You are currently browsing the tag archive for the ‘εφημερίδες’ tag.

kondylakis

«Για να βγει η εφημερίδα πρέπει να φάει λογοτέχνη»: η ρήση αποδίδεται στον Ζαχαρία Παπαντωνίου και αφορά πολλούς επιφανείς Ελληνες λογοτέχνες, που έγραψαν, ίδρωσαν, έχτισαν με τις λέξεις τους τις ελληνικές εφημερίδες. Κονδυλάκης, Παπαδιαμάντης, Παλαμάς, ας μη συνεχίσουμε, ο κατάλογος είναι μακρύς. Επειδή όμως γράφω στην Καθημερινή, μπαίνω στον πειρασμό να προσθέσω «πατριωτικά» τους προπάτορες, τους μυθιστοριογράφους Ανδρέα Φραγκιά και Αλέξανδρο Κοτζιά, τους κριτικούς Στάθη Δρομάζο και Τάσο Λιγνάδη, που δεν τους πρόλαβα στην οδό Σωκράτους, και τον πρόωρα χαμένο Γιάννη Βαρβέρη, τον ποιητή και κριτικό, με τον οποίο συνεργάστηκα με αγάπη και χιούμορ.

Γιατί όμως τα ανασύρω αυτά τα παλιά; Εξ αφορμής της σειράς «Ελληνες Ποιητές», την οποία επιμελείται ο ακριβός συνάδελφος και φίλος Παντελής Μπουκάλας. Ο Παντελής λοιπόν συνεχίζει με μοναδική αξιοσύνη την παράδοση λογοτεχνών δημοσιογράφων, σαν να ήταν εγγονός του συντοπίτη του Παλαμά. Χαλκέντερος αρθρογράφος και επιφυλλιδογράφος, συστηματικός κριτικός λογοτεχνίας, ποιητής από τους ξεχωριστούς της γενιάς του, δόκιμος μεταφραστής αρχαίου δράματος, και τώρα ανθολόγος με ευαισθησία και κριτήριο. Η σειρά «Ελληνες Ποιητές» υπό μία έννοια φέρει τη σφραγίδα του Παντελή Μπουκάλα, το περρίσευμα της γνώσης και της λογιοσύνης του, την αγάπη του για την ποίηση και τα ελληνικά γράμματα. Δηλαδή ό,τι έχει φανεί τόσα χρόνια μέσα από τις φιλόξενες σελίδες της «Κ» και ό,τι παρουσιάστηκε ήδη στον πρώτο τόμο της σειράς, με το εκτενές μελέτημά του για τον Καβάφη.

Αυτή είναι και η ιδιαίτερη αξία όλης της σειράς: αφενός η πρωτογενής ανθολόγηση ή η προσφυγή στους αξεπέραστους προγόνους, φερ’ ειπείν στον Κατσίμπαλη, ή σε νεότερες εμβληματικές εργασίες, όπως η ανθολόγηση Ρίτσου από τη Χρύσα Προκοπάκη. Ας μνημονεύσουμε και τον Γιάννη Κουβαρά, που επιμελείται τον Τάσο Λειβαδίτη, τον αγαπητό συνάδελφο Μιχάλη Κατσίγερα, που επιμελείται τον προσφιλή του Διονύσιο Σολωμό, τον Κώστα Μπουρναζάκη για τον Αγγελο Σικελιανό, τη Θεανώ Μιχαηλίδου για τον Βαρναλη, τον Κώστα Χατζηαντωνίου για το προλόγισμα του Παλαμά.

Μετά την ανθολόγηση, συχνά δυσκολότατη, ιδαίτερη αξία στη σειρά δίνει η πρόταξη πρωτότυπων εργοβιογραφικών μελετημάτων, τα οποία μαζί με τις σπάνιες ηχογραφήσεις, προσφέρουν ένα πυκνό πανόραμα για κάθε ποιητή. Είναι μοναδική αισθητική εμπειρία να διαβάζεις τα ποιήματα που σφράγισαν το πρόσωπο του νεότερου ελληνισμού και ταυτοχρόνως να ακούς τη φωνή του Σικελιανού, του Παλαμά, του Σεφέρη, του Εγγονόπουλου…

Δεν διαφημίζω τη σειρά. Δεν χρειάζεται το δεκανίκι μου· ο αναγνώστης της «Κ» είναι ο πιο αυστηρός κριτής. Επανέρχομαι στην ποίηση, τρεις εβδομάδες μετά την έναρξη της σειράς, για να αποδοθούν οι δέουσες τιμές στους ακοίμητους Ελληνες λόγιους που κρατούν αναμμένο το φως των γραμμάτων, τώρα, στους δύσκολους καιρούς. Πίσω από κάθε έργο που απολαμβάνουμε, υπάρχει ο κόπος και η έγνοια ανθρώπων ― μου το θύμισαν ο Σταύρος Ζουμπουλάκης και ο Κώστας Κουτσουρέλης στο πλατύσκαλο της Εθνικής Βιβλιοθήκης. Επανέρχομαι για να ξαναφωτίσω τη συνέχεια, την παράδοση που ανακαλύπτει κάθε γενιά με τον τρόπο της, εν προκειμένω την ποιητική παράδοση. Επανέρχομαι για να πω ότι ο Τύπος έχει ιστορία προσφοράς στην Ελλάδα, και αυτή η εργασία είναι μια όψη της. Επανέρχομαι για να πω ψιθυριστά ότι η ποίηση είναι το καταφύγιο που χρειαζόμαστε, κι ας το φθονούμε…

Βγαίνω από το δέρμα του δημοσιογράφου. Θα έγραφα τα ίδια και σαν αναγνώστης.

φωτ.: Ιωάννης Κονδυλάκης
Advertisements

Η κρίση του Τύπου είναι για τους δημοσιογράφους σαν τις ανίατες ασθένειες που πλήττουν ένα μέλος της οικογένειας: όλοι μιλούν ψιθυριστά γι΄αυτήν, με μετωνυμίες, με εξορκισμούς, όλοι πιστεύουν ότι κάποιο θαύμα θα συμβεί… Αλλά το θαύμα δεν έρχεται. Τουλάχιστον από εκεί που το περιμένουμε και όπως το περιμένουμε.

Το θαύμα έρχεται σαν τραύμα. Ιδίως στη χειμαζόμενη Ελλάδα, όπου η κρίση στον Τύπο ενδημούσε πολύ πριν από την οικονομική κρίση που κλονίζει πια όλη τη χώρα. Κρίση τριπλή: αφενός, η διεθνής δομική κρίση του Τύπου, σε μια μεταιχμιακή εποχή για την ενημέρωση και τη δημοσιογραφία, στη μετάβαση από τον χάρτινο στον ψηφιακό πολιτισμό. Μετά, η κρίση του εγχώριου μοντέλου: της διαρκώς διαστελλόμενης φούσκας των μήντια από το ’90 έως σήμερα, με αγοραπωλησίες συχνοτήτων, λαθρόβιες εφημερίδες φοροδιαφεύγουσες και εισφοροδιαφεύγουσες που συντηρούνται με κρατική διαφήμιση, σαλταδόρους επιχειρηματίες, αεριτζίδικες εταιρείες που αντλούσαν κεφάλαια απο το Χρηματιστήριο, ασφυκτική διαπλοκή με οικονομικά συμφέροντα και λόμπι εξουσίας, εντολοδόχους ή ανεπαρκείς δημοσιογράφους… Θα αρκούσαν αυτά, για να σαρωθεί ο Τύπος. Αλλά ήρθε και το τρίτο: το εγχώριο κραχ και το ευρωπαϊκό ντόμινο.

Σε αυτό το φόντο πλέον, φόντο κοινωνικής καταστροφής και πολιτικής-πνευματικής ένδειας, πρέπει να δούμε την κρίση που σαρώνει τον ελληνικό Τύπο. Και την υστάτη ώρα, να μιλήσουμε, να ασκήσουμε αυτοκριτική, να ονοματίσουμε την ασθένεια, μήπως και καταλάβουμε τι συμβαίνει και τι θα συμβαίνει εφεξής. Να κατανοήσουμε, ας πούμε, ότι το νέο τοπίο των μήντια δεν είναι καλύτερο ή χειρότερο για τους αναγνώστες-πελάτες, τους καταναλωτές ενημέρωσης (κατά τη γνώμη μου, είναι πιο χαοτικό), αλλά φαίνεται ότι μπορεί να υπάρχει και χωρίς επαγγελματίες δημοσιογράφους: αυτό νομίζουν οι καταναλωτές, αφού βρίσκουν την τροφή τους δωρεάν στο Διαδίκτυο.

Οσο διαφορετικός είναι ο ιντερνετοφάγος καταναλωτής σε σχέση με τον αστό εφημεριδαναγνώστη, άλλο τόσο διαφορετικός είναι ο δημοσιογράφος του Διαδικτύου σε σχέση με τον “εφημεριδά”. Ο εφημεριδάς ανήκε στη μεσαία τάξη και έγραφε γι΄αυτήν· ο διαδικτυακός είναι ένας πρεκάριος, ένας επισφαλής που πληρώνεται με μπλοκάκι, στην εποχή που η μεσαία τάξη πεθαίνει γοργά, άρα δεν της απευθύνεται καν. Σταδιακά, οι περισσότεροι δημοσιογράφοι γίνονται σαν τους διαδικτυακούς, ντεκλασέ και επισφαλείς· στους αντίποδες βρίσκεται μια ολιγάριθμη ομάδα επώνυμων δημοσιογράφων, με υπογραφή, με την προστιθέμενη αξία του σταρ. Οι πολλοί μεσαίοι, αυτοί που παρήγαγαν τον πολιτισμό της εφημερίδας, τον πολιτισμό της νεωτερικότητας, εξαφανίζονται μαζί με τη μεσαία τάξη που τους ανέδειξε, τους έτρεφε και στην οποία απευθύνονταν.

Το αναδυόμενο σχήμα των μήντια είναι φαινομενικά μόνο πιο δημοκρατικό· ουσιαστικά οδεύουμε σε διαφορισμό, σε μήντια δύο ταχυτήτων: γρήγορη και αργή, για πλούσιους και φτωχούς, για ελίτ και μάζες. Στην αργή ταχύτητα, τα μήντια θα είναι δωρεάν ή πολύ φτηνά, και η προσφερόμενη ενημέρωση γενική, ρηχή, χωρίς αξιολόγηση· μια διαρκής ροή θραυσμάτων χωρίς νόημα. Στη γρήγορη ταχύτητα, η ενημέρωση ιεραρχείται, αξιολογείται, ταξινομείται, εξηγείται, νοηματοδοτείται ― και πληρώνεται, απ’ όσους μπορούν να την αξιοποιήσουν για να κερδίσουν: ισχύ, επιρροή, χρήμα.

Η αργή ταχύτητα κατακλύζει ήδη τον κόσμο μας: είναι τα δωρεάν ραδιοτηλεοπτικά κανάλια, είναι τα φρι πρες, τώρα πια και τα σάιτ με αναδημοσιεύσεις και sampling των “χάρτινων” μήντια. Στην Ελλάδα, μέγα μέρος των ραδιοτηλεοπτικών μήντια και σχεδόν όλο το Διαδίκτυο στηρίζονται σε αυτό το sampling και τον σχολιασμό των παλαιών χάρτινων μήντια· ουσιαστικά συνιστούν ένα μετα-μέσο, μια μεταγλώσσα με αξία μικρότερη από την πηγή τους. Αλλά είναι δωρεάν… Εχει αξία αυτό το δωρεάν; Κατή τη γνώμη μου, ελάχιστη. Παρότι το Διαδίκτυο είναι μια ανεκτίμητη βιβλιοθήκη, η δωρεάν ενημέρωση των μπλογκ και των ιστότοπων είναι στην καλύτερη περίπτωση μια διαρκής επανάληψη ίδιων ειδήσεων, χωρίς αναφορά πηγής, εκτός πλαισίου αναφοράς, με τρόπο που δεν παράγουν νόημα. Ελάχιστοι ιστότοποι παράγουν ενημέρωση πρωτογενώς, και κανείς απ΄αυτούς δεν μπορεί να είναι βιώσιμος οικονομικά.

Με αυτή την έννοια, τα πρώτα θύματα της διεθνούς κρίσης του Τύπου και της κατάρρευσης της εγχώριας φούσκας θα είναι οι επαγγελματίες δημοσιογράφοι. Με χαμένο το κύρος τους, υποβλεπόμενοι από την υπόλοιπη κοινωνία, την μηντιοκρατούμενη και χειραγωγούμενη, κατηγορούμενοι ήδη για αναξιοπιστία και διαπλοκή, ακόμη και για προπαγάνδα, πολλοί δημοσιογράφοι θα πληγούν καίρια, μαζί με τη μεσαία τάξη, την τάξη τους, την οποία στο παρελθόν είτε πρόδωσαν είτε περιφρόνησαν είτε φενάκισαν είτε χειραγώγησαν. Δυστυχώς, δεν θα πληγούν οι χειρότεροι και οι φταίχτες. Αλλά είπαμε: το φόντο είναι μια καταστροφή.

zeitungskrise

Με ρωτούν συχνά: Πώς πάνε οι εφημερίδες; Συνήθως επιστρέφω το ερώτημα: Εσείς πώς τις βλέπετε να πάνε; Τις διαβάζετε, τις αγοράζετε, σας αρέσουν; Στη συζήτηση που ακολουθεί ανακαλύπτουμε ότι οι περισσότεροι υπό τον περιληπτικό όρο εφημερίδα εννοούν την ανά Κυριακή αγορά μιας ή περισσότερων πακέτων, και την πλαγία ανάγνωση μερικών άρθρων. Τα πακέτα αγοράζονται με κριτήρια ποικίλα: αν περιέχουν καλή ταινία, λαοφιλές μουσικό σι-ντι, βιβλιο τσέπης, βιβλίο ραφιού, λαχνούς για φουσκωτό. Ενα κριτήριο, όχι το ισχυρότερο, είναι η ίδια η εφημερίδα: ποια είναι, τι γράφει, ποιοι γράφουν, πώς γράφουν. Πάντως, το καθαυτό εκδοτικό προϊόν, το περιεχόμενο της εφημερίδας ―και όχι τα εξαρτήματα και τα premiums― δεν δημιουργεί την ικανή συνθήκη για την αγορά του. Κι αυτό γίνεται φανερό και από το μάρκετινγκ των κυριακάτικων πακετοεφημερίδων: διαφημίζουν τα εξαρτήματα και τα δώρα· ποτέ ή σπανίως τα θέματα και τους γραφιάδες τους.

Δεν είναι όλες οι εφημερίδες ίδιες, ασφαλώς, ούτε όλοι οι αναγνώστες ίδιοι. Αλλά την κυρίαρχη ροπή ορίζουν το αυτοκανιβαλιζόμενο μάρκετινγκ του Τύπου και η βαριεστημένη βουλιμία των αναγνωστών. H διαφθορά τελείται αμφίδρομα. Με θύμα όχι μόνο την παρακμάζουσα βιομηχανία του τύπου, αλλά τώρα πλέον την ίδια τη δημοσιογραφία.

Η δημοσιογραφία βέβαια, από καιρό, πολύ πριν από την παρούσα βαθιά κρίση, είχε φροντίσει να απομειώσει την αξιοπιστία της, την ανεξαρτησία της, τον εναντιωματικό της χαρακτήρα, τη δομική της δυσπιστία απέναντι σε κάθε λογής εξουσίες και αυθεντίες. Αντί να κοιτάει στα μάτια τον αναγνώστη, τον πελάτη, αυτόν που κρίνει και πληρώνει, αλληθώριζε προς την εξουσία, τόσο πολύ, που νόμιζε ότι είναι εξουσία η ίδια. Εγραφε απευθυνόμενη στην εξουσία, και όχι στον πολίτη, σαν να συγκυβερνά.

Μιλάμε για δημοσιογραφία· θα ήταν ορθότερο να μιλάμε για δημοσιογράφους. Ανθρωποι σφάλλουν και διαφθείρουν, άνθρωποι φέρονται σαν αδύναμοι και μοιραίοι. Αυτοί οι άνθρωποι είμαστε εμείς· οι δημοσιογράφοι που παραπίστεψαν στη διαμεσολαβητικη τους ισχύ και στην αλαζονική Τέταρτη Εξουσία. Ανθρωποι που με την τηλεόραση ένιωσαν σταρ, κι από τους σταρ πήραν τις αμοιβές και τις συμπεριφορές, άλλαξαν επαγγελματικό γένος και ήθος. Ανθρωποι που σαγηνεύτηκαν από την επέλαση του λάιφστάιλ και του νεοκυνισμού. Και σαρώθηκαν. Και επέβαλαν στα παλαιά μέσα τη νοοτροπία και τα ήθη των νέων μέσων· επέβαλαν την τυραννία του infotainment και στις παραδοσιακές, τις σοβαρές εφημερίδες· επέβαλαν την ημιμάθεια και την ελαφρότητα της πρωινής τηλεοπτικής ζώνης, όπου όχι μόνο συγχωρείται αλλά είναι και διασκεδαστική, αλλά τα ίδια αυτά ελαφρά υλικά μεταφερμένα στον γεωμετρημένο κάνναβο της εφημερίδας φαίνονται αυτόχρημα φτηνιάρικα, χτίζουν φανταχτερές προσόψεις σε λυόμενα σκυλάδικα.

Οι άνθρωποι πάντα. Γράφοντες και αναγνώστες. Και το Ιντερνετ; Ναι, η πλανητική δικτύωση αφήνει πίσω της ερείπια και λείψανα, αλλά η ηθικοπολιτική απαξίωση του τύπου είχε αρχίσει πολύ πριν αναδυθεί το Μπλογκ ως Δικαίωμα και ως Φενάκη. Μεθυσμένοι από την απέραντη εξουσία των μαζικών τους μέσων και από τις προσόδους της διαφήμισης, δημοσιογράφοι και εκδότες, στην προ-ιντερνετική εποχή, προέβησαν σε αλλεπάλληλες καταχρήσεις εξουσίας. Η ισηγορία, θεμέλιο της δημοκρατίας, περιφρονήθηκε, υποκαταστάθηκε από τα ολιγοπώλια των κατόχων των μέσων. To αυθάδικο, αφελές σφρίγος των μπλογκ, του twitter, των social networks, της λεγόμενης δημοσιογραφίας των πολιτών, υπό μία έννοια, είναι η εκδίκηση της γυφτιάς, η εκδίκηση των περιφρονημένων, των στερημένων από φωνή στον δημόσιο χώρο. Αφού οι εφημερίδες, τα όργανα του διαφωτισμού, τους έστρεψαν τα νώτα, οι άνθρωποι της μαζικής δημοκρατίας στράφηκαν σε άλλα μαζικά μέσα, με σαγηνευτικές δυνατότητες προσωποποίησης.

Η κρίση του τύπου άρα είναι και κρίση των δημοσιογράφων. Δεν είναι όλοι ίδιοι, ας το ξαναπούμε· μα η φθορά αφορά το σύνολο, η οικονομική δυσπαραγία πλήττει αδιακρίτως όλους. Ισως βιώνουμε μια παρατεταμένη, επώδυνη αλλαγή Παραδείγματος: στο πώς αναπαριστάνουμε τον κόσμο, πώς τον αφηγούμαστε, πώς τον εξηγούμε· πώς αφηγούμαστε έναν κόσμο που αλλάζει ταχύτερα απ’ όσο μπορούμε να παρακολουθήσουμε. Αλλά, διάβολε, αυτή είναι η δουλειά των δημοσιογράφων: Να βρίσκονται εκεί, την ώρα που συμβαίνει και να αφηγούνται την αλλαγή. Οχι να τη μακιγιάρουν, να την αποκρύπτουν, να τη μισολένε με χειραγωγούμενα κόπι-πέιστ. Θυμόμαστε πώς γίνεται;

 

rhan1389l

Το κλείσιμο μιας μεγάλης εφημερίδας επικυρώνει την ήδη υπάρχουσα παρατήρηση, ότι δηλαδή το επικοινωνιακό και πολιτικό τοπίο μετασχηματίζονται, γρήγορα και βαθιά. Ο Ελεύθερος Τύπος δεν έκλεισε μόνο επειδή σώρευσε πολλές ζημίες, ούτε μόνο επειδή απέτυχε το επιχειρηματικό μοντέλο που εφάρμοσαν οι ιδιοκτήτες του. Ασφαλώς, περίσσεψαν οι άστοχες ενέργειες, η σπατάλη, τα επιτελεία κολάκων, η μεγαληγορία, η οίηση. Αλλά αυτό που βάρυνε εντέλει ήταν περισσότερο η απουσία στρατηγήματος και η ελλιπής ή και ανύπαρτκη ανάγνωση της πραγματικότητας.

Η λυπηρή αναστολή έκδοσης του Ελεύθερου Τύπου, μετά τον μείζονα ανασχεδιασμό του (ουσιαστικά, επαναλανσάρισμα) και την επένδυση άφθονων υλικών και ανθρώπινων πόρων, δείχνει το μέγεθος της διεθνούς κρίσης του Τύπου· κρίση δομική, ιστορική. Αλλά δείχνει και την αδυναμία των ανθρώπων του Τύπου να αντιληφθούν την αλλαγή Παραδείγματος, να αντιληφθούν δηλαδή ότι ο παρών καιρός απαιτεί άλλη σκέψη και άλλη πράξη, με άλλα εργαλεία ανάλυσης και κατανόησης, από αυτά που χρησιμοποιούσαν κατά την προδικτυακή εποχή. Η παρούσα εποχή βάζει πλάι στον Τύπο, ανταγωνιστικά, όχι μόνο την πληθωρική τηλεόραση, αλλά και το οικιακό ευρυζωνικό Διαδίκτυο, σε κάθε νοικοκυριό και γραφείο, και τα διαρκώς δικτυωμένα smartphones, σε κάθε τσέπη, και το πλήθος των καινοφανών social media, σε κάθε φαντασιακό, που κάνουν τον κάθε χρήστη μηχανής όχι μόνο καταναλωτή αλλά δυνάμει παραγωγό δημοσιότητας, της δικής του μικροδημοσιότητας έστω.

Το νέο περιβάλλον τηλεπικοινωνιών διαμορφώνει νέες ανάγκες, νέες συμπεριφορές, νέα υποκείμενα. Οι πληροφορίες, τα κείμενα, τα σήματα, οι ταινίες, οι μουσικές, τα προσωπικά στοιχεία από εκατομμύρια ζωές κυκλοφορούν διαρκώς και παντού, είναι διαρκώς διαθέσιμα, στην άκρη του ποντικιού και του δαχτύλου, σε ατέλειωτη ροή, διαφανή. Μάλιστα, υπερδιαφανή.

Σε αυτή την υπερδιαφάνεια, όλα φαίνονται, μα ελάχιστα είναι ορατά. Και μαζί με τον πληθωρισμό των σημάτων, αλλάζει και ο χρόνος του κάθε μέσου, η αίσθηση, η αντίληψη του χρόνου τους. Αλλλος ο χρόνος του Τύπου, άλλος της τηλεόρασης, άλλος του διαδικτύου.

Στην τηλεόραση ρέουν αδιάκοπα εικόνες, που όμως δεν χορταίνουν το άδειο βλέμμα. Στον Τύπο και στο δίκτυο ρέουν κείμενα. Η εκρηκτική εξάπλωση του διαδικτύου πολλαπλασίασε σύστοιχα την ανάγνωση· όμως μειώθηκαν οι αναγνώστες εφημερίδων. Τα νέα μαζικά ακροατήρια που προσήλθαν στο δίκτυο και διαμορφώνονται απ’ αυτό, διαβάζουν περισσότερο, μα κυρίως διαβάζουν διαφορετικά: διότι ο χρόνος του δικτύου είναι ακαριαίος, και διότι η δικτυακή αφήγηση προσφέρει διαρκώς τη δυνατότητα (ή και την ψευδαίσθηση, απλώς) της διάδρασης, μιας κάποιας συμμετοχής, έστω υπό μορφήν ανάρτησης σχολίου σ’ ένα φόρουμ, σ’ ένα μπλογκ· κι ακόμη, προσφέρει τη δυνατότητα της ανώνυμης περιπλάνησης και της ανώνυμης διάδρασης. Προσοχή, όμως: η ανωνυμία ή ψευδωνυμία του δικτυακού αναγνώστη-περιπλανητή δεν αναιρεί την ατομικότητα, απεναντίας επισωρεύει στο άτομο περσόνες και μάσκες, πέραν του καλού και του κακού.

Ο χρόνος της εφημερίδας δεν μπορεί να είναι ακαριαίος. Η εφημερίδα δεν μπορεί καν να καμώνεται ότι σντιδρά ακαριαία· αν το κάνει, ρεζιλεύεται. Ο χρόνος του Τύπου είναι αναστοχαστικός, ξετυλίγεται βραδύτερος και βαρύς. Κι έτσι προϋποτίθεται και ο αναγνώστης του Τύπου. Η δε συμμετοχή του στο εφημεριδικό ανάγνωσμα είναι νοερή αναδιάταξη του αφηγήματος, είναι εσωτερικός μονόλογος. Η απάντησή του, όποια προκύψει, τελείται κι αυτή σε δεύτερο χρόνο. Δεύτερου, αργού χρόνου είναι ακόμη και η πρόσβαση στο χάρτινο κείμενο: ο αναγνώστης πρέπει να πάει μέχρι το περίπτερο ή έστω στην εξώθυρα, και να αγοράσει. Αυτό το παλαιό κείμενο δεν μπαίνει στο σπίτι απροσκάλεστο και δωρεάν.

Νέα αίσθηση του χρόνου, υπερδιαφάνεια, υπερπληροφόρηση, νέοι τρόποι οργάνωσης της εργασίας και του βίου, καινοφανείς ανάγκες και συμπεριφορές. Το παλαιό χάρτινο κείμενο, για να επιβιώσει, οφείλει να προσαρμοστεί· να διεκδικήσει τον πολύ μικρότερο ζωτικό χώρο που του διατίθεται, και να τον διεκδικήσει δυναμικά, πειστικά και ταπεινά· υπερβαίνοντας τον στερεοτυπικό εαυτό του και την εξουσιαστική φενάκη, ανακαλύπτοντας νέο εαυτό για το νέο Παράδειγμα, αναταποκρινόμενο στις νέες ανάγκες του κοινού, ανακαλύπτοντας επίπονα το νέο κοινό. Ο Ελεύθερος Τύπος, παρά το ντιζάιν, δεν μπόρεσε να το κάνει. Και δεν το κάνει καμία εφημερίδα. Ο γδούπος της πτώσης ίσως ξυπνήσει τις εναπομείνασες. Ισως.

Του Νικου Γ. Ξυδακη
Γιατί κλείνουν οι εφημερίδες
Το κλείσιμο μιας μεγάλης εφημερίδας είναι κακή είδηση: για τους δημοσιογράφους, για τον κόσμο του Τύπου, για τις οικογένειές τους. Αλλά και για την ενημέρωση, για τον πολιτικό πλουραλισμό, για τη δημοκρατία εντέλει. Φτωχαίνει ο δημόσιος βίος.
Ο Ελεύθερος Τύπος, που αναστέλλει την έκδοσή του, είναι ιστορικός τίτλος, με ρίζες στον ταραγμένο Μεσοπόλεμο. Η επανέκδοσή του τη δεκαετία 1980 ταυτίστηκε με την εκρηκτική εισβολή του ταμπλόιντ στον εγχώριο τύπο και με το νέο ύφος στην εφημεριδογραφία, για καλό και για κακό. Εν πάση περιπτώσει, η πρώτη δεκαετία του Ε.Τ. επιβραβεύτηκε από μεγάλες κυκλοφορίες και πρωτιές.
Κατόπιν, η Ελλάδα άλλαξε και μαζί της άλλαξε ταχύτατα και ο Τύπος. Μετά τη δεκαετία ‘90, το ύφος ταμπλόιντ γέρασε, τα φύλλα δεν ορίζονται μονοσήμαντα ως προς την πολιτική γεωγραφία, η εμπορική ραδιοτηλεόραση και, κυρίως, τα νέα μέσα και οι διαδικτυακές υπηρεσίες μετασχηματίζουν βαθιά την ενημέρωση, τη διανομή ειδήσεων, ακόμη και το παραδεδεγμένο περιεχόμενο της δημοσιογραφίας.
Το πρόσφατο εγχείρημα ανανέωσης του Ε.Τ. κινήθηκε από μια τέτοια διάθεση· διάθεση προσαρμογής στο νέο τοπίο, τις νέες απαιτήσεις. Καλώς ή κακώς, δεν το εξετάζουμε· πάντως τουλάχιστον μορφολογικά άλλαξε επιτυχώς. Ισως δεν προσαρμόστηκε ικανοποιητικά ως προς το περιεχόμενο, τη στόχευση, την εστίαση, την τοποθέτησή του στο νέο διεθνοποιημένο περιβάλλον των μήντια, αλλά και στο στριμωγμένο εγχώριο μηντιακό τοπίο. Ισως. Είναι νωρίς για οριστικά συμπεράσματα.
Εντούτοις, το θλιβερό συμβάν της αναστολής μάς οδηγεί σε έναν συσχετισμό. Η ανανέωση, ο εκμοντερνισμός του Ε.Τ. μοιάζει με την επιχειρηθείσα ανανέωση, τον εκμοντερνισμό της Μεσημβρινής, την περασμένη δεκαετία. Παρόμοια κόνσεπτ παρουσίασης και χτισίματος του φύλλου, παρόμοιοι Ισπανοί σύμβουλοι, παρόμοιες γραφιστικές καινοτομίες. Παρόμοιες ήταν όμως και οι ασάφειες επί του περιεχομένου, τα αναπάντητα (ή ελλιπώς απαντηθέντα) ερωτήματα περί τη φυσιογνωμία της εφημερίδας νέου τύπου, τη νέα σχέση που θα εγκαθίδρυε με τα καινοφανή ακροατήρια, τις απαντήσεις που θα πρότεινε στις αναδυόμενες νέες ανάγκες της κοινωνίας.
Δυστυχώς, οι δημοσιογράφοι παρότι ζούμε μέσα στον κόσμο, στην τύρβη και τη βοή του, συχνά στεκόμαστε μόνο στον επικρατούντα θόρυβο. Χάνουμε το σήμα. Ισως γιατί συχνά ερμηνεύουμε τον θόρυβο της εξουσίας ως θόρυβο της ζωής, και αυτάρεσκα βουλιάζουμε σε στερεότυπα και αδράνειες, στην κολακεία και την αλαζονία ― βολικά αλλά ολέθρια. Αδυνατούμε να συνθέσουμε τις γνήσιες φωνές, τις αγωνίες, τις νέες ανάγκες, τις νέες απαιτήσεις. Τότε έρχεται η ήττα, η απώλεια.
Μια εφημερίδα βέβαια δεν κλείνει μόνο εξαιτίας των δημοσιογράφων, όσο ράθυμοι ή αλλοτριωμένοι και να ‘ναι. Βασικός υπαίτιος είναι το επιχειρηματικό μοντέλο: είτε είναι απελπιστικά ξεπερασμένο, είτε είναι δύσκαμπτο και ανεδαφικό, είτε επειδή πάσχει από τις ίδιες ασθένειες που απειλούν τους δημοσιογράφους, και σε ακόμη βαρύτερη μορφή: κολακεία, αλαζονία, αδράνεια. Ολα αυτά μαζί, μάς αφήνουν κατά μια εφημερίδα λιγότερους.

Ο Ελεύθερος Τύπος, που ανέστειλε την έκδοσή του, είναι ιστορικός τίτλος, με ρίζες στον ταραγμένο Μεσοπόλεμο. Η επανέκδοσή του τη δεκαετία 1980 ταυτίστηκε με την εκρηκτική εισβολή του ταμπλόιντ στον εγχώριο τύπο και με το νέο ύφος στην εφημεριδογραφία, για καλό και για κακό. Εν πάση περιπτώσει, η πρώτη δεκαετία του Ε.Τ. επιβραβεύτηκε από μεγάλες κυκλοφορίες και πρωτιές.

Κατόπιν, η Ελλάδα άλλαξε και μαζί της άλλαξε ταχύτατα και ο Τύπος. Μετά τη δεκαετία ‘90, το ύφος ταμπλόιντ γέρασε, τα φύλλα δεν ορίζονται μονοσήμαντα ως προς την πολιτική γεωγραφία, η εμπορική ραδιοτηλεόραση και, κυρίως, τα νέα μέσα και οι διαδικτυακές υπηρεσίες μετασχηματίζουν βαθιά την ενημέρωση, τη διανομή ειδήσεων, ακόμη και το παραδεδεγμένο περιεχόμενο της δημοσιογραφίας.

Το πρόσφατο εγχείρημα ανανέωσης του Ε.Τ. κινήθηκε από μια τέτοια διάθεση· διάθεση προσαρμογής στο νέο τοπίο, τις νέες απαιτήσεις. Καλώς ή κακώς, δεν το εξετάζουμε· πάντως τουλάχιστον μορφολογικά άλλαξε επιτυχώς. Ισως δεν προσαρμόστηκε ικανοποιητικά ως προς το περιεχόμενο, τη στόχευση, την εστίαση, την τοποθέτησή του στο νέο διεθνοποιημένο περιβάλλον των μήντια, αλλά και στο στριμωγμένο εγχώριο μηντιακό τοπίο. Ισως. Είναι νωρίς για οριστικά συμπεράσματα.

Εντούτοις, το θλιβερό συμβάν της αναστολής μάς οδηγεί σε έναν συσχετισμό. Η ανανέωση, ο εκμοντερνισμός του Ε.Τ. μοιάζει με την επιχειρηθείσα ανανέωση, τον εκμοντερνισμό της Μεσημβρινής, την περασμένη δεκαετία. Παρόμοια κόνσεπτ παρουσίασης και χτισίματος του φύλλου, παρόμοιοι Ισπανοί σύμβουλοι, παρόμοιες γραφιστικές καινοτομίες. Παρόμοιες ήταν όμως και οι ασάφειες επί του περιεχομένου, τα αναπάντητα (ή ελλιπώς απαντηθέντα) ερωτήματα περί τη φυσιογνωμία της εφημερίδας νέου τύπου, τη νέα σχέση που θα εγκαθίδρυε με τα καινοφανή ακροατήρια, τις απαντήσεις που θα πρότεινε στις αναδυόμενες νέες ανάγκες της κοινωνίας.

Δυστυχώς, οι δημοσιογράφοι παρότι ζούμε μέσα στον κόσμο, στην τύρβη και τη βοή του, συχνά στεκόμαστε μόνο στον επικρατούντα θόρυβο. Χάνουμε το σήμα. Ισως γιατί συχνά ερμηνεύουμε τον θόρυβο της εξουσίας ως θόρυβο της ζωής, και αυτάρεσκα βουλιάζουμε σε στερεότυπα και αδράνειες, στην κολακεία και την αλαζονία ― βολικά αλλά ολέθρια. Αδυνατούμε να συνθέσουμε τις γνήσιες φωνές, τις αγωνίες, τις νέες ανάγκες, τις νέες απαιτήσεις. Τότε έρχεται η ήττα, η απώλεια.

Μια εφημερίδα βέβαια δεν κλείνει μόνο εξαιτίας των δημοσιογράφων, όσο ράθυμοι ή αλλοτριωμένοι και να ‘ναι. Βασικός υπαίτιος είναι το επιχειρηματικό μοντέλο: είτε είναι απελπιστικά ξεπερασμένο, είτε είναι δύσκαμπτο και ανεδαφικό, είτε επειδή πάσχει από τις ίδιες ασθένειες που απειλούν τους δημοσιογράφους, και σε ακόμη βαρύτερη μορφή: κολακεία, αλαζονία, αδράνεια. Ολα αυτά μαζί, μάς αφήνουν κατά μια εφημερίδα λιγότερους.

newspaper-illo

Σε γραφεία, αμφιθέατρα καφενεία, μπαρ, τηλεφωνήματα, σε σύντομες συναντήσεις του δρόμου, σε τηλεφωνήματα και e-αλληλογραφία, σε μπλογκ και φόρουμ, οι ενεργοί και ανεξάρτητοι δημοσιογράφοι όλο και συχνότερα μιλούν για την κρίση του Τύπου, για την κρίση του επαγγέλματος, για το διαρκώς ερχόμενο τέλος, για το διαρκώς αναδύομενο νέο.

Δεν φταίει η οικονομική κρίση ― όχι μόνο αυτή. Η ύφεση απλώς επιδεινώνει την ήδη χάλια κατάσταση, αναδεικνύει δομικά προβλήματα, καθυστερήσεις, αναδεικνύει πόσο ρευστό είναι το περιβάλλον της ενημέρωσης, της ψυχαγωγίας, της κυκλοφορίας λόγου εντέλει. Ο χείμαρρος του Διαδικτύου και των τηλεπικοινωνιών κατεβάζει ακόμη κουφάρια και θαύματα σε γραφεία και νοικοκυριά: μπλογκ, social networks, ταινίες, μουσικές, παιχνίδια, χρηστικούς οδηγούς, wikipedia, google, youtube, όλα τα θαυμαστά του Web 2.0 που μετασχηματίζουν την καθημερινότητα, ήδη αλλαγμένη από την κινητή τηλεφωνία, ήδη κορεσμένη από τα προψηφιακά μήντια (τηλεόραση, ραδιόφωνο).

Και ο Τύπος; Ο Τύπος, μοναδικός και προνομιακός παραγωγός περιεχομένου, ακαταμάχητος δημιουργός γνώμης και πολιτικού φρονήματος, συνδιαμορφωτής της νεωτερικότητας, από την αυγή του Διαφωτισμού έως τα τέλη του 20ού αιώνα, αυτός ο Τύπος των τολμηρών ανδρών, των καινοτόμων αστών, των επαναστατών, των φιλοσόφων και των λογοτεχνών, τώρα αργοσβήνει. Ο ψηφιακός 21ος αιώνας φαίνεται να τον προσπερνάει βιαστικά, απομυζώντας του τον λόγο, δηλαδή την μακρά εμπειρία κειμένου, δηλαδή τους γραφιάδες, και προσθέτοντας δυναμικά το οξύ πνεύμα των τεχνολόγων, των επιστημόνων, των καλλιτεχνών και των νεοεμπόρων ενός μεταϋλικού κόσμου.

Ακούμε να κλείνουν ιστορικά φύλλα στις ΗΠΑ, να γονατίζουν κολοσσοί στην Ευρώπη, παρά τις προσπάθειες προσαρμογής, παρά την αναμφισβήτητη ποιότητα της δημοσιογραφίας που προσφέρουν. Και γυρνάμε το βλέμμα στα καθ’ ημάς: βλέπουμε τις κυκλοφορίες να συρρικνώνονται απελπιστικά, να χάνεται η καθημερινή αναγνωστική συνήθεια, οι νέοι να μην πιάνουν εφημερίδα στα χέρια τους πλην αθλητικής· και την αγορά να συγκεντρώνεται στο τελευταίο ανάχωμα: την Κυριακή. Μια πολυέκδοση-πακέτο, με πολλά έντυπα, με περιοδικά, και ένθετα, με ταινίες και μουσικές premium, ένα πακέτο ενημέρωσης και ψυχαγωγίας για όλη την οικογένεια. Μα ακριβώς αυτό το πληθωριστικό πακέτο,το “απ’όλα δι’ όλους”, ίσως είναι το κύκνειο άσμα μιας εποχής, της παλιάς εποχής, όπου η εφημερίδα αξίωνε καθολικότητα στην αφήγηση του κόσμου, απευθυνόμενη σε ένα ευρύ, μαζικό κοινό, ανθρώπων που ήξεραν ανάγνωση, και συμμετείχαν στο κοινωνικό μέσα από συγκεκριμένες οργανώσεις της εργασίας, της οικογένειας, του χρόνου και του χώρου. Στον 21ο αιώνα η καθολικότητα είναι άλλου γένους, η εργασία μετασχηματίζεται μαζί με την αντίληψη του χρόνου και της εδαφικότητας, το νοικοκυριό παίρνει δεκάδες νέες μορφές, η ανάγνωση μετατοπίζεται: από το χάρτινο στατικό πεδίο που απαιτεί κρίση και φαντασία, στη δυναμική, διαρκούς ροής, πολυνηματική, πολυεικονική οθόνη. Η ανάγνωση μετατοπίζεται μαζί με τη ζωή, δεν χάνεται· οι αναγνώστες δεν χάνονται, μάλλον πληθαίνουν, αλλά τους χάνει το χαρτί.

Για να μη τους χάσει όλους, το χαρτί οφείλει να απαρνηθεί την αξίωση καθολικότητας που είχε στους περασμένους αιώνες. Δεν μπορεί να αφορά όλους, σε καθετί, σε κάθε πεδίο, με κάθε τρόπο. Οφείλει να εστιάσει και να εμβαθύνει, να διαλέξει κοινό, ομάδες κοινού με ορισμένα ενδιαφέροντα, ανάγκες και γούστα, και να υπηρετήσει αυτές τις ομάδες προσφέροντας μοναδικές ποιότητες. Από σούπερ μάρκετ, με όλα για όλους, σε χαμηλές τιμές, με υπερπροσφορές, να γίνουν μπουτίκ με επιλεγμένα είδη κορυφαίας ποιότητας, με υψηλή αναγνωρισιμότητα στο design, στο brand name, στον χαρακτήρα και το κύρος των υπογραφών. Είναι ένας δρόμος αυτός, ένας πιθανός τρόπος επιβίωσης.

Είναι δύσκολος δρόμος ασφαλώς. Μαθημένος σε τρόπους περασμένων εποχών, με μικροεξαρτήσεις, με αδράνειες, με κόπωση, με ελλιπή μόρφωση, χωρίς ισχυρά κίνητρα, ο έντυπος δημοσιογράφος καλείται τώρα να επανεφεύρει τον εαυτό του, να δυσκολέψει τον εαυτό του, να τον ξεπεράσει. Είναι ρίσκο χωρίς εξασφάλιση, πλην μιας: να κερδίσει το επάγγελμά του, να συνεχίζει να δουλεύει αξιοπρεπής και αυτάρκης, αφήνοντας πίσω του την αλαζονεία της 4ης εξουσίας, την οκνηρία και τη μονομέρεια. Οι απαιτητικές ομάδες κοινού ζητούν από τους δημοσιογράφους να είναι τα πρώτα φιλοπερίεργα βλέμματα, τα μαχητικά στόματα, οι ριψοκίνδυνες συνειδήσεις, οι story tellers των καιρών. Τίποτε λιγότερο. Αυτό μόνο άνθρωποι το μπορούν, κανένα hardware, κανένα software.

buzz it!

Ο έντυπος λόγος φθίνει. Οχι· μετασχηματίζεται. Το Δίκτυο και τα new media σαρώνουν το κείμενο και την ανάγνωση. Οχι· τo Δίκτυο ανανέωσε το κείμενο και την ανάγνωση – τα πήγε σε άλλο επίπεδο, τα μετασχημάτισε, πάντως δεν τα σάρωσε.

Η συζήτηση για το μέλλον του Τύπου, σε περιβάλλον ραγδαίων αλλαγών στην επικοινωνία, διεξάγεται με αγωνία, ιδίως όταν οι συνομιλητές είναι δημοσιογράφοι. Οι δημοσιογράφοι αισθάνονται απειλητικές τις αλλαγές, αισθάνονται ότι οι αλλαγές εν πολλοίς συμβαίνουν ερήμην τους, κι αυτοί τις παρακολουθούν ανήμποροι.

Δεν είναι έτσι. Οι κυκλοφορίες συρρικνώνονται, τα διαφημιστικά έσοδα πέφτουν, αλλά οι εφημερίδες δεν θα πεθάνουν. Θα αλλάξουν, θα μειωθούν, θα γίνουν κάτι άλλο, αλλά δεν θα εξαφανιστούν. Οσες επιζήσουν, όμως, θα αλλάξουν, βαθιά, δραστικά, ουσιαστικά. Οι δημοσιογράφοι θα επινοήσουν αλλιώς τη δουλειά τους, τη συμμετοχή τους στο επικοινωνιακό σύμπλοκο, τη λειτουργία τους σαν γραφιάδες, σαν δημιουργοί, σαν διαμεσολαβητές· αλλά δεν θα χαθούν.

Το Δίκτυο αποκάλυψε τις αδυναμίες και τις ευκολίες των έντυπων μέσων. Αποκάλυψε την ιδιοτέλεια και την υπεροψία, το κακό ή αδιάφορο κείμενο, το copy-paste και την κουτοπόνηρη λογοκλοπή. Η αχανής, δυναμικά εμπλουτιζόμενη βιβλιοθήκη, που χτίζεται μέσα στο Διαδίκτυο, αποκαλύπτει ανελέητα όλες τις αδυναμίες και τις ευκολίες των δημοσιογράφων. Και επιπλέον κλόνισε ανεπανόρθωτα την παράδοση: Η εφημερίδα ήταν μέρος του διαφωτιστικού προγράμματος, ήταν υπό κλίμακα η Εγκυκλοπαιδεία, περιείχε όλα τα νέα και όλη τη γνώση· ήταν η πρωινή προσευχή του αστού. Οχι πια. Αφενός διότι δεν υπάρχει ο κυρίαρχος αστός, αλλά μια απέραντη μεσαία μάζα – οι κατεξοχήν χρήστες του Δικτύου σήμερα. Αφετέρου, διότι τα νέα τρέχουν ακαριαία σαν headlines παντού όπου υπάρχει ένα μόνιτορ, και η γνώση αποτίθεται δυναμικά παντού στο Δίκτυο, σε απίθανους τόπους, σε κάθε γωνιά, και όχι μόνο στη Wikipedia.

Είναι άχρηστη λοιπόν η έντυπη δημοσιογραφία; Κάθε άλλο. Ο δημοσιογράφος μπορεί να χάσει όλες τις άλλες ιδιότητες –του μεσολαβητή της εξουσίας, του προνομιακού συνομιλητή με «πηγές», του ιμάντα μεταφοράς κρατικών πληροφοριών, του θηρευτή news– αλλά δεν θα πάψει να είναι παραγωγός περιεχομένου. Παράγει κείμενο: Πρωτογενείς αφηγήσεις, ριψοκίνδυνες γνώμες, πρώτες ματιές, συνθέσεις, πλαγιοκοπήσεις. Και στυλ.

Οταν το Δίκτυο ανανεώνει το κείμενο, τον λόγο, σε νέο πλαίσιο έστω, όταν πια αντιλαμβανόμαστε ότι ο βασιλιάς δεν είναι τα νέα γκάτζετ, ούτε καν το λογισμικό, αλλά το περιεχόμενο, ε, τότε αυτός που ξέρει να παράγει περιεχόμενο βρίσκεται στο προσκήνιο. Ο δημοσιογράφος βρίσκεται στο προσκήνιο λοιπόν, αλλά πώς; Αλλος. Μετασχηματισμένος και προσαρμοσμένος στο νέο κειμενικό περιβάλλον· έτοιμος να ανανεώσει τις δομές και τις φόρμες του κειμένου του· μόνον έτσι. Ετοιμος να αλλάξει, αφήνοντας πίσω τις ευκολίες, την αλαζονεία και την οκνηρία του κλειστού γουτεμβέργειου κόσμου· έτοιμος να αποδεχτεί ότι οι πληροφορίες είναι διασπαρμένες παντού και προσιτές στον καθένα, στο κάθε συνδεδεμένο λάπτοπ των 100 δολαρίων, σε κάθε κινητό τηλέφωνο και πάλμτοπ. Κι ότι αυτός οφείλει, αδιαπραγμάτευτα, να είναι ειλικρινής, βαθύς, ταχύς, άμεσος, συνθετικός, και στυλίστας.

Δηλαδή, στην εποχή που ανατέλλει (ή λένε ότι ανατέλλει) η δημοσιογραφία των πολιτών, τα μπλογκ, τα social μικροδίκτυα, τα εκατομμύρια βίντεο YouTube, οι peer to peer συνδέσεις, οι απέραντες δεξαμενές κειμένων, αυτή ακριβώς την εποχή ο επαγγελματίας δημοσιογράφος ανατέλλει ξανά κι αυτός ικανότερος και πιο διακεκριμένος από ποτέ. Οταν όλοι μπορούν να κάνουν grosso modo την παλιά δουλειά του, αυτός πάει ένα σκαλί πιο πέρα: Κάνει άλλη δουλειά.

Αυτή η νέα δουλειά δεν είναι και τόσο νέα. Ο 20ός αιώνας, του κινηματογράφου, του ραδιοφώνου, της τηλεόρασης, των περιοδικών και των βιβλίων τσέπης, έχει ενοποιήσει ήδη τις γραφές και έχει άρει τον τυπικό διαχωρισμό Υψηλού και Μαζικού. Ο συγγραφέας δεν γράφει τυλιγμένος μετάξια στον πύργο του· ο συγγραφέας γράφει παντού και συνεχώς. Η γραφή είναι συνεχές: Ποίηση, μυθιστόρημα, σενάριο, θεατρικό, δοκίμιο, μελέτη, χρονικό, δημοσιογραφικό αφήγημα, χρονογράφημα, όλα αποτελούν ψηφίδες του ίδιου μωσαϊκού, όλα παράγουν στυλίστες, και οι επαρκείς γραφιάδες μπαινοβγαίνουν σε όλα τα είδη με την ίδια άνεση.

Αυτή είναι η μόνη οδός για τον δημοσιογράφο σήμερα· η οδός του μετανεωτερικού auteur. Κι ένα τέτοιο πλούσιο, διακεκριμένο, δυναμικά πλασμένο πεδίο γραφής θα είναι η εφημερίδα προσεχώς. Το κείμενο θριαμβεύει – αλλιώς.

Ένα βλέμμα, Καθημερινή 29.06.2008

Κι άλλα, σχετικά:

* Πώς μιλάμε για τον καιρό μας;
* Η πρώτη αράδα του αφηγήματος
* Γράφουμε όπως ζούμε: τρέχοντας
buzz it!

«Οταν γραφτεί η πρώτη αράδα ενός αφηγήματος, έχουν ήδη επιλεγεί τα πάντα, και το ύφος και ο τόνος και η τροπή των συμβάντων. Με δεδομένη την πρώτη αράδα, δεν χρειάζεται παρά υπομονή: όλα τα υπόλοιπα πρέπει και μπορεί να βγουν απ’ αυτήν».

Προσέτρεξα στον Τσέζαρε Παβέζε για να μπορέσω να αναχωνέψω το αφήγημά μου της περασμένης Κυριακής· στα ημερολόγιά του μεταφρασμένα από τον Παναγιώτη Κονδύλη. (η συνέχεια εδώ)

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

RSS Gatherate: The Best of the Greeks

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Twitting

  • Συγκλονιστικά ευρήματα από έρευνα CNN σε 7 ευρωπαϊκές χώρες: Πάνω από 1 στους 4 πολίτες πιστεύει ότι οι Εβραίοι έχο… twitter.com/i/web/status/1… 2 weeks ago
  • Αν η κρίση εκχυδαΐζει την κοινωνία με τέτοιο ακραίο τρόπο, ούτε οι συντάξεις ούτε η συνταγματική αναθεώρηση μας σώζουν (2/2) 3 weeks ago
  • Στον Γ. Παπαδάκη @ANT1TV Το μεγάλο θέμα της ημέρας είναι τα ευρήματα για Ζακ Κωστόπουλο, που αποκαλύπτουν μια κοινω… twitter.com/i/web/status/1… 3 weeks ago
  • Μελετώντας τα ιστορικά και οικονομικά στοιχεία, είχαμε προβλέψει τον πυρήνα της σημερινής ιστορικής συμφωνίας Πολιτ… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago
  • Στο διεθνές συνέδριο «A Toda Marcha! Progressive thinking – Future building» που διοργάνωσε η Revolución Democrátic… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago
  • Με τον δημοφιλή ηγέτη του φοιτητ κινήματος 2011 κ ήδη βετεράνο βουλευτή στα τριάντα του ⁦@GiorgioJackson⁩ στο… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 999.095 hits
Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: