You are currently browsing the tag archive for the ‘εσωστρέφεια’ tag.

H Μεταπολίτευση νοηματοδοτήθηκε ως τέτοια, αρκετά μετά την 24η Ιουλίου 1974, όταν έπεσε η δικτατορία μαζί με την αλωθείσα Κύπρο. Ασφαλώς είναι μια μείζων διαιρετική τομή στο ιστορικό σώμα της νεότερης Ελλάδας, αλλά θα πρέπει να τη δούμε σε στενή συνάφεια με ό,τι προηγήθηκε του πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου 1967. Πρέπει να τη συνδέσουμε με την περίοδο 1963-67, ιδίως με το καλοκαίρι του ΄65, με τις προσδοκίες και της ματαιώσεις που σφραγίζουν την, κατά Τσίρκα, χαμένη άνοιξη. Με πολλούς τρόπους, τον Ιούλιο του ’74, και με τίμημα μια εθνική απώλεια, αποκαθίσταται μια διαθλασμένη συνέχεια με τον Ιούλιο του ΄65. Ο,τι κατεστάλη, διαψεύσθηκε, ματαιώθηκε τότε, αναδύεται πάλι, μετά εννέα έτη· διαφορετικό βεβαίως αλλά εν πάση περιπτώσει δικαιωτικό. Η πολιτειακή αλλαγή, η νομιμοποίηση του ΚΚΕ, οι ελεύθερες εκλογές, ο εν γένει άνεμος ελευθερίας και πολιτικής ανεξιθρησκίας, είναι τα φανερά ιστορικά στοιχεία.

Υπογείως και υπορρήτως όμως, το διάλειμμα δεν ήταν απλώς μια χρονοανωμαλία, μια καθυστέρηση. Στα χρόνια που μεσολάβησαν ώς το ’74 αναδύθηκε εν τω μεταξύ ένα δημόσιο ήθος, μια βαθύτερη γενική συμπεριφορά που διαπότισαν το συλλογικό σώμα, υποκάτω και πέραν της συμβατικής πολιτικής. Μερικά τέτοια φαινόμενα: Η ιδιότυπη απολιτικότητα που καλλιέργησε η στάση των δικτατόρων «αν δεν ανακατεύεσαι (=αντιστέκεσαι) δεν σε πειράζουμε»· η διάχυση πλούτου σε ανερχόμενα μεσοστρώματα και ημετέρους· τα θαλασσοδάνεια, η οικοδομή και η μαζική επέκταση του τουρισμού με μικρομεσαίες επιχειρήσεις·η εμφάνιση μεσοστρωμάτων και η μικροαστικοποίηση των εργατικών στρωμάτων, που άρχισε τη δεκαετία ’60 συνεχίστηκε απρόσκοπτα την επταετία.

Στο πολιτιστικό πεδίο: γέννηση του ελαφρολαϊκού και εδραίωση της μπουζουκοδιασκέδασης και της «παραλίας» ― αυτό να το δούμε σε αντιδιαστολή με τον έντεχνο λαϊκό πολιτισμό του προδικτατορικού ’60, και σαν πρόδρομο της γενικευμένης σκυλοπόπ από το ’80 έως σήμερα. Κομβικό σημείο: Πώς έγινε η πρόσληψη των πολιτικοπνευματικών κινημάτων του ’68 στο κλειστό ελληνοχριστιανικό περιβάλλον της δικτατορίας; Κυρίως αισθητικά, σαν ποπ μουσική και χίππικη εμφάνιση. Η αφομοίωση του ’68 ξεκινά ουσιαστικά με το φοιτητικό κίνημα του ’72-’73 και διαχέεται μαζικά μετά το ’74, και μάλιστα καταρχάς με τις μαοϊκές εκδοχές. Οι ελευθεριακές, ροκ και υπαρξιακές αναζητήσεις αναπτύσσονται λίγα χρόνια μετά τη Μεταπολίτευση, αφού πρώτα πρέπει να ανατραπεί η κηδεμονία των κομματικών νεολαιών, χονδρικά το διάστημα 1977-80.

Η Μεταπολίτευση αρχίζει το 1964 και ολοκληρώνεται με την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία: η Αλλαγή του 1981 είναι το έσχατο άκρο αυτής της ρωγμώδους συνέχειας. Η επόμενη τομή είναι το 1989, διττά: αφενός διότι κλονίζεται η γραμμική διαδοχή εξουσίας με τρόπο πρωτοφανή, φέρνοντας στο προσκήνιο την ηθική κάθαρση και ενώνοντας επί τούτου τη δεξιά με την αριστερά· αφετέρου, κλονίζεται η κραταιά κεντροαριστερή πλειοψηφία. Αλλά εν τω μεταξύ το γενικευμένο μικρομεσαίο ήθος της έχει διαποτίσει και την δεξιά και την αριστερά. Στο εξής, οι ρήτορες μιμούνται τον Ανδρέα Παπανδρέου, οι κυβερνώντες αναπαράγουν τον κορπορατισμό και το κομματικό απαράτ του ’80, η δημόσια παιδεία παράγει γλώσσα, ήθος και ελίτ στα μέτρα του μικρομεσαίου ευδαιμονισμού. Δομικό χαρακτηριστικό της περιόδου 1980-2010 είναι η ραγδαία άνοδος του ατομικισμού και παρασιτισμού, παρά τις διαρκείς επικλήσεις του λαού και του δημοσίου συμφέροντος.

Το ’89 εντούτοις δεν ήταν μόνο εντόπιο και βρώμικο. Ηταν πρωτίστως μια ιστορική τομή πλανητικών διαστάσεων. Αυτή την αλλαγή υποδείγματος δεν τη βιώσαμε στην ώρα της, απασχολημένοι όντες με πάμπερς και δίκες. Η τομή έγινε σταδιακά αισθητή εκ του μεταναστευτικού ρεύματος και της αλλαγής συνόρων στα Βαλκάνια, κι επίσης επηρέασε βαθιά τη μείζονα Αριστερά, κυρίως παραλυτικά αλλά και ερεθιστικά. Στο νέο γεωπολιτικό περιβάλλον η Ελλάδα αντέδρασε με εσωστρέφεια και ταυτοχρόνως με αυξανόμενη εξάρτηση από την Ε.Ε.: η ένταξη στην ΟΝΕ και την ευρωζώνη είναι στρατηγικές επιλογές σε έναν ρευστό πολυπολικό κόσμο.

Φευ, η αναζητηθείσα προστασία εντός της ευρωζώνης και το ιδεολόγημα της Ισχυρής Ελλάδος, κορυφωμένο φαντασιακά το καλοκαίρι του 2004, κατέρρευσαν με τη διεθνή κρίση του 2008. Το επόμενο ορόσημο είναι το ρήγμα του 2010, η πτώχευση, η διεθνής επιτήρηση, η συρρίκνωση της οικονομίας, και ο έκτοτε βίαιος μετασχηματισμός της κοινωνίας.

Η Μεταπολίτευση τελείωσε τυπικά το 2010, με μια ιστορική ήττα ανάλογη του ’74, χωρίς καν τις προσδοκίες ανασυγκρότησης του τότε.

Advertisements

Το καλοκαίρι του 2004 έφτασα αεροπορικώς στη Ρόδο, καθ’ οδόν προς Σύμη. Λίγο μετά το ξημέρωμα. Ηταν η μέρα του τελικού του Euro. Θυμάμαι ακόμη την ατμόσφαιρα του σιγαλού πρωινού, το ραδιόφωνο που τιτίβιζε, την κατάφυτη διαδρομή, τις ατέλειωτες σειρές τουριστικών καταστημάτων και ξενοδοχείων, κυρίως αυτό που συνέδεε την ακριτική μεγαλόνησο με τη μητροπολτική Αθήνα: όλοι κρατούσαν την ανάσα τους ενόψει του τελικού. Ολοι πίστευαν στο θαύμα. Κι όλα ήσαν σιγανόφωνα και αγουροξυπνημένα. Κατόπιν πήραμε το πλοίο και το βράδυ χορεύαμε με φανελάκια Hellas.

Τον χειμώνα του 2013 ξαναβρέθηκα στη Ρόδο. Αλλος. Ολη η Ελλάδα είναι άλλη. Λίγες μέρες νωρίτερα άνθρωποι είχαν τη ζωή τους στον αυτοκινητόδρομο που περνούσε μέσα απ’ το ρέμα. Πέρασα κι εγώ, χωρίς καταιγίδα.

Η πολιτεία είχε βυθιστεί στη χειμερία φάση· τα γιγάντια ξενοδοχεία είναι κλειστά, οι πινακίδες τυλιγμένες στα νάιλον, τα έπιπλα στα σαλόνια σκεπασμένα με σεντόνια. Σαν μπούνκερ σιωπηλά αντικρίζουν το πέλαγος τα μεγαξενοδοχεία, κυκλώπειες κατασκευές με το ύφος του ’60 και του ’70, του νεομπρουταλισμού και της υπερμεγεθυμένης πολυκατοικίας, με την πρόσοψη να προσπαθεί πεισματικά να βλέπει θάλασσα. Ο δρόμος που διασχίζει τα μεγαθήρια, στέφεται με χιλιάδες πινακίδες και μικρομάγαζα, όλη η δραστηριότητα εν εκτάσει, χωρίς βάθος· αρχετυπική οργάνωση χώρου σαν σκηνικό Τσινετσιτά, χωροταξία τουρισμού, οργάνωση του κόσμου σε σεζόν. Στα διάκενα η φύση ρωμαλέα ακόμη υποβάλλει· εκβιασμένη Μεσόγειος, όμως τόσο ανθεκτική.

Στο κέντρο τα εμπορικά ήταν φωτισμένα, πολλά, φανταχτερά, σαν εικόνες από το παρελθόν. Mε μετρημένα πράγματα στις βιτρίνες. Ομως: Δεν φέρνουμε πια παπούτσια των εκατό ευρώ, δεν τα παίρνει κανείς, ένα πενηντάρι μπορεί να δώσει ο πελάτης, εξηγεί ένας μαγαζάτορας. Τα καφέ μισοάδεια-μισογεμάτα· πέρυσι δεν έπεφτε καρφίτσα εδώ που βλέπεις, εξηγεί άλλος. Νέοι άνθρωποι, οι περισότεροι με iphone.

Το βραδινό μπαρ ανοίγει Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο. Ενα άλλο, την Κυριακή προσφέρει Sunday Nights Ελληνικές Φοιτητικές Βραδιές, στα deck o dj Tassos, τιμή φιάλης 50€, τιμή ποτού 5€. Πάνω στην καλοκαιρινή αφίσα του Καζίνου, επένθετη η χειμερινή αφίσα του Στέλιου Ρόκκου, η μια εποχή διαδέχεται την άλλη, καθεμιά με το ύφος της, η κρίση δεν φανερώνεται παντού με την ίδια ένταση, με την ίδια μορφή. Το Σάββατο προ πάντων δεν φανερώνει τίποτε. Μόνο στο σούρουπο, μαζί με την υγρασία, μια κυριακάτικη μελαγχολία αρχίζει να απλώνεται ψιλή-ψιλή στα προάστια, στα μίνι μάρκετ που περιμένουν τους τελευταίους εργένηδες και στις ψησταριές που ανάβουν τα φώτα.

Το πρωί μες στην ανεμοθύελλα το μεγάφωνο έφερνε από νωρίς θρυμματισμένες ψαλμωδίες. Ενας ιεροκήρυκας ακουγόταν με διαλείψεις: ιταλική κατοχή, τουρκοκρατία, προδοσία. Προς το τέλος έψαλε τον Εθνικό Υμνο.

Στην μεγαλόπρεπη μεσαιωνική καστροπολιτεία όλα κλειστά· το φως της συννεφιασμένης Κυριακής ξέπλενε τη σκόνη του τουρισμού, οι γάτες κυριαρχούσαν στο πεδίο, εδώ κι εκεί ένας ανθρώπινος ήχος. Το μόνο ανοιχτό εστιατόριο μάς υποδέχτηκε με γαλανόλευκες επιγραφές και φωτογραφικά στιγμιότυπα σίξτις με Ωνάση, Μπιθικώτση, Μελίνα ― υπήρξε πράγματι αυτός ο κόσμος της αμεριμνησίας, της αισιοδοξίας, της άνοιξης; Από μια ολόκληρη εξηκονταετία ξεδιαλέγουμε μερικές δεκάδες ενσταντανέ, ασπρόμαυρα ή ektachrome, μια γελαστή επιφάνεια, με ντεκαποτάμπλ αυτοκίνητα, καΐκια, λευκά πουκάμισα, παντελόνια κάπρι, νιάτα, τραγούδια, όλα είναι τραγούδια και φιλμ. Δεν δάκρυζε κανείς στο βάθος; Ποιος να το πεί, αυτά δεν είναι ιστορία, είναι η ζώσα φαντασμαγορία για μεσήλικες, ακατανόητα λείψανα για τους νεαρούς.

Γευματίσαμε μόνοι, σαν να βρισκόμασταν σε αστική τραπεζαρία άλλου χρόνου, άλλου τόπου. Στα μεγάφωνα ένας θρηνώδης Πουλόπουλος σέβεντις, «μην του μιλάτε του παιδιού, αφήστε το να κλάψει», σαν να σχολίαζε την αναμμένη τηλεόραση με φόρους και πλειστηριασμούς. Ρευστά σέβεντις, χούντα, μπουζούκια και παντελόνια καμπάνα γέμιζαν τα κενά του τουρισμού· ένας χείμαρρος εσωστρέφειας και αναδίπλωσης πλημμύριζε επίμονα, αθόρυβα την άδεια πόλη, την άδεια χώρα.

Η ανεμοθύελλα συνεχιζόταν στη βαρύθυμη μητρόπολη. Στο λεωφορείο οι commuters είναι αποσυρμένοι στην κούραση, ισορροπούν ασταθώς με τα ακουστικά του smartphone στ’ αυτιά, ο ύπνος τους παίρνει το κεφάλι, μια τετράδα τριαντάρηδων περιγράφει με ένταση πώς κόπηκαν οι συντάξεις των γονιών τους, οι γραβάτες είναι λυμένες, το κραγιόν σβησμένο.

Μακριά από την Αθήνα, η κρίση, η ζωή, φαίνονται αλλιώς. Οι Ελληνες ανησυχούν, αγωνιούν, όπου κι αν βρίσκονται, στα χωριά και στα όρη, στην Αμερική ή στην Ωκεανία. Αλλά στην υπερτροφική πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους, η αγωνία παίρνει άλλες διαστάσεις, γιατί η κρίση εδώ, περισσότερο από παντού, χτυπάει σκληρότερα τους ανθρώπους.

Ρωτούν λοιπόν τον Αθηναίο, και μάλιστα τον «ευρισκόμενο στα πράγματα»: Πώς πάμε; Κοντεύει να τελειώσει; Πού θα φτάσει; Τι μπορούμε να κάνουμε; Οσο εύγλωττος μπορεί να είναι ο ερωτώμενος όταν αναλύει και παρλάρει στο οικείο του περιβάλλον, άλλο τόσο κούφιος ή ατελέσφορος μπορεί να ακουστεί ο λόγος του ενώπιον τέτοιων ερωτημάτων, θεμελιωδών, που ζητούν ουσιώδεις απαντήσεις. Δεν ξέρω, λες, ταπεινά και σιγαλά.

Η συζήτηση όμως δεν τελειώνει. Καθώς συνεχίζεται, όλοι μαθαίνουν απ΄ τον άλλο: και ο ερημίτης των ορέων, και πολύ περισσότερο ο πολύφερνος Αθηναίος. Καθώς συναντιούνται οι σκέψεις, βαθαίνει η κατανόηση των συμβαινόντων, ο πεσιμισμός μετριάζεται, αναδεικνύονται οι δυνατότητες, και μαζί εντοπίζονται οι απειλές, φανερές και κρυμμένες. Ιδού η επίγευση των πολύωρων συζητήσεων σε τόπους άκρας ησυχίας, μεταξύ έναστρου ουρανού, χιονοσκεπών βουνών και απέραντης θάλασσας.

Μας απειλούν η ηττοπάθεια, η παραίτηση, η ακηδία, ο διχασμός ― τα αναφέρω χωρίς αξιολογική σειρά. Ολα εμφιλοχωρούν στο κοινωνικό σώμα και το υποσκάπτουν· όσο φουντώνουν, θα εκτοπίζουν κάθε υγιή αντίδραση, και στο τέλος θα προκαλέσουν μια κατάρρευση προς τα έσω, μια ούτως ειπείν ενδόρρηξη. Η διαρκής αυτή απειλή εκτείνεται ανάμεσα σε δυο στερεοτυπικές κουβέντες: «Αυτοί είμαστε, δεν αλλάζουμε» και «Φταίει ο άλλος». Στο ένα άκρο βρίσκεται η παραίτηση από τον συλλογικό νου, η φυγή από την πολιτική κοινωνία, η απόδραση από τον έλλογο βίο εντέλει. Η ζωή εναπόκειται σε εξωλογικές δυνάμεις, υπέρτερες του ατόμου και της συλλογικής βούλησης· δεν μπορείς να κάνεις τίποτε, δένεις τα χέρια κι αφήνεσαι στη μοίρα.

Στο άλλο άκρο βρίσκεται η ακραία ετερονομία, η βίαιη μετάθεση της ατομικής ευθύνης, το μίσος. Ο άλλος διαμορφώνει τη μοίρα μου, η βούλησή μου δεν αρκεί για να ορίσω τον βίο μου, το κακό είναι πάντα έξω από μένα, υπάρχω οριζόμενος ως προς έναν εχθρό. Εδώ φωλιάζει ο διχασμός. Ο οποίος παρότι φαντάζει εξωστρεφής, σαν ενέργεια στρεφόμενη κατά του εχθρού-άλλου, στο βάθος του είναι μια ακραία εσωστρέφεια, μια πτύχωση προς τα έσω, με την οποία απαρνείσαι το έξω, το περιβάλλον, τον άλλο. Απαρνείσαι την κίνηση προς τα έξω, την επαφή ή την τομή με άλλους· επιλέγεις μόνο την καταστροφή του άλλου. Κι είναι τόση η τύφλωση της εσωπτύχωσης, που προχωρείς στην καταστροφή του άλλου, ακόμη κι όταν αυτό σημαίνει αυτοκαταστροφή.

Ανάμεσα στα δύο αυτά άκρα, θάλλουν πολλές άλλες δυνατότητες. Ολες λίγο-πολύ καλύτερες, δηλαδή λιγότερο καταστροφικές. Παρ’ όλο λοιπόν που ορθώνονται μπροστά μας τα άκρα, τα πιο ζοφερά, είναι πολύ πιθανότερο να τραπούμε προς τις άλλες οδούς, τις βατές. Προϋπόθεση γι’ αυτό είναι η βαθύτερη κατανόηση των συμβάντων, μέσα στο ιστορικό και το ανθρώπινο πλαίσιό τους, και η διατήρηση μιας ορισμένης νηφαλιότητας. Είναι εύκολο; Είναι εφικτό. Και μόνο που συζητάμε και συνθέτουμε μια κάποια συναντίληψη, που βρίσκουμε εφαπτόμενες και τομές, αγωνιώντες Αθηναίοι και ήρεμοι ερημίτες, κουρασμένοι μεσήλικες και παλλόμενοι νέοι, δείχνει ότι δεν έχουμε φτάσει από εκατό δρόμους τα όρια της σιγής.

Aς υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει στο μαύρο αδιέξοδο, στην άβυσσο του νου. Εγραφε ο Καρυωτάκης το 1928, μετά την καταστροφή. Τι μπορούμε να υποθέσουμε σχεδόν έναν αιώνα αργότερα, για την εν προόδω καταστροφή; Ας πάρουμε την πιο αισιόδοξη υπόθεση: ότι δεν θα καταστραφούμε περισσότερο. Ακόμη όμως και με αυτή την αισιόδοξη υπόθεση, είναι απολύτως αναγκαίο να καταλάβουμε ποια είναι η παρούσα κατάσταση της χώρας και των ανθρώπων της. Μόνο κατανοώντας τα μεγέθη της πενταετούς ύφεσης και ανεργίας, μόνο κατανοώντας τις τσακισμένες δομές του κράτους και της οικονομίας, μόνο κατανοώντας τις νοοτροπίες και το ήθος της κοινωνίας που εξέθρεψε και υπέστη αυτό το κράτος και αυτή την οικονομία, μόνο τότε θα μπορέσουμε να βγούμε από την κρίση για να ανατάξουμε τα ερείπια και τα ράκη, μόνο τότε θα διαρρήξουμε τον κύκλο της παρακμής και θα αρχίσουμε να αναδυόμαστε. Μόνο αν καταλάβουμε.

Δεν είναι εύκολο. Η κρίση, η δυσχέρεια, η διατάραξη, η επελαύνουσα καταστροφή θολώνουν τον νου. Το πλήθος, σαν ρευστό, παίρνει το σχήμα της κοινωνίας που του δίδεται· συνήθως δεν έχει τη δυνατότητα να το επιλέξει ή να το άλλάξει, αλλά κι όταν ακόμη παρουσιάζεται η τέτοια δυνατότητα, το πλήθος διστάζει, λοξοδρομεί, συχνά επιλέγει να παραμείνει στο οικείο σχήμα του ετερόνομου και του κυριαρχούμενου, του πελάτη και του ραγιά, επιλέγει να δει το ποτήρι μισογεμάτο, να αφεθεί στον γλυκό ύπνο του παγετώνα, να κοιμηθεί υπό την χιόνα, κι ας γίνει η χιών σινδών, σάβανον.

Κάτι τέτοιο παρατηρείται τώρα. Μετά τον αιφνιδιασμό, την αγανάκτηση, την οργή, τον φόβο, την απελπισία, τώρα έρχεται η σειρά μιας πεισμωμένης ψευδαίσθησης, ενός φενακισμού, μιας απεγνωσμένης πεποίθησης ότι κάτι θα συμβεί και θα σωθούμε. Ποιος όμως θα μας σώσει, αν εμείς δεν μπορούμε να αναλάβουμε τη βαριά ευθύνη να σωθούμε; Να αλλάξουμε με τους δικούς μας όρους; Το πολυτιμότερο, καίτοι πικρό, δίδαγμα της κρίσης είναι αυτό. Διότι ήδη έχουμε αλλάξει, ακόμη κι αν δεν το αντιλαμβανόμαστε, ακόμη κι αν δεν το αποδεχόμαστε, επειδή είναι επώδυνο ή ανησυχητικό, επειδή διαταράσσει ισορροπίες και βολέματα. Η Ελλάδα έχει αλλάξει τα χρόνια της κρίσης, βαθιά, αμετάκλητα· τίποτε δεν είναι ίδιο, τίποτε δεν θα ξαναγίνει ίδιο. Είμαστε κοινωνία σε μετασχηματισμό.

Είμαστε καταρχάς χώρα που έχει χάσει την αξιοπιστία της, είμαστε λαός που προκαλεί την αντιπάθεια ή τον οίκτο. Αυτές οι απώλειες είναι χειρότερες κι από την φτώχεια, αν το ζυγίσουμε, αν βγούμε προσώρας από τα βάσανά μας και δούμε τους εαυτούς μας σε μακρύτερη διάρκεια. Ασφαλώς και παίξαμε το ρόλο του εξιλαστήριου θύματος σε μια κρίση διεθνή, που δεν τη γεννήσαμε. Αλλά αυτό δεν έχει σημασία πια, καθώς το δυσμενές ψευδές στερεότυπο εδραιώνεται στα βλέμματα των περισσότερων συνευρωπαίων. Το στερεότυπο θα αλλάξει μόνο αν αλλάξουμε εμείς τη μοίρα μας, αν αλλάξουμε τους όρους του παιχνιδιού.

Η επίγνωση λοιπόν καταρχάς. Η επίγνωση ότι η κοινωνίας μας δεν συνέχεται πλέον με τους δεσμούς της παραδοσιακής οικογένειας, διότι έχει κι αυτή αλλάξει, δεν συνέχεται με τους πελατειακούς δεσμούς, τους εγνωσμένα καταστροφικούς. Δεν συνέχονται καν οι τάξεις με τους δικούς τους εσωτερικούς δεσμούς, διότι εν τω μεταξύ οι παλιές ταξικότητες απέμειναν άδειες χωρίς τις γκρεμισμένες βεβαιότητες, σε περιβάλλον φτώχειας, διότι οι παλιές οριοθετήσεις αναπροσδιορίζονται βίαια, και διότι νέες ταξικότητες αναδύονται, οριζόμενες από τους επισφαλείς εργαζόμενους και τους εργάτες της γνώσης, τους πρεκάριους και τους κογκνιτάριους.

Επίγνωση για τις καινοφανείς δημογραφικές και ανθρωπολογικές διαστρωματώσεις, που θα ορίσει η αποστράγγιση του εθνικού κορμού από τους νέους με υψηλή μόρφωση και δεξιότητες, εφόσον συνεχιστεί η παραγωγική ερήμωση.

Επίγνωση για τις νέες κοινωνικές και ιδεολογικές αποτυπώσεις, όσο θα επελαύνουν ανασφάλεια και έγκλημα στον καθημερινό βίο, με ίχνη ήδη ορατά στο πολιτικό πεδίο: εκρηκτική άνοδος της άκρας δεξιάς. Με αποτυπώσεις βαθύτερες στην συλλογική ψυχή ενός λαού πληγωμένου και συκοφαντημένου: θα νιώθει προδομένος, απομονωμένος, δεν θα τον καταλαβαίνουν και θα αποσύρει τις κεραίες του προς την εσωστρέφεια και τον γλυκύ μαρασμό του ανάδελφου.

Σε φόντο υλικής καταστροφής βίων και ψυχών, τέτοιες σκέψεις γύρω από αναδυόμενες ιδεολογίες και συμπεριφορές μπορεί να ακούγονται σαν άκαιρος σχολαστικισμός. Δεν είναι. Οι ενδεχόμενοι εαυτοί της κρίσης, στρεβλοί, πικραμένοι, τυφλοί, αυτοκαταστροφικοί, είναι εμείς. Αυτό να προλάβουμε.

Οι ραδιοφωνικοί σταθμοί εκπέμπουν σε άλλο σύμπαν, παράλληλο. Ποδόσφαιρα, ματς, αποδόσεις στοιχήματος, ατέλειωτες μπαλοφλυαρίες με τηλεφωνήματα, μπιτάκια. Πίσω από τα μικρόφωνα φαντάζομαι τύπους με μαλλί καρφάκι τζελαρισμένο, κατρ ζουρ αξούριστους, με τούμπανο smartphone, τεχνοφρίκ. Ζούμε σε παράλληλους κόσμους, μαν.

Στα κομμωτήρια και στα μανικιούρ-πεντικιούρ παίζουν σταθμούς με διαρκή μπιτάκια και εκφωνητές χαρούμενους διαρκώς, ασταμάτητα χάι. Δεν διακρίνεις τι λένε, το σπικάζ είναι συντονισμένο με τα μπιτάκια, ακούγονται το ίδιο, σαν χαλί. Μουζάκ όλα: φωνές, λόγια, λογισμοί, μπιτάκια. Μια ηλικιωμένη κυρία παραπονιέται για το κέντρο, ”μας το πήρανε οι ξένοι”, από τη σύνταξή της, τέσσερις χιλιάδες μαζί με του συζύγου, πληρώνιε κάτι γραμμάτια του παιδιού, γκρινιάζει για λάφκα και εκάς, κι ύστερα ξανά για τους ξένους.

Στην ψαροταβέρνα ακούμε τα μισά άπαντα του Μάλαμα, ύστερα μερικά του Μπακιρτζή, συμπαθητικά όλα so far, αν και το βόλιουμ παραείναι υψηλό, κατόπιν μας πλακώνει σε Γλυκερίες λάιβ και άλλα λάιβ με κορώνες και σόλο βιολιά σμυρνέικα, ζαϊρες, τσιφτετέλια σέικ, νεολαϊκά, τον χώρο και τον νου κατακλύζουν τα χρόνια του ’80 και του ’90 των πανηγύρεων και των αυτοδιοικητικών πολιτιστικών ιβέντς, καλοπληρωμένα μπουλούκια τραγουδιάρηδων, παγωμένες μπίρες σε βαρέλια, chivas, μεταμεσονύκτιες ανασκοπήσεις του έργου με ψαρούκλες και τσίπουρα. Νοσταλγία όσο να ’ναι: ήταν χρόνια αμεριμνησίας και σχόλης, ευωχίας, επικουρείων ενατενίσεων. Προ Μνημονίου.

Και τώρα παρομοίως. Αλλά όχι ομοίως. Στη νεοταβέρνα, η μουσική παίζει τσιτωμένη, με ντι-τζέι, από Θανάση Παπακωνσταντίνου και Τρύπες έως Στράτο Διονυσίου. Ο συγγραφέας παρήγγειλε ζεϊμπέκικο. Κλασικό, της Ευδοκίας, με ηλεκτρισμένους μπαγλαμάδες, δύσκολο, το χόρευαν ιπτάμενοι νεαροί ιθαγενείς στη Μύκονο το ’70-’80 στα κλαμπ και χάζευαν χίππις και γκέι, this is zeibekiko greek dance. Ο συγγραφέας δεν ίπταται, αλλά στριφογυρίζει με νταλκά, μια ημιέξαλλη ατθίς του χτυπάει παλαμάκια έτοιμη να ζεϊμπεκιστεί κι αυτή. Θολωμένοι από τσίπουρα και σοβινιόν μπλαν οι συνδαιτημόνες στροβιλίζονται σε σκόρπιες σκέψεις.

Οσο πιο βαθιά στην κρίση, τόσο πιο βαθιά στον εαυτό. Οχι ατταβιστικά, όχι, δεν είναι μόνο αυτό. Η απειλή, το πλησίασμα στην καταστροφή, ερεθίζει βαθύτερα νεύρα και γούστα, πόσω μάλλον που η καταστροφή είναι ολοκαίνουργια και άγνωστη, άρα τρομακτική αλλά και σχεδόν ηδονική: Τι μπορείς να κάνεις για να γλιτώσεις; Σχεδόν τίποτε. Φάε, πίε και ευφραίνου, άρα. Ζήσε σήμερα, τώρα. Τα τανυσμένα νεύρα ζητούν να χαλαρώσουν μες στους ατμούς της αλκοόλης και τον ηλεκτρισμό του μπουζουκιού, με άδηλο μέλλον, ασχεδίαστο εξ ολοκλήρου, απρογραμμάτιστο, βουλιάζεις ανακουφιστικά, απενεχοποιημένα στο βραχύτατο τώρα.

Από την τρυφή και τη χλιδαπληστία, στην κρίση και τη σπάνη. Ο Ελληνας αναδιπλώνεται προς το εσωτερικό του, αναζητεί την ψυχή του βαθιά. Δεν ξέρει τι θα βρει, ανατολή ή δύση, μπαγλαμά ή Fender Stratocaster, παστουρμαδόπιτες και τούμπανα SUV, μια γιαγιά που μιλάει ακόμη ποντιακά κι ένα ανίψι που μιλάει αγγλικά με διαλείμματα γκρικλις, σπληνάντερα και Wi-Fi spot, βρίσκει απ’ όλα, τόσο όλα, που δεν ξέρει με τι να ταυτιστεί, πού να αναγνωρίσει εαυτόν και ομοίους, σε ποιους μπορεί να βασιστεί και με ποιους να συντροφέψει, έτσι ασυνάρτητος κάγκουρας που κατέληξε. Εχει δυνάμεις εντούτοις, έχει χαρακτήρα, θραύσματα έστω, έχει δεξαμενές σκοτεινές για άντληση. Ψάχνει την ψυχή του.

Δεν ξέρουμε τι θα βρεί. Στρέφεται μέσα πάντως. Και βαθιά. Αναζητεί κάποιες σταθερές. Οσο δεν βρίσκει, θα μένει εν καταδύσει, έσω, βαθιά, τυλιγμένος κουβάρι. Εσωστρέφεια. Εσωστρέφεια, ψιθυρίζει πυρετικά ο σαλός προφήτης. Μια πιθανή εκδοχή για το εγγύς μέλλον είναι η έσω στροφή, η συσπείρωση, το κουλούριασμα: να ελαττωθεί η έξω επιφάνεια η απροστάτευτη, να μειωθούν οι πιθανότητες πλήγματος, προσβολής, εισβολής. Επί τα έσω.

Δεν είναι βλαπτική η εσωστρέφεια, αφ’ εαυτής. Μπορεί να είναι και αναζωογονητική. Αρκεί να μη διαρκέσει υπερβολικά η ενδοσκόπηση, και προπάντων να μην αποβεί άκαρπη. Δεν έχει σημασία τι θα βρει ο καθείς, τι θα διαλέξει, τι θα ανασύρει στην φουρτουνιασμένη επιφάνεια· αρκεί να αναδυθεί. Και να κρατάει κάτι, λίγη άμμο, ένα κοχύλι, ένα στιχάκι, ένα νανούρισμα, μια έλλαμψη μέλλοντος. Αρκεί να αναδυθεί. Και να δοθεί του κόσμου πάλι, ξανά, ακαταπαύστως, με δίψα ζωής. Κι ας παίζουν όλα τα ασυνάρτητα ράδια στοίχημα, μπιτάκια, μπαγλαμάδες, ζαϊρες, κλαρίνα, ούτια, φανκ και νοστάλτζιες όλα μαζί. Θα είναι το μουζάκ της ανάνηψης, το μουζάκ της ζωής μας.

Zωγραφική: Ξενοφών Μπήτσικας, Precario, 2011.

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

RSS Gatherate: The Best of the Greeks

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Twitting

  • Ζωγράφισε τους ισχυρούς σαν χατζηαβάτες, τους ταπεινούς σαν θυμόσοφους, εντόπιζε ποταπές ρητορείες, χαστούκιζε την… twitter.com/i/web/status/1… 1 week ago
  • Η ανάκαμψη των σοσιαλιστών, η ορμητική εμφάνιση ριζοσπαστών αριστερών στον Μεσογειακό Νότο οφείλεται σε αντίστροφη… twitter.com/i/web/status/1… 2 weeks ago
  • Πού να σου εξηγώ «πόθεν η κοινή λέξις τραγουδώ»…; «Ένα Βλέμμα» στο Έθνος της Κυριακής μετά τη συνάντηση Μητσοτάκη -… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago
  • Μετά τη συνάντηση καλλιτεχνών-Μητσοτάκη, να τον ρωτήσω: Πόσο θράσος; Πώς διαχειρίστηκαν το θέμα από το 1993, όταν ψ… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago
  • Παπατζιλίκι με τους τραγουδοποιούς: Άσμα 450+: Επικίνδυνο και παραπλανητικό το βίντεο του Κυριάκου Μητσοτάκη ethnos.gr/politiki/33501… 1 month ago
  • Με τους βουλευτές της Βόρειας Μακεδονίας, Beti Rabadzievska από τις Πρέσπες (αριστερά) και Sasho Vasilevski από την… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 1.003.347 hits
Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: