, αγάπη, κι όλα θα ‘ρθουν…» Εγκαρδιωμένος μοιράζομαι κονιάκ και ρακές, ώσπου να σκοτεινιάσει καλά. Από κάθε πόρο της πόλης αναδύεται γνώση και καρτερία, και μια θέληση αμίλητη ακόμη, ωστόσο υπαρκτή, φουσκώνει στις φλέβες: Θα σταθούμε όρθιοι, δεν θα μας πάρει αποκάτω.

Ξυπνάω πριν την αυγή.
Είμαι στο πλοίο, ακτή Κονδύλη, Σαρωνικός, Κάβο Κολώνες, Κάβο Ντόρος ανταριασμένος, Τζιά, Γιούρα, κάτω δυτικά τα Θερμιά, ο κάβος της Σύρας, το μπουγάζι του Τσικνιά, το Φανάρι. Στο τέρμα του δρόμου, ο Αϊ-Λούκας των κεκοιμημένων, φλογίτσες δαρμένες από τον βοριά, και χαμομήλια την άνοιξη. Φλογίτσες. Φωτογραφίες από βαφτίσια με βιολιά στο νησί, φωτογραφίες από βαφτίσια με κλαρίνα στο βάλτο. Φλογίτσες.

Είμαι ξανά στο πλοίο. Χωρίς βιβλίο, χωρίς μουσική. Μόνο με κύμα μανιασμένο κι αρμύρα και τσιγάρο κλεισμένο μες στη φούχτα. (Δεκάξι, στο Ναϊάς Ι, πενήντα τρία, στο Ιθάκη, ίδιο ταξίδι, πάντα το ίδιο, από το ένα λιμάνι στο άλλο, πότε για ζωή και πότε για θάνατο.)

Πϊσω από κάθε ακρωτήρι ξεπροβάλλει ένα άλλο.

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

RSS Gatherate: The Best of the Greeks

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Twitting

  • Οι Κούρδοι ρίχνονται στη μάχη ακούγοντας Rage against the machine - ΒΙΝΤΕΟ alfavita.gr/kosmos/301007_… via @alfavita 3 days ago
  • RT @business: Here's a snapshot of the European delicacies hit by the U.S. tariff threat bloom.bg/2nm3ym3 1 week ago
  • NEW PARTHENON: «πώς βλέπει κάποιος τον Παρθενώνα κ λέει είναι η εποχή της Αθηναϊκής Δημοκρατίας κ της κλασσικής Ελλ… twitter.com/i/web/status/1… 1 week ago
  • Ν. Ξυδάκης στο TVXS: Όσο ζυμώνεται η Αριστερά, η Δεξιά επελαύνει και κάνει μπίζνες --Με αφορμή τη δικαίωση στην υπό… twitter.com/i/web/status/1… 2 weeks ago
  • Πολιτισμός καζίνων με αυτοφωράκηδες || Για ποια έργα θα τον θυμούνται ως πρωθυπουργό τον Κυριάκο Μητσοτάκη; Για τα… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago
  • Τραπεζοκαθίσματα στη Δήλο (Γαίας ατίμωσις) Ας σκεφτούν οι βουλευτές και ο Κ. Μητσοτάκης τι ίχνος θα αφήσουν για τις… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 1.005.889 hits
Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: