You are currently browsing the tag archive for the ‘ερείπια’ tag.

Εγκλωβισμένη στην τριπλή παγίδα, της διεθνούς κρίσης, της κρίση του ευρώ και της εθνικής δομικής κρίσης, η Ελλάδα είδε την οικονομία της να συρρικνώνεται κατά το ένα πέμπτο μέσα σε τρία χρόνια, την ανεργία να εκτοξεύεται στο 21,7%, και το πολιτικό της σύστημα, ήδη εξουθενωμένο, να κερματίζεται και να παραλύει.

Η Ιστορία φτερουγίζει πράγματι πάνω απ’ την Ελλάδα, αλλά προτού μας παρασύρει ο αναγεννητικός της άνεμος, πιθανότατα θα γευθούμε τα ερείπιά της. Εχουμε πει επανειλημμένως ότι το πολιτικό προσωπικό, υπεύθυνο ήδη για την πολυετή αισχροδιοίκηση και την κλεπτοκρατία, αιφνιδιάστηκε επιπλέον από την ευρωπαϊκή κρίση, και παρέδωσε τη χώρα αμαχητί. Ητοι, χωρίς εθνικό σχέδιο διάσωσης και με κατασπατάληση πολύτιμου διαπραγματευτικού χρόνου. Προφανώς λόγω τεχνοκρατικής ανεπάρκειας αλλά και λόγω ψυχοπνευματικής αδυναμίας, οι δύο κυβερνήσεις του 2009-2012 απεδέχθησαν ένα εξοντωτικό πρόγραμμα εσωτερικής υποτίμησης και ραγδαίων μεταρρυθμίσεων, που απηχούσε περισσότερο την τιμωρητική, ακρωτηριαστική διάθεση του Βερολίνου απέναντι στον Ελληνα ασθενή, παρά την ανάγκη εθνικής επιβίωσης και ανάταξης.

Το σχέδιο είναι τόσο μονομερές και τόσο ασφυκτικό χρονικά που κανένα κράτος δεν θα μπορούσε να το εφαρμόσει χωρίς να εξουθενώσει τον πληθυσμό του. Ακόμη χειρότερα, οι ελληνικές κυβερνήσεις σε αυτή τη φρενήρη διετία δεν κατάφεραν καμία μείζονα δομική μεταρρύθμιση, αρκέστηκαν σε απίσχναση μισθών και φοροεπιδρομές. Η κοινωνία λύγισε, και έσπασε. Η θραύση του εκλογικού χάρτη και η συνακόλουθη ακυβερνησία είναι αναμενόμενη κατάληξη.

Η Ευρώπη, ευρισκόμενη σε χρονική υστέρηση, αρχίζει να εξετάζει αλλαγή θεραπείας για την κρίση της. Εχει δει ότι το ελιξήριο που χορήγησε στην Ελλάδα είναι τοξικό, και αναζητεί άλλη συνταγή. Θα βρει κάτι, αργά ή γρήγορα. Εν τω μεταξύ, η Ελλάδα, χτυπημένη από την τριπλή κρίση και το τοξικό φάρμακο, συσπάται επώδυνα, χωρίς ανάσα, χωρίς χρόνο, χωρίς εθνικό σχέδιο θεραπείας.

Advertisements

H χθεσινή κατάρρευση των τραπεζικών μετοχών και η επιστροφή του δείκτη του Χρηματιστηρίου σε επίπεδα 1993 δείχνει τι περίπου μπορούμε να περιμένουμε για το ορατό μέλλον, στο οικονομικό πεδίο. Είκοσι χρόνια πίσω, στα χρόνια της τότε κρίσης χρέους και της τότε δημοσιονομικής προσαρμογής, με την ασθενή δραχμή σαν εργαλείο, χωρίς χρεοκοπία όμως, χωρίς επαχθή διακρατικό δανεισμό και χωρίς τη βίαιη εξάρθρωση της κοινωνίας που συμβαίνει τώρα.

Η κυβέρνηση Γ.Α. Παπανδρέου δεν αντιλαμβάνεται όμως την πραγματικότητα όπως την προεξοφλούν οι αγορές και όπως τη βιώνει οδυνηρά ο κόσμος. Ο πρωθυπουργός, εξουθενωμένος και σιωπηλός πια, παρακολουθεί τους Ευρωπαίους ομολόγους του να καθορίζουν το μέλλον της Ελλάδας ερήμην του και ερήμην μας. Ο δε αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Βαγγέλης Βενιζέλος, με ένα ιδιότυπο μείγμα κυνισμού και απογνώσεως, προσδιόρισε το επίπεδο τρέχουσας φτωχοποίησης του ελληνικού λαού: το έτος 2004.

Ο λαλίστατος κ.Βενιζέλος, ακριβώς εξαιτίας της ρητορικής του αυταρέσκειας, διέπραξε γκάφα δεινή. Το 2004, υλικά, είναι πολύ ανώτερο του 2011, πρωτίστως κατά τους δείκτες απασχόλησης και ανάπτυξης. Οι Ελληνες δεν επιστρέφουν στο κοντινό 2004· σε ορισμένα πεδία, όπως λ.χ. στην απασχόληση, καταβαραθρώνονται στις αρχές της δεκαετίας του ’60.

Συμβολικά, το 2004 ήταν το μεσουράνημα της αισιοδοξίας ― επίπλαστης, φουσκωμένης από υπερβολικές προσδοκίες και από την μεγαληγορία των πολιτικών ταγών περί ισχυρής Ελλάδος του ευρώ, των swaps, της δημιουργικής λογιστικής, της χρηματιστηριακής ευφορίας, του εύκολου δανεισμού. Το 2004 η Ελλάδα ήταν το εργοτάξιο της Ολυμπιακής Φρενίτιδας, της μόνης και τελευταίας ιδέας που συνέλαβε η άξεστη εγχώρια ελίτ. Ηταν η ιδέα που υπηρέτησαν αγογγύστως οι ιερείς του εκσυγχρονισμού, κι αυτή η ιδέα υλοποιήθηκε με κρατικό χρήμα, με δανεικά, αυτά που πληρώνουν τώρα ενοχοποιημένοι συνταξιούχοι, μισθωτοί και επαγγελματίες.

Ηταν μεθυσμένο το καλοκαίρι του Euro 04 και της τελετής έναρξης, με τι-σερτ Hellas. Οι Ελληνες δεν κοιτούσαν λογαριασμούς, δαφνοστεφείς έπιναν από κούπες πρωταθλητών και άκουγαν «εφκαριστούμε Ελλάντα» από τα χείλη αυτών που τώρα καταριούνται τους πονηρούς τεμπέληδες του Νότου.

Λάθος χρονολογία διαλέξατε, κ. Βενιζέλο. Μπορεί όμως και να λέτε εμμέσως μιαν αλήθεια: το 2004, η κορωνίδα της ανεμελιάς και της αισιοδοξίας, ενέκλειε ήδη τον σπόρο της καταστροφής. Οι Ελληνες είχαν παραδοθεί στα διακοποδάνεια, στα ΙΧ με άτοκες, στην απληστία, είχαν παραδώσει τα κλειδιά της δημοκρατίας στους φαύλους και τους κλεπτοκράτες, ζούσαν τη ζωή τους σαν ξέσαλο μεσημεριανάδικο. Ομως εσείς, σαν πολιτική τάξη, ιθύνουσα τότε και τώρα και από πολύ πριν, στήσατε εκείνο τον ορίζοντα προσδοκιών, εκείνο τον φενακισμό, εκείνο το ψέμα, διαβρώσατε κράτος και θεσμούς, αξίες, ήθη και ψυχές, εκθρέψατε διαπλεκόμενους και κλεπτοκράτες. Το χρυσωμένο ψέμα του 2004 σωρεύει τώρα ερείπια: αυτή, ναι, είναι η αλήθεια.

 

Ερχόμουν από την οδό Αθηνάς προς την Ομόνοια. Το βλέμμα μου μόλις είχε απαγκιστρωθεί από την Ακρόπολη, αβάσταχτη, απόκοσμη, υπέροχη, μες στη αχλή της φθινοπωρινής λιακάδας. Λίγο προτού η Αθηνάς εκβάλει στην πλατεία, βρέθηκα αντιμέτωπος με ένα οπτικό και αισθητηριακό παράδοξο, ένα deja vu: στο χείλος του κεντρικού πλατώ αντίκριζα μια στοίβα σακιά τσιμέντο περιτυλιγμένα σαν δώρο με ελληνικές σημαίες. Μπεζ σακιά τσιμέντου Τιτάν, στοιβαγμένα σαν κυβικό ζιγκουράτ, κανονικό εξάεδρο, κι από τις κορυφές ξύλα ορφανά υψωμένα, μοναχικά, σαν τις αναμονές των οικοδομών. Ρωμαλέα φόρμα. Και ευτυχής χρωματική αντίστιξη: το λαμπερό γαλανόλευκο κόντρα στο θερμό-γαιώδες των σακιών με φαιά γράμματα ΤΙΤΑΝ. Γαλανός και άνω, ο ουρανός, γκριζομπεζ και κάτω, το αστικό πλατώ.

Η εικόνα, ο όγκος, η φόρμα, η αφήγηση, εκεί, στο πλαγιασμένο ηλιόφως του Σεπτεμβρίου, στον τραυματισμένο ομφαλό των Αθηνών, σε προφανή διάλογο με τον Παρθενώνα, στη ράθυμη κυκλοφορία του Σαββάτου, όλα μαζί με κεραυνοβόλησαν, αισθητικά, νοηματικά, συναισθηματικά. Βλάσης Κανιάρης, ψιθύρισα στη σύντροφό μου, και στάματησα.

Το βλέμμα μου ήταν ήδη γεμάτο, χορτασμένο, κατάπληκτο. Ηθελα όμως να το νιώσω από κοντά, να περπατήσω γύρω του. Πήγα πλάι του. Ημουν μόνος. Χάιδεψα τη στιβαρή φόρμα, το κύκλωσα, η καλύτερη όψη του, η πιο δυνατή, ήταν από την Αθηνάς, καθώς προσεγγίζεις την πλατεία. Το φωτογράφισα. Στο πεζοδρόμιο, μια πινακίδα, μνημόσυνο σ’ έναν σπουδαίο καλλιτέχνη, στοχαστικό, είρωνα, αιχμηρό και τρυφερό, έναν ιστορικό καλλιτέχνη για την μεταπολεμική Ελλάδα: Βλάσης Κανιάρης (1928-2011), Εις δόξαν, 1993, εγκατάσταση, Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης.

Πόσο Κανιάρης ήταν αυτό το έργο! Εργο ωριμότητας, μετά τον λυρισμό, μετά τα γαρίφαλα της χούντας, μετά τους εμιγκρέδες της Ευρώπης, περίπου ίδιας νοοτροπίας με το πικρό αγγούρι της εισόδου της Ελλάδας στην ΕΟΚ, την ειρωνική εγκατάσταση του 1988, υπό τον τίτλο “Ο,τι θέλει ο λαός”.

Τα τσιμέντα με την γαλανόλευκη, το 1993, ήταν ένας πικρός σχολιασμός για το ήθος της ανοικοδόμησης, για την Ελλάδα των μπετών και των αναμονών, για τους μικροαστικούς λουτροκαμπινέδες και τους οικισμούς αυθαίρετων εξοχικών, για τη βουλιμία του μετακατοχικού Ελληνα. Ο Κανιάρης, ο ζωγράφος των σκηνικών της «Στέλλας», είχε την ισοτρική πείρα, την ευαισθησία και τη ματιά, να εικονογραφήσει εκείνη την Ελλάδα, με αυτή την πικρή ελεγεία.

Πόσο διαφορετικά όμως κοιτούσα τώρα αυτό τον ειρωνικό απόηχο Κάλβου, το «Εις δόξαν», τούτο το αλλιώς μελαγχολικό, ιστορικό φθινόπωρο του 2011… Το «Εις δόξαν» του Κανιάρη σχολίαζε μια Ελλάδα αυθάδη, ανέμελη, άφθονη, αυτάρεσκη, με μια φόρμα ψευδομνημειακή: το τσιμέντο σκόνη διαρκεί όσο η ματαιοδοξία των ανθρώπων. Δεκαοκτώ χρόνια αργότερα, με την οικοδομή παγωμένη όσο και οι ψυχές των ανθρώπων, το έργο φαντάζει σαν ταφικό μνημείο: οι σημαίες τυλίγουν σαν σάβανο το υλικό της ματαιότητας, το αλαζονικό τσιμέντο είναι κτέρισμα άνευ αξίας για τις μέλλουσες γενιές.

Την ίδια στιγμή, το κουφάρι του ένδοξου παρελθόντος Τιτάν προβάλλει τόσο επίκαιρο, αντεστραμμένα επίκαιρο, καίριο. Στην Ελλάδα της πτώχευσης, τη λοιδορούμενη και πτυόμενη, τη φοβισμένη, την παγωμένη από ύφεση και φόβο, το μοντερνιστικό ζυγκουράτ του Βλάση Κανιάρη αποκτά νέο νόημα, γίνεται διδακτική υπόμνηση, μελαγχολική σύνοψη ιστορικής διαδρομής: από την αφθονία προς την σπάνη, από την αφροσύνη προς την οδυνηρή επίγνωση, από την αθωότητα προς την πτώση.

Τα εθνικά τσιμέντα με τις αναμονές ήταν η λοκομοτίβα του συλλογικού φαντασιακού, ήταν αυτοσκοπός, εκπλήρωση γειωμένων ονείρων, υλικό αυτοπραγμάτωσης ενός λαού μικροϊδιοκτητών, ήταν οι ένυλες Ιθάκες μικροοδυσσέων νοικοκυραίων και εργατικών. Και είναι τα εθνικά κιβούρια, τύμβοι πεσόντων από φόρους φονικούς. Πάνω στα τσιμέντα, τα πλακάκια, τους λουτήρες, τις βεράντες με φερ φορζέ, σε μάρμαρα, εντοιχισμένες κουζίνες και πιλοτές με γυαλισμένο SUV, στενάζει τώρα ο Ελληνας, φτύνει το γάλα της ανοικοδόμησης, γονατίζει απ’ τα δάνεια, αφυπνίζεται βίαια απ’ το όνειρο μισό αιώνα, από τις ερειπιώδεις αυλές της «Στέλλας» ώς τις αγωνιώδεις αναμονές της «Ευδοκίας», κι από κει στα ρετιρέ, τις μεζονέτες, τις βιλίτσες στα νησιά, στην πλησμονή, τον πληθωρισμό, την Υβρη.

Αγγιξα τα σακιά Τιτάν, ήταν ζεστά μεσημεριανά, σαν ψωμιά. Αγγιξα τις σημαίες, συνθετικό ύφασμα, νάιλον σχεδόν, σαν μεταξωτό. Σκεφτόμουν αν θα αντέξει η Δόξα τα πρωτοβρόχια. Πέρασα απ’ εκεί πάλι και ξανά ― η ιδια αισθητική αγαλίαση, η ίδια ιστορική μελαγχολία. Την περασμένη Δευτέρα, οι σημαίες είχαν εξαφανιστεί. Τα τσιμέντα ήταν στη θέση τους, γυμνά, μονάχα, χωρίς νόημα.

Η χρονιά που φεύγει μάς αφήνει πιο αδύναμους, ζαρωμένους, τρομαγμένους. Αλλά και πιο πλούσιους. Η ανατροπή των στερεότυπων είναι κέρδος, η αφύπνιση είναι πλούτος, η ανανοηματοδότηση, κέρδος κι αυτή. Εφόσον ασφαλώς μπορέσουμε να αντιληφθούμε την κρίση ως ρήγμα στο παλαιό σώμα και ως τρόπο νέας συνέχισης, εφόσον αντιληφθούμε το ρήγμα ως ευκαιρία αναγέννησης. Και εφόσον νιώσουμε βαθιά μέσα μας την ανάγκη για ανανεωμένη επαναφορά σε βασικές αξίες: αλληλεγγύη, συλλογικότητα, προάσπιση του κοινού καλού.

Μια επανεκκίνηση της κοινωνίας, λοιπόν. Που θα είναι οδυνηρή όμως: η επανεκκίνηση θα τελεσθεί επί των ερειπίων του παλαιού. Ακριβώς αυτά τα ερείπια πρέπει να είναι το πρώτο μέλημα: πώς θα είναι λιγότερα, αφενός, πώς θα τα αξιοποιήσουμε, αφετέρου. Πώς θα πάρουμε στα χέρια μας προσεκτικά τα όστρακα, τα θραύσματα, για να τα συντηρήσουμε, να τα συγκολλήσουμε, να ανατάξουμε ό,τι αξίζει να σωθεί: το σχήμα των προσώπων. Σαν αρχαιολόγοι του μέλλοντός μας, σαν ιστορικοί άνθρωποι, σαν κληρονόμοι βαριάς κληρονομιάς, σαν τυχεροί κάτοικοι τόπου ευλογημένου, ταγμένοι να συνομιλούμε με νεκρούς, με φαντάσματα εμφυλίων, ακούγοντας διαρκώς φωνές ποιητών και φιλοσόφων, πολεμιστών και ταξιδευτών, γνωρίζοντας διαρκώς ότι το ποτάμι δεν γυρνάει πίσω, μ’ εμάς ή χωρίς εμάς.

Ας πάρουμε απόφαση λοιπόν ότι το ποτάμι θα μας περιέχει, θα μας φέρει προς τους νέους καιρούς· κι ας επιπλεύσουμε, σώοι, ανάμεσα σε κορμούς και πτώματα. Επιπλέοντας, ας υφαίνουμε το μέλλον μες στο παρόν. Το σοκ του παρόντος δεν πρέπει να θολώνει την κρίση μας, να αμβλύνει την ιστορική όραση – είπαμε: είμαστε ιστορικοί άνθρωποι. Το ξαναδιάβασμα της Ιστορίας δεν υπαγορεύει τι να κάνουμε, αλλά τουλάχιστον μάς λέει ότι μια-δυο γενιές πριν από μας οι άνθρωποι επλήγησαν από τρομερές καταστροφές και παρ’ όλα αυτά σηκώθηκαν, ανασυγκολλήθηκαν, επανεκκίνησαν, δημιούργησαν.

Η παρούσα περιπέτεια του ελληνικού λαού δεν είναι η πιο τρομερή. Ο περασμένος αιώνας άλλαξε και εμπλούτισε τον πληθυσμό, τη συνείδησή του, έφερε καταστροφές και λιμούς, πολέμους και εμφυλίους, ηρωισμούς και υπερβάσεις, ταπεινώσεις. Ο παρών αιώνας μας ξαναβάζει επιτακτικό, επείγον, το ερώτημα: Ποιοι είμαστε; Πώς συνεχίζουμε;

Ας δούμε γύρω: βουνά και θάλασσα, ολίγος κάμπος. Μαρμάρινα μέλη, ελιές, ναΐσκοι, αμπέλια, κήποι, πολίσματα ― τέτοια πήραμε. Και πολιτείες αχόρταγες, αυτοκινητόδρομοι, μολ, τουριστική ανοχή, βενζίνες και καλώδια, κατάμεστα καφενεία ― τέτοια αφήνουμε. Είμαστε όλα. Το ολίγο και το υπερβολικό, το ωραίο και το άσχημο. Παλαιοί και μοντέρνοι, υπερήφανοι και υποτελείς, έτοιμοι για θάνατο και έτοιμοι για ντροπιασμένη επιβίωση. Αναγκασμένοι όμως κάθε τόσο να επιλέγουμε, και να υπερασπιζόμαστε την εκάστοτε επιλογή: το κάλλος ή την ασχήμια, τη δυνατότητα ελευθερίας ή την υποταγή;

Η ελευθερία και το κάλλος δεν είναι μοίρα, είναι επιλογή.

Ζωγραφική: Ξενοφών Μπήτσικας, 2010

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

RSS Gatherate: The Best of the Greeks

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Twitting

  • Ζωγράφισε τους ισχυρούς σαν χατζηαβάτες, τους ταπεινούς σαν θυμόσοφους, εντόπιζε ποταπές ρητορείες, χαστούκιζε την… twitter.com/i/web/status/1… 1 week ago
  • Η ανάκαμψη των σοσιαλιστών, η ορμητική εμφάνιση ριζοσπαστών αριστερών στον Μεσογειακό Νότο οφείλεται σε αντίστροφη… twitter.com/i/web/status/1… 2 weeks ago
  • Πού να σου εξηγώ «πόθεν η κοινή λέξις τραγουδώ»…; «Ένα Βλέμμα» στο Έθνος της Κυριακής μετά τη συνάντηση Μητσοτάκη -… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago
  • Μετά τη συνάντηση καλλιτεχνών-Μητσοτάκη, να τον ρωτήσω: Πόσο θράσος; Πώς διαχειρίστηκαν το θέμα από το 1993, όταν ψ… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago
  • Παπατζιλίκι με τους τραγουδοποιούς: Άσμα 450+: Επικίνδυνο και παραπλανητικό το βίντεο του Κυριάκου Μητσοτάκη ethnos.gr/politiki/33501… 1 month ago
  • Με τους βουλευτές της Βόρειας Μακεδονίας, Beti Rabadzievska από τις Πρέσπες (αριστερά) και Sasho Vasilevski από την… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 1.003.347 hits
Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: