You are currently browsing the tag archive for the ‘καφενείο’ tag.

manousakis

Ξεκινήσαμε πρωί για τη Χαλκιδική. Ηταν ένα ζεστό υγρό πρωινό στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης. Στο αυτοκίνητο πυκνή συζήτηση, σε χαλαρό ρυθμό· μια-δυο διακοπές μόνο για συνομιλίες με ραδιοφωνικούς σταθμούς. Αν εξαιρούσες αυτές τις εισβολές της συγκυρίας, θα υπέθετες ότι πηγαίναμε για μπάνιο.

Στα Μουδανιά με περίμεναν ο Χρήστος και ο Δημήτρης, μ’ έβαλαν στο δικό τους αυτοκίνητο. Πρώτος σταθμός, Ορμύλια, στη Μονή Ευαγγελισμού. Εκεί μας περίμενε ο Γιώργος Ε., κι όλους μαζί μας υποδέχτηκε ο πατέρας Σεραπίων Σιμωνοπετρίτης. Κέρασμα, συστάσεις, αναμίξεις, ζωηρές συζητήσεις, γνωριμία με τον Σιατίστης Παύλο, τον γενναίο ιεράρχη που τα έβαλε πρώτος με τους νεοναζιστές.

Προς τον Πολύγυρο, με τον μηχανικό Γιώργο. Μου εξηγεί την εξαίσια Χαλκιδική, τα δάση, τοςυ ελαιώνες, το οδικό δίκτυο, τον φυσικό πλούτο και το παραγωγικό δυναμικό· ο Γιώργος και ο Χρήστος είναι το δυναμικό της Ελλάδας, σκέφτομαι ακαριαία.

Ξεπεζεύουμε στη Ρεσπέντζα. Εχω ακούσει ήδη πολλά, από φίλους που εκτιμώ τη γνώμη τους. Είναι καφενείο και μπλογκ ― μοναδικός συνδυασμός, με πολιτική επιρροή σε όλο τον νομό Πρέπει να περάσω οπωσδήποτε. Με υποδέχονται οι οικοδεσπότες, ένας ναυτικός κι ένας δάσκαλος· μου εξηγούν τι εστί ρεσπέντζα στη γλώσσα των θαλασσινών: το πρόχειρο κουζινάκι στο πλοίο, στο οποίο έχουν πρόσβαση όλοι, αξιωματικοί και κατώτερο πλήρωμα. Ενας χώρος ισηγορίας και ισοπολιτείας λοιπόν, μια μικροδημοκρατία βγαλμένη από τον Καββαδία.

Προσφέρουν τσίπουρο και ούζο. Οι φίλοι μου δείχνουν έναν κύριο στην ηλικία μου: Πρέπει να μιλήσεις μαζί του. Ο Αποστόλης Φ. είναι δικηγόρος, ο πιο πετυχημένος του νομού, συντηρητικών απόψεων. Συστήνομαι και αναφέρω τον κοινό μας φίλο Μάριο, την κοινή καταγωγή από την μποεμία του ’78-’80· αμέσως, συντελείται σύντηξις και κοινωνία. Εν τω μεταξύ ο καφετζής σερβίρει αθόρυβα ελιές και φέτα Χαλκιδικής, φρεσκοκομμένη ντοματοσαλάτα, και αναφέρει: «Τηγανίζω δυο ψαράκια». Ακολουθούν πιατέλες με τραγανά μπαρμπούνια. «Πρωινά», σχολιάζει.

Τσίπουρα, ούζα, μπαρμπούνια, ζωγραφική, περιοδικά αντεργκράουντ του τότε, πειράγματα, ουσιώδεις συζητήσεις, κοινωνία και συνύπαρξη αριστερών και δεξιών. Βλέπω να ξεδιπλώνεται μπροστά μου μια άλλη Ελλάδα, βλέπω Ελληνες αντιστεκόμενους στην ισοπέδωση, δρώντες, σκεπτόμενους, συνομιλούντες, με αλληλοσεβασμό, με χιούμορ, με αυτογνωσία, ζυγισμένους μες στην παράδοση και στον σύγχρονο πραγματισμό.

Φεύγω βιαστικά. Τα συναισθηματικά και νοητικά ρευστά της Ρεσπέντζας με αιφνιδιάζουν και με εγκαρδιώνουν. Τα σκέφτομαι μέρες, βδομάδες.

Ενα μήνα αργότερα, στο Ηράκλειο. Αποβραδίς στο πάρκο, ο Αθηναίος Στέλιος με συστήνει σε μια παρέα. Ο Κώστας ο δημοσιογράφος, ο Δημήτρης Ρ., ο πρώην δήμαρχος Χάρης, μεστές κουβέντες, χιούμορ, αμεσότητα, καμία επιτήδευση. Ο Στέλιος μου δίνει οδηγία: αύριο να πας στην Παράγκα μαζί τους, εγώ φεύγω. Στην αρχή φαντάζομαι ότι θα είναι ταβέρνα, ρακάδικο, ένα στέκι.

Την επομένη η Νίκη με παίρνει και με πάει παραλιακά στις Γούβες. Περνάμε μέσα από τον τουρισμό και τα κυριακάτικα μπάνια του λαού. Στο δρόμο μου εξηγεί: μέσα σε ένα κτήμα βιοκαλλιέργειας, που καματεύει ο άντρας της Μηνάς, υπάρχει μια παράγκα, εκεί μαζεύονται φίλοι παλαιοί και νέοι, μαγειρεύουν ό,τι παράγει το μποστάνι κι ό,τι φέρνουν, πίνουν, μιλούν, διηγούνται, στοχάζονται, πειράζονται.

Δύο οι μάγειρες: ο Δημήτρης έχει μαγειρέψει αμπελοφάσουλα και κολοκύθια, ο Μηνάς μοσχάρι Νάξου και κολοκύθια με τον ανθό τους. Φρέσκια μαλακή φέτα Ρεθύμνου, γραβιέρα Αμαρίου, παξιμάδι κρίθινο, ψωμί ζυμωτό, κρασί ημίξηρο και κρασί ξηρό, καρπούζι αλατισμένο και ρακή για επιδόρπιο. Η Ελλάδα είναι μικρή, μια αγκαλιά, έχουμε κοινούς φίλους: τον Ηλία από τις Γούβες, τον Νίκο και τον Μιχάλη από τους Ασίτες (διευκρίνιση: Ανω Ασίτες) ― ο ανθρωπολόγος Γιώργος τους γνωρίζει όλους καταλεπτώς. Βυθίζομαι στη φιλοξενία· μάλλον, στη μύηση, δεν νιώθω διόλου ξένος. Ακούω τον ζωγράφο Δημήτρη, τον ξενοδόχο Δημήτρη, τον Θοδωρή, τον Μανώλη, τον άλλο Μανώλη, μες στην ηρακλειώτικη κάψα, ανθρώπους μορφωμένους, καλλιεργημένους, με στέρεα ελληνικά, να ρουφάνε τη ζωή, να αποδέχονται τις δυσχέρειες σαν ιστορικοί άνθρωποι, φιλοσοφημένα, να αλληλοπειράζονται αδιάκοπα, να διαφωνούν στα πολιτικά, να ανταλλάσσουν γνώμες για τις ελιές, τα δέντρα και τα μποστάνια, εμπειρίες για φόρους και εισφορές, έγνοιες για παιδιά. Εξω από την παράγκα, φασολιές, σκόρδα, κρεμμύδια, δέντρα, πουλιά που κελαηδούν.

Ενα καφενείο, μια παράγκα. Γεμάτα γράμματα, καλλιέργεια, ελευθεροφροσύνη, γενναιοδωρία, αισθήματα, ιστορία, αρχοντιά. Τέτοιοι Ελληνες κουβαλάνε την αποκαρδιωμένη χώρα στους ώμους τους· όσο την κρατάνε αυτοί, δεν κινδυνεύει.

ζωγραφική: Γιώργος Μανουσάκης, «Καρέκλες και τραπεζάκι σε καλαμιές», 1957.
Advertisements

almada-negreiros-fernando-pessoa

Λατρεύω τα καφενεία και τα μπαρ που έχουν ιστορία, χαρακτήρα. Απεχθάνομαι τις καφετέριες και τα κλαμπ, τους ανώνυμους χώρους συνάθροισης μάζας.

Τα πρώτα προσελκύουν πρόσωπα και παρέες, καλλιεργούν έναν ορισμένο συγχρωτισμό, προάγουν την επικοινωνία μεταξύ τραπεζιών και διαφορισμένων κύκλων, διαμορφώνουν ένα ήθος συνύπαρξης και τριβής. Φέρουν επίσης μια διακριτή αισθητική, ένα ύφος, έναν αέρα, που δεν περιορίζεται στο γούστο του διακοσμητή και στα έπιπλα, αλλά πηγαίνει πιο μακριά και πιο βαθιά, στην σταθερή ποιότητα των προσφερομένων και στο σέρβις, διακριτικό και οικείο ταυτοχρόνως.

Πάνω απ’ όλα όμως την ατμόσφαιρα ορίζουν οι κυκλοφορούντες άνθρωποι, δηλαδή οι θαμώνες και οι μαγαζάτορες. Τέτοια καφενεία και μπαρ αποτελούν δημόσιους χώρους με παιδευτική λειτουργία πολλαπλή: πολιτική, κοινωνική, αισθητική, πνευματική. Και είναι τοπόσημα: κάθε πόλη διαθέτει τα δικά της, λίγα και χρονοανθεκτικά. Κύριος εχθρός τους είναι ο τουρισμός, αλλά ακόμη και τέτοιες επελάσεις τις αντέχουν συνήθως και προχωρούν στον χρόνο. Τέτοια ιστορικά καφενεία-μπαρ βρίσκεις ακμαία στις ευρωπαϊκές πόλεις: ανεξάρτητα, σαν ζαχαροπλαστεία, μέσα σε ξενοδοχεία,: στη Βιέννη, τη Βουδαπέστη, την Πράγα, τη Ζυρίχη. Το Παρίσι είναι ένας καφενειακός κόσμος μόνος του, πλήρης. Αλλά κυρίως σκέφτομαι τα μυθικά καφέ του μεσογειακού κόσμου, νευρικά ή αργόσυρτα, ποιητικά, στοχαστικά, αισθαντικά, αρχαία: στο Μιλάνο, τη Νάπολη, τη Φλωρεντία, τη Ρώμη, την Πάντοβα, τη Βενετία, το Παλέρμο, τη Λισσαβώνα, τη Βαρκελώνη, τη Μαδρίτη, το Κάιρο… Βρίσκεις και στην Ελλάδα.

Στους αντίποδες, οι καφετέριες. Πρώτα, οι ποικιλώνυμες αλυσίδες καφέ, που μιμούνται τα Starbucks: ανώνυμα, άχρωμα, επιθετικού μάρκετινγκ, πληθωριστικά, με καφέ και προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας και χαμηλής ποιότητας, take away ως επί το πλείστον. Σε αυτά τα μαγαζιά, ο καφές παύει βιαίως να είναι τελετή απόλαυσης και συνάντησης· γίνεται είδος ταχείας κατανάλωσης, και το μαγαζί γίνεται σταθμός ανεφοδιασμού καφεΐνης. Είναι η εκδοχή φαστ, για ανθρώπους που τρέχουν πίσω απ’ τη ζωή με ένα χάρτινο κύπελλο στο χέρι.

Στη χώρα μας ευδοκιμούν και οι τεράστιες καφετέριες, οι αδηφάγες που καταλαμβάνουν πεζόδρομους, πλατείες και πεζοδρόμια και τα μετατρέπουν σε θάλασσες τραπεζοκαθισμάτων. Γιγάντιες, αδρανείς, μαζικές, ομογενοποιητικές των προσώπων, ισοπεδωτικές των παρεών, καταπίνουν και πέπτουν τους θαμώνες. Στα νότια παράλια της Αττικής, στη Θεσσαλονίκη, στον αστικό ιστό και στα παράλια μέτωπα, σε κάθε ελεύθερο χώρο θερέτρων και κωμοπόλεων, τα τραπεζοκαθίσματα, οι τέντες και οι ομπρέλες, οι μουσικές, ορίζουν ένα οικοσύστημα ραθυμίας και ακινησίας, μαζικότητας. Υποδέχονται πρόσφυγες αναλόγως ακίνητους, στάσιμους, παθητικούς, χωρίς συνομιλίες και ανταλλαγές, χωρίς ιστορική μνήμη. Ανοίγουν, κλείνουν, χρεοκοπούν, ξεπλένουν χρήμα, φτιάχνουν φωλιές για τον κόσμο των χασομέρηδων, αλλά και της νύχτας και των συναλλαγών της.

Η αισθητική τους προκύπτει από την μόδα που λατρεύει ο εκάστοτε διακοσμητής· ανοξείδωτος χάλυβας, καπλαμάς, γυαλί, δερματίνη, ξύλινα ντεκ ιστιοπλοϊκού ― όλα γεωμετρημένα, καινούργια, φουτουριστικά, με ετοιματζίδικη χλιδή. Η ατμόσφαιρα ορίζεται από το σούρτα-φέρτα κλαρινογαμπρών και νυμφιδίων, από τα μπιτάκια που ακούγονται αδιάκοπα στα μεγάφωνα, από τις φράκταλ συστοιχίες των φραπέ και των φρέντο. Οι άνθρωποι κοιτούν μπροστά, απλανώς, πάνω από τα ποτήρια, μέσα από τζαμαρίες, προς την απέναντι καφετέρια.

Είναι μια λίμνη αρυτίδωτη, αβαθής, όπου δεν συμβαίνει τίποτε. Μια αχανής επιφάνεια. Στην επιφάνεια αυτή αντανακλάται μια κοινωνία αναλόγως στάσιμη, απαθής, που παρακολουθεί εταστικά το θέαμα της αργής διαλύσεως του αφρόγαλου, σαν θαύμα επαναλαμβανόμενο.

Ζωγραφική: Ο Fernando Pessoa στο καφενείο, προσωπογραφία από τον José de Almada Negreiros, 1964.

O Φινλανδός δημοσιογράφος προσπαθούσε να καταλάβει την ελληνική περίπτωση. Η Αθήνα μου θυμίζει περισσότερο Ανατολή, παρά Δύση, είπε· δεν μοιάζει με τη Ρωσία, αλλά ούτε με την Ιταλία. Εχετε πάει στη Νότιο Ιταλία, στη Νάπολη, στο Σαλέρνο; τον ρώτησα. Οχι. Και τι εννοείτε λέγοντας Δύση; Εεε… Μήπως εννοείτε τη Φινλανδία; Οχι…Την Πολωνία; Οχι. Μήπως λέγοντας τώρα πια Δύση εννοούμε την Αμερική; Υπό αυτή την έννοια, όλη η Ευρώπη είναι Ανατολή, ως προς την Αμερικανική Δύση.

Η απορία του νεαρού δημοσιογράφου από την ανάδελφη Φινλανδία του Βορρά ήταν ειλικρινής. Τι είναι η Ελλάδα; Ανατολή ή Δύση; Και κατ’ επέκτασιν, είναι χώρα μοντέρνα ή χώρα “αναπτυσσόμενη”, είναι χώρα της ευρωζώνης όπως η Φινλανδία, ή ανήκει περισσότερο στο τόξο των Βαλκανίων και της Μέσης Ανατολής; Ο Φινλανδός συνομιλητής προέρχεται από μια χώρα με μοναδικά εθνοτικά χαρακτηριστικά και μοναχική γλώσσα, στριμωγμένη ανάμεσα στον Ρωσικό γίγαντα και τις τρεις αλλογενείς σκανδιναβές εξαδέλφες. Η απορία του αφορά ωστόσο την ταυτότητα της ίδιας της Ευρώπης: Τι είναι η Ευρώπη; Ανατολή ή Δύση; Η απάντηση είναι: και τα δύο και κάτι πέρα από το άθροισμα των δύο, μια συνάρτηση πολλών μεταβλητών ― εθνοτικών, γλωσσικών, γεωγραφικών, πολιτισμικών, οικονομικών.

Τέτοια πολυμεταβλητή συνάρτηση είναι και η Ελλάδα σήμερα. Μιλούσαμε στο κέντρο της Αθήνας, σε ένα πολυσύχναστο καφενείο, όπου οι θαμώνες αντήλασσαν ακούραστα χαιρετούρες και αστεϊσμούς. Για να καταλάβεις τη σημερινή Ελλάδα, κοίτα ολόγυρά σου, είπα στον συνομιλητή μου από τη Φινλαδία. Απέναντι βρίσκεται ένα ελληνορθόδοξος ναός· συνεχίζει τη βυζαντινή παράδοση, την ανατολικορωμαϊκή και ελληνοχριστιανική· χτίστηκε τον 20ό αιώνα, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, συγκεράζοντας διαφορετικούς αρχιτεκτονικούς ρυθμούς, αγιογραφήθηκε από έναν κατ’ εξοχήν Αθηναίο ζωγράφο, τον Σπύρο Βασιλείου· είναι άρα παλαιός κατά την παράδοση που συνεχίζει, αλλά και μοντέρνος κατά την πραγμάτωσή του και τον εγκοινωνισμό του.

Απέναντι ακριβώς βρίσκεται το Πειραματικό Σχολείο του Πανεπιστημίου Αθηνών· πρωτοποριακό ίδρυμα και κομβικό για την κατανόηση της ανάπτυξης των γραμμάτων στο ελληνικό κράτος· δείχνει την έγνοια των Νεοελλήνων για τη μάθηση και την παιδεία, από εδώ βγήκαν ηγέτες, επιστήμονες, άλλοι επιφανείς πολίτες. Παραδίπλα, σε εκείνο το υπέρκομψο κτίριο Art Deco, στεγάζεται το Ιστορικό Αρχείο του Πανεπιστημίου Αθηνών· το Καποδιστριακό, ιδρυμένο το 1834, είναι το πρώτο πανεπιστήμιο που ιδρύεται στη ΝΑ Ευρώπη, ήταν τo πρώτη μέλημα των πολιτών του νεότευκτου κράτους, μαζί με την Εθνική Τράπεζα και την Αρχαιολογική Εταιρεία.

Κι από εδώ που καθόμαστε, έως ένα-δυο τετράγωνα κάτω, είναι τα καφενεία: η κεντρική σκηνή της νεότερης δημοκρατίας, η σκηνή επί της οποίας διαδρματίζεται η κοινωνική, πολιτική και πνευματική ζωή. Στα καφενεία συνελήφθησαν ριζοσπαστικά σχέδια, πατριωτικές αναγεννήσεις, καλλιτεχνικά κινήματα, μεγάλα έργα τέχνης και ιδέες ― στην Αθήνα, στη Ρώμη, στο Μιλάνο, την Πάντοβα, τη Μαδρίτη, τη Λισαβώνα, το Παρίσι, το Βερολίνο, την Πράγα, τη Βουδαπέστη, την Αλεξάνδρεια, τη Νάπολη και το Παλέρμο. Αυτή είναι η Ευρώπη, αγαπητέ μου συμπολίτη, πέρα από διακρίσεις Δύσης και Ανατολής.

Ο ναός, το σχολείο, το καφενείο. Ο συνομιλητής φάνηκε σαν να καταλαβαίνει. Συνέχισα απτόητος. Οι μητροπόλεις του μεσογειακού Νότου φέρουν πολλά σημάδια, πολλών πολιτισμών, πολλών τάξεων, όλοι συνυπάρχουν σε ολίγα τετράγωνα, σε πόλεις παμπάλαιες. Να, από εδώ που στεκόμαστε αρχινά η πλούσια συνοικία, της ανώτερης τάξης, κι απλώνεται προς τα πάνω, πέριξ του λόφου· προς τα κάτω εκτείνεται το καρτιέ των φοιτητών και των ρέμπελων, των καλλιτεχνών και των περιθωριακών.

Ιδού μια προσέγγιση των αστικών πληθυσμών της Ευρώπης: απέραντες μεσαίες τάξεις, με διαβαθμίσεις πλούτου και παιδείας, με εθνοτικά ντεγκραντέ, με γόνιμους συγκρητισμούς και προσμείξεις, με συγκρούσεις και αντινομίες ασφαλώς. Ποτέ δεν ήταν μία και ομοούσια η Ευρώπη, ποτέ δεν ήταν από δω η Δύση και από κει η Ανατολή, η γραμμή οριζόταν αυθαιρέτως από δεσποτείες και στρατούς, ποτέ από ανθρώπους. Η ουσία βρίσκεται μάλλον σε αυτή τη ρευστότητα, τη διαπίδυση, την αλληλοεισδοχή: η ούτως ειπείν Ανατολή, η Μεσόγειος, προσφέρει στην Ευρώπη τον μονοθεϊσμό, την αφηρημένη σκέψη, τη μεταφυσική, τη δημοκρατία. Η ούτως ειπείν Δύση παραλαμβάνει, αφομοιώνει, επεκτείνει, βελτιώνει, ανταποδίδει, γεννά.

Ο Φινλανδός δημοσιογράφος ήρθε από τη χώρα της Nokia και του πολυθαυμαζόμενου σχολικού της συστήματος για να δει την ελληνική περίπτωση. Στα καλοπροαίρετα αλλά άμαθα από Νότο μάτια του η υπερχερεωμένη Ελλάδα, μαύρο πρόβατο της Ε.Ε., πρόβαλε σαν δυσνόητη ιδιομορφία, σαν δυσμορφία. Ξαφνιάστηκε με όσα είδε στα έρημα ντόκα του λιμένος Πειραιώς, ξαφνιάστηκε με όσα άκουσε για τον νεποτισμό και την οικογενειοκρατία του εγχώριου πολιτικού βίου, για τη χαμηλή κυκλοφορία των εφημερίδων, για τους δυσπρόσιτους στα ξένα μήντια πολιτικούς άνδρες, ξαφνιάστηκε που η αρθρογραφία και οι έρευνες δεν κλονίζουν καμία κυβέρνηση, προσπάθησε να καταλάβει τι είναι διαπλεκόμενα συμφέροντα και ομερτά, τι είναι συνενοχή διαφθοράς στα χαμηλά της κοινωνίας, τι είναι αλληλοεξαχρείωση αρχόντων και λαού, και πώς αυτά τα φαινόμενα δεν συμβαίνουν μόνο εδώ, αλλά και σε άλλες χώρες του Νότου, ισχυρότερες από την Ελλάδα.

Καθώς μιλούσαμε, πάνω από το τραπέζι με τους εσπρέσο διασταυρώνονταν χαρωποί και είρωνες πάντα, διάφοροι Ελληνες, κοινωνιολόγοι, ιστορικοί, συγγραφείς, ηθοποιοί, παραδίπλα ένας αποπεμφθείς βουλευτής έπινε τον καφέ του βλοσυρός. Ξάφνου, τα πεζοδρόμια γέμισαν έφηβους με piercing, με μαλλί πανκ, με τζίβες, με ζωγραφισμένα σακίδια, με ακμή στις τρυφερές παρειές. Ενας ηλικιωμένος τζέντλεμαν, με κίτρινο γιλέκο και σπαθάτο μουστάκι λευκό, με χαρτοφύλακα υπό μάλης, διέσχισε την Σκουφά και εισήλθε στο καφενείο για το μεσημεριανό του απεριτίφ. Η ζωή τραβούσε απτόητη.

Ο Φινλανδός συμπολίτης μου έκλεισε το σημειωματάριό του.

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

RSS Gatherate: The Best of the Greeks

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Twitting

  • Πολιτισμός καζίνων με αυτοφωράκηδες || Για ποια έργα θα τον θυμούνται ως πρωθυπουργό τον Κυριάκο Μητσοτάκη; Για τα… twitter.com/i/web/status/1… 1 week ago
  • Τραπεζοκαθίσματα στη Δήλο (Γαίας ατίμωσις) Ας σκεφτούν οι βουλευτές και ο Κ. Μητσοτάκης τι ίχνος θα αφήσουν για τις… twitter.com/i/web/status/1… 1 week ago
  • Για τον ποιητή Χριστόφορο Λιοντάκη - του Παντελή Μπουκάλα kathimerini.gr/1040620 2 weeks ago
  • Immigration panic: how the west fell for manufactured rage theguardian.com/uk-news/2019/a… 2 weeks ago
  • Ποτέ άλλοτε οι υπερβολικές προσδοκίες των κακομαθημένων παιδιών της Μεταπολίτευσης δεν περιστάλησαν τόσο βίαια και… twitter.com/i/web/status/1… 4 weeks ago
  • Η γελοιοποίηση του κομματικού κράτους. Η κομματική-αυταρχική διήθηση του κράτους έχει και τα αδύνατα σημεία της. Εν… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 1.005.424 hits
Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: