You are currently browsing the tag archive for the ‘ενοχοποίηση’ tag.

Ακουγα προσεκτικά δύο επιφανείς ξένους πολιτικούς και οικονομολόγους, έναν Ισπανό και έναν Τούρκο να εξηγούν γιατί η αντιμετώπιση της κρίσης στον Ευρωπαϊκό Νότο δια της εντεινόμενης λιτότητας δεν οδηγεί πουθενά· ανατροφοδοτεί το πρόβλημα, βυθίζει περαιτέρω τις οικονομίες στην ύφεση, καταστρέφει κοινωνίες.

Ο Ζοσέπ Μπορέλ έχει χρηματίσει πρόεδρος του Ευρωκοινοβουλίου· ο Κεμάλ Ντερβίς ήταν υπουργός Οικονομικών της Τουρκίας την εποχή της μεγάλης κρίσης της, το 2001, ο άνθρωπος που την οδήγησε σε ανάκαμψη σε λιγότερο από δύο χρόνια. Ακουγα να αναλύουν τη μακροδομή της ευρωζώνης, εύληπτα και ευθύβολα, και άκουγα επίσης τις σκέψεις τους για την Ελλάδα, διατυπωμένες χωρίς διάθεση πατρωνίας, με φιλική διάθεση. Μην τα περιμένετε όλα από τον τουρισμό, είπε ο Ντερβίς· στραφείτε προς την οικονομία της γνώσης και της καινοτομίας, μπορείτε. Είπε κι άλλο ένα ενδιαφέρον: η κρίση δεν μπορεί να αποδίδεται σε εθνοφυλετικά χαρακτηριστικά, σε γονίδια, ότι οι Ελληνες δεν εργάζονται αρκετά, γι’ αυτό επτώχευσαν· κανείς δεν έχει πει κάτι ανάλογο για τους Αμερικανούς του Great Depression.

Παρόμοια ήταν τα συμπεράσματα των δύο Ελλήνων οικονομολόγων, των Θ. Πελαγίδη – Μ. Μητσόπουλου, το βιβλίο των οποίων συμπαρουσίαζαν οι δύο ξένοι: στην Ελλάδα υπάρχει πλούσιο δυναμικό επιστημόνων και ερευνητικών ιδρυμάτων, το οποίο όμως μένει αναξιοποίητο. Μία βασική αιτία: Η δαπάνη για επιχειρηματική έρευνα στην Ελλάδα είναι λιγότερη από το 1/5 του μέσου όρου στην ευρωζώνη. Προεκτείνω: Η ελληνική οικονομία, καθοδηγημένη επί ένα τέταρτο του αιώνος από τους ίδιους εγκεφάλους, απέφυγε να επενδύσει στην έρευνα, στην καινοτομία, στην παραγωγή· στράφηκε στην πιστωτική επέκταση, επιδόθηκε στον παρασιτισμό επί του κράτους, προμοδοτήθηκε η κατανάλωση.

Η πολιτική ηγεσία, αφοσιωμένη στο συμβόλαιο αμοιβαίας εξαχρείωσης με τους εκλογείς της, δεν εφρόντισε ούτε καν για ένα δίχτυ προστασίας των αδυνάτων. Την κρίσιμη στιγμή του ατυχήματος δεν διέθετε ούτε την ικανότητα ούτε τη βούληση να προτείνει ένα εθνικό σχέδιο σωτηρίας. Αντ’ αυτού, παραδόθηκε ολόψυχα στην καλοσύνη των ξένων και ταυτοχρόνως επιδόθηκε σε ενοχοποίηση του ελληνικού λαού, αμιλλώμενη τις λαϊκές φυλάδες της Γερμανίας: κράτος διεφθαρμένων, μαζί τα φάγαμε, λαός λαϊκιστών, κόμμα της δραχμής. Τούτη η φρικτή διαδικασία αυτολοιδορίας μου ήρθε πάλι στον νου, όταν άκουσα την σύγκριση του Κεμάλ Ντερβίς μεταξύ του ελληνικού και του αμερικανικού Great Depression. Πράγματι κανείς δεν απέδωσε το Κραχ και την Μεγάλη Υφεση στα τεμπέλικα γονίδια του αμερικανικού λαού· πολύ περισσότερο, ούτε ο Xούβερ ούτε ο Ρούζβελτ κατηγόρησαν το λαό τους για διαφθορά και σπατάλη.

Ισως δεν έχει νόημα πια να ανατρέχουμε κάθε τόσο στις απαρχές της κρίσης· προέχει να δούμε τι κάνουμε τώρα. Αλλά και έχει νοήμα. Διότι πρέπει να κατανοήσουμε την πολιτική παθογένεια, που οδήγησε σε ηγεσίες κατώτερες των περιστάσεων και σε εξασθένηση της δημοκρατίας, αφενός. Αφετέρου, πρέπει να αναλύσουμε και να βρούμε τρόπους να ξεπεράσουμε την παθητική ανάθεση, που χαρακτήρισε την πολιτική συμπεριφορά της λαϊκής πλειονότητας προ κρίσης· ώστε εν συνεχεία να ξεπεράσουμε το σοκ του δέους, την ενοχοποίηση, την αυτοϋποτίμηση και τον πάνδημο φόβο, που εγκαταστάθηκαν κατά την κρίση. Η ηττοπάθεια, ο κατακερματισμός, η έλλειψη φρονήματος, είναι τα δεινότερα πλήγματα της κρίσης πάνω στο κοινωνικό σώμα· αυτά το τυφλώνουν και το εμποδίζουν να ανασυγκροτηθεί διανοητικά και ψυχικά, ώστε να συγκροτηθεί και πολιτικά, να προβάλει την ενεργό του βούληση.

Ασφαλώς, η ανασυγκρότηση δεν είναι αποκλειστικά εσωτερική, εθνική υπόθεση. Η χώρα υπόκειται σε πολλές και ποικίλες δεσμεύσεις· η εθνική κυριαρχία ήταν συμπεφωνημένα περιορισμένη και προ Μνημονίου. Η ανάκαμψή μας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ανάκαμψη της ευρωζώνης, δηλαδή από την αλλαγή πολιτικής πορείας του υπερεθνικού συνόλου στο οποίο ανήκουμε. Ωστόσο οι δυνατότητες επηρεασμού της υπερεθνικής πορείας εκ μέρους μας είναι περιορισμένες. Εκεί που μπορούμε να εξαντλήσουμε τις δυνατότητες είναι στο εθνικό πεδίο, και εκείθεν θα επηρεάσουμε και το υπερεθνικό: να ανασυγκροτήσουμε το δημοκρατικό κράτος, να αναβαθμίσουμε τους πληγωμένους θεσμούς, να εφαρμόσουμε ένα πραγματιστικό και ριζοσπαστικό σχέδιο για την οικονομία, τη γνώση, την παιδεία, τον πολιτισμό. Ολα τούτα προϋποθέτουν ανάκτηση φρονήματος, πίστη, ευθύνη, ομόνοια, αλλά και ανάκτηση της αίσθησης δικαιοσύνης, ισονομίας, ισοπολιτείας.

Για την παρ’ ημίν Μεγάλη Υφεση δεν φταίνε οι ξένοι, οι ψεκασμοί, οι σοφοί της Σιών, οι συναστρίες, ο Αγαθάγγελος. Πάντως σίγουρα δεν φταίνε και τα νότια γονίδια.

Advertisements

Munoz-boxer

Εχουμε κουραστεί να μετράμε απώλειες. Τέσσερα χρόνια τώρα. Απώλειες υλικές, κοινωνικές, πολιτικές. Η ύστατη και ίσως σημαντικότερη απώλεια με την οποία απειλούμαστε είναι η απώλεια ταυτότητας. Οχι ότι θα τη χάσουμε και θα είμαστε το τίποτε, αλλά υπό την έννοια ότι τα σοκ των μεταβολών ήταν και είναι τόσο πολλά, οι μετασχηματισμοί τόσο απότομοι και βίαι οι, που δεν ξέρουμε πια πού στεκόμαστε, πού πατάμε, ποιοι είμαστε μέσα στη δίνη.

Από τις πρώτες μέρες της αναγγελίας της χρεοκοπίας και της επιβολής των μνημονίων οι Ελληνες βίωσαν μια καταιγίδα δημοσιότητας, σχετική με τον χαρακτήρα τους, με αυτή την συχνά ισοπεδωτική γενίκευση που αφορά τον εθνικό χαρακτήρα, τα χαρακτηριστικά ενός εθνικού συνόλου. Τα εντυπωσιοθηρικά ιδίως μήντια της Βορείου Ευρωπης ανέσυραν πλήθος στερεοτύπων για τον συνοπτικό ανθρωπότυπο του πονηρού, οκνηρού, απείθαρχου, ηδονιστή Ελληνα. Από κοντά, και εγχώριοι θυμόσοφοι.

Το παράδοξο είναι ότι πολλοί Ελληνες συμμερίζονται αυτή την στερεοτυπική περιγραφή τους, για διάφορους λόγους: ίσως επειδή ενσωματώνουν μια ραγιάδικη στάση ζωής, ισχυρό κατάλοιπο υποτελούς της οθωμανικής αυτοκρατορίας· ίσως επειδή βαυκαλίζονται ότι με την πονηριά ξεγελούν τον κουτόφραγκο· ίσως επειδή νιώθουν διαρκώς σύμπλεγμα κατωτερότητας έναντι ενός εξιδανικευμένου, μυθικού Ευρωπαίου ανθρώπου. Πολλά ίσως. Και μια βεβαιότητα: η πλημμύρα και η ένταση της προπαγάνδας για τον ένοχο Ελληνα ήταν τέτοιες που ακόμη και οι μη στερεοτυπικά κομπλεξικοί λύγισαν, υπέκυψαν, έφτασαν ώς τις εσχατιές της μειονεξίας, της αυτοενοχοποίησης, της αυτοϋποτίμησης· εντέλει της αποπροσωποίησης. Με αυτή την έννοια μιλάμε για απώλεια, για ράγισμα ταυτότητας.

Στο ζενίθ της κρίσης, μετά τέσσερα σχεδόν χρόνια αβεβαιότητας και πόνων, μετά αλλεπάλληλες απώλειες, μέγα πλήθος Ελλήνων στέκεται βουβό, μουδιασμένο, με παγωμένη την ψυχή και το μυαλό. Δεν είναι ακριβώς ήττα, αλλά είναι ασφαλώς μια ορισμένη ηττοπάθεια. Εχουν δοθεί μάχες, αλλά όλες σχεδόν έχουν χαθεί στο συλλογικό πεδίο. Ολες οι μάχες ήταν αμυντικές και όλες ήταν στατικές, σε χαρακώματα και απηρχαιωμένες γραμμές Μαζινό. Εδώ και καιρό πια, ο αγώνας μεταφέρθηκε στο ατομικό πεδίο, στο πεδίο της επιβίωσης, με κυρίαρχες τις πρωταρχικές ενορμήσεις, το ένστικτο αυτοσυντήρησης.

Και στα δύο πεδία, συλλογικό και ατομικό, επικρατούν ο φόβος, η ανασφάλεια, η αβεβαιότητα, η σύγχυση, η έλλειψη αυτοπεποίθησης, η απαισιοδοξία. Αλλά και η οργή, το μίσος, η μνησικακία, η μοχθηρία. Στο συλλογικό πεδίο αυτά τα αισθήματα, αυτές οι στάσεις, εκφράζονται με διασταυρούμενα πυρά ασυνεννοησίας, με ιδεοληπτικές καθηλώσεις ασύμπτωτες, με πηχτή κακία, με διαρκώς εντεινόμενη δυσπιστία προς το κράτος, τους θεσμούς, το πολιτικό σύστημα. Με έναν διχασμό να σιγοβράζει· διχασμό ωστόσο που δεν έχει σαφείς πόλους, με διακριτά ιδεολογικά περιγράμματα. Η πολλαπλώς και ατυπικά εκδηλούμενη σύγκρουση δεν μορφοποιείται ακόμη πολιτικά, πλην όμως μπορούμε να διακρίνουμε ευκρινώς πλέον το υλικό της υπόστρωμα: την αναδιανομή πλούτου και τον ανασχηματισμό τάξεων.

Η πολύμορφη μεσαία τάξη, με τις ποικίλες διαστρωματώσεις στο εσωτερικό της, οικονομικές, ιδεολογικές, ανθρωπολογικές, καθώς διαρρυγνύεται βιαίως από την κρίση, σκορπίζεται στα θραύσματά της και σκορπίζει μαζικά δυσφορία, ανοικειότητα, αποξένωση, φόβο. Στο μέτρο που, τις τελευταίες αρκετές δεκαετίες, η μεσαία τάξη καθόριζε τη συλλογική ψυχή και τη γενική διάνοια, η παρούσα θραύση της καθορίζει το νέο habitus: ένα παγωμένο ρευστό φόβου, καχυποψίας, έχθρας. Αυτά τα υλικά είναι τα πρωτεύοντα περιεχόμενα μες στην υδραργυρική ταυτότητα των ανθρώπων της κρίσης. Και αυτά τα ψυχοτοξικά υλικά οδηγούν στην αδράνεια, το μούδιασμα, το πάγωμα του νου· σε μια δομική απαισιοδοξία, ότι όλα μπορούν να πάνε και χειρότερα, σε μια ενδιάθετη ηττοπάθεια και μοιρολατρία, ότι ο άνθρωπος δεν είναι κύριος της μοίρας του, ανώτερες δυνάμεις την ορίζουν.

Από τη μια, η τρόικα, οι δανειστές, οι ξένοι: το έξω κακό. Από την άλλη, οι ανάξιοι ή αδύναμοι κυβερνήτες, το πολιτικό σύστημα, το ριζικό της φυλής: το έσω κακό. Η οψέποτε σωτηρία δεν θα έρθει από έξω ή από έσω, αλλά εκ των άνω, μ’ ένα θαύμα, έναν Μεσσία. Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε.

Η ανάγνωσή μας είναι ασφαλώς μερική και στατική· οι άνθρωποι και οι κοινωνίες κινούνται δυναμικά και μη γραμμικά. Ο,τι διαβλέπουμε σήμερα ως ηττοπάθεια, αύριο ίσως αναδυθεί ως αναγεννητική ορμή. Αλλά ας δούμε τουλάχιστον πώς είμαστε, ποιοι είμαστε, εδώ και τώρα.

εικ.: José Antonio Muñoz

Oliver_Twist

Πολλά ανέδειξε η κρίση, κρυμμένα, λανθάνοντα, αποσιωπημένα μες στο σώμα της κοινωνίας. Στοιχεία θαμμένα ή οιονεί λησμονημένα, ξεπερασμένα τάχα από τη διαρκή πρόοδο, αναδύθηκαν δείχνοντας το τρομακτικό τους πρόσωπο. Η φτώχεια, η ανημπόρια, η καταφρόνια, η ταπείνωση, οι ταξικές διακρίσεις, που χωρίζουν σαν χαράδρα τους έχοντες από τους μη έχοντες, τους δυνάμενους από τους αδύναμους, τους επιπλέοντες από τους βουλιαγμένους. Αυτά τα στοιχεία, αυτές οι συνθήκες ζωής, αιφνιδίασαν νοητικά τους ανθρώπους της κρίσης, καθώς άλλαζαν βιαίως πίστα ή ετίθεντο εκτός πεδίου, εκτός δήμου, εκτός κοινωνίας. Και σταδιακά άλλαξε ο λόγος, το discours περί συνεπειών της κρίσης πάνω στις ζωές των ανθρώπων, παραμερίστηκαν οποιαδήποτε επιχειρήματα περί κοινωνικής συνοχής, κράτους πρόνοιας, κοινωνικού συμβολαίου, θεμελιωδών δικαιωμάτων που εγγυάται η δημοκρατία. Ολα υποσκελίστηκαν από ένα είδος εμμονικού, μνησίκακου κοινωνικού δαρβινισμού, που ενοχοποιεί τους αδύναμους και τη δίκαιη οργή τους.

Τον Μάιο 2010 γράφαμε: «Ο άνεργος σε καιρό κρίσης είναι ο άνθρωπος που βουλιάζει· όποιος διατηρεί το μεροκάματο, ακόμη και με ηθικές και υπαρξιακές εκπτώσεις, έχει περισότερες πιθανότητες να γλιτώσει. Αλλά τι σημαίνει ”να γλιτώσει”; Τι άνθρωπος θα είναι ο ”γλιτωμένος”, όταν γύρω του θα σωριάζονται πτώματα; Η ατομική επιβίωση, θεμιτή και ενστικτώδης, θα είναι αρκετή να τον γλιτώσει και σαν ολόκληρο άνθρωπο, κοινωνικό, έλλογο και ηθικό άνθρωπο; Και πώς γνωρίζει ο ”γλιτωμένος” ότι δεν θα έρθει η σειρά του να βουλιάξει; Το πιθανότερο: Θα βουλιάξουν πολλοί, θα επιπλεύσουν λίγοι.» ( Αλλά κανείς δεν γλίτωσε μόνος του.)

Tον Ιούνιο 2011 επανήλθαμε: «Η Ελλάδα χωρίζεται σε όσους θα σωθούν, με απώλειες έστω, και σε όσους θα βουλιάζουν. Τη διαίρεση, υλική και ψυχική, τη νιώθεις πια, την αισθάνεσαι, δεν χρειάζεται να τη συλλογιστείς. Είναι απότοκο της δυσχέρειας κι είναι απότοκο της ανισότητας και της αδικίας… Η αυξανόμενη δυσχέρεια του βίου φέρνει μεμψιμοιρία, ματαίωση, φθόνο, μοχθηρία. Η ευημερία, πραγματική ή επίπλαστη, όσο μοιραζόταν παντού κι άφηνε τα ψίχουλά της εδώ κι εκεί, σκέπαζε τις αντινομίες, κοίμιζε τη σκέψη και τα αισθήματα. Τώρα που αποσύρεται ατάκτως, αφήνει ακάλυπτο το ερεθισμένο νεύρο της μνησικακίας, πικρό το στόμα.»

Το φθινόπωρο του 2013, ο πτωχευμένος, ο άνεργος, ο ανήμπορος, ο βουλιαγμένος εξορίζονται από τις συζητήσεις των γλιτωμένων. Δεν θέλουν να ακούνε για τον πόνο ή, έστω, τη δυσκολία των άλλων. Οταν τίθεται το ζήτημα, αμφισβητούν στοιχεία, γεγονότα, όποιον θέτει το ζήτημα· αλλάζουν θέμα, σιωπούν. Ή γίνονται κατάφωρα εχθρικοί: ο φτωχός παράγει τη φτώχεια του, ο δυστυχής τη δυστυχία του, ο καθείς είναι υπεύθυνος για τη μοίρα του. Κάποιοι το θεωρητικοποιούν: η πτώχευση και το μνημόνιο δεν φταίνε για την κρίση, η κρίση προϋπήρχε, όπως και ο νεοναζισμός άλλωστε· η εξαθλίωση και η ακροδεξιά έχουν γονιδιακό υπόστρωμα, είναι λανθάνουσες έξεις που φανερώνονται τώρα λόγω χαμηλής αισθητικής παιδείας.

Οι γλιτωμένοι θα προτιμούσαν οι βουλιαγμένοι, οι φτωχοί, να είναι αόρατοι. «Η Χάννα Αρεντ υπενθυμίζει το λόγο του Τζων Ανταμς: η ανθρωπότητα δεν δίνει καμία προσοχή στον φτωχό που πλανιέται στα σκοτάδια. ‘Δεν τον αποδοκιμάζουν, δεν τον λογοκρίνουν, δεν τον μέμφονται· απλώς δεν τον βλέπουν’» (στο: Μυριάμ Ρεβώ ντ’ Αλλόν, Ο συμπονετικός άνθρωπος, εκδ. Εστία).

Ο Αλέξης ντε Τοκβίλ στο «Η δημοκρατία στην Αμερική» εντοπίζει τη διαφορά της δημοκρατικής από την αριστοκρατική κοινωνία, μεταξύ άλλων, στο αίσθημα της συμπόνιας και της κοινής μετοχής στο ανθρώπινο γένος. Εντοπίζει σε μια επιστολή της περίφημης μαντάμ ντε Σεβινιέ την παράδοξη συνύπαρξη ωμότητας και συμπάθειας. Η μαντάμ ντε Σεβινιέ περιγράφει με παιγνιώδες ύφος τις βιαιοπραγίες κατά την καταστολή μιας λαϊκής εξέγερσης στη Βρετάνη· ο Τοκβίλ σχολιάζει: «Θα ήταν λάθος να νομίσουμε ότι η μαντάμ ντε Σεβινιέ, που χάραζε τις γραμμές αυτές, υπήρξε πλάσμα εγωιστικό και βάρβαρο: αγαπούσε με πάθος τα παιδιά της και δειχνόταν ιδιαίτερα ευαίσθητη στις λύπες των φίλων της: και διαβάζοντάς την διαβλέπει κανείς ότι μεταχειριζόταν με επιείκεια και αγαθότητα τους υποτελείς και υπηρέτες της. Ομως η μαντάμ ντε Σεβινιέ δεν αντιλαμβανόταν με διαύγεια τι σήμαινε να υποφέρει κάποιος όταν αυτός ο κάποιος δεν ήταν ευγενής.» (ό.π.)

Τα τριάμισι χρόνια πτώχευσης, ανέργων και φτωχών μοχλεύουν τη δημοκρατική κοινωνία προς την ανατροπή ή τη μετάλλαξή της: είτε με νεοναζιστική απόδραση από το πολιτικό, για τους βουλιαγμένους, είτε με διολίσθηση προς την αριστοκρατική κοινωνία της μαντάμ ντε Σεβινιέ, για τους γλιτωμένους.

alack_sinner_3

Υποκειμενικό πάντα το βλέμμα σαρώνει το αθηναϊκό κέντρο τις τελευταίες νύχτες του Αυγούστου, τις πρώτες Σεπτεμβρίου. Η πόλη είναι μουδιασμένη ακόμη, άδεια, σαν παρατημένη, ακόμη και τα φώτα φαίνονται λίγα, αδύναμα να φωτίσουν το αστικό κενό, το διαρκώς εκτεινόμενο. Τα καφέ και τα μπαρ ανοιγοκλείνουν διαδοχικά, λειτουργούν σαν μικροεστίες κίνησης, σποραδικά, προσωρινά, οι πιάτσες μετακινούνται, τίποτε όμως δεν μπορεί να ανασχέσει τη βουβή εντροπία που κυριεύει σιγά σιγά το ιστορικό κέντρο.

Στους ήσυχους σκοτεινούς δρόμους αφουγκράζεσαι κάτι να σιγοβράζει. Ισως ο φόβος να αναδεύεται στα σπλάχνα και να ξεδιπλώνεται, να αλλάζει θέση. Ισως να παίρνει τη θέση του η οργή. Ισως να προσπαθεί να βγει μπροστά η ελπίδα. Πϊσω από την ερημία των δρόμων κάτι σαλεύει.

Οταν φωτίζει η μέρα, διακρίνεις κάτι. Ενα χάσμα. Η κρίση αναδεικνύει κρυμμένες χαράδρες, και ανοίγει καινούργιες: ταξικές, πολιτικές, πολιτισμικές, ανθρωπολογικές. Οι αδύναμοι, οι πεπτωκότες, μένουν πίσω, άλλοτε φανερά, και το συχνότερο σιωπηλά: γέροντες αδυνατούν να πληρώσουν τους φόρους τους και να επιζήσουν με τα απομεινάρια σύνταξης, παιδιά που αδυνατύν να συνδράμουν τους γονείς τους, γονείς που δυσκολεύονται να στηρίξουν τα παιδιά τους. Η ταξική χαράδρα είναι η πιο βαθιά και η πιο αποτρόπαιη. Το περιλάλητο λίπος κάηκε, τόσο επιπολής που ήταν, και τώρα σιγοσβήνουν ζωές και αξιοπρέπειες, κοινωνικές αρθρώσεις.

Στη σιγαλιά της νύχτας έως όρθρου βαθέος, στους αθόρυβους πλην πυρακτωμένους δρόμους των δικτύων, ακούγεται υπόκωφη η οργή, η ματαίωση, κοχλάζουν βαριές κουβέντες, ορίζονται διαχωριστικές γραμμές. Ο,τι ελάνθανε μισοκεπασμένο από τη δάνεια ημιχλιδή τα χρόνια του 1990 και του 2000, ό,τι ψευδοενοποιούσε ο φενακισμός της ισχυράς Ελλάδος, τώρα προβάλλει γυμνό και γωνιώδες, τροχισμένο από την σπάνη και την ανάγκη, φλογισμένο από την ανισότητα. Η ανοχή περιορίζεται, ακόμη και η αδιαφορία, το «εντάξει μωρέ, και τι έγινε» τέλειωσε. Η ψευδοευφορία του λάιφστάιλ, ο εξισωτισμός της κατανάλωσης και του ομοιόμορφου στυλ, τελειώνουν με γδούπο και λυγμό. Κάθε κακομοίρης στη μοίρα του.

Και να, μέσα απ’ τα αποκαΐδια του παλιού κόσμου, ένα αναποδογύρισμα. Οι πρώην φλύαροι γελωτοποιοί του λάιφστάιλ, τα ρουλεμάν ολιγαρχών και φυλάρχων, οι παπαγάλοι τοπαρχών και κομματαρχών ξεμυτίζουν σαν αρχάγγελοι της νέας εποχής και της δίκαιης τιμωρίας, σαν τιμητές: κουνάνε το δάχτυλο στον τζίτζικα λαουτζίκο τον εκμαυλισμένο, τον μέγα συνυπεύθυνο, τον ένοχο αμέριμνο. Φταίει ο άρρωστος για την αρρώστια, ο φτωχός για τη φτώχεια. Επιασε. Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα έπιασε· η γιγάντια επιχείρηση ενοχοποίησης και χειραγώγησης θυμικού και λογικού λειτούργησε. Θα ‘λεγες ότι εφαρμοζόταν μάνιουαλ κοινωνικής ψυχολογίας, με οδηγίες βήμα βήμα για τον έλεγχο των μαζών, για τη διάχυση και εμπέδωση ενός new speak και την πειθήνια συμμόρφωση των νεοπληβείων κατά την προσγείωση τους στις πίστες του κάτω κόσμου.

Το σοκ της κρίσης αμβλύνει τη μνήμη. Πολλοί απ’ όσους σήμερα καταριούνται τα λαμόγια, την ασωτία και την ανομία, τω καιρώ εκείνω, της ασωτίας και της γκλαμουριάς, ήσαν συναυτουργοί τους, ιεροφάντες, συνδαιτυμόνες και αυλικοί. Γλεντούσαν στα ίδια μαγαζιά, έπαιρναν δημόσιες θέσεις και κρυφά πέι-ρολ, συμμετείχαν και συναινούσαν. Χαχάνιζαν στα ράδια με μπιτάκια και ποζάριζαν στα γκλόσσυ εξώφυλλα. Ή σιωπούσαν.

Η φρενίτις του χρηματιστηρίου, ο παροξυσμός των εθνικών εργολάβων και των εθνικών προμηθευτών, η θρησκεία του real estate, η επέλαση των ξέκωλων, τα ώπα στα σκυλοβαρελάδικα, τυλίγονταν όλα με αποδοχή, θαυμασμό, συγκατάθεση, ανοχή. Ή ηχηρή σιωπή.

Speak, memory. Εζήσαμε τα χρόνια του ’70 και του ’80 των αρχομένων μετασχηματισμών, θυμόμαστε λόγια μεγάλα μ-λ και ιδεολαγνίες, αυθάδειες και αλαζονίες, κωλοπαιδισμούς. Διαπλεύσαμε ευδαίμονες και μελαγχολικοί μαζί τα χρόνια του ’90, την υπερδιαστολή του φαντασιακού και των προσδοκιών, τη γενικευμένη χυδαιότητα, την αλήθεια ως μια μόνο στιγμή του ψεύδους. Διαβάσαμε εντιτόριαλ και ακκισμούς, δημόσιες καταθέσεις, εζήσαμε στο πλάι και σε κρυμμένα κέντρα, ήμαστε εκεί, όλο τον καιρό, παντού.

Μερικοί, καμπόσοι, δεν σιώπησαν, ούτε το ’80 ούτε το ’90 ούτε το 2000. Και θυμούνται πρόσωπα, πράγματα, καταστάσεις. Ετσι, ώστε η μνήμη να λειτουργεί ανακουφιστικά και δημιουργικά, ηρεμιστικά και διασωστικά. Και αυστηρά και δίκαια «και φοβηθήσονται αι νήσοι από ημέρας πτώσεώς σου». Speak, memory.

 

Εικον.: Αlack Sinner, του Juan Munoz.

VISKADOURAKIS
Το βαρύ πυκνό καλοκαίρι του 2013, πολλοί άνθρωποι που συναντώ, πολύ διαφορετικοί μεταξύ τους, μεταφέρουν την ίδια αίσθηση: ότι εκμετράται ο χρόνος της παρούσας κρίσης, ότι βαδίζουμε προς μια κορύφωση. Η κορύφωση έχει ποικίλες καταλήξεις, αναλόγως του συνομιλητή, πάντως όλες είναι δραματικές, οδυνηρές και λυτρωτικές συνάμα.

Τριάμισι χρόνια μετά την κατάπληκτη ομολογία πτώχευσης, τριάμισι χρόνια αλεπάλληλων θυσιών των Ελλήνων της μείζονος πλειοψηφίας και αλλεπάλληλων σφαλμάτων και σφαγών, τριάμισι χρόνια συνεχούς καταβύθισης. Δεν πάει άλλο. Ας γίνει κάτι ριζικό, ας είναι επώδυνο, αρκεί να μη συνεχιστεί αυτή η βύθιση, άλλωστε δεν έχουμε πια και πολλά να χάσουμε. Το λένει άνθρωποι υψηλής μορφώσεως, νοικοκύρηδες έως πρόσφατα, που τώρα αγκομαχάνε να τα βγάλουν πέρα, γονατισμένοι από φόρους, περικοπές μισθών, εξανεμισμένα εισοδήματα, με άνεργους συζύγους και παιδιά, με δάνεια και με σχολάζοντα κληρονομικά ακίνητα που κουβαλάνε φόρους και χαράτσια.

Τρία και πλέον χρόνια από το ιστορικό διάγγελμα του Καστελόριζου, όταν και επισήμως έμαθαν ότι η εθνική κυριαρχία αναστέλλεται επ’ αόριστον, οι αμέριμνοι νοικοκύρηδες της απέραντης μεσαίας τάξης έχουν μάθει εν τω μεταξύ ότι η κρατική χρεοκοπία συνεπιφέρει συρρίκνωση της λαϊκής κυριαρχίας, ιδιωτική πενία, κοινωνική υποβάθμιση έως πληβειοποίησης, πολιτική αστάθεια. Οι περισσότερες σταθερές του βίου γκρεμίστηκαν, για όλους. Για πολλούς, ο βίος εξέπεσε σε γυμνή ζωή, σε γυμνή επιβίωση. Γι’ αυτούς τους πολλούς δεν υπάρχει πια τίποτε να χάσουν, ούτε να φοβηθούν. Αυτή είναι η κορύφωση, η ρήξη, που την αφουγκράζονται να έρχεται πολλοί Ελληνες τούτο το καλοκαίρι.

Αυτοί οι άνθρωποι, οι ήδη χαμένοι, όσοι ακόμη χάνουν, και κυρίως όσοι ακόμη σκέφτονται και αισθάνονται, παρά τα αλλεπάλληλα κύματα ενοχοποίησης, σύγχυσης και προπαγάνδας, αυτοί οι άνθρωποι είναι σε θέση ακόμη να αρθούν υπεράνω της οργής και του μίσους του ανήμπορου ηττημένου, και να πάρουν τις ζωές τους στα χέρια τους. Φρονώ ότι οι άνθρωποι αυτοί είναι πολλοί. Και είναι το πολυτιμότερο κοίτασμα της ελληνικής γης. Αλλά είναι ασύνδετοι, σκόρπιοι, σαστισμένοι, δεν επικοινωνούν μεταξύ τους, δεν μοιράζονται μια κοινή εικόνα εαυτού και ένα κοινό σχέδιο πορείας. Πορεύονται μόνοι στα τυφλά.

Η χώρα πορεύεται αφεύκτως, βρίσκεται ήδη, σε μια οικονομία πολέμου, χωρίς τον συμβατικό πόλεμο. Είναι ήδη εμπλεγμένη στον πρώτο γεωοικονομικό πόλεμο του 21ου αιώνα, και στο εγγύς μέλλον θα τον δούμε εναργέστερα. Οπως σε κάθε πόλεμο, την πρωταρχική σημασία την έχει το φρόνημα του εμπλεκομένου και το τι καλείται να υπερασπιστεί, δηλαδή το τί είναι, τι θεωρεί ότι είναι. Ακριβώς αυτό έχει κλονιστεί πρώτο, με το ξέσπασμα της κρίσης: η ταυτότητα. Ποιοι είμαστε, ποιοι ήμασταν, ποιοι καλούμαστε να είμαστε. Πώς βλέπουμε τώρα τους εαυτούς μας, μετά τα χαστούκια, τις ήττες και τους εξευτελισμούς. Αντέχουμε; Αυτό συζητείται εντόνως, όλα αυτά τα τριάμισι χρόνια του Γολγοθά, και αυτό αιωρείται ακόμη αναπάντητο στην κορύφωση του δράματος. Είναι η περιλάλητη «αφήγηση», το όραμα, το σχέδιο, η απόφαση και η πράξη της αναγέννησης.

Τολμώ να υποστηρίξω ότι η κοινή αφήγηση, τέλος πάντων η αφήγηση που θα χωράει πολλούς, όχι όλους, αλλά πολλούς, δεν θα προκύψει πρώτη αυτή και μετά η δράση. Δεν θα σχηματισθεί ακεραία και πλήρης, και κατόπιν θα σπεύσουμε προς εφαρμογήν της. Αντιθέτως, η αφήγηση θα ξεκινήσει σαν δράση και λόγος μαζί, και θα εκκινήσει μερική, αποσπασματική, επείγουσα, από πολλές πηγές συμβάλλουσα σε ρυάκια και κοινά ποτάμια· και θα σχηματίζεται βαθμιαία, αλλάζοντας και αυξάνοντας δυναμικά διαρκώς σύμφωνα με τις ανάγκες των ανθρώπων, των δρώντων σκεπτόμενων υποκειμένων. Θα αναδύεται μια νέα γενική διάνοια.

Είμαστε τα πιο προχωρημένα θύματα μιας κρίσης διπλής, εσωτερικής και εξωτερικής. Αυτή η πρωτοπορία είναι πλεονέκτημα και κατάρα μαζί: μας επιτρέπει να πειραματιστούμε και να καινοτομήσουμε στην επίλυση της δικής μας κρίσης, αφενός· να δούμε πώς μπορούμε να σώσουμε τη χώρα και τους εαυτούς μας. Αφετέρου, η έκβαση της δικής καινοτομίας-σωτηρίας εξαρτάται εν πολλοίς από το διεθνές περιβάλλον. Συγκεκριμένα: Δεν μπορούμε πια να περιμένουμε να μας σώσει η Ευρώπη, αλλά και δεν μπορούμε να σωθούμε αγνοοώντας παντελώς τι συμβαίνει στην Ευρώπη. Ολα θα κρίνονται διαρκώς πάνω στην κόψη του καιρού και στο ζύγισμα οφέλους-ζημίας. Η επίκληση μιας ιδεατής Ευρώπης που είναι μοναδικός προορισμός, ακόμη κι αν έχουμε μετατραπεί σε προτεκτοράτο εξαθλιωμένων νεοπληβείων, εκτός από σφαλερή είναι και δόλια και επικίνδυνη. Το ίδιο σφαλερή και επικίνδυνη μπορεί να είναι η άκριτη αποδοχή ενός δρόμου που οδηγεί σε ευθεία σύγκρουση με την Ευρώπη ή τέλος πάντων με τις ηγεμονεύουσες δυνάμεις της, κυρίως τη Γερμανία. Σε κάθε περίπτωση, η μονοσήμαντα ραγιάδικη ή η τρελοαντάρτικη στάση, με ιδιοτέλεια ή ιδεοληψία, είναι ολέθριες αμφότερες.

Επιστρέφουμε στην ταυτότητα· όχι ουσιοκρατικά, αλλά δυναμικά. Δεν θα αποφασίσουμε τώρα ποιοι ακριβώς είμαστε εφεξής και τι θα παραδώσουμε στα παιδιά μας. Αυτό διαμορφώνεται διαρκώς στο άμεσο μέλλον. Αλλά για να επιζήσουμε σε συνθήκες οικονομίας πολέμου, πρέπει να συμφωνούμε σε κάποιο ελάχιστο κοινό παρονομαστή. Ας είναι τα πιο πρακτικά, τα πρώτα: μια νέα σχέση του επανιδρυμένου κράτους με την εργασία και τη νέα επιχειρηματικότητα, τη μικροαμεσαία κυρίως, τη ραχοκοκκαλιά της εγχώριας οικονομίας. Η ενδυνάμωση της κοινωνικής αλληλεγγύης, που τόσο θαυμαστά και απρόσμενα βλάστησε στους δύσκολους καιρούς. Επιστροφή στη γη και στις τέχνες υπό νέους όρους. Και ταυτοχρόνως, υποκάτω: Αποδοχή και ανανέωση της παράδοσης. Σύνδεση με τη διασπορά. Σύνθεση του πατριωτικού αισθήματος με την οικουμενική εξακτίνωση. Τέτοια.

Η απειληθείσα κατάρρευση της κυβέρνησης στην Πορτογαλία, λίγες μόνο ημέρες μετά τον κλονισμό και τον ανασχηματισμό της κυβέρνησης στην Ελλάδα, δείχνει ότι η έξοδος από την κρίση απέχει πολύ ακόμη στην ευρωζώνη. Και οι δύο λαοί έχουν υπομείνει καρτερικά πολλές θυσίες επί μια τριετία, η Ελλάδα μάλιστα κατέχει το πανευρωπαϊκό μαύρο ρεκόρ στην ανεργία και την ύφεση. Σε λιγότερο από ένα χρόνο, και οι δύο χώρες θα βγουν από τη δανειακή ομπρέλα του Μνημονίου, αλλά δεν είναι διόλου βέβαιο ότι θα μπορούν να δανειστούν από τις αγορές. Ισως χρειαστεί ένα νέο πρόγραμμα, εκ νέου αναδιάρθρωση χρέους, νέα χρηματοδότηση με τον άλφα ή βήτα τρόπο. Η δοκιμασία θα συνεχιστεί.

Και όμως, οι πολίτες έχουν υπομείνει πολλά. Σε προχθεσινή έκθεσή της, η Eurobank αναφέρει ότι η δημοσιονομική προσαρμογή που πέτυχε η Ελλάδα είναι η μεγαλύτερη που έχει πετύχει ποτέ χώρα του ΟΟΣΑ σε όλη τη μεταπολεμική περίοδο. Στην έκθεση επισημαίνεται όμως και η παρενέργεια της κολοσσιαίας προσαρμογής: η ανεργία απειλεί την κοινωνική συνοχή, καταστρέφεται φυσικό και ανθρώπινο κεφάλαιο.

Θα προσθέταμε: απειλείται πλέον και η εύρυθμη λειτουργία της δημοκρατικής πολιτείας. Απειλείται η ουσία της ευρωπαϊκής συνομοσπονδίας ελευθέρων κρατών, ο κοινός ευρωπαϊκός χώρος για ισότιμους πολίτες. Η κρίση διόγκωσε την ανισότητα με κάθε έννοια, υλική και πολιτική. Οι πληττόμενοι της κρίσης αποκλείονται σταδιακά από την εργασία, την πρόνοια, τον κοινωνικό χώρο, και αποσύρονται επίσης, εκόντες άκοντες, από το πεδίο της δημοκρατίας. Αποσύρονται στη σιωπή ή στις κραυγές της μνησικακίας και του μίσους.

Πίσω από τους καλούς αριθμούς της δημοσιονομικής προσαρμογής και τους κακούς αριθμούς της ανεργίας βρίσκονται άνθρωποι. Οι άνθρωποι συνιστούν τις πόλεις, τα δημοκρατικά κράτη. Οι αποκλεισμένοι και δυστυχούντες άνθρωποι συνιστούν δυστυχή κράτη, δυστυχείς δημοκρατίες. Αυτή η ιστορική δυστυχία δεν αντιμετωπίζεται με ευχές αριθμών και ξόρκια από μάνιουαλ, με μάντρα και μονολόγιστες προσευχές: μεταρρυθμίσεις, μεταρρυθμίσεις, λιτότητα, λιτότητα, ανταγωνιστικότητα, ανταγωνιστικότητα. Ποιες μεταρρυθμίσεις, για ποιους; Πόση λιτότητα και από ποιους; Ανταγωνιστικοί έναντι ποίων, με ποιο τίμημα, για ποιο σκοπό;

Οι άνθρωποι δεν ζουν με ευχές, ζητούν εργασία, πραγματική οικονομία, περίθαλψη, αξιοπρέπεια, κι ένα τόσο δα δικαίωμα στο όνειρο για τα παιδιά τους. Δεν τα λαμβάνουν· δέχονται υποσχέσεις εναλλάξ με ενοχοποίηση και φόβο. Ζητούν ειρήνη και σταθερότητα, γιατί παντού γύρω τους βλέπουν πολέμους, επαναστάσεις, εξεγέρσεις, πραξικοπήματα. Η Ελλάδα αίφνης, από μαύρο πρόβατο και παρίας της ευρωζώνης, βρέθηκε μαζί με την εξουθενωμένη Κύπρο να είναι το ανατολικότερο σταθερό άκρο του δυτικού κόσμου· στην άλλη ακτή της Μεσογείου μαίνονται πόλεμοι, κλονίζονται πολυετή καθεστώτα και κοσμοείδωλα.

Σ’ έναν κόσμο που αλλάζει με τεκτονικές μετατοπίσεις και κοινωνικούς σπασμούς, η Ευρώπη δεν έχει πια κανένα περιθώριο να αναβάλλει τις αποφάσεις και να υποκρίνεται ότι η κρίση θεραπεύεται με ημίμετρα και τιμωρητικές αγωγές. Η Ελλάδα και η Πορτογαλία κουτσά-στραβά θα βγάλουν το καλοκαίρι, ίσως και το χρόνο, ενδεχομένως να φτάσουν ώς τον Μάιο των κρίσιμων ευρωεκλογών και της τελευταίας μνημονιακής δόσης. Κατόπιν, ποιο είναι το σχέδιο;

Στην αρχή της κρίσης η Ελλάδα προβλήθηκε ως αρνητικό παράδειγμα: οι Ελληνες έπεσαν θύματα της σπατάλης, της απώλειας του μέτρου, της αφροσύνης τους. Επρεπε να τιμωρηθούν, να πληρώσουν. Το πιστέψαμε κι εμείς, τουλάχιστον όσοι από καιρό διέβλεπαν τις παθογένειες του σαθρού κρατικού μηχανισμού, του φαύλου πολιτικού συστήματος, της λεηλατούσας κλεπτοκρατίας.

Στα περί ευθύνης όλων των Ελλήνων, οριζοντίως, συμφώνησαν ασμένως και όσοι ευθύνονταν κατ΄εξοχήν για την εξαχρείωση του λαού και την αποσάθρωση του κράτους, εξ ου και απεδέχθησαν ακαριαία τα δυσβάστακτα σχέδια της τρόικας χωρίς διαπραγμάτευση και χωρίς τη βούληση και την ικανότητα να τα εφαρμόσουν. Χωρίς plan B, χωρίς plan A, η φαυλο-ανίκανη ελίτ είχε μία μοναδική μέριμνα: πώς θα διασωθεί η ίδια, μετακυλίοντας τα βάρη ανά περίσταση στον ενοχοποιημένο λαό και στους δαιμονοποιημένους ξένους.

Τιμώρηθηκαν λοιπόν οι Ελληνες. Πολλαπλώς. Φτώχυναν έως εξαθλίωσης, και επιπλέον ταπεινώθηκαν, έγιναν ο περίγελως σοβαρών ή σοβαροφανών Ευρωπαίων εταίρων, εμετοδοχείο και αποδιοπομαίος τράγος. Το αντιπαράδειγμα λειτούργησε. Αλλά όχι πια.

Ο εν μέρει αιτιολογημένος διασυρμός των Ελλήνων αποδεικνύεται εντέλει άδικος και ιδιοτελής, χρησιμοποιείται για να καλύψει άλλων αδυναμίες, δομικές του ευρώ ή των ευρωπαϊκών ηγεσιών, και η χώρα σύρεται ως σφάγιο σε κούρσες ηγεμονίας. Τα μαύρα πρόβατα πληθαίνουν. Αυτή η διαπίστωση, τεκμηριωμένη, καταφθάνει διαρκώς και από τις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Και εδραιώνεται ως μετριοπαθής πρόσληψη των συμβάντων και εντός συνόρων, παρά τις προπαγανδιστικές μάχες των φανατικών, είτε εναντίον των καθολικώς ενόχων Ελλήνων είτε εναντίον των συνωμοτούντων ξένων.

Η αλήθεια βρίσκεται στο διάκενο των φανατισμών. Ωστε τώρα μπορούμε να πούμε στην Ευρώπη και τον κόσμο, ότι τα πάθη της Ελλάδας, εν μέρει δίκαια και δικά της, εν μέρει άδικα και οικουμενικά, είναι το νέο παράδειγμα: αν πέσει, τη μοίρα της θα ακολουθήσουν και άλλοι, δικαίως και αδίκως.

Είδα βλέμματα σκοτεινιασμένα και πρόσωπα κατηφή, δεν αναγνώριζα τους συγγενείς και φίλους, που τους ξανάβλεπα από το καλοκαίρι. Στην παλιά γειτονιά μου, τα μαγαζιά κλειστά, τα καφενεία βουβά. Τρόμαξα. Και ντρεπόμουνα να πω ότι δεν αντιμετωπίζω προβλήματα, ότι η δουλειά μου πάει καλά…

Αυτή την Ελλάδα είδε ο Ελληνας από τις ΗΠΑ τον Δεκέμβριο του 2011. Παρόμοιες εντυπώσεις αποκομίζουν όσοι Ελληνες έρχονται απ’ έξω και βλέπουν την κατάσταση από απόσταση, σαν παρατηρητές. Βλέπουν αυτό που δεν μπορούμε πια να δούμε εμείς, επειδή το νιώθουμε, επειδή το πράττουμε· επειδή δεν μπoρούμε να δούμε τους εαυτούς μας. Οι απ’ έξω μεταφέρουν επίσης την πικρή αίσθηση ψυχρότητας, δυσπιστίας, κάποτε οίκτου, από την επαφή με αλλοεθνείς, κυρίως Ευρωπαίους. Ο Ελληνας αντιμετωπίζεται σαν φτωχός συγγενής που ζητάει δανεικά, μίζερος, οκνηρός, ανεπρόκοπος, πονηρός, ίσως και άτυχος, μα σε κάθε περίπτωση ηττημένος.

Απέναντι σε αυτό το νέο στερεότυπο ήττας και αποτυχίας, ο Ελληνας τι έχει να αντιπαραθέσει; Τη λαμπρή ιστορία, την κουλτούρα, την παράδοση. Δεν πιάνει. Την διεθνή συγκυρία κρίσης και χρέους, τη συστημική ασθένεια της ευρωζώνης και της Ε.Ε. Ούτε αυτό πιάνει. Η στερεοτυπική προπαγάνδα σε λιγότερο από δύο χρόνια κατέφαγε το συμβολικό κεφάλαιο της Ελλάδας, όσο είχε συγκροτηθεί τις τελευταίες δεκαετίες της δημοκρατικής και ευρωπαϊκής πορείας, με δυο-τρεις μηντιακές επιτυχίες του αφρού μάλιστα, το 2004.

Το χειρότερο όμως είναι ότι τη συκοφάντηση και την απαξίωσή μας, αφενός, την προκάλεσαν Ελληνες, με πρώτον τον πρώην πρωθυπουργό Γ. Α. Παπανδρέου: στις απαρχές της κρίσης, διέσυρε τον ίδιο του το λαό που τον εξέλεξε, περιγράφοντάς τον συγκαταβατικά ως διεφθαρμένο, ενώπιον των κατάπληκτων ξένων ηγετών. Προσπαθούσε να αποσείσει από πάνω του την ιστορική ευθύνη για ό,τι φούσκωνε σαν κύμα; Αισθανόταν περισσότερο μέλος της διεθνούς ηγετικής ελίτ παρά μέλος του “καθυστερημένου” ελληνικού λαού; Ηταν ασυγχώρητα αφελής; Ηταν ανίκανος να σταθεί και να φερθεί σαν ηγέτης-πατέρας; Πολλές ερμηνείες μπορούν να δοθούν, το γεγονός όμως παραμένει ένα: η συμπεριφορά του πρώην πρωθυπουργού έπληξε ανεπανόρθωτα τη χώρα σε μια κρίσιμη στιγμή. Στο μέτρο μάλιστα που αυτή η αυτοσυκοφάντηση χρησιμοποιήθηκε εν συνεχεία από τους Ευρωπαίους συνομιλητές του Γ. Παπανδρέου κατά κόρον, για να μετατραπεί σταδιακά η Ελλάδα σε μαύρο πρόβατο της Ευρώπης, μπορούμε να μιλάμε πλέον για εκ μέρους του προδοσία της λαϊκής εντολής και της εθνικής αξιοπρέπειας.

Η κρίση αποκαλύπτει ανθρώπους και ιδεολογίες. Δεν ήταν μόνο ο Γ. Παπανδρέου που έξω ντρεπόταν για τους συμπατριώτες του και τους λοιδορούσε. Κι άλλοι υπουργοί της μοιραίας κυβέρνησής του, μερικοί εκ των οποίων παραμένουν, είχαν παρόμοια συμπεριφορά: στους έξω έκλειναν το μάτι ότι συμφωνούν για το χάλι της χώρας, αλλά πώς να πείσουν τους ιθαγενείς; Ακολούθως στους ιθαγενείς είτε έκαναν κήρυγμα υπέρ αναγκαστικής προσαρμογής στις απαιτήσεις των έξω, είτε δεν έλεγαν τίποτε για να μην έχουν πολιτικό κόστος. Αλλοτε πάλι διάφορα αιματηρά πλην αδικαιολόγητα μέτρα φορτώνονταν στην τρόικα, ενώ η έμπνευση και εφαρμογή ήταν εγχώριας προέλευσης: Αφού το απαιτεί ο ξένος, τι να κάνουμε, να ρισκάρουμε τη δόση για τις συντάξεις;

Σταθερό μοτίβο σε αυτή τη διαδικασία ηθικής ερείπωσης της χώρας ήταν και είναι η πλήρης αποφυγή της ευθύνης, η παραμονή στην εξουσία με κάθε τρόπο, ακόμη κι αν έχει κατεδαφιστεί το κράτος, και τέλος η πνευματική και ψυχική υποτέλεια της κυβερνώσας ελίτ, στο όριο της εθελοδουλίας.

Δεύτερη, και σημαντικότερη ίσως, συνέπεια από τη διαδικασία ηθικής απαξίωσης και κατασπατάλησης του συμβολικού κεφαλαίου, είναι η εσωτερίκευση της ενοχής. Ο ελληνικός λαός, σε κατάσταση διαρκούς σοκ, βομβαρδισμένος από συνεχείς περικοπές εισοδήματος, φόρους, περιστολή των κοινωνικών υποδομών, βομβαρδισμένος και επικοινωνιακά, έφτασε να πιστέψει όλα όσα του προσήπταν, αδιακρίτως. Και τα ενδόβαλε. Και τα ενσωμάτωσε ως δική του αμαρτία και ως δική του παρεκκλίνουσα συμπεριφορά, ως κυτταρική ανωμαλία, ως εθνικό ιδεότυπο. Ειδικώς για τη διαφθορά και τη χλιδάτη διαβίωση υπεράνω των δυνάμεων του, ο ελληνικός λαός άκουσε, και εν πολλοίς αποδέχθηκε παρότι επίσης εξοργίστηκε, την παγκάλειο απόφανση “μαζί τα φάγαμε”. Μια καθολική εξήγηση για μια σειρά μερικών γεγονότων ― άρα μια ισοπεδωτική εξήγηση. Τούτη η απόφανση ήταν ο κορυφαίος χειρισμός για διάχυση της ευθύνης σε όλο το κοινωνικό σώμα, έτσι ώστε διασπειρόμενη να αραιώσει, να διαλυθεί και να σφραγίσει όλους με τη συλλογική ενοχή. Ολοι ένοχοι, κανείς ένοχος.

Σπατάληση συμβολικού κεφαλαίου, αυτοσυκοφάντηση από στόματα ηγετών, διάχυση ευθυνών, συλλογική ενοχή, υποτέλεια, διγλωσσία, εσωτερίκευση της ενοχής από την κοινωνία. Κάπως έτσι φτάσαμε στην σημερινή ηθική ερείπωση και την εθνική κατάθλιψη. Και αντί να κοιτάμε πώς θα διορθώσουμε τα πολλά και δομικά σφάλματα, πώς θα μετασχηματίσουμε την πολιτική σκηνή με δημιουργική καταστροφή, πώς θα ανατάξουμε την οικονομία και τη χώρα, σπαταλιόμαστε σε μια άγονη καζουϊστική, κατηγορώντας εαυτούς και αλλήλους· βιώνουμε μια καμπή σαν τελειωτική ήττα.

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

RSS Gatherate: The Best of the Greeks

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Twitting

  • Ζωγράφισε τους ισχυρούς σαν χατζηαβάτες, τους ταπεινούς σαν θυμόσοφους, εντόπιζε ποταπές ρητορείες, χαστούκιζε την… twitter.com/i/web/status/1… 1 week ago
  • Η ανάκαμψη των σοσιαλιστών, η ορμητική εμφάνιση ριζοσπαστών αριστερών στον Μεσογειακό Νότο οφείλεται σε αντίστροφη… twitter.com/i/web/status/1… 2 weeks ago
  • Πού να σου εξηγώ «πόθεν η κοινή λέξις τραγουδώ»…; «Ένα Βλέμμα» στο Έθνος της Κυριακής μετά τη συνάντηση Μητσοτάκη -… twitter.com/i/web/status/1… 4 weeks ago
  • Μετά τη συνάντηση καλλιτεχνών-Μητσοτάκη, να τον ρωτήσω: Πόσο θράσος; Πώς διαχειρίστηκαν το θέμα από το 1993, όταν ψ… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago
  • Παπατζιλίκι με τους τραγουδοποιούς: Άσμα 450+: Επικίνδυνο και παραπλανητικό το βίντεο του Κυριάκου Μητσοτάκη ethnos.gr/politiki/33501… 1 month ago
  • Με τους βουλευτές της Βόρειας Μακεδονίας, Beti Rabadzievska από τις Πρέσπες (αριστερά) και Sasho Vasilevski από την… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 1.003.215 hits
Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: