You are currently browsing the tag archive for the ‘καφενεία’ tag.

Καφενεία, ταχυφαγεία, μεζεδοπωλεία, σουβλατζίδικα, αρτοποιεία, κομμωτήρια, μανικιούρ, αρωματοπωλεία του χύμα, σχολές αυτοάμυνας. Α, και «Αγοράζω Χρυσό Τιμαλφή». Ιδού, η επιχειρηματικότητα στην Ελλάδα της κρίσης. Στην Αθήνα της Μεγάλης Υφεσης.

Προ κρίσης, στις οικονομικές σελίδες των εφημερίδων, τα μαγαζάκια που ανοιγόκλειναν σταθερά, Εβγες, μίνι μάρκετ και ψυλικατζίδικα κυρίως, περιγράφονταν ως επιχειρηματικότητα ανάγκης. Θυμάμαι τον όρο από τα τέλης της δεκαετίας ’90. Χωρίς ιδιαίτερες δεξιότητες ενδεχομένως, χωρίς δυνατότητες να εργαστούν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ίσως επειδή δεν ήταν επαρκώς ενταγμένοι σε ένα πελατειακό δίκτυο ή επειδή δεν διέθεταν τα τυπικά προσόντα και μόρια, χωρίς δυνατότητες να απορροφηθούν από τον καχεκτικό παραγωγικό ιστό, για πολλούς λόγους τέλος πάντων, πολλοί συμπολίτες αποφάσιζαν να στήσουν δική τους δουλειά. Ενα μαγαζί.

Ακόμη και χωρίς προτέρα εμπειρία, με ένα μικρό κεφάλαιο ή με δανεικά· πάνω σε μια δική τους ιδέα, όχι ιδιαιτέρως πρωτότυπη συνήθως, ή αγοράζοντας μια άδεια franchise. Δέκα ξεκινούσαν, δώδεκα έκλειναν. Στην αρχή δυσκολεύονταν να πληρώσουν το ΤΕΒΕ, κατόπιν το ΙΚΑ και τον ΦΠΑ, λίγο αργότερα καθυστερούσαν το ενοίκιο. Εκλεινε ένα μαγαζάκι και δίπλα άνοιγε άλλο. Προ κρίσης.

Κάποια περίοδο στο οικοδομικό μας τετράγωνο είχαμε πέντε ψιλικατζίδικα (τώρα, δύο), τρία φαρμακεία (τώρα δύο), τρία καθαριστήρια (τώρα ένα), δύο κομμωτήρια (τώρα, τέσσερα). Καινούργια: δύο μανικιούρ, δύο σχολές αυτομάνυνας, πολεμικών τεχνών, καράτε κ.λπ. Οποιος τεχνίτης καταστηματάρχης βγαίνει στη σύνταξη, το κλείνει και σχεδόν πάντα χάνεται το μαγαζί: συμβαίνει με καθαριστήρια, χασάπικα, ψαράδικα. Υποκαθίστανται από αλυσίδες και μεγάλα σούπερ μάρκετ. Κάπως έτσι ανοίγουν τα κλειστά επαγγέλματα, χωρίς εργαλειοθήκες OOΣΑ και καραμούζες.

Στο καινοφανές εμπορικό περιβάλλον της Μεγάλης Υφεσης, μεγαλύτερη εντύπωση προξενεί η άνθηση των καφενείων, των μανικιούρ-κομμωτηρίων και των σχολών αυτοάμυνας. Ποια ζήτηση έρχονται να καλύψουν; Μπορούμε ευκολότερα να προσεγγίσουμε τα μαγαζιά φτηνής εστίασης, το σουβλάκι, το ρακάδικο, τη νεοταβέρνα· είναι τόποι παρηγοριάς, τόποι που ξεχνιέσαι και συνευρίσκεσαι, συνεχίζουν το καπηλειό του Παπαδιαμάντη και του Βάρναλη, την παράδοση της Ανατολής και της Μεσογείου. Δεν είναι μόνο η οικονομική στενότης, είναι και το ξεκούκκισμα του χρόνου.

Ας δούμε το καφενείο της Μεγάλης Υφεσης. Εκεί ροκανίζεται ο χρόνος της σχόλης, της αργίας, της ανεργίας και της αεργίας. Τα καφενεία εκτείνονται σαν αποικίες μυκήτων, απεγνωσμένες και συγχρόνως αυθάδεις, κατατρώγουν τον λιγοστό δημόσιο χώρο των Αθηνών, πεζοδρόμια, στοές, εσοχές. Οι περιπατητές ελίσσονται ανάμεσα σε τραπεζοκαθίσματα και ομπρέλες, υπαίθριες θερμάστρες, ακροβάτες σερβιτόρους, πλανόδιους μουσικούς και επαίτες ― ή κατεβαίνουν στο οδόστρωμα. Τις καθημερινές στα καφενεία αναπαράγεται πλήξη και κατήφεια, οι περισσότεροι σκαλίζουν σμάρτφοουν, μόνο η νεολαία τιτιβίζει ανέμελη. Συχνά δίνουν η εντύπωση ότι λειτουργούν σαν τέλματα με αργή ανάδευση.

Τα μανικιούρ-κομμωτήρια υπάρχουν εντελώς εξωστρεφή: τζάμι παντού, όλο το μαγαζι είναι μια βιτρίνα-installation και οι πελάτες με τους εργαζόμενους υποκείμενα μιας διαρκούς performance. Τα πιο αγωνιώδη αναγράφουν στη βιτρίνα ή σε πινακίδα πεζοδρομίου τις προσφορές τιμών για νύχια, φορμάρισμα, κούρεμα, από 5 ευρώ, πακέτα και προσφορές. Είναι το τελευταίο αποκούμπι του well being, αχνή υπόμνηση των παλαιών χρόνων, είναι η παραμυθία του beauté με ένα πεντάευρο, είναι η καταφυγή στο σώμα, η περιποίηση του σάρκινου χιτώνα για ελάχιστη ανακούφιση του φέροντος. Βeauté, γυμναστική, τατουάζ: όχι τριμπαλισμός, αλλά το μοναχικό άτομο που πάει να ξεχωρίσει με τα σημάδια της σωματικής αυτάρκειας.

Μόνος με το σώμα σου. Και εναντίον όλων. Στο Depression Εra δεν εμπιστεύεσαι κανέναν. Η κοινωνία ράγισε και σπάει, σπάνε οι συνεκτικοί δεσμοί, τα συμβατικά ήθη του καιρού ειρήνης αλλάζουν. Τώρα είναι πόλεμος. Η άφιλη πόλη κρύβει απειλές, στους δρόμους, στα πάρκα, στις πλατείες. Αστυνομικοί-αστακοί περιπολούν· ματαίως, επιτείνουν την ανασφάλεια. Οι σχολές αυτοάμυνας υπηρετούν αυτή την ανάγκη: τον φόβο και το ένστικτο αυτοσυντήρησης το μοναχόλυκου, αυτού που νιώθει ότι ζει εκτός πλαισίου, εκτός κοινωνικής συστοιχίας, άνευ προστασίας, του ξεμοναχιασμένου ή απορριφθέντος που νιώθει ότι δεν υπάρχει γι’ αυτόν κράτος πρόνοιας και κράτος δικαίου, δεν υπάρχει θεός και αφέντης, μόνο ο εαυτός του, το σώμα του, οι γροθιές και η διαρκής του επαγρύπνηση. Μαθαίνει πάλι την ξεχασμένη τέχνη του πολέμου, κουνγκ φου, καράτε, ζίου ζίτσου, αναπνέει βαθιά, είναι έτοιμος για όλα. Η μητρόπολη έχει γίνει σκοτεινή Γκόθαμ Σίτυ και ο flaneur είναι πληβειο-Μπάτμαν.

Advertisements

Το καλοκαίρι του 2004 έφτασα αεροπορικώς στη Ρόδο, καθ’ οδόν προς Σύμη. Λίγο μετά το ξημέρωμα. Ηταν η μέρα του τελικού του Euro. Θυμάμαι ακόμη την ατμόσφαιρα του σιγαλού πρωινού, το ραδιόφωνο που τιτίβιζε, την κατάφυτη διαδρομή, τις ατέλειωτες σειρές τουριστικών καταστημάτων και ξενοδοχείων, κυρίως αυτό που συνέδεε την ακριτική μεγαλόνησο με τη μητροπολτική Αθήνα: όλοι κρατούσαν την ανάσα τους ενόψει του τελικού. Ολοι πίστευαν στο θαύμα. Κι όλα ήσαν σιγανόφωνα και αγουροξυπνημένα. Κατόπιν πήραμε το πλοίο και το βράδυ χορεύαμε με φανελάκια Hellas.

Τον χειμώνα του 2013 ξαναβρέθηκα στη Ρόδο. Αλλος. Ολη η Ελλάδα είναι άλλη. Λίγες μέρες νωρίτερα άνθρωποι είχαν τη ζωή τους στον αυτοκινητόδρομο που περνούσε μέσα απ’ το ρέμα. Πέρασα κι εγώ, χωρίς καταιγίδα.

Η πολιτεία είχε βυθιστεί στη χειμερία φάση· τα γιγάντια ξενοδοχεία είναι κλειστά, οι πινακίδες τυλιγμένες στα νάιλον, τα έπιπλα στα σαλόνια σκεπασμένα με σεντόνια. Σαν μπούνκερ σιωπηλά αντικρίζουν το πέλαγος τα μεγαξενοδοχεία, κυκλώπειες κατασκευές με το ύφος του ’60 και του ’70, του νεομπρουταλισμού και της υπερμεγεθυμένης πολυκατοικίας, με την πρόσοψη να προσπαθεί πεισματικά να βλέπει θάλασσα. Ο δρόμος που διασχίζει τα μεγαθήρια, στέφεται με χιλιάδες πινακίδες και μικρομάγαζα, όλη η δραστηριότητα εν εκτάσει, χωρίς βάθος· αρχετυπική οργάνωση χώρου σαν σκηνικό Τσινετσιτά, χωροταξία τουρισμού, οργάνωση του κόσμου σε σεζόν. Στα διάκενα η φύση ρωμαλέα ακόμη υποβάλλει· εκβιασμένη Μεσόγειος, όμως τόσο ανθεκτική.

Στο κέντρο τα εμπορικά ήταν φωτισμένα, πολλά, φανταχτερά, σαν εικόνες από το παρελθόν. Mε μετρημένα πράγματα στις βιτρίνες. Ομως: Δεν φέρνουμε πια παπούτσια των εκατό ευρώ, δεν τα παίρνει κανείς, ένα πενηντάρι μπορεί να δώσει ο πελάτης, εξηγεί ένας μαγαζάτορας. Τα καφέ μισοάδεια-μισογεμάτα· πέρυσι δεν έπεφτε καρφίτσα εδώ που βλέπεις, εξηγεί άλλος. Νέοι άνθρωποι, οι περισότεροι με iphone.

Το βραδινό μπαρ ανοίγει Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο. Ενα άλλο, την Κυριακή προσφέρει Sunday Nights Ελληνικές Φοιτητικές Βραδιές, στα deck o dj Tassos, τιμή φιάλης 50€, τιμή ποτού 5€. Πάνω στην καλοκαιρινή αφίσα του Καζίνου, επένθετη η χειμερινή αφίσα του Στέλιου Ρόκκου, η μια εποχή διαδέχεται την άλλη, καθεμιά με το ύφος της, η κρίση δεν φανερώνεται παντού με την ίδια ένταση, με την ίδια μορφή. Το Σάββατο προ πάντων δεν φανερώνει τίποτε. Μόνο στο σούρουπο, μαζί με την υγρασία, μια κυριακάτικη μελαγχολία αρχίζει να απλώνεται ψιλή-ψιλή στα προάστια, στα μίνι μάρκετ που περιμένουν τους τελευταίους εργένηδες και στις ψησταριές που ανάβουν τα φώτα.

Το πρωί μες στην ανεμοθύελλα το μεγάφωνο έφερνε από νωρίς θρυμματισμένες ψαλμωδίες. Ενας ιεροκήρυκας ακουγόταν με διαλείψεις: ιταλική κατοχή, τουρκοκρατία, προδοσία. Προς το τέλος έψαλε τον Εθνικό Υμνο.

Στην μεγαλόπρεπη μεσαιωνική καστροπολιτεία όλα κλειστά· το φως της συννεφιασμένης Κυριακής ξέπλενε τη σκόνη του τουρισμού, οι γάτες κυριαρχούσαν στο πεδίο, εδώ κι εκεί ένας ανθρώπινος ήχος. Το μόνο ανοιχτό εστιατόριο μάς υποδέχτηκε με γαλανόλευκες επιγραφές και φωτογραφικά στιγμιότυπα σίξτις με Ωνάση, Μπιθικώτση, Μελίνα ― υπήρξε πράγματι αυτός ο κόσμος της αμεριμνησίας, της αισιοδοξίας, της άνοιξης; Από μια ολόκληρη εξηκονταετία ξεδιαλέγουμε μερικές δεκάδες ενσταντανέ, ασπρόμαυρα ή ektachrome, μια γελαστή επιφάνεια, με ντεκαποτάμπλ αυτοκίνητα, καΐκια, λευκά πουκάμισα, παντελόνια κάπρι, νιάτα, τραγούδια, όλα είναι τραγούδια και φιλμ. Δεν δάκρυζε κανείς στο βάθος; Ποιος να το πεί, αυτά δεν είναι ιστορία, είναι η ζώσα φαντασμαγορία για μεσήλικες, ακατανόητα λείψανα για τους νεαρούς.

Γευματίσαμε μόνοι, σαν να βρισκόμασταν σε αστική τραπεζαρία άλλου χρόνου, άλλου τόπου. Στα μεγάφωνα ένας θρηνώδης Πουλόπουλος σέβεντις, «μην του μιλάτε του παιδιού, αφήστε το να κλάψει», σαν να σχολίαζε την αναμμένη τηλεόραση με φόρους και πλειστηριασμούς. Ρευστά σέβεντις, χούντα, μπουζούκια και παντελόνια καμπάνα γέμιζαν τα κενά του τουρισμού· ένας χείμαρρος εσωστρέφειας και αναδίπλωσης πλημμύριζε επίμονα, αθόρυβα την άδεια πόλη, την άδεια χώρα.

Η ανεμοθύελλα συνεχιζόταν στη βαρύθυμη μητρόπολη. Στο λεωφορείο οι commuters είναι αποσυρμένοι στην κούραση, ισορροπούν ασταθώς με τα ακουστικά του smartphone στ’ αυτιά, ο ύπνος τους παίρνει το κεφάλι, μια τετράδα τριαντάρηδων περιγράφει με ένταση πώς κόπηκαν οι συντάξεις των γονιών τους, οι γραβάτες είναι λυμένες, το κραγιόν σβησμένο.

stoa_elias

Η Αθήνα δεν χαρακτηρίζεται από στοές. Εχει λίγες και μικρές, δεν τη σφραγίζουν. Δεν είναι σαν το Μιλάνο, σαν το Παρίσι, τόπο έμπνευσης του Βάλτερ Μπένγιαμιν, που είδε την αστική φαντασμαγορία να ανθίζει μες στις στοές και τα περάσματα της πόλεως.

Οι αθηναϊκές στοές, πλην ελαχίστων, απολήγουν τυφλά ή ημίτυφλα, είναι μισοσκότεινες, ελάχιστα μεγαλοπρεπείς, έχουν κυρίως χρηστικό χαρακτήρα. Συγκεντρώνουν, μάλλον συγκέντρωναν, ομοειδή μαγαζιά και εργαστήρια, που ομαδώνονται σε λειτουργικές πιάτσες, με χαμηλότερα ενοίκια και δυνατότητες συνεργιών. Χαράκτες και σφραγιδοποιοί, κλειδαράδες, χρηματιστηριακά γραφεία, ραφεία, αργυροχρυσοχοεία, ρολογάδικα, γραμματόσημα, δίσκοι, μικροηλεκτρονικά, βαλίτσες, κάθε εμπόριο και τέχνη στήνει μια δική του πιάτσα. Αλλά ελάχιστες αθηναϊκές στοές λειτουργούν σαν πέρασμα, ελάχιστες τροφοδοτούν τη φαντασμαγορία της πόλης μες στην πόλη, δεν ειναι ένα στεγασμένο δίκτυο δρόμων για περιπλάνηση, για flânerie. Στις αθηναϊκές στοές εισέρχεσαι με έναν σκοπό, να επιτελέσεις μια λειτουργία. Και εξέρχεσαι συνήθως από το ίδιο φωτεινό στόμιο.

Γιατί έτσι; Ισως διότι ο βίος εν Ελλάδι είναι υπαίθριος, πετάγεται ένας. Διότι το φως διαρκώς σε καλεί να περιπλανιέσαι στ’ ανοιχτά, στα ξέφωτα. Ισως διότι η ανάπτυξη του αστικού ιστού διεξάγεται με υστερήσεις και χάσματα, χωρίς κεντρικό σχεδιασμό· ο υπέρτατος σχεδιαστής είναι το ζωηρό μικροεμπόριο. Ισως διότι οι αρχαιοκλασικές ημιανοιχτές στοές διεσώθησαν στην κλασικιστική Αθήνα ως στενοί πλην ανοιχτοί δρόμοι. Υπό μία έννοια, όλο το σύμπλεγμα των δρόμων του ιστορικού τριγώνου είναι μια δαιδαλώδης ασκεπής στοά, ένα υβριδικό παζάρι που διαχέεται και πολυμορφίζει: Ευαγγελιστρίας, Αγίου Μάρκου, τώρα πια Αιόλου, και τα δεκάδες-εκατοντάδες παρακλάδια, με αρχαιοδοξασμένα και χριστιανικά ονόματα αναμίξ.

Πίσω στις στοές. Μέσα τους. Η λαμπρότερη ίσως, η στοά Αρσακείου, φθίνει· η ιστορία την πλήττει βάναυσα, κι εμάς μαζί της. Οι σημαίες του Κοκκώνη δεν αρκούν να διασκεδάσουν την θλίψη. Η στοά Φέξη, ναός για τους χασομέρηδες των γκάτζετ, έχει μισοαδειάσει από μαγαζιά· Σάββατο πρωί, σουλατσάρουν φύλακες. Ρημαγμένη η στοά Ειρηνοδικείου στην Ομόνοια, νεκρή. Κενή η στοά Τρικούπη στα Χαυτεία, η και Πιγκουίνου ονομαζομένη, ανοίκειο πέρασμα για βιαστικούς διαβάτες. Μισοσβησμένη η λάμψη στη στοά Σπυρομήλιου· η κρίση νίκησε την ανακαίνιση. Ούτε η εμπορική Ορφανίδου έχει τη βουή του παρελθόντος. Ούτε η Λέκκα. Κρατάει λίγο η στοά της Οπερας, η στοά Λαιμού. Η Νικολούδη ήταν πάντα κομψή και σύντομη, έγινε ακόμη συντομότερη. Η Κοραή σχεδόν βουβάθηκε.

Κλειστά μαγαζιά και εργαστήρια, ξενοίκιαστα, αποικισμός από καφενεία, μπαρ και ουζερί, κομμένη κίνηση. Κι όμως οι στοές των Αθηνών εξακολουθούν να είναι γοητευτικές, και τώρα περισσότερο, έτσι εσωστρεφείς και γυμνές που μείναν· σαν να μιλούν ευκρινέστερα στον εισερχόμενο, τώρα που δεν είναι πια πελάτης αλλά περιπλανητής. Οι πολύβουες στοές έχουν μεταπέσει ηχητικά και κινητικά προς ένα intime ψιθύρισμα, που είναι όμως πιο εύγλωττο για το πρόθυμο αυτί. Είναι αστικά διάκενα, που αφηγούνται τον κυματισμό της ιστορίας: αλλάζουν οι χρήσεις, οι αξίες, η πρόσληψη, οι σημασίες, αλλάζουμε εμείς.

Περιποιημένα καφενεία καταλαμβάνουν τις εξωτερικές γωνίες και ύστερα εξαπλώνονται προς τα μέσα, ίσκιος το καλοκαίρι, προστασία το χειμώνα· όσο προχωράς στο βάθος, η φθορά αναδύεται φανερή και επικρατούσα, αλλά μαζί της μια βαθύτερη αίσθηση του χρόνου. Ο χρόνος ρέει διαφορετικός στο ρολογάδικο του βάθους, στο επιμεταλλωτήριο του πρώτου ορόφου, στο ραφείο του συνταξιούχου. Η σκόνη του χρόνου πάνω στις περίτεχνες σιδεριές της κουπαστής, τα λιωμένα μάρμαρα του δαπέδου, τα ραγισμένα κρύσταλλα, είναι πλούτος.

Με όλες τις δυσκολίες νέοι άποικοι φτάνουν και ξαναφτάνουν, ανανεώνουν τη ζωή, τη νιώθεις, τη μυρίζεις, την ακούς σαν μικρό έντομο αισιόδοξο. Φτιάχνουν ακόμη βέρες, φαρδαίνουν ξεχασμένα δαχτυλίδα οικογενειακά, επισκευάζουν φερμουάρ, ντύνουν κουμπιά, ξαναδίνουν ζωή στα χαλασμένα και τα παλιά. Σερβίρουν μυρωδάτους ελληνικούς με φουσκάλες και εσπρέσο ριστρέτο, το βράδυ νεγκρόνια και ντακίρια, για όλες τις γενιές όλες τις τάξεις. Αγκαλιάζουν οι στοές.

Μέσα-έξω, φως-ημίφως, βουητό ψίθυροι και σιγαλιά, τεντωμένη χορδή χωμένη στις τσέπες, οι άνθρωποι της Μεγάλης Υφεσης δεν φωνάζουν στις στοές, πατάνε σεβαστικά σαν να σέρνουν παντόφλες σε μωσαϊκά νοσοκομείου, στήνουν αυτί και αφουγκράζονται το παρόν, ότι αυτό τα περιέχει όλα. Χωνεύεται ο πλάνης μες στο πλήθος, αφήνεται στο κύμα.

φωτ.: Ηλίας Τσαουσάκης

Estia1

estia

Το κλείσιμο του ιστορικού βιβλιοπωλείου της Εστίας, ύστερα από 130 χρόνια λειτουργίας στο αθηναϊκό κέντρο, σημαίνει κάτι περισσότερο από οικονομική κρίση και διαχειριστική αστοχία. Ασφαλώς, καμία επιχείρηση δεν είναι αιώνια, και τα προκύπτοντα κενά κάπως καλύπτονται πάντα. Αλλά με αφορμή την κηδεία σ’ ένα δρόμο ήδη γεμάτο από κηδειόχαρτα «ενοικιάζεται» και σκοτεινές βιτρίνες, αξίζει να αναλογισθούμε τι σηματοδοτεί η πρόσφατη απώλεια.

Τοπικά. Η Σόλωνος για πολλές δεκαετίες ήταν ένα μυθικό ποτάμι βιβλίων. Παρότι εκβάλλει από το Κολωνάκι των μπουτίκ, λίγες καθέτους πιο κάτω η μορφολογία του άλλαζε: παλαιοπωλεία, κορνιζάδικα, η τέχνη λοιπόν, κι αμέσως μετά η Εστία, ένα ξέφωτο, πριν απ’ τη Νομική. Εκεί άλλαζε όλο το ποτάμι: κατέβαζε πια βιβλία, φοιτητές, μαθητές φροντιστηρίων, καθηγητές, εκδότες, ποιητές και λογίους. Η Εστία, η Ενδοχώρα, η Νομική, τα παλαιοβιβλιοπωλεία, τα νομικά βιβλιοπωλεία, το Θεμέλιο, στην Ασκληπιού η Δωδώνη παλιά, η Πολιτεία τώρα, ο Γρηγόρης, ο Τολίδης, ο Λιβάνης, στην Ιπποκράτους Χρηστάκης, Παπαδήμας, Καρδαμίτσας, και ιδού το Χημείο, εδώ ο νεαρός-παλαιός Ναυτίλος, μπαίνουμε μαλακά στα Εξάρχεια· πιο χαμηλά η Πρωτοπορία και το Εναλλακτικό, και παντού μέσα στα Εξάρχεια εκδοτικοί οίκοι, τυπογραφεία, φροντιστήρια.

Ετσι ήταν. Οχι πια. Το κλείσιμο της Εστίας όχι μόνο στερεί την εναρκτήρια σηματοδότηση της Σόλωνος των γραμμάτων και των τεχνών, αλλά σημαίνει και το στέρεμα μιας απ΄τις τελευταίες πηγές του ποταμού. Πολύ πριν την πτώχευση, η Σόλωνος είχε φτωχύνει και αλλάξει· έκλειναν βιβλιοπωλεία και άνοιγαν φούρνοι και καφενεία. Οι φιλόδοξες υπεραγορές προσείλκυαν το βιβλιοαγοραστικό κοινό, το αποσπούσαν από τους παραδοσιακούς βιβλιοπώλες. Ο Ελευθερουδάκης υψώθηκε τεράστιος σαν Ντίσνεϊλαντ στην Πανεπιστημίου, έκανε φραντσάιζ και μοντερνιές, φέσωσε όλους τους εκδότες, κατέστρεψε οικονομικά τον σπιτονοικοκύρη του, το Ιδρυμα Μιχελή, και συνεχίζει εν φθορά φεσώνοντας την Αθηναϊκή Λέσχη στην οδό Αμερικής.

Τι άλλο σημαίνει η νεκρή Εστία; Οτι η αστική τάξη των Αθηνών δεν μπορεί να συντηρήσει ούτε ένα βιβλιοπωλείο. Ουτε σαν στέκι ούτε σαν πηγή ενημέρωσης ούτε σαν εστία γνώσης και καλλιέργειας. Ισως επειδή δεν υπάρχει αστική τάξη, που να διαβάζει και να αναζητεί τέτοιο στέκι. Ή επειδή η νέα ανώτερη τάξη, η οικονομικά και πολιτικά κυρίαρχη, δεν χρειάζεται βιβλιοπωλείο στέκι και σημείο αναφοράς, δεν χρειάζεται ιστορικό κέντρο, δεν χρειάζεται φιλολογικά και πολιτικά καφενεία, δεν χρειάζεται δισκάδικο Pop 11, διάλογο, τριβή, ανταλλαγές. Δεν χρειάζεται το κομψό ουζερί Ορφανίδη: στη θέση του βάζει ένα κοσμηματοπωλείο. Δεν χρειάζεται Απότσο, Μπραζίλ και Μπραζίλιαν με ωδές ποιητών. Δεν χρειάζεται τον Μιχάλη Κατσαρό, τον Δημήτρη Χριστοδούλου και την Ελένη Βακαλό στα καφέ, ούτε τους Χατζιδάκι-Γκάτσο στου Ζόναρς. Η νέα ανώτερη τάξη εκπροσωπείται από τον εκάστοτε Μάκαρο στα καφέ της πλατείας, και από εγχώριους χρυσοκάνθαρους στα τέννις κλαμπ των Βορείων Προαστίων· οι μορφωτικές της ανάγκες ικανοποιούνται με γκλόσυ περιοδικά, ποπ κορν, μωλ και μούλτιπλεξ.

Η ερήμωση του ιστορικού κέντρου από αστικά τοπόσημα συμβαδίζει με την ανθρωπολογική και ταξική αναδιάρθρωση των Αθηνών. Οι έχοντες πλούτο και ισχύ όχι μόνο αποσύρονται από το κέντρο, αλλά αποσύρονται και από το αστικό έθος· δεν χρειάζονται, δεν εκτιμούν και δεν ανέχονται να έχουν βιβλιοπώλη τον Μιχάλη Γκανά και δισκοπώλη τον Τάσο Φαληρέα.

Τα ελάχιστα εναπομείνατα στέκια συντηρούνται από τη μεσαία τάξη της μεταπολίτευσης: δεν είναι πλούσιοι, είναι μικροαστικής καταγωγής ως επί το πλείστον, αλλά τρέφονται ακόμη με συζήτηση και ποικίλα μορφωτικά αγαθά. Το Φίλιον-Ντόλτσε, λ.χ.: το τελευταίο ανοιχτό, δημοκρατικό καφενείο του κέντρου που είναι στέκι, προσελκύει ετερόκλητο πλήθος διανοουμένων, καλλιτεχνών, πολιτικών, μηντιακών, περιοίκων, ντεμπυτάντ, τεθλιμμένων συγγενών από μνημόσυνα του Αγίου Διονυσίου, κυριών με τσάντες από ψώνια. Το Φίλιον είναι το άνω όριο των ριζοσπαστικών-πληβειακών Εξαρχείων, καθώς προεκτείνονται προς το συντηρητικό-αστικό Κολωνάκι· ορίζει τον μεταπολιτευτικό άξονα, που ξεκινά από το κλασικό καφέ Φλοράλ της Μπλε Πολυκατοικίας και περατούται στα μισά της Σκουφά. Ενδιαμέσως θάλλουν πολλά μαγαζιά, αλλά ελάχιστα μπορούν να χαρακτηριστούν στέκια. Τα περισότερα αντέχουν όσο η μόδα τους.

Η Εστία, όπως ακριβώς το Φίλιον ακόμη τώρα, σήμαινε τη δυναμική διαλεκτική σχέση ανάμεσα στο Κολωνάκι της εξουσίας και τα Εξάρχεια της διανόησης. Αυτή η σχέση ερειπώνεται, όλα πάνε αλλού.

Η πόλη ξαναποκτά τον θόρυβο και την τυρβώδη της ροή, ώς το απομεσήμερο· τα μαγαζιά ανοίγουν και υποδέχονται τους λιγοστούς πελάτες, στα καφενεία σταθμεύουν περαστικοί για μια γρήγορη γουλιά καφέ, αράζουν χασομέρηδες για πολλές αργόσυρτες γουλιές, οι τροχονόμοι σπρώχνουν την κίνηση μέχρι να την κόψουν για να περάσει άλλη μια πορεία εργαζόμενων, εύτακτες πορείες συνήθως, μαχητικές αλλά και λίγο μελαγχολικές: οι επιχειρήσεις κλείνουνε, οι δουλειές χάνονται, οι διαμαρτυρίες μένουν και ξεθυμαίνουν σιγά σιγά, σβήνουν μες στην απόγνωση, σε μια τεράστια απορία: Πώς ζουν τις οικογένειές τους αυτοί οι άνθρωποι που ξεμένουν με τετρακόσια ευρώ επίδομα ανεργίας για δώδεκα μήνες, κι ύστερα γλιστρούν στο βάραθρο των μακροχρόνιων ανέργων; Τι συμβαίνει στα παιδιά τους αν αρρωστήσουν; Πώς θα πάνε σχολείο φέτος; Πώς θα θερμάνουν το σπίτι; Τέτοια σκέφτεσαι καθώς, τυχερός και προνομιούχος, ξυρισμένος και βιαστικός, περνάς από έναν παράλληλο δρόμο, για να πας στη δουλειά σου. Εχεις δουλειά ― αυτό είναι ήδη προνόμιο.

Καθώς βραδιάζει, ευλογάς την τύχη σου που έχεις δουλειά· δεν είναι δικαίωμα πια, είναι τύχη. Σαν την καλή υγεία: φροντίζεις την υγεία σου, αλλά δεν μπορείς να αποφύγεις ένα ατύχημα, μια απροσδόκητη ασθένεια. Να ‘χουμε την υγειά μας ― σ’ αυτό προστίθεται πια το “να ‘χουμε τη δουλειά μας”, ένα μεροκάματο. Αλλά κι όταν το ‘χεις εσύ και το στερείται ο διπλανός σου, ο πρώην συνάδελφος, ο γείτονας, ο συγγενής, ο φίλος; Να ένα δυσάρεστο ερώτημα.

Σταδιακά, αισθάνεσαι μια μορφή ενοχής που έχεις ακόμη δουλειά και εξυπηρετείς τις ανάγκες της οικογένειάς σου, χωρίς να έχει κλονιστεί εκ θεμελίων ο βίος. Γιατί γλίτωσες εσύ; Πώς σώθηκες; Και γιατί οι άλλοι γύρω σου βουλιάζουν; Είσαι πιο άξιος άραγε ή πιο τυχερός; Και γιατί ν’ αξίζεις εσύ τέτοια τύχη κι ο άλλος όχι;

Οσο φουντώνει το ένστικτο αυτοσυντήρησης, τόσο θα θεριεύει η υπόγεια ενοχή. Ενοχή; Ναι, την έχουν περιγράψει δραματικά οι επιζήσαντες των στρατοπέδων εξόντωσης: αισθάνονταν συντετριμμένοι που έζησαν, ενώ άλλοι, οι περισσότεροι, αφανίστηκαν. Υπό αναλογία, σε τούτη την καταστροφή που σιγοκαίει και φουντώνει, οι έχοντες δουλειά, οι έχοντες τρόπο ακόμη να κρατήσουν το σπίτι τους, είναι οι επιζήσαντες που ντρέπονται, καθώς αντικρίζουν γύρω τους αυτούς που γονατίζουν, αυτούς που βουλιάζουν.

Μετά, σε κυκλώνουν κι άλλες ντροπές. Ακούς για ένα ίδρυμα κοινωφελές, ένα σχολείο για παιδιά με νοητική υστέρηση, το ιστορικό Σικιαρίδειο, που κλείνει γιατί το κράτος του έκοψε την επιχορήγηση. Διακόσιες ψυχούλες, και διακόσιες οικογένειες πίσω τους, και δάσκαλοι και θεραπευτές, αφιερωμένοι όλοι στη μάχη της ζωής, μαχητές του χαμόγελου, πετιούνται στον Καιάδα των περικοπών. Το Σικιαρίδειο, ιδρυθέν το 1939, πρόσφερε τις φιλάνθρωπες υπηρεσίες του εν καιρώ πολέμου, κατοχής, πείνας και φτώχειας. Το 2012 η Ελλάδα αποφασίζει ότι δεν μπορεί πλέον να βοηθά τα αδύναμα ή τα πιο άτυχα μέλη της κοινωνίας. Πάλι τα ίδια: Νιώθω σαν να έκοψα εγώ το κονδύλι των 1,5 εκατομμυρίων ευρώ από το Ιδρυμα, σαν να τα καταδικάζω εγώ προσωπικά τα παιδιά αυτά τα υστερούντα να μάθουν να διαβάζουν, να γράφουν, να ζωγραφίζουν, να χαμογελούν. Νιώθω να με κοιτά με παράπονο και επιτίμηση ο ξάδελφος μου ο Λάκης, με σύνδρομο Ντάουν εκ γενετής, ο πάντα γελαστός μες στη δική μου οικογένεια. Νιώθω ένοχος , μέλος μιας κοινωνίας τυχερών που αποστρέφει το βλέμμα της απ’ τους άτυχους, που τους ξεφορτώνεται.

Κυκλωμένος ακόμη από βλέμματα παιδιών, από σβησμένα γέλια και παράπονα, γυρνώ στη νυχτερινή πόλη. Είναι σιγαλή απόψε, μαζεμένη στις έγνοιες της, ίσως στις ενοχές της. Περνώ από τους ίδιους δρόμους τους πρωινούς, της βιάσης και της βιοπάλης. Στα μπαρ του ιστορικού κέντρου, γύρω από εκκλησίες και κατεβασμένα ρολά πτωχευμένων μαγαζιών, τιτιβίζουν λιγοστά πουλιά, νέοι άνθρωποι, ανέπαφοι φαινομενικά από τη διάχυτη κατάθλιψη. Σιγοπίνουν κι ακούνε τζαζ, Night and Day, χωρίς να φωνασκούν, χωρίς να ποζάρουν, σαν κάτι να ‘χει αλλάξει ακόμη και στους κώδικες του μπαρ. Κάτι έχει αλλάξει πράγματι, βαθύ: στους ψίθυρους και στις κινήσεις, στα νεύματα και στις ματιές, ανεπαισθήτως, διακρίνεις συστολή, σπίθες ντροπής, ενοχή ατομική για τη συλλογική κατάντια. Είναι οι τυχεροί εδώ, μα γύρω τους, παντού γύρω, ακούγονται μυριάδες άτυχοι. Αυτό μας κάνει άλλους.

Εικόνα: Ο αρχάγγελος Μιχαήλ παιδεύει την ψυχήν του πλουσίου. Χαλκογραφία του Λέσβιου χαράκτη Ιωάννη Κωνσταντίνου Καλδή. Άγιον Όρος. Περί το 1878.

Η Σταδίου γέμιζε από διαδηλωτές, υπάλληλοι του Δημοσίου και των ΔΕΚΟ απλώνονταν προς το Σύνταγμα, άλλοι ανέβαιναν κόντρα την Πανεπιστημίου με ίδιο προορισμό. Το φθινοπωρινό φως, υπέροχο, αττικό, πλαισίωνε με απίστευτη διαύγεια κάθε κίνηση, κάθε σιλουέτα. Αντάλλαξα μερικές κουβέντες μ’ έναν Εγγλέζο δημοσιογράφο που δούλευε για την κινεζική τηλεόραση και μ’ έναν νεαρό φίλο διεθνολόγο. Δεν είχα δυνάμεις για άλλη ορθοστασία και κατηφόρισα: Καραγεώργη Σερβίας, Περικλέους, Αγίας Ειρήνης.

Τα μαγαζιά ήταν ανοιχτά. Kαι άδεια. Αδεια τα ρολογάδικα και κοσμηματοπωλεία της Περικλέους, άδεια τα υφάσματα, κομβία, φόδρες, είδη προικός. Μόνο τα καφενεία είχαν κόσμο: άνεργοι, άεργοι, αργόσχολοι, συνταξιούχοι, δεν ξέρω τι, ρουφούσαν ήλιο και εσπρέσο στην πλατεία Αγίας Ειρήνης, μια προστατευμένη φυσαλίδα, μια ιταλική πλατεία, σαν σκηνή θεάτρου. Καφές με τα μάτια μισόκλειστα κόντρα στο ηλιόφως, και τα γκαρσόνια να απομακρύνουν σθεναρά τους ζητιάνους. Ιδια η δράση και στον ήμερο πεζόδρομο της Αιόλου, δηλαδή απουσία δράσης: οι άνθρωποι κινούνται μαλακά, σχεδόν ακροποδητί.

Εξακολουθώ να ρίχνω κλεφτές ματιές μέσα στα μαγαζιά, πίσω από χτυπητές επιγραφές “Προσφορές”, “Μισοτιμής”. Οι εμποροϋπάλληλοι στέκονται αδρανείς, απαθείς, μερικοί βρίσκονται στο δρόμο και λιάζονται. Ο,τι είναι να συμβεί, θα συμβεί, ας συμβεί. Ενα εγκαταλειμμένο μαγαζί πάνω στην παλαίφατο Αιόλου έχει μισάνοιχτη πόρτα, κοιτάω μέσα: σκοτεινή αποθήκη, με τόπια υφάσματα απιθωμένα πρόχειρα, όρθια, ακουμπιστά σε σκελετούς ντέξιον.

Αντέχει ακόμη η Αιόλου, κρατάνε ακόμη οι μαζικές ανακαινίσεις μιας δεκαετίας, την κρατάει η νοικοκυροσύνη των εμπόρων. Ωστόσο κι εδώ πληθαίνουν οι μαύρες οπές των κλειστών, των ξενοίκιαστων, των φαλιρισμένων. Πληθαίνουν και τα καφενεία: φύτρωναν σαν μανιτάρια για τους σουλατσαδόρους, τις φυλές του φραπέ και του φρέντο, τώρα ποιους θα υποδέχονται; Τα βράδια ποιοι γεμίζουν τα μπαράκια που εποίκισαν την Πλατεία Καρύτση, τη Ρόμβης, την Κλειτίου, τη Βουλής, την Κολοκοτρώνη; Ποιοι ξοδεύουν οκτάευρα για μια μεζούρα αμφίβολου αλκοοόλ; Σαν νυχτοπεταλούδες μαζεύονται γύρω απ’ τη λάμπα του μπαρ, για εμβάπτιση στην κοινωνικότητα της μουσικής μες στο δρόμο, για να ξεχαστούν από τη σκληρή μέρα. Ποιος ξέρει…

Τούτη η ζώνη του άστεως έχει μεταπέσει από την ζωηρότητα, το νεύρο του εμπορίου, από τον μετρημένο χρόνο των χειροτεχνών και των μαστόρων, στη νωχέλεια του καφενείου, στη σκηνοθετημένο σπιντ του μπαρ. Η αλλαγή συντελέσθηκε πριν απ’ την κρίση· αλλά μήπως αυτή ακριβώς η μετάπτωση ήταν ένα σημάδι για την επερχόμενη κρίση; Μήπως ήταν ένα σημάδι για την απονεύρωση του παραγωγικού ιστού έως την εξάχνωσή του; Ενα σημάδι για την μετάβαση από τον έμπορο, επιχειρηματία, επαγγελματία, μαγαζάτορα, μάστορα, αρτιζάνο, στον υπάλληλο, τον εξαρτώμενο, τον ουσιαστικά ανειδίκευτο χαρτογιακά, τον έχοντα θέση εργασίας αλλά μη έχοντα επάγγελμα;

Στην Πραξιτέλους, ρωτάω τον καφεκόπτη τι είδους εσπρέσο έχει. Είναι τρίτη γενιά τεχνίτης και έμπορος, περιγράφει κάθε χαρμάνι με την προέλευσή του, το καβούρδισμα, το άρωμα, την τιμή. Ρωτάω το ίδιο σε ένα κατάστημα αλυσίδας franchise: η κοπέλα πρόθυμα μου αναφέρει ότι έχουν τον κλασικό και τον σπέσιαλ, ναι, αράμπικα νομίζει… Δεν ξέρει τι εμπορεύεται, γιατί βρίσκεται εκεί, αλλού θα ήθελε να βρίσκεται.

Κάπως έτσι μεταλλάχθηκε ο κόσμος στο εμπορικό καρτιέ: Από την τέχνη και τη γνώση, στην άγνοια και την κατανάλωση. Από τον βιωμένο χρόνο στον ξοδεμένο χρόνο, από τον χρόνο της παραγωγής στον χρόνο της κατανάλωσης, από την αυτονομία του παραγωγού και εμπόρου, του ελεύθερου επαγγελματία, στην εξάρτηση του υπάλληλου μιας μεγαλοεγχώριας ή πολυεθνικής εταιρείας. Η συγκέντρωση κεφαλαίου και εργασίας έπνιξε παραγωγούς, τεχνίτες, εμπόρους, τα καφενεία και τα ποτάδικα αντικατέστησαν τα υφασματάδικα και τα εργαστήρια. Η συγκέντρωση έφερε τη φούσκα, την κρίση, τη διάλυση. Τώρα διαλύονται και οι εξαρτημένοι, οι προνομιούχοι των ΔΕΚΟ, οι μικρογιάππηδες και οι white collars, τα στελεχάκια, οι μαστερούχοι με εξωτικές αγγλοειδικότητες στις επαγγελματικές κάρτες. Ολα ρευστοποιούνται, παλαιά και νέα και νεότατα.

Ξανακοιτώ με άλλο μάτι τους νωχελικούς θαμώνες των καφενείων στους πεζόδρομους του εμπορικού καρτιέ. Θα μπορούσαν να διαδηλώνουν στο Σύνταγμα για πετσοκομμένους μισθούς, μαζικές απολύσεις, εργασιακή εφεδρεία; Ισως. Εχουν σίγουρη δουλειά, σίγουρο εισόδημα, και δεν νοιάζονται; Μπορεί. Ή μήπως δεν έχουν τίποτε και ακριβώς επειδή δεν έχουν τίποτε να χάσουν πια, λιάζονται αδρανείς και ολιγαρκείς; Πιθανό κι αυτό.

Ολα είναι πιθανά. Ολα μπορείς να τα δεις, όλα μπορούν να συμβούν στην ηλιοστεφανωμένη Αθήνα, αυτό το ιστορικό φθινόπωρο του 2011.

Ο Απρίλης δεν μας διέψευσε. Τα κυκλαδονήσια μεταμορφωμένα, ολοπράσινα, η θάλασσα βαθυγάλαζη, ηλιοφάνεια, δροσιά, τα δειλινά αβάσταχτα γλυκά, σαν ψεύτικα, ρόδιν’ ακρογιάλια, παπαδιαμαντικά.
Ο αστός ξαποσταίνει και παραμιλά με τόση ομορφιά. Από το μπαλκονάκι αγναντεύει πέλαγος και κυκλάδες νήσους, γύρω τριγύρω βραχοσυστάδες, λοφίσκοι, μαλακά βουνά, αμπάσα, κυανό και πράσινο το χρώμα τους. Στ’ ανοιχτά, φουσκώνουν πανιά σε κομψά σκάφη.

Διάβασε παρακάτω

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

RSS Gatherate: The Best of the Greeks

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Twitting

  • Πολιτισμός καζίνων με αυτοφωράκηδες || Για ποια έργα θα τον θυμούνται ως πρωθυπουργό τον Κυριάκο Μητσοτάκη; Για τα… twitter.com/i/web/status/1… 1 week ago
  • Τραπεζοκαθίσματα στη Δήλο (Γαίας ατίμωσις) Ας σκεφτούν οι βουλευτές και ο Κ. Μητσοτάκης τι ίχνος θα αφήσουν για τις… twitter.com/i/web/status/1… 1 week ago
  • Για τον ποιητή Χριστόφορο Λιοντάκη - του Παντελή Μπουκάλα kathimerini.gr/1040620 2 weeks ago
  • Immigration panic: how the west fell for manufactured rage theguardian.com/uk-news/2019/a… 2 weeks ago
  • Ποτέ άλλοτε οι υπερβολικές προσδοκίες των κακομαθημένων παιδιών της Μεταπολίτευσης δεν περιστάλησαν τόσο βίαια και… twitter.com/i/web/status/1… 4 weeks ago
  • Η γελοιοποίηση του κομματικού κράτους. Η κομματική-αυταρχική διήθηση του κράτους έχει και τα αδύνατα σημεία της. Εν… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 1.005.427 hits
Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: