You are currently browsing the tag archive for the ‘ιστορικό κέντρο’ tag.

Σήμερα Κυριακή οργανώνεται για δεύτερη φορά ένας περίπατος στην Αθήνα της Κατοχής, με αφορμή τα εβδομήντα χρόνια από την απελευθέρωση της πρωτεύουσας. Πέρυσι σε παρόμοιο ιστορικό περίπατο προσήλθαν πάνω από χίλια άτομα. Η ιδέα είναι απλή: ένας οδηγός μεταφέρει τους περιπατητές σε τοπόσημα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, στη συγκεκριμένη περίπτωση ο ιστορικός Μενέλαος Χαραλαμπίδης. Και τους θυμίζει τι συνέβη σε αυτή η γωνία, τι υποδεχόταν αυτό το κτίριο, τι συνέβη σε αυτό το πεζοδρόμιο.

Μερικά τα γνωρίζουμε. Στην οδό Μασσαλίας, εκεί που γνωρίσαμε τα υπαίθρια μικροβιβλιοπωλεία, βρισκόταν επί Κατοχής το νεκροτομείο· εμείς γνωρίσαμε το νεκροτομείο στα κτίρια της Ιατρικής στο Γουδί. Καλούμαστε να ανασυνθέσουμε μια σκληρή εικόνα: τα κάρα που μετέφεραν στη Μασσαλίας τις σορούς των νεκρών του κατοχικού λιμού.

Στη γωνία Πατησίων και Γλάδστωνος ένα μισοκρυμμένο μνημείο θυμίζει ότι εδώ η αντιστασιακή οργάνωση ΠΕΑΝ ανατίναξε τα γραφεία της φιλοναζιστικής ΕΣΠΟ, που στρατολογούσε Ελληνες για τη Βέρμαχτ. Το γνωρίζω. Γνωρίζω ότι στα υπόγεια της Κοραή ήταν τα κολαστήρια της Κομαντατούρ, όπου μαρτύρησαν χιλιάδες πατριώτες – τα έχω επισκεφθεί. Δεν γνώριζα όμως ότι Πανεπιστημίου 64 και Σανταρόζα βρισκόταν το καζίνο του Μαυροκέφαλου, όπου μαυραγορίτες και δωσίλογοι έπαιζαν τις λίρες της προδοσίας.

Η πόλη είναι η μνήμη της, μάλλον οι μνήμες των ανθρώπων της, αυτών που έζησαν κι αυτών που τη ζουν τώρα, συνυφασμένες αξεδιάλυτα σ’ ένα συνεχές χωροχρόνου άλλοτε ορατό κι άλλοτε κρυμμένο, πάντα εκεί, πάντα εδώ, περιμένει να το δούμε, να μας μιλήσει, να μας παρωθήσει σε αυτογνωσία.

Η Αθήνα είναι τέτοιο θέατρο μνήμης, που περιμένει το βλέμμα του κατοίκου, του περιπλανητή, για να ανασύρει δράματα ατομικά και συλλογικά, τραγωδίες και ειρωνικές λεπτομέρειες. Εδώ μια κλινική που φιλοξένησε τραυματίες, στην Οικονόμου το σπίτι του Λαπαθιώτη, στην Ασκληπιού του Παλαμά, στη Ζωοδόχου Πηγής του Κουν, στην Ιπποκράτους έξω από την πανεπιστημιακή Λέσχη μαζεύονταν οι νέοι γύρω από τον Σικελιανό, στη γωνία Πατησίων και Αγίου Μελετίου έπεσε ο Τέλλος Αγρας χτυπημένος από αδέσποτη σφαίρα τις μέρες της απελευθέρωσης, τα σημάδια στους τοίχους είναι από σφαίρες. Στη Βασιλίσσης Σοφίας δολοφονήθηκε την εποχή του Διχασμού ο Ιων Δραγούμης. Γύρω απ’ το Πολυτεχνείο και τα Εξάρχεια, μέχρι την Ομόνοια και τα Προπύλαια, εξόρμησαν οι παράτολμοι απεργοί του Φεβρουαρίου-Μαρτίου 1943, εναντίον της αναγκαστικής επιστράτευσης για τα γερμανικά εργοστάσια, σε αυτούς τους δρόμους πέφτουν οι δεκάδες νεκροί διαδηλωτές την 22α Ιουλίου 1943 ξεσηκωμένοι για την προσάρτηση της Μακεδονίας στη Βουλγαρία. Σε αυτούς τους δρόμους, τριάντα χρόνια αργότερα, πέφτουν οι νεαροί διαδηλωτές του Πολυτεχνείου χτυπημένοι από ελεύθερους σκοπευτές.

Το μεταίχμιο που ζούμε οδηγεί το βλέμμα μας σε ό,τι ήταν αθέατο έως πρόσφατα· το στρέφει από τo mall της ματαιοδοξίας στα ίχνη ενός ζωτικού παρελθόντος, σε ίχνη αγώνων και αγωνίας. Επανασυνδεόμενοι με το παρελθόν, ελπίζουμε ότι θα κατανοήσουμε βαθύτερα το δύσκολο παρόν, την εσωτερική λογική των συμβάντων και των ενδεχομένων μες στην ιστορική ροή, ελπίζουμε ότι θα μπορέσουμε να αντέξουμε τη δυσχέρεια, να αντέξουμε την ιστορία ως δρώντα υποκείμενα, ως συνδιαμορφωτές, και όχι ως άβουλοι θεατές.

Πλάι στον Κεραμεικό, την Αγορά, την Πνύκα, την Ακαδημία Πλάτωνος, υπό τη σκιά της Ακροπόλεως και του αβάσταχτου κλέους των χρυσών χρόνων, πλάι στους διάσπαρτους μεσαιωνικούς ή μεταβυζαντινούς ναΐσκους, διαλείμματα ησυχίας, βρίσκονται τα πρώτα οικήματα του κράτους, άλλα ταπεινά, σαν τις λαϊκές αυλές θαυμάτων του Παπαδιαμάντη, του Μητσάκη, του Ροΐδη, άλλα ευκλεή και μνημειώδη, νεοκλασικά, εκλεκτικιστικά, καυτατζόγλεια και άλλα. Από τον Μεσοπόλεμο και, κυρίως, μετά τον Δεύτερο Πόλεμο, η λαϊκή και νεοκλασική Αθήνα γίνεται μοντέρνα, χαώδης, μεγάλη, χωνευτήρι, γίνεται μητρόπολη.

Σε αυτή τη μητροπολιτική κορυφή, σκοτεινιασμένη απ’ την κρίση, στεκόμαστε τώρα, αμήχανοι, σαστισμένοι, με κρυμμένη τη γραμμή του ορίζοντος. Ετσι γυρνάμε το βλέμμα στο παρελθόν. Νομίζω γόνιμα. Σίγουρα με αίσθηση σοβαρότητας, ίσως και αίσθηση επείγοντος, για να καλύψουμε κενά, για να κερδίσουμε τον άδειο χρόνο της προηγούμενης αμεριμνησίας, της αμνησίας. Περπατάμε, λοιπόν, για να ανακτήσουμε το ιστορικό κέντρο, την πόλη, τον ζωτικό χώρο της δημοκρατίας, για να ξανανιώσουμε πολίτες και ιστορικά όντα, με παρελθόν, με συνέχειες, με ρήξεις. Το άστυ είναι πολύ βαθύτερο και πλουσιότερο από real estate και gentrification.

Advertisements

stoa_elias

Η Αθήνα δεν χαρακτηρίζεται από στοές. Εχει λίγες και μικρές, δεν τη σφραγίζουν. Δεν είναι σαν το Μιλάνο, σαν το Παρίσι, τόπο έμπνευσης του Βάλτερ Μπένγιαμιν, που είδε την αστική φαντασμαγορία να ανθίζει μες στις στοές και τα περάσματα της πόλεως.

Οι αθηναϊκές στοές, πλην ελαχίστων, απολήγουν τυφλά ή ημίτυφλα, είναι μισοσκότεινες, ελάχιστα μεγαλοπρεπείς, έχουν κυρίως χρηστικό χαρακτήρα. Συγκεντρώνουν, μάλλον συγκέντρωναν, ομοειδή μαγαζιά και εργαστήρια, που ομαδώνονται σε λειτουργικές πιάτσες, με χαμηλότερα ενοίκια και δυνατότητες συνεργιών. Χαράκτες και σφραγιδοποιοί, κλειδαράδες, χρηματιστηριακά γραφεία, ραφεία, αργυροχρυσοχοεία, ρολογάδικα, γραμματόσημα, δίσκοι, μικροηλεκτρονικά, βαλίτσες, κάθε εμπόριο και τέχνη στήνει μια δική του πιάτσα. Αλλά ελάχιστες αθηναϊκές στοές λειτουργούν σαν πέρασμα, ελάχιστες τροφοδοτούν τη φαντασμαγορία της πόλης μες στην πόλη, δεν ειναι ένα στεγασμένο δίκτυο δρόμων για περιπλάνηση, για flânerie. Στις αθηναϊκές στοές εισέρχεσαι με έναν σκοπό, να επιτελέσεις μια λειτουργία. Και εξέρχεσαι συνήθως από το ίδιο φωτεινό στόμιο.

Γιατί έτσι; Ισως διότι ο βίος εν Ελλάδι είναι υπαίθριος, πετάγεται ένας. Διότι το φως διαρκώς σε καλεί να περιπλανιέσαι στ’ ανοιχτά, στα ξέφωτα. Ισως διότι η ανάπτυξη του αστικού ιστού διεξάγεται με υστερήσεις και χάσματα, χωρίς κεντρικό σχεδιασμό· ο υπέρτατος σχεδιαστής είναι το ζωηρό μικροεμπόριο. Ισως διότι οι αρχαιοκλασικές ημιανοιχτές στοές διεσώθησαν στην κλασικιστική Αθήνα ως στενοί πλην ανοιχτοί δρόμοι. Υπό μία έννοια, όλο το σύμπλεγμα των δρόμων του ιστορικού τριγώνου είναι μια δαιδαλώδης ασκεπής στοά, ένα υβριδικό παζάρι που διαχέεται και πολυμορφίζει: Ευαγγελιστρίας, Αγίου Μάρκου, τώρα πια Αιόλου, και τα δεκάδες-εκατοντάδες παρακλάδια, με αρχαιοδοξασμένα και χριστιανικά ονόματα αναμίξ.

Πίσω στις στοές. Μέσα τους. Η λαμπρότερη ίσως, η στοά Αρσακείου, φθίνει· η ιστορία την πλήττει βάναυσα, κι εμάς μαζί της. Οι σημαίες του Κοκκώνη δεν αρκούν να διασκεδάσουν την θλίψη. Η στοά Φέξη, ναός για τους χασομέρηδες των γκάτζετ, έχει μισοαδειάσει από μαγαζιά· Σάββατο πρωί, σουλατσάρουν φύλακες. Ρημαγμένη η στοά Ειρηνοδικείου στην Ομόνοια, νεκρή. Κενή η στοά Τρικούπη στα Χαυτεία, η και Πιγκουίνου ονομαζομένη, ανοίκειο πέρασμα για βιαστικούς διαβάτες. Μισοσβησμένη η λάμψη στη στοά Σπυρομήλιου· η κρίση νίκησε την ανακαίνιση. Ούτε η εμπορική Ορφανίδου έχει τη βουή του παρελθόντος. Ούτε η Λέκκα. Κρατάει λίγο η στοά της Οπερας, η στοά Λαιμού. Η Νικολούδη ήταν πάντα κομψή και σύντομη, έγινε ακόμη συντομότερη. Η Κοραή σχεδόν βουβάθηκε.

Κλειστά μαγαζιά και εργαστήρια, ξενοίκιαστα, αποικισμός από καφενεία, μπαρ και ουζερί, κομμένη κίνηση. Κι όμως οι στοές των Αθηνών εξακολουθούν να είναι γοητευτικές, και τώρα περισσότερο, έτσι εσωστρεφείς και γυμνές που μείναν· σαν να μιλούν ευκρινέστερα στον εισερχόμενο, τώρα που δεν είναι πια πελάτης αλλά περιπλανητής. Οι πολύβουες στοές έχουν μεταπέσει ηχητικά και κινητικά προς ένα intime ψιθύρισμα, που είναι όμως πιο εύγλωττο για το πρόθυμο αυτί. Είναι αστικά διάκενα, που αφηγούνται τον κυματισμό της ιστορίας: αλλάζουν οι χρήσεις, οι αξίες, η πρόσληψη, οι σημασίες, αλλάζουμε εμείς.

Περιποιημένα καφενεία καταλαμβάνουν τις εξωτερικές γωνίες και ύστερα εξαπλώνονται προς τα μέσα, ίσκιος το καλοκαίρι, προστασία το χειμώνα· όσο προχωράς στο βάθος, η φθορά αναδύεται φανερή και επικρατούσα, αλλά μαζί της μια βαθύτερη αίσθηση του χρόνου. Ο χρόνος ρέει διαφορετικός στο ρολογάδικο του βάθους, στο επιμεταλλωτήριο του πρώτου ορόφου, στο ραφείο του συνταξιούχου. Η σκόνη του χρόνου πάνω στις περίτεχνες σιδεριές της κουπαστής, τα λιωμένα μάρμαρα του δαπέδου, τα ραγισμένα κρύσταλλα, είναι πλούτος.

Με όλες τις δυσκολίες νέοι άποικοι φτάνουν και ξαναφτάνουν, ανανεώνουν τη ζωή, τη νιώθεις, τη μυρίζεις, την ακούς σαν μικρό έντομο αισιόδοξο. Φτιάχνουν ακόμη βέρες, φαρδαίνουν ξεχασμένα δαχτυλίδα οικογενειακά, επισκευάζουν φερμουάρ, ντύνουν κουμπιά, ξαναδίνουν ζωή στα χαλασμένα και τα παλιά. Σερβίρουν μυρωδάτους ελληνικούς με φουσκάλες και εσπρέσο ριστρέτο, το βράδυ νεγκρόνια και ντακίρια, για όλες τις γενιές όλες τις τάξεις. Αγκαλιάζουν οι στοές.

Μέσα-έξω, φως-ημίφως, βουητό ψίθυροι και σιγαλιά, τεντωμένη χορδή χωμένη στις τσέπες, οι άνθρωποι της Μεγάλης Υφεσης δεν φωνάζουν στις στοές, πατάνε σεβαστικά σαν να σέρνουν παντόφλες σε μωσαϊκά νοσοκομείου, στήνουν αυτί και αφουγκράζονται το παρόν, ότι αυτό τα περιέχει όλα. Χωνεύεται ο πλάνης μες στο πλήθος, αφήνεται στο κύμα.

φωτ.: Ηλίας Τσαουσάκης

Estia1

estia

Το κλείσιμο του ιστορικού βιβλιοπωλείου της Εστίας, ύστερα από 130 χρόνια λειτουργίας στο αθηναϊκό κέντρο, σημαίνει κάτι περισσότερο από οικονομική κρίση και διαχειριστική αστοχία. Ασφαλώς, καμία επιχείρηση δεν είναι αιώνια, και τα προκύπτοντα κενά κάπως καλύπτονται πάντα. Αλλά με αφορμή την κηδεία σ’ ένα δρόμο ήδη γεμάτο από κηδειόχαρτα «ενοικιάζεται» και σκοτεινές βιτρίνες, αξίζει να αναλογισθούμε τι σηματοδοτεί η πρόσφατη απώλεια.

Τοπικά. Η Σόλωνος για πολλές δεκαετίες ήταν ένα μυθικό ποτάμι βιβλίων. Παρότι εκβάλλει από το Κολωνάκι των μπουτίκ, λίγες καθέτους πιο κάτω η μορφολογία του άλλαζε: παλαιοπωλεία, κορνιζάδικα, η τέχνη λοιπόν, κι αμέσως μετά η Εστία, ένα ξέφωτο, πριν απ’ τη Νομική. Εκεί άλλαζε όλο το ποτάμι: κατέβαζε πια βιβλία, φοιτητές, μαθητές φροντιστηρίων, καθηγητές, εκδότες, ποιητές και λογίους. Η Εστία, η Ενδοχώρα, η Νομική, τα παλαιοβιβλιοπωλεία, τα νομικά βιβλιοπωλεία, το Θεμέλιο, στην Ασκληπιού η Δωδώνη παλιά, η Πολιτεία τώρα, ο Γρηγόρης, ο Τολίδης, ο Λιβάνης, στην Ιπποκράτους Χρηστάκης, Παπαδήμας, Καρδαμίτσας, και ιδού το Χημείο, εδώ ο νεαρός-παλαιός Ναυτίλος, μπαίνουμε μαλακά στα Εξάρχεια· πιο χαμηλά η Πρωτοπορία και το Εναλλακτικό, και παντού μέσα στα Εξάρχεια εκδοτικοί οίκοι, τυπογραφεία, φροντιστήρια.

Ετσι ήταν. Οχι πια. Το κλείσιμο της Εστίας όχι μόνο στερεί την εναρκτήρια σηματοδότηση της Σόλωνος των γραμμάτων και των τεχνών, αλλά σημαίνει και το στέρεμα μιας απ΄τις τελευταίες πηγές του ποταμού. Πολύ πριν την πτώχευση, η Σόλωνος είχε φτωχύνει και αλλάξει· έκλειναν βιβλιοπωλεία και άνοιγαν φούρνοι και καφενεία. Οι φιλόδοξες υπεραγορές προσείλκυαν το βιβλιοαγοραστικό κοινό, το αποσπούσαν από τους παραδοσιακούς βιβλιοπώλες. Ο Ελευθερουδάκης υψώθηκε τεράστιος σαν Ντίσνεϊλαντ στην Πανεπιστημίου, έκανε φραντσάιζ και μοντερνιές, φέσωσε όλους τους εκδότες, κατέστρεψε οικονομικά τον σπιτονοικοκύρη του, το Ιδρυμα Μιχελή, και συνεχίζει εν φθορά φεσώνοντας την Αθηναϊκή Λέσχη στην οδό Αμερικής.

Τι άλλο σημαίνει η νεκρή Εστία; Οτι η αστική τάξη των Αθηνών δεν μπορεί να συντηρήσει ούτε ένα βιβλιοπωλείο. Ουτε σαν στέκι ούτε σαν πηγή ενημέρωσης ούτε σαν εστία γνώσης και καλλιέργειας. Ισως επειδή δεν υπάρχει αστική τάξη, που να διαβάζει και να αναζητεί τέτοιο στέκι. Ή επειδή η νέα ανώτερη τάξη, η οικονομικά και πολιτικά κυρίαρχη, δεν χρειάζεται βιβλιοπωλείο στέκι και σημείο αναφοράς, δεν χρειάζεται ιστορικό κέντρο, δεν χρειάζεται φιλολογικά και πολιτικά καφενεία, δεν χρειάζεται δισκάδικο Pop 11, διάλογο, τριβή, ανταλλαγές. Δεν χρειάζεται το κομψό ουζερί Ορφανίδη: στη θέση του βάζει ένα κοσμηματοπωλείο. Δεν χρειάζεται Απότσο, Μπραζίλ και Μπραζίλιαν με ωδές ποιητών. Δεν χρειάζεται τον Μιχάλη Κατσαρό, τον Δημήτρη Χριστοδούλου και την Ελένη Βακαλό στα καφέ, ούτε τους Χατζιδάκι-Γκάτσο στου Ζόναρς. Η νέα ανώτερη τάξη εκπροσωπείται από τον εκάστοτε Μάκαρο στα καφέ της πλατείας, και από εγχώριους χρυσοκάνθαρους στα τέννις κλαμπ των Βορείων Προαστίων· οι μορφωτικές της ανάγκες ικανοποιούνται με γκλόσυ περιοδικά, ποπ κορν, μωλ και μούλτιπλεξ.

Η ερήμωση του ιστορικού κέντρου από αστικά τοπόσημα συμβαδίζει με την ανθρωπολογική και ταξική αναδιάρθρωση των Αθηνών. Οι έχοντες πλούτο και ισχύ όχι μόνο αποσύρονται από το κέντρο, αλλά αποσύρονται και από το αστικό έθος· δεν χρειάζονται, δεν εκτιμούν και δεν ανέχονται να έχουν βιβλιοπώλη τον Μιχάλη Γκανά και δισκοπώλη τον Τάσο Φαληρέα.

Τα ελάχιστα εναπομείνατα στέκια συντηρούνται από τη μεσαία τάξη της μεταπολίτευσης: δεν είναι πλούσιοι, είναι μικροαστικής καταγωγής ως επί το πλείστον, αλλά τρέφονται ακόμη με συζήτηση και ποικίλα μορφωτικά αγαθά. Το Φίλιον-Ντόλτσε, λ.χ.: το τελευταίο ανοιχτό, δημοκρατικό καφενείο του κέντρου που είναι στέκι, προσελκύει ετερόκλητο πλήθος διανοουμένων, καλλιτεχνών, πολιτικών, μηντιακών, περιοίκων, ντεμπυτάντ, τεθλιμμένων συγγενών από μνημόσυνα του Αγίου Διονυσίου, κυριών με τσάντες από ψώνια. Το Φίλιον είναι το άνω όριο των ριζοσπαστικών-πληβειακών Εξαρχείων, καθώς προεκτείνονται προς το συντηρητικό-αστικό Κολωνάκι· ορίζει τον μεταπολιτευτικό άξονα, που ξεκινά από το κλασικό καφέ Φλοράλ της Μπλε Πολυκατοικίας και περατούται στα μισά της Σκουφά. Ενδιαμέσως θάλλουν πολλά μαγαζιά, αλλά ελάχιστα μπορούν να χαρακτηριστούν στέκια. Τα περισότερα αντέχουν όσο η μόδα τους.

Η Εστία, όπως ακριβώς το Φίλιον ακόμη τώρα, σήμαινε τη δυναμική διαλεκτική σχέση ανάμεσα στο Κολωνάκι της εξουσίας και τα Εξάρχεια της διανόησης. Αυτή η σχέση ερειπώνεται, όλα πάνε αλλού.

Η Σταδίου γέμιζε από διαδηλωτές, υπάλληλοι του Δημοσίου και των ΔΕΚΟ απλώνονταν προς το Σύνταγμα, άλλοι ανέβαιναν κόντρα την Πανεπιστημίου με ίδιο προορισμό. Το φθινοπωρινό φως, υπέροχο, αττικό, πλαισίωνε με απίστευτη διαύγεια κάθε κίνηση, κάθε σιλουέτα. Αντάλλαξα μερικές κουβέντες μ’ έναν Εγγλέζο δημοσιογράφο που δούλευε για την κινεζική τηλεόραση και μ’ έναν νεαρό φίλο διεθνολόγο. Δεν είχα δυνάμεις για άλλη ορθοστασία και κατηφόρισα: Καραγεώργη Σερβίας, Περικλέους, Αγίας Ειρήνης.

Τα μαγαζιά ήταν ανοιχτά. Kαι άδεια. Αδεια τα ρολογάδικα και κοσμηματοπωλεία της Περικλέους, άδεια τα υφάσματα, κομβία, φόδρες, είδη προικός. Μόνο τα καφενεία είχαν κόσμο: άνεργοι, άεργοι, αργόσχολοι, συνταξιούχοι, δεν ξέρω τι, ρουφούσαν ήλιο και εσπρέσο στην πλατεία Αγίας Ειρήνης, μια προστατευμένη φυσαλίδα, μια ιταλική πλατεία, σαν σκηνή θεάτρου. Καφές με τα μάτια μισόκλειστα κόντρα στο ηλιόφως, και τα γκαρσόνια να απομακρύνουν σθεναρά τους ζητιάνους. Ιδια η δράση και στον ήμερο πεζόδρομο της Αιόλου, δηλαδή απουσία δράσης: οι άνθρωποι κινούνται μαλακά, σχεδόν ακροποδητί.

Εξακολουθώ να ρίχνω κλεφτές ματιές μέσα στα μαγαζιά, πίσω από χτυπητές επιγραφές “Προσφορές”, “Μισοτιμής”. Οι εμποροϋπάλληλοι στέκονται αδρανείς, απαθείς, μερικοί βρίσκονται στο δρόμο και λιάζονται. Ο,τι είναι να συμβεί, θα συμβεί, ας συμβεί. Ενα εγκαταλειμμένο μαγαζί πάνω στην παλαίφατο Αιόλου έχει μισάνοιχτη πόρτα, κοιτάω μέσα: σκοτεινή αποθήκη, με τόπια υφάσματα απιθωμένα πρόχειρα, όρθια, ακουμπιστά σε σκελετούς ντέξιον.

Αντέχει ακόμη η Αιόλου, κρατάνε ακόμη οι μαζικές ανακαινίσεις μιας δεκαετίας, την κρατάει η νοικοκυροσύνη των εμπόρων. Ωστόσο κι εδώ πληθαίνουν οι μαύρες οπές των κλειστών, των ξενοίκιαστων, των φαλιρισμένων. Πληθαίνουν και τα καφενεία: φύτρωναν σαν μανιτάρια για τους σουλατσαδόρους, τις φυλές του φραπέ και του φρέντο, τώρα ποιους θα υποδέχονται; Τα βράδια ποιοι γεμίζουν τα μπαράκια που εποίκισαν την Πλατεία Καρύτση, τη Ρόμβης, την Κλειτίου, τη Βουλής, την Κολοκοτρώνη; Ποιοι ξοδεύουν οκτάευρα για μια μεζούρα αμφίβολου αλκοοόλ; Σαν νυχτοπεταλούδες μαζεύονται γύρω απ’ τη λάμπα του μπαρ, για εμβάπτιση στην κοινωνικότητα της μουσικής μες στο δρόμο, για να ξεχαστούν από τη σκληρή μέρα. Ποιος ξέρει…

Τούτη η ζώνη του άστεως έχει μεταπέσει από την ζωηρότητα, το νεύρο του εμπορίου, από τον μετρημένο χρόνο των χειροτεχνών και των μαστόρων, στη νωχέλεια του καφενείου, στη σκηνοθετημένο σπιντ του μπαρ. Η αλλαγή συντελέσθηκε πριν απ’ την κρίση· αλλά μήπως αυτή ακριβώς η μετάπτωση ήταν ένα σημάδι για την επερχόμενη κρίση; Μήπως ήταν ένα σημάδι για την απονεύρωση του παραγωγικού ιστού έως την εξάχνωσή του; Ενα σημάδι για την μετάβαση από τον έμπορο, επιχειρηματία, επαγγελματία, μαγαζάτορα, μάστορα, αρτιζάνο, στον υπάλληλο, τον εξαρτώμενο, τον ουσιαστικά ανειδίκευτο χαρτογιακά, τον έχοντα θέση εργασίας αλλά μη έχοντα επάγγελμα;

Στην Πραξιτέλους, ρωτάω τον καφεκόπτη τι είδους εσπρέσο έχει. Είναι τρίτη γενιά τεχνίτης και έμπορος, περιγράφει κάθε χαρμάνι με την προέλευσή του, το καβούρδισμα, το άρωμα, την τιμή. Ρωτάω το ίδιο σε ένα κατάστημα αλυσίδας franchise: η κοπέλα πρόθυμα μου αναφέρει ότι έχουν τον κλασικό και τον σπέσιαλ, ναι, αράμπικα νομίζει… Δεν ξέρει τι εμπορεύεται, γιατί βρίσκεται εκεί, αλλού θα ήθελε να βρίσκεται.

Κάπως έτσι μεταλλάχθηκε ο κόσμος στο εμπορικό καρτιέ: Από την τέχνη και τη γνώση, στην άγνοια και την κατανάλωση. Από τον βιωμένο χρόνο στον ξοδεμένο χρόνο, από τον χρόνο της παραγωγής στον χρόνο της κατανάλωσης, από την αυτονομία του παραγωγού και εμπόρου, του ελεύθερου επαγγελματία, στην εξάρτηση του υπάλληλου μιας μεγαλοεγχώριας ή πολυεθνικής εταιρείας. Η συγκέντρωση κεφαλαίου και εργασίας έπνιξε παραγωγούς, τεχνίτες, εμπόρους, τα καφενεία και τα ποτάδικα αντικατέστησαν τα υφασματάδικα και τα εργαστήρια. Η συγκέντρωση έφερε τη φούσκα, την κρίση, τη διάλυση. Τώρα διαλύονται και οι εξαρτημένοι, οι προνομιούχοι των ΔΕΚΟ, οι μικρογιάππηδες και οι white collars, τα στελεχάκια, οι μαστερούχοι με εξωτικές αγγλοειδικότητες στις επαγγελματικές κάρτες. Ολα ρευστοποιούνται, παλαιά και νέα και νεότατα.

Ξανακοιτώ με άλλο μάτι τους νωχελικούς θαμώνες των καφενείων στους πεζόδρομους του εμπορικού καρτιέ. Θα μπορούσαν να διαδηλώνουν στο Σύνταγμα για πετσοκομμένους μισθούς, μαζικές απολύσεις, εργασιακή εφεδρεία; Ισως. Εχουν σίγουρη δουλειά, σίγουρο εισόδημα, και δεν νοιάζονται; Μπορεί. Ή μήπως δεν έχουν τίποτε και ακριβώς επειδή δεν έχουν τίποτε να χάσουν πια, λιάζονται αδρανείς και ολιγαρκείς; Πιθανό κι αυτό.

Ολα είναι πιθανά. Ολα μπορείς να τα δεις, όλα μπορούν να συμβούν στην ηλιοστεφανωμένη Αθήνα, αυτό το ιστορικό φθινόπωρο του 2011.

Δεν έχω τίποτε να πώ. Τίποτε παραπάνω απ’ όσα δυσοίωνα έγραφα στις 12 Σεπτεμβρίου 2010, σαν πυρετική προφητεία:

«Κάθε περιγραφή της παρούσας κατάστασης στο ιστορικό κέντρο υπολείπεται της πραγματικότητας· κάθε περιγραφή είναι πιο ζοφερή από την προηγούμενη. Καθώς σωρεύονται οι περιγραφές, αποσπασματικές και περιπτωσιολογικές, μετατρέπονται ακαριαία σε κοινοτοπία, καταντάνε αναμενόμενη μικροφρίκη. Οι μικρομεσαίοι δεν θέλουν να μαθαίνουν, δεν θέλουν να βλέπουν λιώμα πλάσματα χυμένα στα ρείθρα, δεν θέλουν να μυρίζουν ούρα, δεν θέλουν να ακούνε για εγκληματικότητα, δεν θέλουν να δεχτούν ότι η πόλη τους, η πρωτεύουσα του κρατιδίου, καρδιά και πνεύμονας της Δημοκρατίας, κατελήφθη από αλλότριες δυνάμεις, από υπέρτερες δυνάμεις, από τις δυνάμεις της απόλυτης φτώχειας, της εξαθλίωσης, των ανθρώπινων ναυαγίων. Οι μικρομεσαίοι δεν θέλουν να ξέρουν ότι η Αθήνα μετασχηματίζεται σε χωματερή, ότι η εξαθλίωση απλώνεται σαν γιγάντιος μύκητας που όλα τα σκεπάζει και τα κατατρώει, από το κέντρο, εστία της λοίμωξης, προς την περιφέρεια, προς τις γειτονιές, τις συνοικίες, τα προάστια.

»Οι μικρομεσαίοι Ελληνες δεν θέλουν να ξέρουν το προφανές: Στη χωματερή του ιστορικού κέντρου καθρεφτίζεται εν μέρει η παρούσα Ελλάδα, και εν όλω η επελαύνουσα Ελλάδα του σκληρού χειμώνα 2011. […]

»Θα βουλιάζουμε. Κάθε μέρα, κάθε μήνα. Η ύφεση φέρνει φτώχεια στη μικρομεσαία Ελλάδα, φέρνει μνήμες υπανάπτυξης, φέρνει τον μικρομεσαίο, αυτόν που ξέχασε τη φτώχεια και την σπάνη, πιο κοντά, όλο και πιο κοντά στο επίπεδο του οικονομικού πρόσφυγα, του μετανάστη, του απεγνωσμένου. Ο βούρκος του περιθωριακού απειλεί να ρουφήξει και τον ενταγμένο μικρομεσαίο. Μοιράζονται τον ίδιο δημόσιο χώρο, την ίδια ζούγκλα, την ίδια χωματερή.

»Στην κρίση καλύτερος δρομέας είναι ο πλούσιος, έγραψε ένας τραπεζίτης πρόσφατα. Ουδέν αληθέστερον. Οι πλούσιοι δεν ζουν καν στην Αθήνα, δεν τους νοιάζει· και ίσως βλέπουν την παρακμή της μεσαίας τάξης σαν αποκατάσταση της διασαλευθείσας τάξης, της απόλυτης κυριαρχίας τους, της φεουδαρχίας με νεωτερικά ψιμμύθια. Οι περισσότεροι πολιτικοί υπηρετούν αυτή τη λογική, ή ανήκουν σ’ αυτήν· έχουν εγκαταλείψει προ πολλού και τη δημοκρατία και την πατρίδα.

»Το θέμα είναι τι κάνουν οι μικρομεσαίοι, οι πολλοί, όσοι δεν είναι μακριά από τη φτώχεια, αλλά είναι μακριά από τον πλούτο· τι κάνουν για να σωθούν. Εκαναν το κουνέλι, λούφα και φυγή· μήπως και ωφεληθούν οι ίδιοι από την αδικία, την ανισότητα, την ανομία. Τώρα όμως απειλούνται με ισοπέδωση όλοι, κανείς δεν μπορεί να σωθεί μόνος του.

»Μόνο αν δράσουν συλλογικά, μόνο αν μεταβούν στο Εμείς, θα μπορέσουν να αποτρέψουν την εξολόθρευσή τους, υλική, ηθική, πνευματική. Μόνο αν αποφασίσουν να δράσουν για τον συλλογικό εαυτό, μόνο τότε υπάρχουν ελπίδες ανάσχεσης και αναστροφής τα χρόνια που έρχονται. Οποιος δεν καταλαβαίνει, όποιος δεν αντιλαμβάνεται την ιστορική θραύση, ας κάνει μια βόλτα on the wild side.»

φωτ.: Ελισάβετ Μωράκη

Ζητιάνοι, πρεζάκια, πλανόδιοι πωλητές, φυλές των φαναριών. Ανάμεσά τους, με το φως της μέρας, κυκλοφορούν και μικρομεσαίοι Ελληνες, από ανάγκη, επειδή πρέπει να βρίσκονται εκεί, επειδή περνούν απ’ εκεί, επειδή ξέμειναν οι δουλειές τους εκεί. Οταν πέσει η νύχτα, οι μικρομεσαίοι εξαφανίζονται, εκτός από όσους έχουν τα σπίτια τους εκεί: είναι αυτοί που ζουν εκτός πολιτεύματος, όπως περιγράφει τον εαυτό του φίλος κάτοικος Πατησίων.

Κάθε περιγραφή της παρούσας κατάστασης στο ιστορικό κέντρο υπολείπεται της πραγματικότητας· κάθε περιγραφή είναι πιο ζοφερή από την προηγούμενη. Καθώς σωρεύονται οι περιγραφές, αποσπασματικές και περιπτωσιολογικές, μετατρέπονται ακαριαία σε κοινοτοπία, καταντάνε αναμενόμενη μικροφρίκη. Οι μικρομεσαίοι δεν θέλουν να μαθαίνουν, δεν θέλουν να βλέπουν λιώμα πλάσματα χυμένα στα ρείθρα, δεν θέλουν να μυρίζουν ούρα, δεν θέλουν να ακούνε για εγκληματικότητα, δεν θέλουν να δεχτούν ότι η πόλη τους, η πρωτεύουσα του κρατιδίου, καρδιά και πνεύμονας της Δημοκρατίας, κατελήφθη από αλλότριες δυνάμεις, από υπέρτερες δυνάμεις, από τις δυνάμεις της απόλυτης φτώχειας, της εξαθλίωσης, των ανθρώπινων ναυαγίων. Οι μικρομεσαίοι δεν θέλουν να ξέρουν ότι η Αθήνα μετασχηματίζεται σε χωματερή, ότι η εξαθλίωση απλώνεται σαν γιγάντιος μύκητας που όλα τα σκεπάζει και τα κατατρώει, από το κέντρο, εστία της λοίμωξης, προς την περιφέρεια, προς τις γειτονιές, τις συνοικίες, τα προάστια.

Οι μικρομεσαίοι Ελληνες δεν θέλουν να ξέρουν το προφανές: Στη χωματερή του ιστορικού κέντρου καθρεφτίζεται εν μέρει η παρούσα Ελλάδα, και εν όλω η επελαύνουσα Ελλάδα του σκληρού χειμώνα 2010-11. Καθρεφτίζεται ένα κράτος, μια διοίκηση, ένα πολιτικό σύστημα και ένας λαός, που περιφρόνησαν τον δημόσιο χώρο, τον συλλογικό βίο, το κοινό καλό, το σχέδιο, την ταυτότητα, που στρουθοκαμήλισαν ενώπιον της ζωής με κλισέ ορθοφροσύνης, που φάνηκαν οπισθόβουλοι, συμφεροντολόγοι, απαθείς, κυνικοί, κατά συρροήν και κατ΄εξακολούθησιν.

Η μεσαία τάξη, παγωμένη και έμφοβη, δεν θέλει να δει την προεικόνισή της: Εξω από κάθε μαγαζί στο κέντρο της Αθήνας, που κλείνει και μένει ξενοίκιαστο, πένθιμο, στήνεται σκουπιδαριό και δημόσιο ουρητήριο. Το άφησε ο μαγαζάτορας, ο ιδιώτης, έγινε οιονεί δημόσιο, το άφησαν όλοι: ακόμη και οι οδοκαθαριστές του δήμου. Αυτή η εικόνα, βγαλμένη από δυστοπικά μυθιστορήματα και ταινίες, βγαλμένη από βίαια ντοκιμαντέρ και βίντεο ειδήσεων, θα ‘πρεπε να στοιχειώνει τον ύπνο των Ελλήνων. Με υπερφορτωμένες και υποβαθμιζόμενες υποδομές, με σχολεία και νοσοκομεία σε φθίση, με τον κοινωνικό μισθό ισχνό ή ανύπαρκτο, με το νόμιμο εισόδημα συρρικνούμενο, με την παραοικονομία υπό πίεση, με το κράτος χρεοκοπημένο, με τους κυβερνήτες λίγους και άσχετους, ελπίζει άραγε ο Ελληνας ότι τα πράγματα θα φτιάξουν; Μαγικά;

Θα βουλιάζουμε. Κάθε μέρα, κάθε μήνα. Η ύφεση φέρνει φτώχεια στη μικρομεσαία Ελλάδα, φέρνει μνήμες υπανάπτυξης, φέρνει τον μικρομεσαίο, αυτόν που ξέχασε τη φτώχεια και την σπάνιδα, πιο κοντά, όλο και πιο κοντά στο επίπεδο του οικονομικού πρόσφυγα, του μετανάστη, του απεγνωσμένου. Ο βούρκος του περιθωριακού απειλεί να ρουφήξει και τον ενταγμένο μικρομεσαίο. Μοιράζονται τον ίδιο δημόσιο χώρο, την ίδια ζούγκλα, την ίδια χωματερή.

Στην κρίση καλύτερος δρομέας είναι ο πλούσιος, έγραψε ένας τραπεζίτης πρόσφατα. Ουδέν αληθέστερον. Οι έχοντες δεν ζουν καν στην Αθήνα, δεν τους νοιάζει· και ίσως βλέπουν την παρακμή της μεσαίας τάξης σαν αποκατάσταση της διασαλευθείσας τάξης, της απόλυτης κυριαρχίας τους, της φεουδαρχίας με νεωτερικά ψιμμύθια. Οι περισσότεροι πολιτικοί υπηρετούν αυτή τη λογική, ή ανήκουν σ’ αυτήν· έχουν εγκαταλείψει προ πολλού και τη δημοκρατία και την πατρίδα.

Το θέμα είναι τι κάνουν οι μικρομεσαίοι, οι πολλοί, όσοι δεν είναι πάνω από τη φτώχεια, αλλά μακριά από τον πλούτο· τι κάνουν για να σωθούν. Εκαναν το κουνέλι, λούφα και φυγή· μήπως και ωφεληθούν οι ίδιοι από την αδικία, την ανισότητα, την ανομία. Τώρα όμως απειλούνται με ισοπέδωση όλοι, κανείς δεν μπορεί να σωθεί μόνος του. Μόνο αν δράσουν συλλογικά, μόνο αν μεταβούν στο Εμείς, θα μπορέσουν να αποτρέψουν την εξολόθρευσή τους, υλική, ηθική, πνευματική. Μόνο αν αποφασίσουν να δράσουν για τον συλλογικό εαυτό, μόνο τότε υπάρχουν ελπίδες ανάσχεσης και αναστροφής τα χρόνια που έρχονται. Οποιος δεν καταλαβαίνει, όποιος δεν αντιλαμβάνεται την ιστορική θραύση, ας κάνει μια βόλτα on the wild side.

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

RSS Gatherate: The Best of the Greeks

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Twitting

  • Ζωγράφισε τους ισχυρούς σαν χατζηαβάτες, τους ταπεινούς σαν θυμόσοφους, εντόπιζε ποταπές ρητορείες, χαστούκιζε την… twitter.com/i/web/status/1… 1 week ago
  • Η ανάκαμψη των σοσιαλιστών, η ορμητική εμφάνιση ριζοσπαστών αριστερών στον Μεσογειακό Νότο οφείλεται σε αντίστροφη… twitter.com/i/web/status/1… 2 weeks ago
  • Πού να σου εξηγώ «πόθεν η κοινή λέξις τραγουδώ»…; «Ένα Βλέμμα» στο Έθνος της Κυριακής μετά τη συνάντηση Μητσοτάκη -… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago
  • Μετά τη συνάντηση καλλιτεχνών-Μητσοτάκη, να τον ρωτήσω: Πόσο θράσος; Πώς διαχειρίστηκαν το θέμα από το 1993, όταν ψ… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago
  • Παπατζιλίκι με τους τραγουδοποιούς: Άσμα 450+: Επικίνδυνο και παραπλανητικό το βίντεο του Κυριάκου Μητσοτάκη ethnos.gr/politiki/33501… 1 month ago
  • Με τους βουλευτές της Βόρειας Μακεδονίας, Beti Rabadzievska από τις Πρέσπες (αριστερά) και Sasho Vasilevski από την… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 1.003.242 hits
Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: