You are currently browsing the tag archive for the ‘κεντροαριστερά’ tag.

Η ελληνική κρίση είναι πολιτική, λέγαμε προ ετών. Κατόπιν, προσθέσαμε: η κοινωνία μετασχηματίζεται βαθιά και βίαια, εξαιτίας της κρίσης και με μοχλό την κρίση. Σήμερα, στην ανήσυχη, δυσοίωνη ακινησία μπορούμε να δούμε δια γυμνού οφθαλμού την κρίση σαν κλειστό βρόγχο, σαν αυτοτροφοδοτούμενη λούπα.

Στο πολιτικό πεδίο, η κρίση έχει ταπεινώσει τους διαχειριστές της, όσον αφορά την εκλογική τους νομιμοποίηση, και έχει αναδείξει νέες πολιτικές δυνάμεις. Ο μεγάλος ασθενής είναι προφανώς το Κέντρο, ό,τι κατ’ ευφημισμόν αποκαλείται Κεντροαριστερά, αλλά και ο συντηρητικός χώρος, η Κεντροδεξιά ή Δεξιά. Στην κρίσιμη στιγμή, το Κέντρο δεν κατόρθωσε να υπερασπιστεί το παραδοσιακό εκλογικό του κοινό· πρόσδωσε τις προσδοκίες του, θεμιτές ή αθέμιτες, έσπασε το υπόρρητο συμβόλαιο. Ο εκλογικός καταποντισμός του και ο ηθικός ξεπεσμός του ήταν αναμενόμενα.

Το ίδιο παθαίνει τώρα και η δεξιά παράταξη, διαχειριζόμενη την κρίση με τρόπο που πλήττει καίρια τους εκλογείς της. Ουσιαστικά, τα δύο μεγάλα κόμματα, που συγκέντρωναν έως και 86% του εκλογικού σώματος, εφάρμοσαν δια του μνημονίου έναν βίαιο μετασχηματισμό της κοινωνίας, πλήττοντας κυρίως τα ποικίλα μεσοστρώματα, τον βασικό αιμοδότη τους. Στις ευρωεκλογές 2014 και τα δύο πρώην μεγάλα κόμματα συγκέντρωσαν 31%. Στις παρελθούσες εθνικές εκλογές είχαν συγκεντρώσει: 42% το 2012, 77% το 2009, 86% το 2004.

Για να υπάρχει λειτουργούσα η αντιπροσωπευτική δημοκρατία, χρειάζονται ορισμένως υγιείς πολιτικές εκφράσεις όλου του πολιτικού φάσματος. Προς το παρόν, ας δούμε τον τελευταίο οργανισμό που δεν έχει πληγεί από την κρίση. Ο ΣΥΡΙΖΑ λαμβάνει εκ σκεδάσεως την λαϊκή εντολή, μετά επιφυλάξεων, να ανασχέσει την πτώση και να εφαρμόσει ένα υλοποιήσιμο σχέδιο εθνικής σωτηρίας, ήτοι σχέδιο κοινωνικής και πολιτικής ανασυγκρότησης.

Η αμφίπλευρη διεύρυνση που εξαγγέλλει ο ΣΥΡΙΖΑ, και δεδομένης της θρηκόληπτης άρνησης του ΚΚΕ για οποιαδήποτε συνεργασία, κατ’ ουσίαν είναι απόπειρα κατάληψης του κεντρώου χώρου, που αφήνει κενό το διαλυμένο ΠΑΣΟΚ. Αυτό με πολιτικούς όρους.

Με κοινωνικούς όρους, η περαιτέρω διεύρυνση απαιτεί από τον ΣΥΡΙΖΑ να εκφράσει λυσιτελώς τις ανάγκες και τις προσδοκίες ευρύτατων στρωμάτων· να γίνει το συνέχον και συμπεριλαμβάνον πολιτικό υποκείμενο για ποικίλα, απογοητευμένα, θραυσμένα και έμφοβα κοινωνικά υποκείμενα. Πρόκειται για εγχείρημα εξαιρετικά απαιτητικό διανοητικά και ψυχικά, αν συνυπολογισθεί η τελεσθείσα φθορά του δημοκρατικού κράτους και των θεσμών, η ιδεολογική αμηχανία της Αριστεράς διεθνώς μετά το ρήγμα του 1989, και το δυσμενές οικονομικό περιβάλλον στην Ευρώπη.

Το ερώτημα είναι με ποιους όρους θα διευρυνθεί: με συμμαχίες πολιτικής κορυφής ή με εξάπλωση ριζών στη βάση; Το πρώτο είναι εύκολο και θεαματικό· το δεύτερο είναι δύσκολο και απαιτητικό. To συμβολικό φορτίο των προβεβλημένων προσώπων είναι χρήσιμο, εντούτοις είναι πεπερασμένης αξίας. Όθεν, πρέπει να αναζητηθούν όχι μόνο οι προβεβλημένοι επώνυμοι, αλλά πρωτίστως οι άνθρωποι με «όνομα» και ηθικό βάρος στην κοινότητα, στο μικροπεδίο, στα σπλάχνα της κοινωνίας. Η ιστορική πρόκληση είναι η κατασκευή ενός ρωμαλέου πολιτικού υποκειμένου, ικανού να αντέξει το βάρος ενός εθνικού σχεδίου ανασυγκρότησης και ικανού επίσης να εμπνεύσει στην κοινωνία των πολιτών πίστη για το εθνικό σχέδιο και ένα νέο ήθος στη δημόσια σφαίρα.

Εφόσον η διεύρυνση επιχειρηθεί μόνο με μετεγγραφές στελεχών του Κέντρου και της Κεντροαριστεράς, το όλο εγχείρημα κινδυνεύει να γίνει συνάθροιση δημογερόντων και ανακύκλωση οιονεί τεχνοκρατών του Ancien Régime· και το πολιτικό υποκείμενο να καταλήξει μια ασπόνδυλη συνομοσπονδία ομάδων και οπλαρχηγών, ο καθείς με τη δική του ατζέντα, την ιδιοτέλεια, το χαβά του. Την τέτοια αποτύπωση του κοινωνικού στο πολιτικό, τις διαμεσολαβήσεις και τις στρεβλώσεις του κρατικοκομματικού απαράτ ―ας πούμε τις κυβερνώσες φυλές των αυλικών, των golden boys, των ΔΕΚΟ και των προστατευμένων θυλάκων― τα είδαμε εν δράσει τις δεκαετίες της αμέριμνης ισχυράς Ελλάδος, με τα γνωστά καταστροφικά αποτελέσματα.

Το ερώτημα ετίθετο και παλαιότερα, αλλά η κρίση το παρόξυνε: Η Ελλάδα ανήκει στην Ευρώπη; Ετσι διατυπωμένο το ερώτημα προκαλεί σύγχυση, ενίοτε σκόπιμη: Ταυτίζει την Ευρώπη με την ευρωζώνη. Φυσικά δεν είναι έτσι. Στην Ευρωπαϊκή Ενωση ανήκουν πολλά κράτη που δεν έχουν υιοθετήσει το ευρώ. Πολύ περισσότερο, στη γεωγραφικά και πολιτισμικά οριζόμενη Ευρώπη περιέχονται κράτη που δεν ανήκουν καν στην Ε.Ε.

Το παραπάνω ερώτημα τίθεται συνήθως εκτός ελληνικής επικράτειας. Στο εσωτερικό της χώρας το ερώτημα τίθεται διαφορετικά, περισσότερο με ανθρωπολογικούς, πολιτισμικούς και ψυχολογικούς όρους: Είναι οι Ελληνες Ευρωπαίοι; Στο πολύ πρόσφατο παρελθόν αδρά και κάποτε χοντροκομμένα σχήματα φιλοευρωπαϊσμού, ευρωσκεπτικισμού και αντιευρωπαϊσμού, χρησιμοποιήθηκαν σε έναν ιδιότυπο διχασμό ή τριχασμό της λαϊκής βούλησης και εθνικής αυτοαναγνώρισης, σχεδόν με οπαδικούς όρους· συχνά και για να συγκαλυφθεί η απουσία ουσιαστικής πολιτικής σκέψης και πράξης. Προφανώς: Ποιος Ελληνας δεν θα αυτοοριζόταν Ευρωπαίος; Μόνο οι καθυστερημένοι και οι νοσταλγοί του οθωμανισμού.

Η συζήτηση αυτή είχε ίσως κάποιο νόημα τη δεκαετία του ’70, εποχή Ψυχρού Πολέμου άλλωστε, όταν η σοβιετόφιλη Αριστερά και η τρικοκοσμίτικη κεντροαριστερά αντετίθεντο στο ΕΟΚ-και-ΝΑΤΟ-το-ίδιο-συνδικάτο, για τους δικούς τους λόγους. Ακολούθησε μια μακρά περίοδος ενταξιακής ευδαιμονίας, καθώς έρρεαν οι πόροι των πακέτων στήριξης· η οποία κορυφώθηκε στα χρόνια της ένταξης στην ΟΝΕ: εν τω μεταξύ ο ευρωπαϊσμός είχε γίνει μπλοκ εξουσίας, που εκμεταλλευόταν το χρήμα, έφτιαχνε απαράτ, έστηνε μπίζνες και καριέρες.

O παρ’ ημίν ευρωπαϊσμός ως μαγικός αλγόριθμος κάλυπτε αμήχανα, πλην αυτάρεσκα, την πραγματική έλλειψη μακρόπνοης εθνικής στρατηγικής για την παραγωγή, τη διοίκηση του κράτους, την παιδεία: όσο βαθύτερα εισχωρούσε η χώρα στο ευρωπαϊκό ολοκλήρωμα, τόσο λιγότερο παραγόταν αυτοτελής πολιτική, τόσο περισσότερο η κυρίαρχη ελίτ εγκατέλειπε την παραγωγή σκέψης και πράξης και αφοσιωνόταν στην αυτοναπαραγωγή της, πάντα εν ονόματι της Ευρώπης.

Εντούτοις, πολλοί Ελληνες επηρεάζονταν από την ευρωπαϊστική φενάκη, αυτοτοποθετούμενοι σε μια αφετηρία μειονεξίας, κι έτσι παραμελούσαν την ουσιώδη εμπλοκή τους στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, κατανάλωναν ευρωπαϊσμό και δεν έβλεπαν την Ευρώπη ως ιστορικό πείραμα, ως πρωτοφανή πρόκληση για τα δημοκρατικά κράτη και τις πολιτικές κοινωνίες.

Σήμερα δεν έχει νόημα τέτοια συζήτηση, αν ο Ελληνας είναι ανατολίτης ή δυτικόφρων, τουλάχιστον με σκληρούς πολιτικούς όρους, διότι μετά την ευρωφενάκη του 2001, ήρθε η διεθνής κρίση του 2008, που κατέδειξε την ασύμμετρη, ελαττωματική αρχιτεκτονική του ευρώ και οδήγησε στη χρεοκοπία της Ελλάδας.

Καθώς ξετυλίγεται μπροστά μας ένας μείζων ιστορικός μετασχηματισμός, μια σύγκρουση για την κυριαρχία, μεταξύ τάξεων, κοινωνικών ομάδων, εθνικών συνόλων, συστημάτων σκέψης, καθώς η Ευρώπη βρίσκεται σε δημογραφική κάμψη και με μειωμένη ανταγωνιστικότητα έναντι των αναδυομένων δυνάμεων, τα ερωτήματα που τίθενται είναι διαφορετικά:

Τι εννοούμε σήμερα όταν λέμε Ευρώπη; Τι είναι και τι ήταν η Ε.Ε.; Πώς υπηρετεί το κοινό νόμισμα την πολιτική ένωση, την οικονομική ολοκλήρωση, την πολιτισμική σύνθεση; Ποιος ελέγχει το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα; Πάντως όχι οι πολίτες. Πώς υπόκειται η υπερεθνική εξουσία των Βρυξελών στη δημοκρατική νομιμοποίηση και λογοδοσία; Με ανά πενταετία εκλογή ενός κοινοβουλίου λίαν περιορισμένων δυνατοτήτων. Πώς προστατεύεται και προωθείται η ίδια η δημοκρατία στο εσωτερικό των εθνών-κρατών; Οταν μάλιστα έχει εκχωρηθεί οικειοθελώς η η εθνική κυριαρχία·όταν όχι μόνο το νόμισμα, αλλά και ο προϋπολογισμός και οι φόροι, μέγα μέρος της νομοθεσίας ελέγχονται και εγκρίνονται υπερεθνικά. Οταν η ίδια η δομή του κράτους και της εθνικής οικονομίας μεταμορφώνονται ριζικά, για να ταιριάξουν στο κυρίαρχο δόγμα.

Στο φόντο τέτοιων θεμελιωδών ερωτημάτων διακρίνουμε ήδη κοινωνικά ερείπια, έκρηξη των ανισότητας, άνοδο της ακροδεξιάς, διαρκή εξασθένηση της δημοκρατίας και διαρκή παράκαμψη της λαϊκής βούλησης, βλέπουμε χώρες όπου η κρίση και η κατάσταση εξαίρεσης παγιώνονται, παίρνουν ενδημικά χαρακτηριστικά. Μια Ευρώπη, στην οποία η ηγεμονεύουσα ελίτ προσκομίζει «πολιτικό εξευτελισμό ολόκληρων λαών», «καταστροφή ολόκληρων γενεών και περιοχών», όπως πικρά είπε ο αφοσιωμένος Ευρωπαίος Γιούργκεν Χάμπερμας στους συγκυβερνώντες ηγέτες του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος πρόσφατα. Ο 84χρονος φιλόσοφος, όπως και ο πρώην καγκελάριος Χέλμουντ Σμιντ, εκπροσωπούν τους Ευρωπαίους που θυμούνται τη φρίκη του ευρωπαϊκού πολέμου και του ολοκληρωτισμού. Αυτοί θέτουν τα καίρια ερωτήματα για τη σχέση των Ελλήνων με την Ευρώπη, τα ερωτήματα που πρέπει να απαντήσουμε.

To κείμενο των 58 για την ανασυγκρότηση της κεντροαριστεράς είναι ενδεικτικό μιας διάχυτης αγωνίας για το ξεπέρασμα της κρίσης, με πολιτικούς και πνευματικούς όρους. Το μανιφέστο έχει επιμέρους αδύνατα σημεία στη ρητορική του συγκρότηση, τουλάχιστον τέτοια που εγείρουν αντιρρήσεις, αλλά σε γενικές γραμμές περιγράφει καίρια το πρωταρχικό αίτημα: την εθνική ανασυγκρότηση μέσα από τα ερείπια της κρίσης. Επισημαίνεται ορθώς ότι: «η εποχή των Μνημονίων φαίνεται να φτάνει στο τέλος της. Το τραύμα της εθνικής πόλωσης δεν θα σβήσει εύκολα, θα χρειαστεί μάλιστα πολύ κουράγιο και συμφιλιωτική επιμονή απ’ όλες τις πλευρές για να ξεπεραστεί. Ομως η πολιτική δραστηριότητα δεν θα περιορίζεται στην αντίθεση Μνημόνιο-Αντιμνημόνιο». Συμφωνούμε απολύτως· η πολιτική σκέψη, ήδη τώρα, καλείται να υπερπηδήσει τα διλήμματα του 2010-13, και να υπάρξει δρώσα και λυσιτελής Μετά την Καταστροφή.

Κάποιες παρατηρήσεις εντούτοις. Η αντίθεση Μνημόνιο-Αντιμνημόνιο δεν ήταν, δεν είναι, στενά ρητορική-ιδεολογική. Η κατάρρευση του κοινωνικού συμβολαίου της μεταπολίτευσης και η έως καταστροφής υποβάθμιση ευρύτατων στρωμάτων υποδεικνύει ότι η εφαρμογή των Μνημονίων μετασχηματίζει την κοινωνία. Βίαια και ριζικά. Το Μνημόνιο, όπως τουλάχιστον εφαρμόστηκε, με οριζόντιες και τυφλές περικοπές, ανέδειξε νέα ταξικά χάσματα, χώρισε αδρά την κοινωνία σε έχοντες και μη έχοντες, άμβλυνε επικίνδυνα τους δεσμούς συνοχής, φτιάχνει ήδη μια χαμένη γενιά. Αυτή η αντίθεση είναι υλικότατη, δεν είναι ρητορική ή ιδεολογική.

Στο πολιτικό πεδίο επίσης αναδείχθηκε μια σφοδρή κρίση ηγεμονίας, εκφραζόμενη τυπικά με τη συρρίκνωση της συντηρητικής παράταξης και τη συντριβή της κεντροαριστεράς. Οι δεσπόζοντες σχηματισμοί της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας αμφισβητούνται σφοδρά από την παραδοσιακή τους πελατεία. Γνωρίζουμε δε, κατά αναλογία, ότι μετά παρόμοια μνημόνια σε χώρες όπως η Βραζιλία και η Τουρκία, τα παλαιά ηγεμονικά κόμματα σαρώθηκαν.

Η αντίθεση εκτείνεται και στο πεδίο των ιδεών και της ιντελιγκέντσιας. Πολύ αδρά, οι διανοούμενοι αιφνιδιάστηκαν· η κρίση τους βρήκε βολεμένους και οκνηρούς, σαν φοβισμένους αμήχανους μικροαστούς γύρω από το τζάκι με τα φρόνιμα στερεότυπα.

Το μανιφέστο των 58 επισημαίνει ορθώς, άρα, την ανάγκη συμφιλίωσης και υπέρβασης του τραύματος, χωρίς όμως να υπολογίζει επαρκώς το βάθος των ουλών και τις νέες κοινωνικοπολιτικές σημασίες τους. Ισως γι’ αυτό το λόγο, υποβαθμίζει έως εξαφάνισης ως συνομιλητή τον ΣΥΡΙΖΑ, το κόμμα της αριστεράς που εκτινάχθηκε εξαιτίας ακριβώς της αντίθεσης, την οποία εξέφρασε. Είναι αξιοσημείωτο δε ότι αρκετοί εκ των 58 έχουν περάσει από τον ΣΥΡΙΖΑ ή τον πρόδρομό του Συνασπισμό, τον ίδιο που χαρακτηρίζουν τώρα ως νεοκομμουνιστικό και εθνολαϊκιστικό, έναν μάλλον μειωτικό και σίγουρα χρωματισμένο ιδεολογικά χαρακτηρισμό, τέτοιο που δεν επιφυλάσσουν για τη δεξιά παράταξη. Τουναντίον, αναγνωρίζουν ασμένως ως προνομιακό συνομιλητή το εναπομείναν ΠΑΣΟΚ.

Το κείμενο των 58 είναι εύστοχο κατά την ανίχνευση της διάχυτης αγωνίας και της ανάγκης για υπέρβαση και σύνθεση. Είναι απλουστευτικό ή και εμμονικό κατά την ανίχνευση των υπαρκτών και αναδυόμενων κοινωνικών-πολιτικών δυνάμεων, που θα αναλάβουν το τιτάνιο έργο της εθνικής ανασυγκρότησης. Ακόμη κι αν παραμερίζει ιδρυτικά τη σταλινική αριστερά του 4,5%, μπορεί η κεντροαριστερά των σπαργάνων να αποκλείει τη λαϊκή αριστερά του 27%;

H 39η επέτειος ίδρυσης του ΠΑΣΟΚ λειτουργεί σαν πρόβα κηδείας του συγκεκριμένου πολιτικού σχηματισμού, αλλά και σαν ευκαιρία ιστορικού απολογισμού σε εθνικό επίπεδο. Οι συνιδρυτές και κληρονόμοι του ανδρεϊκού ΠΑΣΟΚ, οι λαθρεπιβάτες και οι εκσυγχρονιστές, οι αποσυνάγωγοι και οι αποδράσαντες, έχουν να πουν τη δική τους εκδοχή της ιστορίας. Σε καμία απ’ όσες ακούστηκαν εντούτοις δεν περείχετο αυτοκριτική· περίσσεψαν η αυταρέσκεια, η αμηχανία κι ένας μόλις κρυπτόμενος πανικός για το άδηλο μέλλον, ευνοήτως: το κόμμα συγκροτήθηκε διαχρονικά ως αυτοαναπαραγόμενο απαράτ, ως συμπαγής συντεχνία προεστών, οι οποίοι ενέμοντο όχι μόνο την κυβερνητική εξουσία αλλά κάθε πεδίο του δημόσιου χώρου, από τις ΔΕΚΟ και τα συνδικάτα έως την αυτοδιοίκηση και τις τράπεζες. Ιδου ο πανικός: ο ανθρωπότυπος ΠΑΣΟΚ δεν μπορεί να επιζήσει εκτός εξουσίας. Ούτε μπορεί να παράγει πολιτική. Ως εκ τούτου, τα φρόνιμα, πλην ανιαρά και προβλέψιμα, λόγια του Κ. Σημίτη για ανασύσταση της κεντροαριστεράς με νέες ιδέες όπως το 1974, απευθύνονταν σε μια σάλα γεμάτη ερείπια και στάχτες. Και το κυριότερο: σε μια ριζικά διαφορετική ιστορική συγκυρία από του ’74.

Το ΠΑΣΟΚ εφάρμοσε ένα μείγμα σοσιαλδημοκρατικού προγράμματος και λαϊκισμού. Η μαζική δημόσια παιδεία, που είχε ξεκινήσει από τη μεταρρύθμιση Παπανούτσου, το ΕΣΥ, η δειλή αλλά υπαρκτή αναδιανομή εισοδήματος, η διαχείριση ελλειμμάτων και χρέους, ήταν η καθυστερημένη εφαρμογή του δυτικοευρωπαϊκού σοσιαλδημοκρατικού προγράμματος, μετά τις ανώμαλες περιόδους του μετεμφυλίου και της δικτατορίας. Ελλιπώς και αδόμητα. Σημαντικότερες ήταν οι μεταρρυθμίσεις που επηρέασαν το συλλογικό φαντασιακό: η αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης, η αναμόρφωση του οικογενειακού δικαίου. Και βέβαια η μερική ανανέωση των ηγεμονικών ελίτ με νέα πρόσωπα, που εξέφραζαν τα ανερχόμενα μικρομεσαία στρώματα, την ατμομηχανή του ΠΑΣΟΚ.

Η παρακμή της σοσιαλδημοκρατίας στην Ευρώπη παρέσυρε αφεύκτως και το ΠΑΣΟΚ, ιδίως μετά το ιστορικό ρήγμα του 1989. Η πολιτική του εφεξής τροφοδοτήθηκε από την παραδοσιακή δεξαμενή του λαϊκισμού και του κορπορατισμού, εμπλουτιζόμενη από την ευρωλατρία και έναν εκλεκτικιστικό μπλερισμό. Σοσιαλισμός συν χρηματιστήριο. Τσάροι οικονομίας και τραπεζίτες όμνυαν στους θεούς των αγορών που έφερναν φτηνό χρήμα, και το ΠΑΣΟΚ κέρδισε δύο εκλογές υποσχόμενο ευρωπαράδεισο και κινητοποιώντας τις φυλές των ΔΕΚΟ.

Η πολιτική, ηθική και διανοητική φθορά είχε επέλθει πολύ πριν την μοιραία κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου. Οι κορυφές είχαν παραδοθεί ή αλωθεί στις δυνάμεις της διαπλοκής προ πολλού, από τη δεκαετία του ’90. Ο πλουτισμός και ο καθεστωτισμός είχαν διαποτίσει τα στελέχη μέχρι μυελού, το μεγάλο κόμμα της μεταπολίτευσης είχε χάσει κάθε ηθικό έρεισμα, και η κατάρρευση του 2009-10 ουσιαστικά έδειξε και τη διανοητική αποσάθρωση.

Αυστηροί, σκληροί, οργισμένοι, απορριπτικοί ― είμαστε με το ΠΑΣΟΚ. Πρέπει όμως να αναγνωρίσουμε ότι η 39χρονη ιστορία του είναι εν πολλοίς και η ιστορία μας, η ιστορία της ελληνικής μεταπολίτευσης, οι αντινομίες, τα επιτεύγματα, οι προσδοκίες, οι διαψεύσεις. Και η ώριμη στιγμή για το ξεπέρασμά του.

Η αποχώρηση της Δημοκρατικής Αριστεράς από την κυβέρνηση σήμανε αλλαγή πολιτικής του κεντροαριστερού κόμματος: παύει να αναλαμβάνει ευθύνες που δεν μπορεί να τις αντέξει ηθικά, ιδεολογικά αλλά και υλικά. Η απαγκίστρωσή του από τη διακυβέρνηση προκαλεί κλυδωνισμούς στο εσωτερικό του, αλλά ίσως αυτή η αναστάτωση οδηγήσει σε αποσαφήνιση της φυσιογνωμίας του και ουσιαστικότερη σχέση με την εκλογική του βάση, ωφέλιμη εν όψει πολλαπλών ανακατατάξεων. Αν δεν εμπλακεί σε έριδες και πόλωση, η πολιτική πείρα των στελεχών του και, ιδίως, η ιδεολογική τους συγκρότηση, θα είναι η μαγιά για ανασυγκρότηση του χαμένου σοσιαλδημοκρατικού πόλου, στην οποία μάλλον αποκλείεται πια να παίξει ρόλο το ΠΑΣΟΚ.

Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, η ΔΗΜΑΡ θα πλησιάσει προς τον φυσικό της όμορο και ετεροθαλή αδελφό, τον ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος αυτές τις μέρες με το ιδρυτικό του συνέδριο παύει να είναι ιδιότυπη ομοσπονδία συνιστωσών και συγκροτείται ως πολυτασικό μεν, πλην ενιαίο κόμμα, με πρόεδρο μάλιστα αντλούντα ισχύ και νομιμοποίηση απευθείας από το συνέδριο. Δεν είναι λίγοι άλλωστε όσοι υποστηρίζουν ότι η ανάδυση της μεγάλης κεντροαριστεράς δεν μπορεί παρά να συνυπολογίζει σαν πυρήνα τον ΣΥΡΙΖΑ, το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Υπό το φως αυτών των εξελίξεων, μπορούμε να πούμε ότι μόλις τώρα αρχίζει να φαίνεται ο πυρήνας μιας εναλλακτικής διακυβέρνησης. Εως τώρα ο ΣΥΡΙΖΑ, εκπλαγείς από το εντυπωσιακό εκλογικό του σκορ, δεν είχε κατορθώσει να συνθέσει μια πρόταση διακυβέρνησης, αν όχι ολοκληρωμένη και τολμηρή, τουλάχιστον ρεαλιστική και πειστική. Ηταν διστακτικός διττά: και ως προς την πρόταση εξουσίας και ως προς την άντληση ζωτικότητας και ιδεών από την κοινωνία. Η οργανωτική και κυρίως η πνευματική του δομή δεν προέβλεπαν τέτοιο άλμα μεγέθυνσης, μαζί με τα συνοδά αμφίπλευρα ανοίγματα και τις αυτοϋπερβάσεις.

Το συνέδριο πιθανότατα θα τερματίσει την εσωστρέφεια του μικρού αριστερού κόμματος, αλλά αυτό δεν είναι αρκετό· το νέο κόμμα πρέπει να απαντά στην κοινωνία. Ο ΣΥΡΙΖΑ προσείλκυσε ψήφους πολιτικά αστέγων και προσφύγων που εξέφραζαν ταυτοχρόνως οργή, απόγνωση, προσδοκία. Θα πρέπει να διασκεδάσει τον φόβο και την απόγνωση και να ανταποκριθεί στην προσδοκία, στην ελπίδα για παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, για κοινωνική δικαιοσύνη, για μεταρρύθμιση του κράτους: αυτά άλλωστε εμπεριέχονται ιστορικά στο πρόγραμμα και της μεταπολεμικής ευρωπαϊκής αριστεράς και της σοσιαλδημοκρατίας. Κάποιες από τις εξυγιαντικές του πελατειακού κράτους μεταρρυθμίσεις, λ.χ., που ζητούνται από την τρόικα, θα μπορούσαν να είναι μέρος του προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ· και σίγουρα μπορεί να διεκδικήσει να είναι αυτός ο κατεξοχήν φορέας αλλαγής και μεταρρυθμίσεων.

Υπό μία έννοια, πρόκειται για την παραγωγή ενός μοντέρνου ουσιώδους λαϊκισμού ανάλογου προς τον Ομπάμα του 2008, ριζικά διάφορου από το ελληνικό ’80, με αναφορές στις εθνικές, δημοκρατικές και κοινοτικές παραδόσεις, αλλά και με τολμηρές απαντήσεις στους παρόντες καταναγκασμούς της μόνιμης κρίσης και της «μη υπάρχουσας εναλλακτικής». Ναι, υπάρχει ζωή χωρίς κρίση ― αυτό.

Μπορεί να τα συλλάβει, να τα πιστέψει και να τα αναπτύξει αυτά ο νέος ΣΥΡΙΖΑ με τους όποιους συμμάχους του; Θα δούμε σύντομα, ο καιρός δεν περιμένει. Πάντως αυτά περιμένει το χειμαζόμενο πλήθος: τόλμη, ηθική ακεραιότητα, συνθέσεις, υπερβάσεις, ειλικρίνεια, παρρησία. Αυτή είναι η ιστορική πρόκληση, και η ευθύνη.

Το μαύρο στις οθόνες της ΕΡΤ ήταν ενδογενές ατύχημα, το οποίο ανεξαρτήτως της αρχικής στόχευσης, εντέλει εκτροχίασε την τρικομματική συνεργασία και γέννησε μια ασθενή κυβέρνηση. Πέραν του εσπευσμένου κυβερνητικού ανασχηματισμού, το ατύχημα ΕΡΤ φαίνεται ότι θα είναι αφετηρία βαθύτερων πολιτικών εξελίξεων. Η αποσκίρτηση της ΔΗΜΑΡ σημαίνει την απαρχή ριζικών διαφορισμών στην κομματική γεωγραφία και, περαιτέρω, στην πολιτική ψυχογεωγραφία.

Οι δυνάμεις που συγκροτούν την παρούσα κυβέρνηση είναι οι δυνάμεις που κυβέρνησαν τη χώρα τις τελευταίες δεκαετίες, για καλό και για κακό. Οι πολιτικές επιλογές ΠΑΣΟΚ και ΝΔ έφτασαν τη χώρα στο σημείο ρήξης του 2009-10 και οι ίδιοι λίγο-πολύ άνθρωποι διαχειρίζονται το ναυάγιο έκτοτε. Ο παλαιός δικομματισμός συναιρεμένος θα αποτελέσει πιθανότατα τον ένα μεγάλο πόλο στο πολιτικό σκηνικό προσεχώς. Οι ιδεολογικές διαφορές, δυσδιάκριτες ήδη από καιρό, τώρα πλέον έχουν εξαλειφθεί· στη μέλλουσα ρητορική του νέου δεξιού-κεντροδεξιού πόλου η μόνη συνέχουσα ύλη θα είναι ο φιλοευρωπαϊκός προσανατολισμός, στο μέτρο βεβαίως που θα εξακολουθήσει να υπάρχει η ευρωζώνη όπως την ξέρουμε τώρα. Εν πάση περιπτώσει η συναίρεση των δύο πρώην αντιπάλων στην κυβέρνηση εφαρμογής του μνημονίου προοιωνίζεται την ανάδυση ενός νέου πολιτικού σχηματισμού, με προσχωρήσεις και τρίτων, νυν αστέγων. Οι αποχωρήσεις φαίνονται λιγότερο πιθανές.

Ιδεολογικά, ο νέος σχηματισμός θα δέχεται διαρκώς πίεση από την ακροδεξιά, ως εκ τούτου, αντανακλαστικά, θα είναι δυσχερής έως αδύνατη η επέκταση προς το κέντρο. Ενδεχομένως να διαμορφωθεί ένας λόγος οιονεί νεοθατσερικός, με λαϊκιστικές και αυταρχικές αποχρώσεις, πάντως ο πολιτικός φιλελευθερισμός συρρικνώνεται διαρκώς.

Ο άλλος πόλος του μεταμνημονιακού-μεταπτωχευτικού δικομματισμού συγκροτείται γύρω από τον ΣΥΡΙΖΑ. Το μεγαλύτερο μέρος της ΔΗΜΑΡ και ένα μέρος του κερματισμένου ΠΑΣΟΚ συγκλίνουν ήδη προς τα εκεί. Κεντρώος χώρος δεν υπάρχει, οποιαδήποτε ανασύστασή του είναι προς τα παρόν καταδικασμένη. Ο αριστερός-κεντροαριστερός πόλος της νέας εποχής έχει να επιλύσει δύσκολα προβλήματα φυσιογνωμίας και λόγου, σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, με απώτατο ορίζοντα τις ευρωεκλογές και τις περιφερειακές εκλογές στα μέσα του 2014 ― ίσως και νωρίτερα. Κυρίως επείγεται να βρει ιδέες και ζωτικότητα, πρόσωπα και δυνάμεις, ώστε να εμφανιστεί ως επί της ουσίας κυβερνώσα δύναμη.

Κωδικά, τρία είναι τα κρίσιμα ερωτήματα που καλείται να απαντήσει: Πρώτον, ποια είναι η εθνική συλλογική ταυτότητα, αυτή που θα συνέχει και θα συνεγείρει τους πολίτες επί ελαχίστης βάσεως, και θα τοποθετεί γεωπολιτικά τη χώρα στο ασταθές περιβάλλον της. Δεύτερον, ποιο είναι το παραγωγικό μοντέλο με το οποίο θα ανορθωθεί η χώρα και θα μειωθούν οι στρατιές των ανέργων. Τρίτον, πώς θα επανιδρυθεί το μεταπελατειακό κράτος, με όρους λειτουργικότητας και ανοιχτής κοινωνίας. Σε αυτό το τρίπτυχο εντάσσονται και κρίσιμες απαντήσεις για την ασφάλεια, το μεταναστευτικό, τη δραστική αξιοποίηση της νεολαίας, τις στρατηγικές αντιμετώπισης του δημογραφικού κ.λπ.

Ο νέος αριστερός-κεντροαριστερός πόλος φέρει το βάρος της «μικρής» καταγωγής και της μεγάλης προσδοκίας, πιέζεται αμείλικτα από τον χρόνο και από πρωτόγνωρες ιστορικές προκλήσεις. Η προσδοκία είναι διττή: αφενός υλική ανακούφιση, αφετέρου ηθική-πολιτική αναγέννηση. Αμφότερα δύσκολα, κατεπείγοντα· το δεύτερο ίσως ακόμη περισσότερο.

Στο επίκεντρο της κυβερνητικής κρίσης βρίσκεται αίφνης η ΔΗΜΑΡ, η αποχωρούσα από το τριμερές κυβερνητικό σχήμα. Η Δημοκρατική Αριστερά βάλλεται ως προάγουσα την αστάθεια και υπαναχωρούσα. Είναι όμως έτσι; Αραγε η ΔΗΜΑΡ προκάλεσε το ατύχημα της μαύρης ΕΡΤ; Η ΔΗΜΑΡ συνήψε τα μνημόνια και τις δανειακές συμβάσεις του 2010-12; Η ΔΗΜΑΡ ολιγώρησε στις μεταρρυθμίσεις και τις τομές της κρίσιμης τριετίας; Η αλήθεια είναι ότι έχει ευθύνη διακυβέρνησης, αλλά μόνο κατά το τελευταίο έτος και μόνο κατά το ποσοστό που της αναλογεί στο τριμερές σχήμα. Η αλήθεια επίσης είναι ότι η πολιτική συγκυρία και η εξ αυτής απορρέουσα κυβερνητική πρακτική ανάγκασαν τη ΔΗΜΑΡ να μεταθέσει πολλάκις τις δικές της κόκκινες γραμμές, ιδεολογικές και πολιτικές, αυτές ακριβώς που της προσδίδουν διακριτή φυσιογνωμία, άρα και λόγο ύπαρξης.

Το σημαντικότερο: ένα χρόνο μετά τον σχηματισμό τρικομματικής κυβέρνησης, ελάχιστες ή καμία από τις 14 συμφωνημένες προγραμματικές δεσμεύσεις έχουν τηρηθεί· όλες σχεδόν έχουν παραβιαστεί. Και βεβαίως, πολιτική είναι η τέχνη του εφικτού, αλλά είναι επίσης η τέχνη της διαχείρισης των συμβολισμών και της διατήρησης ενός ελάχιστου αναγκαίου ηθικού έρματος, και εντέλει η ανάληψη των δικών σου ευθυνών, όχι των αμαρτιών άλλων.

Ο κ. Κουβέλης διείδε ότι το κόμμα του κινδύνευε να έχει την τύχη του ΛΑΟΣ του Γ. Καρατζαφέρη, ο οποίος έσπευσε ασμένως να συμμετάσχει στην κυβέρνηση Παπαδήμου, και εν συνεχεία το μεν κόμμα του εξαερώθηκε, τα δε κορυφαία στελέχη του μετεπήδησαν στη ΝΔ. Το μικρό κεντροαριστερό κόμμα του κ. Φώτη Κουβέλη και των συντρόφων του, κατά πλειοψηφίαν προερχομένων από την αλυσίδα ΚΚΕ-εσωτερικού, Ελληνική Αριστερά, Συνασπισμός, είναι μεν ένα κόμμα-λέσχη συστημικών στελεχών, επιρρεπών στον κυβερνητισμό και σε έναν ιδιότυπο μικρομεγαλισμό, αλλά δεν αντέχει απεριόριστες ποσότητες οπορτουνισμού και απεμπόλησης όλων των αρχών και χαρακτηριστικών του σε τόσο βραχύ χρονικό διάστημα. Υπό μία έννοια, η ΔΗΜΑΡ εξάντλησε τα αποθέματα πραγματισμού που την είχαν οδηγήσει σε συμβίωση με ακροδεξιά και φαύλα στοιχεία, υπεύθυνα εκτός των άλλων για τον ιστορικό εκτροχιασμό της χώρας.

Επιπλέον, ενώπιον των επερχομένων σκληρών μέτρων, αφυπνίστηκε το ένστικτο αυτοσυντήρησης· δεν θα μπορούσαν να τα στηρίξουν ηθικά, η εφαρμογή τους θα τους μετέτρεπε σε πολιτικό ακολούθημα της Ν.Δ. Αφησαν αυτή τη μοίρα ακολουθήματος και αφομοιώσεως στο συγκυβερνών ΠΑΣΟΚ, και ελπίζουν εφεξής να καρπωθούν τους μετριοπαθείς ψηφοφόρους της κεντροαριστεράς, πλησιάζοντας περισσότερο το δεξί κέρας του συρριζαϊκού μετώπου. Στο μέτρο που διασκεδαστούν οι εσωτερικές συγκρούσεις, η ΔΗΜΑΡ φαίνεται να αποφεύγει προσώρας το στρατηγικό της αδιέξοδο, με τακτικές απώλειες. Τελικός κριτής για την αποσκίρτηση θα είναι η επόμενη κάλπη.

grillo-dario-fo

Το νέο πολιτικό σκηνικό στην Ιταλία, πολύμορφο και ασταθές, με νέους και παλαιούς παίκτες, ενδεχομένως προοικονομεί άλλες ισορροπίες μέσα στην Ευρώπη της κρίσης. Το εκλογικό αποτέλεσμα αναδεικνύει πρώτη την Κεντροαριστερά του Μπερσάνι, αλλά σε απόσταση αναπνοής από τη Δεξιά του Μπερλουσκόνι και από τον απρόβλεπτο λαϊκιστή Γκρίλο. Και οι τρεις μπορούν να ισχυρίζονται ότι νίκησαν: Ο Μπερσάνι διότι πιθανόν θα βρεθεί επικεφαλής μιας κυβέρνησης, αν και μάλλον αδύναμης. Ο Μπερλουσκόνι διότι νεκραναστήθηκε και απειλεί να τιμωρήσει αυτούς που τον ανέτρεψαν. Και φυσικά ο Γκρίλο, που ανέβηκε στην κορυφή από το πουθενά.

Ποιος έχασε; Ο κεντροδεξιός πρώην πρωθυπουργός Μόντι είναι ο μεγάλος ηττημένος, όχι τόσο λόγω του χαμηλού σκορ, όσο επειδή εγκατέλειψε τη θέση τού υπεράνω κομματικών παθών τεχνοκράτη και τις υποσχέσεις του, εκτέθηκε στη λαϊκή κρίση και βρέθηκε ελλιπής. Ηττημένη άρα μπορεί να θεωρηθεί εν συνόλω η πολιτική λιτότητας, που εφάρμοσε η διακομματική κυβέρνηση Μόντι, ακολουθώντας τη γραμμή των Βρυξελλών και του Βερολίνου για δημοσιονομική πειθαρχία και περιορισμό των μισθών. Υπό αυτή την έννοια, τραυματίζεται και η πολιτική Μέρκελ, για την αντιμετώπιση της κρίσης στην Ευρωζώνη και για εμπέδωση της γερμανικής ηγεμονίας.

Μεγάλος νικητής είναι ο κωμικός Μπέπε Γκρίλο με το Κίνημα Πέντε Αστέρων: το καινοφανές μόρφωμα μεταμοντέρνου λαϊκισμού εν πολλοίς εκφράζει τους ποικίλους Αγανακτισμένους των εργατικών και μικροαστικών στρωμάτων, οι οποίοι πλήττονται από την κρίση και απορρίπτουν βίαια τα παραδοσιακά κόμματα. Οι Γκριλίστι, κινούμενοι εκτός των συμβατικών ΜΜΕ, με χαρακτηριστικά κοινοτισμού grassroots που εκδηλώνονται με δημόσιες συναθροίσεις και έντονη χρήση των διαδικτυακών κοινοτήτων και εργαλείων, υπό μία έννοια είναι η άναρθρη, άγαρμπη, τυφλή, πλην αποτελεσματική, εκδίκηση των άφωνων πολιτών απέναντι στον μαρασμό της αντιπροσώπευσης και την κατίσχυση των αγορών έναντι της πολιτικής. Η δική τους ατελής αντι-πολιτική είναι μια έκφραση του πολιτικού από το πλήθος στην εποχή της μεταδημοκρατίας.

Αν αναζητούσαμε κάποιες αναλογίες, στην Ελλάδα οι Αγανακτισμένοι κινήθηκαν εκλογικά προς τρεις κατευθύνσεις: τους συνταγματικούς ΣΥΡΙΖΑ και Ανεξάρτητους Ελληνες και τη νεοναζιστική Χρυσή Αυγή. Στην Ιταλία τους απορρόφησε όλους σχεδόν ο αντισυστημικός μη φασίστας Γκρίλο σε μια διαρκή καρναβαλική εκδραμάτιση, και εν μέρει ο παλαιοκομματικός φθαρμένος Μπερλουσκόνι με τους δικούς του θεατρινισμούς.

Ενα χαρακτηριστικό, εκτός του λαϊκισμού, που μοιράζονται, σε διαφορετικό βαθμό, Μπερλουσκόνι και Γκρίλο: η εναντίωση στην ηγεμονία της Γερμανίας και η αφύπνιση της εθνικής υπερηφάνειας. Ο κωμικός επιπλέον διακηρύσσει ανοιχτά τον ευρωσκεπτικισμό του. Αυτό το στοιχείο ίσως έχει τη μεγαλύτερη διευρωπαϊκή επιρροή: η τρίτη μεγαλύτερη χώρα της Ευρωζώνης, η έβδομη οικονομία του πλανήτη, με 2 τρισ. χρέος και βυθισμένη στη μακρύτερη ύφεση των τελευταίων είκοσι χρόνων, αμφιβάλλει για την κοινή ευρωπαϊκή μοίρα.

Ο σπασμός του μεγάλου ιταλικού λαού, υπό την πίεση της κρίσης, διατυπώνεται τώρα με όρους που μπορούν να αυξήσουν απρόβλεπτα την εντροπία του ήδη ασταθούς ευρωσυστήματος.

H αποτύπωση των προτιμήσεων στα δύο εκλογικά αποτελέσματα του περασμένου καλοκαιριού, μαζί με τις δημοσκοπικές καταγραφές έκτοτε, δείχνει την κοινωνία ως προς τις πολιτικές εκφράσεις της σε κατάσταση ρευστότητας και κινητικότητας. Για πρώτη ίσως φορά μεταπολεμικά το κοινωνικό σώμα φυγοκεντρίζεται, συσπειρώνεται προς τα άκρα του συμβατικού φάσματος, όπως κι αν τα ορίσουμε. Ταυτόχρονα, αδειάζει το κέντρο. Γιατί;

Μια πρώτη εξήγηση: ο κεντρώος-κεντροαριστερός πολιτικός σχηματισμός θεωρείται υπεύθυνος για την εν εξελίξει κοινωνική καταστροφή, και τα πληττόμενα στρώματα τον τιμώρησαν. Οι παραγωγικές προπάντων ηλικίες, αυτές που πλήττονται περισσότερο από την ανεργία και την ύφεση, βρέθηκαν άστεγες πολιτικά και μεγάλο μέρος αναζήτησε καταφύγιο στην αριστερά. Αλλά αυτοί είναι ένα 20-25%. Τι απέγιναν οι υπόλοιποι; Οχι οι εκλογείς του κεντροαριστερού ΠΑΣΟΚ, αλλά και της κεντροδεξιάς ΝΔ; Είναι προφανές ότι παρά την ένταση και τον φόβο της προεκλογικής περιόδου, πολλοί συντηρητικοί ψηφοφόροι δεν πήγαν στη Νέα Δημοκρατία αλλά στους νεοπαγείς δεξιούς σχηματισμούς που την πλαγιοκόπησαν. Και έκτοτε η ΝΔ νιώθει καυτή την ανάσα των όμορων χώρων, παρότι απορρόφησε τον εξχνωθέντα ΛΑΟΣ.

Το κενό έκφρασης του κεντρώου χώρου είναι ένα μέτρο της πνευματικής και ιδεολογικής κρίσης, ίσως το πιο φανερό. Ο πολιτικός λόγος διχάστηκε βαθιά ανάμεσα στον φιλομνημονιακό και τον αντιμνημονιακό, και ό,τι πήγε να φυτρώσει ανάμεσα, στα διάκενα και τις χαραμάδες, ποδοπατήθηκε. Ποδοπατήθηκαν η μετριοπάθεια, η νηφαλιότητα, ο πραγματισμός, η ιστορική αίσθηση, η μαχητικότητα επί των υπαρκτών πεδίων και όχι κατά ανεμομύλων. Από την πόλωση που προέκυψε βγαίνουν βαριά τραυματισμένες και η συντηρητική παράταξη και η κεντροαριστερή· η μεν πρώτη διότι έχει πια να αντιπαλαίψει τον δαίμονα του νεοναζιστικού άκρου, η δε δεύτερη διότι εξαχνώθηκε υπό το παλαιό της πρόσωπο και τώρα αναζητείται έκφρασή της εξ αριστερών, από τον νεοπαγή ΣΥΡΙΖΑ. Η πολιτική ανασυγκρότηση προϋποθέτει την ανασυγκρότηση αυτών των δύο μεγάλων ρευμάτων. Η ιστορία κρούει και τα δύο πορτόφυλλα της ελληνικής δημοκρατίας, διότι τα χρειάζεται εξίσου.

Ανασυγκρότηση του καθενός πόλου δεν σημαίνει πόλωση έως διχασμού· δεν σημαίνει ούτε σύγκλιση. Σημαίνει σαφή, διακριτά όρια στην ιδεολογία και στην έκφραση διαφορετικών ταξικών ομάδων· άλλωστε η κρίση επανέφερε στο οπτικό πεδίο τις ταξικές και άλλες ομαδώσεις του παραγωγικού πληθυσμού. Η διαφοροποίηση θα παγιωθεί σε πολλούς άλλους χαρακτήρες, διότι εν τω μεταξύ υπό το βάρος της ένδειας ή της απειλής πληβειοποίησης, η κοινωνία μετασχηματίζεται και ιεραρχεί τις υλικές ανάγκες της και το φαντασιακό της με άλλες προτεραιότητες πια, με άλλες απαιτήσεις. Υπό αυτή την έννοια, ούτε οι υπάρχοντες δεξιοί ούτε οι υπάρχοντες αριστεροί είναι σε θέση προς το παρόν να συλλάβουν τις αναδυόμενες ανάγκες της κοινωνίας και να τις εκφράσουν. Είναι ακόμη εγκλωβισμένοι σε παλαιά σχήματα πρόσληψης και ερμηνείας, με εξαιρέσεις φυσικά.

Ας πούμε, η νεοναζιστική απειλή δεν είναι δυνατόν να αντιμετωπιστεί ικανοποιητικά μόνο από την αριστερά· απαιτείται και η δράση των συντηρητικών. Μάλιστα η δαιμονοποίηση της αριστεράς ως το αντίστοιχο ετερώνυμο άκρο εντέλει ενισχύει το νεοναζιστικό μόρφωμα του φυλετισμού και της εχθροπάθειας, εφόσον του δίνει την ευκαιρία να αποκρύψει τα ειδεχθή ιδεολογικά χαρακτηριστικά του και να μεταμφιεστεί σε υπερασπιστή του ελληνοχριστιανισμού. Και ακριβώς με την προβιά του υπερεθνικιστή ελληνοχριστιανού αποσπά ακροατήριο από την παραδοσιακή δεξιά, την οποία μέμφεται ως χλιαρή, συστημική ή σάπια. Η ανασυγκρότηση της δεξιάς δεν μπορεί λοιπόν να μην περιλαμβάνει την υπεράσπιση του συνταγματικού δημοκρατικού χώρου και την ιδεολογική ανανέωση προς την κατεύθυνση της μετριοπάθειας.

Αντιστοίχως, η οικοδόμηση ενός ισχυρού κεντροαριστερού πόλου, ελκυστικού για τον κόσμο της μισθωτής εργασίας, τους ελευθεροεπαγγελματίες, τους μικροεπιχειρηματίες και μικροαστούς, φαίνεται να πέφτει στους ώμους του πρώην μικρού, αριστερού ΣΥΡΙΖΑ. Ο οποίος υπό την ώθηση της ιστορικής δυναμικής και υπό την πίεση περίπου 1,5 εκατομμυρίου εκλογικών μεταναστών, καλείται να μετασχηματιστεί ιδεολογικά και πολιτικά, ταχύτατα, σε συγχρονισμό με τον κοινωνικό μετασχηματισμό, εφόσον εξακολουθεί να επιθυμεί τη δοκιμασία της κυβερνητικής εξουσίας. Στην περίπτωσή του, οι κίνδυνοι διαρροών προς τα αριστερά δεν είναι ανύπαρκτοι, αλλά είναι μάλλον αμελητέοι συγκρινόμενοι με τα προσδοκώμενα κέρδη από το κέντρο. Στην πραγματικότητα, οι δισταγμοί για εγκατάλειψη της αριστερίστικης ή παλαιοαριστερής ρητορικής πηγάζουν από τον παλαιό μικρό εαυτό του, εκεί όπου όμως αισθανόταν βολεμένος: στην καταγγελτική αντιπολίτευση και στην υπεράσπιση μειονοτικών δικαιωμάτων. Ως μικρός, δεν ήταν καν αναγκασμένος να έχει επεξεργασμένο πραγματιστικό πρόγραμμα για τη μεγάλη πολιτική· αρκείτο στην ρητορική πολυχρωμία.

Η ιστορική πρόκληση όμως σήμερα είναι άλλη: είναι μια χώρα πτωχευμένη και μια κοινωνία φοβισμένη και απελπισμένη, που καταστρέφεται οικονομικά και αποσαθρώνεται πνευματικά. Τα ιδεολογήματα δεν αρκούν. Ούτε οι σοφτ ιδέες της ευρωπαϊκής Αριστεράς του ύστερου Ψυχρού Πολέμου και των χρόνων της χρηματοπιστωτικής φούσκας. Η οικουμενικότητα των προβλημάτων επιβαρύνεται δραματικά από το εντόπιο ρήγμα: τη χρεοκοπία, την έλλειψη παραγωγικού μοντέλου, τη ξεχαρβαλωμένη διοίκηση, την απουσία στοιχειώδους πνευματικού υποδείγματος. Ουσιαστικά ο ΣΥΡΙΖΑ καλείται να διασταλεί, να μεγεθυνθεί, να χωρέσει προσδοκίες, να παίξει ηγεμονικό ρόλο ― ή να συρρικνωθεί έως διαλύσεως. Η ιστορία κρούει τη θύρα και, αν αυτή δεν ανοίξει, προσπερνά.

Υπό μία έννοια, λοιπόν, η ανασυγκρότηση μιας μετριοπαθούς συντηρητικής παράταξης και της αριστερής προοδευτικής, συσχετίζονται· όχι μόνο για αποτροπή της ακροδεξιάς νεοναζιστικής απειλής, αλλά κυρίως για να δοθούν πειστικές πολιτικές εκφράσεις στα κοινωνικά υποκείμενα που αναδύονται μέσα από τον πόνο και τα ερείπια της πτώχευσης.

Με χρονική υστέρηση ως προς τις κοινωνικές μετατοπίσεις και τους ψυχοπνευματικούς μετασχηματισμούς, ακόμη και ως προς τα εκλογικά αποτελέσματα, οι πολιτικοί οργανισμοί εισέρχονται και αυτοί σε φάση έντονων αναζητήσεων και ανασυγκρότησης. Παρά την πρωτοφανή (τείνουσα προς τη μηδενική) κρίση εμπιστοσύνης προς τα κόμματα, τις τελευταίες ημέρες είχαμε μείζονες διεργασίες σε δύο υπάρχοντα κόμματα και ανάδυση δύο νέων μορφωμάτων.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, αφού ενέγραψε περίπου 30-40 χιλιάδες νέα μέλη τριπλασιάζοντας τη βάση του, προχώρησε σε πανελλαδική ιδρυτική συνδιάσκεψη ως ενιαίο κόμμα και ετοιμάζεται ήδη για συνέδριο. Με ογκώδες εκλογικό ποσοστό και φιλοδοξία ανάληψης της εξουσίας, το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης εισήλθε προχθές στη δύσκολη ενηλικίωση. Οι περιλάλητες συνιστώσες αυτοδιαλύθηκαν και ενσωματώθηκαν, πλην του Αριστερού Ρεύματος· η νέα δυναμική πλέον αντλείται από την προοπτική εξουσίας και από την ανάγκη κοινωνικών-πολιτικών συμμαχιών· όχι από την άθροιση επιμέρους ιδεολογικών εμμονών και ιδιορρυθμιών. Το νέο αίμα και η ιστορική συγκυρία θα ορίσουν την πολιτική σύνθεση που θα παραχθεί από το νέο μεγάλο κόμμα: και οι δύο αυτές παράμετροι ανατρέπουν τη συμβίωση επαγγελματικών στελεχών και αριστεριστών καθαρολόγων, που συνυπήρχαν σε ένα μικρό κόμμα-λέσχη.

Το σαφώς μειοψηφικό (25%) Αριστερό Ρεύμα εκφράζει μια στατική άποψη, προσανατολισμένη προς τον καταγωγικό Περισσό και ιδεολογικές συμμαχίες. Το κυρίαρχο ρεύμα υπό τον Αλέξη Τσίπρα στρέφεται προς κοινωνικές συμμαχίες και προς την ευθύνη μιας διαταξικής εθνικής συμπερίληψης· υπό τον όρο «κόσμος της εργασίας» νοούνται πλέον και τα ευρύτερα μικροαστικά στρώματα που πλήττονται από την κρίση. Εξ ου και οι πιο δυναμικές οργανώσεις είναι οι χωρικές, οι μικτής επαγγελματικής σύνθεσης οργανώσεις γειτονιάς, συνοικίας κ.λπ., οι οποίες είναι και πολύ περισσότερο παρεμβατικές επί του πεδίου, και όχι οι τυπικές κλαδικές.

Ενδιαφέρον έχει και η κινητικότητα στο χώρο των φιλελευθέρων, με αφορμή το συνέδριο της Δράσης. Παρά την περιορισμένη διείσδυση των ιδεών του πολιτικού και κοινωνικού φιλελευθερισμού, και την μονομερή έμφαση στα νεοφιλελεύθερα οικονομικά, γεγονός που τους προσδίδει συχνά έναν ακατέργαστο πολιτικά και αντιδημοφιλή χαρακτήρα, φαίνεται ότι και αυτός ο χώρος αντιλαμβάνεται ότι η συγκυρία επιτάσσει ριζοσπαστισμό και ανατροπές.

Τέλος, δύο αποτμήματα από τα κυβερνητικά κόμματα, ελάσσονος σημασίας: η ΡΙΚΣΣΥ του Ανδρέα Λοβέρδου, διαγραφέντος πάραυτα από το ΠΑΣΟΚ, πλασάρεται στο ασχημάτιστο κέντρο, ενόψει εξελίξεων, ενώ το Αριστερό Δίκτυο συγκεντρώνει τους ευάριθμους δυσαρεστημένους της ΔΗΜΑΡ, περισσότερο σαν αμήχανη ομάδα πίεσης στο αραιωμένο διάλυμα της παλαιάς κεντροαριστεράς.

Σε κάθε περίπτωση, ο σκληρότατος χειμώνας που έρχεται απειλητικός για το υπόλοιπο 70% του πληθυσμού, όσο δεν έχει διαβεί το κατώφλι της φτώχειας και του αποκλεισμού (στοιχεία ΕΛΣΤΑΤ), θα φέρει και σοβαρές πολιτικές διεργασίες ― συστοιχισμένες εν μέρει με τους κοινωνικούς μετασχηματισμούς.

Η κρίση χρέους και τα συνακόλουθα Μνημόνια προκάλεσαν σοκ στην κοινωνία και ακολούθως αποδόμησαν το πολιτικό σύστημα. Τα μεγάλα αστικά κόμματα που εδέσποσαν στην Γ΄Δημοκρατία, που ουσιαστικά όρισαν και μορφοποίησαν όλη την πολιτεία κατά τις βουλήσεις τους, βγαίνουν βαριά πληγωμένα από την αναμέτρησή τους με την κρίση. Ευλόγως: και οι δύο σχηματισμοί φάνηκαν ανέτοιμοι να απαντήσουν πειστικά ή, έστω, λειτουργικά στα αμείλικτα ερωτήματα που έθεταν ταυτοχρόνως η διεθνής κρίση, η ασύμμετρη αρχιτεκτονική του ευρώ και οι δομικές ασθένειες του ελληνικού κράτους και της εγχώριας πραγωγικής δομής.

Ποιος καταλαμβάνει το πολιτικό-λειτουργικό κενό που καταλείπει ο παραδοσιακός δικομματισμός; Καθώς η μέση λυγίζει έως ρήξεως, θα υπέθετε κανείς ότι τα άκρα θα συμπλήρωναν το κενό. Αυτό συμβαίνει εν μέρει, αλλά μόνο ποσοτικά και μόνο προσωρινά. Στην πραγματικότητα, κανένα από τα μικρότερα, «αντιμνημονιακά» κόμματα δεν μπορεί να διεκδικήσει ηγεμονικό ρόλο για το μέλλον. Μόνο ο ΣΥΡΙΖΑ πρόβαλε με αξιώσεις ηγεμονίας και κυβερνητική ρητορική· κι αυτός το έπραξε τις τελευταίες εβδομάδες, ωθούμενος και από τις δημοσκοπικές καταγραφές. Η ηγεμονική παρουσία του ΣΥΡΙΖΑ έχει βαρύνουσα σημασία, αφενός, διότι για πρώτη φορά, από την εποχή της Βάρκιζας και την έναρξη του Ψυχρού Πολέμου, η Αριστερά αποκολλάται από την εσωτερικευμένη ήττα και την κλαψιάρικη διαμαρτυρία, αποκολλάται δηλαδή από το πεδίο του κομπάρσου ή του τρίτου ρόλου και αυτοπροτείνεται ως πόλος εξουσίας.

Κατά τη γνώμη μας, δεν είναι σε θέση να κυβερνήσει, στην παρούσα φάση τουλάχιστον. Δεν διαθέτει το αναγκαίο ανθρώπινο δυναμικό και το διανοητικό-πολιτικό απόθεμα· ο λόγος του είναι μερικός και ρηχός, καίτοι αιχμηρός, δεν διαπερνά το εθνικό ακροατήριο σε ικανή έκταση και βάθος. Ωστόσο ο ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται να συλλαμβάνει πρώτος τη ραγδαία μεταβαλλόμενη συγκυρία και να προσαρμόζει τη ρητορική του αναλόγως, μεταμορφωνόμενος από πολύχρωμο μικρό κόμμα διαμαρτυρίας σε κόμμα που προσπαθεί να προσελκύσει το πιο δυναμικό και φιλοευρωπαϊκό-ανοιχτό τμήμα της πολυάριθμης πλην πολυδιασπασμένης ευρείας αριστεράς-κεντροαριστεράς. Κατά κάποιο τρόπο, δεν απευθύνεται πια μόνο στην αριστερή πελατεία του, αλλά σε όλο το αντιμνημονιακό πλήθος. Επιπλέον επέδειξε σε αυτό το φοβισμένο πλήθος τις ενεργούς συμμαχίες του με τα αριστερά κόμματα της Ευρώπης, μια επίδειξη δύναμης και διεθνών ερεισμάτων, και επικουρούμενος από την επιτυχία του Μελανσόν στη Γαλλία, υιοθέτησε το σύνθημα “μήνυμα στην Ευρώπη”.

Μόνο οι Οικολόγοι-Πράσινοι έχουν να επιδείξουν ανάλογο ευρωπαϊκό προσανατολισμό και λειτουργική σύνδεση με Ευρωπαίους ομολόγους, εκ των οποίων μάλιστα οι Γερμανοί έχουν πλούσια κυβερνητική πείρα. Οι Ο.Π. αφυπνίστηκαν αργά, αλλά φάνηκαν αρκετά πραγματιστές, με δουλεμένο πρόγραμμα, έτοιμοι για συνεργασίες βάσει θέσεων.

Αυτό το ρεφλέξ και αυτή την πραγματιστική προσαρμογή δεν την επέδειξαν οι όμοροι σχηματισμοί, ΔΗΜΑΡ και ΚΚΕ. Η μεν ΔΗΜΑΡ συμπεριφέρθηκε αμήχανα και χωρίς συνοχή λόγου, σαν χώρος ευκαιριακής συγκόλλησης ετερόκλιτων προσώπων, σαν χώρος τράνζιτο εν όψει εξελίξεων. Μόνο συνεκτικό στοιχείο απέμεινε η μετριοπαθής μορφή του Φώτη Κουβέλη. Η σφοδρότης των μετεκλογικών ερωτημάτων θα δοκιμάσει την αντοχή της ΔΗΜΑΡ, αλλά και το αριστερό-σοσιαλδημοκρατικό της πρόσημο.

Το πιο εντυπωσιακό φαινόμενο όμως της προεκλογικής περιόδου είναι η βίαιη άρνηση της πραγματικότητας από το ΚΚΕ. Περιχαρακωμένο, αγοραφοβικό, σταλινικό απολίθωμα στον 21ο αιώνα ― όλα αυτά τα ξέραμε. Το νέο στοιχείο είναι η φυγή ολοταχώς προς τα έσω, η βίαιη απόρριψη του πραγματικού, η απόδραση από τα ερωτήματα του επίγειου κόσμου εν ονόματι μιας απροσδιόριστης επανάστασης, μιας Αποκάλυψης. Στο λόγο του ΚΚΕ η τοποθέτηση επί του πραγματικού βαφτίζεται «στρούγκα»· αντηχώντας έτσι τη βαθιά εσωτερίκευση της παλαιάς ήττας, των διασπάσεων, της διάψευσης από την ιστορία· έτσι, εγκυστώνεται στο παρελθόν, δεν αντέχει το παρόν και δεν σκέφτεται καν το μέλλον, παρά μόνο ως εσχατιά του χρόνου.

Τις τελευταίες μέρες ο λόγος του ΚΚΕ θύμιζε λόγο ζηλωτών της Μονής Εσφιγμένου ή Μαρτύρων του Ιεχωβά, λόγο σαλού προφήτη που προφητεύει χαιρέκακα στα πληβειακά πλήθη την καταστροφή τους και την επιδιώκει για να επαληθευτεί. Η στάση του ΚΚΕ θα χαρακτηριζόταν φιλοσοφικά ως σολιψισμός, αν δεν εμπεριείχε την ιδιοτέλεια της ηγεσίας του και τη υποκρυπτόμενη μοχθηρία προς τις δοκιμαζόμενες μάζες, προς τα άτακτα, ανυπάκουα, αλλόπιστα κοινωνικά υποκείμενα.

Η συντομότατη προεκλογική περίοδος έδειξε ήδη τεταμένες τις ραφές του πολιτικού συστήματος, στην αρχή της ρήξης.

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

Twitting

  • Το ρεπορτάζ του Σταθμού για τη συνέντευξή μου 1/2 stokokkino.gr/article/100000… 19 hours ago
  • 3/3 Υπό μία έννοια πρόκειται για ένα σπασμό του κατεστημένου - @stokokkino1055 και τους Ν. Σβέρκο - Δ. Κουκλουμπέρη xydakis.gr/?p=9469 19 hours ago
  • 2/3 ...με τον κερματισμό του πολιτικού τοπίου. Τώρα εντοπίστηκε το πρόβλημα, που υπάρχει άλλη πολιτική κατάσταση & δυναμική 19 hours ago
  • 1/3 Δεν θυμάμαι καμία παρέμβαση Σημίτη ούτε το 2009 στο ξέσπασμα της κρίσης, ούτε στην εκπαραθύρωση Γ. Παπανδρέου το 2011, ούτε το 2012... 19 hours ago
  • Τα ουσιώδη ιστορικά ερωτήματα δεν τέθηκαν & ο ίδιος δεν απάντησε... Είναι σκάνδαλο η παντελής έλλειψη αυτοκριτικής του πρ. πρωθυπουργού 2/2 20 hours ago
  • @stokokkino1055 με Ν. Σβέρκο & Δ. Κουκλουμπέρη για Σημίτη: Δεν είναι τυχαία η παρέμβαση και η συνέντευξη-παρωδία 1/2 stokokkino.gr/article/100000… 20 hours ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 984,875 hits
Αρέσει σε %d bloggers: