You are currently browsing the tag archive for the ‘Καμύ’ tag.

kondylis kastoriadis

Βυθιζόμενοι στην κρίση βλέπουμε ευκρινέστερα διανοητικές λειτουργίες και κοινωνικούς μηχανισμούς που λίγο νωρίτερα ελάνθαναν μισοκρυμμένα απ’ το βλέμμα μας, ή δεν τους αναγνωρίζαμε όπως τους άξιζε. Ας πούμε, η λειτουργία του πολιτισμού και της κουλτούρας μες στο πολιτικό-κοινωνικό ολοκλήρωμα, και η θέση των διανοουμένων. Συνηθίζαμε να λέμε και προ κρίσεως για την απουσία των διανοουμένων από τον δημόσιο βίο· αλλά τώρα, ακούγονται πιο βαριές κουβέντες: μιλούν για προδοσία των διανοουμένων, όπως έθεσε το ζήτημα πρώτος στη δεκαετία του 1920 ο Ζυλιέν Μπεντά. Ωστόσο από το 1920 έχει περάσει ένας αιώνας ― στη διάρκεια αυτή άλλαξαν πολλά.

Το ποτάμι πήγε και ήρθε σε πολλές κοίτες. Οι διανοούμενοι βρέθηκαν στην πρωτοπορία, ήδη από τον 19ο αιώνα, από τη Γαλλική Επανάσταση έως τα ιστορικά ρήγματα του 1848 και των εθνικοαπελευθρωτικών και δημοκρατικών κατακτήσεων· αποσύρθηκαν «προδίδοντας» τους εξουσιαζόμενους και τις μάζες, ξαναβρέθηκαν στην πρώτη γραμμή στη Ρωσία και στην Ευρώπη σαν καλλιτεχνική πρωτοπορία, σαρώθηκαν απ’ τους πολέμους και τους ολοκληρωτισμούς, ξαναπρόβαλαν μεταπολεμικά, με φωτεινότερη περίοδο τη δεκαετία του 1960.

Πράγματι, η μεταπολεμική περίοδος, γεμάτη αποστροφή για τον πόλεμο και τον ολοκληρωτισμό, και παρ’ όλο τον Ψυχρό Πόλεμο, σφραγίζεται σταδιακά από την παρουσία προσωπικοτήτων των τεχνών, της επιστήμης και του πνεύματος. Είναι ο καιρός των εμπνευσμένων προσώπων: Μπέρτραντ Ράσελ, Μαρκούζε, Καμύ, Σαρτρ, Μερλό Ποντύ, Φουκώ, Μπουρντιέ, Σαΐντ, οπλισμένοι με την υψηλότερη ακαδημαϊκή εκπαίδευση, εμπνέουν και συμπαρασύρουν τους νεότερους μαθητές τους να ορίσουν τον δημόσιο χώρο σύμφωνα με τα προτάγματα του διαφωτισμού και του ορθολογισμού ή με τις ουτοπίες του ρομαντισμού.

Κι ύστερα; Τίποτε. Ολοι οι παραπάνω πέθαναν, μερικοί στην ακμή τους, μερικοί πολύ νέοι. Κανείς δεν πήρε τη θέση τους, ίσως διότι οι διάδοχες κοινωνίες δεν χρειάζονται τέτοιους ηγέτες και δασκάλους, τέτοια ηθικά παραδείγματα. Ισως διότι οι σταρ της ποπ κουλτούρας αντικατέστησαν τους φιλοσόφους και τους συγγραφείς· τα τραγούδια και οι ταινίες μιλούν άλλη γλώσσα. Απέμειναν ελάχιστοι υπερήλικες: ο μοναχικός γέρων Νόαμ Τσόμσκι, ο αυστηρός γέρων Χάμπερμας. Τέλος.

Ο δρων δημόσιος διανοούμενος σήμερα είναι ένα μείγμα ακαδημαϊκού, δημαγωγού και περφόρμερ. Μπορεί να κατάγεται από την ακαδημία, αλλά ο τρόπος του, το discours του οφείλει πολλά στους τρόπους της ποπ κουλτούρας. Φέρνω στο νου μου τον Ζίζεκ, τις εμμονικές αναφορές του στις συγχρονες μυθικές αφηγήσεις της ποπ, από το Star Τrek και το Matrix έως τον χολιγουντιανό Τιτανικό, και τη σύμφυρσή τους με τον Λακάν, τον Απόστολο Παύλο και τον Λένιν.

Αλλά ακόμη κι έτσι, στην υπερνεωτερική εποχή μας, και μάλιστα εδώ, τώρα, στη ελληνική Μεγάλη Υφεση, υπάρχει δρώσα ιντελιγκέντσια, αυτό το μόρφωμα ρωσικής καταγωγής; Και, αν υπάρχει, τι ρόλο μπορεί να παίξει;

Υπό την έννοια του διανοούμενου της νεωτερικότητας, του 19ου και του 20ού αιώνα, τέτοια πρόσωπα με ευρεία ακτινοβολία και επιρροή δεν υπάρχουν. Οι αμφισβητίες διανοούμενοι, όπως ο Κορνήλιος Καστοριάδης, εξέλιπαν, μαζί με το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Αλλά εξέλιπαν και οι οξυδερκείς συντηρητικοί, όπως λ.χ. ο Παναγιώτης Κονδύλης. Οι σαφώς μικρότερης εμβέλειας και αποδοχής δημόσιοι γραφιάδες σήμερα, ακόμη κι όταν λένε ενδιαφέροντα πράγματα, χάνονται μες στον τεράστιο βόμβο των μεγαλομήντια της ασημαντότητας και της χειραγώγησης, μες στον ακόρεστο πληθωρισμό των λαϊκών σόσιαλ μήντια, εκεί όπου συμβαίνει η διαρκής αυτοπραγμάτωση των μυριάδων μοναχικών ψυχών. Η αυθεντία, η πρωτοτυπία, η γοητεία του διανοούμενου αραιώνει έως διαλύσεως μέσα σε αυτό τον πολυμοριακό ωκεανό. Το Facebοok, όπως και οι συναυλιακές αρένες, έχει τους δικούς του σταρ. Οι διανοούμενοι δεν μπορούν να αλλάξουν ούτε τον κόσμο ούτε τις ιδέες· δεν μπορούν καν ν’ ακουστούν.

Μένει η φενάκη μιας πρώην αριστεράς, την οποία συμμερίζεται ασμένως η εγχώρια δεξιά: ότι δήθεν η αριστερά ηγεμόνευε έως πρόσφατα στο πνευματικό πεδίο. Πόθεν το στερεότυπο; Οι πρώην ΚΚΕ-εσωτερικού και μετα-ΚΚΕ πιστεύουν στην μπολσεβίκικη πρωτοπορία, και είναι πεπεισμένοι ότι αυτοί είναι η πρωτοπορία, ο ανθός της ελληνικής κοινωνίας. Αντιμέτωποι με μια άξεστη και απνευμάτιστη δεξιά, αυτοί οι ναρκισσευόμενοι πρωτοπόροι συγκροτήθηκαν σαν λόμπι πίεσης και σαν λόμπι νομής χρήματος και εξουσίας.
Πολύ πριν διαρραγεί το μεταπολιτευτικό συμβόλαιο δια της χρεοκοπίας και της πληβειοποίησης, η αριστερώνυμη ιντελιγκέντσια ήταν ήδη γενεσιουργό μέρος της κρίσης.

Advertisements

aderfi

Την παραμονή του περασμένου Δεκαπενταύγουστου, μόλις είχα επιστρέψει από την θερινή άδεια, ειδοποιήθηκα για μια κηδεία. Είχε πεθάνει η αδελφή του φίλου Σταύρου Ζουμπουλάκη. Συννέφιασα. Η ψυχή μου κλονίστηκε από τον άλλο Δεκαπενταύγουστο, του προηγούμενου χρόνου, που έφερε το τρομερό μαντάτο για τον θάνατο του παιδιού, του ομήλικου του γιου μου, αυτό που θυμάμαι σχεδόν καθημερινά.

Στο νεκροταφείο Ζωγράφου αποχαιρετήσαμε τη Γιούλα Ζουμπουλάκη, ετών εξήντα. Φύγαμε.
Τον Δεκέμβριο του 2012, διαβάζω ένα βιβλίο του Στ. Ζουμπουλάκη με τίτλο η «Η αδερφή μου» (εκδ. Πόλις). Αντιλαμβάνομαι ότι είναι μια οφειλή, μια μαρτυρία. Είναι. Αλλά καθώς ρουφάω γοργά τις σελίδες κατανοώ ότι δεν είναι μόνο αυτό· το βιβλίο δεν σώζει μόνο τη μνήμη της Γιούλας, το αγαπημένο πρόσωπο του εξωφύλλου, δεν καταγράφει το χρονικό μιας ασθένειας και μιας ζωής, τον πόνο και τη χαρά. Καθώς φτάνω στο τέλος νιώθω ότι γνωρίζω καλύτερα, σε βάθος, τον άνθρωπο που το ‘γραψε, κυρίως αυτόν· τις βαθύτερες σκέψεις του, τις πεποιθήσεις και τις αγωνίες του, το πώς σχηματίσθηκε διανοητικά και συναισθηματικά. Διαβάζοντας για την απελθούσα Γιούλα, έμαθα βαθύτερα τον Σταύρο.

Τι έμαθα; Οχι πολλά περισσότερα από όσα σποραδικά τον έχω ακούσει να λέει, δημόσια και ιδιωτικά· αλλά εδώ με πυκνότητα, ένταση και στόχευση μοναδικές. Το βιβλίο μιλάει για την αρρώστια, τον πόνο, την αγάπη, τη χαρά, το μυστήριο και την ψίχα της ζωής. Δεν κρύβει ούτε στιγμή τη θερμοκρασία των αισθημάτων, αλλά ούτε στιγμή δεν γέρνει προς τη συναισθηματολογία· μένει πάντα στο χώμα μιας ρωμαλέας αφήγησης και στο ύψος ενός ειλικρινούς γυμνού στοχασμού. Ξεκινάει βαριά προγραμματικά: «ήταν εκείνη που με έκανε να νιώσω, από πολύ νωρίς, κάτι από το μυστήριο της αγάπης», και «η αρρώστια αυτή μετέτρεψε τη σχέση μου μαζί της σε πεπρωμένο». Και τελειώνει δείχνοντας τις ραφές του εγχειρήματός του: «Η ανάγκη να μιλήσω για την αδερφή μου, να μιλήσω θα έλεγα μαζί της, μου γεννήθηκε όταν γύρισα σπίτι, μετά την κηδεία». Γιατί; «Θέλω όσοι ξέρουν εμένα να ξέρουν κι εκείνη, όσοι διαβάζουν τα όποια γραφτά μου, μαζί με το όνομά μου, να φέρνουν αμέσως στον νου τους και το δικό της όνομά: Γιούλα, Γιούλα Ζουμπουλάκη».

Επέτυχε πολλαπλά ο Σταύρος. Διαβάζοντάς τον, όχι μόνο σχηματίζω τη μορφή της Γιούλας, μιας αγίας που τα έχει χάσει όλα και σκορπάει γύρω της χαρά, όχι μόνο ανασυγκροτώ το πρόσωπο του αδερφού της, αλλά μοιράζομαι τη μεταφυσική αγωνία, την επώδυνη αναζήτηση της αγάπης ως ουσίας ζωής, αναπλάθω την παρόμοια εμπειρία ζωής και βασάνων σε παρόμοιες οικογένειες της μεταπολεμικής Ελλάδας, με παρόμοια μυστικά και πεπρωμένα, με ανθρώπους που κηδεύονται με φύλλα πικροδάφνης στα χείλη, κι άλλους που στέκουν όρθιοι και χαμογελούν καρτερικά μ’ όλες τις πίκρες. «Η αδερφή μου» ξετύλιξε μπροστά μου ζωές, αυλές, κάμαρες, βεγγέρες, διηγήσεις για απόντες και κεκοιμημένους, επισκέψεις σε θαλάμους νοσοκομείων, τη βέρα στο σκελετωμένο δάχτυλο της θείας ― σε όλους θα θυμίσει κάτι.

Ο ΣΖ κινείται από τη μαρτυρία στην εξομολόγηση, από τον τολμηρό θεολογικό στοχασμό ώς την πιο μύχια ηθογραφία, κι η πρόζα του μένει πάντα ρωμαλέα, λιτή, αρρενωπή, ακόμη κι όταν μουσκεύει στο κλάμα, «αυτή την προαιώνια προσευχή δίχως λόγια». Το κείμενο του ΣΖ μού θύμισε και την «Ιστορία του παππού μου» του Αγγελου Ελεφάντη, ένα βαρύτιμο κείμενο που θαύμασα και θαυμάζω, αντιδιαμετρικά: ο ΑΕ εκκινεί από την δρώσα απουσία του παππού, ο ΣΖ από την καυτή παρουσία της αδερφής, και οδεύουν προς την ιστορία ο ένας, προς την ύπαρξη ο άλλος.

Ανάμεσα στις ακριβείς εξιστορήσεις συμβάντων και την αγωνιώδη αναζήτηση μιας υπαρξιακής ανακούφισης, ανάμεσα στη Σιμόν Βέιλ, τον Λεβινάς και τον Καμύ, προεξέχουν παράτολμοι αφορισμοί, που ωστόσο τους αποδέχεσαι πάραυτα επειδή νιώθεις την ειλικρίνειά τους: «Οποιος έχει αγόγγυστα σκατοσκουπίσει άρρωστο είναι μείζων όλων των τιτάνων της θεολογίας». Και πάνω απ΄όλα η γραφή της γριάς μάνας: «Γιουλα περιμενε νά φίγω πρώτη καί μετά ερχεσαι καί εσή θα σε περιμένω θα στρωσο τριανταφιλα και αμιγδαλιες που σου αρεσουνε εκει δεν ηπαρχουν σπασμη δεν θα ηπαρχουν καυμη καί η δυο περναμε τόν ιδιο πόνο…» Δεν περίμενε.

Η Πέμπτη ξημέρωσε λαμπρή. Διαύγεια. Εκπαγλη, γλαυκή Αττική, οδυνηρά διαυγής: σε αναγκάζει να σκεφτείς, αφού τη νιώσεις. Διέσχισα μισοάδειους δρόμους, με κλειστά μαγαζιά και βιαστικούς διαβάτες, είδα τους λόφους και τα βουνά να στέφουν το λεκανοπέδιο, από το Αιγάλεω όρος ώς την Πεντέλη και στο βάθος τη θάλασσα να αστράφτει. Η Αθήνα ήταν όλη ο ουρανός της, χθες. Ομορφη και λιτή, αυστηρή, σαν σμιλεμένη κόρη αρχαϊκή.

Στο πίσω μέρος του υπερφωτισμένου μυαλού φώλιαζαν ωστόσο οι άνθρωποι. Αγωνιούντες άνθρωποι, κάτοικοι αυτού του διαυγούς θαύματος, άνθρωποι του μόχθου, νοικοκύρηδες, επιστήμονες, έμποροι, Ελληνες που αγωνιούν για το σκοτεινό παρόν και τους τρομάζει η σκέψη του μέλλοντος. Χιλιάδες, μυριάδες αγωνιούντες συνέρρεαν μπροστά από το Κοινοβούλιο, ζητώντας να εισακουστούν από τους εκλεγμένους αντιπροσώπους τους, να ακούσουν τη μαρτυρία τους, την απόγνωσή τους. Εχει ξαναγίνει αυτή η τελετουργική συνάθροιση των απεγνωσμένων, πολλές φορές. Και πάντα έφευγαν άπρακτοι, όλο και πιο απεγνωσμένοι, ποτέ δεν έμαθαν αν και πότε θα τελειώσει το μαρτύριο.

Ετσι σωρεύτηκε η ανημπόρια, σαν διάλυση κάθε ροής του βίου, σαν αλλεπάλληλη διάψευση, σαν διαρκής κατάπληξη. Κι έτσι μεταλλάχθηκε σε κακοήθη νεοπλασία: σε κανιβαλισμό εαυτών και αλλήλων, η μια ομάδα εναντίον της άλλης, όλοι εναντίον όλων. Υπό την αρχαία διαύγεια αναδύεται το αρχαίο νείκος. Τυφλό, μοιραίο, ολέθριο. Αγέλες υαινών ενάντια σε πεισμωμένους εγωτιστές, μέλανες εναντίον ερυθρών, παλούκια εναντίον σφυριών, φωτιές επί κεφαλών αθώων, αλληλολιθοβολισμός συμπολιτών και συμπατριωτών, αδελφός εναντίον αδελφού. Κι ένας εργατικός, πατέρας δύο παιδιών, αφήνει την τελευταία του πνοή απέναντι από το δακρυσμένο, ασφυκτιών Κοινοβούλιο. Ιδού η μεγαλύτερη ήττα, η βαρύτερη, η ιστορική: ενώπιον της αβύσσου, αντί να ενωθούν δυνάμεις και ψυχές, τα πνεύματα διχάζονται, τα σώματα χτυπιούνται και πέφτουν.

Η ώρα περνούσε, ο ήλιος βασίλευε, η τυφλότης θριάμβευε. Μέσα κι έξω απ’ τη Βουλή αλληλοκατηγορίες, εκβιασμοί, απελπισιά: «μέσ’ ς’ τήν ψυχή μου / Κάθου κρυμμένη, ἀπελπισιά, καὶ κοίμου.» (Δ. Σολωμός)

Συγκρίναμε την αβάσταχτα ωραία Αττική, όπως ξεπρόβαλε τούτη την Πέμπτη 20 Οκτωβρίου, με τη δυσοίωνη μητρόπολη του μίσους, που έφερε η νύχτα. Τι έχουμε μπρος στα μάτια μας, ανάμεσα στα δάχτυλά μας, και πώς κυλά και το χάνουμε: το φως, τη φιλότητα, τον λόγο. Θυμηθήκαμε τα αγαπημένα λόγια του Καμύ, ανθρώπου της Μεσογείου σαν εμάς:
«Eκείνος που εργάζεται σκληρά, ανάμεσα σε μιαν άχαρη γη και ένα σκοτεινό ουρανό, μπορεί να ονειρεύεται μιαν άλλη γη όπου ο ουρανός και το ψωμί θα ήταν ανάλαφρα. Eλπίζει. Eκείνοι όμως που το φως και οι λόφοι τούς γεμίζουν κάθε ώρα της ημέρας, δεν ελπίζουν πια. Δεν μπορούν πια παρά να ονειρευτούν ένα αλλού φανταστικό. Eτσι, οι άνθρωποι του Bορρά δραπετεύουν στις ακτές της Mεσογείου, ή στις ερήμους του φωτός. Oι άνθρωποι όμως του φωτός, πού αλλού θα μπορούσαν να δραπετεύσουν αν όχι στο αόρατο;»

φωτ.: http://artsailor.blogspot.com

Η κρίση αναδεύει τα στερεότυπα. Αφρός και σώμα και πάτος ανακατεύονται βίαια, κοντά στο σημείο ζέσεως, δοκιμάζοντας βεβαιότητες, εδραίες πεποιθήσεις, κλισέ ορθοφροσύνης. Παραχωμένες ή ξεχασμένες λέξεις, εξορισμένες από το καθημερινό λεξιλόγιο του κανονικού βίου, κατά τον βρασμό της κρίσης κοχλάζουν στον αφρό, ταράζουν την μέχρι προ τινος αμέριμνη επιφάνεια. Πατρίδα, κοινότητα, κοινωνία, φιλία, αλληλεγγύη, οικογένεια, γειτονιά, συναδελφικότητα, ανάγκη, δανεικά, δουλειά, ματαίωση, φόβος…

Ενα μεσημεριανό Κυριακής, εντοπίσαμε μερικές ακόμη απρόοπτες φυσαλίδες. Καθόμασταν γύρω απ’ το συνηθισμένο φιλόξενο τραπέζι, φίλοι, συνομήλικοι, με παρόμοιες εμμονές. Ολοι είχαν συνεισφέρει το κατιτίς δικό τους. Διαπιστώσαμε ότι τα κατιτίς ήταν, επί το πλείστον, τοπικές λιχουδιές, προερχόμενα από σπίτια, κτήματα, κήπους, οικοτεχνίες, μικρές βιοτεχνίες. Ολα ξεχωριστά, διακεκριμένα, από χέρι, με ονομασία προελεύσεως, με αύρα προσώπων. Και υψηλής ποιότητας. Μπουρέκι σπιτικό από το Ηράκλειο, ελιές με ξύσματα πορτοκαλιού από τη Μάνη, κάστανα και αφρώδης οίνος Ιωαννίνων, γλυκό φραγκόσυκο και λιαστό κρασί απ’ τις Κυκλάδες, μανταρίνια Κορινθίας. Στο τραπέζι έλαμπε πολιτισμός: υλικός, αισθητηριακός και πνευματικός, παλαιός και απολύτως μοντέρνος.

Ενα αντικείμενο, μια χειρονομία μάλλον, μάς έσπρωξε να τα αντιληφθούμε αυτά σαν όλον, με δυναμική απρόσμενη. Ενας συνδαιτυμόνας κατέφθασε με την προσφορά του, ένα καλάθι. Το καλάθι περείχε εσπεριδοειδή, κίτρα, λεμόνια, μανταρίνια, τόνους του κίτρινου, το πικρό και το ωχρό, λαμπρό πορτοκαλί, πράσινο· υφές των καρπών και υφή του καλαμιού· σφαίρες, ελλλείψεις και κυλίνδρους. Το είδαμε σαν δώρο προς όλες τις αισθήσεις και σαν κέντρισμα του πνεύματος. Το καλάθι ερχόταν από την Κορινθία, συγκροτημένο από το φιλόπονο χέρι όχι ενός αγρότη, αλλά ενός αστού. Ο οποίος ωστόσο ζει τον τόπο, το νησί του, το χωριό του, το κτήμα, τον οπωρώνα, το άστυ, το πανεπιτήμιο, το όλον. Και το χέρι του συνεχίζει μια πράξη υπέρτατης κομψότητας και πραγματισμού: συνάζει τους καρπούς και τους ταιριάζει σ’ ένα καλάθι, κι ύστερα το μεταφέρει απ’ την εξοχή στην πόλη, από την Κορινθία στον Λυκαβηττό. Οι κόσμοι συναιρούνται, σαν να μην ήταν ποτέ χωρισμένοι, και το καλάθι απιθωμένο στο αστικό σαλόνι λάμπει, ακτινοβολεί, αρχαίο, μυθικό, μοντέρνο, αισθαντικό. Μάς φανερώνεται μια εκδοχή της ομορφιάς η ελληνική αρχοντιά, το Greek Chic, μια εκδοχή κομψότητας εφάμιλλη της τοσκανέζικης φινέτσας, της νοτιοϊταλικής, της σικελικής, της προβηγκιανής, της γοητείας του Χαλεπιού και της Μπαρμπαριάς, της ακατάλυτης αρχοντιάς της Μεσογείου.

Αυτή η ομορφιά έχει αλήθεια. Είναι η αλήθεια. Τολμώ να πω, είναι το κοινό και το κύριο των ρομαντικών και του Σολωμού, η sophia perennis του Πικιώνη, η sprezzatura του Καστιλιόνε και του Ραφαήλ, η ενορατική σύνθεση του Μπρωντέλ, η πυρετική διαύγεια του Καμύ. Είναι η αισθητή, η κτιστή ουσία του αρχαιότατου κόσμου που μας περιβάλλει, που τον ζούμε, κι είναι ουσία ολοζώντανη, παρούσα, δραστική, σήμερα, στον δύσκολο καιρό μας.

Κάλλος, φινέτσα, αλήθεια, ύλη, στρώματα πολιτισμού: αν τα αισθανθούμε, αν τα αντιληφθούμε, κι αν τα εντάξουμε μαλακά, αβίαστα, στον τωρινό βίο τον ψηφιοδικτυακό, τότε ίσως νιώσουμε λιγότερο αμήχανοι, λιγότεροι αβέβαιοι μες στο σκυθρωπό παρόν, λιγότεροι φοβισμένοι μπρος στο σκοτεινό μέλλον. Η λησμονημένη και ταπεινωμένη ύλη του περιβολιού, και άλλες ύλες σαν κι αυτή, φέρνοντας τον χυμό, φέρνει τη μνήμη, τον αναστοχασμό, τη συνείδηση. Το ρίζωμα και τα κλαδιά. Με τη συνείδηση έρχεται και η περηφάνια της επάρκειας: να ξέρεις ποιος είσαι, ποιες φωνές αντηχείς, φωνές κεκοιμημένων, ηρώων, αισθητών, ταπεινών βροτών, να ξέρεις πόσος είσαι, περατός και συνεχόμενος.

Είδαμε το θαύμα του καλαθιού με τα κίτρα. Μια έλλαμψη, μια εμπειρία. Κι ακούσαμε φωνές: ένα λόγιος μάς διηγήθηκε την ιστορία ενός δυσειδούς αντάρτη που τραγούδησε αγγελικά το κλέφτικο του Κατσαντώνη τις μέρες της απελευθέρωσης: «Αυτού που πας μαύρο πουλί, μαύρο μου χελιδόνι,
να χαιρετάς την κλεφτουριά κι’ αυτόν τον Κατσαντώνη», μα αυτός το άλλαζε κι έβαζε “κι’ αυτόν τον Βελουχιώτη”, καταλαβαίνετε, και το χωριό εμύριζε ψωμί φρεσκοψημένο, συμπληρώνει ο αφηγητής. Ενας άλλος λόγιος αφηγήθηκε ιστορίες της φυλακής και της εξορίας, με θηριώδεις φονιάδες και ζωοκλέφτες, ομηρικές μορφές, πρώην ήρωες πολέμων, άγριες ιστορίες ειπωμένες ανάλαφρα, σκανδαλωδώς χαριτωμένα, με το αίσθημα ιστορικού ανθρώπου, που βάζει σιμά τον πόνο και την αγαλλίαση, που ξέρει να μετράει τα μεγέθη και τους χρόνους. Θυμηθήκαμε έναν κεκοιμημένο φίλο, μαέστρο της ζωγραφικής, άρχοντα των αφηγήσεων, ακραίο αισθητή εν πτωχεία, αυθεντικό αριστοκράτη.

Κοχλάζει ο καιρός. Ας δούμε το καλάθι με τα εσπεριδοειδή.

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

RSS Gatherate: The Best of the Greeks

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Twitting

  • Πολιτισμός καζίνων με αυτοφωράκηδες || Για ποια έργα θα τον θυμούνται ως πρωθυπουργό τον Κυριάκο Μητσοτάκη; Για τα… twitter.com/i/web/status/1… 1 week ago
  • Τραπεζοκαθίσματα στη Δήλο (Γαίας ατίμωσις) Ας σκεφτούν οι βουλευτές και ο Κ. Μητσοτάκης τι ίχνος θα αφήσουν για τις… twitter.com/i/web/status/1… 1 week ago
  • Για τον ποιητή Χριστόφορο Λιοντάκη - του Παντελή Μπουκάλα kathimerini.gr/1040620 2 weeks ago
  • Immigration panic: how the west fell for manufactured rage theguardian.com/uk-news/2019/a… 2 weeks ago
  • Ποτέ άλλοτε οι υπερβολικές προσδοκίες των κακομαθημένων παιδιών της Μεταπολίτευσης δεν περιστάλησαν τόσο βίαια και… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago
  • Η γελοιοποίηση του κομματικού κράτους. Η κομματική-αυταρχική διήθηση του κράτους έχει και τα αδύνατα σημεία της. Εν… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 1.005.485 hits
Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: