You are currently browsing the tag archive for the ‘ηττοπάθεια’ tag.

Ακουγα προσεκτικά δύο επιφανείς ξένους πολιτικούς και οικονομολόγους, έναν Ισπανό και έναν Τούρκο να εξηγούν γιατί η αντιμετώπιση της κρίσης στον Ευρωπαϊκό Νότο δια της εντεινόμενης λιτότητας δεν οδηγεί πουθενά· ανατροφοδοτεί το πρόβλημα, βυθίζει περαιτέρω τις οικονομίες στην ύφεση, καταστρέφει κοινωνίες.

Ο Ζοσέπ Μπορέλ έχει χρηματίσει πρόεδρος του Ευρωκοινοβουλίου· ο Κεμάλ Ντερβίς ήταν υπουργός Οικονομικών της Τουρκίας την εποχή της μεγάλης κρίσης της, το 2001, ο άνθρωπος που την οδήγησε σε ανάκαμψη σε λιγότερο από δύο χρόνια. Ακουγα να αναλύουν τη μακροδομή της ευρωζώνης, εύληπτα και ευθύβολα, και άκουγα επίσης τις σκέψεις τους για την Ελλάδα, διατυπωμένες χωρίς διάθεση πατρωνίας, με φιλική διάθεση. Μην τα περιμένετε όλα από τον τουρισμό, είπε ο Ντερβίς· στραφείτε προς την οικονομία της γνώσης και της καινοτομίας, μπορείτε. Είπε κι άλλο ένα ενδιαφέρον: η κρίση δεν μπορεί να αποδίδεται σε εθνοφυλετικά χαρακτηριστικά, σε γονίδια, ότι οι Ελληνες δεν εργάζονται αρκετά, γι’ αυτό επτώχευσαν· κανείς δεν έχει πει κάτι ανάλογο για τους Αμερικανούς του Great Depression.

Παρόμοια ήταν τα συμπεράσματα των δύο Ελλήνων οικονομολόγων, των Θ. Πελαγίδη – Μ. Μητσόπουλου, το βιβλίο των οποίων συμπαρουσίαζαν οι δύο ξένοι: στην Ελλάδα υπάρχει πλούσιο δυναμικό επιστημόνων και ερευνητικών ιδρυμάτων, το οποίο όμως μένει αναξιοποίητο. Μία βασική αιτία: Η δαπάνη για επιχειρηματική έρευνα στην Ελλάδα είναι λιγότερη από το 1/5 του μέσου όρου στην ευρωζώνη. Προεκτείνω: Η ελληνική οικονομία, καθοδηγημένη επί ένα τέταρτο του αιώνος από τους ίδιους εγκεφάλους, απέφυγε να επενδύσει στην έρευνα, στην καινοτομία, στην παραγωγή· στράφηκε στην πιστωτική επέκταση, επιδόθηκε στον παρασιτισμό επί του κράτους, προμοδοτήθηκε η κατανάλωση.

Η πολιτική ηγεσία, αφοσιωμένη στο συμβόλαιο αμοιβαίας εξαχρείωσης με τους εκλογείς της, δεν εφρόντισε ούτε καν για ένα δίχτυ προστασίας των αδυνάτων. Την κρίσιμη στιγμή του ατυχήματος δεν διέθετε ούτε την ικανότητα ούτε τη βούληση να προτείνει ένα εθνικό σχέδιο σωτηρίας. Αντ’ αυτού, παραδόθηκε ολόψυχα στην καλοσύνη των ξένων και ταυτοχρόνως επιδόθηκε σε ενοχοποίηση του ελληνικού λαού, αμιλλώμενη τις λαϊκές φυλάδες της Γερμανίας: κράτος διεφθαρμένων, μαζί τα φάγαμε, λαός λαϊκιστών, κόμμα της δραχμής. Τούτη η φρικτή διαδικασία αυτολοιδορίας μου ήρθε πάλι στον νου, όταν άκουσα την σύγκριση του Κεμάλ Ντερβίς μεταξύ του ελληνικού και του αμερικανικού Great Depression. Πράγματι κανείς δεν απέδωσε το Κραχ και την Μεγάλη Υφεση στα τεμπέλικα γονίδια του αμερικανικού λαού· πολύ περισσότερο, ούτε ο Xούβερ ούτε ο Ρούζβελτ κατηγόρησαν το λαό τους για διαφθορά και σπατάλη.

Ισως δεν έχει νόημα πια να ανατρέχουμε κάθε τόσο στις απαρχές της κρίσης· προέχει να δούμε τι κάνουμε τώρα. Αλλά και έχει νοήμα. Διότι πρέπει να κατανοήσουμε την πολιτική παθογένεια, που οδήγησε σε ηγεσίες κατώτερες των περιστάσεων και σε εξασθένηση της δημοκρατίας, αφενός. Αφετέρου, πρέπει να αναλύσουμε και να βρούμε τρόπους να ξεπεράσουμε την παθητική ανάθεση, που χαρακτήρισε την πολιτική συμπεριφορά της λαϊκής πλειονότητας προ κρίσης· ώστε εν συνεχεία να ξεπεράσουμε το σοκ του δέους, την ενοχοποίηση, την αυτοϋποτίμηση και τον πάνδημο φόβο, που εγκαταστάθηκαν κατά την κρίση. Η ηττοπάθεια, ο κατακερματισμός, η έλλειψη φρονήματος, είναι τα δεινότερα πλήγματα της κρίσης πάνω στο κοινωνικό σώμα· αυτά το τυφλώνουν και το εμποδίζουν να ανασυγκροτηθεί διανοητικά και ψυχικά, ώστε να συγκροτηθεί και πολιτικά, να προβάλει την ενεργό του βούληση.

Ασφαλώς, η ανασυγκρότηση δεν είναι αποκλειστικά εσωτερική, εθνική υπόθεση. Η χώρα υπόκειται σε πολλές και ποικίλες δεσμεύσεις· η εθνική κυριαρχία ήταν συμπεφωνημένα περιορισμένη και προ Μνημονίου. Η ανάκαμψή μας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ανάκαμψη της ευρωζώνης, δηλαδή από την αλλαγή πολιτικής πορείας του υπερεθνικού συνόλου στο οποίο ανήκουμε. Ωστόσο οι δυνατότητες επηρεασμού της υπερεθνικής πορείας εκ μέρους μας είναι περιορισμένες. Εκεί που μπορούμε να εξαντλήσουμε τις δυνατότητες είναι στο εθνικό πεδίο, και εκείθεν θα επηρεάσουμε και το υπερεθνικό: να ανασυγκροτήσουμε το δημοκρατικό κράτος, να αναβαθμίσουμε τους πληγωμένους θεσμούς, να εφαρμόσουμε ένα πραγματιστικό και ριζοσπαστικό σχέδιο για την οικονομία, τη γνώση, την παιδεία, τον πολιτισμό. Ολα τούτα προϋποθέτουν ανάκτηση φρονήματος, πίστη, ευθύνη, ομόνοια, αλλά και ανάκτηση της αίσθησης δικαιοσύνης, ισονομίας, ισοπολιτείας.

Για την παρ’ ημίν Μεγάλη Υφεση δεν φταίνε οι ξένοι, οι ψεκασμοί, οι σοφοί της Σιών, οι συναστρίες, ο Αγαθάγγελος. Πάντως σίγουρα δεν φταίνε και τα νότια γονίδια.

Advertisements

Munoz-boxer

Εχουμε κουραστεί να μετράμε απώλειες. Τέσσερα χρόνια τώρα. Απώλειες υλικές, κοινωνικές, πολιτικές. Η ύστατη και ίσως σημαντικότερη απώλεια με την οποία απειλούμαστε είναι η απώλεια ταυτότητας. Οχι ότι θα τη χάσουμε και θα είμαστε το τίποτε, αλλά υπό την έννοια ότι τα σοκ των μεταβολών ήταν και είναι τόσο πολλά, οι μετασχηματισμοί τόσο απότομοι και βίαι οι, που δεν ξέρουμε πια πού στεκόμαστε, πού πατάμε, ποιοι είμαστε μέσα στη δίνη.

Από τις πρώτες μέρες της αναγγελίας της χρεοκοπίας και της επιβολής των μνημονίων οι Ελληνες βίωσαν μια καταιγίδα δημοσιότητας, σχετική με τον χαρακτήρα τους, με αυτή την συχνά ισοπεδωτική γενίκευση που αφορά τον εθνικό χαρακτήρα, τα χαρακτηριστικά ενός εθνικού συνόλου. Τα εντυπωσιοθηρικά ιδίως μήντια της Βορείου Ευρωπης ανέσυραν πλήθος στερεοτύπων για τον συνοπτικό ανθρωπότυπο του πονηρού, οκνηρού, απείθαρχου, ηδονιστή Ελληνα. Από κοντά, και εγχώριοι θυμόσοφοι.

Το παράδοξο είναι ότι πολλοί Ελληνες συμμερίζονται αυτή την στερεοτυπική περιγραφή τους, για διάφορους λόγους: ίσως επειδή ενσωματώνουν μια ραγιάδικη στάση ζωής, ισχυρό κατάλοιπο υποτελούς της οθωμανικής αυτοκρατορίας· ίσως επειδή βαυκαλίζονται ότι με την πονηριά ξεγελούν τον κουτόφραγκο· ίσως επειδή νιώθουν διαρκώς σύμπλεγμα κατωτερότητας έναντι ενός εξιδανικευμένου, μυθικού Ευρωπαίου ανθρώπου. Πολλά ίσως. Και μια βεβαιότητα: η πλημμύρα και η ένταση της προπαγάνδας για τον ένοχο Ελληνα ήταν τέτοιες που ακόμη και οι μη στερεοτυπικά κομπλεξικοί λύγισαν, υπέκυψαν, έφτασαν ώς τις εσχατιές της μειονεξίας, της αυτοενοχοποίησης, της αυτοϋποτίμησης· εντέλει της αποπροσωποίησης. Με αυτή την έννοια μιλάμε για απώλεια, για ράγισμα ταυτότητας.

Στο ζενίθ της κρίσης, μετά τέσσερα σχεδόν χρόνια αβεβαιότητας και πόνων, μετά αλλεπάλληλες απώλειες, μέγα πλήθος Ελλήνων στέκεται βουβό, μουδιασμένο, με παγωμένη την ψυχή και το μυαλό. Δεν είναι ακριβώς ήττα, αλλά είναι ασφαλώς μια ορισμένη ηττοπάθεια. Εχουν δοθεί μάχες, αλλά όλες σχεδόν έχουν χαθεί στο συλλογικό πεδίο. Ολες οι μάχες ήταν αμυντικές και όλες ήταν στατικές, σε χαρακώματα και απηρχαιωμένες γραμμές Μαζινό. Εδώ και καιρό πια, ο αγώνας μεταφέρθηκε στο ατομικό πεδίο, στο πεδίο της επιβίωσης, με κυρίαρχες τις πρωταρχικές ενορμήσεις, το ένστικτο αυτοσυντήρησης.

Και στα δύο πεδία, συλλογικό και ατομικό, επικρατούν ο φόβος, η ανασφάλεια, η αβεβαιότητα, η σύγχυση, η έλλειψη αυτοπεποίθησης, η απαισιοδοξία. Αλλά και η οργή, το μίσος, η μνησικακία, η μοχθηρία. Στο συλλογικό πεδίο αυτά τα αισθήματα, αυτές οι στάσεις, εκφράζονται με διασταυρούμενα πυρά ασυνεννοησίας, με ιδεοληπτικές καθηλώσεις ασύμπτωτες, με πηχτή κακία, με διαρκώς εντεινόμενη δυσπιστία προς το κράτος, τους θεσμούς, το πολιτικό σύστημα. Με έναν διχασμό να σιγοβράζει· διχασμό ωστόσο που δεν έχει σαφείς πόλους, με διακριτά ιδεολογικά περιγράμματα. Η πολλαπλώς και ατυπικά εκδηλούμενη σύγκρουση δεν μορφοποιείται ακόμη πολιτικά, πλην όμως μπορούμε να διακρίνουμε ευκρινώς πλέον το υλικό της υπόστρωμα: την αναδιανομή πλούτου και τον ανασχηματισμό τάξεων.

Η πολύμορφη μεσαία τάξη, με τις ποικίλες διαστρωματώσεις στο εσωτερικό της, οικονομικές, ιδεολογικές, ανθρωπολογικές, καθώς διαρρυγνύεται βιαίως από την κρίση, σκορπίζεται στα θραύσματά της και σκορπίζει μαζικά δυσφορία, ανοικειότητα, αποξένωση, φόβο. Στο μέτρο που, τις τελευταίες αρκετές δεκαετίες, η μεσαία τάξη καθόριζε τη συλλογική ψυχή και τη γενική διάνοια, η παρούσα θραύση της καθορίζει το νέο habitus: ένα παγωμένο ρευστό φόβου, καχυποψίας, έχθρας. Αυτά τα υλικά είναι τα πρωτεύοντα περιεχόμενα μες στην υδραργυρική ταυτότητα των ανθρώπων της κρίσης. Και αυτά τα ψυχοτοξικά υλικά οδηγούν στην αδράνεια, το μούδιασμα, το πάγωμα του νου· σε μια δομική απαισιοδοξία, ότι όλα μπορούν να πάνε και χειρότερα, σε μια ενδιάθετη ηττοπάθεια και μοιρολατρία, ότι ο άνθρωπος δεν είναι κύριος της μοίρας του, ανώτερες δυνάμεις την ορίζουν.

Από τη μια, η τρόικα, οι δανειστές, οι ξένοι: το έξω κακό. Από την άλλη, οι ανάξιοι ή αδύναμοι κυβερνήτες, το πολιτικό σύστημα, το ριζικό της φυλής: το έσω κακό. Η οψέποτε σωτηρία δεν θα έρθει από έξω ή από έσω, αλλά εκ των άνω, μ’ ένα θαύμα, έναν Μεσσία. Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε.

Η ανάγνωσή μας είναι ασφαλώς μερική και στατική· οι άνθρωποι και οι κοινωνίες κινούνται δυναμικά και μη γραμμικά. Ο,τι διαβλέπουμε σήμερα ως ηττοπάθεια, αύριο ίσως αναδυθεί ως αναγεννητική ορμή. Αλλά ας δούμε τουλάχιστον πώς είμαστε, ποιοι είμαστε, εδώ και τώρα.

εικ.: José Antonio Muñoz

To κυπριακό δράμα δεν εκτυλίσσεται μόνον στις πτωχευμένες τράπεζες με τις κουρεμένες καταθέσεις και την ελεγχόμενη εκροή χρήματος· αυτή είναι μια μερική όψη. Πλάι στα στεγνά ATM, μια ολόκληρη κοινωνία αλαφιάζεται μπροστά στο ενδεχόμενο να μην έχει βενζίνη, τρόφιμα και φάρμακα. Και πιο πέρα από τον προφανή τρόμο της θραυσμένης καθημερινότητας, ο κυπριακός ελληνισμός βυθίζεται αίφνης στη ζώνη της γεωπολιτικής αβεβαιότητας: την ώρα της πτώχευσης υπό την πίεση των εταίρων της ευρωζώνης, ο συσχετισμός δυνάμεων και συμμαχιών στη ΝΑ Μεσόγειο ανατρέπεται άρδην. Η Τουρκία απαιτεί μερίδιο στους υπό εξόρυξη υδρογονάνθρακες, ενώ προσεγγίζει Κούρδους και Ισραηλινούς, η Ρωσία αποστασιοποιείται και καραδοκεί, οι ΗΠΑ επισήμως σιωπούν, όσο ο Εκτος Στόλος ελέγχει την περιοχή.

Η Κύπρος φαίνεται να είναι γυμνή και ανυπεράσπιστη, όσο τις μέρες της τουρκικής εισβολής του ’74. Οπως τότε, έτσι και σήμερα, η Ελλάδα είναι αναλόγως αδύναμη και αποδιοργανωμένη. Επιπλέον σήμερα, η Ελλάδα δεν βρίσκεται ενώπιον μιας πολιτικής αλλαγής που ενισχύει τον συλλογικό ψυχισμό, αντιθέτως βρίσκεται σε πτώση, σε μια εν εξελίξει οικονομική και κοινωνική καταστροφή που έχει καταρρακώσει το φρόνημα και τη συλλογική διάνοια. H πτώση διαρκεί τρία χρόνια και συνεχίζεται.
Το σοκ της υπνώττουσας Κύπρου από το Βlitzkrieg του ευρωπαϊκού διευθυντηρίου μπορεί να περιέχει και τη θεραπεία: οι συζητήσεις στη νήσο είναι περισσότερο ανοιχτές και απενοχοποιημένες, περιέχουν όλα τα σενάρια, διότι το προέχον είναι η σωτηρία με μακρά προοπτική. Και επειδή η πτώση της Κύπρου είναι ακαριαία και απότομη, ενδέχεται και η ανάκαμψή της να είναι ταχύτερη και με τολμηρότερους τρόπους.

Η Κύπρος ίσως είναι το «ατύχημα» που φοβόμασταν στην Ελλάδα· μπορεί όμως και να σημαίνει το πέρας της αδράνειας και της παθητικότητας. Ισως να είναι το αποφασιστικό πλήγμα για να συνειδητοποιήσουμε πόσο επείγει ένα εθνικό σχέδιο ανόρθωσης. Επί τρία χρόνια η χώρα πορεύεται με μόνο σχέδιο τα μνημόνια· αλλά τα μνημόνια σκοπεύουν πρωτίστως στην εξασφάλιση των δανειστών. Τα μνημόνια δεν κομίζουν όραμα για τη χώρα· συμβολικά, κομίζουν έξωθεν πόνο, και ουσιαστικά βρίθουν αντιφάσεων. Υπό αυτή την έννοια, οι ηγέτες, σε όλους τους χώρους, οφείλουν να πάψουν να κρύβονται πίσω από τα μνημόνια των δανειστών, είτε ως άβουλοι εφαρμοστές είτε ως λαύροι ενάντιοι· οφείλουν να αναλάβουν την ιστορική ευθύνη ενός σχεδίου ανάταξης. Ολοι: πολιτικοί οργανισμοί, ακαδημαϊκές δεξαμενές σκέψης, συνδικάτα, κοινότητες, άτυπες συλλογικότητες, πολίτες.

Η επανίδρυση του ελληνικού κράτους δεν μπορεί να αφεθεί στην καλή θέληση των Γάλλων ή Γερμανών τεχνοκρατών· η επανίδρυση του δημοκρατικού κράτους είναι καθήκον και όρος επιβίωσης των Ελλήνων. Το ίδιο ισχύει για την ανασυγκρότηση του παραγωγικού ιστού και την επινόηση ενός αναπτυξιακού μοντέλου που θα αξιοποιεί πόρους και ταλέντα. Οποιος αξιώνει δημόσιο λόγο, οφείλει να συμβάλλει με προτάσεις επί των συγκεκριμένων, ανοιχτά, τεκμηριωμένα, χωρίς ταμπού. Μόνο έτσι θα συσπειρωθεί ο καταπτοημένος σήμερα πληθυσμός και θα εκδιπλωθούν οι δυνάμεις του.

Τα ιστορικά ατυχήματα θα πληθαίνουν. Πολλά δεν μπορούμε να τα αποτρέψουμε· μπορούμε όμως να αποτινάξουμε επιτέλους τη σύγχυση, την ηττοπάθεια, τη μοιρολατρία, την κλάψα. Δεν μπορούμε παρά να αναλάβουμε τις ιστορικές μας ευθύνες.

Δεν είν’ εύκολες οι θύρες, εάν η χρεία τες κουρταλεί: οι στίχοι του Διονυσίου Σολωμού γράφτηκαν για την Ελλάδα που πάσχιζε να ελευθερωθεί, αλλά ταιριάζουν και στην παρούσα περίσταση για την Κύπρο, που πασχίζει να σωθεί. Δεμένες οι μοίρες όμως της Ελλάδας και της Κύπρου, σε όλο τον εικοστό αιώνα, απ΄ τα πρώτα σκιρτήματα της νήσου για αυτοδιάθεση-ένωση έως τον αντιαποικιοκρατικό αγώνα του1955-60 και την χουντική προδοσία του ‘74 που έφερε την πολεμική καταστροφή και την τουρκική κατοχή. Κοινή η μοίρα και στην πρώτη μεγάλη περιπέτεια του 21ου αιώνα, στην πτώχευση.

Πρώτα η Ελλάδα και πολύ αργότερα η Κύπρος, μετά το σκοτεινό ορόσημο του ‘74, συνδέθηκαν με την ευρωπαϊκή οικογένεια για ασφάλεια και ευημερία. Και εκεί ακριβώς, μέσα στην ευρωπαϊκή αγκαλιά, ίσως και εξαιτίας της, τους βρήκε η μεγάλη ιστορική δοκιμασία. Κατά έναν παράδοξο τρόπο, η παρούσα κρίση στέλνει και τα δύο ελληνικά κράτη στην πικρή κοινή αφετηρία του ‘74: όταν η μεν Κύπρος έστηνε εξαρχής κρατική δομή με πρόσφυγες και ερείπια, φτάνοντας εντέλει στο οικονομικό θαύμα του 2000, η δε Ελλάδα ίδρυε την Γ’ Ελληνική Δημοκρατία και την μεταπολιτευτική ευημερία πάνω στις στάχτες της κυπριακής τραγωδίας. Τώρα, με διαφορά τριών ετών, βρίσκονται πάλι αντάμα, στην ίδια σκολιά οδό.

Οπως και να εξελιχτεί η κατάσταση, η Κύπρος θα βγει βαριά πληγωμένη. Η οικονομία της δεν θα μπορέσει εφεξής να στηριχτεί στον υπερτροφικό τραπεζικό τομέα, όπως έκανε την τελευταία εικοσαετία. Η ύφεση και η ανεργία θα την πλήξουν, αν και ίσως όχι στον ίδιο βαθμό με την Ελλάδα· η οικονομία της θα χρειαστεί να αναπροσανατολιστεί βιαίως. Παρ’ όλ’ αυτά, η εκπαρθένευση μεσοπρόθεσμα θα την ωφελήσει, εφόσον επιπλέον διατηρήσει τον έλεγχο στα αποθέματα υδρογονανθράκων. Και εφόσον διατηρήσει και αξιοποιήσει την εθνική ομοψυχία που επέδειξε τις πρώτες μέρες του σοκ. Αλλωστε το πρώτο εξαγόμενο είναι ότι η υπνώττουσα και εγκληματικά ακηδής ηγεσία σύρθηκε από τον λαό σε ενέργειες και αποφάσεις που έπρεπε να τις είχε προφτάσει πολύ πριν την αποφράδα Παρασκευή.
Τα δύσκολα άρα τώρα αρχίζουν, αλλά τουλάχιστον η Κύπρος δεν είναι το πρώτο πειραματόζωο και ήταν η πρώτη που είπε ένα όχι: το όχι δεν αποτρέπει τη ζημιά, αλλά ενισχύει το πολιτικό φρόνημα του λαού, τον κάνει να νιώθει ότι έχει λόγο για την ύπαρξή του και τον βίο του, όπως το όχι του 2004 στο Σχέδιο Ανάν.

Για την Ελλάδα, το πρώτο πειραματόζωο, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Το σοκ συνεχίζεται αδιάκοπο από τον Μάιο του 2010. Το πολιτικό φρόνημα βρίσκεται στο ναδίρ, λόγω κόπωσης και φόβου· η ήττα ποτίζει τον πληθυσμό. Στο διαδοχικά τιθέμενο δίλημμα «το Λιγότερο Κακό ή το Χειρότερο» η Ελλάδα επιλέγει διαρκώς το Λιγότερο Κακό, και βυθίζεται διαρκώς στα χειρότερα. Τρία χρόνια τώρα, και ο βυθός δεν έχει φανεί ακόμη. Πολύ περισσότερο, το λυγισμένο φρόνημα δεν επιτρέπει να εκδιπλωθούν οι ναρκωμένες και λανθάνουσες δυνάμεις· κι είναι πολλές. Η ηττοπάθεια, η μεμψιμοιρία, η παράλυση, η αυτοϋποτίμηση, ο γραικυλισμός, η σύγχυση ταυτότητας είναι χειρότερες απ΄όλες τις πτωχεύσεις.

Κι όμως, ξανά ο Σολωμός: «Σε βυθό πέφτει από βυθό, ώσπου δεν ήταν άλλος, / εκείθ’ εβγήκε ανίκητος».

Μακριά από την Αθήνα, η κρίση, η ζωή, φαίνονται αλλιώς. Οι Ελληνες ανησυχούν, αγωνιούν, όπου κι αν βρίσκονται, στα χωριά και στα όρη, στην Αμερική ή στην Ωκεανία. Αλλά στην υπερτροφική πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους, η αγωνία παίρνει άλλες διαστάσεις, γιατί η κρίση εδώ, περισσότερο από παντού, χτυπάει σκληρότερα τους ανθρώπους.

Ρωτούν λοιπόν τον Αθηναίο, και μάλιστα τον «ευρισκόμενο στα πράγματα»: Πώς πάμε; Κοντεύει να τελειώσει; Πού θα φτάσει; Τι μπορούμε να κάνουμε; Οσο εύγλωττος μπορεί να είναι ο ερωτώμενος όταν αναλύει και παρλάρει στο οικείο του περιβάλλον, άλλο τόσο κούφιος ή ατελέσφορος μπορεί να ακουστεί ο λόγος του ενώπιον τέτοιων ερωτημάτων, θεμελιωδών, που ζητούν ουσιώδεις απαντήσεις. Δεν ξέρω, λες, ταπεινά και σιγαλά.

Η συζήτηση όμως δεν τελειώνει. Καθώς συνεχίζεται, όλοι μαθαίνουν απ΄ τον άλλο: και ο ερημίτης των ορέων, και πολύ περισσότερο ο πολύφερνος Αθηναίος. Καθώς συναντιούνται οι σκέψεις, βαθαίνει η κατανόηση των συμβαινόντων, ο πεσιμισμός μετριάζεται, αναδεικνύονται οι δυνατότητες, και μαζί εντοπίζονται οι απειλές, φανερές και κρυμμένες. Ιδού η επίγευση των πολύωρων συζητήσεων σε τόπους άκρας ησυχίας, μεταξύ έναστρου ουρανού, χιονοσκεπών βουνών και απέραντης θάλασσας.

Μας απειλούν η ηττοπάθεια, η παραίτηση, η ακηδία, ο διχασμός ― τα αναφέρω χωρίς αξιολογική σειρά. Ολα εμφιλοχωρούν στο κοινωνικό σώμα και το υποσκάπτουν· όσο φουντώνουν, θα εκτοπίζουν κάθε υγιή αντίδραση, και στο τέλος θα προκαλέσουν μια κατάρρευση προς τα έσω, μια ούτως ειπείν ενδόρρηξη. Η διαρκής αυτή απειλή εκτείνεται ανάμεσα σε δυο στερεοτυπικές κουβέντες: «Αυτοί είμαστε, δεν αλλάζουμε» και «Φταίει ο άλλος». Στο ένα άκρο βρίσκεται η παραίτηση από τον συλλογικό νου, η φυγή από την πολιτική κοινωνία, η απόδραση από τον έλλογο βίο εντέλει. Η ζωή εναπόκειται σε εξωλογικές δυνάμεις, υπέρτερες του ατόμου και της συλλογικής βούλησης· δεν μπορείς να κάνεις τίποτε, δένεις τα χέρια κι αφήνεσαι στη μοίρα.

Στο άλλο άκρο βρίσκεται η ακραία ετερονομία, η βίαιη μετάθεση της ατομικής ευθύνης, το μίσος. Ο άλλος διαμορφώνει τη μοίρα μου, η βούλησή μου δεν αρκεί για να ορίσω τον βίο μου, το κακό είναι πάντα έξω από μένα, υπάρχω οριζόμενος ως προς έναν εχθρό. Εδώ φωλιάζει ο διχασμός. Ο οποίος παρότι φαντάζει εξωστρεφής, σαν ενέργεια στρεφόμενη κατά του εχθρού-άλλου, στο βάθος του είναι μια ακραία εσωστρέφεια, μια πτύχωση προς τα έσω, με την οποία απαρνείσαι το έξω, το περιβάλλον, τον άλλο. Απαρνείσαι την κίνηση προς τα έξω, την επαφή ή την τομή με άλλους· επιλέγεις μόνο την καταστροφή του άλλου. Κι είναι τόση η τύφλωση της εσωπτύχωσης, που προχωρείς στην καταστροφή του άλλου, ακόμη κι όταν αυτό σημαίνει αυτοκαταστροφή.

Ανάμεσα στα δύο αυτά άκρα, θάλλουν πολλές άλλες δυνατότητες. Ολες λίγο-πολύ καλύτερες, δηλαδή λιγότερο καταστροφικές. Παρ’ όλο λοιπόν που ορθώνονται μπροστά μας τα άκρα, τα πιο ζοφερά, είναι πολύ πιθανότερο να τραπούμε προς τις άλλες οδούς, τις βατές. Προϋπόθεση γι’ αυτό είναι η βαθύτερη κατανόηση των συμβάντων, μέσα στο ιστορικό και το ανθρώπινο πλαίσιό τους, και η διατήρηση μιας ορισμένης νηφαλιότητας. Είναι εύκολο; Είναι εφικτό. Και μόνο που συζητάμε και συνθέτουμε μια κάποια συναντίληψη, που βρίσκουμε εφαπτόμενες και τομές, αγωνιώντες Αθηναίοι και ήρεμοι ερημίτες, κουρασμένοι μεσήλικες και παλλόμενοι νέοι, δείχνει ότι δεν έχουμε φτάσει από εκατό δρόμους τα όρια της σιγής.

Παγωμένη σιγή απλώνεται στη χώρα. Αναμονή με σφιγμένα δόντια. Αρχισε τον Φεβρουάριο, μετά την ψήφιση στη Βουλή του δεύτερου Μνημονίου, συνεχίστηκε κατά τη διάρκεια των δύο αλλεπάλληλων εκλογικών αναμετρήσεων και διατηρήθηκε σε όλη τη διάρκεια του καλοκαιριού. Φυσιολογικά: οι άνθρωποι κουράστηκαν να διαμαρτύρονται, να αμύνονται, συχνά να συγκρούονται, να ανησυχούν διαρκώς, να βυθίζονται στην κατάθλιψη. Το καλοκαίρι πρόσφερε την αναγκαία ανάπαυλα για ξεκούραση και ανασύνταξη, για σκέψη και οργάνωση στρατηγικών επιβίωσης σε ένα μέλλον που διαγράφεται ζοφερό μετά βεβαιότητος.

Το φετινό καλοκαίρι ήταν βαρύ, τα κύματα καύσωνος παρατεταμένα και διαδοχικά· με τον τρόπο του, υπενθύμιζε ότι όλα βαραίνουν, όλα αλλάζουν βαθιά, πολύ βαθιά, και όχι μόνο στην Ελλάδα, σε όλη την Ευρώπη. Δεν είναι μια περιοδική κρίση, μια παροδική ύφεση, που αντιμετωπίζεται με διορθωτικές κινήσεις και τεχνικά οικονομικά μέτρα. Είναι κρίση δομική, που πλήττει τον πυρήνα του μοντέλου παραγωγής και του μοντέλου διακυβέρνησης. Κατά τούτο είναι κρίση πολιτικής, υπό την έννοια ότι αναδιατάσσονται βίαια η πολιτική πράξη και η πολιτική σκέψη, γκρεμίζονται οι προσδοκίες και η αυτονόητη κανονικότητα που όριζε τους βίους εκατομμυρίων ανθρώπων σε ανεπτυγμένες δημοκρατικές χώρες της Δύσης. Και στον πυρήνα της συντελείται βεβαίως μια βίαιη αναδιάταξη σχέσεων κυριαρχίας. Η αχαλίνωτη, αρρύθμιστη επέκταση της χρηματοπιστωτικής βιομηχανίας, ιδίως στα χρόνια της παγκοσμιοποίησης, εξελίσσεται πλέον εις βάρος των κρατών, των κοινωνιών και εντέλει εις βάρος της δημοκρατίας, όπως αυτή διαμορφώθηκε στον δυτικό κόσμο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Οι διαπιστώσεις αυτές, οπωσδήποτε γενικευτικές, πηγάζουν δυστυχώς από την καθημερινή εμπειρία. Ιδίως στην Ελλάδα, που επλήγη πρώτη και με ιδιαίτερη σφοδρότητα από τη Μεγάλη Υφεση και την κρίση χρέους, έχουμε το θλιβερό προνόμιο να παρακολουθούμε από πρώτο χέρι, πάνω στο σώμα μας, τον ραγδαίο μετασχηματισμό: τη δραματική μείωση των εισοδημάτων, την ερήμωση της οικονομίας, την καλπάζουσα ανεργία, την απόγνωση των νέων, τη συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους, την πληβειοποίηση των κατώτερων και των μικρομεσαίων στρωμάτων· τέλος, την εξαθλίωση των περιθωριακών ομάδων να απλώνεται και να τρομοκρατεί τους πάντες σαν προεικόνιση κοινού μέλλοντος.

Ακριβώς αυτή η εξαθλίωση, περιορισμένη ακόμη σε μειονοτικές ομάδες πληθυσμού, είναι ένα όριο συναγερμού. Το άλλο όριο είναι η περιστολή των δημοκρατικών λειτουργιών και η περιστολή των ελευθεριών στο όνομα της οικονομικής ανάγκης. Και οι δύο συναγερμοί έχουν σημάνει. Μπορεί η υλική εξαθλίωση να είναι περισσότερο ευδιάκριτη και αισθητή, εντούτοις το ίδιο επικίνδυνη για τον κοινωνικό βίο είναι και η ηθική παρακμή και η αναδυόμενη δυσπιστία προς τη δημοκρατία εξαιτίας ανίκανων, φαύλων ή επίορκων λειτουργών της δημοκρατίας. Μια τέτοια ηθική και πολιτική αποσάθρωση, εφόσον δεν ανασταλεί, μπορεί να οδηγήσει αφενός σε συμμοριοποίηση του κοινωνικού χώρου, αφετέρου σε αυταρχισμό στο πολιτικό πεδίο.

Δυστυχώς, στην πράξη αλλά και στον λόγο των εκλεγμένων κυβερνώντων και των ηγετικών ελίτ διακρίνεται, όλο και εντονότερα, μια διαρκής υποχώρηση και ηττοπάθεια: ο όγκος των προβλημάτων τους καταπλακώνει, συμπεριφέρονται σαν να αδυνατούν να διαχειριστούν τα προβλήματα, σαν να περιμένουν από τον ξένο παράγοντα να υπαγορεύει διαρκώς μέτρα, τρόπους, λύσεις, τεχνικές. Ολα έρχονται απέξω: σκέψη, στρατηγική, πολιτικές οδηγίες – και ρευστότητα σαν κορτιζόνη στον αναίσθητο ασθενή.

Δυόμισι χρόνια τώρα, η εγχώρια ηγεσία έχει χάσει κάθε κύρος και αξιοπιστία, εντός και εκτός. Και έχει αποτύχει να αποκαταστήσει στοιχειωδώς το αίσθημα δικαίου. Την ίδια ώρα, όμως, παρατηρούμε ότι εξελίσσεται με αμείωτη ένταση μια λαφυραγωγία επί των άδηλων πόρων και των φανερών ερειπίων, είτε με τη διαιώνιση του καρκινογόνου κομματικού κράτους είτε με μαζικές, βιαστικές και τελεσίδικες εκχωρήσεις δημόσιων αγαθών, χωρίς να εντάσσονται σε ένα ανακοινωμένο σχέδιο. Επιπλέον, τρομάζει πλέον η εικόνα που εκπέμπεται από τους κυβερνώντες, από τα λόγια και τα έργα τους: συμπεριφέρονται σαν να μην έχουν καμία αίσθηση της πραγματικότητας, των αντοχών και των ορίων της κοινωνίας. Σαν να θεωρούν ότι η κατάρρευση είναι μακριά ακόμη, ότι «δεν γίναμε ακόμη Αργεντινή», σαν να ροκανίζουν τον χρόνο έως ότου μεταστραφεί η Ευρώπη και επέμβουν οι ξένοι και μας σώσουν με ένα Ναυαρίνο. Οικτρός τακτικισμός και εθελοτυφλία.

Δεν υπάρχουν λύσεις εύκολες ή ανώδυνες. Ούτε τοπικές. Θα βυθιστούμε κι άλλο. Και θα αρχίσουμε να αναδυόμαστε μόνον εφόσον αναδειχτούν νέοι ηγέτες, νέες ιστορικές στοχεύσεις, νέα συλλογική αφήγηση και ανανεωμένοι δεσμοί συνοχής.

Οι καπνιστές, εξόριστοι στο προαύλιο, ανακαλύπτουν το γλυκό φως του αττικού δειλινού. Ο ήλιος γέρνει πιο νωρίς, καθώς οδεύει προς τη φθινοπωρινή ισημερία, θερμά χρώματα αστράφτουν στους υαλοπίνακες, μενεξελιά, ιώδη, έως τα μπλε της νυκτός.

Αυτό το φως ήταν πάντα παρόν, εθέρμαινε τις ψυχές, ξάνοιγε τη διάθεση. Για μήνες πολλούς, αυτό το σκληρό έτος 2010, δεν το βλέπαμε. Σοκ, κατάπληξη, φόβος, απογοήτευση, απαισιοδοξία, όριζαν τη συμπεριφορά μας. Κατήφεια και σκοτεινιά· τα ιώδη του αττικού δειλινού είχαν προσώρας ηττηθεί. Να όμως, που το φως νικάει και πάλι· έστω προσωρινά ανακόπτει την επέλαση του σκότους, της απαισιοδοξίας και της ηττοπάθειας.

Η κρίση πυροδότησε εκρήξεις απαισιοδοξίας και κασσανδρικών προβλέψεων. Ενίσχυσε επίσης μια προϋπάρχουσα τάση αυτοϋποτίμησης, αυτολοιδωρίας και αυτοοικτιρμού. Υπερεθνικιστές και μεταμοντέρνοι αριστεροί, νεοφιλελεύθεροι τεχνοκράτες και εξυπνάκηδες καφενείων, συνέκλιναν μαγικά στη διαρκή μαστίγωση του ποταπού Ελληνα, του οκνηρού, του διεφθαρμένου, του κρατικοδίαιτου, του ημιμαθούς, του οθωμανού, του σοβιετικού, του νεόπλουτου. Αξιος της χαλεπής του τύχης ο Ελληνας, του πρέπει η επιτροπεία και η υποδούλωση…

Στερεοτυπικός, ηθικολογικός, απόλυτος, κενός, ο λόγος αυτός γενικεύει, ισοπεδώνει και απαξιώνει· λόγος εντούτοις που βρίσκει απήχηση σε ένα πλήθος φοβισμένο, έτοιμο να πέσει στη μνησικακία, έτοιμο να σκεδάσει την ευθύνη μακριά από τον εαυτό του, στους άλλους. Ακόμη κι αν αυτοί οι άλλοι, οι Ελληνες, τον περιέχουν; Μα ναι, αυτός που καταφέρεται εναντίον του μίζερου ρωμέικου,ασφαλώς δεν είναι σαν κι αυτούς τους βδελυρούς ρωμιούς, εξαιρείται· από τον άμβωνα της εύκολης, μεγαληγορικής γκρίνιας του, ο νάρκισσος προφήτης κεραυνώνει όλους τους άλλους, πλην του ιδίου· ηδονίζεται με τη μνησικακία που διαχέει, με τη μνησικακία που τον διαποτίζει, με τη μνησικακία που τον κατατρώει εντέλει.

Ναι, η τέτοια υποτίμηση καταντά ίδια με την υπεραναπλήρωση: και οι δύο μηχανισμοί, από διαφορετικούς δρόμους, οδηγούν προς έναν πρωταθλητισμό απώλειας του πραγματικού. Ο μεν υποτιμά το γένος του, την κοινωνία όλη, κασσανδρικός διδάχος και υπέρτερος, για να μείνει ό ίδιος στον αφρό, εκτός κρίσεως, εφόσον όλοι είναι υπερμίζεροι, υπερκακομοίρηδες, έρμαια γονιδιακής τύχης χαλεπής. Ο δε πλειοδοτεί σε μυθικές αρετές και ιδιότητες, λαού μονίμων υπερηρώων και ελληνολεβέντηδων, χρισμένων με μύρα και υπέρτερα γονίδια. Και στις δύο περιπτώσεις ο κόσμος είναι φτωχός: είτε φως είτε σκοτάδι.

Νά όμως που το δειλινό στην Αττική μάς υπενθυμίζει τον πλούτο του ενδιάμεσου χώρου, της άπειρης παλέτας, των αισθημάτων που δεν στομώνονται, της συνείδησης που δεν ποδηγετείται από ηθικολογίες και μνησικακία. Η ελληνική κατάσταση σήμερα είναι σαν την αττική αμφιλύκη: φως και σκοτάδι, αρετές και ελαττώματα, αδυναμίες και υπερβάσεις, πραγματισμός και ελπίδα.

Ναι, οι Ελληνες δεν είναι ήρωες, δεν είναι υπερπροικισμένοι, δεν κατάγονται από Νεφελίμ και Ελοχίμ. Μα και όχι, δεν είναι ραγιάδες, άξεστοι, οκνοί, αναξιόπιστοι, διεφθαρμένοι. Οι δύο ακραίες προσεγγίσεις ανιχνεύονται σε πολλές στιγμές του νεοελληνικού ιστορικού βίου· είναι οι ξενόφοβοι και οι ξενόδουλοι, έτοιμοι οι μεν να κλειστούν στην ψευδοαυτάρκεια και στην αυταρέσκεια, οι δε να δοθούν σύσσωμοι στην εθελοδουλεία και στην υποταγή.

Και οι δύο προσεγγίσεις είναι βουτηγμένες μες στην ίδια βλακεία, και οι δύο οδηγούν στην ετερονομία και την ανελευθερία· και οι δύο τάσεις αναμετρούμενες μεταξύ τους, οδήγησαν σταθερά στον διχασμό και στον εμφύλιο, σε καταστροφές.

Να όμως που μες στην αμφιλύκη του ταραγμένου καιρού, πίσω και υπεράνω των επίορκων, των κλεφτών και των φοροφυγάδων, βλέπουμε τόσους πολλούς εκλεκτούς Ελληνες, στέρεους, ριζωμένους στη ζωή, λάτρεις της ζωής, θεράποντες του υψηλού, βαθείς γνώστες του πραγματικού, διακεκριμένους διεθνώς, και άλλους πολύ περισσότερους, άσημους μα εξίσου σημαντικούς. Βλέπουμε σκέψη, λογιοσύνη, επιστήμη, τέχνη να γεννιούνται διαρκώς, από ώριμους στοχαστές και νεότερους τεχνίτες. Ποιος τους γνωρίζει; Ποιος τους τιμά; Ποιος εμπνέεται από το ζωντανό τους παράδειγμα; Δεν είναι άγνωστοι στον τομέα τους, κάθε άλλο· είναι άγνωστοι όμως στο ευρύ κοινό, αυτό που χλευάζεται και μαστιγώνεται από παλαιές και μεταμοντέρνες κασσάνδρες.

Κι όμως, ο ευάριθμος ελληνισμός, ο δοκιμαζόμενος και λοιδωρούμενος σήμερα, έχει σπουδαία πρόσωπα να επιδείξει: Μαθηματικούς, φυσικούς, βιολόγους, γιατρούς, ιστορικούς, αρχαιολόγους διεθνούς ακτινοβολίας, που τιμούν την καταγωγή τους και επιστρέφουν στην πατρίδα τους γνώση και μαθητές· στο Κέμπριτζ, την Οξφόρδη, το CalTech, το Μπέρκλεϊ, το UCLA, το MIT, το Πρίνστον, την Ecole Normale Superieure, το CERN, την Χαϊδελβέργη, τη Ζυρίχη, την Κρήτη, την Αθήνα. Σε νοσοκομεία, εργαστήρια, σπουδαστήρια, αμφιθέατρα, βιβλιοθήκες, διοικήσεις μεγάλων επιχειρήσεων, διαπρέπουν αθόρυβοι σπουδαίοι Ελληνες, προερχόμενοι από αυτό τον λαό των λοιδωρούμενων ρωμιών, των γραικύλων, των βαλκάνιων και οθωμανών.

Οι άνθρωποι είναι το φως. Αυτό μας κληροδότησαν αρχαίοι διδάχοι, δημιουργοί του θαύματος της δημοκρατικής πολιτείας, κάτω από το ίδιο αττικό και ελλαδικό φως, στην ίδια αμφιλύκη μεταξύ υψηλού και φρικτού, μεταξύ λάμψης και πτώσης. Η παρούσα κατάσταση είναι ασφαλώς μια καμπή, μια παύση, ενδεχομένως παρακμή· εντούτοις μέσα της πάλλουν σπουδαίοι άνθρωποι, που ήταν ίδιοι και πριν από την κρίση, θα είναι ίδιοι και καλύτεροι και μετά την κρίση. Αυτοί, δηλαδή εμείς, θα περάσουμε από το λυκόφως στο λυκαυγές.

φωτ.: Ελισάβετ Μωράκη

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

Twitting

  • Δεν ασκείς εξωτερική πολιτική με δημοψήφισμα. Πρέπει να σκεφτούμε ποιες είναι οι ισορροπίες στη Βαλκανική, ποιες δυ… twitter.com/i/web/status/9… 3 days ago
  • Να επανέλθουν οι προβλέψεις του «Καλλικράτη» για έκπτωση και αργία αιρετών, οι οποίες τροποποιήθηκαν νόμο του Γ. Μι… twitter.com/i/web/status/9… 1 week ago
  • Υπάρχουν σοβαρά προβλήματα στη Δικαιοσύνη -τα βιώνουν επαγγελματίες & πολίτες. Η ακραία καθυστέρηση στην απονομή τη… twitter.com/i/web/status/9… 1 week ago
  • Χτες η ΚΟ ΣΥΡΙΖΑ ανέγνωσε συλλογικό κείμενο για όσα φρικτά συμβαίνουν στη Γάζα. Επαναλαμβάνει την πάγια πολιτική θέ… twitter.com/i/web/status/9… 1 week ago
  • Στον Κ. Σαββόπουλο @stokokkino1055: Η Γερμανία, πολιτικά φιλάργυρη, και οι Γερμανοί πολίτες, ας διαβάσουν στο γερμα… twitter.com/i/web/status/9… 1 week ago
  • Απαραίτητη μια μεγάλη μεταρρύθμιση που θα διευρύνει τη φορολογική βάση και θα επιβαρύνει λιγότερο τους ανθρώπους τη… twitter.com/i/web/status/9… 1 week ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 994,903 hits
Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: