You are currently browsing the tag archive for the ‘κατάρρευση’ tag.

VISKADOURAKIS
Το βαρύ πυκνό καλοκαίρι του 2013, πολλοί άνθρωποι που συναντώ, πολύ διαφορετικοί μεταξύ τους, μεταφέρουν την ίδια αίσθηση: ότι εκμετράται ο χρόνος της παρούσας κρίσης, ότι βαδίζουμε προς μια κορύφωση. Η κορύφωση έχει ποικίλες καταλήξεις, αναλόγως του συνομιλητή, πάντως όλες είναι δραματικές, οδυνηρές και λυτρωτικές συνάμα.

Τριάμισι χρόνια μετά την κατάπληκτη ομολογία πτώχευσης, τριάμισι χρόνια αλεπάλληλων θυσιών των Ελλήνων της μείζονος πλειοψηφίας και αλλεπάλληλων σφαλμάτων και σφαγών, τριάμισι χρόνια συνεχούς καταβύθισης. Δεν πάει άλλο. Ας γίνει κάτι ριζικό, ας είναι επώδυνο, αρκεί να μη συνεχιστεί αυτή η βύθιση, άλλωστε δεν έχουμε πια και πολλά να χάσουμε. Το λένει άνθρωποι υψηλής μορφώσεως, νοικοκύρηδες έως πρόσφατα, που τώρα αγκομαχάνε να τα βγάλουν πέρα, γονατισμένοι από φόρους, περικοπές μισθών, εξανεμισμένα εισοδήματα, με άνεργους συζύγους και παιδιά, με δάνεια και με σχολάζοντα κληρονομικά ακίνητα που κουβαλάνε φόρους και χαράτσια.

Τρία και πλέον χρόνια από το ιστορικό διάγγελμα του Καστελόριζου, όταν και επισήμως έμαθαν ότι η εθνική κυριαρχία αναστέλλεται επ’ αόριστον, οι αμέριμνοι νοικοκύρηδες της απέραντης μεσαίας τάξης έχουν μάθει εν τω μεταξύ ότι η κρατική χρεοκοπία συνεπιφέρει συρρίκνωση της λαϊκής κυριαρχίας, ιδιωτική πενία, κοινωνική υποβάθμιση έως πληβειοποίησης, πολιτική αστάθεια. Οι περισσότερες σταθερές του βίου γκρεμίστηκαν, για όλους. Για πολλούς, ο βίος εξέπεσε σε γυμνή ζωή, σε γυμνή επιβίωση. Γι’ αυτούς τους πολλούς δεν υπάρχει πια τίποτε να χάσουν, ούτε να φοβηθούν. Αυτή είναι η κορύφωση, η ρήξη, που την αφουγκράζονται να έρχεται πολλοί Ελληνες τούτο το καλοκαίρι.

Αυτοί οι άνθρωποι, οι ήδη χαμένοι, όσοι ακόμη χάνουν, και κυρίως όσοι ακόμη σκέφτονται και αισθάνονται, παρά τα αλλεπάλληλα κύματα ενοχοποίησης, σύγχυσης και προπαγάνδας, αυτοί οι άνθρωποι είναι σε θέση ακόμη να αρθούν υπεράνω της οργής και του μίσους του ανήμπορου ηττημένου, και να πάρουν τις ζωές τους στα χέρια τους. Φρονώ ότι οι άνθρωποι αυτοί είναι πολλοί. Και είναι το πολυτιμότερο κοίτασμα της ελληνικής γης. Αλλά είναι ασύνδετοι, σκόρπιοι, σαστισμένοι, δεν επικοινωνούν μεταξύ τους, δεν μοιράζονται μια κοινή εικόνα εαυτού και ένα κοινό σχέδιο πορείας. Πορεύονται μόνοι στα τυφλά.

Η χώρα πορεύεται αφεύκτως, βρίσκεται ήδη, σε μια οικονομία πολέμου, χωρίς τον συμβατικό πόλεμο. Είναι ήδη εμπλεγμένη στον πρώτο γεωοικονομικό πόλεμο του 21ου αιώνα, και στο εγγύς μέλλον θα τον δούμε εναργέστερα. Οπως σε κάθε πόλεμο, την πρωταρχική σημασία την έχει το φρόνημα του εμπλεκομένου και το τι καλείται να υπερασπιστεί, δηλαδή το τί είναι, τι θεωρεί ότι είναι. Ακριβώς αυτό έχει κλονιστεί πρώτο, με το ξέσπασμα της κρίσης: η ταυτότητα. Ποιοι είμαστε, ποιοι ήμασταν, ποιοι καλούμαστε να είμαστε. Πώς βλέπουμε τώρα τους εαυτούς μας, μετά τα χαστούκια, τις ήττες και τους εξευτελισμούς. Αντέχουμε; Αυτό συζητείται εντόνως, όλα αυτά τα τριάμισι χρόνια του Γολγοθά, και αυτό αιωρείται ακόμη αναπάντητο στην κορύφωση του δράματος. Είναι η περιλάλητη «αφήγηση», το όραμα, το σχέδιο, η απόφαση και η πράξη της αναγέννησης.

Τολμώ να υποστηρίξω ότι η κοινή αφήγηση, τέλος πάντων η αφήγηση που θα χωράει πολλούς, όχι όλους, αλλά πολλούς, δεν θα προκύψει πρώτη αυτή και μετά η δράση. Δεν θα σχηματισθεί ακεραία και πλήρης, και κατόπιν θα σπεύσουμε προς εφαρμογήν της. Αντιθέτως, η αφήγηση θα ξεκινήσει σαν δράση και λόγος μαζί, και θα εκκινήσει μερική, αποσπασματική, επείγουσα, από πολλές πηγές συμβάλλουσα σε ρυάκια και κοινά ποτάμια· και θα σχηματίζεται βαθμιαία, αλλάζοντας και αυξάνοντας δυναμικά διαρκώς σύμφωνα με τις ανάγκες των ανθρώπων, των δρώντων σκεπτόμενων υποκειμένων. Θα αναδύεται μια νέα γενική διάνοια.

Είμαστε τα πιο προχωρημένα θύματα μιας κρίσης διπλής, εσωτερικής και εξωτερικής. Αυτή η πρωτοπορία είναι πλεονέκτημα και κατάρα μαζί: μας επιτρέπει να πειραματιστούμε και να καινοτομήσουμε στην επίλυση της δικής μας κρίσης, αφενός· να δούμε πώς μπορούμε να σώσουμε τη χώρα και τους εαυτούς μας. Αφετέρου, η έκβαση της δικής καινοτομίας-σωτηρίας εξαρτάται εν πολλοίς από το διεθνές περιβάλλον. Συγκεκριμένα: Δεν μπορούμε πια να περιμένουμε να μας σώσει η Ευρώπη, αλλά και δεν μπορούμε να σωθούμε αγνοοώντας παντελώς τι συμβαίνει στην Ευρώπη. Ολα θα κρίνονται διαρκώς πάνω στην κόψη του καιρού και στο ζύγισμα οφέλους-ζημίας. Η επίκληση μιας ιδεατής Ευρώπης που είναι μοναδικός προορισμός, ακόμη κι αν έχουμε μετατραπεί σε προτεκτοράτο εξαθλιωμένων νεοπληβείων, εκτός από σφαλερή είναι και δόλια και επικίνδυνη. Το ίδιο σφαλερή και επικίνδυνη μπορεί να είναι η άκριτη αποδοχή ενός δρόμου που οδηγεί σε ευθεία σύγκρουση με την Ευρώπη ή τέλος πάντων με τις ηγεμονεύουσες δυνάμεις της, κυρίως τη Γερμανία. Σε κάθε περίπτωση, η μονοσήμαντα ραγιάδικη ή η τρελοαντάρτικη στάση, με ιδιοτέλεια ή ιδεοληψία, είναι ολέθριες αμφότερες.

Επιστρέφουμε στην ταυτότητα· όχι ουσιοκρατικά, αλλά δυναμικά. Δεν θα αποφασίσουμε τώρα ποιοι ακριβώς είμαστε εφεξής και τι θα παραδώσουμε στα παιδιά μας. Αυτό διαμορφώνεται διαρκώς στο άμεσο μέλλον. Αλλά για να επιζήσουμε σε συνθήκες οικονομίας πολέμου, πρέπει να συμφωνούμε σε κάποιο ελάχιστο κοινό παρονομαστή. Ας είναι τα πιο πρακτικά, τα πρώτα: μια νέα σχέση του επανιδρυμένου κράτους με την εργασία και τη νέα επιχειρηματικότητα, τη μικροαμεσαία κυρίως, τη ραχοκοκκαλιά της εγχώριας οικονομίας. Η ενδυνάμωση της κοινωνικής αλληλεγγύης, που τόσο θαυμαστά και απρόσμενα βλάστησε στους δύσκολους καιρούς. Επιστροφή στη γη και στις τέχνες υπό νέους όρους. Και ταυτοχρόνως, υποκάτω: Αποδοχή και ανανέωση της παράδοσης. Σύνδεση με τη διασπορά. Σύνθεση του πατριωτικού αισθήματος με την οικουμενική εξακτίνωση. Τέτοια.

Advertisements

implosion

Η έλευση της δόσης χαιρετίζεται ως αρχή του τέλους της βαβυλώνειας αιχμαλωσίας. Ο πονεμένος λαός επιστρέφει πάλι στη γη Χαναάν, του δίδεται η χάρις της ευρωπαϊκής του οικογένειας. Μακάρι να είναι έτσι. Μακάρι να πλησιάζουμε σε ένα ορατό πέρας. Η δύσκολη χρονιά που ανοίγεται μπροστά μας θα είναι κρίσιμη από κάθε άποψη, θα δοκιμάσει τις υλικές και ψυχικές αντοχές μας, και δεδομένης της πλούσιας ήδη εμπειρίας βασάνων και δοκιμασιών, θα έχουμε την ευκαιρία να διαπιστώσουμε αν φτάνουμε σε ένα ανακουφιστικό τέλος.

Εν τω μεταξύ, η συνολική πολιτική κίνηση εντός της Ευρώπης και εντός του κόσμου μάς δείχνει ότι η επιστροφή στην προτέρα κατάσταση, προ κρίσεως, δεν είναι απλή ούτε κοντινή. Η μείζων ιστορική κίνηση που ξεκίνησε το 1989-90, με την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού, ακολουθήθηκε από σκληρούς περιφερειακούς πολέμους και αναστατώσεις. Η μείζων χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 κορύφωσε την αστάθεια σε όλο τον κόσμο, και αρχής γενομένης με την ελληνική πτώχευση, μεταφέρθηκε σφοδρή και μεταμορφωμένη στο εσωτερικό του ευρωπαϊκού σχηματισμού ως κρίση χρέους και ως κρίση κυριαρχίας. Για πολλούς λόγους, αυτή η ευρωπαϊκή κρίση μπορεί να θεωρηθεί όχι παροδική και επιλυόμενη με τεχνικά-οικονομικά εργαλεία, αλλά δομική, στάδιο ενός μείζονος ιστορικού μετασχηματισμού, κατά τον οποίο η Ευρωπαϊκή Ενωση και τα έθνη που την απαρτίζουν καλούνται να επαναπροσδιορίσουν ριζικά τη θέση τους στον κόσμο, τις σχέσεις μεταξύ τους, τις εθνικές ταυτότητες, την ταυτότητα της ομοσπονδίας, και πάνω απ’ όλα τις σχέσεις ηγεμονίας και εξουσίας εντός του όποιου ομοσπονδιακού μορφώματος.

Στην Ελλάδα έχουμε το τραγικό προνόμιο να ζούμε αυτόν τον μετασχηματισμό πρώτοι και με μοναδική σφοδρότητα. Είμαστε ένα είδος πειραματόζωου, πάνω στο οποίο δοκιμάζονται λύσεις και μη λύσεις, αποφάσεις και αναβολές, αν η κοινωνία αντέχει και για πόσο καιρό, αν η κοινωνία και η κρατική δομή μπορούν να μετασχηματιστούν με άνωθεν εντολές και έξωθεν βούληση, αν η δημοκρατία αντέχει να λειτουργεί με παρακάμψεις και δολιχοδρομίες.

Αντέχουμε; Πόσο θα αντέξουμε; Από τη διαπίστωση της πτώχευσης, την άνοιξη του 2010, έως σήμερα, το ερώτημα της κατάρρευσης επανέρχεται διαρκώς, και μαζί του η πιθανολόγηση μιας κοινωνικής έκρηξης. Το ερώτημα περιέχει την υπαρξιακή αγωνία ημών των αυτοχθόνων, που ζούμε την κρίση, που είμαστε η κρίση· αλλά και την ειλικρινή διερώτηση των ετεροχθόνων, πλησιέστερων ή πιο απομακρυσμένων από τα δικά μας πάθη, στο μέτρο που η ελληνική εμπειρία προδιαγράφει εξελίξεις για όλη την Ευρώπη. Εξ ου και η Ελλάδα βρίσκεται σταθερά στο επίκεντρο του διεθνούς ενδιαφέροντος.

Τι διαισθάνεται λοιπόν ένας αυτόχθων που βιώνει την κρίση αδιαλείπτως επί τριετία; Κατά την προσωπική μας άποψη, η κατάρρευση είναι πάντα πιθανή, αν και λιγότερο πιθανή όσο περνά ο καιρός και εφόσον η Ευρώπη συνεχίσει να δρά και όχι να αναβάλλει. Ωστόσο γνωρίζουμε ότι έτσι ενεργεί η Ευρώπη, με αναβολές και ημίμετρα, συχνά και με εσκεμμένα λάθη. Ο κίνδυνος ενός ατυχήματος λοιπόν, η εμφάνιση ενός μαύρου κύκνου δεν μπορεί να αποκλειστεί κατ’ ουδένα τρόπο· πολύ περισσότερο, που η παρελθούσα τετραετία είναι γεμάτη από μαύρους κύκνους του Ταλέμπ.

Κατά τον ίδιο τρόπο, δεν μπορούμε να αποκλείσουμε το ενδεχόμενο μιας ανεξέλεγκτης κοινωνικής έκρηξης. Κανείς δεν μπορεί να υπολογίσει τις αντοχές μιας κοινωνίας που χάνει το 25% του ΑΕΠ και οδεύει προς το 30% ανεργίας, με εκτενή τμήματά της να πληβειοποιούνται, που μέσα σε μια διετία χάνει όρους διαβίωσης κερδισμένους στη διάρκεια τουλάχιστον μιας γενιάς. Η βία αυτής της υλικής αλλαγής, μια πολεμική απώλεια σχεδόν, διαμορφώνει αναλόγως βίαια το συλλογικό φαντασιακό, και δοκιμάζει την κοινωνική συνοχή.

Ολα τούτα όμως δεν συνεπάγονται γραμμικά μια κοινωνική έκρηξη, τουλάχιστον όχι όπως τη προεικονίζουμε νοερά, με όσα γνωρίζουμε από την ιστορία. Διότι η ιστορία παρέχει και άλλα αντιδιαμετρικά παραδείγματα, το παράδειγμα της κατάρρευσης της ΕΣΣΔ λ.χ.: Η καταστροφική διακυβέρνηση του Γέλτσιν, η ακραία φτώχεια, η μαζική μετανάστευση και η πειρατεία των ολιγαρχών επί του εθνικού πλούτου δεν οδήγησαν τον ρωσικό λαό σε έκρηξη, αλλά σε παράλυση. Χωρίς παράδοση πολιτικών αγώνων επί μακρόν, χωρίς δημοκρατική παιδεία, οι Ρώσοι, ένας μεγάλος ιστορικός λαός, υπέμειναν παθητικά και τον Γέλτσιν, τους ολιγάρχες και τις μαφίες και την ταπείνωση, έως την εμφάνιση του νεοτσάρου Πούτιν.

Οι διαφορές της ελληνικής περίπτωσης από τη ρωσική είναι ίσως περισσότερες από τις ομοιότητες. Στην Ελλάδα η δημοκρατική παράδοση είναι ζωντανή και με ρίζες, η πολιτική αγωνιστικότητα υψηλή, το επίπεδο διαβίωσης υψηλό· οι άνθρωποι δεν δέχονται να τα χάσουν όλα χωρίς αντίδραση. Από την άλλη, η υπερδιογκωμένη μεσαία τάξη, τυπικό χαρακτηριστικό της Ελλάδας, δεν μπορεί να διατηρήσει την ευημερία της χωρίς σύστοιχη ανάπτυξη της πρωτογενούς και δευτερογενούς παραγωγής, ιδίως της βιομηχανικής. Οι υπηρεσίες, η οικοδομή, το χρηματιστήριο, τα δανεικά, μπορούν να παρατείνουν την ευημερία, αλλά όχι για πολύ. Οι φούσκες της ισχυρής Ελλάδος έσκασαν όλες ― και έσκασαν και σε άλλες χώρες. Η διαρκής και άφρων πιστωτική επέκταση του ’90 και η έκρηξη δημόσιου χρέους στα χρόνια του ευρώ, επέτρεψαν μεν στη μεσαία τάξη να ευημερεί, αλλά πάνω σε πήλινα πόδια, διότι δεν συνοδεύτηκε από κανενός είδους παραγωγική αναδιάρθρωση. Ούτε ο τουρισμός ούτε οι αλυσίδες λιανικής με γκάτζετ και σάντουιτς μπορούν να θεωρηθούν βιομηχανία με υψηλή προστιθέμενη αξία και δυνατότητες απασχόλησης.

Πάνω σε αυτή την υλική βάση πρέπει να δούμε τα ψυχοκοινωνικά και πολιτικά χαρακτηριστικά της κρίσης, άρα και την αγωνιώδη διερώτηση περί έκρηξης και κατάρρευσης. Πλάι σε όλα τα ενδεχόμενα λοιπόν, της ανάσχεσης της πτώσης, της ανάκαμψης, του μετασχηματισμού, της έκρηξης, ας έχουμε κατά νου και το ενδεχόμενο της ενδόρρηξης, μιας κατάρρευσης προς τα έσω, με χαρακτήρες παθητικότητας, παράλυσης, μοιρολατρικής υποταγής και αυτοεγκατάλειψης. Ενα ενδεχόμενο ετερόνομης δυστοπίας, ανάμεσα σε άλλα. Το οποίο όμως προϋποθέτει ότι θα έχουν εν τω μεταξύ χαθεί η πολιτική βούληση, η πίστη στη ζωή, η εθνική μνήμη, η δημοκρατική παράδοση ― αυτό κανείς δεν μπορεί να το πιστέψει.

Παγωμένη σιγή απλώνεται στη χώρα. Αναμονή με σφιγμένα δόντια. Αρχισε τον Φεβρουάριο, μετά την ψήφιση στη Βουλή του δεύτερου Μνημονίου, συνεχίστηκε κατά τη διάρκεια των δύο αλλεπάλληλων εκλογικών αναμετρήσεων και διατηρήθηκε σε όλη τη διάρκεια του καλοκαιριού. Φυσιολογικά: οι άνθρωποι κουράστηκαν να διαμαρτύρονται, να αμύνονται, συχνά να συγκρούονται, να ανησυχούν διαρκώς, να βυθίζονται στην κατάθλιψη. Το καλοκαίρι πρόσφερε την αναγκαία ανάπαυλα για ξεκούραση και ανασύνταξη, για σκέψη και οργάνωση στρατηγικών επιβίωσης σε ένα μέλλον που διαγράφεται ζοφερό μετά βεβαιότητος.

Το φετινό καλοκαίρι ήταν βαρύ, τα κύματα καύσωνος παρατεταμένα και διαδοχικά· με τον τρόπο του, υπενθύμιζε ότι όλα βαραίνουν, όλα αλλάζουν βαθιά, πολύ βαθιά, και όχι μόνο στην Ελλάδα, σε όλη την Ευρώπη. Δεν είναι μια περιοδική κρίση, μια παροδική ύφεση, που αντιμετωπίζεται με διορθωτικές κινήσεις και τεχνικά οικονομικά μέτρα. Είναι κρίση δομική, που πλήττει τον πυρήνα του μοντέλου παραγωγής και του μοντέλου διακυβέρνησης. Κατά τούτο είναι κρίση πολιτικής, υπό την έννοια ότι αναδιατάσσονται βίαια η πολιτική πράξη και η πολιτική σκέψη, γκρεμίζονται οι προσδοκίες και η αυτονόητη κανονικότητα που όριζε τους βίους εκατομμυρίων ανθρώπων σε ανεπτυγμένες δημοκρατικές χώρες της Δύσης. Και στον πυρήνα της συντελείται βεβαίως μια βίαιη αναδιάταξη σχέσεων κυριαρχίας. Η αχαλίνωτη, αρρύθμιστη επέκταση της χρηματοπιστωτικής βιομηχανίας, ιδίως στα χρόνια της παγκοσμιοποίησης, εξελίσσεται πλέον εις βάρος των κρατών, των κοινωνιών και εντέλει εις βάρος της δημοκρατίας, όπως αυτή διαμορφώθηκε στον δυτικό κόσμο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Οι διαπιστώσεις αυτές, οπωσδήποτε γενικευτικές, πηγάζουν δυστυχώς από την καθημερινή εμπειρία. Ιδίως στην Ελλάδα, που επλήγη πρώτη και με ιδιαίτερη σφοδρότητα από τη Μεγάλη Υφεση και την κρίση χρέους, έχουμε το θλιβερό προνόμιο να παρακολουθούμε από πρώτο χέρι, πάνω στο σώμα μας, τον ραγδαίο μετασχηματισμό: τη δραματική μείωση των εισοδημάτων, την ερήμωση της οικονομίας, την καλπάζουσα ανεργία, την απόγνωση των νέων, τη συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους, την πληβειοποίηση των κατώτερων και των μικρομεσαίων στρωμάτων· τέλος, την εξαθλίωση των περιθωριακών ομάδων να απλώνεται και να τρομοκρατεί τους πάντες σαν προεικόνιση κοινού μέλλοντος.

Ακριβώς αυτή η εξαθλίωση, περιορισμένη ακόμη σε μειονοτικές ομάδες πληθυσμού, είναι ένα όριο συναγερμού. Το άλλο όριο είναι η περιστολή των δημοκρατικών λειτουργιών και η περιστολή των ελευθεριών στο όνομα της οικονομικής ανάγκης. Και οι δύο συναγερμοί έχουν σημάνει. Μπορεί η υλική εξαθλίωση να είναι περισσότερο ευδιάκριτη και αισθητή, εντούτοις το ίδιο επικίνδυνη για τον κοινωνικό βίο είναι και η ηθική παρακμή και η αναδυόμενη δυσπιστία προς τη δημοκρατία εξαιτίας ανίκανων, φαύλων ή επίορκων λειτουργών της δημοκρατίας. Μια τέτοια ηθική και πολιτική αποσάθρωση, εφόσον δεν ανασταλεί, μπορεί να οδηγήσει αφενός σε συμμοριοποίηση του κοινωνικού χώρου, αφετέρου σε αυταρχισμό στο πολιτικό πεδίο.

Δυστυχώς, στην πράξη αλλά και στον λόγο των εκλεγμένων κυβερνώντων και των ηγετικών ελίτ διακρίνεται, όλο και εντονότερα, μια διαρκής υποχώρηση και ηττοπάθεια: ο όγκος των προβλημάτων τους καταπλακώνει, συμπεριφέρονται σαν να αδυνατούν να διαχειριστούν τα προβλήματα, σαν να περιμένουν από τον ξένο παράγοντα να υπαγορεύει διαρκώς μέτρα, τρόπους, λύσεις, τεχνικές. Ολα έρχονται απέξω: σκέψη, στρατηγική, πολιτικές οδηγίες – και ρευστότητα σαν κορτιζόνη στον αναίσθητο ασθενή.

Δυόμισι χρόνια τώρα, η εγχώρια ηγεσία έχει χάσει κάθε κύρος και αξιοπιστία, εντός και εκτός. Και έχει αποτύχει να αποκαταστήσει στοιχειωδώς το αίσθημα δικαίου. Την ίδια ώρα, όμως, παρατηρούμε ότι εξελίσσεται με αμείωτη ένταση μια λαφυραγωγία επί των άδηλων πόρων και των φανερών ερειπίων, είτε με τη διαιώνιση του καρκινογόνου κομματικού κράτους είτε με μαζικές, βιαστικές και τελεσίδικες εκχωρήσεις δημόσιων αγαθών, χωρίς να εντάσσονται σε ένα ανακοινωμένο σχέδιο. Επιπλέον, τρομάζει πλέον η εικόνα που εκπέμπεται από τους κυβερνώντες, από τα λόγια και τα έργα τους: συμπεριφέρονται σαν να μην έχουν καμία αίσθηση της πραγματικότητας, των αντοχών και των ορίων της κοινωνίας. Σαν να θεωρούν ότι η κατάρρευση είναι μακριά ακόμη, ότι «δεν γίναμε ακόμη Αργεντινή», σαν να ροκανίζουν τον χρόνο έως ότου μεταστραφεί η Ευρώπη και επέμβουν οι ξένοι και μας σώσουν με ένα Ναυαρίνο. Οικτρός τακτικισμός και εθελοτυφλία.

Δεν υπάρχουν λύσεις εύκολες ή ανώδυνες. Ούτε τοπικές. Θα βυθιστούμε κι άλλο. Και θα αρχίσουμε να αναδυόμαστε μόνον εφόσον αναδειχτούν νέοι ηγέτες, νέες ιστορικές στοχεύσεις, νέα συλλογική αφήγηση και ανανεωμένοι δεσμοί συνοχής.

Ακούω κάτι ξεχαρβαλωμένες κιθάρες. Σκοτεινές, θρηνώδεις, πληκτικά επαναλαμβανόμενες παρατηρήσεις πάνω στο ναρκωμένο σώμα της Ελλάδας, από τα βάθη του χρόνου, καλοκαίρι-φθινόπωρο 2007, άνοιξη 2009, όταν όλα έβαιναν ομαλώς, χωρίς φανερούς γκρεμούς, σχεδόν χωρίς κατήφορο.

Σκαλίζοντας αρχεία, έπεσα πάνω σε ξεχασμένα μουρμουρητά, και κατεπλάγην: ήταν σαν σήμερα, τόσο δυσοίωνα. Μοντάρω πλάνα από παλιά ζουρνάλ:

1.

Ασύμμετρη Ελλάδα. Που κάνεις λαμπρούς Ολυμπιακούς, το 2004, με μια μονάχα πυρκαγιά απ’ τα πυροτεχνήματα του πάρτι, και λαμπαδιάζεις συγκλαδοκορμόριζη δύο μήνες ατέλειωτους προεκλογικούς, το μαρτυρικό καλοκαίρι 2007. Ιδια είσαι τότε και τώρα; Ιδια, άνιση, αντιφατική, μοιραία, ικανή για το άλμα, ικανή για την καταβύθιση.

Ασύμμετροι Ελληνες. Ράθυμοι καταφερτζήδες, κυνικοί ατομιστές, που εξυψώσατε την ατσιδοσύνη και κλείσατε το μάτι στη λαμογιά, που προσκυνήσατε την καταπάτηση και τη βαφτίσατε real estate, που ζηλέψατε τον μαυραγορίτη και τον φοροκλέφτη, που τιμήσατε με την ψήφο σας τον φαύλο και ανεχθήκατε υστερόβουλα τον ανάξιο. Μοιραίοι και άνισοι, που δεν στέρξατε να προσφέρετε ψίχουλο στο Κοινόν των Ελλήνων, μα τα ζητάτε όλα από το κράτος-πατερούλη και εκμαυλιστή.

Ασύμμετρε συνέλληνα, συμπολίτη, συνάνθρωπε, ας αφουγκραστούμε τώρα τη σιωπή της φρυγμένης γης. Νιώθουμε τη στάχτη της ξεκούρδιστης κοινωνίας, βλέπουμε στις οθόνες ανδρείκελα, κομμένες κεφαλές, διαρκείς υπομνήσεις της ενοχής, της δικής τους, και του δικού μας μικρού μερδικού.

Ας σκεφτούμε ποιοι είμαστε, εδώ που φτάσαμε.

[28.08.2007]

2.

Το πλήθος σαλεύει. Αντιδρά. Φορά μαύρα. Στέλνει sms. Αναζητεί την απολεσθείσα συλλογικότητα, το χαμένο σώμα, και το βρίσκει πρόχειρο, ψηφιοποιημένο ήδη, στο address book του κινητού και του λάπτοπ: το τέτοιο συλλογικό σώμα είναι απελπιστικά ρικνό, μια σκιά, είναι ουσιαστικά η παρέα και οι γνωστοί, αλλά είναι το μόνο ίσως σημείο εκκίνησης για την επανεύρεση του συλλογικού παιχνιδιού. Και μπορεί να πολλαπλασιαστεί, να πάει μακριά, σαν αλυσίδα από φρυκτωρίες. Οταν τα νεωτερικά δίκτυα ξεμένουν από σήμα, τα μεταδίκτυα συγκροτούνται ξαναβρίσκοντας το αρχαϊκό φλόγα-με-φλόγα, σώμα-με-σώμα.

Η μεσαία Ελλάδα δυσφορεί. Ξεφυσάει, σιχτιρίζει. Μα όπου κι αν στραφεί, αντικρίζει τοίχους. Εχασε την πίστη, έχασε τον λόγο. Η πίστη έγινε δεισιδαιμονία, έγινε φανατισμός· ο λόγος έχασε την κριτική του δύναμη, έγινε εργαλειακός, έγινε σύμβαση και χειραγώγηση. Η πολιτική διεξάγεται με αναθέσεις σε εργολάβους, με outsourcing. Η έκλειψη όλων αυτών επιτείνει τη δυσφορία. Κενό. […]

Σηκώστε τον ποδόγυρο! Διαπλέουμε τη Μεταδημοκρατία της Δυσφορίας…

[09.09.2007]

3.

Το περίβλημα στέκει όρθιο. Από μέσα όμως συντελείται διαρκώς μια εσωτερική κατάρρευση. Ενας φλοιός μάς συνέχει· η ψίχα φυραίνει αδιάκοπα. Η ψίχα είναι η ψυχή, η συλλογική ψυχή. Που δεν είναι πια ούτε ψυχή ούτε συλλογική […]

Η πολιτική ελίτ αιωρείται μέσα στο περίβλημα, στο κενό της κατάρρευσης, αυτονομημένη από το κοινωνικό σώμα, αυτονομημένη από τις ανάγκες και τις αγωνίες της κοινωνίας, κινούμενη μόνο βάσει των δικών της ιδιοτελών αναγκών, κινούμενη αποκλειστικά για την αυτοαναπαραγωγή της. […]

Οικονομική ελίτ: εν μέρει παρασιτική, εν μέρει υπερεθνική, εν όλω προσοδοθηρική, και σε κάθε περίπτωση ελάχιστα αναπτυξιακή και ριψοκίνδυνη. Η χώρα αντιμετωπίζεται ως πεδίο άντλησης κέρδους και σπανίως ή ποτέ ως δημόσιος χώρος που πρόσφερε ευκαιρίες κερδοφορίας και αξίζει άρα να του επιστραφεί μέρος του κέρδους. Κατάρρευση. Η γνώση των ασυμμετριών, λειψή και στρεβλή το συχνότερο, εκβάλλει πάντα στην πίκρα, στον φθόνο, τη μνησικακία, τη μεμψιμοιρία, τη μοιρολατρική αποδοχή της κατάρρευσης.

Ηττημένος χωρίς μάχη, ο πολίτης μέμφεται και ταυτοχρόνως φθονεί τους προνομιούχους κατεδαφιστές, αυτούς που έχουν το προνόμιο να επιζούν ενώ τα πάντα γύρω τους καταρρέουν. Η μνησικακία όμως ή η διάχυτη μικροδιαφθορά δεν σώζει· δεν προσφέρει αυτοπεποίθηση, πίστη, ελπίδα, δύναμη για να αντιστραφεί η διαδικασία της κατάρρευσης. Ετσι, την κατάρρευση πυροδοτεί κάθε πλευρά: η αυτοαναφορική, σχεδόν αυτιστική πολιτική ελίτ, η προσοδοθηρική, σχεδόν μοχθηρή οικονομική ελίτ, η παραλυμένη από φόβο μεσαία τάξη, τα κατώτερα στρώματα εξουθενωμένα προ πολλού από την ανέχεια και την αμάθεια, ακόμη και η νεολαία που βλέπει το μέλλον της διαψευσμένο και μαύρο προτού καν δοθεί της ζωής.

Χωρίς στοιχειώδη αυτογνωσία, χωρίς αυτοπεποίθηση και στρατήγημα, αυτή η πολυσθενής κοινωνία κινείται φυγόκεντρα και αντινομικά, κανιβαλίζεται […] παράγει κατάρρευση· την κατάρρευσή της.

[18.04.2009]

Οσοι ταξίδεψαν στα νησιά τους για να ψηφίσουν προχθές, υποδέχτηκαν το καλοκαίρι με αρχαίες τελετουργίες: μύρισαν μαγιάτικα ρόδα και κολύμπησαν σε διάφανα νερά. Ελλάδα και Μάης μαζί, έγραφε η Βιρτζίνια Γουλφ το 1932 μαγεμένη: «Είναι τρέλα να χάνει κανείς τα καλύτερά του χρόνια πασχίζοντας να πλουτίσει, όταν υπάρχει αυτή η άγρια αλλά πολιτισμένη και πανέμορφη χώρα όπου μπορείς να ζήσεις.»

Ογδόντα χρόνια αργότερα, η ιστορία έστηνε το μεγάλο της παιχνίδι στην Ελλάδα, με τη δική του άγρια ομορφιά, που έκοψε την ανάσα στους Ελληνες και προκάλεσε διανοητικά τους εκατοντάδες αναταποκριτές απ’ όλο τον κόσμο. Τεμαχισμός του κοινοβουλευτικού σώματος, έτσι ώστε κανείς συνδυασμός δυνάμεων να μη συνθέτει κυβέρνηση. Κατάρρευση των κυβερνητικών κομμάτων μιας 38ετίας. Δεύτερο κόμμα, εντολοδόχος για σχηματισμό κυβέρνησης, η ριζοσπαστική αριστερά, ενώ αποπειράται να μεταμορφωθεί σε ηγεμονική παράταξη. Είκοσι ένας βουλευτές για ένα αντικοινοβουλευτικό μόρφωμα που εξαπολύει ναζιστικούς κρωγμούς μίσους και βίας. Και τα λοιπά.

Η ιστορία είχε αρχίσει τις επισκέψεις της από το 2008. Και θα παραμείνει εδώ, άγνωστο πόσο. Ωστόσο μόλις τώρα αρχίζουμε να συλλαμβάνουμε τους κύκλους και τα σχήματά της. Οτι, ας πούμε, δεν κλείνει απλώς ο κύκλος της μεταπολίτευσης, αλλά ο κύκλος του μεταπολέμου, αυτός που αρχίζει με την έναρξη του Ψυχρού Πολέμου και την πολιτικοστρατιωτική ήττα της αριστεράς και περνά διαδοχικά απ’ την ανοικοδόμηση, τη δικτατορία, την κυπριακή απώλεια, την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού, έως το λυκόφως της πρώτης παγκοσμιοποίησης.

Η Ελλάδα πρωταγωνίστησε ως εργαστήριο μέλλοντος, στην αρχή του κύκλου, το 1944-49· πρωταγωνιστεί και τώρα ως εργαστήριο ευρωπαϊκού μέλλοντος, στην αρχή ενός νέου κύκλου. Κι άλλη διεθνής πρωτιά: η ανάδυση του ευρωαριστερού ΣΥΡΙΖΑ στις παρυφές της εξουσίας με ειρηνικά μέσα. Τέτοια κίνηση έχει σημειωθεί μεταπολεμικά στην Ευρώπη άπαξ μόνο, από το ευρωκομμουνιστικό PCI του Μπερλινγκουέρ στην Ιταλία του ’70. Το PCI μεταμορφώθηκε, χάθηκε μαζί με όλο το ιταλικό μεταπολεμικό σύστημα.

Σήμερα ο κόσμος είναι διαφορετικός. Εντούτοις η προσέγγιση της εξουσίας από την αριστερά είναι παρόμοια με του PCI. Αίτημα δεν είναι η βίαιη ανατροπή του καπιταλισμού, όσο μια λυσιτελής υπεράσπιση του μεταπολεμικού κοινωνικού συμβολαίου και των δημοκρατικών κατακτήσεων της νεωτερικότητας. Η οικονομική κρίση που ενδημεί από το 2008 έδειξε φθαρμένους τους πολιτικούς αρμούς της αντιπρόσωπευσης και απροστάτευτο τον κόσμο της εργασίας. Ωστε το νέο στοίχημα της ζώσας αριστεράς και νέα απαίτηση και προσδοκία των λαών δεν είναι μια ανεύρετη ουτοπία, αλλά η υπεράσπιση του ζωτικού δημόσιου χώρου και η επινόηση ενός άλλου μοντέλου ανάπτυξης, βιώσιμου, μη σωρευτικού, εμπνεόμενου από αξίες ενός ήπιου βίου.

Αυτό το μεγάλο ιστορικό παίγνιο, πνευματικό, πολιτικό, κοινωνικό, παραγωγικό, διαδραματίζεται τούτες τις ώρες του πόνου και της δημιουργικής αγωνίας στην Ελλάδα, κοιτίδα της δημοκρατίας, του λόγου και του νείκους. Ο άγγελος της ιστορίας φτερουγίζει μες στον Μάη ― ας ελπίσουμε χωρίς ερείπια.

ζωγραφική: Jean-François Millet, Angelus Domini

Το δικομματικό σύστημα εξουσίας, που σφράγισε τη μεταπολιτευτική περίοδο, αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο της κατάρρευσης, υπό το βάρος της οικονομικής κρίσης και της αδυναμίας του να τη διαχειριστεί. Η κατάρρευση στοιχειοθετείται αφενός από τις δημοσκοπήσεις της αλαφιασμένης και αμφίβουλης κοινής γνώμης, αλλά και από τη στάση του πολιτικού προσωπικού ελάχιστες εβδομάδες προ των εκλογών.

Ληξιπρόθεσμοι βουλευτές και υπουργοί, οι οποίοι την παρελθούσα διετία νομοθέτησαν το ψαλίδισμα των μελλουσών γενεών, χωρίς να έχουν διαβάσει καν τους νόμους, καταθέτουν στη Βουλή, την υστάτη στιγμή, τροπολογίες χιλιάδων σελίδων για να τακτοποιήσουν εκκρεμότητες της εκλογικής πελατείας. Νυσταγμένοι, βαριεστημένοι, ληγμένοι, νομοθετούν επί των ερειπίων, λίγο προτού βρεθούν στον σκουπιδοτενεκέ της ιστορίας. Παραδόξως δε, εκτιμούν ότι υπάρχει ακόμη εκλογική πελατεία.

Οι ολίγιστοι και δείλαιοι, δια των επαίσχυντων τροπολογιών τους, δείχνουν ακριβώς ποιοι οδηγούν στην κατάρρευση τα αστικά κόμματα, ποιοι καταπατούν τους συνταγματικούς όρκους και τροφοδοτούν το αντικοινοβουλευτικό μένος του απεγνωσμένου πλήθους. Δείχνουν επίσης σε ποιους άνδρες εμπιστευόταν το πλήθος αφρόνως τη μοίρα του: σε φαιδρούς δημοκόπους, άεργους κληρονόμους, πολιτικούς νάνους. Πολλοί απ’ αυτούς τους βρυχώμενους νάνους θα ξεμυτίσουν τις επόμενες μέρες και θα ζητήσουν ανανέωση εντολής, υποσχόμενοι το μόνο που γνωρίζουν: συνέχιση της αμοιβαίας πελατειακής εξαχρείωσης. Θα επισείουν τον κίνδυνο των άκρων και της ακυβερνησίας. Υπάρχει πράγματι το ενδεχόμενο αναρρίχησης των λούμπεν στοιχείων της άκρας δεξιάς, παλαιάς και νέας, στο κοινοβούλιο, αλλά μήπως η συμπεριφορά των κατεστημένων δεξιών, κεντρώων και κεντροαριστερών, δεν απέβη αναλόγως λούμπεν και εντέλει τροφοδότησε τα άκρα;

Η χρεοκοπία είναι πολιτική πρωτίστως. Με ηττημένη την πολιτική και τη χώρα υπό σιδηρά επιτήρηση, οι προτάσεις διακυβέρνησης είναι αναιμικές και ελάχιστα πειστικές, διότι οι φορείς τους κείτονται ξέπνοοι και ηττημένοι, δεν μπορούν να διεκδικήσουν από το πλήθος παρά μόνο τη μοιρολατρία και τον φόβο. Η ψήφος θα είναι τιμωρητική και αντινομική.

Πιστεύουμε ότι κάθε ψήφιση Μνημονίου, Μεσοπρόθεσμου κ.λπ. είναι ιστορική και κορυφαία στιγμή, τελική. Δεν είναι. Πάντα υπάρχει μια ακόμη πιο ιστορική και κορυφαία ψήφιση, ενός ακόμη πιο ιστορικού νόμου, που θαμπώνει περαιτέρω το παρόν και δεσμεύει ακόμη περισσότερο μέλλον για τις επερχόμενες γενιές. Τέτοια ήταν η χθεσινή νύχτα. Κορυφαία στιγμή, έως ότου έρθει μια άλλη.
Και θα έρθει. Με το κούρεμα και τη νέα δανειακή σύμβαση η Ελλάδα αγοράζει χρόνο, πανάκριβα. Αλλά αυτό το απόθεμα θα εξαντληθεί γρήγορα, όσο γρήγορα εξαντλήθηκε ο χρόνος σωτηρίας του πρώτου Μνημόνιου. Ας είμαστε έτοιμοι λοιπόν και γι΄ άλλες ιστορικές νύχτες, με αγωνία και κρίσιμες αποφάσεις, πολύ σύντομα. Κι ας είμαστε έτοιμοι και για πολλές αργόσυρτες ημέρες και νύχτες, που δεν θα περιέχουν κορύφωση και δράμα, αλλά θα περιέχουν δυσχέρεια και πόνο.

Διότι είναι οδυνηρά πρόδηλο πλέον ότι τα αδιέξοδα του πολιτικού συστήματος, οι φούσκες της φαυλοκρατίας και της κλεπτοκρατίας, μετακυλίονται ταχύτατα και με σφοδρότητα επί της κοινωνίας. Αυτές τις μέρες παρακολουθούμε live και σε real time, από τα ηλεκτρονικά και ψηφιακά μέσα, την τήξη πολιτικών προσώπων, κομμάτων και συστημάτων. Μαζί τους τήκονται νοοτροπίες, βεβαιότητες, τρόποι ζωής και εργασίας, εξαερώνεται όλο το κοινωνικό συμβόλαιο που συνείχε ανθρώπους και θεσμούς. Κάποιοι πολιτικοί μάλιστα χθες, την υστάτη ώρα, βρεγμένοι, καμένοι, αποτόλμησαν κάποια ίχνη αυτοκριτικής για την παρελθούσα τριακονταετία. Εως και αυτό: Αποτύχαμε, δεν φτιάξαμε κράτος, δεν σχεδιάσαμε παραγωγή. Αλλά ποιος το λέει αυτό; Το λένε τα πρόσωπα που όλη τη συγκεκριμένη τριακονταετία κυβέρνησαν τη χώρα, ήσαν υπεύθυνοι για τη λειτουργία του κράτους και το σχεδιασμό της παραγωγής. Ακόμη και οι αυτοκριτικές διαπιστώσεις τους λοιπόν ηχούν τώρα κούφιες, άνευ αντικειμένου. Και επιπλέον, είναι αργά, πολύ αργά.

Η κρίση επιταχύνει εντυπωσιακά την κατάρρευση του πολιτικού συστήματος και οδηγεί αναπόφευκτα σε πολιτική αστάθεια. Το δικομματικό σύστημα, επί του οποίου στηρίχτηκε η Τρίτη Ελληνική Δημοκρατία, πνέει τα λοίσθια, τουλάχιστον όπως το ξέραμε έως σήμερα. Το ΠΑΣΟΚ φαίνεται ότι θα συντριβεί εκλογικά, υπό το βάρος της διαχείρισης του Μνημονίου. Παρόμοια φθορά απειλεί και τη Νέα Δημοκρατία, μετά τη στήριξη που πρόσφερε στη δεύτερο Μνημόνιο χθες. Η πολυκομματική Βουλή που προδιαγράφουν οι δημοσκοπήσεις ασφαλώς θα εκφράζει τη λαϊκή βούληση, αλλά είναι σαφές ότι οποιαδήποτε κυβέρνηση προκύψει, αφενός, θα είναι κυβέρνηση συμμαχίας, αφετέρου, θα κινδυνεύει να «καεί» πολύ σύντομα, με δεδομένα τα σκληρότατα μέτρα που θα είναι υποχρεωμένη να εφαρμόσει.

Η πολιτική αστάθεια φέρνει αποσταθεροποίηση του κράτους ― ζούμε ήδη τη χαλάρωση ή και τη δυσλειτουργία κρατικών δομών απαραίτητων για ομαλή διαβίωση. Ακόμη χειρότερα, ρηγματώνεται το κοινωνικό σώμα, το οποίο ήδη επί δύο χρόνια υποφέρει από την ύφεση και τη φτωχοποίηση, και έχει χάσει την εμπιστοσύνη του όχι μόνο στο πολιτικό σύστημα αλλά και στους θεσμούς. Αυτή η ρηγμάτωση είναι το πιο ανησυχητικό σύμπτωμα της κρίσης: η ραγισμένη κοινωνία αντιδρά εντελώς απρόβλεπτα, και αυτοκαταστροφικά, όταν οι μόνες δυνάμεις που την κινούν είναι η απόγνωση και η τυφλή οργή, όταν το πολιτικό σύστημα δεν της παρέχει σχέδιο και ελπίδα.

Η Ελλάδα ψήφισε χθες το Μνημόνιο ΙΙ, ένα σχέδιο δυσβάστακτο, το οποίο της επεβλήθη, χωρίς η ίδια να το έχει διαπραγματευτεί και χωρίς βέβαια να έχει εκπονήσει ένα εναλλακτικό σχέδιο. Στην κρισιμότερη ίσως στιγμή της μεταπολεμική ιστορίας της, η Ελλάδα φάνηκε απροετοίμαστη και ανίκανη να υπερασπιστεί τον εαυτό της, να δώσει μάχες, να διασώσει κάποια ράκη αξιοπρέπειας. Η αποτυχία βαρύνει κυρίως την ανίκανη ηγεμονεύουσα ελίτ, αλλά και τον λαό που την ανέχθηκε και την έθρεψε. Η ήττα επιπλέον έδειξε ότι την ανικανότητα της ελίτ πολλαπλασιάζει εφιαλτικά η υποτέλεια της, πνευματική και ψυχική, μαζί με την ιδιοτέλειά της. Η πολιτική τάξη στην πλειονότητά της είναι υποτελής ψυχοπνευματικά και υπαρξιακά στον ξένο παράγοντα, και ασκεί εξουσία αναπαράγοντας τούτη την εξάρτησή της. Η ιστορική συγκυρία βοήθησε την υποτελή ελίτ να συγκαλύψει την ανικανότητα και την ανυπαρξία της, έως ότου προσέκρουσε στην διεθνή κρίση, και τότε φάνηκε ανήμπορη ακόμη και να διαπραγματευτεί στοιχειωδώς την τύχη της χώρας και του λαού.

Τώρα βρισκόμαστε σε ένα μεταίχμιο. Το παλαιό ξεψυχάει αφήνοντας πίσω του ερείπια και στάχτες. Το μέγα ζητούμενο, το απολύτως αναγκαίο, είναι ακριβώς να μη θαφτεί η κοινωνία από ερείπια και στάχτες. Να τα αποφύγει, να τα ελαχιστοποιήσει, να επηρεαστεί όσο το δυνατόν λιγότερο από την κατάρρευση του παλαιού καθεστώτος. Και οπωσδήποτε να βρει επειγόντως τις δυνάμεις και τη διαύγεια να αναδείξει νέα πρόσωπα, νέα σχήματα, νέες ιδέες για την Ελλάδα που θα ανατέλλει μέσα από τις στάχτες της. Αυτό δεν θα συμβεί αύριο, αλλά είναι ανάγκη να συμβεί μεθαύριο, δηλαδή όσο θα τρέχει ο πανάκριβος χρόνος του Μνημονίου ΙΙ, ο αγορασμένος με αίμα και δάκρυα.

Ηδη πολλοί Ελληνες σκέφτονται, συνομιλούν, βρίσκονται, κινούνται, πράττουν, σε μικρές παρέες, σε μικρούς κύκλους που διαρκώ ς μεγαλώνουν και αρχίζουν να εφάπτονται, να τέμνονται. Οι μικροκύκλοι αυτοί μεγαλώνουν διαρκώς, και τα ρυάκια συγκλίνουν. Χρειαζόμαστε επειγόντως το ποτάμι.

Πού θα φτάσει η κατάσταση; Πού πάμε; Οπου και να σταθείς, αυτή την κουβέντα ακούς. Ενα ερώτημα χωρίς απάντηση, καμία εύκολη τουλάχιστον. Πού πάμε σαν κοινωνία, σαν χώρα, σαν λαός; Το ερώτημα περιέχει αμηχανία και αγωνία, αόριστο φόβο, σαστισμάρα και αδυναμία, αλλά και μια σπίθα θέλησης: αν μπορούμε, ας κάνουμε κάτι, δεν πάει άλλο.

Βαριές κουβέντες πασχαλιάτικα. Αλλά δεν μπορείς να τις προσπεράσεις. Ο τόνος που περιέχεται στο τωρινό «πού πάμε;» πηγαίνει πολύ πέρα από τις συνηθισμένες κουβέντες καφενείου, από τον συνήθη δεκάρικο του ρηχού κυνικού που στολίζει τους πολιτικούς με επίθετα απαξίωσης δηλωτικά. Οχι, ο τόνος διαφέρει. Από τη διάχυτη δυσθυμία, που διαπιστώνεται στο σώμα της εγχώριας μεταδημοκρατίας από το καλοκαίρι του 2007, σήμερα έχουμε φτάσει στην παράλυση. Παράλυτη κυβέρνηση, παράλυτο κράτος, παγωμένη οικονομία, αγωνιώσα ημιπαράλυτη κοινωνία.

Ο βίος συνεχίζεται κανονικά ― σχεδόν. Στα διόδια τα ΙΧ της εξόδου σχηματίζουν ουρές, τα αμνοερίφια παραγγέλθηκαν εγκαίρως και διεθνιστικά, αυγά θα τσουγκρίσουν, οικογένειες θα σμίξουν. Το περίβλημα στέκει όρθιο. Από μέσα όμως συντελείται διαρκώς μια εσωτερική κατάρρευση. Ενας φλοιός μάς συνέχει· η ψίχα φυραίνει αδιάκοπα. Η ψίχα είναι η ψυχή, η συλλογική ψυχή. Που δεν είναι πια ούτε ψυχή ούτε συλλογική.

Φυραίνει η πίστη στο σύστημα και τους θεσμούς, έχει χαθεί οριστικά η πίστη στις ηγεσίες. Ο,τι και να ψηφίσει στις προσεχείς εκλογές ο ερωτών «πού πάμε;», ξέρει ότι απάντηση πειστική δεν θα λάβει. Η ύφεση, οι περικοπές ημερών εργασίας και μισθών, το πολύσημο σοκ του Δεκεμβρίου, θέτουν τα δικά τους σκληρά ερωτήματα, τα οποία κανείς πολιτικός γόνος με pedigree δεν μπορεί να απαντήσει, ούτε καν να αντιμετωπίσει. Ιδού ένα ορατό ερείπιο: η πολιτική ελίτ αιωρείται μέσα στο περίβλημα, στο κενό της κατάρρευσης, αυτονομημένη από το κοινωνικό σώμα, αυτονομημένη από τις ανάγκες και τις αγωνίες της κοινωνίας, κινούμενη μόνο βάσει των δικών της ιδιοτελών αναγκών, κινούμενη αποκλειστικά για την αυτοαναπαραγωγή της. «Και οι άλλοι να ‘ρθουνε, τι θ’ αλλάξει; Ολοι ίδιοι είναι…» Η πικρή ισοπεδωτική απόφανση που ακούμε κάθε μέρα περιέχει παρ’ όλ’ αυτά συμπυκνωμένη την εκτίμηση για όλο το πολιτικό σύστημα: νεποτισμός, αναξιοκρατία, διαφθορά, ανικανότητα. Πικρά, πολύ πικρά όλα αυτά.

Παρόμοια πικρή γνώμη αιωρείται για την οικονομική ελίτ: εν μέρει παρασιτική, εν μέρει υπερεθνική, εν όλω προσοδοθηρική, και σε κάθε περίπτωση ελάχιστα αναπτυξιακή και ριψοκίνδυνη. Η χώρα αντιμετωπίζεται ως πεδίο άντλησης κέρδους και σπανίως ή ποτέ ως δημόσιος χώρος που πρόσφερε ευκαιρίες κερδοφορίας και αξίζει άρα να του επιστραφεί μέρος του κέρδους. Κατάρρευση κι εδώ.

Η γνώση αυτών των ασυμμετριών, λειψή και στρεβλή το συχνότερο, εκβάλλει πάντα στην πίκρα, στον φθόνο, τη μνησικακία, τη μεμψιμοιρία, τη μοιρολατρική αποδοχή της κατάρρευσης. Ηττημένος χωρίς μάχη, ο πολίτης μέμεφεται και ταυτοχρόνως φθονεί τους προνομιούχους κατεδαφιστές, αυτούς που έχουν το προνόμιο να επιζούν ενώ τα πάντα γύρω τους καταρρέουν. Η μνησικακία όμως ή η διάχυτη μικροδιαφθορά δεν σώζει· δεν προσφέρει αυτοπεποίθηση, πίστη, ελπίδα, δύναμη για να αντιστραφεί η διαδικασία της κατάρρευσης. Ετσι, την κατάρρευση πυροδοτεί κάθε πλευρά: η αυτοαναφορική, σχεδόν αυτιστική πολιτική ελίτ, η προσοδοθηρική, σχεδόν μοχθηρή οικονομική ελίτ, η παραλυμένη από φόβο μεσαία τάξη, τα κατώτερα στρώματα εξουθενωμένα προ πολλού από την ανέχεια και την αμάθεια, ακόμη και η νεολαία που βλέπει το μέλλον της διαψευσμένο και μαύρο προτού καν δοθεί της ζωής.

Χωρίς στοιχειώδη αυτογνωσία, χωρίς αυτοπεποίθηση και στρατήγημα, αυτή η πολυσθενής κοινωνία κινείται φυγόκεντρα και αντινομικά, κανιβαλίζεται· κάθε λόμπι, συντεχνία, προσωρινό σύμπηγμα συμφερόντων, κάθε ομάδα επιτίθεται η μία στην άλλη και όλες μαζί στο κουρελιασμένο κράτος, για να εξασφαλίσουν ένα ράκος προνομίου, μια υπόσχεση, έναν διορισμό, μια αύξηση κομίστρου, μια επιδότηση. Δεν κινείται ούτε ατομικιστικά ούτε συλλογικά· κινείται συντεχνιακά, τοπικιστικά και αποσπασματικά, τυφλά και μουγκά, παράγει φθορά. Αυτή η κερματισμένη κοινωνία παράγει κατάρρευση· την κατάρρευσή της.

«Δεν πάει άλλο…» Πράγματι, δεν έχουν μείνει πολλά να γκρεμίσουμε· κάποιες υγιείς εστίες, κάποιοι τελευταίοι πυρήνες απομένουν, από αυτούς αντλούμε όλοι. Δημόσιοι υπάλληλοι που είναι αποτελεσματικοί και έντιμοι, γιατροί που ξενυχτάνε, πυροσβέστες που ρισκάρουν, μαγαζάτορες που δεν καταπατούν το πεζοδρόμιο, καθηγητές που δεν λουφάρουν. Νέοι που σκορπάνε απλόχερα το γέλιο τους στην ανοιξιάτικη εσπέρα.

Να, γι’ αυτούς, τους νέους, χτυπάει πιο δυνατά η καμπάνα της Ανάστασης, αυτοί μπορούν ν’ ακούσουν πιο βαθιά το τραγούδι της Ανοιξης, και να αντιδράσουν, να ανασχέσουν την κατάρρευση, προτού αρχίσουμε να σωρεύουμε χαμένες γενιές, γενιές ηττημένες χωρίς μάχες, ψαλιδισμένες, ξενιτεμένες, διαψευσμένες, στεγνές. Προτού στερέψουμε.

Ας τους επιτρέψουμε τουλάχιστον να πιστέψουν στον εαυτό τους και να ανοιχτούν στον μακρύ χρόνο.

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

RSS Gatherate: The Best of the Greeks

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Twitting

  • Πολιτισμός καζίνων με αυτοφωράκηδες || Για ποια έργα θα τον θυμούνται ως πρωθυπουργό τον Κυριάκο Μητσοτάκη; Για τα… twitter.com/i/web/status/1… 1 week ago
  • Τραπεζοκαθίσματα στη Δήλο (Γαίας ατίμωσις) Ας σκεφτούν οι βουλευτές και ο Κ. Μητσοτάκης τι ίχνος θα αφήσουν για τις… twitter.com/i/web/status/1… 1 week ago
  • Για τον ποιητή Χριστόφορο Λιοντάκη - του Παντελή Μπουκάλα kathimerini.gr/1040620 2 weeks ago
  • Immigration panic: how the west fell for manufactured rage theguardian.com/uk-news/2019/a… 2 weeks ago
  • Ποτέ άλλοτε οι υπερβολικές προσδοκίες των κακομαθημένων παιδιών της Μεταπολίτευσης δεν περιστάλησαν τόσο βίαια και… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago
  • Η γελοιοποίηση του κομματικού κράτους. Η κομματική-αυταρχική διήθηση του κράτους έχει και τα αδύνατα σημεία της. Εν… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 1.005.485 hits
Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: