You are currently browsing the tag archive for the ‘κυβέρνηση’ tag.

Το κοινοβουλευτικό σαββατοκύριακο αποτύπωσε την κόπωση και την αμηχανία που διατρέχει εγκάρσια το πολιτικό σύστημα. Η πρόταση μομφής που κατέθεσε η αξιωματική αντιπολίτευση καταψηφίστηκε με την αναμενόμενη οριακή κυβερνητική πλειοψηφία· η σχετική συζήτηση διεξάχθηκε με οξείς τόνους, όπως αναμενόταν, αλλά χωρίς να λάβουμε μια καινούργια, μια ουσιαστική απάντηση, για το ένα και μοναδικό καυτό ερώτημα: Πώς θα απεγκλωβιστεί η χώρα από το θανάσιμο σπιράλ της ύφεσης και της ανεργίας;

Ο πρωθυπουργός περιέγραψε τη χώρα σαν να βγαίνει από την κρίση, σαν να έχει ανακοπεί ήδη η οδυνηρή πτώση· δεν δίστασε μάλιστα να υποσχεθεί ότι, αν καταστεί δυνατόν, ένα μικρό μέρος του πλεονάσματος θα δοθεί για ανακούφιση. Ωστόσο, η υπαρκτή πραγματικότητα και όσα φέρνουν τα νέα μέτρα λιτότητας δεν έχουν καμία σχέση με τη χώρα που περιέγραψε ο κ. Σαμαράς, ούτε με την κενή περιεχομένου αριθμολογία του υπουργού Οικονομικών Γ. Στουρνάρα. Ανεξάρτητοι αναλυτές υπολογίζουν ότι και το 2014 η ύφεση θα παραταθεί για έκτη συνεχή χρονιά, με ρυθμό 2-4%, η ανεργία θα προσεγγίσει το 30%, ενώ οι βασικές οικονομικοκοινωνικές δομές θα εξασθενούν από την απώλεια παγίων επενδυμένων κεφαλαίων, τη διαρροή νεανικού στελεχικού δυναμικού και τη δημογραφική γήρανση. Ολοι οι αναλυτές, εντός και εκτός Ευρώπης, συμφωνούν ότι η συνεχιζόμενη λιτότητα δεν επιλύει την ελληνική-ευρωπαϊκή κρίση, αλλά την επιδεινώνει.

Απέναντι σε αυτή τη ζοφερή προοπτική αργού θανάτου, η αξιωματική αντιπολίτευση στάθηκε περιγραφική. Με ορθή, κατά το μάλλον ήττον, περιγραφή του εθνικού αδιεξόδου, με ορθή επισήμανση της ευρωπαϊκής δυστοκίας, με ορθές επισημάνσεις για την παθογένεια που γεννά η εγχώρια διαπλοκή. Αλλά χωρίς συγκεκριμένες προτάσεις. Ο ΣΥΡΙΖΑ εμφανίστηκε μαχητικός και με αυτοπεποίθηση, αλλά περισότερο ως οξύς παρατηρητής και ως σκληρά αντιπολιτευόμενος διαχειριστής με αίτημα πολιτικής εναλλαγής· όχι όμως ως φορέας εξουσίας έτοιμος να αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας σε μια ιστορική καμπή, για να ανακόψει την πτώση και να οργανώσει τη σωτηρία.

Δεν εξετάζουμε εδώ τα τακτικά οφέλη και τις ζημίες ενός εκάστου· εξετάζουμε τις βραχυμεσοπρόθεσμες δυνατότητες της χώρας για ανάκαμψη. Ως προς τούτο, κατέστη φανερή η κόπωση του πρωθυπουργού, ο οποίος περιορίζεται να συνοψίζει ευφημιστικά ό,τι έχει επιτευχθεί στο δημοσιονομικό πεδίο, χωρίς να απευθύνεται ευθέως στους πολίτες, επειδή δεν μπορεί πλέον να υποσχεθεί πειστικά ότι δεν έρχονται κι άλλες οριζόντιες θυσίες. Είναι φανερή επίσης η δυσχερέστατη πολιτικά θέση του κ. Β. Βενιζέλου, μετέωρος καθώς βρίσκεται ανάμεσα σε μια αντιδημοφιλή κυβερνητική πολιτική και σε μια διαφαινόμενη εκλογική συντριβή. Σε παρόμοια δύσκολη θέση βρίσκεται και ο κ. Φ.Κουβέλης: ο επαμφοτερισμός του οδηγεί σε στρατηγικό αδιέξοδο.

Δυσχερής είναι όμως και η θέση του κ. Αλέξη Τσίπρα. Στο μέτρο που προβάλλει με αξιώσεις ως ο επόμενος πρωθυπουργός, θα έπρεπε ήδη να αρθρώνει άλλο λόγο: ξεκάθαρα ηγεμονικό, ενωτικό και συμπεριληπτικό, με εξειδικευμένες προτάσεις διάσωσης και ανόρθωσης, λόγο ενισχυτικό του συλλογικού φρονήματος αλλά και με σκληρές αλήθειες για τον βίο μεσοπρόθεσμα σε μια οικονομία βαριά λαβωμένη και σε δυσμενές διεθνές περιβάλλον.

Δυστυχώς, η αναμέτρηση εντός του Κοινοβουλίου μετέδωσε κόπωση, όχι μια σύγκρουση για υπέρβαση. Προς το παρόν.

Advertisements

berlinguer232

Πριν από λίγες ημέρες η διεθνής κοινή γνώμη θυμήθηκε πάλι πώς ο δημοκρατικός πρόεδρος Σαλβαντόρ Αλιέντε έπεφτε νεκρός, την 11 Σεπτεμβρίου 1973, από τις σφαίρες των πραξικοπηματιών του δικτάτορα Πινοτσέτ. Το μεγαλύτερο δημοκρατικό πείραμα της Λατ. Αμερικής και του κόσμου έπαιρνε τέλος, μόλις έξι μήνες μετά την εκλογική νίκη της Λαϊκής Ενότητας του Αλιέντε. Ο Χιλιανός ηγέτης είχε κερδίσει την κυβέρνηση ειρηνικά, κοινοβουλευτικά, αλλά δεν μπόρεσε να πάρει ποτέ την εξουσία.

Η ιστορική ήττα του δημοκρατικού σοσιαλισμού στη Χιλή διέψευσε τις προσδοκίες των κομμουνιστικών κομμάτων στη Δυτική Ευρώπη για μια ειρηνική ανάληψη της εξουσίας. Ελάχιστες μέρες μετά το πραξικόπημα στη Χιλή, ο διακεκριμένος ηγέτης του μεγαλύτερου κομμουνιστικού κόμματος της Δύσης, ο μαρκήσιος Ενρίκο Μπερλινγκουέρ, δημοσίευσε τρία άρθρα στην επιθεώρηση Rinascita (ελλην. μετάφραση: Ιστορικός συμβιβασμός, εκδ. Θεμέλιο), με τα οποία άλλαξε την ιστορική πορεία του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος και των αντίστοιχων κομμάτων στην Ευρώπη. Η στρατηγική απόληξη των άρθρων του Μπερλινγκουέρ ήταν ο περίφημος «ιστορικός συμβιβασμός» (compromesso storico): το ΙΚΚ θα ακολουθούσε μια πολιτική ευρύτατων συμμαχιών, με τους σοσιαλιστές και τους καθολικούς, για να απεμπλακεί οριστικά από τη «στρατηγική της έντασης» που προωθούσαν οι νεοαφασίστες και για να τερματίσει τον αποκλεισμό του από την εξουσία, έτσι ώστε να συμμετάσχει σε μια κυβέρνηση για ενίσχυση και μεταρρύθμιση του δημοκρατικού κράτους. Με τα λόγια του:

«Η αντιπαράθεση και η μετωπική σύγκρουση ανάμεσα στα κόμματα που έχουν βάση μέσα στο λαό και από τα οποία σημαντικές μάζες του λαού αισθάνονται ότι εκπροσωπούνται, οδηγούν στη ρήξη, στον κυριολεκτικό διχασμό της χώρας, που θα ήταν μοιραίος για τη δημοκρατία και θα παρέσυρε τα ίδια τα θεμέλια του δημοκρατικού κράτους.

»Έχοντας επίγνωση αυτού του γεγονότος, πάντα πιστεύαμε -και σήμερα η εμπειρία της Χιλής μάς ενισχύει αυτή την πεποίθηση- πως ή ενότητα των κομμάτων των εργαζόμενων και των δυνάμεων της αριστεράς δεν αρκεί για την εγγύηση της προστασίας και της προόδου της δημοκρατίας, όταν βρεθούν αντιμέτωπες με ένα άλλο συνασπισμό κομμάτων, που εκτείνεται από το κέντρο μέχρι την άκρα δεξιά.

»[…] Θα ήταν εντελώς απατηλό το να σκεφτεί κανείς, ακόμα κι αν τα κόμματα και οι δυνάμεις της αριστεράς κατόρθωναν να φθάσουν το 51% των ψήφων και της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης (πράγμα που από μόνο του θα ήταν ένα πελώριο προχώρημα στο συσχετισμό δυνάμεων στην Ιταλία), πως ένα τέτοιο ποσοστό θα επαρκούσε δήθεν για την επιβίωση και την επιτυχία της κυβέρνησης που θα εξέφραζε μία παρόμοια πλειοψηφία.

»Να γιατί εμείς μιλάμε όχι για μια ‘αριστερή εναλλακτική λύση’, άλλα για μια ‘δημοκρατική εναλλακτική λύση’, δηλαδή για την πολιτική προοπτική της συνεργασίας και της συνεννόησης των λαϊκών δυνάμεων, κομμουνιστικής και σοσιαλιστικής έμπνευσης, με τις λαϊκές δυνάμεις, καθολικής έμπνευσης, χωρίς βέβαια να εξαιρούνται και άλλοι, δημοκρατικοί πολιτικοί σχηματισμοί.»

Ο πειρασμός για αναλογίες είναι ισχυρός. Βεβαίως οι διαφορές είναι δομικές και περισσότερες από τις ομοιότητες, και ο ιστορικός αναγωγισμός είναι πάντα επικίνδυνος και σφαλερός. Ωστόσο οι διανοητικές και πολιτικές προκλήσεις του καιρού μας είναι ανάλογες, η δε ανάγκη για λυσιτελείς και ρηξικέλευθες απαντήσεις είναι ίδια.

Η Ιταλία στη δεκαετία του ’70 αντιμετωπίζει οικονομική και πολιτική κρίση, το ΙΚΚ έχει το 27% έως το 34,4% των ψήφων, αλλά παραμένει εκτός κυβέρνησης από το 1947, οι νεοφασίστες, με εκλογική δύναμη γύρω στο 7%, εφαρμόζουν τη στρατηγική της έντασης και απειλούν με εμφύλιο ― πρακτικές που θα αποκαλυφθούν αργότερα σαν μέρος ενός ευρύτερου σχεδίου αποσταθεροποίησης, του Gladio, που περιλάμβανε τη Μαφία, τη στοά Ρ2 και την τράπεζα του Βατικανού Banco Ambrosiano.

Η Ελλάδα του 2013 δοκιμάζεται από πρωτοφανή οικονομική και κοινωνική κρίση επί τέσσερα σχεδόν χρόνια, το πολιτικό σύστημα κλονίζεται από κρίση νομιμοποίησης, ο νεοναζισμός καταγράφεται εκλογικά στο 7% και εφαρμόζει τη δική του στρατηγική έντασης, στην οποία εντάσσεται και η πρόσφατη δολοφονία του αντιφασίστα Παύλου Φύσσα. Τέλος, ένα αιφνιδίως γιγαντωμένο κόμμα της αριστεράς, ο ΣΥΡΙΖΑ, έχει σκοράρει 27% και διεκδικεί με σοβαρές πιθανότητες την πρωτιά σε επόμενες εκλογές, άρα και τη δυνατότητα να σχηματίσει κυβέρνηση.

Κυβέρνηση της αριστεράς ή κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας με την αριστερά; Ο Μπερλινγκουέρ είχε θέσει το δίλημμα και είχε απαντήσει υπέρ του δεύτερου σκέλους. Την ίδια απάντηση δίνει και ο Αλέξης Τσίπρας του ΣΥΡΙΖΑ. Το κόμμα του άλλωστε σε ένα βαθμό είναι κληρονόμος της παράδοσης του ευρωκομμουνισμού. Για να αποκτήσει όμως περιεχόμενο η απάντηση υπέρ μιας μετωπικής δημοκρατικής κυβέρνησης, πρέπει πρώτα να υπάρξουν κι άλλες προϋποθέσεις. Κυρίως, με ποιες συμμαχίες και με πολιτικές δυνάμεις θα σχηματισθεί αυτή η κυβέρνηση; Βάσει ποίων προγραμματικών αρχών; Μπορεί να διαρκέσει μια κυβερνητική συμμαχία αν συγκολληθεί μόνο για την απόκρουση της άκρας δεξιάς; Πολύ περισσότερο, που η λυδία λίθος για σύγκλιση θα είναι η εφαρμογή ή μη του μνημονίου λιτότητας, και συνακολούθως η στρατηγική ανασυγκρότησης της χώρας.

Η νεοναζιστική απειλή γιγαντώθηκε εξαιτίας της δεινής κρίσης. Και θα ξεριζωθεί μόνο όταν θα αρχίσουν να αίρονται οι δυσμενείς επιπτώσεις της κρίσης, η ανεργία, η ύφεση, η ανασφάλεια. Το compromesso storico του Αλέξη Τσίπρα είναι κατά πολύ δυσχερέστερο από αυτό του Μπερλινγκουέρ, στο μέτρο που το ευρωπαϊκό περιβάλλον είναι δυσμενές ή και εχθρικό σε τέτοια ιστορικά πειράματα, και με δεδομένη την διαφορετικού βαθμού εξάρτηση των δύο χωρών από ξένες δυνάμεις. Η Ιταλία του ’73 ήταν σε κρίση, αλλά δεν ήταν οιονεί αποικία χρέους, όπως η Ελλάδα του 2013. Οι δυσκολίες και οι διαφορές δεν σταματούν εδώ: για τον ιστορικό συμβιβασμό χρειάζονται περισσότεροι του ενός εταίροι. Στην Ελλάδα δεν υπάρχει ο αντίστοιχος Αλντο Μόρο, ο προνομιακός συνομιλητής του χαρισματικού Μπερλινγκουέρ. Ούτε καν ένας μακιαβελικός Τζούλιο Αντρεότι ή ένας ασταθής Μπετίνο Κράξι. Εξάλλου η ιστορική εμπειρία έδειξε εκ των υστέρων, ότι παρότι ο Μπερλινγκουέρ συνέλαβε μια ιδιοφυή στρατηγική, στην πράξη το σχέδιο απέτυχε παταγωδώς και το ΙΚΚ του 34% εξαφανίστηκε.

Παρ’ όλ΄αυτά. Η στρατηγική αξία του ιστορικού συμβιβασμού παραμένει, τουλάχιστον ως αφορμή για τολμηρές συγκλίσεις και υπερβάσεις σε άλλα επίπεδα.

συνεδριο

Οι περισσότεροι ψηφοφόροι απ’ όσους έδωσαν το ιστορικό 27% στον ΣΥΡΙΖΑ περίμεναν από το συνέδριο ένα μήνυμα συνέγερσης και ελπίδας, σκληρές αλήθειες και δεσμεύσεις επί του πρακτέου, επί του αμείλικτου πραγματικού. Αυτοί οι 1,8 εκατομμύρια εκλογείς, οι μη τυπικά αριστεροί, περίμεναν ένα ενιαίο κόμμα ευρύχωρο και ανοιχτό, εξωστρεφές, όχι για να τους χωρέσει όλους, αλλά για να τους σκεφτεί, και κυρίως για να τους ανοίξει ένα παράθυρο στο μέλλον.

Αυτό συνέβη μόνον εν μέρει. Στο συνέδριο του Φαλήρου ο ΣΥΡΙΖΑ κατόρθωσε να συγκροτηθεί ως ενιαίο κόμμα, με ενιαίες καταστατικές αρχές και πολιτικές θέσεις, ανέδειξε και τυπικά πρόεδρο τον de facto ηγέτη Αλέξη Τσίπρα, με απευθείας εκλογή, κήρυξε το τέλος των συνιστωσών. Είναι βήματα αυτά, σημαντικά σε άλλο, ομαλό καιρό, αλλά βήματα μάλλον δειλά υπό την παρούσα ιστορική συγκυρία, δεν είναι βήματα που οδηγούν αποφασιστικά στο ραντεβού με την ιστορία, τη μεγάλη, όχι την κομματική. Ας πούμε: Η αυτοδιάλυση των εναπομεινασών συνιστωσών πήρε πίστωση χρόνου («εύλογο διάστημα»), η απευθείας εκλογή προέδρου συνάντησε αντιστάσεις, στην εκλογή της κεντρικής επιτροπής κατέβηκαν λίστες, η εσωτερική αντιπολίτευση θεσμοθετήθηκε σαν παρουσία, παρότι οι πολιτικές της θέσεις καταψηφίστηκαν. Τέλος, ο χαρισματικός Αλέξης Τσίπρας, παρά τις υποχωρήσεις και τους ισορροπισμούς του, ή μάλλον εξαιτίας τους, εισέπραξε 20% λευκές ψήφους, μισόκαρδης αμφισβήτησης.

Το ιδρυτικό συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ δεν υπερέβη ολοκληρωτικά την εσωστρέφεια. Δεν μίλησε θαρρετά και ανοιχτά στον εξωκομματικό κόσμο, στους ψηφοφόρους και συμπαθούντες, στους προσβλέποντες, δηλαδή στους πολίτες. Η περισσότερη ενέργεια των 3.800 συνέδρων αναλώθηκε στο πώς θα πλασαριστούν καλύτερα στο νέο τοπίο ενδοκομματικής εξουσίας οι διαλυόμενες φράξιες και συνιστώσες. Το κόμμα αναδύθηκε ενιαίο μεν, διστακτικά δε, με δυσπιστία προς την ισχυρή ηγεσία και τις ρεαλιστικές απαντήσεις στο εδώ και τώρα της σφοδρής κρίσης, με αποφυγή του πρωτογενούς, ρηξικέλευθου, συνθετικού λόγου για τον ταραγμένο καιρό, με καταφυγή είτε σε δοξασίες Τρίτης Διεθνούς είτε στον αμυντικό κινηματισμό των δικαιωμάτων.

Υπό μία έννοια, τα ιστορικά στελέχη του Συνασπισμού και των συνιστωσών του ΣΥΡΙΖΑ, προέβησαν σε ξεκαθάρισμα λογαριασμών του συνομοσπονδιακού και κομμουνιστογενούς παρελθόντος, αναγκαίο ίσως, αλλά δεν τόλμησαν να ανοίξουν παράθυρα στο μέλλον, δεν εξέπληξαν. Η τέτοια προσέγγιση προδίδει μια στατική αντίληψη του ρευστού και πολυκίνδυνου παρόντος, τοπικού και γεωπολιτικού. Προδίδει μια ιδεολογική και αμυντική προσέγγιση των καινοφανών πολιτικών προβλημάτων του 2013, με τη χώρα χρεοκοπημένη στα πρόθυρα κατάρρευσης, με την Ευρώπη διαιρεμένη και αδύναμη, με τη Μεσόγειο ασταθή ή φλεγόμενη.

Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι πιθανόν να πρωτεύσει και να κληθεί να σχηματίσει κυβέρνηση. Για να συμβεί αυτό, πρέπει όχι μόνο να κάμψει την καχυποψία όσων δεν τον εψήφισαν πέρυσι και να κερδίσει την ανοχή ή τον σεβασμό τους, αλλά να αναπτερώσει το φρόνημα των πολλών, των φίλων, συμπαθούντων, ουδετέρων. Δηλαδή, των πληγέντων και έμφοβων Ελλήνων πολιτών. Η κυβέρνηση θα είναι κυβέρνηση όλων των Ελλήνων, όχι των αριστερών. Για να το επιτύχει αυτό, δεν αρκούν ο κομματικός πατριωτισμός και οι καλές προθέσεις, απαιτείται υπέρβαση εαυτού, απροκατάληπτη εμβάπτιση στην κοινωνία, συναίσθηση της βαριάς ιστορικής ευθύνης μες στο εργαστήρι του μέλλοντος.

Η πολιτική περιμένει έξω από την υπόγεια αρένα του συνεδρίου· εκεί όπου πάντα βρισκόταν.

H αποτύπωση των προτιμήσεων στα δύο εκλογικά αποτελέσματα του περασμένου καλοκαιριού, μαζί με τις δημοσκοπικές καταγραφές έκτοτε, δείχνει την κοινωνία ως προς τις πολιτικές εκφράσεις της σε κατάσταση ρευστότητας και κινητικότητας. Για πρώτη ίσως φορά μεταπολεμικά το κοινωνικό σώμα φυγοκεντρίζεται, συσπειρώνεται προς τα άκρα του συμβατικού φάσματος, όπως κι αν τα ορίσουμε. Ταυτόχρονα, αδειάζει το κέντρο. Γιατί;

Μια πρώτη εξήγηση: ο κεντρώος-κεντροαριστερός πολιτικός σχηματισμός θεωρείται υπεύθυνος για την εν εξελίξει κοινωνική καταστροφή, και τα πληττόμενα στρώματα τον τιμώρησαν. Οι παραγωγικές προπάντων ηλικίες, αυτές που πλήττονται περισσότερο από την ανεργία και την ύφεση, βρέθηκαν άστεγες πολιτικά και μεγάλο μέρος αναζήτησε καταφύγιο στην αριστερά. Αλλά αυτοί είναι ένα 20-25%. Τι απέγιναν οι υπόλοιποι; Οχι οι εκλογείς του κεντροαριστερού ΠΑΣΟΚ, αλλά και της κεντροδεξιάς ΝΔ; Είναι προφανές ότι παρά την ένταση και τον φόβο της προεκλογικής περιόδου, πολλοί συντηρητικοί ψηφοφόροι δεν πήγαν στη Νέα Δημοκρατία αλλά στους νεοπαγείς δεξιούς σχηματισμούς που την πλαγιοκόπησαν. Και έκτοτε η ΝΔ νιώθει καυτή την ανάσα των όμορων χώρων, παρότι απορρόφησε τον εξχνωθέντα ΛΑΟΣ.

Το κενό έκφρασης του κεντρώου χώρου είναι ένα μέτρο της πνευματικής και ιδεολογικής κρίσης, ίσως το πιο φανερό. Ο πολιτικός λόγος διχάστηκε βαθιά ανάμεσα στον φιλομνημονιακό και τον αντιμνημονιακό, και ό,τι πήγε να φυτρώσει ανάμεσα, στα διάκενα και τις χαραμάδες, ποδοπατήθηκε. Ποδοπατήθηκαν η μετριοπάθεια, η νηφαλιότητα, ο πραγματισμός, η ιστορική αίσθηση, η μαχητικότητα επί των υπαρκτών πεδίων και όχι κατά ανεμομύλων. Από την πόλωση που προέκυψε βγαίνουν βαριά τραυματισμένες και η συντηρητική παράταξη και η κεντροαριστερή· η μεν πρώτη διότι έχει πια να αντιπαλαίψει τον δαίμονα του νεοναζιστικού άκρου, η δε δεύτερη διότι εξαχνώθηκε υπό το παλαιό της πρόσωπο και τώρα αναζητείται έκφρασή της εξ αριστερών, από τον νεοπαγή ΣΥΡΙΖΑ. Η πολιτική ανασυγκρότηση προϋποθέτει την ανασυγκρότηση αυτών των δύο μεγάλων ρευμάτων. Η ιστορία κρούει και τα δύο πορτόφυλλα της ελληνικής δημοκρατίας, διότι τα χρειάζεται εξίσου.

Ανασυγκρότηση του καθενός πόλου δεν σημαίνει πόλωση έως διχασμού· δεν σημαίνει ούτε σύγκλιση. Σημαίνει σαφή, διακριτά όρια στην ιδεολογία και στην έκφραση διαφορετικών ταξικών ομάδων· άλλωστε η κρίση επανέφερε στο οπτικό πεδίο τις ταξικές και άλλες ομαδώσεις του παραγωγικού πληθυσμού. Η διαφοροποίηση θα παγιωθεί σε πολλούς άλλους χαρακτήρες, διότι εν τω μεταξύ υπό το βάρος της ένδειας ή της απειλής πληβειοποίησης, η κοινωνία μετασχηματίζεται και ιεραρχεί τις υλικές ανάγκες της και το φαντασιακό της με άλλες προτεραιότητες πια, με άλλες απαιτήσεις. Υπό αυτή την έννοια, ούτε οι υπάρχοντες δεξιοί ούτε οι υπάρχοντες αριστεροί είναι σε θέση προς το παρόν να συλλάβουν τις αναδυόμενες ανάγκες της κοινωνίας και να τις εκφράσουν. Είναι ακόμη εγκλωβισμένοι σε παλαιά σχήματα πρόσληψης και ερμηνείας, με εξαιρέσεις φυσικά.

Ας πούμε, η νεοναζιστική απειλή δεν είναι δυνατόν να αντιμετωπιστεί ικανοποιητικά μόνο από την αριστερά· απαιτείται και η δράση των συντηρητικών. Μάλιστα η δαιμονοποίηση της αριστεράς ως το αντίστοιχο ετερώνυμο άκρο εντέλει ενισχύει το νεοναζιστικό μόρφωμα του φυλετισμού και της εχθροπάθειας, εφόσον του δίνει την ευκαιρία να αποκρύψει τα ειδεχθή ιδεολογικά χαρακτηριστικά του και να μεταμφιεστεί σε υπερασπιστή του ελληνοχριστιανισμού. Και ακριβώς με την προβιά του υπερεθνικιστή ελληνοχριστιανού αποσπά ακροατήριο από την παραδοσιακή δεξιά, την οποία μέμφεται ως χλιαρή, συστημική ή σάπια. Η ανασυγκρότηση της δεξιάς δεν μπορεί λοιπόν να μην περιλαμβάνει την υπεράσπιση του συνταγματικού δημοκρατικού χώρου και την ιδεολογική ανανέωση προς την κατεύθυνση της μετριοπάθειας.

Αντιστοίχως, η οικοδόμηση ενός ισχυρού κεντροαριστερού πόλου, ελκυστικού για τον κόσμο της μισθωτής εργασίας, τους ελευθεροεπαγγελματίες, τους μικροεπιχειρηματίες και μικροαστούς, φαίνεται να πέφτει στους ώμους του πρώην μικρού, αριστερού ΣΥΡΙΖΑ. Ο οποίος υπό την ώθηση της ιστορικής δυναμικής και υπό την πίεση περίπου 1,5 εκατομμυρίου εκλογικών μεταναστών, καλείται να μετασχηματιστεί ιδεολογικά και πολιτικά, ταχύτατα, σε συγχρονισμό με τον κοινωνικό μετασχηματισμό, εφόσον εξακολουθεί να επιθυμεί τη δοκιμασία της κυβερνητικής εξουσίας. Στην περίπτωσή του, οι κίνδυνοι διαρροών προς τα αριστερά δεν είναι ανύπαρκτοι, αλλά είναι μάλλον αμελητέοι συγκρινόμενοι με τα προσδοκώμενα κέρδη από το κέντρο. Στην πραγματικότητα, οι δισταγμοί για εγκατάλειψη της αριστερίστικης ή παλαιοαριστερής ρητορικής πηγάζουν από τον παλαιό μικρό εαυτό του, εκεί όπου όμως αισθανόταν βολεμένος: στην καταγγελτική αντιπολίτευση και στην υπεράσπιση μειονοτικών δικαιωμάτων. Ως μικρός, δεν ήταν καν αναγκασμένος να έχει επεξεργασμένο πραγματιστικό πρόγραμμα για τη μεγάλη πολιτική· αρκείτο στην ρητορική πολυχρωμία.

Η ιστορική πρόκληση όμως σήμερα είναι άλλη: είναι μια χώρα πτωχευμένη και μια κοινωνία φοβισμένη και απελπισμένη, που καταστρέφεται οικονομικά και αποσαθρώνεται πνευματικά. Τα ιδεολογήματα δεν αρκούν. Ούτε οι σοφτ ιδέες της ευρωπαϊκής Αριστεράς του ύστερου Ψυχρού Πολέμου και των χρόνων της χρηματοπιστωτικής φούσκας. Η οικουμενικότητα των προβλημάτων επιβαρύνεται δραματικά από το εντόπιο ρήγμα: τη χρεοκοπία, την έλλειψη παραγωγικού μοντέλου, τη ξεχαρβαλωμένη διοίκηση, την απουσία στοιχειώδους πνευματικού υποδείγματος. Ουσιαστικά ο ΣΥΡΙΖΑ καλείται να διασταλεί, να μεγεθυνθεί, να χωρέσει προσδοκίες, να παίξει ηγεμονικό ρόλο ― ή να συρρικνωθεί έως διαλύσεως. Η ιστορία κρούει τη θύρα και, αν αυτή δεν ανοίξει, προσπερνά.

Υπό μία έννοια, λοιπόν, η ανασυγκρότηση μιας μετριοπαθούς συντηρητικής παράταξης και της αριστερής προοδευτικής, συσχετίζονται· όχι μόνο για αποτροπή της ακροδεξιάς νεοναζιστικής απειλής, αλλά κυρίως για να δοθούν πειστικές πολιτικές εκφράσεις στα κοινωνικά υποκείμενα που αναδύονται μέσα από τον πόνο και τα ερείπια της πτώχευσης.

Η χθεσινή διακοπή των συνομιλιών με την τρόικα και οι ρητορικές ερμηνείες του κ. Βενιζέλου εμπνέουν ανησυχία στον ελληνικό λαό, όχι μόνον διότι κινδυνεύει η εκταμίευση της έκτης δόσης του δανείου, αλλά διότι αποτελεί μια ακόμη ένδειξη για την κλιμακούμενη παράλυση της κυβέρνησης.

Ο κ. Βενιζέλος πιθανόν να προετοιμάζει μια ηρωική έξοδο από τα δεσμά της τρόικας, ως αγανακτισμένος του οποίου ο τράχηλος ζυγόν δεν υποφέρει, εξερχόμενος ταυτοχρόνως και από το πολιτικό αδιέξοδο στο οποίο έχει περιέλθει σύμπασα η κυβέρνηση. Φαίνεται ότι παρόμοιες σκέψεις ηρωικής εξόδου κάνουν και άλλοι υπουργοί, όπως προκύπτει από τις πυκνές και δριμείες αλληλοεπικρίσεις και τις ενδοκυβερνητικές συγκρούσεις, οι οποίες επισκιάζουν πλήρως τα τελευταία ξέφτια κυβερνητικού έργου.

Ο υπουργός Οικονομικών παύει δια διασυρμού την πρόεδρο του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής, η υπουργός Παιδείας δείχνει τρεις συναδέλφους υπουργούς ως υπεύθυνους για το φιάσκο των ατύπωτων σχολικών βιβλίων, τα ταξί προκαλούν σύρραξη δύο «φίλων» υπουργών, για τους γιατρούς διαπληκτίζονται άλλοι υπουργοί εντός του υπουργικού συμβουλίου, οι προσλήψεις μέσω ΜΚΟ ή ΑΣΕΠ βραχυκυκλώνουν έτερους συναρμόδιους υπουργούς κ.ο.κ.

Και ο πρωθυπουργός πού είναι; Μετά την πολιτική λιποθυμία του κ. Γ. Α. Παπανδρέου, την 15η Ιουνίου, όταν με ένα ιστορικής σημασίας acting out, μια ψυχαναλυτική εκδραμάτιση, παραίτησε την κυβέρνησή του ενώπιον του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολιτεύσεως, η χώρα ουσιαστικά πορεύεται άνευ πρωθυπουργού. Αντ’ αυτού πρωθυπουργεύει ρητορεύων ο κ. Βενιζέλος, με επίκουρους και ανελέητα διαγκωνιζόμενους τους άλλους υπουργούς, δελφίνους και βαρώνους του ΠΑΣΟΚ, βαθέος άμα και αβαθούς, παλαιού και νέου.

Η σφοδρή ύφεση, υποεκτιμηθείσα σφοδρώς από την τρόικα, ανατρέπει κάθε φορμαλιστικό σχεδιασμό, καταδεικνύει κενό πολιτικής και έλλειμμα νομιμοποίησης.

Η επιστολή της Ιεράς Συνόδου προς το λαό προκάλεσε ποικίλες αντιδράσεις . Η κυβέρνηση είπε ότι το κείμενο «έχει ελάχιστη σχέση με την πραγματικότητα» ― προφανώς με τη δική της πραγματικότητα, της εξουδετερωμένης ουσιαστικά Βουλής και της βαθιάς ύφεσης.

Το ΚΚΕ επίσης κατηγόρησε την Ιεραρχία ότι «αντιστρέφει την πραγματικότητα […] για να κρύψει το πού βρίσκεται η διέξοδος για το λαό […] Η εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα δεν απόλαυσαν καμία ευμάρεια». Είναι προφανές ότι στη θεολογικώς αδρή πραγματικότητα του ΚΚΕ, η εργατική τάξη είναι αθώα, αναμάρτητη, έτοιμη πάντα να εισακούσει την Αλήθεια του Περισσού, προορισμένη να της παραδοθεί ψυχή τε και σώματι καθ’ οδόν προς το τέλος της ιστορίας.

Η Δημοκρατική Αριστερά απέφυγε τη θεολογία της πραγματικότητας, αναγνώρισε ότι ο λαός χειμάζεται, και αρκέστηκε σε μια αιχμή: Κάλεσε την Εκκλησία να αναφέρει «συγκεκριμένες πρωτοβουλίες και πρακτικά μέτρα για την επίγεια ελάφρυνση κάποιων έστω βαρών από τις πλάτες του χειμαζόμενου ελληνικού λαού». Ο προσεκτικός κ. Φ. Κουβέλης όμως μάλλον βιάστηκε να εγκαλέσει για “πρακτικά μέτρα” έναν οργανισμό που, αν μη τι άλλο, έχει ευρύ κοινωνικό δίκτυο, αλυσιτελές ίσως, παρωχημένο ή κουρασμένο, πάντως υπαρκτό.

[edit: Ο υποστηριζόμενος από την ΔΗ.ΑΡ. και λοιπές δημοκρατικές δυνάμεις δήμαρχος Θεσσαλονίκης, Γιάννης Μπουτάρης, παρεχώρησε τις δωροεπιταγές προς απόρους του Δήμου στη Μητρόπολη Θεσσαλονίκης, αναγνωρίζοντάς την «ως αρμόδια για τη στήριξη των ατόμων αυτών»]

Η επιστολή της Εκκλησίας, ως ενέργεια καθ’ εαυτήν, κλονίζει τα στερεότυπα σκέψης της μεταπολιτευτικής ορθότητας. Θέτει ερωτήματα: Πρώτον, ποιος δικαιούται να ομιλεί; Δικαιούται να μιλάει η εκκλησία στην κοινωνία, σε όποιον θέλει να την ακούει; Ισχύει καθολικά η ισηγορία ή υπερισχύει εν προκειμένω ένας παραδημοκρατικός αντικληρικαλισμός; Γιατί ανιχνεύονται σκοτεινότερες προθέσεις στον λόγο ενός ιεράρχη απ’ ό,τι στον λόγο ενός τραπεζίτη ή ενός τεχνοκράτη;

Δεύτερον, το κυριότερο: Σε ποιον ανήκει ο λαός; Στα κόμματα; Στο πελατειακό σύστημα; Στις πολιτικές φαμίλιες; Στα σωματεία; Στις συντεχνίες; Ολοι μιλάνε εξ ονόματός του, όλοι γνωρίζουν το καλό του. Η Εκκλησία δεν πράττει τίποτε παραπάνω απ’ όλους τους παραπάνω θεσμούς και παραθεσμούς. (Παραμένει πάντα ανοιχτή η δυνατότητα της αυτοδιάθεσης του λαού, ως ουτοπία: Ο ενιαίος και ομοούσιος λαός να ανήκει στον εαυτό του…)

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

Twitting

  • Το τεράστιο δημόσιο χρέος εξερράγη στα κεφάλια των πολιτών, μετετράπη σε ιδιωτικό χρέος των νοικοκυριών. Τα 2-3 πρώ… twitter.com/i/web/status/9… 4 hours ago
  • Γιατί λέμε τέλος στη Σαρία, τέλος στην εξαίρεση. Άρθρο μου στη Νέα Σελίδα της Κυριακής xydakis.gr/?p=10131 2 days ago
  • Σήμερα στην Ολομέλεια για τον προϋπολογισμό 2018: Να επιστρέψει στους πολίτες η αυτοπεποίθηση, να δώσουμε στους νέο… twitter.com/i/web/status/9… 3 days ago
  • Χτες στο @Radiofono247 για πόθεν έσχες δικαστών: Η στάση τους προσφέρει εξόχως ένα πολιτικό παιδαγωγικό παράδειγμα.… twitter.com/i/web/status/9… 4 days ago
  • Τώρα έρχεται ξανά η στιγμή που μπορούμε να παίξουμε έναν πολύ σοβαρό και καταλυτικό ρόλο στην βαλκανική και δεν θα… twitter.com/i/web/status/9… 5 days ago
  • Η Ελλάδα είναι το τελευταίο διάστημα αναβαθμισμένη γεωστρατηγικά. Την ωφελεί και επιβάλλεται να είναι εξωστρεφής κα… twitter.com/i/web/status/9… 5 days ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 991,226 hits
Αρέσει σε %d bloggers: