You are currently browsing the tag archive for the ‘θάνατος’ tag.

Ο τραγικός θάνατος του 19χρονου στο τρόλεϊ πυροδότησε μια αντιπαράθεση, η οποία δείχνει πολλά πράγματα και αποκρύπτει άλλα τόσα. Η απώλεια μιας ζωής, πολύ περισσότερο ενός παιδιού και υπό τέτοιες συνθήκες, είναι ικανή να παγώσει το αίμα κάθε ανθρώπου, ιδίως κάθε ανθρώπου που έχει παιδιά. Το πρώτο που σκέφτηκα ήταν η μάνα και ο πατέρας, που έχασαν το παλικάρι τους για 1 ευρώ και 40 λεπτά. Αναλογίστηκα τη φρίκη και τον πόνο τους, και πάγωσα· ένιωσα τυχερός και ένοχος μαζί, που τα δικά μου παιδιά ζουν πλάι μου.

Αναλογίστηκα ότι ακόμη και υπό την επαχθέστερη πενία, η ζωή παραμένει το υπέρτατο αγαθό, μάλιστα συνυφασμένη με αξιοπρέπεια. Αυτή η αξιοπρέπεια αφαιρέθηκε πρώτα από το παλικάρι: Γυμνώθηκε η ζωή του, κι ύστερα θόλωσε ο κόσμος όλος.

Αναλογίστηκα ταυτόχρονα αν ο ελεγκτής είχε παιδί, ας πούμε έναν έφηβο γιο, εσωστρεφή ή ατίθασο, στα δεκαεννιά, που βγαίνει για βόλτα χωρίς χαρτζιλίκι. Τι θα ‘λεγε στον γιο του αν τον έπιανε να καπνίζει στο μπαλκόνι, ή να μπαίνει στο τρόλεϊ για δυο στάσεις χωρίς εισιτήριο; Πώς θα τον φρονημάτιζε για το πταίσμα; Θα τον χαστούκιζε ή θα τον απειλούσε; Στη δουλειά του θα έχει δει πολλά παράξενα, πτυχές ανθρώπινης αδυναμίας, ντροπής, ίσως πονηριάς, σίγουρα στιγμιαίες γυμνώσεις της ζωής. Θα ‘λεγε λοιπόν, ηρέμησε τώρα, δεν είναι και προς θάνατον, πάμε στο σταθμαρχείο και θα τα ξεκαθαρίσουμε, το πολύ να πληρώσεις 40 ευρώ πρόστιμο. Προσπαθώ να μπω στη θέση του ελεγκτή.

Την κακιά ώρα ακολούθησε ένα κακό σχόλιο. Η γυμνή ζωή χαρακτηρίστηκε τζαμπατζίδικη. Δεν ήταν ατυχής διατύπωση· οι συγγραφείς ξέρουν τι γράφουν ― ή δεν είναι συγγραφείς. Κι έτσι η ζωή των 19 χρόνων αφού γυμνώθηκε, χάθηκε μες στην επιτίμηση και την έριδα. Σκέφτομαι μόνο τους γονείς.

Advertisements

Ο ήλιος καταυγάζει τον Σαρωνικό, την Αττική, την πόλη των Αθηνών. Καταυγάζει ψυχές και αλλάζει διάθεση. Καθώς υποδεχόμαστε το 2012, νιώθουμε ότι τίποτε δεν είναι ίδιο πια, ίδιο με ό,τι γνωρίζαμε· η χρονιά που τέλειωσε μάς κατέπληξε, μας πόνεσε, μας φόβισε, τόσο που να περιμένουμε τα πάντα, ακόμη και χειρότερα.
Θα είναι δύσκολο το ’12, αλλά θα αρχίσει να φαίνεται πια το τέλος· το τέλος της καθόδου. Δηλαδή, το τέλος της αβεβαιότητας: αυτή είναι η πιο επώδυνη, αυτή μουδιάζει τις ψυχές και τα μυαλά. Η πρόσκρουση στον πάτο θα είναι ανακουφιστική, διότι θα σημάνει το τέλος των ψευδαισθήσεων σωτηρίας εξ ουρανού, θα τερματίσει το φόβο και την απόγνωση. Σημαίνει γείωση στο χώμα και τη στάχτη. Θα σημάνει επανέναρξη.

Βαθιά μέσα μας πεταρίζει μια πίστη καταγόμενη από το Tikkun olan της Καμπάλα: εκεί στα σκοτάδια του πάτου, ξαναβρίσκουμε τον βαθύ χρόνο, τον χρόνο πριν από τον χρόνο, πριν από την πτώση, και μαζί μάς αποκαλύπτεται η δυνατότητα αποκαταστάσης, η δυνατότητα να αποκαταστήσουμε τον ραγισμένο κόσμο μας, να τον επαναφέρουμε καινούργιο· εκεί στα σκοτάδια του βυθού, απόκειται η τρομερή δυνατότητα της ανακαίνισης. Οχι αναπαλαίωση, όχι αναστήλωση ερειπίων, αλλά ανακαίνιση μέσα από την καταστροφή.

Αυγή.
Ο ήλιος βάφει μαγικά τον ουρανό πάνω απ’ την Καστέλα. Παραβάλλω αυτό το πυρετώδες ηλιοβασίλεμα με την ζωγραφική «Αυγή» που μου ‘στειλε ο Μποκόρος για ευχή. Ηλιόβγαλμα και ηλιοβασίλεμα υποστασιώνονται στα μάτια μας με ίδια χρώματα, ίδιες φόρμες, ίδια φευγαλέα δυναμική, ίδιο κέντρισμα να στοχαστείς το χρόνο: στο τέλος η αρχή. Κύκλος.

Η κρίση φέρνει στον νου τον κυκλικό χρόνο των προνεωτερικών ανθρώπων, τέτοιων που ζουν ακόμη, τέτοιων που ήταν οι γονείς και οι παππούδες μας. Τη χρειαζόμαστε αυτή την κρίση για να αποτινάξουμε την τυραννία του γραμμικού χρόνου, του αυθάδους διανύσματος της διαρκούς προοόδου, της αλαζονικής συσσώρευσης. Η απόγνωση της κρίσης μάς προσφέρει μια βαθύτερη επίγνωση του χρόνου: ο χρόνος σπαταλιέται, όταν δεν τον ζεις απόλυτα και μοναδικά, με ό,τι έχεις, όπως είσαι· μόνο έτσι, αλλιώς, η ζωή κλειδώνει σε βρόχους, κάνει λούπες, ξοδεύεται και καίγεται.

Κατά τα λοιπά, οι άνθρωποι:
Μπαινοβγαίνω σε ηλικίες, κλέβοντας ομιλίες και σημάδια εφήβων, είκοσι-κάτι, τριάντα-φεύγα, μεσηλίκων, ηλικιωμένων. Σε καφενεία, τραπεζώματα, ραδιοθαλάμους, σε φυσαλίδες σοσιαλμηντιακές και σωματικές προσκρούσεις, όλοι μου μεταγγίζουν δύναμη και πίστη στη ζωή. Σκέφτομαι ότι αυτό το κεφάλαιο είναι αφάγωτο, οι άνθρωποι: απρόβλεπτοι, ανόμοιοι, πληγωμένοι, σκόρπιοι, παρ’ όλ’ αυτά ακατάβλητοι, πομποί αισθημάτων και ζωτικότητας.

«Θα σταθούμε όρθιοι, ρε!» μου σφίγγει ζωηρά το χέρι και με χτυπάει στον ώμο πολυπράγμων συνομήλικος στην οδό Ασκληπιού, κι ένας άλλος στη Σκουφά διασχίζει το οδόστρωμα με φιλάει στο κρύο μάγουλο και ψιθυρίζει εμπιστευτικά μες στη βουή «υγεία, αδελφέ, αγάπη, κι όλα θα ‘ρθουν…» Εγκαρδιωμένος μοιράζομαι κονιάκ και ρακές, ώσπου να σκοτεινιάσει καλά. Από κάθε πόρο της πόλης αναδύεται γνώση και καρτερία, και μια θέληση αμίλητη ακόμη, ωστόσο υπαρκτή, φουσκώνει στις φλέβες: Θα σταθούμε όρθιοι, δεν θα μας πάρει αποκάτω.

Ξυπνάω πριν την αυγή.
Είμαι στο πλοίο, ακτή Κονδύλη, Σαρωνικός, Κάβο Κολώνες, Κάβο Ντόρος ανταριασμένος, Τζιά, Γιούρα, κάτω δυτικά τα Θερμιά, ο κάβος της Σύρας, το μπουγάζι του Τσικνιά, το Φανάρι. Στο τέρμα του δρόμου, ο Αϊ-Λούκας των κεκοιμημένων, φλογίτσες δαρμένες από τον βοριά, και χαμομήλια την άνοιξη. Φλογίτσες. Φωτογραφίες από βαφτίσια με βιολιά στο νησί, φωτογραφίες από βαφτίσια με κλαρίνα στο βάλτο. Φλογίτσες.

Είμαι ξανά στο πλοίο. Χωρίς βιβλίο, χωρίς μουσική. Μόνο με κύμα μανιασμένο κι αρμύρα και τσιγάρο κλεισμένο μες στη φούχτα. (Δεκάξι, στο Ναϊάς Ι, πενήντα τρία, στο Ιθάκη, ίδιο ταξίδι, πάντα το ίδιο, από το ένα λιμάνι στο άλλο, πότε για ζωή και πότε για θάνατο.)

Πϊσω από κάθε ακρωτήρι ξεπροβάλλει ένα άλλο.

Για τον Σπύρο Παντ. Μπουκάλα, ετών 20

Αβάσταχτη. Ανείπωτη. Αδιανόητη. Απαρηγόρητη. Κι εντούτοις πικρό μέτρο του κόσμου. Η απώλεια, μάλιστα η απώλεια του παιδιού, η απώλεια του παλικαριού, είναι η μόνη που δίνει το μέτρο να ζυγίσεις τις άλλες θλίψεις, τις άλλες έγνοιες, τις ήττες και τις καταστροφές, συλλογικές, κοινωνικές, ιστορικές· να τις μετρήσεις με τα σταθμά του πόνου, που ξεπερνά τον άνθρωπο και τον ορίζει. Που του θυμίζει τι είναι. Οναρ σκιάς.

Πώς θα ζήσουν οι γονείς; Το γοερό ερώτημα μ’ έσκισε στο τηλέφωνο. Πώς θα ζήσουν η Σάσα και ο Παντελής χωρίς τον Σπύρο; Πώς επιζεί ο γονιός που χάνει το εικοσάχρονο παιδί του; Ακαριαία μπήκα στη θέση των συντέκνων, έχω παιδί στην ίδια ακριβώς ηλικία, κι έπεσα στα γόνατα ξέπνοος άλαλος μουσκεμένος, σε μια σκοτεινή εσοχή, να μη με βλέπει μάτι. Ακουγα στο κινητό τον άνεμο της Ελευσίνας, και τον γόο. Είδα μπροστά μου πρόσωπα βρεφών και νηπίων, την πρωτότοκη στο Αιγαίο, γκριμάτσες, τσουλούφια, φακίδες, επικά βαφτίσια με κλαρίνα του βάλτου, ποδοσφαιρικές φανέλες, είδα τους εαυτούς γονείς ν’ ασπρίζουν και τα νήπια να αντρεύουν και να σαλπάρουν, άκουσα μπουζουκομπαγλαμάδες σε συμπόσια, άκουσα υποβλητικούς τον Μάντη και τον Πάνθηρα, την Ευδοκία και τον Αλγόρυθμο, άκουγα, έβλεπα, μύριζα, η ζωή περνούσε με αστραπές και μαστιγώματα της μνήμης. Η ζωή.

Μπροστά στον θάνατο ψελλίζουμε στερεοτυπικά, μπροστά στον θάνατο του παλικαριού σώνεται ακόμη και το ψέλλισμα, σβήνει κάθε στερεότυπο. Δεν ψελλίζω τίποτε.

Σκέφτομαι μόνο ότι ο ποιητής πατέρας έχει γράψει τόσο βαθιά, τόσο συμπονετικά, για την απώλεια, το πένθος και τον θάνατο, ζυμωμένος μαζί τους από παιδί, μα πάντα δοσμένος της ζωής. Τούτο, του 2009 («Σύνοψη». Παντελής Μπουκάλας, Ρήματα):

Μια μεταφορά ο βίος
Κυριολεκτικά

Ακάθεκτα περνούν τα χρόνια μας τα στάσιμα
ένας αέρας πες ένας αέρας. Ούτε.
Εκείνος, μια θ’ αναστήσει τη φωτιά
μόλις που σβήνει
μια τα καράβια θα τα κινδυνέψει
μια πιο αψύ θα κάνει το κρασί.
Αέρας το λοιπόν.
Αφού το λες.
Φυσάει και φεύγει.
Απ’ την πληγή δεν απομένει παρά η μνήμη της,
λειψή κι εκείνη,
μακρινή. Τότε. Θυμάσαι. Δεν θυμάσαι;
Τότε που έφυγε ο…
Ο;
Ολα τα συνοψίζει ο θάνατος

Ολα;

Χιλιάδες Νεοέλληνες κατέκλυσαν την περασμένη Τετάρτη το Μέγαρο Μουσικής, σπρώχτηκαν για ένα δελτίο εισόδου. Ποιο αστέρι της τέχνης προκάλεσε την πρωτοφανή κοσμοσυρροή; Ενας ψυχαναλυτής· με μια διάλεξη περί θανάτου. Ο 77χρονος Ιρβιν Γιάλομ, συγγραφέας διδακτικής μυθοπλασίας και ψυχαναλυτής, λατρεύεται με ασυνήθιστη ένταση στη χώρα μας. Στις ΗΠΑ είναι πολύ λίγο γνωστός. Εδώ, διαβάζεται και λατρεύεται περίπου ως γκουρού.

Υποψιάζομαι ότι οι περισσότεροι αναγνώστες του Γιάλομ δεν έχουν ακολουθήσει κάποιους είδους σοβαρή ψυχοθεραπεία αναλυτικού τύπου. Προτιμούν το διάβασμα από τη θεραπεία ― το διάβασμα είναι ανώδυνο και φτηνό, δεν απαιτεί εμπλοκή. Μα ασφαλώς οι αναγνώστες και ακροατές του Γιάλομ αναζητούν απαντήσεις, λύσεις, ελπίδα, παρηγοριά· για τον φόβο του θανάτου, για τις ενοχές, για τα συναισθηματικά κενά, για τον πόνο της ύπαρξης, για την απουσία χαράς.

Ακριβώς τα ίδια αναζητούσαν προ μηνών και τα πλήθη που συνέρρεαν στους ναούς της Αττικής για να προσκυνήσουν το λείψανο του Ρώσου Αγίου Σεραφείμ του Σάροφ. Συγχώρεση για τις αμαρτίες του αδύναμου ανθρώπου, παρηγοριά έναντι του θανάτου, αποκούμπι μες στον δύσκολο βίο.

Ψυχές πονεμένες και αγωνιώσες, με ερωτήματα και φόβους, κι εδώ κι εκεί. Εντός της εκκλησίας, την παρηγοριά και τη συγχώρεση οικονομεί ο πνευματικός, ο εξομολόγος· ακούει πολύ, μιλάει λίγο, μεσιτεύει τον Λόγο στον πιστό, νουθετεί· κυρίως, μεσιτεύει τη συγχώρεση, κάνει το βάρος της ενοχής λιγότερο αβάσταχτο. Στο κοσμικό πλαίσιο, το έργο της μεσιτείας αναλαμβάνει ο ψυχοθεραπευτής: οδηγεί τον θεραπευόμενο στον εαυτό του, να συγχωρέσει τον εαυτό του και να τον αποδεχθεί, να αναγνωρίσει τα αισθήματα και τα πάθη του, ενδεχομένως να μάθει να αγαπά και ν’ αγαπιέται.

Ιδια η αγωνία, πυρηνικά ίδια η διαχείριση. Οι άνθρωποι ζητούν απαντήσεις και παρηγοριά. Ενας διαφορισμός: στο λείψανο συνέρρευσε η φτωχολογιά, θεοφοβούμενοι, ρωσόφωνοι· στον ψυχαναλυτή συνέρρευσε η εκκοσμικευμένη μεσαιοανώτερη τάξη.

Δυο διαφορετικές συζητήσεις διασταυρώθηκαν πάνω μου τις περασμένες μέρες: Μια για την κοινή λογική και μια για τον θάνατο και την αγάπη. Μια συζήτηση για το common sense· για την ουσία του εργαλειακού λόγου, που έχει λύσεις για όλα, που δεν βλέπει μπροστά του άλυτα προβλήματα, αλλά προκλήσεις για χρήση εργαλείων. Είναι λόγος που αντηχεί τον επιστημονισμό του 19ου αιώνα, την τυφλή πίστη ότι επιστήμη και τεχνική θα λύσουν κάθε πρόβλημα του ανθρώπου· αντηχεί τον μεσσιανισμό της αιωνίας προόδου, αντηχεί τη λατρεία του καπιταλισμού ως μόνης δυνατότητας οργάνωσης του υλικού και του φαντασιακού.

Αντηχεί βεβαίως και τη θεμιτή αντίσταση στη θολούρα θεωρητικών και ιερέων, αντηχεί την ανάγκη να προάγουμε τον πρακτικό βίο, να διευκολύνουμε τη vita activa. Αλλά οι περισσότερες χρήσεις της λεγομένης κοινής λογικής είναι χρήσεις αυτάρεσκης εργαλειακότητας, εχθρικής και καχύποπτης απέναντι στο απρόβλεπτο, στο χαοτικό, το μη γραμμικό, το μεταφυσικό. Ο εργαλειακός λόγος καυχιέται ότι διευθετεί τα πάντα· πώς να αποδεχτεί την αδυναμία του ενώπιον του μυστηρίου, του ανείπωτου, του μεταφυσικού, ενώπιον της αγάπης, του πόνου ή του θανάτου;

Ενας φίλος αναρωτήθηκε πικρά αν τα εργαλεία μπορούν να σκεφτούν τον εαυτό τους. Προεκτείνω: Τι γίνεται με τους ανθρώπους που σκέφτονται σαν εργαλεία; Που δεν σκέφτονται τον εαυτό τους μέσα στον άλλο, που δεν στοχάζονται την επαφή και τη σύντηξη; Που έχουν εξορίσει από το εννοιολόγιό τους το μηδέν και το άπειρο;

Δύο γυναίκες, με διαφορετικά βιώματα, διαφορετική γλώσσα, άλλες στοχεύσεις, μου απάντησαν με τον τρόπο τους. Η Γαλλίδα ψυχολόγος πόνου Μαρί Ντ’ Ενεζέλ και η Βελγίδα φιλόσοφος Λυς Ιριγκαρέ. Η πρώτη στο βιβλίο της «Μύχιος θάνατος» υποστηρίζει ότι οι ετοιμοθάνατοι μάς μαθαίνουν τη ζωή. Παράδοξο; Η Ντ’ Ενεζέλ εκκινεί από την πράξη: τι έμαθε συνοδεύοντας ανθρώπους έως το κατώφλι του περάσματος. Μιλά παθιασμένα για τη σχέση με τον ανίατο ασθενή, για το άγγιγμα, την απτική σχέση, για την ντροπή του ρημαγμένου σώματος, για τη συμφιλίωση, την παραδοχή, το ειρηνικό και ανεπαίσχυντο τέλος.

«Είμαι το βλέμμα του άλλου»: η περαματάρισσα Ντ’ Ενεζέλ ανακαλεί τον Λακάν, για να θεμελιώσει και θεωρητικά ό,τι της διδάσκει καθημερινά η σχέση της με τον θάνατο του άλλου. Ο άλλος σβήνει εν ειρήνη καθώς καθρεφτίζεται στη συμπόνια και την αποδοχή, όταν δεν αντικρίζει θυμό, αποστροφή ή αδιαφορία. Και η μοίρα μας είναι κοινή: Προστατεύοντας τον ετοιμοθάνατο, προστατεύουμε τον εαυτό μας, λέει η Ντ’ Ενεζέλ. Εκκινώντας από την πραγματικότητα της μοναξιάς και της εγκατάλειψης, από τον εκμηχανισμό της ιατρικής, φτάνει στη ρίζα της ανθρωπινότητας: πώς αναμετριόμαστε σήμερα με τη φθορά και τον θάνατο.

Από άλλη αφετηρία, στο «Δρόμο της αγάπης» η φιλόσοφος Ιριγκαρέ, πλησιάζει στο ίδιο τέρμα: στον άλλο. Αναζητεί τον δρόμο προς το ξέφωτο του Χάιντεγκερ, δρόμο πάντα κρυμμένο και πάντα φανερό. Η Ιριγκαρέ γράφει σαν σοφός, όχι σαν ακαδημαϊκός· χωρίς υποσημειώσεις και παραπομπές, μα και χωρίς ευκολίες, πυκνά, με απαιτήσεις. Στοχάζεται τη γλώσσα ως άγγιγμα, ως γέφυρα με τον άλλο: «Για να υπάρχει ανταλλαγή, είναι ουσιώδες ο άλλος να μας αγγίζει, ιδίως μέσω των λέξεων…»

Βασιζόμενη στον Χάιντεγκερ και τον Λακάν, η Ιριγκαρέ ακτινογραφεί τη διαφορά, τη μοναδικότητα, τη σχέση, τη ζωή ως θαύμα: «Η ταυτότητα του ανθρώπου δεν προϋποθέτει μια μάλλον ή ήττον καλυμμένη σχέση του ίδιου με τον εαυτό του… Υποδηλώνει τη σχέση του ίδιου με τον άλλο». Η κριτική της προς τον κυρίαρχο σήμερα εργαλειακό ατομικισμό θυμίζει τον πλατωνικό Φαίδρο, όπου ο Σωκράτης αναζητεί διδάγματα στους εν τω άστει ανθρώπους.

Ψαύει την «καταυγάζουσα χάρη της αγάπης», σαν φωτοσκίαση: «Η αγάπη ανοίγει έναν τόπο καταφυγής και στοχαστικής συγκέντρωσης. Προϋποθέτει την ικανότητα για άφημα όσο και για πλάσιμο. Και την αποδοχή ενός μοιράσματος ανάμεσα στη σκιά και το φως».

Υμνεί, κι αυτή, το άγγιγμα: «Το άγγιγμα επιτρέπει την επιστροφή στον εαυτό, στην κατοικία του οικείου φωτός. Αλλά επίσης πηγαίνει να συναντήσει τον άλλο, φωτισμένο-φωτεινό, ξεχειλίζοντας τον δικό του κόσμο, προκειμένου να γευτεί μια άλλη φωτεινότητα. Προκειμένου να δώσει και να λάβει αυτό που φωτίζει τους θνητούς στο μονοπάτι τους».

Να, ο άνθρωπος σκέφτεται τον εαυτό του: σαν μοναδικό έργο τέχνης και όχι σαν εργαλείο.

εικον.: Αντρέι Ταρκόφσκι, Νοσταλγία

buzz it!

Ακούω τον ψίθυρο του κύματος απαράλλαχτο. Ακούω γουργουρητό πολυβάλβιδου κινητήρα. Ακούω αναστεναγμούς γερόντων λουομένων. Ακούω λογαριασμούς νεόπλουτων μητέρων, πώς θα μεταφέρουν στο νησί το κέτερινγκ για τα γενέθλια του μικρού – με ελικόπτερο ίσως;

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

RSS Gatherate: The Best of the Greeks

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Twitting

  • Στο Νότο! O Νίκος Ξυδάκης είναι υποψήφιος βουλευτής στον Νότιο Τομέα Β' Αθηνών (Β3). Δήμοι: Αγίου Δημητρίου, Αλίμο… twitter.com/i/web/status/1… 2 weeks ago
  • Κρύβει νούμερα η ΝΔ χωρίς να ψελλίζει μια συγγνώμη για τη χρεοκοπία. Υπόσχεται μειώσεις φόρων και πουλά φαντασίες γ… twitter.com/i/web/status/1… 3 weeks ago
  • Καμία παρέμβαση o K. Καραμανλής από το 2009, όταν η χώρα βυθίστηκε. Και τώρα δεν βρήκε μισή κουβέντα για το αν έφτα… twitter.com/i/web/status/1… 3 weeks ago
  • RT @BrankoMilan: Finally, Greece 2007-13 combined the worst parts of Italy and Spain: everybody lost in real terms (the line is negative th… 3 weeks ago
  • Η σημερινή Αριστερά δεν μπορεί να είναι μετα-υλική, να μιλάει μόνο για τα ατομικά δικαιώματα και τις ΛΟΑΤΚΙ κοινότη… twitter.com/i/web/status/1… 3 weeks ago
  • Σήμερα @neaselidagr: Στις 7.7 θα συνεχίσει η χώρα τον ανηφορικό δρόμο στη σταθεροποίηση και ανασυγκρότηση, με κοινω… twitter.com/i/web/status/1… 3 weeks ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 1.004.430 hits
Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: