You are currently browsing the tag archive for the ‘Εξάρχεια’ tag.

φωτ.: Ηλίας Τσαουσάκης

φωτ.: Ηλίας Τσαουσάκης

Πέρυσι αισθάνθηκα αύρα παλαιοβαλκάνια να πνέει πάνω από το μαραμένο κέντρο της Αθήνας. Το ξανάνιωσα. Κατήφεια και εσωστρέφεια, εγκατάλειψη, καθυστέρηση, φτώχεια. Ολο το Σάββατο και την Κυριακή περπατούσα πάλι στο κέντρο. Εξάρχεια, Χαυτεία, Στουρνάρη, Κάνιγγος, Βάθη, Ομόνοια, Ακαδημίας, Σόλωνος, Χ. Τρικούπη, Ασκληπιού. Από την Αθηναϊκή Τριλογία έως την πλατεία Βάθη, κι από τη λεωφόρο Αλεξάνδρας έως την Ιερά Οδό.

Αρκετά μαγαζιά στα Χαυτεία ήταν ανοιχτά την Κυριακή, τα περισσότερα κλειστά. Πολύς κόσμος στους δρόμους, λίγος στα μαγαζιά για ψώνια. Γεμάτοι οι φούρνοι, γεμάτα τα καφενεία με τραπέζια στη λιακάδα. Η πλατεία Ομονοίας έλαμπε, παράξενα ωραία, κυριακάτικη. Στους δρόμους που δεν τους λάμπρυνε ο ήλιος, δυσοίωνη υγρασία τρύπωνε στα κόκαλα: σπασμένα ρείθρα, βρώμικα πεζοδρόμια, κλειστές βιτρίνες σκεπασμένες με αφίσες και γκράφιτι, αραιά και πού κανένα πωλείται ή ενοικιάζεται, σχισμένα, δεν περιμένουν πια αγοραστές και ενοίκους. Πόλη παρατημένη.

Η αγορά στο υπογάστριο του ιστορικού κέντρου έχει χαρακτήρα τριτοκοσμικό, μικρό Κάιρο· τα φτηνοεμπορεύματα απλωμένα στον δρόμο, κινέζικα με χάρτινες ταμπέλες φωνάζουν την τιμή, πέντε ευρώ φούτερ, είκοσι ευρώ παπούτσια, τυρόπιτες, σουβλάκια, φραπέδες όλα ένα ευρώ. Οι κυριακάτικοι πελάτες σε αυτό το παζάρι μιλούν γλώσσες της μετανάστευσης, τη μοναδική ημέρα σχόλης ξοδεύουν φειδωλά τα λιγοστά του μόχθου.

Το βράδυ της Κυριακής, η Ακαδημίας είναι σκοτεινή, έρημη, μόνο τα σινεμά και η Λυρική κρατούν φως και ανθρώπους. Αδεια, σκοτεινά τα Εξάρχεια, η Νεάπολη, μέχρι την Αλεξάνδρας. Στις σκαλωσιές, Βουλής και Κολοκοτρώνη, άστεγοι-στρουθία έχουν καταλάβει τις θέσεις στα μαδέρια της σκαλωσιάς, έστρωσαν το κρεβάτι τους, κλείνουν τα μάτια κι ακούνε τις μουσικές απ’ τα μπαρ.

Η θλίψη αυτής της πτωχευμένης, αχτένιστης, παρατημένης πόλης αντισταθμίζεται από κρυφές χάρες, αυτές που δεν πολυνιώθαμε στους αμέριμνους καιρούς. Πόλη σε μέτρα ανθρώπινα, μια γειτονιά, αγκαλιά, ακόμη και το κέντρο, μικρές πολυκατοικίες, απρόοπτα ξέφωτα όπου προβάλλουν με χάρη και μεγαλείο οι λόφοι, ο Βράχος. Πόλη με κλίμα διαρκώς γλυκύ, θερμή άνοιξη με διαβαθμίσεις. Πόλη διαρκώς αναμμένη – να, αυτό λιγοστεύει τώρα, το φως, ο βόμβος, η κίνηση, αυτοί οι ζωτικοί χυμοί εγκαταλείπουν τις αρτηρίες του κέντρου. Αυτή η εγκατάλειψη πλακώνει το στήθος και πονάει. Πόλη μου παρατημένη.

Τη Δευτέρα η πόλη ξυπνάει άλλη. Το πρωινό την ωθεί, της σταλάζει κουράγιο. Να όμως και η συμφόρηση: στα χαμηλά της Σόλωνος η αριστερή λωρίδα είναι μονίμως κατειλημμένη από σταθμευμένα οχήματα· λεωφορεία και γιώτα-χι ελίσσονται, αργοπορούν, εκνευρίζονται, το ποτάμι φρακάρει στο δέλτα αντί να ανοίγει. Στην Ακαδημίας τα φορτηγά ξεφορτώνουν μέρα μεσημέρι. Στο κέντρο δεν υπάρχει Τροχαία, ποτέ. Δεν χρειάζεται. Μόνο πάνοπλοι φρουροί.

Η Κομνηνών είναι όρυγμα σε πεδίο πολέμου, ο χειρότερος δρόμος των Αθηνών. Από την Αλεξάνδρας και μετά, σε όλα τα φανάρια που αργούν, άνθρωποι συνωστίζονται για μερικά δεκάλεπτα. Καποδιστρίου: Λεωφόρος της Επαιτείας και της Πρέζας. Αθόρυβα, ταπεινά πλησιάζουν τ’ ανοιχτά παράθυρα των οδηγών. Λέει: «Με τα πενήντα λεπτά, κύριε, συμπλήρωσα να πάρω τσιγάρα, είμαι εκατομμυριούχος, υγεία να ’χετε…». Ενας κούριερ ξεπεζεύει σοβαρός, ανοίγει το πορτ μπαγκάζ της βέσπας, στο εσωτερικό του καπακιού τρεις εικόνες προσεκτικά κολλημένες, η μεγάλη του Χριστού, οι μικρές των προστατών αγίων.

Στην Πειραιώς μια γυναίκα: «Ευλογημένος του Θεού να είσαι, καλό δρόμο, υγεία στην οικογένειά σου, όλες τις ευλογίες του Θεού, κύριε».

Η πόλη λειτουργεί μαγικά, με την εγκαρτέρηση των κατοίκων.

Advertisements

Την περασμένη βδομάδα ένας νεαρός άνδρας έπεφτε νεκρός από τις γροθιές μπράβου, στην Ομόνοια, στην καρδιά της Αθήνας. Την Κυριακή το βράδυ, μερικές εκατοντάδες μέτρα πιο πάνω, στη συμβολή των οδών Κωλέττη και Θεμιστοκλέους, έπεφτε νεκρός ένας άλλος άνδρας, τούτη τη φορά από πυρά πολεμικού όπλου καλάσνικοφ. Σύμφωνα με πληροφορίες, ο νεκρός άνδρας έφερε και ο ίδιος οπλισμό· λέγεται ότι ήταν μπράβος και δολοφονήθηκε από άλλους μπράβους, ότι ήταν εκτέλεση εντός της αλβανικής μαφίας.

Δεν είναι η πρώτη φορά που μαφιόζικες συμμορίες εξαπολύουν φονικά πυρά στα πυκνοκατοικημένα Εξάρχεια· και νεκρός έχει υπάρξει στο παρελθόν και τραυματισμοί. Η ιστορική περιοχή βρίσκεται υπό τον στρατιωτικό έλεγχο αλβανικών κυρίως συμμοριών, οι οποίες πλουτίζουν με το εμπόριο ναρκωτικών, την προστασία καταστημάτων, τα μαγαζιά-βιτρίνες και το λαθρεμπόριο τσιγάρων, αφού έθεσαν υπό τον έλεγχό τους τους Μπαγκλαντεσιανούς πωλητές στην οδό Στουρνάρη.

Επιτροπές κατοίκων, ομάδες καταστηματαρχών και επιχειρηματιών, πολιτικές κινήσεις και συλλογικότητες απωθούνται και τρομοκρατούνται καθημερινά από το οργανωμένο έγκλημα. Ολες οι επιτυχείς προσπάθειες του παρελθόντος για εξοστρακισμό των εμπόρων ναρκωτικών τερματίστηκαν όταν κάτοικοι και επιχειρηματίες ήρθαν αντιμέτωποι με τα καλάσνικοφ του οργανωμένου εγκλήματος και τις αδέσποτες συμμορίες ναρκομανών και λυσσασμένων που ληστεύουν διαβάτες και πυρπολούν αυτοκίνητα. Εξακόσιοι εμπρησμοί αυτοκινήτων έχουν σημειωθεί μες στη χρονιά.

Μπροστά στα όπλα και τη βία των συμμοριών υποχώρησαν και οι αναρχικοί, ενώ διάφορες πολιτικές κινήσεις μεταφέρουν τις δραστηριότητές τους εκτός Εξαρχείων. Οι παλαιοί Αθηναίοι εγκαταλείπουν τα σπίτια τους. Ο μύθος του πολιτικού και καλλιτεχνικού καρτιέ των Αθηνών γκρεμίζεται από το οργανωμένο έγκλημα· στη θέση του αναδύεται ένα μητροπολιτικό γκέτο, μια μαύρη τρύπα, σαν του Αγίου Παντελεήμονα, με κοινό χαρακτηριστικό τον φόβο.

Εύλογο το ερώτημα: Τι κάνει η οργανωμένη πολιτεία; Πώς διώκει η Αστυνομία τους ναρκέμπορους και τη μαφία; Τι κάνουν οι διωκτικές αρχές του υπουργείου Οικονομικών και του υπουργείου Εμπορίου κατά του λαθρεμπορίου τσιγάρων; Ποιες είναι οι υποστηρικτικές και εξωραϊστικές δράσεις του Δήμου Αθηναίων στους πεζόδρομους, στην πλατεία, στον πολύπαθο λόφο του Στρέφη;

Αλλη μια ιστορική συνοικία, η τελευταία ζώνη κατοικίας στο αθηναϊκό κέντρο, η γειτονιά του Πολυτεχνείου και του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, εγκαταλείπεται στον ζόφο της γκετοποίησης, και γι’ αυτό δεν ευθύνεται η οικονομική κρίση, ευθύνεται η ολιγωρία της πολιτείας. Οι κρατικές υπηρεσίες γνωρίζουν τα πάντα. Ο υπουργός Ν. Δένδιας ας δώσει εντολές και πόρους στο Τμήμα Εξαρχείων, ο δήμαρχος Γ. Καμίνης ας φροντίσει για την καθαριότητα, τον φωτισμό, τις κοινωνικές μονάδες, οι υπουργοί Οικονομικών και Εμπορίου ας διαλύσουν το κύκλωμα λαθρεμπορίου. Γνωρίζουν τι πρέπει να κάνουν, όλοι οι τοπικοί φορείς τούς περιμένουν. Θέλουν;

naked011

Τα χρόνια της Θάτσερ, οι Βρετανοί νέοι της γενιάς μου τα έζησαν ενάντιοι. Στο Λίβερπουλ, στο Μάντσεστερ, στη Γλασκώβη, στο Μπρίξτον, είδαν τους μεσήλικους άνεργους να βουλιάζουν στον αλκοολισμό και στην παραίτηση. Η θατσερική μεταρρύθμιση σάρωνε τους φτωχούς και ήταν αμείλικτη με τους αδύναμους. Οι πιο ευάλωτοι νέοι της εργατικής τάξης έπεφταν στα ναρκωτικά και στην αυτοκαταστροφή. Οι πιο ευαίσθητοι έκαναν τέχνη: τραγούδια, βιβλία, ταινίες.

Την ίδια περίοδο, οι Ελληνες συνομήλικοι βίωναν την εναντίωση ή και την απόγνωση των Βρετανών του θατσερισμού σαν καλλιτεχνική εμπειρία, αλλά και σαν μύηση στην ηθική και υπαρξιακή ουσία της πολιτικής. Clash, Crass, Morrissey, Elvis Costello, Robert Wyatt, Specials τραγουδούσαν στα πικάπ των σπιτιών και των μπαρ για την άλλη Αγγλία, των ονείρων και των αισθημάτων, καίριοι, λυρικοί, σκληροί, γοητευτικοί. Στις κινηματογραφικές αίθουσες ανακαλύπταμε το νέο βρετανικό σινεμά: Στίβεν Φρίαρς, Ντέρεκ Τζάρμαν, Νιλ Τζόρνταν, Μάικ Λι, Κεν Λόουτς. Υψηλή ποπ αισθητική, ρεαλισμός, απελευθερωτικές ηθογραφίες ή σκοτεινές καταδύσεις στην ανθρωπογεωγραφία του θατσερισμού: από τη δύσκολη ελπίδα του «My Beautiful Laundrete» έως το ντοστογιεφσκικό «Naked», τον αβάσταχτο ρεαλισμό του «Raining Stones» και το αιματηρό μελόδραμα «Crying Game».

Στο σινεμά, τουλάχιστον δύο Ελληνες κινηματογραφιστές που έζησαν τον θατσερισμό, ο Κωνσταντίνος Γιάνναρης και ο πρόωρα χαμένος Αλέξης Μπίστικας, έφεραν εδώ την αύρα ενός Ντέρεκ Τζάρμαν εκείνα τα χρόνια. Τέλη δεκαετίας ’80 με αρχές ’90, θυμάμαι το ασπρόμαυρο περιοδικό «Κοντροσόλ στο χάος», με Δημήτρη Παπαϊωάννου, Μπίστικα, Αβούρη, Ζάφο Ξαγοράρη, ζωγράφους, συγγραφείς και κομικσάδες, να μετακενώνει το γκέι πανκ πνεύμα στα Εξάρχεια με αισθητική νεορεαλιστική και μετατσαρούχεια.

Θατσερισμός και γιαπισμός, ατομικισμός και λαϊφστάιλ συγχέονταν αξεδιάλυτα στα κεφάλια των Ελλήνων της εποχής. Δεν μπορούσαμε να νιώσουμε πραγματικά τον πόνο της βρετανικής εργατικής τάξης, την απόγνωση των συνομηλίκων μας, τον ξέφρενο κυνισμό των γκόλντεν μπόις της Γουόλ Στριτ, έως μηδενισμού, όπως τα περιέγραφε ο Μπρετ Ιστον Ελις. Τα βλέπαμε ως έργα τέχνης, ως αισθητικές αποτιμήσεις. Κατά παράδοξο τρόπο, οι άνθρωποι χόρευαν με τους πολιτικούς Clash, με τους λυρικούς πλην κοινωνικά ευαίσθητους Morrissey και Costello, λικνίζονταν με το ζοφερό «Ghost Τοwn» των Specials και ταυτόχρονα διάβαζαν το «Κλικ» και εγαλουχούντο στην πόζα του νεοκυνικού. Κάπως έτσι. Αφαιρούσαμε τα έργα τέχνης από τη ζωτική τους σύμφραση διότι ζούσαμε σε άλλη χρονοσήραγγα: τη δεκαετία του ’80 είχε συμβεί μείζων αναδιανομή εισοδήματος και κοινωνική ανακατάταξη, ή έτσι νομίζαμε. Στο μεσουράνημα της Σιδηράς Θάτσερ και του ηθοποιού Ρέιγκαν, εμείς βλέπαμε εγγύτερα τον Ανδρέα Παπανδρέου και τον Φρανσουά Μιτεράν, τους τελευταίους σοσιαλιστές της Ευρώπης.

Πολύ περισσότερο, στην Ελλάδα μόνο μετά τη Μεταπολίτευση και μετά την Αλλαγή του ’81 υπήρξε χώρος για να εκδιπλωθεί και να αφομοιωθεί το νεανικό κίνημα του ’60-’70, ως νεορομαντισμός και υπαρξιακή αναζήτηση με φόντο τη σοσιαλδημοκρατία και μια ορισμένη αφθονία. Τον καιρό που στην Αγγλία κατεδαφιζόταν το κράτος πρόνοιας, στην Ελλάδα το οικοδομούσαμε, και στην ηπειρωτική Ευρώπη ήταν ακόμη κραταιό. Μόνο η Ιταλία, από τα τέλη του ’70 ήδη, είχε περάσει σε άλλη πίστα, πολιτικά και ανθρωπολογικά: αντί θατσερισμού, εκεί εγκαινιάστηκε η μεταμοντέρνα κοινωνία του θεάματος και της φαυλότητας, η Forza Italia του Μπερλουσκόνι.

Η πρώτη γεύση θατσερισμού ήταν η κυβέρνηση Μητσοτάκη, αλλά ήταν σχετικά βραχύβια και συνάντησε αντιστάσεις, διότι διετάρασσε την τάξη του πλιάτσικου· ο Ευάγγελος Γιαννόπουλος από το Κανάλι 29 τον γκρέμισε ιδεολογικά και το πάρτι της θολούρας επανήλθε σε νέα ρότα. Οι φυλές του γενικευμένου «Κλικ» μεταλλάχθηκαν και γιγαντώθηκαν, ανακάλυψαν χαρούμενες το Χρηματιστήριο ως μηχανισμό αναδιανομής· ο θατσερισμός ξαναμπήκε παραλλαγμένος από την αριστερή πόρτα, μέσω Μπλερ: βαφτίστηκε εκσυγχρονισμός. Το κράτος πρόνοιας έπλεε αμέριμνο με δανεικά στη Ζώνη του Ευρώ.

Ισως φανεί ότι δεν ζήσαμε τον θατσερορεϊγκανισμό. Οχι. Τον ζήσαμε· καθυστερημένα, παράλληλα, διαθλασμένο, ενοφθαλισμένο στο μικροπεδίο μας, αλλά παρομοίως τον έζησε και μεγάλο μέρος της ηπειρωτικής Ευρώπης. Tο μείζον ιστορικό ρήγμα ήταν η πτώση του ανατολικού μπλοκ το ’89, και ό,τι ακολούθησε έκτοτε το ζήσαμε, το ζούμε στην ώρα του: πόλεμος στη Γιουγκοσλαβία, επανένωση Γερμανίας, μαζική μετανάστευση, κλονισμός Ευρωζώνης. Η μεταθατσερική Ευρώπη εδώ ξεκίνησε κι απλώνεται παντού. Τι ωραίο πλιάτσικο, που θα ’λεγε ο αντιθατσερικός Τζόναθαν Κόου.

Estia1

estia

Το κλείσιμο του ιστορικού βιβλιοπωλείου της Εστίας, ύστερα από 130 χρόνια λειτουργίας στο αθηναϊκό κέντρο, σημαίνει κάτι περισσότερο από οικονομική κρίση και διαχειριστική αστοχία. Ασφαλώς, καμία επιχείρηση δεν είναι αιώνια, και τα προκύπτοντα κενά κάπως καλύπτονται πάντα. Αλλά με αφορμή την κηδεία σ’ ένα δρόμο ήδη γεμάτο από κηδειόχαρτα «ενοικιάζεται» και σκοτεινές βιτρίνες, αξίζει να αναλογισθούμε τι σηματοδοτεί η πρόσφατη απώλεια.

Τοπικά. Η Σόλωνος για πολλές δεκαετίες ήταν ένα μυθικό ποτάμι βιβλίων. Παρότι εκβάλλει από το Κολωνάκι των μπουτίκ, λίγες καθέτους πιο κάτω η μορφολογία του άλλαζε: παλαιοπωλεία, κορνιζάδικα, η τέχνη λοιπόν, κι αμέσως μετά η Εστία, ένα ξέφωτο, πριν απ’ τη Νομική. Εκεί άλλαζε όλο το ποτάμι: κατέβαζε πια βιβλία, φοιτητές, μαθητές φροντιστηρίων, καθηγητές, εκδότες, ποιητές και λογίους. Η Εστία, η Ενδοχώρα, η Νομική, τα παλαιοβιβλιοπωλεία, τα νομικά βιβλιοπωλεία, το Θεμέλιο, στην Ασκληπιού η Δωδώνη παλιά, η Πολιτεία τώρα, ο Γρηγόρης, ο Τολίδης, ο Λιβάνης, στην Ιπποκράτους Χρηστάκης, Παπαδήμας, Καρδαμίτσας, και ιδού το Χημείο, εδώ ο νεαρός-παλαιός Ναυτίλος, μπαίνουμε μαλακά στα Εξάρχεια· πιο χαμηλά η Πρωτοπορία και το Εναλλακτικό, και παντού μέσα στα Εξάρχεια εκδοτικοί οίκοι, τυπογραφεία, φροντιστήρια.

Ετσι ήταν. Οχι πια. Το κλείσιμο της Εστίας όχι μόνο στερεί την εναρκτήρια σηματοδότηση της Σόλωνος των γραμμάτων και των τεχνών, αλλά σημαίνει και το στέρεμα μιας απ΄τις τελευταίες πηγές του ποταμού. Πολύ πριν την πτώχευση, η Σόλωνος είχε φτωχύνει και αλλάξει· έκλειναν βιβλιοπωλεία και άνοιγαν φούρνοι και καφενεία. Οι φιλόδοξες υπεραγορές προσείλκυαν το βιβλιοαγοραστικό κοινό, το αποσπούσαν από τους παραδοσιακούς βιβλιοπώλες. Ο Ελευθερουδάκης υψώθηκε τεράστιος σαν Ντίσνεϊλαντ στην Πανεπιστημίου, έκανε φραντσάιζ και μοντερνιές, φέσωσε όλους τους εκδότες, κατέστρεψε οικονομικά τον σπιτονοικοκύρη του, το Ιδρυμα Μιχελή, και συνεχίζει εν φθορά φεσώνοντας την Αθηναϊκή Λέσχη στην οδό Αμερικής.

Τι άλλο σημαίνει η νεκρή Εστία; Οτι η αστική τάξη των Αθηνών δεν μπορεί να συντηρήσει ούτε ένα βιβλιοπωλείο. Ουτε σαν στέκι ούτε σαν πηγή ενημέρωσης ούτε σαν εστία γνώσης και καλλιέργειας. Ισως επειδή δεν υπάρχει αστική τάξη, που να διαβάζει και να αναζητεί τέτοιο στέκι. Ή επειδή η νέα ανώτερη τάξη, η οικονομικά και πολιτικά κυρίαρχη, δεν χρειάζεται βιβλιοπωλείο στέκι και σημείο αναφοράς, δεν χρειάζεται ιστορικό κέντρο, δεν χρειάζεται φιλολογικά και πολιτικά καφενεία, δεν χρειάζεται δισκάδικο Pop 11, διάλογο, τριβή, ανταλλαγές. Δεν χρειάζεται το κομψό ουζερί Ορφανίδη: στη θέση του βάζει ένα κοσμηματοπωλείο. Δεν χρειάζεται Απότσο, Μπραζίλ και Μπραζίλιαν με ωδές ποιητών. Δεν χρειάζεται τον Μιχάλη Κατσαρό, τον Δημήτρη Χριστοδούλου και την Ελένη Βακαλό στα καφέ, ούτε τους Χατζιδάκι-Γκάτσο στου Ζόναρς. Η νέα ανώτερη τάξη εκπροσωπείται από τον εκάστοτε Μάκαρο στα καφέ της πλατείας, και από εγχώριους χρυσοκάνθαρους στα τέννις κλαμπ των Βορείων Προαστίων· οι μορφωτικές της ανάγκες ικανοποιούνται με γκλόσυ περιοδικά, ποπ κορν, μωλ και μούλτιπλεξ.

Η ερήμωση του ιστορικού κέντρου από αστικά τοπόσημα συμβαδίζει με την ανθρωπολογική και ταξική αναδιάρθρωση των Αθηνών. Οι έχοντες πλούτο και ισχύ όχι μόνο αποσύρονται από το κέντρο, αλλά αποσύρονται και από το αστικό έθος· δεν χρειάζονται, δεν εκτιμούν και δεν ανέχονται να έχουν βιβλιοπώλη τον Μιχάλη Γκανά και δισκοπώλη τον Τάσο Φαληρέα.

Τα ελάχιστα εναπομείνατα στέκια συντηρούνται από τη μεσαία τάξη της μεταπολίτευσης: δεν είναι πλούσιοι, είναι μικροαστικής καταγωγής ως επί το πλείστον, αλλά τρέφονται ακόμη με συζήτηση και ποικίλα μορφωτικά αγαθά. Το Φίλιον-Ντόλτσε, λ.χ.: το τελευταίο ανοιχτό, δημοκρατικό καφενείο του κέντρου που είναι στέκι, προσελκύει ετερόκλητο πλήθος διανοουμένων, καλλιτεχνών, πολιτικών, μηντιακών, περιοίκων, ντεμπυτάντ, τεθλιμμένων συγγενών από μνημόσυνα του Αγίου Διονυσίου, κυριών με τσάντες από ψώνια. Το Φίλιον είναι το άνω όριο των ριζοσπαστικών-πληβειακών Εξαρχείων, καθώς προεκτείνονται προς το συντηρητικό-αστικό Κολωνάκι· ορίζει τον μεταπολιτευτικό άξονα, που ξεκινά από το κλασικό καφέ Φλοράλ της Μπλε Πολυκατοικίας και περατούται στα μισά της Σκουφά. Ενδιαμέσως θάλλουν πολλά μαγαζιά, αλλά ελάχιστα μπορούν να χαρακτηριστούν στέκια. Τα περισότερα αντέχουν όσο η μόδα τους.

Η Εστία, όπως ακριβώς το Φίλιον ακόμη τώρα, σήμαινε τη δυναμική διαλεκτική σχέση ανάμεσα στο Κολωνάκι της εξουσίας και τα Εξάρχεια της διανόησης. Αυτή η σχέση ερειπώνεται, όλα πάνε αλλού.

exarchia_web

φωτ. copyright: Ελισάβετ Μωράκη

Παλιότερα, όταν άκουγα μύθους και τέρατα για τα Εξάρχεια, αδιαφορούσα, σνομπάριζα, υπομειδιούσα με συγκατάβαση. Τι ξέρουν… Ελεγα. Ζώ πολλά χρόνια εκεί, πάνω από δύο δεκαετίες, και τριγυρνάω στα δρομάκια τους, σε τυπογραφεία, γραφεία και μαγαζιά, από το χειμώνα του ‘77 όταν μπήκα στον Ηράκλειτο της οδού Κωλέττη. Από τότε, δεν τα άφησα ποτέ.

Στα Εξάρχεια παντρεύτηκα, στον Αγιο Νικόλαο Πευκακίων, εκεί κάναμε τη μία βάπτιση· στο Λόφο του Στρέφη βγήκαν τις πρώτες βόλτες τους τα μωρά με το καρότσι, κι ύστερα στον παιδικό σταθμό της Μαυρομιχάλη και στον πεζόδρομο της Μεθώνης. Τα πρώτα δέντρα που είδαν ήταν οι μουριές της Καλλιδρομίου και τα πεύκα του λόφου· κατόπιν είδαν αμπέλια και λεμονιές. Στο λόφο πρωτόπαιξαν χιονιές, στο λόφο κατέφυγαν τη μέρα του σεισμού, στο λόφο είδαν Καραγκιόζη, έπαιξαν ποδόσφαιρο και μπάσκετ.

Στη γειτονιά αυτή μεγαλώνουν παιδιά, κάνουν παρέες που διαρκούν ακόμη κι όταν σκορπάνε σε διάφορα σχολεία, ξαναβρίσκονται στους πεζόδρομους, πίνουν καφέ στην πλατεία, στους πεζόδρομους με τα γκράφιτι υποδέχονται συμμαθητές από τα βόρεια και τα ανατολικά. Σε συτή τη γειτονιά θα πάνε φροντιστήριο, θα πάρουν πανεπιστημιακά βιβλία, στο ποτάμι της Σόλωνος, σε βιβλιοπωλεία κιβωτούς και ναυτίλους, θα εμβαπτισθούν στη λογοτεχνία και την πολιτική, στην ποίηση, τα κόμικς και τη φιλοσοφία. Και στη Stournari Valley θα μυηθούν στη δική τους εποχή.

Μια γειτονιά που μεγαλώνει παιδιά δεν μπορεί να είναι άβατη. Ούτε σβησμένη. Μια γειτονιά, όπου σε κάθε καφενείο συγκροτείται μια κοινότητα σε διαρκή ώσμωση με την κοινότητα του παραδίπλα καφενείου, δεν μπορεί να θεωρείται κλειστή και άβατη· είναι κοινωνία, είναι σώμα. Η κοινότητα του ιστορικού Παρασκήνιου, υπό την άτυπη ηγεσία του Μίμη, με τη μυρωδιά απ’ το πούρο του αείμνηστου Νίκου Μπαλή, με τη μνήμη του Χρήστου Βακαλόπουλου (οδός Ασημάκη Φωτήλα), με τον θυμόσοφο ίσκιο του Κωστή Παπαγιώργη, με τις ατέλειωτες συζητήσεις ζωγράφων, ποιητών και ηθοποιών, αυτή η πυρηνική κοινότητα της Καλλιδρομίου συγκοινωνεί διαρκώς με τον βραδινό Ενοικο του Βαγγέλη, με το Αμα Λάχει του Χρήστου και του Μήτσου, με τα σαββατιάτικα ούζα στις Μουριές μες στην καρδιά της λάμπουσας λαϊκής, με τα νεανικά καφέ στους νότιους πεζόδρομους, με τα ροκ καφέ της πλατείας όπου ακόμη πίνει τον εσπρέσο του ο παλαίμαχος λιθογράφος Χρίστος της Ερεσσού.

Οσο θυμάμαι τον εαυτό μου στα Εξάρχεια, θυμάμαι παρέες και κοινότητες. Ελληνικές· παει να πει, κοινότητες με φαγωμάρες και οίστρους, με αγάπες και ψύχρες, με μεθύσια και ξενερώματα, με μεροκάματα και deadline, με ποιήματα και άγριες καζούρες, με χάπενινγκ και μελαγχολίες, με πτώσεις και θανατικά. Και οι γενιές μπαινοβγαίνουν στις κοινότητες, διαδέχονται η μία την άλλη, περνούν από μυητήριες τελετές· στο μπαρ Decadence, πρώην κατοικία Ζωιτάκη, όπου φωτογραφίζεται ο Σαββόπουλος και ρητορεύουν σκηνοθέτες ενώπιον ενζενύ στις αρχές του ‘80, το ίδιο μπαρ αναζητούν ακόμη σήμερα ροκ δεκαοχτάρηδες: «Συγγνώμη, ξέρετε πού είναι η οδός Πουλχερίας» ρωτούν τις νύχτες οι νεοσσοί. Επί τρεις δεκαετίες ο ανθός της ελληνικής νεολαίας μυείται στα Εξάρχεια, μυείται σ’ έναν ιδιότυπο, αντιφατικό, ρευστό μα γοητευτικό και πολύτιμο κοινοτισμό, τέτοιον που δεν προσφέρει κανένα mall, καμιά διασκεδασούπολη Ψυρρή, κανένα fun park.

Γιατί εδώ; Γιατί έτσι; Γιατί ποιητές, ζωγράφοι, θεατρίνοι και κινηματογραφιστές δουλεύουν και συγχρωτίζονται εδώ; Γιατί η καθημερινότητα των μόνιμων κατοίκων παραμένει ζωντανή και αναμμένη, παρά τους χαλασμένους δρόμους, σε πείσμα της εγκληματικής παραμέλησης του Δήμου, παρά τον κλεφτοπόλεμο των αναρχικών με τα ΜΑΤ, παρά το διαρκές νταραβέρι των τοξικομανών που συνεχώς προς το «άβατο» προωθούνται; Γιατί;

Είπαμε. Γιατί οι άνθρωποι έχουν ανάγκη έναν κοινόχρηστο χώρο, ελεύθερο δημόσιο χώρο, χώρο ολοήμερης και ολονύχτιας ζωής, έχουν ανάγκη μια συνοικία ονείρων και ανταλλαγών, μια γειτονιά ομιλιών και αντεγκλήσεων, να σε ανέχονται και να μη σε επικρίνουν γιατί δεν ταιριάζεις στις νόρμες, να σε αποδέχονται γι’ αυτό που είσαι, ό,τι είσαι, πένης, σαλός, νεραϊδοπαρμένος, προκομένος, μοναχοδαρμένος, υπερκοινωνικός, φαφλατάς, ανέστιος, πλάνης, και νοικοκύρης.

Τα Εξάρχεια, μυθολογημένα, παρεξηγημένα, στερεοτυπικά, αντιφατικά, ακόμη κι έτσι, είναι μια από τις λιγοστές προτάσεις πολύχρωμης οργάνωσης αστικού βίου, απέναντι στην επέλαση των υπνωτηρίων, των μεζονετών και της ραδιενεργού πλήξης των προαστίων.

Ένα βλέμμα, Καθημερινή 28.12.2008

riot1

«Πού είναι το παιδί; Τηλεφώνησέ του τώρα! Να πάς να το μαζέψεις!» Χιλιάδες γονείς σε όλη την Ελλάδα γύρευαν τα παιδιά τους το Σάββατο τη νύχτα, ανήμερα του Αγίου Νικολάου, και την συννεφιασμένη Κυριακή που ξημέρωσε απειλητική, και τη Δευτέρα που τα λύκεια πλημμύρισαν τις πόλεις, ώς τη χθεσινή νύχτα που καιγόταν το σύμπαν…

Η αστυνομική σφαίρα που έριξε ξέπνοο τον 15χρονο Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο στο πλακόστρωτο, γωνία Μεσολογγίου και Τζαβέλα, πλάι στα ευρηματικά γκράφιτι, στις ψυχεδελικές ζωγραφιές και τα μποέμικα καφέ, πυρπόλησε τις καρδιές των εφήβων, πάγωσε τους γονείς τους, άπλωσε τα Εξάρχεια σε όλη τη χώρα.

Η νεολαία, δύσθυμη, ανασφαλής, παραχαϊδεμένη, πιεσμένη, μηδενιστική, ευνουχισμένη, παραγκωνισμένη, στριμωγμένη ανάμεσα σε ένα ξεχαρβαλωμένο λύκειο, σε ένα εξευτελισμένο πανεπιστήμιο, και σε ένα συνοφρυωμένο επαγγελματικό μέλλον διαγκωνισμού για 700 ευρώ, στο πρόσωπο του νεκρού έφηβου αναγνωρίζει τον εαυτό της. 

Ενα παιδί ήταν, ένα παιδί! Ελεγαν εμβρόντητοι οι συνομήλικοι του μεγάλου μου γιου, λυκειόπαιδες στα ιδιωτικά των βορείων προαστίων, όπως κι ο Αλέξανδρος. Χθες το πρωί, οι λυκειόπαιδες, ο ανθός της ελληνικής κοινωνίας, φώναζαν έξω από την Αστυνομία: Πυροβολήστε κι εμάς! Τα ίδια συνέβαιναν σε δεκάδες ελληνικές πόλεις.

Αυτό είναι το καινούργιο στοιχείο: η διασπορά της εξέγερσης σε όλη την επικράτεια και στην ευρεία μάζα των αδιαμόρφωτων λυκειόπαιδων. Αυτό το λαμπάδιασμα δεν έχει ξανασυμβεί. Παρότι υποψιαζόμασταν, παρότι αφουγκραζόμασταν, παρότι τα σημάδια υπήρχαν από καιρό, ωστόσο τόση οργή συσωρευμένη δεν την περιμέναμε. Ενα ελατήριο που φόρτιζε επί χρόνια, και τινάχτηκε βίαια, τρομακτικά, μαζί με τη σφαίρα που έριξε νεκρό τον έφηβο μάρτυρα. Το τρομερό ελατήριο εκτονώθηκε με έναν μάρτυρα.

Πώς φτάσαμε ως εδώ; Θυμάμαι το 1990, μετά την αθωωτική απόφαση του Εφετείου για τον αστυνομικό Μελίστα, που είχε σκοτώσει τον 16χρονο Μιχ. Καλτεζά το 1985. Το Πολυτεχνείο καταλήφθηκε ακαριαία, και στην πολυήμερη κατάληψή του από ποικίλες, αδέσποτες ομάδες ακούστηκε για πρώτη φορά ο αυτοπροσδιορισμός «Είμαστε ο ανθός της ελληνικής νεολαίας» και «Εμείς, ο ανθός της ελληνικής κοινωνίας».

molotovanthos

Πέντε χρόνια αργότερα, σε άλλη κατάληψη του Πολυτεχνείου, πεντακόσιοι νεαροί προσήχθησαν στη ΓΑΔΑ: ήταν τα παιδιά της μεσοαστικής τάξης, των καλών σχολείων, των ευυπόληπτων οικογενειών· οι γονείς τους συνωστίζονταν στην Αλεξάνδρας. Την επομένη στα πανώ της διαδήλωσης έγραψαν: «Είμαστε ο ανθός της ελληνικής νεολαίας».

Δεκαοκτώ χρόνια μετά την πρώτη αυτονόμηση του «ανθού» από το συμβατικό πολιτικό πλαίσιο, με αφορμή τον ατιμώρητο φόνο ενός 16χρονου, μετά την αυτονόμηση προς μεταπολιτικές κατευθύνσεις, με εν τω μεταξύ βαθείς μετασχηματισμούς στην κοινωνία, την εργασία και το φαντασιακό, ένας δεύτερος φόνος εφήβου, εν ψυχρώ, στην καρδιά των πολιορκούμενων Εξαρχείων, δείχνει τον «ανθό» μετασχηματισμένο, γενικευμένο, πολυπληθή, οργισμένο, μηδενιστή, τυφλό. Εκτός ελέγχου.

Δεκαοκτώ χρόνια μετά τα πρώτα σημάδια επί οικουμενικής κυβερνήσεως, το δημοκρατικό κράτος και το πολιτικό προσωπικό που το διοικεί εθελοτυφλούν, αλληθωρίζουν, ολιγωρούν, αδρανούν, ψεύδονται. Η πολιτική ελίτ σχεδιάζει μόνο βραχυπρόθεσμα και ενεργεί χωρίς καμία ιστορική προοπτική, και διαρκώς με ασθενέστερη αίσθηση του πραγματικού, με ελλιπή ή ανύπαρκτη γνώση της κοινωνίας. Το υπόδειγμα βίου που προσφέρουν είναι αλυσίδα σκανδάλων, φαυλότητας, διαφθοράς, ατιμωρησίας, ανικανότητας. Πρυτάνεις, υπουργοί, επίσκοποι, ηγούμενοι, συλλαμβάνονται κλέπτοντες και επίορκοι, νεόπλουτοι και μαυρόπλουτοι προκαλούν και καίνε ουίσκια, τα κανάλια συναγωνίζονται στην επίδειξη ξέκωλων, χλιδής και χυδαιότητας, η πρέζα πνίγει τις πόλεις, οι απόκληροι κατασκηνώνουν στις πλατείες, τα δημόσια νοσοκομεία παραλύουν.  Αυτό το υπόδειγμα βίου αρνείται ο «ανθός», βίαια, νιχιλιστικά, αυτοκαταστροφικά, τρομακτικά.

Και το υπόδειγμα του υπεραπασχολούμενου, αγχωμένου, άπληστου, απνευμάτιστου ενήλικου, που προσφέρουμε οι γονείς στα παιδιά, στους ανθούς μας. Τους προσφέρουμε σχολεία, φροντιστήρια, κινητά, λάπτοπ, διακοπές, γκάτζετ, δώρα, χαρτζιλίκια, γεμάτα ψυγεία· δεν τους προσφέρουμε κανένα αξιακό πλαίσιο, γιατί δεν το διαθέτουμε κι εμείς, δεν τους προσφέρουμε αισιοδοξία και πίστη, γιατί τα έχουμε χάσει. Προσφέρουμε ύλη, όση έχουμε, όσο κόπο κι αν χρειάζεται. Μόνο αυτή έχουμε. Προσφέρουμε πνευματική και ηθική ορφάνια.

Το βράδυ της Κυριακής πρωτοείδα το αγένειο πρόσωπο του Αλέξανδρου, σ’ ένα καφέ της πολιορκούμενης Τοσίτσα. Δάκρυσα. Δεν ήξερα αν δάκρυσα για το παιδί ή απ’ τα δακρυγόνα. Βλέποντας τα ερείπια και τ’ αποκαϊδια, μυρίζοντας τα χημικά, μυρίζοντας το μίσος, τον καπνό, δάκρυσα πάλι. Δάκρυσα για την πόλη μου, για την πατρίδα μου, για τα παιδιά, για τα δικά μας χάλια.

Κάτοικοι της οδού Μεσολογγίου ανάρτησαν στο σταυροδρόμι αυτό το κείμενο: sabbato_6-12-2008-2

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

RSS Gatherate: The Best of the Greeks

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Twitting

  • Οι Κούρδοι ρίχνονται στη μάχη ακούγοντας Rage against the machine - ΒΙΝΤΕΟ alfavita.gr/kosmos/301007_… via @alfavita 4 days ago
  • RT @business: Here's a snapshot of the European delicacies hit by the U.S. tariff threat bloom.bg/2nm3ym3 1 week ago
  • NEW PARTHENON: «πώς βλέπει κάποιος τον Παρθενώνα κ λέει είναι η εποχή της Αθηναϊκής Δημοκρατίας κ της κλασσικής Ελλ… twitter.com/i/web/status/1… 1 week ago
  • Ν. Ξυδάκης στο TVXS: Όσο ζυμώνεται η Αριστερά, η Δεξιά επελαύνει και κάνει μπίζνες --Με αφορμή τη δικαίωση στην υπό… twitter.com/i/web/status/1… 2 weeks ago
  • Πολιτισμός καζίνων με αυτοφωράκηδες || Για ποια έργα θα τον θυμούνται ως πρωθυπουργό τον Κυριάκο Μητσοτάκη; Για τα… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago
  • Τραπεζοκαθίσματα στη Δήλο (Γαίας ατίμωσις) Ας σκεφτούν οι βουλευτές και ο Κ. Μητσοτάκης τι ίχνος θα αφήσουν για τις… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 1.005.922 hits
Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: