You are currently browsing the tag archive for the ‘ηθογραφία’ tag.

topio

Στο τελευταίο ζουρ-φιξ πριν απ’ την πασχαλινή ανάπαυλα, ανακοινώναμε μέσες-άκρες πού θα αναστήσουμε. Ανακοινώναμε πατρίδες κατά το πλείστον, όχι προορισμούς. Μακεδονία, Ιόνιο, Αιγαίο, Πελοπόννησος, Ρούμελη, χωριά, νησιά, πολίχνες. Μερικοί είχαν μεγάλα σπίτια κι είχαν εκεί ήδη χωρέσει φίλοι· άλλοι θα περνούσαν ανυπερθέτως την Κυριακή τ’ απόγευμα για κρασί, ή τη Δευτέρα για κοινή εκδρομή. Προσκλήσεις αμοιβαίες, χαλαρά ραντεβού και συναγωνισμοί, σε ποιον τόπο μεθάει περισσότερο η άνοιξη· για μια στιγμή, νιώσαμε τη ζωή να μας παίρνει απ’ το χέρι και να μας τραβάει ανακουφιστικά από τις μέριμνες και τις σκοτεινές προβλέψεις.

Το Πάσχα μάς σπρώχνει τον ένα προς τον άλλο. Ανταλλάσσοντας πατρίδες και πασχαλινούς προορισμούς, μοιραζόμαστε την εμπειρία κοινού ή παρόμοιου βίου, κοινού ή παρόμοιου βιωματικού υποστρώματος, κληρονομιάς, πολιτισμού, και όλα μαζί συμμεριζόμενα βοηθούν να βαστάξουμε τα βάρη, δικά μας και άλλων. Ωστε το βάρος ν’ αλαφρώσει, και η ζωή να μην είναι βράχος. Ο Σέργιος μου θύμισε την παύλεια ρήση: «Αλλήλων τα βάρη βαστάζετε» (Προς Γαλάτες 6). Ταίριαζε.

Κι ύστερα αυτή η ταλαιπωρημένη έννοια η πατρίδα, η ιδιαιτέρα και η καθόλου. Αλλοτε φορτωμένη, ηλεκτρισμένη, κι άλλοτε άδεια, πάντοτε όμως παρούσα, πολύσημη, ερεθιστική, συχνά επώδυνη. Τη σκεφτόμαστε όταν τη χάνουμε, όταν μας λείπει, όταν κινδυνεύει, όταν λιγοστεύει η ύλη και φουντώνει η νοσταλγία. Τη σκεφτόμαστε όταν ανακαλείται απ’ την παράδοση, όταν ο χρόνος ξαναγίνεται για λίγο κυκλικός, και τότε μες στη γιορτή η πατρίδα ξεπροβάλλει σαν ηθογραφία, μια γραφικότητα επιπολής που ωστόσο χαράζει την επιδερμίδα και διεισδύει με γλυκό πόνο. Τότε μπορεί να συμβούν μεταμορφώσεις απρόσμενες: εμβρόντητοι μαγεμένοι στεκόμαστε στο αναστάσιμο προαύλιο μοναστηριού στις Πλάτρες και κατακλυζόμαστε από το όλον. Τότε η πατρίδα, μυθολογημένη μέσω ηθογραφίας και ποιήσεως, επιστρέφει πανίσχυρο deja vu, σαρκωμένο βίωμα και συνείδηση.

Αλλά κι όταν ξεπροβάλλει σαν παραχωμένη ρίζα, μισοξεχασμένη, μια θαμπή ουλή: εδώ η αυλή με τα ασπρόμαυρα πλακάκια, οι ξεφτισμένοι τοίχοι της ώχρας και του λουλακιού, το υπόγειο (πόσο μικρό φαίνεται τώρα), το πηγάδι, διόλου τρομακτικό πια, εκεί ήταν μια κυδωνιά, κι εδώ στέκει ακόμη ο ομιλητικός ευκάλυπτος. Τέτοια πράγματα αναδύονται πάντα σε όνειρα αναστατωμένα μαζί με φωνές παγωτατζήδων, σφυρίγματα βαποριών, δειλινές ευωδιές από φούλι.

Τέτοια πατρίδα το Πάσχα. Τώρα, καλούμαστε να ακούσουμε την παιδική ηλικία, τα ριζώματα του ενήλικου βίου, ή ακόμη και την επιλογή· εντέλει, πατρίδα είναι εκεί που γέρνει η καρδιά. Μπορεί να ’ναι και η πόλη στην οποία μετοίκησες και δέθηκες, μπολιάστηκες με φίλους, έκανες οικογένεια. Μπορεί να ‘ναι και μια εξοχή, ένα νησί, μια νεοκλασική πλατεία, όπου ερωτεύτηκες έφηβος και πάντα επιστρέφεις μεσήλικος, ένας λοφίσκος με βράχους τιτάνων και παπαρούνες, ένα αγνάντεμα. Η παιδική ηλικία θα μένει πάντα σπόρος και πυρήνας, αλλά εσύ θα απλώνεσαι διαρκώς σε άλλες πατρίδες, θα παίρνεις το σχήμα του δοχείου της ζωής.

Βρισκόμαστε ήδη σε αυτοκίνητα και πλοία, αραιωμένοι μες στον θόρυβο παρόμοιου πλήθους, με το βλέμμα μια στο πέλαγος και μια στο βιβλίο που πυκνώνει τις ώρες. Αυτό: Ο ποιητής Νίκος Φωκάς, απών από τον Απρίλη 2003, στέλνει ένα γράμμα δέκα χρόνια αργότερα, τα τελευταία του χαρτιά. Ο αστός επιλέγει την πατρίδα που του ζεσταίνει την ψυχή:

«Μικρή ξεκομμένη ανθρωπότητα / ο οικισμός τ’ Αϊ-Δημήτρη. / Αυτόν θεωρώ πατρίδα. Κι όμως με κρατά / η πόλη σαν απαγωγέας. / Κι όπως πουλί στην όψη του φιδιού, / έτσι νιώθω την παραλυτική της εξουσία / λίγο προτού με καταπιεί / και γίνω ίδιος μ’ εκείνη, / ουσία απ΄την ουσία της. / κι ωστόσο είναι φορές / που παραλυτικός, αλλ΄όχι ολότελα, / ψάχνοντας μ’ αγωνία / να κρατηθώ από μία λαβή / γυρίζω προς το βράχο τ’ Αϊ-Δημήτρη./ […]
»Ευθύς μεταμφιέζομαι σε ντόπιο / κάτοικο του μέρους και χάνομαι / μέσα στη γλύκα μιας άλλης κοινωνίας, / στοιχειωμένης / στο περιθώριο της εποχής μας / κάτι σαν εξαίρεση απ΄αυτήν / σαν κοινωνία Ερυθροδέρμων, / μια ανωμαλία που γίνεται κανόνας μου / και μέτρο της ζωής μου για λίγο / στο πλαίσιο ενός μικρόκοσμου / όχι μακριά απ΄την πρωτεύουσα, / ίδια αβλεψία της προόδου.»

aderfi

Την παραμονή του περασμένου Δεκαπενταύγουστου, μόλις είχα επιστρέψει από την θερινή άδεια, ειδοποιήθηκα για μια κηδεία. Είχε πεθάνει η αδελφή του φίλου Σταύρου Ζουμπουλάκη. Συννέφιασα. Η ψυχή μου κλονίστηκε από τον άλλο Δεκαπενταύγουστο, του προηγούμενου χρόνου, που έφερε το τρομερό μαντάτο για τον θάνατο του παιδιού, του ομήλικου του γιου μου, αυτό που θυμάμαι σχεδόν καθημερινά.

Στο νεκροταφείο Ζωγράφου αποχαιρετήσαμε τη Γιούλα Ζουμπουλάκη, ετών εξήντα. Φύγαμε.
Τον Δεκέμβριο του 2012, διαβάζω ένα βιβλίο του Στ. Ζουμπουλάκη με τίτλο η «Η αδερφή μου» (εκδ. Πόλις). Αντιλαμβάνομαι ότι είναι μια οφειλή, μια μαρτυρία. Είναι. Αλλά καθώς ρουφάω γοργά τις σελίδες κατανοώ ότι δεν είναι μόνο αυτό· το βιβλίο δεν σώζει μόνο τη μνήμη της Γιούλας, το αγαπημένο πρόσωπο του εξωφύλλου, δεν καταγράφει το χρονικό μιας ασθένειας και μιας ζωής, τον πόνο και τη χαρά. Καθώς φτάνω στο τέλος νιώθω ότι γνωρίζω καλύτερα, σε βάθος, τον άνθρωπο που το ‘γραψε, κυρίως αυτόν· τις βαθύτερες σκέψεις του, τις πεποιθήσεις και τις αγωνίες του, το πώς σχηματίσθηκε διανοητικά και συναισθηματικά. Διαβάζοντας για την απελθούσα Γιούλα, έμαθα βαθύτερα τον Σταύρο.

Τι έμαθα; Οχι πολλά περισσότερα από όσα σποραδικά τον έχω ακούσει να λέει, δημόσια και ιδιωτικά· αλλά εδώ με πυκνότητα, ένταση και στόχευση μοναδικές. Το βιβλίο μιλάει για την αρρώστια, τον πόνο, την αγάπη, τη χαρά, το μυστήριο και την ψίχα της ζωής. Δεν κρύβει ούτε στιγμή τη θερμοκρασία των αισθημάτων, αλλά ούτε στιγμή δεν γέρνει προς τη συναισθηματολογία· μένει πάντα στο χώμα μιας ρωμαλέας αφήγησης και στο ύψος ενός ειλικρινούς γυμνού στοχασμού. Ξεκινάει βαριά προγραμματικά: «ήταν εκείνη που με έκανε να νιώσω, από πολύ νωρίς, κάτι από το μυστήριο της αγάπης», και «η αρρώστια αυτή μετέτρεψε τη σχέση μου μαζί της σε πεπρωμένο». Και τελειώνει δείχνοντας τις ραφές του εγχειρήματός του: «Η ανάγκη να μιλήσω για την αδερφή μου, να μιλήσω θα έλεγα μαζί της, μου γεννήθηκε όταν γύρισα σπίτι, μετά την κηδεία». Γιατί; «Θέλω όσοι ξέρουν εμένα να ξέρουν κι εκείνη, όσοι διαβάζουν τα όποια γραφτά μου, μαζί με το όνομά μου, να φέρνουν αμέσως στον νου τους και το δικό της όνομά: Γιούλα, Γιούλα Ζουμπουλάκη».

Επέτυχε πολλαπλά ο Σταύρος. Διαβάζοντάς τον, όχι μόνο σχηματίζω τη μορφή της Γιούλας, μιας αγίας που τα έχει χάσει όλα και σκορπάει γύρω της χαρά, όχι μόνο ανασυγκροτώ το πρόσωπο του αδερφού της, αλλά μοιράζομαι τη μεταφυσική αγωνία, την επώδυνη αναζήτηση της αγάπης ως ουσίας ζωής, αναπλάθω την παρόμοια εμπειρία ζωής και βασάνων σε παρόμοιες οικογένειες της μεταπολεμικής Ελλάδας, με παρόμοια μυστικά και πεπρωμένα, με ανθρώπους που κηδεύονται με φύλλα πικροδάφνης στα χείλη, κι άλλους που στέκουν όρθιοι και χαμογελούν καρτερικά μ’ όλες τις πίκρες. «Η αδερφή μου» ξετύλιξε μπροστά μου ζωές, αυλές, κάμαρες, βεγγέρες, διηγήσεις για απόντες και κεκοιμημένους, επισκέψεις σε θαλάμους νοσοκομείων, τη βέρα στο σκελετωμένο δάχτυλο της θείας ― σε όλους θα θυμίσει κάτι.

Ο ΣΖ κινείται από τη μαρτυρία στην εξομολόγηση, από τον τολμηρό θεολογικό στοχασμό ώς την πιο μύχια ηθογραφία, κι η πρόζα του μένει πάντα ρωμαλέα, λιτή, αρρενωπή, ακόμη κι όταν μουσκεύει στο κλάμα, «αυτή την προαιώνια προσευχή δίχως λόγια». Το κείμενο του ΣΖ μού θύμισε και την «Ιστορία του παππού μου» του Αγγελου Ελεφάντη, ένα βαρύτιμο κείμενο που θαύμασα και θαυμάζω, αντιδιαμετρικά: ο ΑΕ εκκινεί από την δρώσα απουσία του παππού, ο ΣΖ από την καυτή παρουσία της αδερφής, και οδεύουν προς την ιστορία ο ένας, προς την ύπαρξη ο άλλος.

Ανάμεσα στις ακριβείς εξιστορήσεις συμβάντων και την αγωνιώδη αναζήτηση μιας υπαρξιακής ανακούφισης, ανάμεσα στη Σιμόν Βέιλ, τον Λεβινάς και τον Καμύ, προεξέχουν παράτολμοι αφορισμοί, που ωστόσο τους αποδέχεσαι πάραυτα επειδή νιώθεις την ειλικρίνειά τους: «Οποιος έχει αγόγγυστα σκατοσκουπίσει άρρωστο είναι μείζων όλων των τιτάνων της θεολογίας». Και πάνω απ΄όλα η γραφή της γριάς μάνας: «Γιουλα περιμενε νά φίγω πρώτη καί μετά ερχεσαι καί εσή θα σε περιμένω θα στρωσο τριανταφιλα και αμιγδαλιες που σου αρεσουνε εκει δεν ηπαρχουν σπασμη δεν θα ηπαρχουν καυμη καί η δυο περναμε τόν ιδιο πόνο…» Δεν περίμενε.

Πάσχα στη Σύρο στον Αγιο Παντελεήμονα, Πάσχα στου Στρέφη, Πάσχα στην Εγκωμη και στις Πλάτρες, στον Μαραθώνα της Αγάπης, Πάσχα στη Μύκονο. Στα νησιά και τα όρη. Οπου και να ’ταν, ήταν Πάσχα Αρχιπελάγους. Γιατί όλα απέρρεαν σε ανθισμένες λοφοπλαγιές, σε αλίπληκτους βράχους, σε καλντερίμια και βουλιστά ζωγραφισμένα από μολόχες, τσουκνίδες, χαμομήλια, παπαρούνες, με μυρωδιές από μαστίχα, μαχλέπι κι αμμωνία, με καμπανίσματα δειλινά, με καινούργια παπούτσια, με πυρετώδη φλερτ κάτω από φοίνικες και πιπεριές.

Το Πάσχα η ζωή ανθίζει σαν την ηθογραφία της. Ο βίος αποσπάται ώριμος από την τυρβώδη ροή του, από τις έγνοιες και τα βασανάκια της συγχρονίας, και για λίγα εικοσιτετράωρα αιωρείται εκτός χρόνου, εκτός πόνου – αλλά εντός χώρου, ενός χώρου μυθολογημένου, τραγουδισμένου, μαγικού. Περισσότερο κι απ’ τα Χριστούγεννα, την Πρωτοχρονιά, δηλαδή την αρχή, την εκκίνηση, εδώ, σε τούτη τη γωνιά της Μεσογείου, η μαγεία εκδηλώνεται καθολική και παράφορη, γλυκεία και δημοκρατική, το Πάσχα, με την Ανάσταση. Ισως διότι κατ’ αυτόν τον τρόπο φανερώνεται πιο ολοκληρωμένα ο συμφυρμός των πολλών ποικίλων παραδόσεων, παγανιστικών, μυστικιστικών, θεολογικών, λατρευτικών, αγροτοποιμενικών, ηρωικών. Και δοξάζεται το έαρ.

Οπως και να ανακαλέσουμε το ελληνικό Πάσχα, θα το βρούμε αξεδιάλυτο με την άνοιξη, τη νιότη, την υπέρβαση· εκφρασμένο με τον πιο καθαρό, μυστικό λυρισμό, που ξεκινάει από το παλαιολαϊκό «Γλυκύ μου Εαρ» και περνάει στον ρομαντικό ιδρυτή Σολωμό: «Καθαρώτατον ήλιο επρομηνούσε / της αυγής το δροσάτο ύστερο αστέρι, / σύγνεφο, καταχνιά δεν απερνούσε / τ’ ουρανού σε κανένα από τα μέρη. / Και από κει κινημένο αργοφυσούσε / τόσο γλυκό στο πρόσωπο τ’ αγέρι, / που λες και λέει μες στης καρδιάς τα φύλλα: / Γλυκειά η ζωή και ο θάνατος μαυρίλα.» (Η ημέρα της Λαμπρής)

Κι ύστερα, Παλαμάς: «Και μοναχά δε σώπαινε στο περιβόλι μέσα / με τη δικούλα του εκκλησιά, με τη λατρεία δική του, / πιστός και ιερουργός Θεού ψηλότερου απ’ όλους, / τ’ αηδόνι. Η νύχτα των Παθών, μα και τ’ Απρίλη η νύχτα.» (Γιορτές).

Σικελιανός: «Γιατί κι’ ο πόνος / στα ρόδα μέσα, κι’ ο επιτάφιος θρήνος, / κ’ οι αναπνοές της άνοιξης που μπαίναν / απ’ του ναού τη θύρα, αναφτερώναν / το νου τους στης Ανάστασης το θάμα, / και του Χριστού οι πληγές σαν ανεμώνες / τους φάνταζαν στα χέρια και στα πόδια, / τι πολλά τον σκεπάζανε λουλούδια, / που έτσι τρανά, έτσι βαθιά ευωδούσαν!» (Στ’ Οσιου Λουκά το μοναστήρι)

Βάρναλης: «Οσ’ άστρα ’ναι στον ουρανό, τόσα στον κάμπο κρίνα. / Ολ’ έχουνε στην καθαρή ψυχήν Απρίλη μήνα.» (Ανάσταση)

Παπατσώνης: «Ας είναι η δόξα του Θεού μεγάλη, / που ξαναφούντωσε για μας τούτη τη ζέστα / στην καρδιά του σπιτιού μας πάλι εφέτος / σε μια νύχτα του τόσο εαρινή» (Το νείκος του Αδη)

Ελύτης: «Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο: / Αύριο, αύριο, λένε, το Πάσχα τ’ ουρανού!» (Ασμα ηρωικό και πένθιμο)

Ρίτσος: «Ακου τα σήμαντρα / των εξοχικών εκκλησιών. / Φτάνουν από πολύ μακριά / από πολύ βαθιά. / Απ’ τα χείλη των παιδιών / απ’ την άγνοια των χελιδονιών / απ’ τις άσπρες αυλές της Κυριακής / απ’ τ’ αγιοκλήματα και τους περιστεριώνες / των ταπεινών σπιτιών.» (Εαρινή συμφωνία)

Καρούζος: «Εαρ μικρό έαρ βαθύ έαρ συντετριμμένο.» (Ασμα μικρό)

Ολες οι φωνές, όλες οι παραδόσεις, μυστικές, υψηλές, υλικές, υπεραισθητές, όλες βαθύτατα παρηγορητικές τούτο το αβέβαιο Πάσχα του 2012. Εγκαρδιώνουν και γλυκαίνουν. Το αίσθημα ανώτερον της θεωρίας, μας λέει ο Παπαδιαμάντης:

«Η ευσεβής τάσις του λαού, ζητούντος, διά του πολλαπλασιασμού των εξωκκλησίων ανά τα όρη και τας κοιλάδας, να παρηγορηθεί διά την στέρησιν των τόσων το πάλαι ιερών και βωμών του, λησμονούντος τους παλαιούς θεούς του χάριν των νέων αγίων του, κατίσχυσε της αυστηροτέρας και δογματικωτέρας θεωρίας, καθ’ ην απηγορεύοντο εις τους χριστιανούς οι αγροτικοί ναοί. Ακριβέστεροι δέ τινες ερμηνείς του γράμματος, ιερομόναχοι και ασκητικοί άνδρες, ηρνούντο και να λειτουργώσιν εις εξωκκλήσια. Αλλά το αίσθημα είναι ανώτερον της θεωρίας, και ο λαός, δουλεύων, τυραννούμενος, πενόμενος, αγροδίαιτος, διασπειρόμενος κατά κώμας και χωρία, μη έχων πόρους να κτίσει μεγάλας και λαμπράς εκκλησίας, έκτισε πολλάς και πενιχράς. Ο δε Σωτήρ, συγκαταβατικώτερος των επισήμων επί γης διερμηνευτών του, “μνημονεύων των επί γης διατριβών”, καθώς είπεν ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, ενθυμούμενος την πενιχράν προσφοράν της χήρας, εδέχετο και του πένητος λαού του τον ευσεβή φόρον, καθώς εδέχθη εκείνης τα δύο λεπτά.» (Στην Αγι-Αναστασιά)

Καλή Ανάσταση!

Eικόνα: Η εις Άδου Κάθοδος του Χριστού, fresco, 1315-1320. Κωνσταντινούπολη, Μονή Χώρας.

Αποκαρδιωμένος και μπαϊλντισμένος ο κόσμος από τις κακές ειδήσεις τριών συνεχόμενων ετών, παρηγοριέται με την επελαύνουσα άνοιξη και προετοιμάζεται για το Πάσχα. Δεν ακούει ειδήσεις πια, δεν τις καταγράφει το κεντρικό νευρικό, δεν δίνει σημασία. Ακούει για εκλογές και μόνη σκέψη του είναι πώς να χρησιμοποιήσει την ψήφο του τιμωρητικά· έτσι νομίζει. (Τιμωρεί όμως η ψήφος; Ποιον, πώς;) Τα μήντια συνεχίζουν να βομβούν ακαταπαύστως, η σιωπή θα ήταν θάνατος· βομβούν για τον Παναθηναϊκό, ας πούμε. Αλλά ο μηντιακός βόμβος δεν μεταφέρει πια νοήματα στον στομωμένο Ελληνα· παρακολουθεί την καταστροφή του σε σλόου μόσιον και χάι ντεφινίσιον, ανήμπορος να αλλάξει κανάλι με το άιφον 4-τζι-ες. Τυλιγμένος με τα γκάτζετ της Προ Κρίσης εποχής, ήδη λησμονημένης, ο άνθρωπός μας παρακολουθεί απαθής ειδήσεις περικοπών και ανεργίας σαν να χαζεύει αγγελτήρια για κηδείες τρίτων, άλλων, μακρινών. Και ψιθυρίζει μια μάντρα, μιαν ευχή: Δεν μπορεί να συμβαίνει αυτό που συμβαίνει, κι αν συμβαίνει, δεν συμβαίνει σ’ εμένα.

Και ξάφνου στο νυχτερινό ζάππινγκ πέφτεις σε μια ταινία που μιλάει ελληνικά. Μισοναρκωμένος, αιωρείσαι στιγμιαία ανάμεσα σε πρόσωπα οικεία, σημερινά, σε χώρους επίσης οικείους. Γιατροί, ασθενείς, νοσοκομείο του ΕΣΥ. Ενας ειδικευόμενος χειρουργός ορθοπεδικός προσπαθεί να εκπαιδευτεί και συγχρόνως να μείνει άνθρωπος. Βαθμιαία η νάρκωση μεταπίπτει σε περιέργεια, κατόπιν σκάς χαμόγελα που ακαριαία πικρίζουν, και καθώς μέσα σε αυτό το κομφούζιο αναγνωρίζεις όλο και βαθύτερα τον εαυτό σου, δικές σου εμπειρίες, την κοινωνία σου και τους ανθρώπους της, πατάς το ίνφο: «Απ΄τα κόκαλα βγαλμένα», του Σωτήρη Γκορίτσα, έτος παραγωγής 2011. Πού να την κατατάξεις τούτη την ταινία; Δραματική κομεντί, μαύρη κωμωδία, κωμωδία καταστάσεων; Docudrama μάλλον, ντοκιμαντέρ με υπερτονισμένα κάποια χαρακτηριστικά. Κι ακόμη καλύτερα: νατουραλιστική ηθογραφία, αδρή, αγκαθωτή, αιμάτινη.

Το Εθνικό Σύστημα Υγείας τη δεκαετία του 2000-10, παραμονές του Κραχ και κατά τη διάρκεια του Κραχ. Φακελάκια, φαυλοσυνδικαλισμός, λαμόγια, προμήθειες, αναξιοκρατία, χάος, παράλογο. Αλλά και ανθρώπινη θέρμη, υπερβάσεις του ατομικού, ανιδιοτέλεια, αυταπάρνηση, φιλία, συμπόνια, επιστημοσύνη. O πενηντάρης σκηνοθέτης προσπαθεί να κατανοήσει και να βυθιστεί στους ανθρώπους, τους αγκαλιάζει με την κάμερα όλους, καλούς και κακούς, προσπαθεί να ιχνογραφήσει το όλον, αυτό που μας περιέχει και μας συνέχει, αλλά και μας βασανίζει και μας διαλύει.

Η ταινία του Γκορίτσα δεν είναι το Grey’s Anatomy α λα ελληνικά, είναι το πρωτογενές Greece’s Anatomy, μια σιγαλόφωνη ελεγεία, που περιγράφει, καταγράφει, καταδεικνύει, αλλά δεν κατακρίνει, δεν ηθικολογεί, δεν αναθεματίζει. Ηθογραφία κατά το είδος, ελεγεία κατά τη μορφή. Σαν να σιγοτραγουδάει τα πάθη των ανθρώπων, σαν να μιξάρει αβίαστα τον Υμνο εις την Ελευθερία με το Ι Will Survive, όπως κάνει στους τίτλους τέλους.

Είδα την ταινία δύο φορές σε δύο μέρες, με αμείωτο ενδιαφέρον. Δεν διασκέδασα, δεν χαλάρωσα. Ενιωσα όμως την ταινία να με τυλίγει με τον ρεαλισμό της, με τον αιφινιδιαστικό της κλαυσίγελο και την εσκεμμένη απουσία καταγγελίας, κατάκρισης ή διδακτισμού. Σαν τα έργα της μεγάλης ηθογραφίας, που ιστορούν συνήθεις βίους συνηθισμένων ανθρώπων, συνηθισμένα συμβάντα, συχνά χωρίς καμιά κορύφωση· κι όμως τα βάσανα της ζωής, η ζωή σαν βάσανο και σαν δώρο, αποκαλύπτονται πάντα μεγαλειώδη, ξεπροβάλλουν μέσα από τον χαμηλό ορίζοντα ή την ευτέλεια των ανθρπωίνων πράξεων. Σαν τις βραδυφλεγείς, υπόκωφες εκρήξεις στα διηγήματα του Τσέχοφ, του Παπαδιαμάντη, σαν τις τοιχογραφίες του ιταλικού νεορεαλισμού. Πέραν του καλού και του κακού.

Ειναι παρηγορητική η ταινία «Απ’ τα κόκαλα βγαλμένα». Και συγκινητική, γνήσια, επειδή η τρυφερότητά της είναι γνήσια και ζυγισμένη, διαχέεται σε όλους τους ήρωες, και διαχέεται και στους θεατές. Και παιδευτική εντέλει, σαν ντοκιμαντέρ: τελειώνοντας, ξέρεις τι δεν πρέπει να κάνεις, ξέρεις τι άφησες να γίνεται και φτάσαμε ως εδώ, έρμαια τύχης χαλεπής.

Στο κινηματογραφικό νοσοκομείο Αγιοι Πάντες είδα την Ελλάδα να ξεκουρδίζεται και να αποσυναρμολογείται, επί μία ή δύο δεκαετίες, να γονατίζει και να παραπατάει, αλλά να μην αποσυντίθεται εντελώς, να παραμένει ένας σκελετός από κόκαλα, σπασμένα και κολλημένα εκ του υστερήματος κάποιων προσώπων, που ενώ ξεκινούν έκκεντροι και περιθωριακοί, μπορεί να καταλήξουν κεντρικοί ήρωες, αυτοί που θεραπεύουν, μάχονται, συγχωρούν, αγαπούν και συγκολλούν τα θραύσματα.

Παρατηρώ το χτίσιμο: πέτρες δεμένες με πλίνθους και κουρασάνι. Ρωμαϊκό, βυζαντινό. Αγκαλιάζω την χαρίεσσα φόρμα. Χαμηλώνω το βλέμμα. Στο πεζούλι του βυζαντινού ναού των Αγίων Θεοδώρων, στην πλατεία Κλαυθμώνος, ένας (μία;) μικροπωλητής, συνήθως άφαντος, έχει απλώσει την πραμάτειά του: εικονίτσες, βίους αγίων, την Αγία Μαρκέλα, τον Αγιο Κυπριανό, θρησκευτικά ημερολόγια, λιβάνι, βραχιολάκια, κομπολόγια, ένα CD με Λόγους Μετανοίας. Στην άκρη απιθωμένο ένα πλαστικό κύπελλο καφές. Ενας γενειοφόρος Πρόδρομος, νωδός, διαλαλεί ψευδά τα λαχεία του «τι σου ‘χω σήμερα, σε γλιτώνω!». Πιο πάνω, άλλος σαλός με άδειο βλέμμα, λευκογενειοφόρος με πατημένα παπούτσια σαν παντόφλες, κουνάει ένα άδειο κουτί “πεινάω” προς παγερά αδιάφορους διαβάτες, είναι αόρατος. Στο πεζοδρόμιο της Αθηνάς ένας άντρας έχει ανοίξει ένα χαρτόκουτο και επιδεικνύει καρδερίνες, λούγαρους και φλώρια, έχουν μαζευτεί καμιά δεκαριά άντρες σαράντα-πενήντα χρονών, χαζεύουν και καπνίζουν, ένας σαν κράχτης κάνει ότι ψωνίζει και βάζει σε ένα σακ βουαγιαζ ένα πουλάκι. Στις παρυφές της Ερμού, επί της Αρεως, ένας αστυνομικός με μπλε εξάρτυση καλεί έναν ινδοασιάτη μικροπωλητή για έλεγχο, αυτός κρατάει μια γαλάζι ομπρέλα ανοιχτή και τέσσερις-πέντε κλειστές σε νάιλον, το βάζει στα πόδια, ξεφορτώνεται το εμπόρευμα στο δρόμο, τρέχει με την γαλάζια ομπρέλα ανοιχτή, ο νεαρός αστυνομικός τον προλαβαίνει, του βάζει τις φωνές, ο Πακιστανός χαμογελάει διαρκώς και στριφογυρίζει ψηλά την ανοιχτή ομπρέλα, κανείς δεν δίνει σημασία, μόνο ένας σκουρόχρωμος σαλεπιτζής παρακολουθεί διακριτικά.

Κανείς δεν παραξενεύεται με αυτές τις εικόνες στο κέντρο των Αθηνών. Ολοι προσπερνούν αποτραβηγμένοι στον εαυτό τους, σκυθρωποί, κοιτάνε πέρα, μακριά, πολύ μακριά από τον τρέχοντα ζόφο. Βαλκανίλα και Κάιρο μυρίζει. Και παλιά Αθήνα του ’60, όταν οι ζητιάνοι συνωστίζονταν στα σκαλιά των εκκλησιών κάθε Κυριακή, απλώνοντας εικονίτσες και άδεια χέρια κάτω απ΄τις μύτες των νοικοκυραίων, κι όταν μαυροντυμένες κοσμοκαλόγριες με μπόγους γυρνούσαν πόρτα πόρτα πουλώντας μοσχολίβανο και καρβουνάκια.

Εικόνες απόμακρες, καταχωνιασμένες, ακατανόητες σήμερα, κι όμως επιστρέφουσες μαζικά, ορμητικά: η επαιτεία ως αναπόσπαστο μέρος του βίου, ως μια φυσικότατη εκδήλωση της διάχυτης πενίας· οι μικροπωλητές που περιφέρουν εμπόρευμα σαβούρα σε χαρτόκουτα ή κρεμασμένο στο λαιμό τους· οι παπατζήδες στο δρόμο και οι λοταριατζήδες στα καφενεία· οι μπανανοπώλες με καρότσια μπεμπέ· οι υπαίθριοι ψήστες κοκορετσιού· οι πωλητές χύμα χλωρίνης, ελαιόλαδου, φυτίνης και γιαουρτιού πόρτα πόρτα· οι δοσάδες με είδη προικός στη βαλίτσα.

Το ’50 και το ’60 εισβάλλουν βίαια στο 2012. Δεν φέρουν κανένα φολκλόρ, δεν ξυπνούν καμιά νοσταλγία, δεν περιέχουν αισθητική και καλαμπούρια, όπως αυτή που ξυπνούσαν έως πρόσφατα οι ασπρόμαυρες φαρσοκωμωδίες. Ποιος νοσταλγεί την αυλή με τη σκάφη και τον κοινό απόπατο; Αυτά ήταν για να τα βλέπουν σε Plasma 40 ιντσών και να γελάνε χορτάτοι επίγονοι, παιδιά και εγγόνια αυτών των παράξενων Ελλήνων με τα τριμμένα ντρίλια και τα παλτά της αμερικανικής βοήθειας.

Δεν θα γυρίσουμε στη σκάφη. Αλλά σε πολλά διαμερίσματα φέτος δεν άναψαν καλοριφέρ· τα αυτοκίνητα στέκουν ακίνητα, χωρίς πανάκριβη βενζίνη· οι μοτοσικλέτες μεγάλου κυβισμού ξεπουλιούνται για να αντικατασταθούν με παπί· στα γραφεία κολατσίζουν από τάπερ σπιτικά.

Γυρνάμε στη φτώχεια· δεν γυρνάμε όμως και στην αθωότητα της παλαιάς ηθογραφίας της. Οι δρόμοι είναι επικίνδυνοι, συνοικίες και αστικές ζώνες ολόκληρες έχουν μπει στα κόκκινα, οι πολυκατοικίες χτυπιούνται κάθε βράδυ, κάθε ώρα και μια διάρρηξη, αλαφιασμένοι μικρομεσαίοι προσθέτουν κλειδαριές και σίδερα.

Ο πόλισμαν της ηθογραφίας, με το γκρίζο κοστούμι-στολή και το πηλίκιο, εξαφανίστηκε· στις φυλασσόμενες ζώνες με τράπεζες και πολιτικά κτίρια στέκονται πάνοπλοι ειδικοί φρουροί με περικνημίδες και οπλοπολυβόλα. Η επιτήρηση, ο ατομικός οπλισμός και οι αυτοδικούσες μιλίτσιες προβάλλουν ως μόνες απαντήσεις στην φτώχεια, την ανασφάλεια, την ανισότητα. Ζητιάνοι, πρεζάκια, μικροπωλητές, αξύριστοι άντρες στα πεζοδρόμια, και φρουροί με οπλοπολυβόλα. Λείπουν οι προφήτες.

Η ηθογραφία διαστρωματώνεται και αλλάζει. Και λουπάρει. Ηταν η αυλή, γεράνια, πατριάρχες άντρες, μεγαλοκοπέλες, έρωτες, ένας ορισμένος νεορεαλισμός, υποβασταζόμενος από το όραμα της διαρκούς προόδου. Κατόπιν ήρθε το διαμέρισμα, κοστούμια, γαλλικούλια, κούρσες, ροκ-εν-ρολ, μπλουτζήν και καμπάνες, χουντοπόπ. Μετά, δημοκρατία και φενάκη αναδιανομής, μαζική παιδεία, πλησμονή, νεοπλουτισμός, προωθητικός φθόνος, θαυμαζόμενη ανομία, κατανάλωση, τηλεόραση, μάζα, σκυλοπόπ. Ευρώπη ― όραμα και φενάκη.

Η τελευταία στοιβάδα ηθογραφίας αναπαράγει διαθλασμένα, σαρκαστικά, ένα παλαιότερο πρόσωπό της, παραμορφωμένο, απεχθές, μια αστυνομική πτωχοκρατία. Η ηθογραφία εξελίσσεται: σαν δυστοπία.

.

Μια ελληνική ταινία με έβαλε σε σκέψεις. Η Στρέλλα. Σκέψεις όχι για την κατασκευή της έμφυλης ταυτότητας, τη ζωή στο περιθώριο, τις στερεοτυπικές συμπεριφορές των αποκλεισμένων, τη σεξουαλική υποκρισία, τέτοια. Οχι. Η αριστουργηματική Στρέλλα του Πάνου Κούτρα, στο μεταίχμιο υπερνατουραλισμού, ψυχαναλυτικού δράματος, ονείρου, μελό, καμπαρέ, αστικού ντοκιμαντέρ και ηθογραφίας, με έβαλε προ πάντων σε σκέψεις για την αγάπη. Για το σκάνδαλο αγάπη.

Ολη η ταινία αρθρώνεται δεξιοτεχνικά, ακροβατικά, πάνω σε αυτό το θεμελιώδες ερώτημα: Ποιος μ’ αγαπά, ποιον αγαπώ; Στην πραγματικότητα, ποιος τολμά να θέτει τέτοια ερωτήματα σήμερα, εκτός από μερικούς σαλούς καλλιτέχνες, ίσως και κανέναν φιλόσοφο; Ο κόσμος μας κινείται ζαλισμένος γύρω από την οικονομία, τη γνώση, την ύλη, πυροδοτείται από την απληστία.

Ακόμη και ο λόγος περί αγάπης, στην πολλαπλή του εκδίπλωση ―έρως, amor, φιλία, αγάπη― φέρνει δυσανεξία στον σύγχρονο άνθρωπο, αμηχανία τουλάχιστον. «Το “σ’ αγαπώ” ακούγεται, στην καλύτερη περίπτωση, σαν ασχημοσύνη ή κοροϊδία, έτσι που στην καλή κοινωνία, αυτή των μορφωμένων, κανείς πλέον δεν τολμά να ξεστομίσει στα σοβαρά τέτοιαν ανοησία», γράφει ο φιλόσοφος Ζαν-Λικ Μαριόν (Το ερωτικό φαινόμενο, εκδ. Πόλις).

Ο Κούτρας διαλέγει έκκεντρους ανθρώπους, λοξούς, σημαδεμένους, αμφίσημους, τρανς, για να δείξει το δράμα της αγάπης, τη δυνατότητα της αγάπης για εξανθρωπισμό, για υπέρβαση, για υποστασιοποίηση των προσώπων. Η τραβεστί Στρέλλα, καταγόμενη από τη μυθική περσόνα της κακογιάννειας Στέλλας του ’50 της ανοικοδόμησης, από την υπερμοντέρνα Τρέλα της μητροπολιτικής Αθήνας του 21ου αιώνα, αλλά και από την ντίβα Κάλλας, είναι το συναρπαστικό πρόσωπο που προσεγγίζει την αγάπη παράτολμα, υβριστικά. Με τη σφραγίδα του ενδιάμεσου φύλου (είναι ανδρόγυνο), με την αψάδα της νιότης, με το στίγμα του εγκαταλειμμένου και ορφανού παιδιού, με την προσωπική της τρέλα, διαπράττει την Υβρη, να ερωτευτεί τον απολεσθέντα και επανευρεθέντα πατέρα, σαν “όλα”.

Η Στρέλα από την απόρριψη, την απουσία, τη μοναξιά, την ερήμωση, περνά προς το άγγιγμα, το δόσιμο, το κάψιμο, τον κίνδυνο ― την αγάπη. Είναι ο γιος που έγινε κόρη, το παιδί που έγινε γυναίκα, το τέκνο που έγινε εραστής του πατρός, το ανδρόγυνο που υπερβαίνει τα φύλα σαν άγγελος, η Στρέλα που περνάει το κατώφλι του ταμπού της αιμομιξίας, εκούσα άκουσα: σπρωγμένη από αγάπη, εκδίκηση, αυτοτιμωρία. Και πάντα δίνει: η Στρέλα δίνει το σώμα της, τα νιάτα της, τα λεφτά της, το σπίτι της, τη στοργή της, τη ζωή της. Μόνο την ελευθερία της, την ελευθερία της αγάπης της, δεν παραχωρεί.

Η ταινία του Κούτρα, αισθητικά και ιδεολογικά, κατάγεται από τα υπαρξιακά μεταφυσικά δράματα του Φασμπίντερ και του Παζολίνι, από τη βαθιά σαγήνη του μελοδράματος, από τον εξπρεσιονισμό, από τον αμφίσημο κόσμο του Ντ. Λυντς. Μόνο που στη Στρέλλα δεν αποθεώνεται ο προλετάριος ή ο περιθωριακός· ακόμη και οι γηρασμένες τρανς δεν εικονογραφούνται φολκλορικά, οι αστραφτερές ατάκες τους, τα καλιαρντά, οι μετωνυμίες, όλα εντάσσονται οργανικά στην ελεγεία και το δράμα, όπως οργανικά δένει με τα αισθήματα η έξοχη κινηματογράφηση της αρκαδικής φύσης, σε αντίστιξη με την αστική φαντασμαγορία της Αθήνας.

Στην καρδιά της τρανς φαντασμαγορίας χτυπάει η καρδιά της Στρέλλας· ατίθαση, αληθινή, δραματική, στρέιτ. Της Στρέλλας η καρδιά δίνει παλμό και πάλι στον πρώην κατάδικο Γιώργο, λούζερ πατέρα και εραστή, πιο έρημο και μόνο από όλους τους μοναχικούς. Της Στρέλλας η καρδιά ενώνει τα σκόρπια πρόσωπα γύρω της, σαν δορυφόρους γύρω από τον έρωτα ήλιο, σαν αστράκια γύρω από μια φάτνη, μια εστία, τόσο εφήμερη και εύθραυστη, μα και τόσο γνήσια και αληθινή.

Η Στρέλλα αξιώνει τη θέση της πλάι στα έργα τέχνης που στοιχειώνουν τον νεολληνικό βίο, έργα σκληρά, αληθινά, τρυφερά, λοξά· πλάι στην Στέλλα, την Ευδοκία, Το Δέντρο που Πληγώναμε, το Τρίτο Στεφάνι του Ταχτσή, τον Επιτάφιο Θρήνο του Γ. Ιωάννου. Ολα μιλούν για τον δύσκολο έρωτα, τη δυσκατόρθωτη αγάπη, τον δυσχερή Αλλο, τα πρόσωπα, την πτώση τους και τον μετεωρισμό τους. Το 2010, μια 25χρονη τρανς από την Αρκαδία, που ζει σε ένα ερείπιο στο Γκάζι, χαρίζει σε όλους εμάς τους κανονικούς ένα καραόκε αυτογνωσίας: Vissi d’arte, vissi d’amore, non feci mai male ad anima viva!

«Ακου τα σήμαντρα / των εξοχικών εκκλησιών. / Φτάνουν από πολύ μακριά / από πολύ βαθιά. / Απ’ τα χείλη των παιδιών / απ’ την άγνοια των χελιδονιών / απ’ τις άσπρες αυλές της Κυριακής…»
Η Εαρινή Συμφωνία του Γιάννη Ρίτσου είναι σαν να γράφτηκε για τον καιρό μας τον δύσκολο. Αντηχεί τον μακρύ ιστορικό χρόνο, ενοποιεί την παιδική Εδέμ με το παρόν, ανοίγει παράθυρο στην ελπίδα και την καταλαγή.

Την χρειαζόμαστε την ποίηση αυτό τον καιρό, χρειαζόμαστε την αίσθηση της μακράς διάρκειας αυτές τις μέρες, καθώς γυρνάμε στη γη, αντικρίζουμε ουρανό και αγριολούλουδα, μυρίζουμε φρέσκο χώμα· καθώς αφήνουμε πίσω μας το άστυ, την ύφεση, τη δυσθυμία, το αβέβαιο παρόν. Στην ολάνθιστη φύση του “ξανθού Απρίλη” ―ας μην είναι δάσος και λειμώνας, ας είναι κηπάριο, μια ταπεινή αυλή― συντροφεμένοι από οικογένειες και φίλους, αφήνουμε πίσω το παρόν, και ανοιγόμαστε στο μέλλον. Τη χρειαζόμαστε τούτη την ηθογραφία.

Συνωστιζόμαστε σε διόδια και λιμάνια, σε αεροδρόμια, σταθμούς. Πλέουμε, πετάμε, οδεύουμε προς μια φυσαλίδα χαρμόσυνου μέλλοντος, ανερχόμαστε από τον Αδη της πραγματικότητας προς το φως της γιορτής, προς το διαρκές τάμα να γιορτάζουμε το Πάσχα ρωμέικο, σε ραχούλες και βραχονησίδες, σε ρεματιές και πλατείες, σε Βρυξέλες, Σίδνεϊ, Σκιάθο, Νέα Υόρκη. Πάσχα ρωμέικο, βακχείας και χαρμολύπης, γιορτή ανθρώπων αντινομικών, αρχαίων, παράφορων, αλλοπρόσαλλων, που ζουν τη ζωή σαν ηθογραφία διάστικτη από ποταπότητα και μεγαλείο. Σαν να μας ιστορεί ακόμη ο Παπαδιαμάντης, όπως ιστορεί τον Κερκυραίο μπαρμπα-Πύπη, βαφτισμένο καθολικό μα πολέμιο του Πάπα, γαλουχημένο Δυτικό μα πολέμιο των Αγγλων, όστις τα «πατερμά του ήξευρε ρωμέικα» και τάμα είχε να πηγαίνει πεζός ως τον Πειραιά να αναστήσει.

Ετσι ακόμη. Μες στην ηθογραφία μας ζούμε, κάθε πόδι σ’ άλλη βάρκα. Κι έτσι εισβάλλουμε στο Πάσχα, λουζόμαστε το Φως.

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

RSS Gatherate: The Best of the Greeks

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Twitting

  • 'Mistakes were made,' Cyprus minister says on passports uproar. Α Cypriot passport given to Malaysian businessman L… twitter.com/i/web/status/1… 1 week ago
  • Βρώμικη ανάπτυξη, με όπλο την προπαγάνδα ― στρατηγική της Δεξιάς, λάθη της Αριστεράς || συνέντευξη στην ΕΠΟΧΗ xydakis.gr/?p=12525 2 weeks ago
  • Η κανονικότητα ήταν το πρόβλημα - Στη μεταπινοστετική Χιλή και στη μεταμνημονιακή Ελλάδα || «Ένα βλέμμα» στο Έθνος xydakis.gr/?p=12519 2 weeks ago
  • Η κανονικότητα της απανθρωπιάς. Περάσαμε μέσα από μια ιστορική δοκιμασία και δεν αποθηριωθήκαμε σαν κοινωνία. Βαστή… twitter.com/i/web/status/1… 3 weeks ago
  • Σοφία Κατζάνη τ' όνομά της: Αγωγή 50.000€ σε δασκάλα που υπερασπίστηκε την εκπαίδευση προσφυγόπουλων ethnos.gr/ellada/67394_a… 4 weeks ago
  • Λογοκρισία στην αφίσα της 31ης Συνάντησης Ερασιτεχνικών Θιάσων Αιγαίου: «Δεν συνάδει με το εθνόσημο...» ikariaki.gr/logokrisia-sti… 4 weeks ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 1.006.474 hits
Αρέσει σε %d bloggers: