You are currently browsing the tag archive for the ‘ευθύνη’ tag.

H ομιλία και η συνέντευξη του Αλέξη Τσίπρα στη Θεσσαλονίκη ήταν μακροσκελείς και αναλυτικές. Οι προτάσεις του για αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης, για ανάσχεση της ύφεσης και της ανεργίας, ήταν αρκούντως λεπτομερείς και κοστολογημένες, ενταγμένες σε ένα ενιαίο σχέδιο ανασυγκρότησης. Το σχέδιο Τσίπρα μπορεί να δεχθεί οποιαδήποτε κριτική, καλόπιστα ή κακόπιστα, να ελεγχθεί η ακρίβεια και η αποτελεσματικότητά του, να βρεθεί λίγο ή υπερβολικό, να χαρακτηριστεί παροχολάγνο ή μετριοπαθές, μετακεϋνσιανό ή σοσιαλδημοκρατκό, οτιδήποτε μπορεί να του προσαφθεί. Είναι όμως ένα σχέδιο, αυτοφυές, αυτόχθον, συνταγμένο από Ελληνες και προσανατολισμένο στην ελληνική κοινωνία τού σημερα, στις ανάγκες της και στις δυνατότητες της, στις αντοχές της και στις προσδοκίες της. Είναι το μοναδικό ελληνικό σχέδιο στα τεσσεράμιση χρόνια της δοκιμασίας. Είναι μια αρχή.

Το σημαντικότερο όμως στοιχείο της ομιλίας Τσίπρα είναι η πρόσκληση ευθύνης που απηύθυνε στον ελληνικό λαό, διττά: ευθύνη που είναι έτοιμος να αναλάβει ο ίδιος και η παράταξή του, ευθύνη που οφείλει να αναλάβει ο ελληνικός λαός απέναντι στον εαυτό του, στα παιδιά του, στην πατρίδα του. Εντόπισε ορθώς το έλλειμμα πίστης των Ελλήνων στις δυνάμεις τους, μέσα από το σοκ της κρίσης, την έλλειψη πίστης στη συλλογική δράση, την καχυποψία προς το δημοκρατικό κράτος, την δυσφορία προς την πολιτική, την λιποψυχία. Περιέγραψε έναν δύσβατο δρόμο. Διέγνωσε την πληγή του διχασμού πάνω στο κοινωνικό σώμα και τις τρέχουσες αδυναμίες της δημοκρατίας. Και μίλησε προς όλους τους Ελληνες, ενωτικά και συμπεριληπτικά. Μίλησε για τη χαμένη πίστη.

Κατά την υποκειμενική μου εκτίμηση, αυτά τα μηνύματα, πλήρη ενσυναίσθησης και πραγματισμού, είναι τα στοιχεία που ξεχώρισαν. Είναι μηνύματα που, υπό προϋποθέσεις, μπορούν να μεταβάλουν την αμυντική και μοιρολατρική στάση σε στάση ενεργητική και δημιουργική. Διότι επιστρέφει στη λησμονημένη ή μισοσκεπασμένη ουσία της πολιτικής στις δημοκρατίες: οι άνθρωποι είναι τα δρώντα υποκείμενα, η βούλησή τους είναι η κινώσα δύναμη, οι ικανότητές τους είναι το πολύτιμο κεφάλαιο. Ασφαλώς ο τεχνοκρατικός πραγματισμός είναι χρήσιμος και απαραίτητος, αλλά χωρίς τη βούληση, το κοινό σχέδιο και τον κοινό σκοπό, χωρίς την πίστη στον συλλογικό εαυτό, καμία παραγωγική μηχανή, καμία οικονομία δεν μπορεί να επανεκκινήσει.

Τα τεχνοκρατικά σχέδια θα χρειαστεί να αλλάξουν, να προσαρμοστούν δυναμικά, θα τεθούν νέες ιεραρχήσεις. Αλλά ο ελληνικός λαός τούτη τη στιγμή έχει μεγαλύτερη ανάγκη την καθαρή πολιτική σκέψη, την ενεργό βούληση, τη στοχοθεσία, το όραμα, πάντα μαζί με την ξεκάθαρη επίγνωση των δυσχερειών και των προκλήσεων. Από αυτή την άποψη, ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης έδειξε την πιο ουσιαστική ωρίμανση έως τώρα, και μάλιστα γρήγορη ως προς τον χρόνο που του δόθηκε.

Ο Τσίπρας το Σάββατο κατάφερε να διασκεδάσει θεμιτούς φόβους, να καταθησυχάσει τους δικαιολογημένα επιφυλακτικούς, να συμπεριλάβει. Μετά τα πολλά ταξίδια του στην Ευρώπη, μετά τις πολυσυζητημένες επισκέψεις του στο Αγιο Ορος και το Κόμο, έδειξε αυτοπεποίθηση και πραγματισμό. Βέβαια, τα δύσκολα τώρα αρχίζουν: καθώς θα πλησιάζει προς την εξουσία, τα εμπόδια θα πληθαίνουν, η ίδια η εξουσία είναι Κίρκη και σαγήνη. Ο λόγος του θα χρειαστεί να είναι όλο και περισότερο ειλικρινής, διεισδυτικός, σκληρός, αλλά και εμψυχωτικός. Το Σάββατο δεν το είπε, αλλά σύντομα τον φαντάζομαι να λέει: Θα ξεκινήσουμε με μια δίκαιη φτώχεια, με πλήρη αξιοπρέπεια, κι ο δρόμος θα είναι ποτισμένος με ιδρώτα, δάκρυα και αίμα.

Πραγματισμός, ευθύνη, πίστις, τα τρία ταύτα· μείζων δε τούτων η πίστις.

Advertisements

Το επόμενο διάστημα η οικονομία και η κοινωνία θα αρχίσουν να αντιλαμβάνονται στην ολότητά του το νέο πλαίσιο που διαμορφώνει ο πολυνόμος. Τις επόμενες ημέρες επίσης θα αρχίσει να εκτυλίσσεται το πλαίσιο των υποχρεώσεων που απομένουν να υλοποιηθούν. Ολα θα είναι διαφορετικά. Είναι από καιρό διαφορετικά.

Με δεδομένο αυτό το διαφορετικό περιβάλλον εκ μεταρρυθμίσεων και απορρυθμίσεων, ας δούμε τις μεγάλες προτεραιότητες της ελληνικής κοινωνίας. Είναι προφανώς η ανεργία, ο πιο ορατός και απτός δείκτης, ένας δείκτης δυστυχίας· μαζί, η ύφεση, και σε στενή συνάφεια με την ύφεση ο αποπληθωρισμός, η αποεπένδυση, η έλλειψη ρευστότητας. Γι’ αυτά τα θεμελιώδη δεν έχει ακουστεί τίποτε ουσιώδες όλα αυτά τα χρόνια της βίαιης προσαρμογής, από τον Μάιο του 2010 έως τον Απρίλιο του 2014, τέσσερα ολόκληρα χρόνια. Ολο το εφαρμοσθέν πρόγραμμα έτεινε προς την περιστολή και τη συρρίκνωση, διά της εσωτερικής υποτίμησης και διά της ταχείας αναδιάρθρωσης της εργασίας και της επιχειρηματικότητας. Και προς τα εκεί εξακολουθεί να τείνει.

Ωστόσο η κρίσιμη, η ζωτικής σημασίας συζήτηση για ένα εθνικό σχέδιο ακάκαμψης, μάλιστα με δυναμική θεραπευτικού σοκ, για σωτηρία της κοινωνίας και της νεολαίας, δεν γίνεται. Πόσο μάλλον μια συζήτηση για δυναμική ανάκαμψη που θα ενσωματώσει μια στρατηγική βιώσιμης ανατοποθέτησης της χώρας στο ευρωπαϊκό και παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον. Καμία συζήτηση, κανένα εθνικό σχέδιο. Μιλάμε για ένα ισχνό προεκλογικό πλεόνασμα, και δεν μιλάμε για την αναχαίτιση της αιμορραγίας, για το πώς επειγόντως θα ανορθωθούν η παραγωγή και η απασχόληση.

Δεν συζητάμε, λ.χ., με ποια ρευστότητα και ποια κεφάλαια θα αιμοδοτηθούν η παραγωγή και η απασχόληση. Η προσδοκία των εισροών από hedge funds φαίνεται να εκπληρώνεται· πράγματι, τα κερδοσκοπικά κεφάλαια βραχείας τοποθετήσεως αποχωρούν από τις μεγάλες αναδυόμενες αγορές και αναζητούν νέους στόχους. Η Ελλάδα είναι της μόδας τώρα για τέτοια κεφάλαια, στο μέτρο που δεν διαβλέπουν συστημικό ρίσκο και στο μέτρο που εκτιμούν ότι η καθοδική πορεία οδεύει προς το τέλος της. Αλλά δεν μπορούμε να περιμένουμε ανάκαμψη από τέτοια κεφάλαια· αφενός, διότι είναι μόδα, και όπως έρχονται έτσι και θα φύγουν· αφετέρου, δεν επενδύονται σε παραγωγικές δομές, απλώς τοποθετούνται για βραχυπρόθεσμα κέρδη.

Απαιτούνται παραγωγικές επενδύσεις από θεσμικά κεφάλαια, τα οποία θα μοχλεύσουν και θα προσελκύσουν ιδιωτικά. Απαιτείται, μεταξύ άλλων, μια επενδυτική τράπεζα που θα αξιοποιήσει επιτέλους τους όποιους ευρωπαϊκούς πόρους, λ.χ. από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, για να χρηματοδοτήσει αναπτυξιακά προγράμματα μακράς πνοής προσαρμοσμένα στις ανάγκες απασχόλησης και στα συγκριτικά πλεονεκτήματα της ελληνικής οικονομίας.

Για να γίνει αυτό, όμως, πρέπει να υπάρξει πολιτική βούληση και εν συνεχεία διαπραγμάτευση με τους Ευρωπαίους εταίρους, στη βάση ενός πειστικού σχεδίου ανασυγκρότησης. Τέτοιο σχέδιο μόνο οι Ελληνες μπορούν και πρέπει να συντάξουν· αυτοί γνωρίζουν τι μπορούν και τι χρειάζονται, και αυτοί πρέπει να αναλάβουν την ευθύνη και τα ρίσκα ― το υποστηρίζουν ήδη ξένοι πολιτικοί, αναλυτές, τεχνοκράτες των Βρυξελών. Αυτή ακριβώς η αναγκαία εξωστρεφής βούληση μάς οδηγεί να δούμε το ελληνικό πρόβλημα στο εσωτερικό: πώς δηλαδή η ταραγμένη κοινωνία, ευρισκόμενη σε βαθύ μετασχηματισμό άνωθεν επιβαλλόμενο, θα μπορέσει να ανασυνταχθεί νοητικά, να αφομοιώσει απώλειες και νέες ισορροπίες, και να διεκδικήσει το μέλλον της.

Η αποχώρηση της Δημοκρατικής Αριστεράς από την κυβέρνηση σήμανε αλλαγή πολιτικής του κεντροαριστερού κόμματος: παύει να αναλαμβάνει ευθύνες που δεν μπορεί να τις αντέξει ηθικά, ιδεολογικά αλλά και υλικά. Η απαγκίστρωσή του από τη διακυβέρνηση προκαλεί κλυδωνισμούς στο εσωτερικό του, αλλά ίσως αυτή η αναστάτωση οδηγήσει σε αποσαφήνιση της φυσιογνωμίας του και ουσιαστικότερη σχέση με την εκλογική του βάση, ωφέλιμη εν όψει πολλαπλών ανακατατάξεων. Αν δεν εμπλακεί σε έριδες και πόλωση, η πολιτική πείρα των στελεχών του και, ιδίως, η ιδεολογική τους συγκρότηση, θα είναι η μαγιά για ανασυγκρότηση του χαμένου σοσιαλδημοκρατικού πόλου, στην οποία μάλλον αποκλείεται πια να παίξει ρόλο το ΠΑΣΟΚ.

Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, η ΔΗΜΑΡ θα πλησιάσει προς τον φυσικό της όμορο και ετεροθαλή αδελφό, τον ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος αυτές τις μέρες με το ιδρυτικό του συνέδριο παύει να είναι ιδιότυπη ομοσπονδία συνιστωσών και συγκροτείται ως πολυτασικό μεν, πλην ενιαίο κόμμα, με πρόεδρο μάλιστα αντλούντα ισχύ και νομιμοποίηση απευθείας από το συνέδριο. Δεν είναι λίγοι άλλωστε όσοι υποστηρίζουν ότι η ανάδυση της μεγάλης κεντροαριστεράς δεν μπορεί παρά να συνυπολογίζει σαν πυρήνα τον ΣΥΡΙΖΑ, το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Υπό το φως αυτών των εξελίξεων, μπορούμε να πούμε ότι μόλις τώρα αρχίζει να φαίνεται ο πυρήνας μιας εναλλακτικής διακυβέρνησης. Εως τώρα ο ΣΥΡΙΖΑ, εκπλαγείς από το εντυπωσιακό εκλογικό του σκορ, δεν είχε κατορθώσει να συνθέσει μια πρόταση διακυβέρνησης, αν όχι ολοκληρωμένη και τολμηρή, τουλάχιστον ρεαλιστική και πειστική. Ηταν διστακτικός διττά: και ως προς την πρόταση εξουσίας και ως προς την άντληση ζωτικότητας και ιδεών από την κοινωνία. Η οργανωτική και κυρίως η πνευματική του δομή δεν προέβλεπαν τέτοιο άλμα μεγέθυνσης, μαζί με τα συνοδά αμφίπλευρα ανοίγματα και τις αυτοϋπερβάσεις.

Το συνέδριο πιθανότατα θα τερματίσει την εσωστρέφεια του μικρού αριστερού κόμματος, αλλά αυτό δεν είναι αρκετό· το νέο κόμμα πρέπει να απαντά στην κοινωνία. Ο ΣΥΡΙΖΑ προσείλκυσε ψήφους πολιτικά αστέγων και προσφύγων που εξέφραζαν ταυτοχρόνως οργή, απόγνωση, προσδοκία. Θα πρέπει να διασκεδάσει τον φόβο και την απόγνωση και να ανταποκριθεί στην προσδοκία, στην ελπίδα για παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, για κοινωνική δικαιοσύνη, για μεταρρύθμιση του κράτους: αυτά άλλωστε εμπεριέχονται ιστορικά στο πρόγραμμα και της μεταπολεμικής ευρωπαϊκής αριστεράς και της σοσιαλδημοκρατίας. Κάποιες από τις εξυγιαντικές του πελατειακού κράτους μεταρρυθμίσεις, λ.χ., που ζητούνται από την τρόικα, θα μπορούσαν να είναι μέρος του προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ· και σίγουρα μπορεί να διεκδικήσει να είναι αυτός ο κατεξοχήν φορέας αλλαγής και μεταρρυθμίσεων.

Υπό μία έννοια, πρόκειται για την παραγωγή ενός μοντέρνου ουσιώδους λαϊκισμού ανάλογου προς τον Ομπάμα του 2008, ριζικά διάφορου από το ελληνικό ’80, με αναφορές στις εθνικές, δημοκρατικές και κοινοτικές παραδόσεις, αλλά και με τολμηρές απαντήσεις στους παρόντες καταναγκασμούς της μόνιμης κρίσης και της «μη υπάρχουσας εναλλακτικής». Ναι, υπάρχει ζωή χωρίς κρίση ― αυτό.

Μπορεί να τα συλλάβει, να τα πιστέψει και να τα αναπτύξει αυτά ο νέος ΣΥΡΙΖΑ με τους όποιους συμμάχους του; Θα δούμε σύντομα, ο καιρός δεν περιμένει. Πάντως αυτά περιμένει το χειμαζόμενο πλήθος: τόλμη, ηθική ακεραιότητα, συνθέσεις, υπερβάσεις, ειλικρίνεια, παρρησία. Αυτή είναι η ιστορική πρόκληση, και η ευθύνη.

sikelianos

Για μέρες πηγαινοερχόμουνα μ’ ένα βιβλίο στην τσάντα. Διάβαζα, τσάκιζα, υπογράμμιζα: τη φωνή του ποιητή να μιλάει για τη ζωή στον αιώνα του και για τα σημερινά.

Το βιβλίο: Κώστα Μπουρναζάκη «Α. Σικελιανός. Συνεντεύξεις και συνομιλίες», εκδ. Βικελαίας Βιβλιοθήκης. Σε συνέντευξη για το περιοδικό Ελεύθερα Γράμματα, 5 Μαϊου 1945, ο Δημήτρης Φωτιάδης ρωτάει τον ιεροφάντη ποιητή: Ποια ήτανε τα συναισθήματά σας όταν αντικρύσατε τον πρώτο Γερμανό στρατιώτη; Λέει ο Σικελιανός:

«Ασφαλώς ούτε για Σας ούτε για με, τα φοβερά αυτά χρόνια που περάσαμε είναι μια ευκαιρία συγκέντρωσης εντυπώσεων κι ανεκδότων. Ηρθαν κ’ έφυγαν για να βαθύνουνε μέσα μας μια προϋπάρχουσα πνευματική εμπειρία και να μας τονώσουνε όσο είναι δυνατό περισσότερο το αίσθημα μιας αμείλιχτης ευθύνης.

»Τον πνευματικό άνθρωπο ποτέ δεν τον προκαταλαβαίνουνε τα γεγονότα. Τα βλέπει καθαρά να ‘ρχονται, με ‘βραδυσεισμική’ ή μ’ απότομη ‘σεισμική’ εκδήλωση, μεσ’ από τη γενική πνευματική μαζί και ιστορική πορεία της ανθρωπότητας. Γι’ αυτό και σπεύδω να Σας πω: Ο Μουσολίνι κι ο Χίτλερ δεν ήτανε για μένα ξαφνικά και απλά ‘συμπτωματικά’ φαινόμενα ή επιφαινόμενα της εποχής μας. Τους είχε προετοιμάσει το γενικότερο πνεύμα του αιώνα μας στη Δύση. […]
»Να τι ένιωσα και νιώθω ολοένα απ’ τη στγμή που αντίκρισα τον πρώτο Γερμανό στρατιώτη στην Ελλάδα: Αγανάκτηση, αηδία κ’ ευθύνη, απροσμέτρητη πνευματική και ηθική ευθύνη για το μέλλον».

Παρακάτω. Τα Χριστούγεννα του 1952 ο Ηλίας Βενέζης γράφει στη Νέα Εστία μια ανάμνηση από τον Αγγελο Σικελιανό: πώς ένα χειμωνιάτικο βράδυ του 1949, σ΄ένα δείπνο φίλων, ηχογράφησαν τη φωνή του. Η ηχογράφηση ενσωματώθηκε σε δίωρο ντοκιμαντέρ των Τ. Ψαρρά-Κ. Μπουρναζάκη για τον Σικελιανό, στην ΕΤ1, και τώρα απόκειται στο ψηφιακό αρχείο της πρώην ΕΡΤ, κάπου. Γράφει ο Βενέζης:

«Δόξα σοι ο Θεός, εκείνη η ταινία με τη φωνή του σώθηκε. Σε σπάνιες ώρες, σε ώρες ανάγκης της ψυχής, παίρνω την κόρη μου κοντά μου, το παιδί γυρίζει το κουμπί στο μηχάνημα, ο Σικελιανός αρχίζει να μιλάη για τις ρίζες τις πρώτες και αν λέη στίχους. Ολα τότε γίνονται δύναμη και διάρκεια. Δύναμη και διάρκεια ελληνική. […] Λέει η φωνή:

―Ημουνα είκοσι χρονώ παιδί. Τότε έφυγα εγώ στην Αίγυπτο, πήγα στην έρημο, και σε μια τέντα μέσα έγραψα τον Αλαφροΐσκιωτο σε μια βδομάδα. Πρίν φύγω στην έρημο είπα στην Εύα [Πάλμερ – σ.σ.]. Ημουν πολύ αγνός, πολύ τίμιος ώστε να ψευσθώ απέναντι ενός πράγματος που θα διαρκέσει όσο κι η ζωή μου. Της λέω: ‘Να παντρευτούμε; Ακουσε, της λέω. Εγώ τώρα γνωρίζω τη ζωή, τώρα μόλις την αναπνέω. Καταλαβαίνω τον εαυτό μου ότι θα κάνω πολλά πράματα που ίσως να μη σ’ αρέσουν. Νομίζω καλύτερα να μην παντρευτούμε’. Και την άφησα εκείνο το χάραμα κι έφυγα για την Αίγυπτο. Επήγα, έγραψα τον Αλαφροΐσκιωτο, κι όταν γύρισα ρωτώ και για την Εύα και για την αδερφή μου. […] Η Εύα είχε πάει στη Λευκάδα σαν έφυγα στην Αίγυπτο, είχε πέσει στα γόνατα του πατέρα μου και της μητέρας μου και τους είπε: ‘Εγώ θα μείνω εδώ σα θυγατέρα σας, ωσότου θελήση καμιά φορά, μα σε δέκα, μα σε είκοσι χρόνια, να γυρίση. Δεχθήτε με να μείνω’.

Λοιπόν επήγα, έφταξα στις οχτώ η ώρα το πρωί. Η Εύα είχε γίνει πετσί και κόκκαλο. Εως τις εννιά είχε παχύνει, είχε αποχτήσει χρώμα, μια ζωντάνια απέραντη. Και κατά τις δέκα πήγαμε στον ελαιώνα της Λευκάδας…

»Ο Σικελιανός στάθηκε λίγο.
― Αυτή ήτανε η ζωή, είπε.

»Υστερα άρχισε να μιλά για τα μαλλιά της Εύας, που ήταν, λέει κοκκινωνά, και που κατέβαιναν τόσο κάτω απ΄τη φτέρνα της, και πώς τα έλουζε τα μαλλιά. Κι ύστερα, σχεδόν απότομα, άρχισε ν’ απαγγέλη απ’ το Διγενή. Το Διγενή το δικό του, θέλοντας ίσως να συνδέση την αρχή αρχή του ―τους χρόνους της Ερήμου και του Αλαφροΐσκιωτου όπου τον είχε τραβήξει η μνήμη― με τους ύστατους χρόνους του.

… Γύμνωσε ξάφνου το σπαθί

και τέτοια λάμψη είχε χυθεί

πα’ στη λεπίδα του, που λες Αρχάγγελος

απ’ τις ψηλές τις σφαίρες εκατέβαινε

να διαλαλήση αιώνιαν άνοιξη

κρατώντας μυγδαλιάς μακρί κλωνάρι …»

eva_palmer

Υστερα άρχισε να μιλά για τα μαλλιά της Εύας…

Ας μη βιαστούμε να συμπεράνουμε. Η δικαστική και κοινοβουλευτική έρευνα, τώρα πια, θα δείξουν ποιοι παρανόμησαν ή απίστησαν κατά τον χειρισμό της λίστας Λαγκάρντ. Και ασφαλώς θα αποδοθούν ευθύνες. Εως τότε, ας παραμείνουμε νηφάλιοι και κριτικοί: η οργή είναι κακός σύμβουλος. Και η μνησικακία ακόμη χειρότερος.

Φυσικά δεν μπορεί να δικαιολογηθεί καμία ενδεχόμενη πλαστογραφία, απόκρυψη ή απιστία, καμία πράξη ή παράλειψη που έβλαψαν το δημόσιο συμφέρον. Ούτε πρέπει να υποτιμηθεί η παιδευτική και εκτονωτική λειτουργία των θεσμισμένων διαδικασιών προς απόδοσιν δικαιοσύνης. Αλλωστε η ιδιοτελής έκνομη συμπεριφορά ενός κορυφαίου υπουργού στο έλασσον δίνει το μέτρο της υπευθυνότητας του ανδρός και στο μείζον· το ίδιο πρόσωπο που χειρίζεται μια λίστα, με την ίδια ηθικοπνευματική συγκρότηση, χειρίζεται τις τύχες μιας χώρας και μιας-δυο γενεών. Και δεν είναι ένας ο κορυφαίος, ούτε ενός η ιδιοτέλεια και η ολιγωρία.

Αυτή είναι η μία εξήγηση: άνθρωποι μικροί σε μεγάλες θέσεις, σε μεγάλες στιγμές· που δεν λογοδοτούν σε κανέναν, παρεκτός στον εαυτό τους και σε έναν νομιμοποιό αφέντη, πρίγκιπα-ηγεμόνα ή αφανή ολιγάρχη, πάντως όχι στον λαό, στους δημοκρατικούς θεσμούς, στην ιστορία, στην έγνοια για το όλον. Η άλλη εξήγηση, χλωμή ωστόσο, θα ήταν ο ντοστογιεφσκικός ήρωας: ο ικανός ταυτοχρόνως για το υψηλό και το βδελυρό. Πολύ χλωμή.

Παρ’ όλ’ αυτά: αν δοθούμε ολόψυχα στην καταδίωξη, κινδυνεύουμε να περιπέσουμε στην υπερβολή του παλλαιού «δίκιου», και να χάσουμε το δίκιο του παρόντος και του μέλλοντος. Υπάρχει μια δυσδιάκριτη πλην κρίσιμη γραμμή μεταξύ του δίκιου και της μνησικακίας, μεταξύ της απαιτητής τάξης και του εκτονωτικού κανιβαλισμού. Οι τελετές εκδίκησης αποσυμπιέζουν προσωρινά, αλλά κατόπιν το άχθος επανέρχεται οδυνηρότερο, διότι εν τω μεταξύ ο χρόνος τρέχει αμείλικτος, η ζωή βαριοκυλάει με άλλες δεσμεύσεις και ήττες. Να μη λησμονούμε το παρελθόν, αλλά να μην ξεχνιόμαστε κιόλας από τα παρόντα.

Αμφίθυμη και εντέλει αντινομική εμφανίζεται προς το παρόν η κοινωνία ενώπιον του ιστορικού ρήγματος της κρίσης και του πτωχευμένου κράτους. Κυριαρχούν η οργή και η απόγνωση, αφενός, των κοινωνικών ομάδων που ωθούνται βιαίως στη φτώχεια ή και πέραν αυτής. Ευεξήγητα και δικαιολογημένα τα αισθήματα· που όμως εκφράζονται με βίαιη συμπεριφορά, όπως οι συχνότατοι προπηλακισμοί πολιτικών και άλλων δημοσίων προσώπων. Οι εξοργισμένοι πολίτες αθροιζόμενοι ως όχλος απαιτούν την εξαφάνιση από προσώπου γης των πολιτικών, των αποκαλουμένων “προδοτών”. Αυτό ακούγεται στις παρελάσεις. Γιατί αισθάνονται προδομένοι; Ισως επειδή τους ψήφισαν στο παρελθόν και διαψεύσθηκαν οικτρά οι προσδοκίες τους. Τα δύο μεγάλα κόμματα, που κυβέρνησαν τη χώρα τις τελευταίες δεκαετίες, είχαν τη συναίνεση, εκλογική τουλάχιστον, της πλειοψηφίας του εκλογικού σώματος, έως και των τριών τετάρτων. Η κριτική κατά των πολιτικών άρα θα πρέπει να περιέχει και αυτοκριτική των πολιτών: Πώς εμπιστεύτηκαν τις τύχες τους σε τέτοιους ανάξιους, επί τόσο μακρό χρόνο;

Η άλλη, παράλληλη, συμπεριφορά είναι η απόσυρση από τον δημόσιο χώρο και η αποφυγή της πολιτικής δράσης. Οι περισσότεροι Ελληνες, όλοι σχεδόν, συμφωνούν να εξαφανιστούν οι παλιοί πολιτικοί. Λίγοι όμως δέχονται να δραστηριοποιηθούν πολιτικά ώστε να πληρωθεί το κενό και να ξεκινήσει υπό νέους όρους και με νέα πρόσωπα η επίπονη πορεία διάσωσης και ανόρθωσης. Ακόμη και τα αναμάρτητα ή νεοπαγή κόμματα δυσχεραίνονται αφάνταστα να προσελκύσουν νέα πρόσωπα, άφθαρτα, στις τάξεις τους. Θα βοηθήσω όπως μπορώ, αλλά δεν μπορώ να βγω μπροστά, να περιληφθώ σε εκλογική λίστα, απαντούν στις προσκλήσεις. Ετσι, μόνοι κινούμενοι, από κόμματος εις κόμμα, απομένουν οι γνωστοί περιπλανώμενοι αρριβίστες, πρόσωπα φθαρμένα και αποχυμωμένα.

Η κρίση δείχνει τα όρια της παλαιάς οργάνωσης και τις απαιτήσεις της νέας. Η παλαιά συνίστατο από ετερονομία, απόσυρση, πελατειακότητα, δηλαδή φαυλοκρατία. Η νέα απαιτεί αυτονομία, αυτοοργάνωση, συμμετοχή, ευθύνη, δηλαδή δημοκρατία.

Στην αρχή της κρίσης η Ελλάδα προβλήθηκε ως αρνητικό παράδειγμα: οι Ελληνες έπεσαν θύματα της σπατάλης, της απώλειας του μέτρου, της αφροσύνης τους. Επρεπε να τιμωρηθούν, να πληρώσουν. Το πιστέψαμε κι εμείς, τουλάχιστον όσοι από καιρό διέβλεπαν τις παθογένειες του σαθρού κρατικού μηχανισμού, του φαύλου πολιτικού συστήματος, της λεηλατούσας κλεπτοκρατίας.

Στα περί ευθύνης όλων των Ελλήνων, οριζοντίως, συμφώνησαν ασμένως και όσοι ευθύνονταν κατ΄εξοχήν για την εξαχρείωση του λαού και την αποσάθρωση του κράτους, εξ ου και απεδέχθησαν ακαριαία τα δυσβάστακτα σχέδια της τρόικας χωρίς διαπραγμάτευση και χωρίς τη βούληση και την ικανότητα να τα εφαρμόσουν. Χωρίς plan B, χωρίς plan A, η φαυλο-ανίκανη ελίτ είχε μία μοναδική μέριμνα: πώς θα διασωθεί η ίδια, μετακυλίοντας τα βάρη ανά περίσταση στον ενοχοποιημένο λαό και στους δαιμονοποιημένους ξένους.

Τιμώρηθηκαν λοιπόν οι Ελληνες. Πολλαπλώς. Φτώχυναν έως εξαθλίωσης, και επιπλέον ταπεινώθηκαν, έγιναν ο περίγελως σοβαρών ή σοβαροφανών Ευρωπαίων εταίρων, εμετοδοχείο και αποδιοπομαίος τράγος. Το αντιπαράδειγμα λειτούργησε. Αλλά όχι πια.

Ο εν μέρει αιτιολογημένος διασυρμός των Ελλήνων αποδεικνύεται εντέλει άδικος και ιδιοτελής, χρησιμοποιείται για να καλύψει άλλων αδυναμίες, δομικές του ευρώ ή των ευρωπαϊκών ηγεσιών, και η χώρα σύρεται ως σφάγιο σε κούρσες ηγεμονίας. Τα μαύρα πρόβατα πληθαίνουν. Αυτή η διαπίστωση, τεκμηριωμένη, καταφθάνει διαρκώς και από τις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Και εδραιώνεται ως μετριοπαθής πρόσληψη των συμβάντων και εντός συνόρων, παρά τις προπαγανδιστικές μάχες των φανατικών, είτε εναντίον των καθολικώς ενόχων Ελλήνων είτε εναντίον των συνωμοτούντων ξένων.

Η αλήθεια βρίσκεται στο διάκενο των φανατισμών. Ωστε τώρα μπορούμε να πούμε στην Ευρώπη και τον κόσμο, ότι τα πάθη της Ελλάδας, εν μέρει δίκαια και δικά της, εν μέρει άδικα και οικουμενικά, είναι το νέο παράδειγμα: αν πέσει, τη μοίρα της θα ακολουθήσουν και άλλοι, δικαίως και αδίκως.

Διαβάζω την αυτοβιογραφία του Μπομπ Ντίλαν, παλαιού προφήτη της νιότης μου. Και με έχει στη Νέα Υόρκη, όταν ανοίγει τα φτερά του. Μιλάει απλά και βαθιά, πετάγεται από τον Μπαλζάκ στον Χανκ Γουίλιαμς, και από τους ρομαντικούς σ’ έναν μισοπάλαβο κιθαρίστα των μπλουζ, με θεϊκό ταλέντο, που του μαθαίνει μαγικά τρίηχα. Από το πατινάζ σε ονόματα, μαγαζιά και ατομόσφαιρες, κρατώ μερικά θραύσματα. Τη συνάντησή του λ.χ. με τον Αρτσιμπαλντ ΜακΛις· ο αλητάκος συναντιέται με τον λόγιο και ακαδημαϊκό. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

RSS Gatherate: The Best of the Greeks

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Twitting

  • Οι Κούρδοι ρίχνονται στη μάχη ακούγοντας Rage against the machine - ΒΙΝΤΕΟ alfavita.gr/kosmos/301007_… via @alfavita 3 days ago
  • RT @business: Here's a snapshot of the European delicacies hit by the U.S. tariff threat bloom.bg/2nm3ym3 1 week ago
  • NEW PARTHENON: «πώς βλέπει κάποιος τον Παρθενώνα κ λέει είναι η εποχή της Αθηναϊκής Δημοκρατίας κ της κλασσικής Ελλ… twitter.com/i/web/status/1… 1 week ago
  • Ν. Ξυδάκης στο TVXS: Όσο ζυμώνεται η Αριστερά, η Δεξιά επελαύνει και κάνει μπίζνες --Με αφορμή τη δικαίωση στην υπό… twitter.com/i/web/status/1… 2 weeks ago
  • Πολιτισμός καζίνων με αυτοφωράκηδες || Για ποια έργα θα τον θυμούνται ως πρωθυπουργό τον Κυριάκο Μητσοτάκη; Για τα… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago
  • Τραπεζοκαθίσματα στη Δήλο (Γαίας ατίμωσις) Ας σκεφτούν οι βουλευτές και ο Κ. Μητσοτάκης τι ίχνος θα αφήσουν για τις… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 1.005.889 hits
Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: