You are currently browsing the tag archive for the ‘ηγεμονία’ tag.

bergedorf

Το χρηματοπιστωτικό κραχ του 2008, η ακολουθήσασα κρίση της ευρωζώνης και η κρίση στην Ουκρανία μάς αναγκάζουν να σκεφτόμαστε την πολιτική όχι μόνο με όρους τρέχουσας διαχείρισης αλλά με όρους ιστορίας, όρους γεωγραφίας, όρους επιβίωσης μεγάλων συνόλων. Στην Ελλάδα του 2010-14 αυτή η εμπειρία βιώνεται βαθιά και επώδυνα· αλλά δεν είναι μόνη: όλη η Ευρώπη σκέφτεται την κρίση, σκέφτεται τον εαυτό της ως κρίση, αν και με διαφορετική ένταση η κάθε χώρα.

Είχαμε την ευκαιρία να επιβεβαιώσουμε αυτή την εικόνα σε μια πολύ ενδιαφέρουσα διήμερη συζήτηση μεταξύ ειδικών, που οργάνωσε στην Αθήνα το γερμανικό Ιδρυμα Koerber, στο πλαίσιο των διαλόγων Bergedorf ― ο αθηναϊκός ήταν ο 155ος. Πολιτικοί, ακαδημαϊκοί, αναλυτές think tanks, δημοσιογράφοι συνομίλησαν για το πώς η Ευρώπη θα αναδυθεί από την κρίση. Παρά την εντυπωσιακή απουσία Γάλλων, Ιταλών, Ισπανών, Πορτογάλων, δηλαδή όλης της «λατινικής» και μεσογειακής Ευρώπης, και την ετεροβαρή παρουσία των Βορείων, προερχομένων κυρίως από Βερολίνο, Βρυξέλες και Λονδίνο, οι προσεγγίσεις ποικίλαν: η αγγλοσαξωνική σκέψη για τη δομή και τα προβλήματα της ευρωζώνης παραμένει αισθητά διάφορη της γερμανικής· η Γερμανία κατηγορείται ότι εξάγει αποπληθωρισμό στην Ευρώπη. Διαφορετικές είναι επίσης οι προσεγγίσεις στις γεωπολιτικές επιδιώξεις και τη διπλωματική δράση της Ε.Ε.

Η χρηματοπιστωτική κρίση απεκάλυψε την ελλιπή αρχιτεκτονική του ευρώ, την απουσία μηχανισμών διαχείρισης κρίσεων, το πολιτικό κενό σε επίπεδο ομοσπονδίας, την ασυμμετρία μεταξύ Βορρά-Νότου. Η ίδια η κρίση ωστόσο πυροδότησε τη δημιουργία μηχανισμών διάσωσης-ρύθμισης και κυρίως την έναρξη μιας τολμηρότερης συζήτησης, πέρα από τη μακάρια ορθοδοξία του κυρίαρχου νεοφιλελεύθερου υποδείγματος· αίφνης, ο κεϋνσιανισμός, η δημογραφία, η ξεχασμένη αξία της πλήρους απασχόλησης, η κοινωνική δικαιοσύνη διεκδικούν μια θέση στην ατζέντα πλάι στην ανταγωνιστικότητα και την αδιαμφισβήτητη κυριαρχία της ελεύθερης αγοράς και της απορρύθμισης. Σε αυτή τη συζήτηση οι πολιτικοί των εθνικών κοινοβουλίων συχνά ακούνε τα νέα επιχειρήματα πιο προσεκτικά από τους ευρωκράτες, ίσως διότι ακούνε μέσα τους τις φωνές του εκλογικού σώματος. Είναι ενδεικτική πάντως η ασκούμενη κριτική για την παραμέληση ή τη διάψευση των ιδρυτικών αρχών της Ε.Ε. ―σύγκλιση, ανάπτυξη, αλληλεγγύη― και τη σταθερή επικράτηση των εθνικών συμφερόντων και του διακυβερνητισμού.

Η Ουκρανία, με τη σειρά της, κατέδειξε το κενό διπλωματίας και εξωτερικής πολιτικής της Ε.Ε., αλλά και την απουσία ενιαίων στρατηγικών στόχων σε βάθος χρόνου· την στιγμή της κρίσης επικρατούν τα εθνικά συμφέροντα και οι ασυνέχειες. Στο ερώτημα ποια πρόσωπα και ποιοι θεσμοί της Ε.Ε. μπορούν να διαδραματίσουν ηγετικό ρόλο, οι απαντήσεις είναι πολύ δύσκολες, περισσεύουν οι υπεκφυγές. Οι πολιτικοί είναι σαφώς πιο επιφυλακτικοί και προσεκτικοί από τους αναλυτές, οι Γερμανοί μάλιστα φαίνονται απρόθυμοι να αναλάβουν ηγεμονικό ρόλο, ιδιαιτέρως σε θερμές γεωπολιτικές συνθήκες, που φτάνουν στη σύγκρουση. Η αντιπαράθεση με τη Ρωσία ξεπερνά κατά πολύ τις δυνατότητες της ευρωπαϊκής soft power.

Σύμφωνα με μια προσέγγιση, πιο επιθετική και τολμηρή, η Ε.Ε. οφείλει να στραφεί προς Ανατολάς, που «ζητάει» Ευρώπη, και να βάλει σε δεύτερη μοίρα τον Νότο, που είναι ευρωσκεπτικιστικός· να διευρύνει τη σχέση της με την Τουρκία, λόγω στρατηγικής σημασίας· να εμβαθύνει την διατλαντική συμμαχία, στο μέτρο που η οπλική ομπρέλα των ΗΠΑ προστατεύει την Ευρώπη. Η συγκεκριμένη προσέγγιση προτρέπει για μια σαφώς πιο ενεργητική διπλωματία και εξωτερική πολιτική. Προφανώς περιέχονται αντιφάσεις και ο αντίλογος είναι ισχυρός. Θα επανέλθουμε.

Advertisements

Η παρόξυνση της δράσης της Χρυσής Αυγής τις περασμένες εβδομάδες, και η επιχείρηση εξάρθρωσης του εγκληματικού της πυρήνα, είναι το δεύτερο «ατύχημα» που δοκιμάζει τις αντοχές του πολιτικού συστήματος, μετά το καλοκαιρινό «ατύχημα» της ΕΡΤ. Είναι γενετικά διαφορετικά γεγονότα, αλλά και τα δύο ήταν απρόβλεπτα και έδρασαν, δρουν ακόμη, σαν παράδοξοι ελκυστές επί ενός συστήματος εξόχως ασταθούς και εύθραυστου.

Ιδιαίτερα ο φόνος του Παύλου Φύσσα σημασιοδοτήθηκε διεθνώς, από την Ευρώπη και τις ΗΠΑ, ως σημείο μηδέν, ως κόκκινη γραμμή, για τις εξελίξεις στην ασταθή Ελλάδα. Η ξεχωριστή σημασία δόθηκε όχι μόνο από τον διεθνή τύπο, αλλά και με σκληρές δηλώσεις από επίσημα χείλη και με κυβερνητικά διαβήματα. Αίφνης, η Ελλάδα, εκτός από πτωχευμένη, κινδύνευε να χαρακτηριστεί και νεοναζιστικός παρίας. Αλλά και στο εσωτερικό, μετά τον πρωτοφανώς δημόσιο φόνο στο Κερατσίνι, το κλίμα μετετράπη άρδην. Η δημοκρατική κοινή γνώμη αντιλαμβάνεται ότι η απάντηση στις εγκληματικές ροπές των νεοναζιστών πρέπει να είναι και πολιτική, εκτός από δικαστική. Πολύ περισσότερο που ένα διόλου ευκαταφρόνητο μέρος του πληθυσμού, στις δημοσκοπικές καταγραφές, δεν πιστεύει ότι η ΧΑ είναι εγκληματική οργάνωση.

Οι εξελίξεις άρα, εκτός και εντός συνόρων, αναγκάζουν την κυβέρνηση να κινηθεί δυναμικά, και ίσως βιαστικά, κατά του εγκληματικού πυρήνα των νεοναζιστών. Οι κινήσεις προς το παρόν διεξάγονται στο πεδίο των αστυνομικών ερευνών και κυρίως στο πεδίο της Δικαιοσύνης. Πρόκειται για επιχειρησιακή αντιμετώπιση των έκνομων δράσεων, από τους μηχανισμούς ασφαλείας και πληροφοριών. Οι πολιτικές απαντήσεις επί της ουσίας παραμένουν υποτονικές. Η θεωρία των δύο άκρων εξακολουθεί να υποστηρίζεται, παρότι τώρα οι συνετότεροι ορθώς εξαιρούν την αξιωματική αντιπολίτευση από το αριστερό άκρο. Είναι φανερό όμως ότι το πολιτικό σύστημα ισορροπεί ασταθώς· η μακρά οικονομική και κοινωνική κρίση έχει οδηγήσει σε κρίση ηγεμονίας και σε κρίση νομιμοποίησης, με ορατό αποτέλεσμα ένα λανθάνον κενό εξουσίας. Η σύλληψη, λ.χ., των ηγετών της ΧΑ συνέβη μόνο μετά την προηγηθείσα απομάκρυνση εννέα ανώτατων αξιωματούχων της ΕΛΑΣ και της ΕΥΠ. Αυτό το ορατό κενό, αυτή η διάχυτη αίσθηση ότι υπάρχουν εν δράσει αυτονομημένοι θύλακες, μη υπηρετούντες το κράτος, προκαλεί επιπλέον ανασφάλεια στον ήδη φοβισμένο και ταλαιπωρημένο υλικά πολίτη.

Η μακρά και επώδυνη κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, που άρχισε την άνοιξη του 2010, θα συνεχιστεί. Η κρίση ηγεμονίας εντός της συντηρητικής παρατάξεως αλλά και εντός της καθόλου ηγεσίας της χώρας, το κατεστραμμένο κέντρο, η στρατηγική αμηχανία της παλαιάς κεντροαριστεράς, τα δυσβάστακτα φορτία για την καινοφανή αριστερά, ο περιορισμός της εθνικής κυριαρχίας, όλα οδηγούν αφεύκτως προς ένα σημείο θραύσεως, ένα σημείο υπερθέρμανσης. Ενα ρήγμα. Και προς την ποθητή επανεκκίνηση: με πόνο και ιδρώτα, με ρήξεις και τομές, με μεταρρυθμίσεις βαθιές, ουσιαστικές, άλλες από αυτές που επιβάλλει η τρόικα. «Δεν θα ξεφύγουμε από την παγίδα μιας μακρόχρονης τελμάτωσης χωρίς πατροκτονία», λέει ο μετριοπαθής σοσιαλδημοκράτης Τάσος Γιαννίτσης στο τελευταίο του βιβλίο. Αυτή την πατροκτονία αφουγκράζεται τώρα το παλαιό νοσογόνο σύστημα της διαπλοκής και του παρασιτισμού, αυτήν που υποσχέθηκε βαυκαλιστικά η ανταγωνιστική και εν μέρει αυτονομημένη ακροδεξιά. Αφουγκραζόμαστε.

Από την αρχή της ελληνικής κρίσης, το 2009, και πολύ περισσότερο από την αναγγελία εισόδου στο πρώτο μνημόνιο, ήταν σαφές ότι η πολιτική γεωγραφία, όπως λίγο πολύ παρέμενε σταθερή από τη δεκαετία ‘80, θα άλλαζε βαθιά και διαρκώς. Σε κανένα κράτος υπό τη δοκιμασία της χρεοκοπίας και των προγραμμάτων του ΔΝΤ το πολιτικό σύστημα δεν παρέμεινε αλώβητο· αντιθέτως, πρόσωπα και δυνάμεις που οδηγούν μια χώρα στην οδυνηρή επιτήρηση είναι καταδικασμένα να εξαφανιστούν από το προσκήνιο, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.

Αυτή η τεκτονική μετατόπιση συμβαίνει ήδη και στην Ελλάδα, παρότι δεν έχει ολοκληρωθεί. Το πολιτικό σκηνικό του φθινοπώρου 2009, μετά τις τελευταίες προμνημονιακές εκλογές, παρουσιάζει ελάχιστα κοινά τυπικά χαρακτηριστικά με το σημερινό. Εν τω μεταξύ, στη διαρρεύσασα τετραετία, έχουν συμβεί πρωτογανή γεγονότα: ο εκλεγμένος πρωθυπουργός του πρώτου μνημονίου απεπέμφθη και ο υπουργός του επί των Οικονομικών σύρεται κατηγορούμενος για κακούργημα. Ενας τραπεζίτης αναγορεύθηκε πρωθυπουργός και υπέγραψε το δεύτερο μνημόνιο. Το κεντροαριστερό κόμμα που σφράγισε τη μεταπολίτευση και έβαλε τη χώρα σε καθεστώς επιτήρησης κατέρρευσε. Ενα ακροδεξιό κόμμα συνήργησε στο μνημόνιο και εξαερώθηκε. Ενα άλλο ακροδεξιό μόρφωμα, με νεοναζιστικούς χαρακτήρες και αντισυστημική ρητορική, εκτοξεύθηκε από το πουθενά και διεκδικεί την τρίτη θέση. Ο ηγέτης της μείζονος αντιπολίτευσης, που αντιτάχθηκε στο πρώτο μνημόνιο, υπέγραψε το δεύτερο και το τρίτο και εφάρμοσε πολτική εκ διαμέτρου αντίθετη προς τις διακηρύξεις του, όταν έγινε πρωθυπουργός. Τέλος, ένα μικρό αριστερό κόμμα, κινούμενο ιστορικά μεταξύ 3%-5,5%, απογειώθηκε στη στρατόσφαιρα του 27% και του ουσιαστικού ρυθμιστή των εξελίξεων εφεξής.

Οι αλλαγές δεν σταματούν εδώ. Στο ρευστό παρόν, πέραν της υπό διαμόρφωσιν πολιτικής γεωγραφίας, διακρίνουμε ήδη μείζονες μετασχηματισμούς στο κοινωνικό ανάγλυφο, δηλαδή στην ταξική διάρθρωση, και στις συλλογικές αναπαραστάσεις, στις συμπεριφορές και στις ιδέες. Το υλικό, κοινωνικό και διανοητικό σοκ της χρεοκοπίας και της φτώχιας διαμορφώνει νέες συσσωματώσεις, νέα συλλογικά και ατομικά υποκείμενα, με τέτοια σφοδρότητα και ταχύτητα που δεν είχαμε υποψιαστεί στην Ελλάδα τον τελευταίο μισό αιώνα. Τόσο που, στο πολιτικό επίπεδο, μπορούμε να μιλάμε για νέα δεξιά και νέα αριστερά, σε αντιπαραβολή με την έως πρόσφατα παλαιά δεξιά και αριστερά.

Θα αποτολμήσουμε να περιγράψουμε αδρά μερικά χαρακτηριστικά του αναδυόμενου τοπίου, σε σύγκριση με τους χαρακτήρες του παλαιού.

Η παλαιά δεξιά, επηρεασμένη βαθιά από τον καραμανλισμό της πρώτης μεταπολιτευτικής περιόδου («σοσιαλμανία» και ευρείες κρατικοποιήσεις), σταδιακά προσέγγισε και τον κεντρώο χώρο, όπως και τον φιλελεύθερο-νεοφιλελεύθερο. Η νεοφιλελεύθερη στροφή, υπό τον αστερισμό του θατσερισμού, επιχειρήθηκε από τον Κων. Μητσοτάκη στο κυβερνητικό διάλειμμα του ‘90. Η κεντρώα στροφή της λαϊκής δεξιάς ολοκληρώθηκε υπό την ηγεσία τον Κώστα Καραμανλή. Ηδη όμως από τη δεκαετία ‘90, η νοοτροπία των στελεχών της δεξιάς επηρεάζεται από τον κυβερνητισμό και τη συμπαγή κομματική οργάνωση του αντιπάλου του, του ανδρεϊκού ΠΑΣΟΚ. Μετά το 2004, και ιδίως μετά το 2007, η τυπική δεξιά παρουσιάζεται κουρασμένη, χωρίς νέα πρόσωπα και νέες ιδέες, στηριζόμενη στην περιστασιακή, μεγαλύτερη ή μικρότερη, ακτινοβολία του ηγέτη της παράταξης.

Η κρίση μεταμορφώνει δραστικά τη δεξιά. Η χρεοκοπία, τα μνημόνια και η συνακόλουθη εξαθλίωση των λαϊκών στρωμάτων και των μικρομεσαίων, απομακρύνουν μεγάλα μέρη της εκλογικής πελατείας. Ταυτόχρονα, οι νεοφιλελεύθερες δοξασίες, εφαρμοζόμενες από την ξένη επιτροπεία, καθίστανται απεχθείς για τις μάζες. Τα πληγέντα στρώματα, που ακολουθουσαν τη δεξιά, είτε ως πελάτες είτε από οικογενειακή παράδοση, αποκολλώνται ψυχικά και σκορπίζουν. Παρά τη στροφή της πληγείσας ΝΔ προς τον σκληρό λόγο και την απορρόφηση ακροδεξιών από τον ΛΑΟΣ, ένα σημαντικό μέρος ψηφοφόρων καταφεύγει στον οιονεί αντισυστημικό, υπερεθνικιστικό, λαϊκιστικό και βάναυσο λόγο της Χρυσής Αυγής. Υπό αυτή την έννοια, η παλαιά ΝΔ και η νέα ΧΑ είναι όμορες και ανταγωνιστικές εντός του ευρύτερου δεξιού πλαισίου.

Αξιοσημείωτο: η νυν ΝΔ διατηρείται ενιαία μόνον λόγω της συγκολλώσας κυβερνητικής εξουσίας. Κατά τα άλλα, εφόσον η κατάσταση οξύνεται, θα αποκαλύπτονται οι τώρα λανθάνουσες φυγόκεντρες τάσεις: οι σαμαρικοί της σκληρής λαϊκής δεξιάς, οι καραμανλικοί κεντροδεξιοί, οι νεοφιλελεύθεροι, οι ακροδεξιοί.

Στα μήντια, συμβατικά και δικτυακά, η δεξιά εκφράζεται με ισχυρή φωνή κυρίως μέσω των νεοδεξιών, οι οποίοι προέρχονται από μη τυπικούς δεξιούς χώρους· κυρίως από την πρώην εκσυγχρονιστική κεντροαριστερά, το ερειπιώδες ΠΑΣΟΚ του Β. Βενιζέλου, φιλελεύθερους και νεοφιλελεύθερους των μικροσκοπικών μορφωμάτων, αλλά και αρκετούς πρώην αριστερούς. Κύριο χαρακτηριστικό αυτής της φωνής είναι η επιθετική ρητορική της καθολικής ευθύνης ή της συνευθύνης, και ένα κράμα ηθικολογίας και οικονομισμού.

Η αριστερά έχει υποστεί κι αυτή βαθιές μεταμορφώσεις. Η παλαιά ήταν κατά βάσιν ηττοπαθής, περιχαρακωμένη, αναχρονιστική, εκφραζόμενη ως τέτοια από το ΚΚΕ έως και σήμερα. Η σοσιαλδημοκρατία, στην επικρατήσασα ελληνική εκδοχή της, ήταν μαζική, νικήτρια, συμπαγής, λαϊκιστική, πελατειακή και συντεχνιακή, εντέλει διεφθαρμένη. Τώρα πλέον δεν υπάρχει.

Ο τελευταίος, μικρότερος παίκτης της ευρύτερης παλαιάς αριστεράς, ο πρώην Συνασπισμός, είναι αυτός που άλλαξε πιο θεαματικά από οποιονδήποτε πολιτικό σχηματισμό. Ο μικρός ΣΥΝ καρδιοχτυπούσε να μπει στη Βουλή, ήταν μια περίπου λέσχη μοιρασμένη ανάμεσα στον δικαιωματισμό και έναν αντιπαγκοσμιοποιητικό κινηματισμό, ταλαντευόμενος επίσης ανάμεσα στον φετιχιστικό ευρωπαϊσμό και τον εγγενή συντηρητισμό της πρωην ΕΑΡ, αφενός, και τις παλαιοαριστερές καθηλώσεις των κουκουεδογενών, αφετέρου. Κοινωνικά και ανθρωπολογικά, η παλαιά αριστερά ήταν συμμαζεμένη και υστερόβουλη, λεηλατημένη πολιτικά αλλά και βολεμένη εντός του κοινωνικού συμβολαίου του ΠΑΣΟΚ. Η περιλάλητη πνευματική ηγεμονία της είναι μάλλον για γέλια.

Η νεά αριστερά όπως την ανέδειξε η τεκτονική κρίση έχει διαφοριστεί σε πολύ σύντομο χρόνο. Είναι επιθετική και αυθάδης, με σχετική αυτοπεποίθηση, είναι ηγεμονική αλλά και σαστισμένη, υπό το βάρος της ιστορικής ευθύνης και με τη διεθνή κοινή γνώμη στραμμένη πάνω της. Η αναδυόμενη μαζική αριστερά φέρει την απόγνωση της κρίσης και της υλικής εξαθλίωσης, υποφέρει και αυτή από τη σύγχυση των καινοφανών προκλήσεων, δεν διαθέτει νέα διανοητικά εργαλεία, αλλά πολιτικά για πρώτη φορά καταφέρνει να είναι πιο ανοιχτά λαϊκή, συχνά και λαϊκιστική. Υπάρχουν κι εδώ πολύς οπορτουνισμός, υστεροβουλία, εξουσιομανία. Ελάχιστες νέες ιδέες. Τα πιο νεανικά της τμήματα είναι τα πιο μοντέρνα, ανοιχτά στη νέα γνώση, τα νέα μέσα και τον κοσμοπολιτισμό· αυτά συμπεριφέρονται πλουραλιστικά επιθετικά στα κοινωνικά δίκτυα, αποκόπτουν εαυτούς από τη σταλινική παράδοση και ταυτόχρονα βδελύσσονται την παλαιά σοσιαλδημοκρατία, ιδίως τον εκσυγχρονισμό που βούλιαξε στη διαφθορα και την χρεοκοπία.

Κι ακόμη δεν έχουμε δει τίποτε.

Πολύπειρος πολιτικός αναλυτής μάς έλεγε προχθές: Ποιος θα μπορούσε να πει πριν από τέσσερα-πέντε χρόνια ότι θα ερχόταν ο Γερμανός υπουργός και θα ερήμωνε προληπτικά η πρωτεύουσα, ενώ θα ερχόταν ο Αμερικανός ομόλογός του και κανείς δεν θα το έπαιρνε είδηση…

Οι διαδοχικές επισκέψεις των υπουργών Οικονομικών της Γερμανίας και των ΗΠΑ και μόνο εκ της ασύμμετρης αναναστατώσεως που προκάλεσαν στη ζωή της Αθήνας υποδεικνύουν μιαν ιστορική αλλαγή. Τα αντιαμερικανικά αισθήματα του ελληνικού λαού έχουν καμφθεί ή εκλείψει, ενώ αντιθέτως φουντώνει η δυσπιστία έναντι της Γερμανίας, συχνά και η εχθρότητα. Υπό μία έννοια, το λαϊκό αίσθημα κατοπτρίζει μια στρατηγική επιλογή της πολιτικής ηγεσίας της χώρας ― ακούσια ή εκούσια, αδιάφορο. Η χρεοκοπημένη Ελλάδα προδήλως έχει προσκολληθεί στη γερμανική σφαίρα επιροοής και έχει εναποθέσει εκεί τις τύχες της.

Μα η αδύναμη Ελλάδα, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, επορεύετο πάντα υπό κηδεμονία: στον 20ό αιώνα υπό αγγλική ή αμερικανική. Γιατί να μας πειράζει η γερμανική; Στο κάτω της γραφής, οι Γερμανοί σε αυτή τη φάση βάζουν το χέρι στην τσέπη. Υπάρχουν πράγματι αναλογίες, αλλά και ουσιώδεις διαφορές. Η αμερικανική κηδεμονία μετά τον Β’ Πόλεμο, συνοδεύτηκε από πολλές παρεμβάσεις στον εγχώρια πολιτεία, συχνά και από ωμές επεμβάσεις. Εντούτοις, στην κατεστραμμένη ολοσχερώς Ελλάδα μετά τον πόλεμο, την Κατοχή και τον εμφύλιο, οι ΗΠΑ πρόσφεραν δια του Σχεδίου Μάρσαλ ουσιαστική βοήθεια, ίσως τη μεγαλύτερη αναλογικά σε ευρωπαϊκή χώρα, και βοήθεια ανιδιοτελή υπό οικονομικούς όρους. Το κέρδος των ΗΠΑ ήταν πολιτικό και γεωπολιτικό. Οι ΗΠΑ δεν επέβαλαν τα δικά τους προϊόντα και τις δικές τους επιχειρήσεις· αντιθέτως, προώθησαν τη δημιουργία εθνικής βιομηχανίας και όπου δεν υπήρχε επάρκεια, ενθάρρυναν την εισαγωγή ευρωπαϊκών αγαθών, π.χ. αυτοκινήτων. Κατ’ αυτόν τον τρόπο άλλωστε, δια της αναπτύξεως, συνέβαλαν έργω στη σύμπηξη και ευόδωση της ενωμένης Ευρώπης μετά τον πόλεμο.

Τι συνδέει εκείνη την νεοκεϋνσιανή και μακράς πνοής πολιτική των ΗΠΑ, απότοκη της συμφωνίας του Bretton Woods, με την παρούσα πολιτική άγριας λιτότητας της Γερμανίας; Μάλλον τίποτε. Η Γερμανία εγγυάται τα δάνεια προς την πτωχευμένη Ελλάδα, αλλά κερδίζει πολλαπλώς από την κρίση χρέους. Επιβάλλει τη δική της ορθοδοξία, απότοκη των τραυμάτων της συνθήκης των Βερσαλιών, χωρίς να διδάσκεται από το πόσο γενναιόδωρα της συμπεριφέρθηκαν οι ΗΠΑ μετά την ολοσχερή καταστροφή του Β’ Πολέμου. Αρνείται να διορθώσει την ασύμμετρη αριχτεκτονική του ευρώ, αρνείται την αναλογική ροή πλεονασμάτων-ελλειμμάτων, αδυνατεί ή αρνείται ―που είναι το ίδιο― να κατανοήσει τις ιδιαιτερότητες των νοτίων οικονομιών και κοινωνιών. Τα θέλει όλα στα δικά της γερμανικά μέτρα.
Κατά βάθος, δεν επιθυμεί τον ηγεμονικό ρόλο που καλείται εκ των πραγμάτων να παίξει, ούτε φυσικά να καταβάλει το συνοδό τίμημα της ηγεμονίας.
Η πολιτική κουλτούρα της γερμανικής κυβερνώσας ελίτ περιορίζεται λίγο-πολύ στη λατρεία της οικονομικής και στρατιωτικής ισχύος· δεν εμπεριέχει τον διπλωματικό ή δημοκρατικό πλούτο άλλων μεγάλων δυνάμεων του περασμένου αιώνα, των ΗΠΑ, της Αγγλίας, της Γαλλίας. Οι ΗΠΑ λ.χ. επιζητούσαν και την πολιτική φιλία και την πολιτιστική αποδοχή των κηδεμονευομένων. Οι Γερμανοί όχι.

Η συμπεριφορά του κ. Σόιμπλε είναι χαρακτηριστική: δημιουργεί ένα Επενδυτικό Ταμείο, με 100 εκατ. γερμανικά κεφάλαια, και 350-400 εκατ. κεφάλαια ελληνικών δικαιωμάτων, και ζητεί η Γερμανία να διευθύνει τη χρηματοδότηση των ελληνικών επιχειρήσεων. Θεωρεί τους Ελληνες ανίκανους υπηκόους. Ισως έχει δίκιο.

kondylis kastoriadis

Βυθιζόμενοι στην κρίση βλέπουμε ευκρινέστερα διανοητικές λειτουργίες και κοινωνικούς μηχανισμούς που λίγο νωρίτερα ελάνθαναν μισοκρυμμένα απ’ το βλέμμα μας, ή δεν τους αναγνωρίζαμε όπως τους άξιζε. Ας πούμε, η λειτουργία του πολιτισμού και της κουλτούρας μες στο πολιτικό-κοινωνικό ολοκλήρωμα, και η θέση των διανοουμένων. Συνηθίζαμε να λέμε και προ κρίσεως για την απουσία των διανοουμένων από τον δημόσιο βίο· αλλά τώρα, ακούγονται πιο βαριές κουβέντες: μιλούν για προδοσία των διανοουμένων, όπως έθεσε το ζήτημα πρώτος στη δεκαετία του 1920 ο Ζυλιέν Μπεντά. Ωστόσο από το 1920 έχει περάσει ένας αιώνας ― στη διάρκεια αυτή άλλαξαν πολλά.

Το ποτάμι πήγε και ήρθε σε πολλές κοίτες. Οι διανοούμενοι βρέθηκαν στην πρωτοπορία, ήδη από τον 19ο αιώνα, από τη Γαλλική Επανάσταση έως τα ιστορικά ρήγματα του 1848 και των εθνικοαπελευθρωτικών και δημοκρατικών κατακτήσεων· αποσύρθηκαν «προδίδοντας» τους εξουσιαζόμενους και τις μάζες, ξαναβρέθηκαν στην πρώτη γραμμή στη Ρωσία και στην Ευρώπη σαν καλλιτεχνική πρωτοπορία, σαρώθηκαν απ’ τους πολέμους και τους ολοκληρωτισμούς, ξαναπρόβαλαν μεταπολεμικά, με φωτεινότερη περίοδο τη δεκαετία του 1960.

Πράγματι, η μεταπολεμική περίοδος, γεμάτη αποστροφή για τον πόλεμο και τον ολοκληρωτισμό, και παρ’ όλο τον Ψυχρό Πόλεμο, σφραγίζεται σταδιακά από την παρουσία προσωπικοτήτων των τεχνών, της επιστήμης και του πνεύματος. Είναι ο καιρός των εμπνευσμένων προσώπων: Μπέρτραντ Ράσελ, Μαρκούζε, Καμύ, Σαρτρ, Μερλό Ποντύ, Φουκώ, Μπουρντιέ, Σαΐντ, οπλισμένοι με την υψηλότερη ακαδημαϊκή εκπαίδευση, εμπνέουν και συμπαρασύρουν τους νεότερους μαθητές τους να ορίσουν τον δημόσιο χώρο σύμφωνα με τα προτάγματα του διαφωτισμού και του ορθολογισμού ή με τις ουτοπίες του ρομαντισμού.

Κι ύστερα; Τίποτε. Ολοι οι παραπάνω πέθαναν, μερικοί στην ακμή τους, μερικοί πολύ νέοι. Κανείς δεν πήρε τη θέση τους, ίσως διότι οι διάδοχες κοινωνίες δεν χρειάζονται τέτοιους ηγέτες και δασκάλους, τέτοια ηθικά παραδείγματα. Ισως διότι οι σταρ της ποπ κουλτούρας αντικατέστησαν τους φιλοσόφους και τους συγγραφείς· τα τραγούδια και οι ταινίες μιλούν άλλη γλώσσα. Απέμειναν ελάχιστοι υπερήλικες: ο μοναχικός γέρων Νόαμ Τσόμσκι, ο αυστηρός γέρων Χάμπερμας. Τέλος.

Ο δρων δημόσιος διανοούμενος σήμερα είναι ένα μείγμα ακαδημαϊκού, δημαγωγού και περφόρμερ. Μπορεί να κατάγεται από την ακαδημία, αλλά ο τρόπος του, το discours του οφείλει πολλά στους τρόπους της ποπ κουλτούρας. Φέρνω στο νου μου τον Ζίζεκ, τις εμμονικές αναφορές του στις συγχρονες μυθικές αφηγήσεις της ποπ, από το Star Τrek και το Matrix έως τον χολιγουντιανό Τιτανικό, και τη σύμφυρσή τους με τον Λακάν, τον Απόστολο Παύλο και τον Λένιν.

Αλλά ακόμη κι έτσι, στην υπερνεωτερική εποχή μας, και μάλιστα εδώ, τώρα, στη ελληνική Μεγάλη Υφεση, υπάρχει δρώσα ιντελιγκέντσια, αυτό το μόρφωμα ρωσικής καταγωγής; Και, αν υπάρχει, τι ρόλο μπορεί να παίξει;

Υπό την έννοια του διανοούμενου της νεωτερικότητας, του 19ου και του 20ού αιώνα, τέτοια πρόσωπα με ευρεία ακτινοβολία και επιρροή δεν υπάρχουν. Οι αμφισβητίες διανοούμενοι, όπως ο Κορνήλιος Καστοριάδης, εξέλιπαν, μαζί με το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Αλλά εξέλιπαν και οι οξυδερκείς συντηρητικοί, όπως λ.χ. ο Παναγιώτης Κονδύλης. Οι σαφώς μικρότερης εμβέλειας και αποδοχής δημόσιοι γραφιάδες σήμερα, ακόμη κι όταν λένε ενδιαφέροντα πράγματα, χάνονται μες στον τεράστιο βόμβο των μεγαλομήντια της ασημαντότητας και της χειραγώγησης, μες στον ακόρεστο πληθωρισμό των λαϊκών σόσιαλ μήντια, εκεί όπου συμβαίνει η διαρκής αυτοπραγμάτωση των μυριάδων μοναχικών ψυχών. Η αυθεντία, η πρωτοτυπία, η γοητεία του διανοούμενου αραιώνει έως διαλύσεως μέσα σε αυτό τον πολυμοριακό ωκεανό. Το Facebοok, όπως και οι συναυλιακές αρένες, έχει τους δικούς του σταρ. Οι διανοούμενοι δεν μπορούν να αλλάξουν ούτε τον κόσμο ούτε τις ιδέες· δεν μπορούν καν ν’ ακουστούν.

Μένει η φενάκη μιας πρώην αριστεράς, την οποία συμμερίζεται ασμένως η εγχώρια δεξιά: ότι δήθεν η αριστερά ηγεμόνευε έως πρόσφατα στο πνευματικό πεδίο. Πόθεν το στερεότυπο; Οι πρώην ΚΚΕ-εσωτερικού και μετα-ΚΚΕ πιστεύουν στην μπολσεβίκικη πρωτοπορία, και είναι πεπεισμένοι ότι αυτοί είναι η πρωτοπορία, ο ανθός της ελληνικής κοινωνίας. Αντιμέτωποι με μια άξεστη και απνευμάτιστη δεξιά, αυτοί οι ναρκισσευόμενοι πρωτοπόροι συγκροτήθηκαν σαν λόμπι πίεσης και σαν λόμπι νομής χρήματος και εξουσίας.
Πολύ πριν διαρραγεί το μεταπολιτευτικό συμβόλαιο δια της χρεοκοπίας και της πληβειοποίησης, η αριστερώνυμη ιντελιγκέντσια ήταν ήδη γενεσιουργό μέρος της κρίσης.

H αποτύπωση των προτιμήσεων στα δύο εκλογικά αποτελέσματα του περασμένου καλοκαιριού, μαζί με τις δημοσκοπικές καταγραφές έκτοτε, δείχνει την κοινωνία ως προς τις πολιτικές εκφράσεις της σε κατάσταση ρευστότητας και κινητικότητας. Για πρώτη ίσως φορά μεταπολεμικά το κοινωνικό σώμα φυγοκεντρίζεται, συσπειρώνεται προς τα άκρα του συμβατικού φάσματος, όπως κι αν τα ορίσουμε. Ταυτόχρονα, αδειάζει το κέντρο. Γιατί;

Μια πρώτη εξήγηση: ο κεντρώος-κεντροαριστερός πολιτικός σχηματισμός θεωρείται υπεύθυνος για την εν εξελίξει κοινωνική καταστροφή, και τα πληττόμενα στρώματα τον τιμώρησαν. Οι παραγωγικές προπάντων ηλικίες, αυτές που πλήττονται περισσότερο από την ανεργία και την ύφεση, βρέθηκαν άστεγες πολιτικά και μεγάλο μέρος αναζήτησε καταφύγιο στην αριστερά. Αλλά αυτοί είναι ένα 20-25%. Τι απέγιναν οι υπόλοιποι; Οχι οι εκλογείς του κεντροαριστερού ΠΑΣΟΚ, αλλά και της κεντροδεξιάς ΝΔ; Είναι προφανές ότι παρά την ένταση και τον φόβο της προεκλογικής περιόδου, πολλοί συντηρητικοί ψηφοφόροι δεν πήγαν στη Νέα Δημοκρατία αλλά στους νεοπαγείς δεξιούς σχηματισμούς που την πλαγιοκόπησαν. Και έκτοτε η ΝΔ νιώθει καυτή την ανάσα των όμορων χώρων, παρότι απορρόφησε τον εξχνωθέντα ΛΑΟΣ.

Το κενό έκφρασης του κεντρώου χώρου είναι ένα μέτρο της πνευματικής και ιδεολογικής κρίσης, ίσως το πιο φανερό. Ο πολιτικός λόγος διχάστηκε βαθιά ανάμεσα στον φιλομνημονιακό και τον αντιμνημονιακό, και ό,τι πήγε να φυτρώσει ανάμεσα, στα διάκενα και τις χαραμάδες, ποδοπατήθηκε. Ποδοπατήθηκαν η μετριοπάθεια, η νηφαλιότητα, ο πραγματισμός, η ιστορική αίσθηση, η μαχητικότητα επί των υπαρκτών πεδίων και όχι κατά ανεμομύλων. Από την πόλωση που προέκυψε βγαίνουν βαριά τραυματισμένες και η συντηρητική παράταξη και η κεντροαριστερή· η μεν πρώτη διότι έχει πια να αντιπαλαίψει τον δαίμονα του νεοναζιστικού άκρου, η δε δεύτερη διότι εξαχνώθηκε υπό το παλαιό της πρόσωπο και τώρα αναζητείται έκφρασή της εξ αριστερών, από τον νεοπαγή ΣΥΡΙΖΑ. Η πολιτική ανασυγκρότηση προϋποθέτει την ανασυγκρότηση αυτών των δύο μεγάλων ρευμάτων. Η ιστορία κρούει και τα δύο πορτόφυλλα της ελληνικής δημοκρατίας, διότι τα χρειάζεται εξίσου.

Ανασυγκρότηση του καθενός πόλου δεν σημαίνει πόλωση έως διχασμού· δεν σημαίνει ούτε σύγκλιση. Σημαίνει σαφή, διακριτά όρια στην ιδεολογία και στην έκφραση διαφορετικών ταξικών ομάδων· άλλωστε η κρίση επανέφερε στο οπτικό πεδίο τις ταξικές και άλλες ομαδώσεις του παραγωγικού πληθυσμού. Η διαφοροποίηση θα παγιωθεί σε πολλούς άλλους χαρακτήρες, διότι εν τω μεταξύ υπό το βάρος της ένδειας ή της απειλής πληβειοποίησης, η κοινωνία μετασχηματίζεται και ιεραρχεί τις υλικές ανάγκες της και το φαντασιακό της με άλλες προτεραιότητες πια, με άλλες απαιτήσεις. Υπό αυτή την έννοια, ούτε οι υπάρχοντες δεξιοί ούτε οι υπάρχοντες αριστεροί είναι σε θέση προς το παρόν να συλλάβουν τις αναδυόμενες ανάγκες της κοινωνίας και να τις εκφράσουν. Είναι ακόμη εγκλωβισμένοι σε παλαιά σχήματα πρόσληψης και ερμηνείας, με εξαιρέσεις φυσικά.

Ας πούμε, η νεοναζιστική απειλή δεν είναι δυνατόν να αντιμετωπιστεί ικανοποιητικά μόνο από την αριστερά· απαιτείται και η δράση των συντηρητικών. Μάλιστα η δαιμονοποίηση της αριστεράς ως το αντίστοιχο ετερώνυμο άκρο εντέλει ενισχύει το νεοναζιστικό μόρφωμα του φυλετισμού και της εχθροπάθειας, εφόσον του δίνει την ευκαιρία να αποκρύψει τα ειδεχθή ιδεολογικά χαρακτηριστικά του και να μεταμφιεστεί σε υπερασπιστή του ελληνοχριστιανισμού. Και ακριβώς με την προβιά του υπερεθνικιστή ελληνοχριστιανού αποσπά ακροατήριο από την παραδοσιακή δεξιά, την οποία μέμφεται ως χλιαρή, συστημική ή σάπια. Η ανασυγκρότηση της δεξιάς δεν μπορεί λοιπόν να μην περιλαμβάνει την υπεράσπιση του συνταγματικού δημοκρατικού χώρου και την ιδεολογική ανανέωση προς την κατεύθυνση της μετριοπάθειας.

Αντιστοίχως, η οικοδόμηση ενός ισχυρού κεντροαριστερού πόλου, ελκυστικού για τον κόσμο της μισθωτής εργασίας, τους ελευθεροεπαγγελματίες, τους μικροεπιχειρηματίες και μικροαστούς, φαίνεται να πέφτει στους ώμους του πρώην μικρού, αριστερού ΣΥΡΙΖΑ. Ο οποίος υπό την ώθηση της ιστορικής δυναμικής και υπό την πίεση περίπου 1,5 εκατομμυρίου εκλογικών μεταναστών, καλείται να μετασχηματιστεί ιδεολογικά και πολιτικά, ταχύτατα, σε συγχρονισμό με τον κοινωνικό μετασχηματισμό, εφόσον εξακολουθεί να επιθυμεί τη δοκιμασία της κυβερνητικής εξουσίας. Στην περίπτωσή του, οι κίνδυνοι διαρροών προς τα αριστερά δεν είναι ανύπαρκτοι, αλλά είναι μάλλον αμελητέοι συγκρινόμενοι με τα προσδοκώμενα κέρδη από το κέντρο. Στην πραγματικότητα, οι δισταγμοί για εγκατάλειψη της αριστερίστικης ή παλαιοαριστερής ρητορικής πηγάζουν από τον παλαιό μικρό εαυτό του, εκεί όπου όμως αισθανόταν βολεμένος: στην καταγγελτική αντιπολίτευση και στην υπεράσπιση μειονοτικών δικαιωμάτων. Ως μικρός, δεν ήταν καν αναγκασμένος να έχει επεξεργασμένο πραγματιστικό πρόγραμμα για τη μεγάλη πολιτική· αρκείτο στην ρητορική πολυχρωμία.

Η ιστορική πρόκληση όμως σήμερα είναι άλλη: είναι μια χώρα πτωχευμένη και μια κοινωνία φοβισμένη και απελπισμένη, που καταστρέφεται οικονομικά και αποσαθρώνεται πνευματικά. Τα ιδεολογήματα δεν αρκούν. Ούτε οι σοφτ ιδέες της ευρωπαϊκής Αριστεράς του ύστερου Ψυχρού Πολέμου και των χρόνων της χρηματοπιστωτικής φούσκας. Η οικουμενικότητα των προβλημάτων επιβαρύνεται δραματικά από το εντόπιο ρήγμα: τη χρεοκοπία, την έλλειψη παραγωγικού μοντέλου, τη ξεχαρβαλωμένη διοίκηση, την απουσία στοιχειώδους πνευματικού υποδείγματος. Ουσιαστικά ο ΣΥΡΙΖΑ καλείται να διασταλεί, να μεγεθυνθεί, να χωρέσει προσδοκίες, να παίξει ηγεμονικό ρόλο ― ή να συρρικνωθεί έως διαλύσεως. Η ιστορία κρούει τη θύρα και, αν αυτή δεν ανοίξει, προσπερνά.

Υπό μία έννοια, λοιπόν, η ανασυγκρότηση μιας μετριοπαθούς συντηρητικής παράταξης και της αριστερής προοδευτικής, συσχετίζονται· όχι μόνο για αποτροπή της ακροδεξιάς νεοναζιστικής απειλής, αλλά κυρίως για να δοθούν πειστικές πολιτικές εκφράσεις στα κοινωνικά υποκείμενα που αναδύονται μέσα από τον πόνο και τα ερείπια της πτώχευσης.

Η κρίση που άρχισε το 2008 και κλιμακώνεται εφεξής, έδειξε μεγεθυμένες όλες τις αδυναμίες της αρχιτεκτονικής ευρώ, και ακόμη περισσότερο έδειξε το πολιτικό έλλειμμα της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Η δυσχερής ή και τραγική κατάσταση την οποία βιώνουν οι νέοι Ελληνες, Ισπανοί, Πορτογάλοι, Ιρλανδοί, Ιταλοί, δείχνει ανάγλυφα την απόκλιση οικονομιών και κοινωνιών μέσα στους κόλπους της Ε.Ε., και κατά τούτο το πολιτικό ναυάγιο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Εχει αλλάξει ριζικά ακόμη και η ρητορική, ο λόγος περί την Ευρώπη και για τις προσδοκίες των εθνών από την ένωσή τους. Εκεί που άλλοτε, έως και τις αρχές της δεκατίες ’90, κυριαρχούσαν λέξεις-κλειδιά όπως «σύγκλιση» και «κοινωνική συνοχή», τώρα ακούγονται η «ανταγωνιστικότητα» και η «λιτότητα».

Στην ουσία, η Ε.Ε. βρίσκεται σε διαδικασία απόκλισης, που φτάνει έως την απειλή της αποπομπής κρατών-μελών· στο εσωτερικό της παγιώνονται πολλές κατηγορίες χωρών, με προεξάρχουσα μια μικρή ομάδα βορείων γύρω από την ηγετική Γερμανία, και ακουλουθούσες τις μεγάλες, πλην τραυματισμένες οικονομικά, «λατινικές» χώρες, τις ουδέτερες και εκτός ευρωζώνης σκανδιναβικές, τις βαριά τραυματισμένες χώρες της περιφέρειας της ευρωζώνης, τις ακόμη πιο περιθωριακές μικρές κεντροανατολικές χώρες, την Πολωνία ως ακραίο νατολικό ανάχωμα κ.ο.κ. Η δε Βρετανία απομακρύνεται όλο και περισσότερο από την Ηπειρο.

Ο κερματισμός της Ευρώπης είχε φανεί ήδη από τον Πόλεμο του Ιράκ, αλλά και από τη αυξανόμενη δυσκαμψία κατά τις διαδικασίες ενοποίησης με εντολές εκ των άνω. Οι λαοί των κρατών-μελών φάνηκαν σκεπτικιστές ή απορριπτικοί και οι ηγεσίες τους απέφυγαν να θέσουν τα σχέδιά τους υπό την έγκριση των πολιτών. Η ίδια η συγκρότηση της ηγεσίας της Ε.Ε., με πρόσωπα χαμηλού ή ανύπαρκτου κύρους, έδειχνε ότι η πραγματική πηγή εξουσίας ήταν οι κυβερνήσεις των ισχυρών κρατών.

Την ώρα που η ιστορία έκρουσε τη θύρα, με την κρίση του 2008 και τη συνακόλουθη κρίση χρέους στην ευρωζώνη, φάνηκε ποιος σηκώνει πρώτος το κόκκινο τηλέφωνο: η καγκελαρία του Βερολίνου και η, κατά γερμανικό πρότυπο ανεξάρτητη, Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα της Φρανκφούρτης. Το διοικητήριο των Βρυξελών εξέπεσε πάραυτα σε δευτεραγωνιστικό ρόλο, σχεδόν σε ρόλο κομπάρσου.

Η γερμανική διπλωματία δεν έχει δείξει ευελιξία και διορατικότητα. Και το Βερολίνο δεν έχει πείσει ότι στο εθνικό του σχέδιο περιλαμβάνεται η Ευρώπη υπό τους γνωστούς ιστορικά όρους. Η ενιαία Γερμανία φαίνεται να επιθυμεί μια ηγεμονία α λα καρτ, χωρίς να καταβάλει το τίμημα της ηγεμονίας, με τους δικούς της όρους εθνικής ανάπτυξης, με χώρες δορυφόρους, χωρίς να νοιάζεται για σύγκλιση ή για συνοχή, σαν να μην υπολογίζει καν το κόστος της παρατεταμένης πολιτικής αστάθειας ή και του χάους στις τραυματισμένες χώρες-μέλη.

Η Ε.Ε. από ιστορικός παράγων ενότητας και ασφάλειας, κινδυνεύει να καταστεί παράγων αποκλίσεων και αστάθειας στην πιο προηγμένη περιοχή του πλανήτη.

Η κρίση χρέους και τα συνακόλουθα Μνημόνια προκάλεσαν σοκ στην κοινωνία και ακολούθως αποδόμησαν το πολιτικό σύστημα. Τα μεγάλα αστικά κόμματα που εδέσποσαν στην Γ΄Δημοκρατία, που ουσιαστικά όρισαν και μορφοποίησαν όλη την πολιτεία κατά τις βουλήσεις τους, βγαίνουν βαριά πληγωμένα από την αναμέτρησή τους με την κρίση. Ευλόγως: και οι δύο σχηματισμοί φάνηκαν ανέτοιμοι να απαντήσουν πειστικά ή, έστω, λειτουργικά στα αμείλικτα ερωτήματα που έθεταν ταυτοχρόνως η διεθνής κρίση, η ασύμμετρη αρχιτεκτονική του ευρώ και οι δομικές ασθένειες του ελληνικού κράτους και της εγχώριας πραγωγικής δομής.

Ποιος καταλαμβάνει το πολιτικό-λειτουργικό κενό που καταλείπει ο παραδοσιακός δικομματισμός; Καθώς η μέση λυγίζει έως ρήξεως, θα υπέθετε κανείς ότι τα άκρα θα συμπλήρωναν το κενό. Αυτό συμβαίνει εν μέρει, αλλά μόνο ποσοτικά και μόνο προσωρινά. Στην πραγματικότητα, κανένα από τα μικρότερα, «αντιμνημονιακά» κόμματα δεν μπορεί να διεκδικήσει ηγεμονικό ρόλο για το μέλλον. Μόνο ο ΣΥΡΙΖΑ πρόβαλε με αξιώσεις ηγεμονίας και κυβερνητική ρητορική· κι αυτός το έπραξε τις τελευταίες εβδομάδες, ωθούμενος και από τις δημοσκοπικές καταγραφές. Η ηγεμονική παρουσία του ΣΥΡΙΖΑ έχει βαρύνουσα σημασία, αφενός, διότι για πρώτη φορά, από την εποχή της Βάρκιζας και την έναρξη του Ψυχρού Πολέμου, η Αριστερά αποκολλάται από την εσωτερικευμένη ήττα και την κλαψιάρικη διαμαρτυρία, αποκολλάται δηλαδή από το πεδίο του κομπάρσου ή του τρίτου ρόλου και αυτοπροτείνεται ως πόλος εξουσίας.

Κατά τη γνώμη μας, δεν είναι σε θέση να κυβερνήσει, στην παρούσα φάση τουλάχιστον. Δεν διαθέτει το αναγκαίο ανθρώπινο δυναμικό και το διανοητικό-πολιτικό απόθεμα· ο λόγος του είναι μερικός και ρηχός, καίτοι αιχμηρός, δεν διαπερνά το εθνικό ακροατήριο σε ικανή έκταση και βάθος. Ωστόσο ο ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται να συλλαμβάνει πρώτος τη ραγδαία μεταβαλλόμενη συγκυρία και να προσαρμόζει τη ρητορική του αναλόγως, μεταμορφωνόμενος από πολύχρωμο μικρό κόμμα διαμαρτυρίας σε κόμμα που προσπαθεί να προσελκύσει το πιο δυναμικό και φιλοευρωπαϊκό-ανοιχτό τμήμα της πολυάριθμης πλην πολυδιασπασμένης ευρείας αριστεράς-κεντροαριστεράς. Κατά κάποιο τρόπο, δεν απευθύνεται πια μόνο στην αριστερή πελατεία του, αλλά σε όλο το αντιμνημονιακό πλήθος. Επιπλέον επέδειξε σε αυτό το φοβισμένο πλήθος τις ενεργούς συμμαχίες του με τα αριστερά κόμματα της Ευρώπης, μια επίδειξη δύναμης και διεθνών ερεισμάτων, και επικουρούμενος από την επιτυχία του Μελανσόν στη Γαλλία, υιοθέτησε το σύνθημα “μήνυμα στην Ευρώπη”.

Μόνο οι Οικολόγοι-Πράσινοι έχουν να επιδείξουν ανάλογο ευρωπαϊκό προσανατολισμό και λειτουργική σύνδεση με Ευρωπαίους ομολόγους, εκ των οποίων μάλιστα οι Γερμανοί έχουν πλούσια κυβερνητική πείρα. Οι Ο.Π. αφυπνίστηκαν αργά, αλλά φάνηκαν αρκετά πραγματιστές, με δουλεμένο πρόγραμμα, έτοιμοι για συνεργασίες βάσει θέσεων.

Αυτό το ρεφλέξ και αυτή την πραγματιστική προσαρμογή δεν την επέδειξαν οι όμοροι σχηματισμοί, ΔΗΜΑΡ και ΚΚΕ. Η μεν ΔΗΜΑΡ συμπεριφέρθηκε αμήχανα και χωρίς συνοχή λόγου, σαν χώρος ευκαιριακής συγκόλλησης ετερόκλιτων προσώπων, σαν χώρος τράνζιτο εν όψει εξελίξεων. Μόνο συνεκτικό στοιχείο απέμεινε η μετριοπαθής μορφή του Φώτη Κουβέλη. Η σφοδρότης των μετεκλογικών ερωτημάτων θα δοκιμάσει την αντοχή της ΔΗΜΑΡ, αλλά και το αριστερό-σοσιαλδημοκρατικό της πρόσημο.

Το πιο εντυπωσιακό φαινόμενο όμως της προεκλογικής περιόδου είναι η βίαιη άρνηση της πραγματικότητας από το ΚΚΕ. Περιχαρακωμένο, αγοραφοβικό, σταλινικό απολίθωμα στον 21ο αιώνα ― όλα αυτά τα ξέραμε. Το νέο στοιχείο είναι η φυγή ολοταχώς προς τα έσω, η βίαιη απόρριψη του πραγματικού, η απόδραση από τα ερωτήματα του επίγειου κόσμου εν ονόματι μιας απροσδιόριστης επανάστασης, μιας Αποκάλυψης. Στο λόγο του ΚΚΕ η τοποθέτηση επί του πραγματικού βαφτίζεται «στρούγκα»· αντηχώντας έτσι τη βαθιά εσωτερίκευση της παλαιάς ήττας, των διασπάσεων, της διάψευσης από την ιστορία· έτσι, εγκυστώνεται στο παρελθόν, δεν αντέχει το παρόν και δεν σκέφτεται καν το μέλλον, παρά μόνο ως εσχατιά του χρόνου.

Τις τελευταίες μέρες ο λόγος του ΚΚΕ θύμιζε λόγο ζηλωτών της Μονής Εσφιγμένου ή Μαρτύρων του Ιεχωβά, λόγο σαλού προφήτη που προφητεύει χαιρέκακα στα πληβειακά πλήθη την καταστροφή τους και την επιδιώκει για να επαληθευτεί. Η στάση του ΚΚΕ θα χαρακτηριζόταν φιλοσοφικά ως σολιψισμός, αν δεν εμπεριείχε την ιδιοτέλεια της ηγεσίας του και τη υποκρυπτόμενη μοχθηρία προς τις δοκιμαζόμενες μάζες, προς τα άτακτα, ανυπάκουα, αλλόπιστα κοινωνικά υποκείμενα.

Η συντομότατη προεκλογική περίοδος έδειξε ήδη τεταμένες τις ραφές του πολιτικού συστήματος, στην αρχή της ρήξης.

Η αναγγελθείσα αποτυχία της επένδυσης του Κατάρ στον Αστακό προϊδεάζει και για την τύχη της άλλης θορυβώδους εξαγγελίας για μεγάλη επένδυση κεφαλαίων ιδίας προελεύσεως στο Ελληνικό. Κυρίως όμως περιγράφει τον τρόπο πολιτεύεσθαι του νέου ΠΑΣΟΚ, όπως αυτό αυτοορίσθηκε έναντι του παλαιού ή βαθέος εαυτού του. Νά όμως που η προπαγανδιζόμενη από ομιλούσες κεφαλές νέα πολιτική του νέου ΠΑΣΟΚ δεν διαφέρει ουδόλως από την δοκιμασμένη παλαιά: άκρατος, άφρων, αλαζονικός επικοινωνιασμός τότε, το ίδιο και σήμερα.

Με μια κρίσιμη διαφορά: στη δεκαετία του ’80, του ’90, του ’00, η χώρα δεν βρισκόταν σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, υπό κηδεμονία και υπό διαρκή απειλή πτώχευσης. Ως εκ τούτου ο ερασιτεχνισμός, οι νεωτεριστικές μονομανίες, η άγνοια ή και περιφρόνηση της πραγματικότητας, τα επικοινωνιακά βεγγαλικά, όσα επιδεικνύουν σήμερα οι κυβερνώντες, είναι ασυγχώρητα, είναι μοιραία. Οι μεταρρυθμίσεις που σκέφτεται η κυβέρνηση, παρότι νεφελώδεις, συχνά έρχονται να καλύψουν υπαρκτές ανάγκες, μα κάποτε έρχονται να καταστρέψουν τις υπάρχουσες δομές, χωρίς ποτέ να βάζουν κάτι άλλο στη θέση τους. Σαν μια παράδοξη πατροκτονία, σαν τελετή αυτοκαταστροφής που βιώνεται σαν τελετή ενηλικίωσης· από ποιον; Πάντως όχι από τον χειμαζόμενο, εξουθενωμένο και έμφοβο λαό.

Αυτή την ασταθή, απρόβλεπτη, χωρίς συνοχή, συχνά αυτοκαταστροφική πολιτική βλέπουν οι κατέχοντες τον πλούτο και την οικονομική ισχύ και ανησυχούν. Δεν ανησυχούν τόσο και με τον ίδιο τρόπο που ανησυχούν οι γονατισμένοι μικρομεσαίοι· ο προσωπικός τους πλούτος είναι ασφαλής. Οι κατέχοντες ανησυχούν διότι η απρόβλεπτη πολιτική μιας ασταθούς ηγεσίας απειλεί να ξεθεμελιώσει το σύνολο σύστημα, άρα απειλεί και τις δικές τους θέσεις στον ελληνικό χώρο, θέσεις προσπορισμού πλούτου, και κυρίως θέσεις ισχύος και κύρους. Το εγχώριο σύστημα έχει λόγους να αισθάνεται απειλούμενο από την επέλαση νέων, ξένων παικτών σε ένα ξέφραγο γήπεδο ευκαιριών, όπως η πτωχευμένη Ελλάδα. Αλλωστε μέγα μέρος των εγχώριων πλουσίων ουδέποτε επεχείρησε ανοιχτά, με όρους διακινδύνευσης, καινοτομίας, υγιούς ανταγωνισμού. Επλούτισαν εγκαθιστώνας ολιγοπώλια, επλούτισαν απομυζώντας και επηρεάζοντας τον μεγάλο εργοδότη και πελάτη, το κράτος· ήσαν το κράτος. Αυτή η επιρροή επί της κρατικής δομής, αυτό το προνομιακό πεδίο άσκησης ισχύος και προσπορισμού πλούτου, απειλείται τώρα σε συνθήκες κρίσης. Υπό την πίεση της διεθνούς κρίσης και ενώπιον των εγχώριων αδιεξόδων το μεταπολιτευτικό οικοδόμημα μεταχηματίζεται βίαια. Ποιος θα διατηρήσει τις θέσεις και τα κεκτημένα στο αναδυόμενο, άγνωστο ακόμη, τοπίο;

Μέρος των ισχυρών, παρά την ανησυχία και επειδή δεν στηρίζονται αποκλειστικά στην προειρηθείσα προσοδοθηρία, προσβλέπει σε μετριοπαθείς λύσεις· αναζητεί εναλλακτικές λύσεις στην πολιτική ηγεσία, ομαλή διαδοχή, άρα και ομαλότητα στις αναμενόμενες ενέργειές της. Αντιλαμβάνονται επίσης ότι η οικονομική συντριβή της μεσαίας τάξης είναι ασύμβατη με οποιαδήποτε έννοια ανάκαμψης της χώρας· η ογκούμενη ανεργία δυναμιτίζει την κοινωνική συνοχή και την κοινωνική ειρήνη. Αλλοι όμως εμμένουν φανατικά στον δραστικό περιορισμό του δημόσιου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, ζητούν απολύσεις εκατοντάδων χιλιάδων υπαλλήλων. Η άθροιση 300 ή 400 χιλιάδων απομακρυνόμενων στους ήδη 650 χιλιάδες καταγεγραμμένους και διαρκώς πληθυνόμενους ανέργους, το ένα τέταρτο και πλέον του ενεργού πλυθυσμού, δεν φαίνεται να απασχολεί τους ακραιφνείς υποστηρικτές του νεοθατσερισμού.

Τέτοια νευρικότητα και διχοστασία, που θολώνει τον νου και παρακινεί είτε σε αδράνεια είτε σε ριζοτόμες αλλαγές χωρίς προβλέψεις και οικονόμηση των συνεπειών, χαρακτηρίζει μεγάλο μέρος των ελίτ που βρίσκονται στα κέντρα αποφάσεων σήμερα.

Αν η κρίση καθιστά ανήσυχους τους ισχυρούς, τους μικρομεσαίους τους πλήττει με σφοδρότητα και τους γεμίζει φόβο και οργή.
Προς το παρόν υπερισχύει ο φόβος ενώπιον του άδηλου, σκοτεινού μέλλοντος· και όλη η ενεργητικότητα διοχετεύεται σε στρατηγικές επιβίωσης, οικονόμησης του βίου, εξασφάλισης της οικογένειας. Ταυτόχρονα όμως σωρεύεται αγανάκτηση, βουβή και ανεκδήλωτη, βαθιά δυσαρέσκεια και δυσπιστία προς το πολιτικό σύστημα, οι οποίες ενδέχεται να εκδηλωθούν και κατά τις αυτοδιοικητικές εκλογές. Παρότι πολλοί πολίτες αναγνωρίζουν ότι υπάρχει ανάγκη για βαθιές και εκτενείς μεταρρυθμίσεις της δημόσιας διοίκησης και της οργάνωσης της παραγωγής, η δυσαρέσκεια συχνά τρέπεται προς αντισυστημικές κατευθύνσεις, με οργισμένη τυφλή απόρριψη των κομμάτων και του κοινοβουλευτισμού. Οι περισσότεροι δεν πείθονται από τους κυβερνητικούς αυτοσχεδιασμούς, πιστεύουν ότι την πορεία πλέον την χαράζει η τρόικα, και επιπλέον δεν έχουν πεισθεί ότι οι θυσίες πιάνουν τόπο και στο βάθος αχνοχαράζει φως ανόρθωσης. Απογοήτευση και ζάρωμα, δυσπιστία και εσωστρέφεια. Το ελατήριο ωστόσο μπορεί να εκτιναχθεί ανά πάσα στιγμή, όσο πιεζόμενο πλησιάζει στο όριο θραύσεως.

Σε μια διεθνή συγκυρία διόλου ευνοϊκή για όλους, με την Ευρώπη σε σύγχυση ταυτότητας και αναπροσανατολισμού έναντι της αναδυόμενης Ασίας, με τις ευρωπαϊκές κοινωνίες να βαρύνονται ασύμμετρα με το κόστος της χρηματοπιστωτικής κρίσης, με το εθνικό κύρος τρωθέν εξ ιδίων βελών, με τα εθνικά θέματα ανοιχτά και εμάς αδύναμους διαπραγματευτές, με την κοινωνία διχασμένη και αποκαρδιωμένη, γίνεται όλο και πιο φανερή στην Ελλάδα η απουσία ζωηρού συλλογικού φρονήματος αφενός, αλλά και ηγέτιδος τάξεως με πειθώ και όραμα, αφετέρου. Καμία κοινωνική δύναμη, κανένας πολιτικός χώρος, καμιά δεξαμενή προσώπων, δεν φαίνονται τούτη τη στιγμή στον ορίζοντα, ικανά να απαντήσουν σε αυτές τις επείγουσες ιστορικές ζητήσεις, να δώσουν νέο υλικό περιεχόμενο και νόημα στα κενά πεδία της ηγεμονίας και του συλλογικού σχεδίου. Τούτη τη στιγμή.

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

Twitting

  • RT @nikoxy: 1/2 «Η πολιτεία έπειτα από πολλά χρόνια αδράνειας, δείχνει εμπράκτως τη διάθεση να βελτιώσει και να εφαρμόσει τους νόμους» @naf9 hours ago
  • 1/2 «Η πολιτεία έπειτα από πολλά χρόνια αδράνειας, δείχνει εμπράκτως τη διάθεση να βελτιώσει και να εφαρμόσει τους νόμους» @naftemporikigr 10 hours ago
  • (2/2) Ωστόσο το παρεμπόριο και το λαθρεμπόριο εξακολουθούν να πλήττουν την ελληνική παραγωγή & οικονομία naftemporiki.gr/finance/story/… 12 hours ago
  • @naftemporikigr «Η πολιτεία έπειτα από πολλά χρόνια αδράνειας, δείχνει εμπράκτως τη διάθεση να βελτιώσει και να εφαρμόσει τους νόμους» (1/2) 12 hours ago
  • Πώς ξεγυμνώθηκε η χώρα και έγιναν πλούσιοι εισαγωγείς, αεριτζήδες και όσοι γιγαντώθηκαν με θαλασσοδάνεια @ERTsocial xydakis.gr/?p=9825 1 day ago
  • O Ντράγκι το... μυρίστηκε: Κίνδυνος για τη δημοκρατία η >30% ανεργία των νέων ως 24 ετών σε Ελλάδα, Ισπανία, Ιταλία naftemporiki.gr/finance/story/… 2 days ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 989,385 hits
Αρέσει σε %d bloggers: