You are currently browsing the tag archive for the ‘εμφύλιος’ tag.

balibar POLITIS[1] elefantis

Καθώς κοντεύουμε να κλείσουμε τρία χρόνια βύθισης στην κρίση, και ενώ διανύουμε ήδη την δεύτερη μνημονιακή εποχή, με την τρίτη κατά σειρά κυβέρνηση, αντιλαμβανόμαστε ότι, παρ’ όλα τα πάθη και τον πόνο, είμαστε τουλάχιστον λίγο σοφότεροι πολιτικά. Μετά το παρατεταμένο σοκ, αντιλαμβανόμαστε ότι ο πρώτος χωρισμός σε φιλομνημονιακούς και αντιμνημονιακούς, που προσέλαβε εμφυλιακούς χαρακτήρες, έχει λίγο-πολύ ξεθυμάνει. Σήμερα, μέσα από τα σωρευόμενα ερείπια του παλαιού συστήματος διακρίνονται ήδη άλλοι διαχωρισμοί και άλλες συγκρούσεις, στο πολιτικό και στο κοινωνικό πεδίο.

Στο κοινωνικό πεδίο επανεμφανίζονται οι ταξικοί διαχωρισμοί με πρωτοφανή σφοδρότητα, σχεδόν ξεχασμένη κατά τις πρόσφατες δεκαετίες του ευδαιμονισμού και ενός ιδιότυπα «βολεματικού» κοινωνικού συμβολαίου. Η κρίση ανέστειλε βιαίως τους όποιους αναδιανεμητικούς μηχανισμούς, τους πελατειακούς έστω, εξοντώνοντας τους αδύναμους και βάζοντας τους μικρομεσαίους σε κατάσταση διαρκούς απειλής. Η τέτοιας έντασης και βάθους υπονόμευση του κοινωνικού συμβολαίου κινητοποιεί αναλόγως σφοδρά τους απειλούμενους: το αμέριμνο πλήθος καταναλωτών/πελατών αναγκάζεται να θυμηθεί την ιδιότητα του πολίτη, να γίνει λαός. Ή να μεταπέσει σε όχλο, έρμαιο της μνησικακίας.

Αυτές οι διαδοχικές μεταπτώσεις μάς φέρνουν ενώπιον νέων διακρίσεων και διαχωρισμών στο πολιτικό πεδίο. Εδώ βλέπουμε, από τις απαρχές ήδη της κρίσης, να φουντώνει η διάκριση σε λαϊκιστές και αντιλαϊκιστές. Πολύ αδρά, οι αντιλαϊκιστές, συνήθως υποστηρικτές ή ανεχόμενοι τα μνημόνια, χαρακτηρίζουν υποτιμητικά λαϊκιστές τους συνήθως πολέμιους των μνημονίων. Υπό τους όρους αυτούς συναθροίζονται γενικευτικά και απλουστευτικά δεξιοί, αριστεροί, ακροαριστεροί, φιλελεύθεροι, νεοφιλελεύθεροι, κομμουνιστές, νεοναζί, εθνικιστές, ακόμη και μετριοπαθείς. Είναι η νέα διαχωριστική γραμμή, μια μαγική, αποτροπαϊκή κορδέλα διαρκώς μετατοπιζόμενη και διαστελλόμενη για να τους χωρίζει όλους σε όλα.

Βεβαίως η συζήτηση περί λαϊκισμού δεν είναι τόσο νέα όσο η εμπειρία ύφεσης και πτώχευσης, όσο η εμπειρία μνημονιακής λιτότητας. Είναι πολύ παλαιότερη. Με μια μεγάλη διαφορά: στο παρελθόν, το φαινόμενο του εγχώριου λαϊκισμού, όπως αυτός εκφράστηκε κυρίως στην πασοκική πρακτική στη δεκαετία ’80, απασχόλησε αριστερούς διανοουμένους και επιστήμονες, μεταξύ άλλων τους Αγγελο Ελεφάντη (Στον αστερισμό του λαϊκισμού, 1991), Αντώνη Λιάκο (1989), Λυριτζή και Σπουρδαλάκη (1990). Σήμερα, αντιθέτως, παλαιοδεξιοί, συντηρητικοί, φιλελεύθεροι, πρώην και νυν πασόκοι, κατηγορούν για λαϊκισμό τους αριστερούς κυρίως, και μια μερίδα της λαϊκής δεξιάς. Παρατηρείται λοιπόν το εξής παράδοξο: οι κυβερνώντες αδιαλλείπτως τις τελευταίες δεκαετίες, θεμελιωτές της λαϊκιστικής διακυβέρνησης και τροφοδότες του πελατειακού κράτους, βγάζουν τους εαυτούς τους έξω από το ιστορικό συνεχές, και κατηγορούν τους αντιπολιτευόμενους επί λαϊκισμώ.

Αλλά ποιον ακριβώς λαϊκισμό; Τον ακροδεξιό, αντιδραστικό, εθνορατσιστικό, εσωστρεφή, μισαλλόδοξο λαϊκισμό του ΛΑΟΣ ή της Χρυσής Αυγής; Ή τον αριστερό λαϊκισμό που ρητορεύει για την απώλεια της λαϊκής και εθνικής κυριαρχίας; O Ετιέν Μπαλιμπάρ ορίζει ακόμη και έναν «θετικό λαϊκισμό», και ο κάθε άλλο παρά λαϊκιστής Ντανιέλ Κον Μπεντίτ βρίσκει σε αυτόν τον «θετικό λαϊκισμό» μια χρήσιμη λειτουργία υπό τις παρούσες συνθήκερς αποπολιτικοποίησης.

Ο λαϊκισμός δεν είναι ένας, ομοούσιος, στατικός και ουσιοκρατικός· ως έκφραση του πολιτικού είναι δυναμικός και διαρκώς ανασημασιοδοτούμενος. Στη σημερινή συγκυρία ερειπίων επιπλέον, μια πολιτική αφήγηση που βασίζεται σε στατικές εννοιολογήσεις κινδυνεύει να αποβεί περισσότερο αντιδραστική από τον καταγγελόμενο εχθρό: εν προκειμένω, η αντιλαϊκιστική ρητορική αλληθωρίζει έναντι της ποικιλόμορφης ζέουσας πραγματικότητας, πετώντας μαζί με τα βρωμόνερα του λαϊκισμού και τον λαό.

Κι εδώ φτάνουμε στον κρίσιμο πυρήνα της συζήτησης: τι σημαίνει σήμερα λαός, λαϊκή κυριαρχία, νομιμοποίηση πηγάζουσα από τη λαϊκή βούληση; Η κρίση κατέδειξε τις αδυναμίες και τον φενακισμό της μεταδημοκρατίας, όσες εκάλυπτοντο ή ελάνθαναν κάτω από την ευμάρεια των δανεικών· κατέδειξε δραματικά τις ανισότητες, τα δημοκρατικά ελλείμματα στην αντιπροσώπευση, ακόμη και την απειλητική υποκατάσταση της ισοπολιτείας από την κυριαρχία ανεξέλεγκτων ελίτ, κατ’ ευφημισμόν αρίστων. Τη στιγμή της ρήξης, οι ελίτ αναδιπλώθηκαν, αλλά όχι για ανανέωσή τους με νέες δυνάμεις και νέες ιδέες, αλλά για να επιβάλουν μια τεχνοκρατική διακυβέρνηση έναντι μιας πολιτικής κυβέρνησης, δηλαδή για να επιβάλουν ένα κλειστό αυτοαναπαραγόμενο σύστημα εξουσίας, που λογοδοτεί περιορισμένα ή και καθόλου, και να αποκλείσουν ένα ανοιχτό, διαρκώς ανανεούμενο και ανακλητό σύστημα εξουσίας. Σε αυτό το πλαίσιο, σύμφωνα με την εγχώρια αργκό, το ανοιχτό ονομάζεται λαϊκιστικό, ανατολικό, βαλκάνιο, κοντολογίς κακό· το κλειστό και ελεγχόμενο από αυτοοριζόμενους «άριστους», ονομάζεται αντιλαϊκιστικό, εκσυγχρονιστικό, φιλοευρωπαϊκό κ.ο.κ.

Ας κινηθούμε προς τα εμπρός, πέραν των διαχωρισμών. Το μέγα πολιτικό πρόβλημα της Ελλάδας, αλλά και της Ευρώπης, δεν είναι το δίπολο λαϊκισμός-αντιλαϊκισμός. Το πρόβλημα είναι η επαναφορά της πολιτικής στο προσκήνιο, δραστικής, και η επαναθεμελίωση της δημοκρατίας.

Διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου των Νικόλα Σεβαστάκη και Γιάννη Σταυρακάκη, «Λαίκισμός, αντιλαϊκισμός και κρίση», εκδ. Νεφέλη.

Μερικοί διανοούμενοι σήμερα, πρώην αριστεροί ή αριστερίζοντες (κατά βάθος ΠΑΣΟΚίζοντες), παίζουν τον ρόλο που έπαιξαν στο όχι και τόσο μακρινό παρελθόν διανοούμενοι όπως ο Σπύρος Μελάς, μεταξικός ήδη από τον Μεσοπόλεμο και αντιδραστικός για πάντα, ο Ανδρέας Καραντώνης μετεμφυλιακά μέχρι που τον απόκοψε και ο Σεφέρης, ακόμη και ο Στράτης Μυριβήλης ως απολογητής του Ψυχρού Πολέμου.

Κομβικό σημείο η Διακήρυξη των Χριστιανών Επιστημόνων, από την πέννα του εγκέφαλου της παραεκκλησιαστικής Αδελφότητας Ζωή Α. Τσιριντάνη, το 1946, που υπέγραψαν 220 επιφανείς προσωπικότητες, για αντιμετώπιση του «στρατού της αθεϊας και του υλισμού». Ανάμεσα στους 220, και σοβαροί δημοκράτες και πατριώτες που μάλλον παρασύρθηκαν από το άγριο ψυχροπολεμικό κλίμα της εποχής. 1946, θυμίζουμε.

Ας μη μιλήσουμε για τους πρώην αριστερούς, μετέπειτα θεωρητικούς και απολογητές της χούντας, Θεοφύλακτο Παπακωνσταντίνου (Πέτρο Μοναστηριώτη), Σάββα Κωνσταντόπουλο αρχειομαρξιστή, ακόμη και τον κούτβη Γεώργιο Γεωργαλά.

Διαφορές του τότε με το τώρα:
Πρώτον, δεν είναι Ψυχρός Πόλεμος. [Ασε που στις ΗΠΑ οι Δημοκρατικοί κατατρόπωσαν το Tea Party. Bέβαια, στην Ευρώπη είχαμε καθαίρεση εκλεγμένων (καίτοι ανίκανων) πρωθυπουργών…]
Δεύτερον, οι σημερινοί εμφυλιοπολεμικοί διανοούμενοι δεν έχουν το ταλέντο και την καλλιέργεια των παλαιών, ούτε καν το πολιτικό τους κριτήριο.
Τρίτον, τον εμφύλιο σήμερα διακηρύσσουν ανοιχτά μόνο οι νεοναζί. Οχι οι αντιναζί.
Και τα λοιπά.

Ομοιότητες: Κάποιοι επιδιώκουν ανάφλεξη Εμφυλίου. Γιατί; Για προσωπική τους διάσωση; Λόγω υστερίας; Λόγω ιστορικής και πολιτικής μυωπίας; Λόγω πνευματικής ανεπάρκειας; Ολα παίζουν.

Σε κάθε περίπτωση, μεγάλη παραμένει η ευθύνη των αριστερών (ό,τι κι αν σημαίνει αυτό σήμερα) και δημοκρατών διανοούμενων, στην παρούσα κρίσιμη συγκυρία, για την προάσπιση της δημοκρατίας και της κοινωνικής συνοχής.

Διάχυτη αίσθηση: κάναμε ό,τι μπορούσαμε, και πέρα από το όριο αντοχής. Ματώσαμε, και διαρκώς αιμορραγούμε από ανεργία, ύφεση και ξενιτεμό. Κάναμε ό,τι μας είπανε, σοκαρισμένοι, σπαρταρώντας. Τώρα; Τώρα αφήνουμε τη μοίρα μας στην καλοσύνη των ξένων, σαν την Μπλανς Ντυμπουά, εναποθέτουμε τις ελπίδες μας σε ένα νέο Ναυαρίνο, όπως όταν ξεκινήσαμε. Η ναύαρχος Λαγκάρντ δίνει τη μάχη για λογαριασμό μας, και για λογαριασμό των εξωευρωπαϊκών Μεγάλων Δυνάμεων, για να βουλιάξει το χρέος-Ιμπραήμ που τις και μας κατατρώει. Εμείς, ανήμποροι και πένητες, παρακολουθούμε τη ναυμαχία απ’ τις ακτές της καμένης Πελοποννήσου.

Ανάμεσα στ’ αποκαΐδια μας φουντώνει ο διαρκής εμφύλιος, όπως πάντα. Ποιος φταίει περισσότερο, ποιος άνοιξε τις θύρες να μπει το κακό, μα κυρίως ποιος θα κουμαντάρει το πτωχευμένο κρατίδιο, ποιος θα ‘χει το γκουβέρνο της ελληνικής νομαρχίας, θα κανονίζει τα λιγοστά δοσίματα και τους ελάχιστους διορισμούς. Μαχαιρώματα, καπάκια, απειλές.

Η εις Αδου κάθοδος είναι στη μέση ακόμη. Ο παλαιός πολιτικός ιστός έχει φθαρεί, δείχνει όλο και μεγαλύτερα χάσματα, αλλά θα συνεχίσει να ξηλώνεται, φέρνοντας κι άλλο πόνο στην κοινωνία ― αλλά αυτή η καταστροφή είναι και η μόνη που φέρει το σπέρμα της αναγέννησης, της αναδημιουργίας, της ανάδυσης στον πάνω κόσμο, όπως κι αν είναι αυτός όταν θ’ αναδυθούμε.

Ποιοι, με ποιους; Μπορεί τώρα να μη διακρίνουμε τα πρόσωπα, τις μορφές, τους ηγέτες. Ομως μέσα στους Ελληνες παντού, στις πόλεις, στα νησιά, στο λαβωμένο πλήθος των μικρομεσαίων, στα μορφωμένα νιάτα της διασποράς, στους ποιητές και τους σεμνούς επιστήμονες, παντού μες στη διάχυτη βουβαμάρα και το κράτημα, υπάρχουν υπνώττουσες δυνάμεις, λανθάνουσες, μουδιασμένες τώρα, άνθρωποι άξιοι και έντιμοι, που κρατιούνται μακριά από τη βοή και τη σκόνη. Μπορούμε. Αλλάζοντάς τα όλα, απ’ τη μορφή της δημοκρατικής διακυβέρνησης έως τους εαυτούς μας. Εμάς κυρίως.

Οι εκλογές είναι μια ιστορική στιγμή. Μια στιγμή. Κρίσιμη, καυτή, για το άμεσο μέλλον, αλλά όσο προχωρούμε στο χρόνο, η σημασία της ελαφρώνει, διότι προστίθενται κι άλλες πολλές παράμετροι, τέτοιες που σήμερα, υπό το κράτος σφοδρών συναισθημάτων, υπό το κράτος της αβεβαιότητας για την υλική μας συνθήκη, δεν μπορούμε να τις προσμετρήσουμε νηφάλια.
Η κρίση μάς βγάζει την ψυχή, καθώς προσπαθούμε διαρκώς να υπολογίζουμε ποια θα είναι η κανονικότητα του βίου, από μήνα σε μήνα πια, κι από βδομάδα σε βδομάδα. Αλλά μας σταλάζει και μια ορισμένη πείρα, πικρή μεν πλην πείρα: Πρώτον, η επιδείνωση δεν συμβαίνει ακαριαία, ώστε έχουμε κάποιο χρόνο να προσαρμοστούμε. Δεύτερον, προσαρμοζόμαστε και στα πιο χαμηλά, στο μέτρο που δεν συμβεί βαριά απώλεια, ανεργία, ασθένεια, τέτοια δυσβάστακτα ή ανέκκλητα.

Το εκλογικό αποτέλεσμα ασφαλώς θα επηρεάσει το ορατό μέλλον. Βασικά, θα συνεχιστεί η πολιτική αστάθεια που άρχισε τον Ιούνιο του 2011, με την παρ’ ολίγον κατάρρευση του τότε πρωθυπουργού Γ. Παπανδρέου, και κορυφώθηκε με την καθαίρεσή του ύστερα από λίγους μήνες. Τα δύο μνημόνια κατεδάφισαν πρώτα το μεγάλο ΠΑΣΟΚ και κατόπιν αφυδάτωσαν τη Νέα Δημοκρατία· κατ’ ουσίαν δηλαδή αφαίρεσαν από τον πολιτικό χάρτη τις δεσπόζουσες δυνάμεις της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Για την αποψίλωση ευθύνη φέρουν και οι Ευρωπαίοι εταίροι, πρωτίστως οι Γερμανοί, οι οποίοι ακόμη και τώρα, δύο χρόνια αργότερα, με τη χώρα στα πρόθυρα κατάρρευσης, προσεγγίζουν τον Ελληνα ασθενή με ελιξίρια λιτότητας, χωρίς να υπολογίζουν πολιτικές και γεωπολιτικές επιπτώσεις.

Το ντόμινο ωστόσο, που μπορεί να προκαλέσει η πτώση της Ελλάδας, δεν αφορά μόνο το ευρώ. Η ενδεχόμενη έξοδος της Ελλάδας θα έχει ισχυρή επίδραση στην ίδιο τον πολιτικό πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ενωσης: ο ευρωσκεπτικισμός των μικρών λαών θα είναι η πρώτη και ίσως η πιο άμεσα αισθητή επίπτωση. Το ερώτημα είναι τούτο: Η γεωπολιτική ασάφεια στο ΝΑ άκρο της Ευρώπης, με τη Μέση Ανατολή φλεγόμενη και το Μαγκρέμπ ταρασσόμενο, μπορεί να απορροφηθεί από τη βόρεια ζώνη του σκληρού ευρώ; Να το πούμε αλλιώς: Μπορεί η Γερμανία να αφήσει μια ευρωπαϊκή σύμμαχο χώρα ασταθή και πτωχευμένη, με τον λαό της υποφέροντα και νεοναζί συμμορίες να τρομοκρατούν γηγενείς και μετανάστες; Μπορεί, αλλά όχι χωρίς μεσοπρόθεσμο κόστος για την Ευρώπη ολόκληρη. Είναι από τις περιπτώσεις όπου η πολιτική εκδηλώνεται βραδυφλεγώς, στη μακρότερη διάρκεια.

Εν πάση περιπτώσει, αυτά είναι σενάρια εν προόδω. Στη βραχεία διάρκεια, μας ενδιαφέρει πρωτίστως πώς θα εξελιχθεί η ζωή στη χώρα. Νομίζουμε ότι η πρόνοια και η ενεργητικότητά μας πρέπει να εστιασθεί στη διατήρηση της συνοχής και της ειρήνης στο κοινωνικό σώμα ― άνευ αυτών, απομακρύνεται χρονικά η έναρξη της αποκατάστασης. Η εχθροπάθεια, η τρομολαγνεία, η πολιτική αντιπαράθεση με εμφυλιοπολεμικούς όρους, που φούντωσαν κατά τις τελευταίες προεκλογικές ημέρες, πρέπει να πάψουν ευθύς αμέσως, στο μέτρο που δεν θεωρούμε τον άλλο εχθρό, κατά Καρλ Σμιτ, έτσι ώστε να επιδιώκουμε την ολοκληρωτική του εξόντωση.

Μία εξαίρεση: οι νεοναζί. Αυτοί πρέπει να βρουν απέναντί τους ολόκληρη την πολιτική κοινωνία. Τώρα που βγήκαν το φως, όλοι μπορούν να γνωρίζουν τι είδους υποκοσμικά, κοινωνιοπαθολογικά και παρακρατικά στοιχεία κρύβονται πίσω από τις εθνικιστικές κορώνες και τους θρύλους για προσκοπικές δράσεις στα γκέτο των Αθηνών. Ο προσκοπισμός τους είναι οι κατ΄οίκον επιδρομές και οι φονικοί ξυλοδαρμοί· ιδεολογία τους ένα χυλώδες μείγμα εθνοκαπηλίας, σατανισμού, αστρολογίας, παγανισμού New Age και αντισημιτισμού, με επίστεψη τη λατρεία του Χίτλερ. Εκφραστικό τους όργανο, η ωμή βία και ο τρόμος. Δυστυχώς, η αγελαία φύση τους ελκύει νέους, έφηβους, παιδιά ποτισμένα ήδη από διαφημίσεις ατομικισμού και βία, κολοβωμένα ήδη από στείρα σχολεία, στομωμένα από τον νεποτισμό και την πελατειακότητα στον δημόσιο και τον επιχειρηματικό βίο. Η κρίση, δια του φόβου και της απογνώσεως που έσπειρε στο αιφνιδιασμένο σώμα της κοινωνίας, ανέδειξε και φούντωσε τη φαιά πανώλη, ό,τι επωαζόταν στις εγκαταλειμένες γειτονιές των αδύναμων, των φτωχών και των νεόπτωχων, των μικροαστών και λαϊκών, υποβαθμισμένων ήδη πριν από την κρίση.

Ο νεοναζισμός δεν είναι λάιφστάιλ, δεν είναι καλτ, δεν είναι γραφικότητα για τηλεκατανάλωση· είναι απειλή για τη δημοκρατία και την κοινωνία. Θα φουντώνει, όσο φουντώνει η κρίση. Και δεν εξουδετερώνεται με ξόρκια και ακκισμούς.

Η μακρά αγωνία, που άρχισε το φθινόπωρο στις Κάννες και κορυφώθηκε με την ψήφιση του Μνημονίου ΙΙ, φαίνεται να υποχωρεί προσώρας. Οι επικείμενες εκλογές, παρότι δεν προσδιορίζονται ακόμη επακριβώς, ελπίζεται να δράσουν εκτονωτικά στη δυσφορία και την απόγνωση του κοινωνικού σώματος. Αλλά μέχρι εκεί: ο ορίζοντας κοινωνικής ειρήνης δεν υπερβαίνει τους ολίγους μήνες. Διότι, ακόμη κι αν δεν ακούγαμε τις σαφείς προειδοποιήσεις για το τι περιμένει τους Ελληνες, από τα πιο αρμόδια χείλη, των εκπροσώπων της τρόικας λόγου χάριν, η ίδια η σκληρή πραγματικότητα δίνει τα δικά της μηνύματα. Το χρέος δεν θα καταστεί βιώσιμο στους χρόνους που υποσχέθηκαν η κυβέρνηση και οι Ευρωπαίοι εταίροι, κατά τη λήξη της κρίσιμης τριετίας 2012-14 η χώρα θα χρειαστεί επιπλέον χρηματοδότηση έως και 67 δισ., η ύφεση θα συνεχιστεί, η ανεργία καλπάζει, το ασφαλιστικό καταρρέει εξαιτίας της ύφεσης και της ανεργίας αλλά και λόγω του κουρέματος των διαθεσίμων των ταμείων. Εν τω μεταξύ, με φόντο την παγωμένη αγορά, βιώνουμε και τη βίαιη συρρίκνωση κοινωνικών υποδομών: σχολεία, πανεπιστήμια, νοσοκομεία, βρεφονηπιακοί σταθμοί, προνοιακές δομές υποχρηματοδοτούνται, υπολειτουργούν, καταργούνται ή καταρρέουν.

Η αγωνία λοιπόν δεν περνά. Και οι πιο ανυποψίαστοι πολίτες έχουν συνειδητοποιήσει πια ότι η κρίση δεν θα περάσει σε τρία-τέσσερα χρόνια και, κυρίως, θα περάσει αφήνοντας πίσω της θύματα και βαθιές ουλές, θα μετασχηματίσει την κοινωνική ζωή. Αρκετοί πολίτες επίσης συνειδητοποιούν με ανησυχία ότι η γενικευμένη κρίση και οι διαρκείς δεσμεύσεις έναντι δανειστών, εφόσον διαρκέσουν, μπορούν να οδηγήσουν σε οδυνηρή απομείωση του γεωπολιτικού βάρους της χώρας, σε φινλαδοποίησή της. Πράγματι, η Ελλάδα κατέχει δεσπόζουσα θέση σε μια περιοχή μεγάλου στρατηγικού και οικονομικού ενδιαφέροντος, πάνω στους ενεργειακούς δρόμους της αναβαθμιζόμένης ΝΑ Μεσογείου, αλλά και πλάι σ’ έναν ισχυρό και επιθετικό γείτονα, την Τουρκία, και με τη Μέση Ανατολή σε αποσταθεροποίηση. Η ίδια η χώρα είναι βαριά λαβωμένη οικονομικά, με πολύ χαμηλή αυτοπεποίθηση, χωρίς ηγεσία, σχεδόν ξέπνοη. Ωστε τα δυνητικά της πλεονεκτήματα, γεωπολιτικά και γεωοικονομικά, εφόσον δεν αξιοποιηθούν ευφυώς και βάσει εθνικού σχεδίου, μπορούν να απωλεσθούν ή να εκχωρηθούν άνευ ουσιαστικών ωφελημάτων για τον δοκιμαζόμενο τώρα ελληνικό λαό. Αυτό θα ισοδυναμούσε με εθνική καταστροφή και ιστορική καθυστέρηση.

Ολο και περισσότεροι πολίτες αντιλαμβάνονται ότι βρισκόμαστε σε ένα τέτοιο ιστορικό μεταίχμιο. Και παρ΄όλη την αγωνία για την ατομική και οικογενειακή τύχη, αναγνωρίζουν ότι η ανάσχεση της πτώσης είναι δυνατή μόνο με ένα μίνιμουμ ομοθυμίας, με συνένωση δυνάμεων και κατασκευή του μέλλοντός μας. Η ιστορική πρόκληση πλέον είναι η υπέρβαση του διλήμματος «Μνημόνιο ή Αντιμνημόνιο», διότι κατ΄ουσίαν δεν απειλούμαστε από έναν τυπικό Διχασμό, αλλά από έναν διάχυτο, άτυπο, διαρκή εμφύλιο, από πολυκερματισμό και θρυμματισμό των κοινωνικών δυνάμεων, που γίνονται αισθητά σαν γενικευμένη δυσφορία, ασφυξία, πνιγμός, κατάθλιψη και απόγνωση. Ο τέτοιος θρυμματισμός της κοινωνίας κατοπτρίζεται στην υγροποίηση των κρατικών δομών και στον κοινωνικό αυτοματισμό.

Σε τι μπορούν να ελπίζουν οι Ελληνες για ανάσχεση της πτώσης; Μάλλον όχι στο παρόν πολιτικό σύστημα, όπως εκφράζεται από φθαρμένα πρόσωπα και εξαχρειωτικές δομές. Το πολιτικό σύστημα, τροφοδοτούμενο από φενακισμένους ψηφοφόρους-πελάτες, δεν μπορεί να συγκροτήσει εθνικό σχέδιο διάσωσης· και δεν θέλει εντέλει, στο βαθμό που η διάσωση θα προϋπέθετε την πολιτική αναγέννηση και την καταστροφή των παλαιών παθογενών ριζωμάτων. Οι εκλογές, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, θα δώσουν μια αδύναμη κυβέρνηση, εκ συνασπισμού ή εξ ανοχής, η οποία μόνο προσωρινά θα ανασχέσει την ασφυξία. Αναγκαστικά λοιπόν, θα περιμένει τη λύση έξωθεν, αν και εφόσον αλλάξει ο πολιτικός συσχετισμός στην Ευρώπη, και αν οι όποιες αλλαγές περιλαμβάνουν την Ελλάδα επωφελώς.

Εν τω μεταξύ όμως; Η χώρα χρειάζεται επειγόντως να ανακόψει τη βύθιση στην ύφεση. Προς τούτο δεν μπορεί να περιμένει πότε θα αποκτήσει την περιβόητη ανταγωνιστικότητα με μισθούς Ρουμανίας και απαξιωμένα τα εθνικά assets κ.λπ. Εως ότου συμβούν τα προβλεπόμενα στα μάνιουαλ των μάγων της εσωτερικής υποτίμησης, απλώς δεν θα υπάρχουν Ελληνες. Η Ελλάδα πρέπει να βρει τρόπους να εργαστούν οι πολίτες της και να παράγουν πλούτο, πρέπει να ξυπνήσει το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων, να ξυπνήσει τα δημόσια έργα, να αντλήσει πόρους από τις ευρωπαϊκές δεξαμενές του ΕΣΠΑ και της Ευρωπαϊκή Τράπεζας Επενδύσεων, όπως τουλάχιστον υπόσχονται οι εταίροι μας: αυτό είναι το πεδίο για σκληρή διαπραγμάτευση.

Οτιδήποτε ξυπνά την πραγματική οικονομία και κρατάει ζωηρούς τους ανθρώπους, πρέπει να χρησιμοποιηθεί. Να δημιουργηθούν ευκαιρίες για κοινωνική εργασία, για απασχόληση ανέργων και νέων με κοινωνικό μισθό, με προσφορά εθελοντικής εργασίας σε αδύναμους τομείς της δημόσιας διοίκησης. Η αυτοδιοίκηση, από τη γειτονιά έως την περιφέρεια, μπορεί και πρέπει να χρησιμοποιηθεί ως μοχλός για την συνέγερση του κόσμου. Η αυτοδιοίκηση διαθέτει πολιτική νομιμοποίηση, έχει καθορισμένη θητεία, ελέγχεται από τους πολίτες και εν πολλοίς την εμπιστεύονται· υπό όρους μπορεί να μετατραπεί σε μοχλό ανάπτυξης και φυτώριο ηγετών, αλλά χρειάζεται στήριξη και πόρους.

Οι συνεταιρισμοί να αποκτήσουν νέο, ελπιδοφόρο και παραγωγικό, περιεχόμενο, σε κάθε τομέα: γεωργία, βιοτεχνία, υπηρεσίες, καινοτομίες. Αυτό θα μπορούσε να είναι το όχημα για τους νέους και τα start-ups. Η Task Force της Κομισιόν τέτοια βοήθεια θα έπρεπε να δίνει, αυτά πρέπει να της ζητηθούν: να μεταφέρει πόρους και τεχνογνωσία στην παραγωγή, για ανάνηψη της κοινωνίας.

Αυτά τα ελάχιστα περί παραγωγής, θα ήθελαν να δουν οι πολιτες στα προγράμματα των πολιτικών δυνάμεων που ζητούν ψήφο. Για αρχή.

Οι Ελληνες καυχώνται για την ιστορία τους, αλλά συχνά την υπερερμηνεύουν, έτσι ώστε να την αδειάζουν από τις αντινομίες και τα οδυνηρά της διδάγματα, να την χρησιμοποιούν σαν γλυκαντική ουσία, παρηγορητική, σαν το sweetener που πρόσφερε αυτάρεσκα ο αντιπρόεδρος Βενιζέλος στους πιστωτές. Η υπερερμηνεία, η κατάχρηση, και τα κατοπτρικά ισοδύναμά τους, δηλαδή η άγνοια και η αποδόμηση της ιστορίας, λειτουργούν εντέλει καθ’ όμοιο τρόπο: αφαιρούν κάθε δυνατότητα αυτογνωσίας, αυτοπεποίθησης, αυτοδιάθεσης, αυτονομίας.

Η επέτειος του Ξεσηκωμού του 1821, που πρόκειται να εορταστεί σύντομα, θα μπορούσε να λειτουργήσει ενωτικά και εμψυχωτικά για τους δοκιμαζόμενους Ελληνες του 2012. Αυτή θα έπρεπε να είναι η επιδίωξη των πολιτικών ηγετών πάσης αποχρώσεως, και ίσως έτσι συναντούσαν το λαϊκό αίσθημα και πρόσφεραν μια ψυχική παρηγοριά. Διότι, πέραν του υλικού ζόφου που απλώνεται πάνω σε όλο και ευρύτερα τμήματα του πληθυσμού, η μεγαλύτερη ίσως ζημιά σήμερα είναι η απόγνωση, η έλλειψη πίστης, η ήττα που διαποτίζουν την κοινωνία.

Το ’21 προϋποθέτει τον σημερινό ελληνισμό, το κράτος του και τη δημοκρατία του. Η Επανάσταση είναι η έναρξή μας. Περιέχει την ανάταση, τη μάχη, το όραμα ελευθερίας, την αποκοτιά, τον ηρωισμό, τη δημιουργία. Περιέχει επίσης τον εμφύλιο, τον διχασμό, την προδοσία, την ιδιοτέλεια, την ήττα. Στο ιστορικό μεταίχμιο που στέκουμε σήμερα, γονατισμένοι, βαριά λαβωμένοι, μπορούμε να αντλήσουμε και από τις δύο αυτές δεξαμενές του ξεσηκωμού· μπορούμε επίσης να διδαχθούμε και να μην επαναλάβουμε λάθη.

Δεν είναι εύκολο βέβαια να ορίσουμε βολονταριστικά τον ρου της ιστορίας, υπάρχουν δυνάμεις που μας ξεπερνούν εξ αντικειμένου. Μπορούμε ωστόσο να προσπαθήσουμε: να γείρουμε προς την πλευρά της υπέρβασης, της δημιουργίας, της αναγέννησης, της σύνθεσης. Σε μια τέτοια προσπάθεια, ένα τιτάνιο εγχείρημα ανόρθωσης, θα ‘πρεπε να καλέσουν τους Ελληνες οι ηγέτες τους, αν απέμειναν. Κι ακόμη παραπέρα: οι ίδιοι οι Ελληνες, αναλογιζόμενοι το παρελθόντα πάθη, να γείρουν τη ζυγαριά προς την επιβίωση, εννοούμενη ως συνέχιση του ιστορικού βίου εν δικαιοσύνη και ειρήνη.

Είναι ωφέλιμο να θυμόμαστε και να τελετουργούμε, δίνοντας κάθε φορά νέο περιεχόμενο στην επέτειο. Φέτος, πέρα από ωφέλιμο, είναι αναγκαίο, είναι επείγον. Η 25η Μαρτίου 2012 μπορεί να σημασιοδοτηθεί πολλαπλώς: σαν κορυφαίο ξαναφανέρωμα του αντιστασιακού πνεύματος, σαν σάλπισμα υπεράσπισης της δημοκρατίας, σαν κατανόηση της νεωτερικότητας και των δεινών της, σαν λαχτάρα για δημιουργία, σαν βούληση να διατηρηθεί ακέραιη η χώρα, σαν βούληση να επιβιώσει ο ελληνισμός ― υπό ετέρα μορφή ενδεχομένως, αλλά ορισμένως να επιβιώσει.

Το έργο του Θόδωρου Αγγελόπουλου προκάλεσε αναρίθμητες ερμηνείες και συγκρούσεις, ιδίως εντός συνόρων, όπου είχε φανατικούς φίλους και φανατικούς πολέμιους ― διότι στο εξωτερικό ήταν ευρέως αποδεκτός, και σεβαστός. Πώς αλλιώς όμως; Ο Αγγελόπουλος εικονογράφησε κυρίως την Ελλάδα, με μελαγχολικές ελεγείες και βαριά φορτία συμβολισμών, με ακραίο φορμαλισμό και απόλυτο πάγωμα των συναισθημάτων. Η Ελλάδα του είναι μια χώρα μυθική που κείτεται στις στάχτες της ήττας και της διάψευσης, βουλιάζει στην απώλεια, είναι μια χώρα ήττας και πικρού αναστοχασμού. Από τα ’70s της Αναπαράστασης και του Θίασου, την Ελλάδα του Εμφυλίου, έως τα σκοτεινά τούνελ της Δραπετσώνας, την Ελλάδα της χρεοκοπίας.

Χριστιανός ευσεβιστής κατά τα νεανικά του χρόνια, αριστερίζων και άθεος κατά την ωριμότητα, έχτισε έναν καλλιτεχνικό κόσμο απ’ όπου απουσιάζουν ηχηρά ο ερωτισμός, το λαϊκό στοιχείο, τα αισθήματα ― δηλαδή ό,τι σφραγίζει τον νεοελληνικό βίο στα μάτια ιθαγενών και ξένων. Ο ευσεβισμός συναιρούμενος με την αριστερά απέφερε έναν ιδιότυπο πουριτανισμό, τέτοιον που εξόρισε οποιαδήποτε ερωτική σκηνή με κάποια θερμοκρασία από τις ταινίες του, εξόρισε το λαϊκό στοιχείο ως παραγωγό διονυσιασμού και αταξίας, εξόρισε τα αισθήματα ως επαφή, ώσμωση και ανταλλαγή υγρών. Οι άνθρωποι στο αγγελοπουλικό σύμπαν είναι Προμηθείς, μοναχικοί, μόνοι ενώπιον της ιστορίας που τους συντρίβει, ή το πολύ τους γνέφει κάτι αδιόρατο που μόνο αυτοί αντιλαμβάνονται.

Υψηλός φορμαλισμός. Οχι με τον τρόπο του Ιταλού Αντονιόνι που κορυφώνεται στα σύμβολα μα βαθμιαία αφήνεται στα αισθήματα, ή του Γερμανού Φασμπίντερ, του μελοδραματικού-διονυσιακού που εκκινεί από τον ωμό νατουραλισμό και κορυφώνεται στον σπαρακτικό φορμαλισμό του Querelle. Πάντως υψηλός φορμαλισμός, με χαρακτήρα, με υπογραφή.

Δεν ήταν όμως μόνο ένας φορμαλισμός εξ επιλογής και από ιδιορρυθμία, δεν ήταν ο φορμαλισμός ενός ρηχού ναρκισσιστή. Αντιθέτως, φρονώ ότι αυτή η κατεψυγμένη, υπερκαλαίσθητη φόρμα, η σταθερή απομάκρυνση από το ζέον βίωμα και το κινδυνώδες συναίσθημα, το μακρινό αργόσυρτο πλάνο, η καταστολή της θυμικής αντίδρασης του θεατή, ήταν η απόσταση που έπαιρνε από τη ζωή ένας ευαίσθητος, τραυματισμένος άνθρωπος, που δεν έβρισκε απαντήσεις στα οδυνηρά ερωτήματα, ένας μονήρης που δεν τον χωρούσε ο τόπος του. Μάλλον, ένας άνθρωπος διαπορών, περιπλανώμενος στην πραγματικότητα του αίματος και της θηριωδίας που διαμόρφωσαν τα νεανικά του χρόνια, και εντέλει αποστρέφει το πρόσωπό του από τη σάρκα και το χώμα, βουλιάζει στα σύμβολα, τις ιδέες. Θρηνεί για την αποϊεροποίηση του κόσμου, πενθεί την έκλειψη των ηρώων. Ετσι όμως αποστρέφει το βλέμμα του και από τη ζωή εν όλω, και θεραπεύει μια ορισμένη ηττολαγνία πλασμένη με αισθητικούς και ιδεολογικούς όρους.

Υπό μία έννοια, ο τέτοιος κόσμος του Αγγελόπουλου είναι ο κόσμος της μεταπολεμικής ελληνικής Αριστεράς, της ηττημένης, που αναδιπλώθηκε μέσα στην ήττα της και τράφηκε απ΄αυτήν, χωρίς ποτέ να την ξεπεράσει, να περάσει σε άλλη ιστορική φάση, να αντιληφθεί μια νέα πραγματικότητα και να αναμετρηθεί με άλλες προκλήσεις. Σαν να κόλλησε ο χρόνος στη Βάρκιζα του θρήνου, και όχι στη Λαμία του Αρη. Κι έτσι παρήγαγε ποίηση ήττας, ταινίες ήττας, τραγούδια ήττας, ιδεολογία ήττας, ήθος ήττας. Κατά κάποιο τρόπο, ξεχάστηκε ο κλέφτης και ο αντάρτης, ο άτακτος και ο οραματιστής, θάφτηκε το ηρωικό στοιχείο. Επικράτησε ο μικροαστός, ο μικρομεσαίος επιβιωτής, «αυτός που χτίζει ένα μικρό σπιτάκι και λέει: καλά είμαι εδώ» του Κατσαρού, ο οποίος επιπλέον ενώ χτίζει τριάρι με αντιπαροχή και υλικά κατεδαφίσεως, ταυτοχρόνως και κατά αντιδιαστολή τραγουδάει νοσταλγικά το γεράνι και την αυλίτσα.

Ο αντιρεαλισμός του Αγγελόπουλου, τα ιδεολογικά και συμβολικά του φορτία, ενώ φαίνεται να συνομιλούν με ήρωες, ουσιαστικά πραγματεύονται την ήττα, τη διάψευση και την απουσία των ηρώων. Την απουσία νοήματος, την απουσία ζωής εντέλει. Εξ ου και οι ταινίες του όχι μόνο δεν ήταν λαϊκές, αρεστές και αποδεκτές από τον λαό, αλλά έφερναν αδιαφορία, χασμουρητά και δυσφορία στις μάζες. Οπως και η Αριστερά της ίδιας εποχής.

Με όλα αυτά δεν θέλω να αποτιμήσω καλλιτεχνικά το έργο του Αγγελόπουλου, ούτε να βρω ιστορικά λιποβαρή την Αριστερά στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα. Οχι. Αλλά να, μες στις ταινίες του περνάει η Ελλάδα, η ζωή, οι δικές του αντιφάσεις του, οι δικές μας αντινομίες, διαθλασμένα, πρισματικά, μαγικά. Αρκούντως αληθινά.

Η Πέμπτη ξημέρωσε λαμπρή. Διαύγεια. Εκπαγλη, γλαυκή Αττική, οδυνηρά διαυγής: σε αναγκάζει να σκεφτείς, αφού τη νιώσεις. Διέσχισα μισοάδειους δρόμους, με κλειστά μαγαζιά και βιαστικούς διαβάτες, είδα τους λόφους και τα βουνά να στέφουν το λεκανοπέδιο, από το Αιγάλεω όρος ώς την Πεντέλη και στο βάθος τη θάλασσα να αστράφτει. Η Αθήνα ήταν όλη ο ουρανός της, χθες. Ομορφη και λιτή, αυστηρή, σαν σμιλεμένη κόρη αρχαϊκή.

Στο πίσω μέρος του υπερφωτισμένου μυαλού φώλιαζαν ωστόσο οι άνθρωποι. Αγωνιούντες άνθρωποι, κάτοικοι αυτού του διαυγούς θαύματος, άνθρωποι του μόχθου, νοικοκύρηδες, επιστήμονες, έμποροι, Ελληνες που αγωνιούν για το σκοτεινό παρόν και τους τρομάζει η σκέψη του μέλλοντος. Χιλιάδες, μυριάδες αγωνιούντες συνέρρεαν μπροστά από το Κοινοβούλιο, ζητώντας να εισακουστούν από τους εκλεγμένους αντιπροσώπους τους, να ακούσουν τη μαρτυρία τους, την απόγνωσή τους. Εχει ξαναγίνει αυτή η τελετουργική συνάθροιση των απεγνωσμένων, πολλές φορές. Και πάντα έφευγαν άπρακτοι, όλο και πιο απεγνωσμένοι, ποτέ δεν έμαθαν αν και πότε θα τελειώσει το μαρτύριο.

Ετσι σωρεύτηκε η ανημπόρια, σαν διάλυση κάθε ροής του βίου, σαν αλλεπάλληλη διάψευση, σαν διαρκής κατάπληξη. Κι έτσι μεταλλάχθηκε σε κακοήθη νεοπλασία: σε κανιβαλισμό εαυτών και αλλήλων, η μια ομάδα εναντίον της άλλης, όλοι εναντίον όλων. Υπό την αρχαία διαύγεια αναδύεται το αρχαίο νείκος. Τυφλό, μοιραίο, ολέθριο. Αγέλες υαινών ενάντια σε πεισμωμένους εγωτιστές, μέλανες εναντίον ερυθρών, παλούκια εναντίον σφυριών, φωτιές επί κεφαλών αθώων, αλληλολιθοβολισμός συμπολιτών και συμπατριωτών, αδελφός εναντίον αδελφού. Κι ένας εργατικός, πατέρας δύο παιδιών, αφήνει την τελευταία του πνοή απέναντι από το δακρυσμένο, ασφυκτιών Κοινοβούλιο. Ιδού η μεγαλύτερη ήττα, η βαρύτερη, η ιστορική: ενώπιον της αβύσσου, αντί να ενωθούν δυνάμεις και ψυχές, τα πνεύματα διχάζονται, τα σώματα χτυπιούνται και πέφτουν.

Η ώρα περνούσε, ο ήλιος βασίλευε, η τυφλότης θριάμβευε. Μέσα κι έξω απ’ τη Βουλή αλληλοκατηγορίες, εκβιασμοί, απελπισιά: «μέσ’ ς’ τήν ψυχή μου / Κάθου κρυμμένη, ἀπελπισιά, καὶ κοίμου.» (Δ. Σολωμός)

Συγκρίναμε την αβάσταχτα ωραία Αττική, όπως ξεπρόβαλε τούτη την Πέμπτη 20 Οκτωβρίου, με τη δυσοίωνη μητρόπολη του μίσους, που έφερε η νύχτα. Τι έχουμε μπρος στα μάτια μας, ανάμεσα στα δάχτυλά μας, και πώς κυλά και το χάνουμε: το φως, τη φιλότητα, τον λόγο. Θυμηθήκαμε τα αγαπημένα λόγια του Καμύ, ανθρώπου της Μεσογείου σαν εμάς:
«Eκείνος που εργάζεται σκληρά, ανάμεσα σε μιαν άχαρη γη και ένα σκοτεινό ουρανό, μπορεί να ονειρεύεται μιαν άλλη γη όπου ο ουρανός και το ψωμί θα ήταν ανάλαφρα. Eλπίζει. Eκείνοι όμως που το φως και οι λόφοι τούς γεμίζουν κάθε ώρα της ημέρας, δεν ελπίζουν πια. Δεν μπορούν πια παρά να ονειρευτούν ένα αλλού φανταστικό. Eτσι, οι άνθρωποι του Bορρά δραπετεύουν στις ακτές της Mεσογείου, ή στις ερήμους του φωτός. Oι άνθρωποι όμως του φωτός, πού αλλού θα μπορούσαν να δραπετεύσουν αν όχι στο αόρατο;»

φωτ.: http://artsailor.blogspot.com

Οι τελευταίοι μήνες και ιδίως οι θερμοί Ιούλιος και Αύγουστος βρήκαν την Ελλάδα σε μια ιστορική καμπή. Η οικονομική κρίση ασφαλώς είναι αυτή που ορίζει τις συμπεριφορές, ατομικές και συλλογικές, αλλά γίνεται όλο και πιο φανερό, ακόμη και στον πιο ανυποψίαστο, ότι η κρίση είναι και κοινωνική και πολιτική. Θα τολμούσα να πω και πνευματική, υπό την έννοια ότι η κρίση αχρηστεύει τα εν χρήσει γνωστά εργαλεία και τις ορθόδοξες προσεγγίσεις· απαιτεί νέα σκέψη, τολμηρά βήματα, αυτοαναίρεση, κι αυτά λείπουν.

Οι εκτιμήσεις για το προσεχές μέλλον είναι δυσοίωνες. Τα οικονομικά στοιχεία της χώρας επιδεινώνονται σταθερά, η ύφεση ως το τέλος του 2011 εκτιμάται ότι θα υπερβεί το 5%, ίσως και το 6%, η ανεργία θα υπερβεί το 17,5%. Οι δείκτες αυτοί περιγράφουν μια οικονομία που πλήττεται από πολεμική σύρραξη. Το πολεμικό φόντο καταγράφεται πράγματι σε μια στάση του κοινωνικού σώματος όλο και πιο έκδηλη: σε μια διχοστασία, έναν ψυχικό και πολιτικό διχασμό, έναν ακήρυκτο εμφύλιο. Η εξήγηση δεν είναι μία και δεν είναι απλή. Ωστόσο, στη ρίζα αυτής της διχοστασίας βρίσκεται ο φόβος ενώπιον της κατάρρευσης του παλαιού, του γνώριμου, του οικείου ― καλό, ψυχρό, ανάποδο, δεν έχει σημασία. Η παλαιά κατάσταση καταρρέει υπό το βάρος των αμαρτιών της και ο καθείς σπεύδει να προφυλαχθεί κραδαίνοντας μια εξήγηση: φταίει αυτό το πρόσωπο, αυτό το κόμμα, αυτή η πολιτική ιδεολογία ή πρακτική. Ολες οι εξηγήσεις αναφέρονται στο παρελθόν, όλες αναζητούν υπεύθυνους, και όχι άδικα. Εντούτοις, οι εξηγήσεις αυτές πάσχουν στον πυρήνα τους: πρώτον αρθρώνονται με τα ίδια διανοητικά υλικά, τα υλικά της παλαιάς ερειπώδους κατάστασης. Δεύτερον, οι εξηγήσεις λειτουργούν περισσότερο σαν εξορκισμός του κακού και ελάχιστα σαν εφαλτήριο για υπερπήδηση της δυσχέρειας και δημιουργία.

Η κρίση παγώνει τη σκέψη, ο φόβος πνίγει τις δημιουργικές δυνάμεις. Παρότι θα περιμέναμε η απειλή να αφυπνίσει το ένστικτο αυτοσυντήρησης και να κινητοποιήσει δυνάμεις αντίστασης και αναγέννησης, αυτό που παρατηρείται προς το παρόν είναι το αντιδιαμετρικό του: Ο φόβος απελευθερώνει καταστροφικές ενορμήσεις, ο θυμός μένει αμετουσίωτος και στρέφεται εναντίον του διπλανού και εναντίον του συλλλογικού εαυτού εντέλει. Είναι μια αναγκαία φάση ασφαλώς, πλην όμως δαπανάται ζωτική ενέργεια σε μια κρίσιμη περίοδο, κατά την οποία ο ιστορικός χρόνος κυλά εξαιρετικά συμπυκνωμένος και εξαιρετικά απαιτητικός.

Αυτό το αδρό σχήμα ενδοψυχικής και ενδοκοινωνικής σύγκρουσης, αμφιθυμίας, ενδοβεβλημένου θυμού, μπορεί να εξηγήσει μέσες-άκρες και τη ζηλωτική συμπεριφορά κυβερνητικών ανδρών που εφαρμόζουν οδυνηρές πολιτικές, συχνά καταστροφικές και αδιέξοδες, ισχυριζόμενοι ότι μόνο αυτό μπορεί να γίνει και επιπλέον αυτό είναι το καλύτερο. Δεν λένε ψέματα, το πιστεύουν· το έχουν εσωτερικεύσει και το πιστεύουν, διότι δεν θα μπορούσαν να επιζήσουν διαφορετικά. Ασφαλώς υπάρχουν και οι κυνικοί και οι υποκριτές, ακόμη και οι κουτοί πολτικοί, αλλά δεν συζητάμε αυτό. Με τον ίδιο τρόπο σκέψης-δράσης, ένα είδος αυθυποβολής, πορεύονται και άλλοι πολίτες, τασσόμενοι με τη μία ή την άλλη ολοκληρωτική εξήγηση: αυτή είναι η μόνη λύση, δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική.

Αντιλαμβανόμαστε βέβαια ότι αυτή η ζηλωτική στάση, η αρραγής σκέψη η σχεδόν φονταμενταλιστική, χωρίς καμία αμφιβολία, καμία ρωγμή ή αμυχή, περικλείει έναν πυρήνα ολοκληρωτισμού, και εφόσον η πεισματάρα πραγματικότητα επιμένει να διαψεύδει διαρκώς τους ζηλωτές, μπορεί να εκλύσει τεράστια ποσά ματαίωσης.

Την ίδια στιγμή, σε έναν παράλληλο κόσμο, η ίδια κρίση δρα σαν ισχυρό ναρκωτικό. Ικανό μέρος του πληθυσμού πορεύεται παγωμένο και μουδιασμένο, αναίσθητο, σαν ανέπαφο από οιωνούς, σημάδια και πλήγματα. Η τερατώδης αμεριμνησία των προηγούμενων χρόνων κυλά ακόμη στις φλέβες, η αδράνεια υπερνικά κάθε πραγματικό εμπόδιο, η αδράνεια αποκλείει τα εξωτερικά ερεθίσματα. Η αδράνεια μαζί με τον φόβο. Σε αυτή την περίπτωση η φόβος κινητοποιεί άλλο μηχανισμό: την άρνηση του πραγματικού. Εκεί όπου ο ζηλωτής δρα υπεραναπληρωτικά και φανατικά, πεπεισμένος ότι μπορεί να αναστρέψει την καταστροφή με τα ίδια εργαλεία που προκάλεσαν την καταστροφή, ο «αδρανής» αναχωρεί από το πραγματικό, το αρνείται, το σβήνει. Και εφόσον διαγράφει την πηγή του φόβου του, είναι σαν να μην αισθάνεται φόβο και πόνο. Μένει απαθής.

Αναπτύσσονται και άλλες συμπεριφορές, κινητοποιούνται και άλλοι μηχανισμοί άμυνας, μετουσίωσης της τρομακτικής πραγματικότητας της κρίσης, άλλοτε πιο πρωτόγονοι και άλλοτε πιο εκλεπτυσμένοι και σύνθετοι. Η βαριά δυσθυμία, η εκτεταμένη αθυμία, η κατάθλιψη, εντοπίζονται διάχυτες σε όλο το κοινωνικό σώμα· η δυσπιστία και η καχυποψία γενικεύονται, ο στοιχειώδης σχεδιασμός του μέλλοντος αναστέλλεται. Ολες αυτές οι συμπεριφορές έχουν ως κοινό παρονομαστή τη βία, είτε εσωτερικευμένη, συμπιεσμένη και μη εκτονωμένη, είτε εξωτερικευμένη, θορυβώδη, χαοτική.

Η κρίση διαρρηγνύει το άτομο, τις σταθερές του βίου του, απειλεί την οικογένειά του. Η κρίση διαρρηγνύει τις σταθερές του συλλογικού βίου, τις κανονικότητες, τις ροές. Φέρνει μαζί της και την πικρή, ακριβή επίγνωση: η κρίση, η ρήξη, η ανατροπή, η καταστροφή είναι σύμφυτες της νεωτερικότητας. Η μεταπολεμική ευημερία, η ειρήνη, ήταν ένα φωτεινό μακρύ διάλειμμα. Και τέλειωσε.

Ουδείς επιθυμεί τη βία. Ωστόσο το φάντασμά της αιωρείται πάνω από την δοκιμαζόμενη Ελληνική Δημοκρατία, άρα η αντιμετώπισή της δεν μπορεί να διεξάγεται μόνο με εξορκισμούς και ευχολόγια. Ας τη σκεφτούμε επί της ουσίας, για να μπορέσουμε να αποτρέψουμε την εξάπλωσή της. Οι αποδοκιμασίες και οι προπηλακισμοί εναντίον πολιτικών πυκνώνουν, όσο πυκνώνουν τα μέτρα περικοπών και φορολόγησης, όσο εντείνεται η ύφεση και, κυρίως, όσο εντείνεται η ανασφάλεια. Η σχέση είναι γραμμική. Αντιστοίχως, όσο αυξάνονται το πλήθος και το πάθος των διαμαρτυρόμενων, τόσο αυξάνεται εξ αντιδράσεως η ένταση της αστυνομικής βίας, όπως φάνηκε την Τετάρτη των Χημικών, 29 Ιουνίου.

Είναι φανερό ότι έχει ανοίξει ένας ανατροφοδοτούμενος κύκλος έντασης, ο οποίος δεν πρόκειται να διαρραγεί με ρητορικές καταδίκες που συνδαυλίζουν την αμοιβαία καχυποψία, αλλά μόνο με άρση των γενεσιουργών αιτίων. Κι επειδή η άρση των αιτίων της οργής δεν είναι εφικτή βραχυπρόθεσμα, πρέπει ως κοινωνία να βρούμε επειγόντως τρόπους καταλλαγής, αν επιθυμούμε να αποφευχθεί ο αλληλοσπαραγμός.

Τη μεγαλύτερη ευθύνη την έχουν η κυβέρνηση, πρωτίστως, οι πολιτικοί φορείς και οι διαμορφωτές κοινής γνώμης. Το πλήθος, των αγανακτισμένων και των σιωπηλών, συνομιλεί με αυτούς τους φορείς, και εν πολλοίς καθοδηγείται. Για να κατευναστεί το πλήθος, απαιτείται μια ορισμένη ειλικρίνεια εκ μέρους των κυβερνώντων και των πολιτικών ταγών, απαιτείται παρρησία και ανάληψη ευθύνης. Μεγάλο μέρος της οργής προέρχεται από την ανειλικρίνεια των κυβερνώντων, τη διπλή τους γλώσσα, αλλλά και από την πεποίθηση ότι η κυβέρνηση δεν είναι ικανή να βγάλει τη χώρα από την κρίση. Αυτή η διάχυτη αίσθηση αδυναμίας, μια βαριά malaise, κατακλύζει όλη την κοινωνία, την οδηγεί σε ασφυξία. Για να ανακουφιστεί, η κοινωνία εντοπίζει την πηγή δυσφορίας της στην κυβέρνηση: την εξέλεξε για να διαχειριστεί την κρίση, να οδηγήσει τη χώρα στα υπήνεμα· μα η χώρα βυθίζεται ολοένα στην ύφεση και την αδυναμία. Η αυτοκριτική είναι οδυνηρή και δυσχερής, η αδράνεια μεγάλη, η μετατόπιση της ευθύνης στους ηγέτες είναι η πιο εύκολη λύση.

Σε αυτή την περίσταση η πολιτική τάξη οφείλει να διαδραματίσει το γονεϊκό της ρόλο, να διασκεδάσει τους υπαρκτούς φόβους του λαού, να κατευνάσει τα πάθη με τρόπους δημοκρατικούς, να αναλάβει την ιστορική ευθύνη που της έλαχε. Καθήκον του πολιτικού ηγέτη, πολλώ μάλλον του αιρετού, είναι να ενσαρκώνει την πατρική φιγούρα: να είναι δίκαιος, να θέτει όρια, να προστατεύει, κα καθησυχάζει, να συζητά ενδελεχώς, να δίνει το παράδειγμα, να θυσιάζεται, και μόνο εφόσον εξαντληθούν τούτα να τιμωρεί. Ο βουλευτής Χρ. Πρωτόπαπας, κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ και έμπειρος συνδικαλιστής, προ ημερών έδωσε ένα τέτοιο παράδειγμα έμπρακτης καταλλαγής: συζήτησε επί μιάμιση ώρα με ομάδα αγανακτισμένων πολιτών που τον προσέγγισαν σε ταβέρνα, και μάλιστα για το καυτό θέμα των βίαιων επεισοδίων της 29ης Ιουνίου. Ούτε αντεγκλήσεις ούτε γιαούρτια ούτε βέβαια σωματικές απειλές· απλώς, συζήτηση. Ανάληψη ευθύνης και βλέμμα στα μάτια. Είναι ένας τρόπος.

Με τεντωμένα νεύρα, ακροποδητί, φτάσαμε στο Πάσχα, με άνοιξη που διστάζει να ξεμυτίσει, με κλίμα που περιγράφει τον μέσα καιρό, καιρό κρύο και θαμπό. Θα το θυμόμαστε κι αυτό το Πάσχα, αχνό, όπως αχνό θυμόμαστε το περασμένο, παραμονές του Μνημονίου, θα το θυμόμαστε μες στις προφητείες για τη χρονιά του ’11, σκληρή χρονιά, για όσους ξεπέφτουν και δυστυχούν, για όλους όσοι αγωνιούν, για όλους όσοι μαζεύονται να πιουν ένα ούζο με νηστίσιμα και γυρνάνε την κουβέντα στον παρόντα ζόφο και μαυρίζουν.

Αλλά έχουν και οι προφητείες τις διαψεύσεις τους, έχουν και οι ζόφοι τα φώτα που τους διαλύουν. Αίφνης, παρά τη σύγχυση και την απαισιοδοξία, όλο και περισσότεροι Ελληνες κατανοούν ότι από τη συμφορά δεν μπορείς να κρυφτείς ατομικά. Ακόμη κι αν γλιτώσεις μια περιουσία κι ένα εισόδημα, μια δουλειά, είναι δύσκολο να ζήσεις σε μια χώρα όπου οι περισσότεροι θα δυστυχούν, όπου οι κάδοι απορριμμάτων στις αστικές συνοικίες θα ‘ναι καβατζωμένοι από πρωινούς κυνηγούς-τροφοσυλλέκτες, όπου οι ζητιάνοι θα περνούν ανά τρίλεπτο στο καφενείο, και στις χωματερές θα αλληλοεξοντώνονται συμμορίες ρακομεταλλοσυλλεκτών, ένυλα slum που διαχέονται στο ιστορικό κέντρο και στις παρυφές, άυλα slum, ψυχικά, που διαχέονται σε όλη τη δημόσια σφαίρα: Πώς γλιτώνεις από αυτά;

Δεν γλιτώνεις. Ακόμη κι αν υψώσεις τοίχους με ηλεκτροφόρα συρματοπλέγματα στην παρ’ ημίν suburbiana, ακόμη κι αν το χρήμα έχει παρκάρει από καιρό στα νησιά Cayman, αφορολόγητο και θρασύ, ακόμη κι αν οι μετακινήσεις γίνονται πίσω από φυμέ τζάμια, ακόμη κι έτσι, ο ζόφος και ο κοχλασμός θα εισβάλλει από διάπλατες πόρτες μηντιακές: δεν κρύβεται, δεν θάβεται, δεν αποσιωπάται.

Δεν γλιτώνει λοιπόν κανείς. Ούτε ο πλούσιος ούτε ο μεσαίος. Ολοι θα ζουμε, ζούμε ήδη, σε μια υπόκωφη δυστοπία, με σιωπηρές πτωχεύσεις και αποδράσεις, με αιτήσεις μετανάστευσης, με απεγνωσμένες φυγαδεύσεις μικροαποταμιεύσεων, ανάμεσα σε σκονισμένα ενοικιαστήρια και οργισμένες αφίσες, σε έναν ακήρυκτο εμφύλιο, όπου συμφύρονται θύματα και θύτες αδιακρίτως, ενοχοποιημένοι και έξαλλοι εν ταυτώ. Ομως βλέπεις, ακούς, αφουγκράζεσαι, νιώθεις, ότι δεν πάει άλλο έτσι, όλοι να αλληλοϋποβλέπονται, όλοι να ενοχοποιούνται, όλοι να αδρανούν, όλοι να αναζητούν δοχείο για τη χολή που τους ανεβαίνει στο στόμα.

Κανείς δεν μπορεί να γλιτώσει μόνος του. Αλλά πώς θα αναγνωριστούν αυτοί οι πολλοί μόνοι σε ένα ενοποιημένο σύνολο, προσωρινό έστω, σε ένα όλον που θα ενώνει πολλαπλασιαστικά τις δυνάμεις, ώστε να αντέξουν το βάρος της συγκυρίας και να διαπλεύσουν τον μακρύ καιρό της κρίσης; Αυτός ο κοινός παρονομαστής αναζητείται τώρα, που θα συνενώσει σκόρπιες και ανοιμοιογενείς δυνάμεις προς κάποιο μίνιμουμ στόχο. Καλύτερα: ένας τελεστής, με τη μαθηματική έννοια· μια σχέση που θα μπορεί να δράσει πάνω σε όλη την υπάρχουσα ζοφερή σχέση και να τη μετασχηματίσει, να οδηγήσει σε μια ριζικά άλλη κατάσταση συνολικά.

Η κρίση οδηγεί σε υπερβάσεις και επανευρέσεις. Υπέρβαση των γνωστών εργαλείων, εννοιολογήσεων, συνηθειών· επανεύρεση μέσων, εργαλείων, εννοιών, στόχων. Υπερβαση των γνωστών ομαδώσεων ανά επάγγελμα, συντεχνία, κλάδο, συμφέρον, λόμπι, κλαν, συνλαμογικό γκρουπ· επανεύρεση άλλων πυρήνων για συσπείρωση: από το συγκεκριμένο ένυλο μικροπεδίο της κοινότητας έως το αφηρημένο, υπερβατικό μακροπεδίο της πατρίδας. Νέοι στόχοι: σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, επείγει η υπεράσπιση της δημοκρατικής τάξης, της ουσίας της, και όχι η περιστολή και η συρρίκνωσή της για δήθεν πρακτικούς λόγους.

Επείγει η ριζική αναθεώρηση του κυρίαρχου οικονομισμού υπέρ των λατρευομένων αγορών, αυτού που μάς οδήγησε εν πολλοίς στον παρόντα ζόφο. Επείγει η επανεπινόηση του πολιτικού. Η πολιτική κοινωνία οφείλει τώρα, περισσότερο από ποτέ πριν, να ανασυνταχθεί και να απαιτήσει δικαιοσύνη: δίκαιη φορολογία, δίκαιη κατανομή βαρών, τιμωρία κλεφτών, επίορκων και φοροφυγάδων. Δικαιοσύνη στο υλικό και στο ηθικό πεδίο, αλληλένδετα. Πώς καλούνται να θυσιαστούν μαζικά οι αδύναμοι, όταν κανείς επιφανής της κλεπτοκρατίας δεν έχει πληρώσει, δεν έχει τιμωρηθεί; Η επανεπινόηση του πολιτικού άρα περνάει, πρώτα απ’ όλα, από την απονομή δικαιοσύνης. Χωρίς υστερία, χωρίς δημαγωγία· ψυχρά, με ιστορική ευθύνη. Τότε, μπορούμε να δούμε και τους άλλους όρους του συνανήκειν, τους υπερβατικούς και προωθητικούς ― ώστε να δράσει ολοκληρωμένα ο τελεστής.

Ο υπόκωφος εμφύλιος που ζούμε τροφοδοτείται από οργή, από φόβο και σύγχυση. Τροφοδοτείται όμως και από δόλια φερέφωνα, όρνια αγορών, νεοδοσίλογους αριβίστες που πλασάρονται σε θέσεις κυριαρχίας πατώντας σε κοινωνικά ερείπια. Αλλά ο εμφύλιος, έτσι όπως διεξάγεται τώρα, τυφλός και πανδαμάτωρ, συδαυλισμένος κιόλας από τους αριβίστες, θα αφανίσει τους αδύναμους, θα πλήξει σφοδρά τους μεσαίους, θα ψαλιδίσει ακόμη και τους αστούς. Αυτό τον σωρό ερειπίων, το σωρό της αδικίας, ας δούμε πρώτα απ’ όλα: ορθώνεται και φράζει το μέλλον.

Προχθές απειλήθηκε με προπηλακισμό ο νομπελίστας Τζέιμς Γουότσον. Ευτυχώς, ο 88χρονος γενετιστής διέφυγε, με παρέμβαση καθηγητών και φοιτητών, και έδωσε τη διάλεξή του στο Πανεπιστήμιο Πατρών. Το χουλιγκανικό επεισόδιο ενδεχομένως σχετίζεται με κάποιες ανορθόδοξες απόψεις του Γουότσον για την κατώτερη ευφυΐα των μαύρων και το πιθανό γονίδιο της ομοφυλοφιλίας, απόψεις εχθροπαθείς ίσως ή και ρατσιστικές, αλλά σε καμία περίπτωση ικανές να πυροδοτήσουν βία. Λεκτική αντιπαράθεση, ναι, στρίμωγμα με επιχειρήματα, ναι, ενοχλητικές «αγενείς» ερωτήσεις, ναι. Αλλά βία;

Δυστυχώς, καθημερινά διαπιστώνουμε μια διαρκή, μαζική ολίσθηση: από το πεδίο της δημοκρατικής συζήτησης, προς το πεδίο της βίαιης αντιπαράθεσης· από τη διαπάλη ιδεών και επιχειρημάτων, προς την αυτοδικία και την καταστολή. Δεν είναι εύκολο να εντοπισθούν επακριβώς οι υπεύθυνοι και τα αίτια· αν ήταν, θα βρίσκαμε εύκολα τη θεραπεία. Μπορούμε βάσιμα όμως να υποθέσουμε ότι η κρίση, η ύφεση και ο φόβος του μέλλοντος βρίσκονται πίσω από τη διάχυση αυτής της χαμηλής εντάσεως βίας μέσα σε κάθε αρμό της κοινωνίας. Σαν να σιγοκαίει ένας εμφύλιος: χωρίς αποσαφηνισμένα στρατόπεδα, εντούτοις, χωρίς σημαίες, χωρίς διακριτά πρόσωπα· η μια ομάδα εναντίον της άλλης, όλοι εναντίον όλων. Λες και η κρίση να έχει αποθηριώσει τους μέχρι πρό τινος φιλήσυχους ή αδιάφορους πολίτες· οι παθητικοί γίνονται επιθετικοί και οι ζωηροί γίνονται επικίνδυνοι.

Αυτός ο υπόκωφος, διάχυτος εμφύλιος απειλεί τους πάντες και τα πάντα. Υποσκάπτει την ήδη διαβρωμένη κοινωνική συνοχή, πλήττει τον αυτοσεβασμό, θολώνει τον νου. Δηλαδή, απειλεί αυτά που χρειαζόμαστε περισσότερο από κάθε άλλο, για να διαπλεύσουμε τον μακρύ καιρό της κρίσης με τις λιγότερες δυνατές απώλειες. Κατά τούτο, ένα καθήκον, πρώτο από πολλά, του πολίτη σήμερα είναι η μετριοπάθεια, η ψυχραιμία· ιδίως του πολίτη που επιθυμεί όχι μόνο διάσωση αλλά και αναδόμηση της χώρας.

To Mνημόνιο Στήριξης που προσυπέγραψε η ελληνική κυβέρνηση τον περασμένο Μάιο έδωσε την αφορμή να εκδηλωθεί ένας διχασμός των πολιτικών δυνάμεων και του ίδιου του λαού, που διαπερνά έκτοτε τον δημόσιο βίο με άλλοτε άλλες κορυφώσεις. Τελευταία κορύφωση υπήρξαν οι πρόσφατες αυτοδιοικητικές εκλογές, κατά τις οποίες η αποδοχή ή η απόρριψη του μνημονίου ετέθη ως δραματικό δίλημμα: υπέρ ή κατά της πατρίδος, με πρώτο κηρύξαντα τον ίδιο τον πρωθυπουργό.

Ο λαός άλλοτε υπέκυψε στο δίλημμα, με πολωτική εκδήλωση ψήφου, και άλλοτε το υπερέβη, είτε δια της αποχής και της λευκής ψήφου, είτε δια της εκλογής ανεξάρτητων ή πολυσυλλεκτικών αρχόντων. Ο διχασμός όμως παραμένει, κυρίως σαν διχογνωμία, σαν διχοστασία, αλλά και σαν βασανιστικό ερώτημα αναχρονισμού: Μπορούσε να γίνει αλλιώς; Τι άλλο μπορούσε να γίνει;

Οι απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα δεν έχουν ουσιαστικό όφελος, από τη στιγμή που το ιστορικό ενδεχόμενο έχει μεταπέσει σε ιστορικό γεγονός. Πριν από την υπογραφή του Μνημονίου Στήριξης και των επαχθών όρων του, το περίφημο εξάμηνο μετά τις εκλογές του 2009, ο δανεισμός υπό τους όρους της τρόικας ήταν ένα ενδεχόμενο ανάμεσα σε μερικά άλλα. Αυτά τα “άλλα” δεν τα μάθαμε ποτέ, δεν μπήκαν στον επίσημο δημόσιο λόγο από την κυβέρνηση, άρα δεν είχαν την δυνατότητα να γίνουν γεγονός, παρέμειναν ενδεχόμενα, μάλιστα άδηλα και άρρητα. Ως ιστορικό γεγονός έμεινε το Μνημόνιο· βάσει αυτού τώρα ορίζεται ο δημόσιος λόγος, η υλικότητά του ορίζει και τον διχασμό που αναδύθηκε.

Κάτω βέβαια από τον διχασμό που φέρνει το Μνημόνιο βρίσκονται βαθιές ρίζες, που φτάνουν μέχρι τους χρόνους ιδρύσεως του νεοελληνικού κράτους, ίσως και πιο βαθιά ακόμη, στους χρόνους της κατάκτησης όταν ανεδύετο η εθνική συνείδηση. Ιδίως τότε, στα χρόνια της ανάδυσης και στα χρόνια της ίδρυσης, παρατηρείται αδρά μια διττή στάση των υποκειμένων που αυτοαναγνωρίζονται ως Ελληνες: αφενός, όσοι επιθυμούν να υπάρξουν ως Ελληνες αλλά ενσωματωμένοι στο επικυρίαρχο σύστημα της οθωμανικής αυτοκρατορίας (ή προσαρτημένοι σε άλλους επικυρίαρχους, αργότερα), αφετέρου, όσοι επιθυμούν να υπάρξουν απελευθερωμένοι και ανεξάρτητοι από το επικυρίαρχο σύστημα, όσοι διαπνέονται από πνεύμα αντίστασης και εναντίωσης.

Η διχοστασία αυτή, των ενσωματωμένων και των ανεξάρτητων, διαπερνά το έθνος από αναδύσεως και το κράτος από συστάσεως. Οχι μόνο όμως ως διχοστασία, σαφής και διακριτή κάθε φορά· συχνά, τα όπλα και η ρητορική του ενός γίνονται όπλα και ρητορική του άλλου, εκτρεπόμενα από την αρχική τους χρήση· συχνά επίσης οι διισταμένες τάσεις συγχωνεύονται σε μια τρίτη, προς μια κατάσταση ισορροπίας, ή και αποσύρονται οι εντάσεις εν όψει κινδύνων που απειλούν την ίδια την ύπαρξη του εθνικού συνόλου.

Οι τέτοιες διχοστασίες έφτασαν στα όρια του εμφυλίου αμέσως μετά τον ξεσηκωμό του 1821, και με ανάλογη αδελφοκτόνο σφοδρότητα εκδηλώθηκαν και το 1916-22 και το 1944-49. Κοινό χαρακτηριστικό σε όλες τις περιπτώσεις, η ανάμιξη του ξένου παράγοντα, ο οποίος επεμβαίνει διαιρετικά και εξουσιαστικά, είτε ως αυτόκλητος σωτήρας είτε προσκεκλημένος από τη μια ή την άλλη μερίδα. Η ανάμιξη του ξένου παράγοντα υπογραμμίζει όχι μόνο τις ποικίλες σχέσεις εξάρτησης που καλλιεργούν εγχώριες ελίτ, αλλά και τη σταθερά ιμπεριαλιστική διάθεση των υπερόριων ισχυρών φίλων προς τον αδύναμο γεωπολιτικό κρίκο. Επιπλέον, υπογραμμίζουν τη σχεδόν μόνιμη πνευματική καχεξία των υποτελών ελίτ και την αδυναμία τους να αρθρώσουν ένα επαρκώς αυτοτελές κοσμοείδωλο, διακριτή ταυτότητα, ιθαγενή σκέψη, αν όχι πρωτότυπη, τουλάχιστον αυτόνομη, γνήσια και λυσιτελή για το κοινό συμφέρον, για το κοινό καλό.

Εχουμε δει πώς περίπου εμφανίζεται η διχοστασία διηνεκώς, αλλά και πώς αποσύρονται ενίοτε οι εντάσεις αν εμφανιστούν κίνδυνοι που απειλούν την ίδια την ύπαρξη του εθνικού συνόλου. Αυτό συνέβη, φερ’ ειπείν, το 1940. Τηρουμένων των αναλογιών, σε παρόμοιο κίνδυνο βρίσκεται σήμερα η χώρα, ενώπιον του εσωτερικού και του εξωτερικού εχθρού, ενώπιον του φαύλου εαυτού και ενώπιον της διεθνούς κρίσης και των δανειστών. Μπροστά σε αυτόν ακριβώς τον πολυπρόσωπο κίνδυνο, κίνδυνο πτώχευσης, κίνδυνο απώλειας εθνικής κυριαρχίας, κίνδυνο κοινωνικής έκρηξης, κίνδυνο μαρασμού ενός λαού με χαμένη αυτοπεποίθηση και αυτοεκτίμηση, με κερματισμένη και θαμπή την ταυτότητα, με θρυμματισμένη την αίσθηση του συνανήκειν, σε αυτή ακριβώς την κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, μόνη διέξοδος είναι η υπέρβαση της διχοστασίας. Η υπέρβαση του διλήμματος: Με ή χωρίς Μνημόνιο; Είπαμε, το ιστορικό γεγονός είναι το Μνημόνιο, όλα τα άλλα παρέμειναν ενδεχόμενα· άρα, οφείλουμε να πράξουμε βάσει του γεγονότος, επί του γεγονότος και πέραν αυτού· να μείνει πίσω αυτό και να δημιουργήσουμε άλλα γεγονότα, όχι να μηρυκάζουμε ενδεχόμενα. Από δω και πέρα.

Η υπέρβαση του διλήμματος προϋποθέτει θέληση για συμφιλίωση. Συμφιλίωση των αντιπάλων και των οιονεί εχθρών, δηλαδή αμοιβαία αλληλοαναγνώριση και υπέρβαση του ατομικού· και συμφιλίωση με την πραγματικότητα, δηλαδή αναγνώριση της πραγματικότητας, των υλικών της όρων, των υπαρκτών δυσχερειών και των αντινομιών της. Ορισμένως, προϋποτίθεται η θέληση· να επενεργήσει δυναμικά η θέληση πάνω σε μια πραγματικότητα που τώρα ορίζεται ερήμην των υποκειμένων και της θέλησης τους, ή και εναντίον τους.

Με τέτοια σύλληψη της δυσβάστακτης πραγματικότητας και τέτοια εκδήλωση θέλησης, με μετατόπιση από το ατομικό προς το καθολικό, και από τον φατριασμό προς το κοινό καλό, είναι δυνατόν να αποτραπούν τα χειρότερα για την κοινωνία, το λαό, τη χώρα, την πατρίδα. Αιρόμενοι υπεράνω των διλημμάτων και του διχασμού, μετατοπιζόμενοι δραστικά από την εργαλειακή χρήση και κατανάλωση του κοινωνικού, προς τη συλλογικότητα, τη δοτικότητα, την ηθική θεμελίωση του κοινού βίου. Η κρίση φέρνει ευκαιρίες ― ιδού μια κοινοτοπία που μένει να υποστασιωθεί: Ευκαιρίες ερείπωσης ή ευκαιρίες αναγέννησης;

Η οδύνη της ύφεσης φέρνει στην επιφάνεια οδυνηρά ερωτήματα αυτογνωσίας και ταυτότητας, πολλά από τα οποία εκκολάπτονταν σιγαλά, επί έτη, σε φωλιές λογίων, ευαίσθητων δεκτών ή απλώς ιδεόληπτων και σαλών. Από τη δεκαετία του ’80, όταν η δημοκρατία είχε πια στερεωθεί και η ευμάρεια μεταμόρφωνε τον καθ’ ημέρα βίο, ζεσταίνεται η παλαιά συζήτηση: για την ελληνικότητα, το λαϊκό, τις δυτικές οφειλές και τις ανατολικές καταβολές, τον χαρακτήρα της ορθοδοξίας, το ποσόν του κοσμοπολιτισμού, την καχεξία της αστικής τάξης, την επαμφοτερίζουσα στάση των ελίτ ― τέτοια…

Συχνά, οι αναζητήσεις αυτές κατέληγαν σε βίαια διλήμματα (όπως όλα τα διλήμματα): Φταίμε εμείς για το κακό μας ριζικό; Ο ασίγαστος εμφύλιος, ο διχασμός; Ή φταίνε οι άλλοι, οι ξένοι, οι μεγάλες δυνάμεις; Καταγόμεθα απευθείας εκ των αρχαίων, άρα είμαστε Δυτικοί; Ή κοντινότεροι μας είναι οι Βυζαντινοί του μεσαίωνα και οι μεταβυζαντινοί της τουρκοκρατίας, άρα είμαστε Ανατολίτες; Φυσικά είμαστε και τα δύο, είμαστε όλα, και κάτι πολύ περισσότερο, πολύμορφο και αντινομικό, αυτό που προκύπτει από τη μείξη και τον συγκρητισμό· σύνθετο και πλούσιο ως εκ τούτου.

Σε καιρό κρίσης οι συζητήσεις για την ταυτότητα και τον χαρακτήρα αφήνουν τις ασφαλείς φωλίτσες των λογίων και των ποιητών, των ιδεολόγων και των αισθητών, και φουντώνουν στις συζητήσεις των πολλών. Η κρίση αλλάζει τον χρόνο, τον πυκνώνει και τον βαραίνει· αλλάζει και τον καθημερινό λόγο, τον κάνει πιο επείγοντα και βαθύ, συχνά αγωνιώδη. Και τώρα ζούμε στην καρδιά της κρίσης· κλονίζονται βεβαιότητες, εφησυχασμοί, αδράνειες, οκνηρίες. Τώρα πρέπει να αναμετρηθούμε πάλι, απ΄ την αρχή, με θεμελιώδη ερωτήματα, τόσο πιο δύσκολα όσο πιο απλά: Τι είμαστε; Τι μπορούμε; Γιατί βρεθήκαμε εδώ; Πώς θα πορευτούμε στο εξής;

Σε αυτό το πλαίσιο μπορούμε να δούμε και την παρούσα αναζήτηση ταυτότητας και πορείας, στην εποχή του Μνημονίου. Λένε: Δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά, χρειαζόμαστε χρόνο και χρήμα. Λένε: Το Μνημόνιο φέρνει υποδούλωση, μάς το επέβαλαν οι Ευρωπαίοι για δικό τους όφελος. Λένε: Απαιτείται δραστική μείωση του κράτους. Λένε: Οι ασύδοτες αγορές μάς έφεραν σε αυτά τα χάλια. Και ούτω καθεξής.

Κάθε πλευρά έχει τα επιχειρήματά της και τις αλήθειες της. Καμιά δεν έχει, δεν μπορεί να έχει όλη την αλήθεια. Και στις δύο πλευρές υπάρχει μια τάση κανονιστική: να ρυθμιστεί το παν δια παντός. Αν πάει πιο μακριά ο διαξιφισμός, θα δούμε να εμφανίζονται δίπολα: Παράδοση – εκσυγχρονισμός, ιστορική ταυτότητα – αποτίναξη του παρελθόντος, τοπικός χαρακτήρας – κοσμοπολίτικη διάχυση. Καθαροί και κλειστοί ή υβριδικοί και ανοιχτοί; Μες στην οδύνη της κρίσης, αναδύεται πάντα και η αγωνία της ταυτότητας.

Το φαινόμενο δεν είναι ελληνικό. Η συζήτηση περί ελληνικότητας δεν είναι τοπική ιδιαιτερότητα. Στη μεγάλη κρίση του Μεσοπολέμου, η Δημοκρατία της Βαϊμάρης εδονείτο από συζητήσεις περί γερμανικότητας (Deutschtum), από αναζητήσεις του γερμανικού πνεύματος και της γερμανικής ψυχής, οι νεολαίοι τραγουδούσαν γερμανικούς ύμνους γύρω από τη φωτιά της κατασκήνωσης. Δεν ήταν μόνο εθνικισμός αυτό που εθέρμαινε τα πνεύματα των ηττημένων και ταπεινωμένων Γερμανών, με τις σαρωτικές απαιτήσεις των νικητών και τη φτώχεια να θαμπώνει το νου· οι Γερμανοί είχαν ανάγκη να δουν ποιοι είναι και τι μπορούν να ξανακάνουν μετά τα ερείπια. Το είδαν με έναν τρόπο, απόλυτο, φενακισμένο, τρομακτικό: για τα βάσανα έφταιγαν οι ξένοι. Το ζήτημα της γερμανικότητας ετέθη πάλι μετά τον Β’ Πόλεμο, επί των ερειπίων της Χλωμής Μητέρας Γερμανίας· τότε απαντήθηκε διαφορετικά, με ένα αυστηρό Σύνταγμα και με προσήλωση στην ανοικοδόμηση, στην παραγωγή, στη συσσώρευση, σε ένα είδος προτεσταντισμού που είχε ξεχαστεί το 1933.

Ας έρθουμε στα δικά μας. Η τραγωδία του Εμφυλίου ερμηνεύθηκε διχαστικά: για τους μεν έφταιγε η ξενοκίνητη αριστερά, για τους δε έφταιγε η ξενοκρατούμενη δεξιά· οι ερμηνείες αντηλλάσσοντο μεταξύ “μιασμάτων” και “προδοτών”, αλλά κανείς, έως πρόσφατα, δεν διεννοείτο να μην αποδώσει όλη την ευθύνη στον ξένο, στον άλλο, αφήνοντας εκτός κριτικής τα δικά μας βαριά σφάλματα, την κατασκευή της δικής μας αδελφοκτονίας με τα δικά μας χέρια. Σήμερα: οι ξένοι ασφαλώς δεν μας χαρίζουν τίποτε· αλλά αν εμείς δεν ενεργήσουμε για να επανορθώσουμε δικά μας σφάλματα, τότε η υποδούλωση θα είναι ακόμη βαρύτερη, και διαρκής.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Ποιος τολμά σήμερα να μιλήσει για την Ελλάδα και τους Ελληνες, με την Ελλάδα στα γόνατα και τους Ελληνες αλαφιασμένους και ασύντακτους; Λίγοι, πολύ λίγοι ― όσοι τολμούσαν και πριν, όσοι προσφέρονται να διακινδυνεύσουν με τη σκέψη τους, αναστοχαζόμενοι το παρελθόν μες στο παρόν, χωρίς στερεότυπα και δεκανίκια. Ο Βασίλης Καραποστόλης είναι ένας απ’ αυτούς τους ολίγους ριψοκίνδυνους. Στο τελευταίο του βιβλίο, ο γνωστός δοκιμιογράφος πραγματεύεται ένα ακανθώδες θέμα, την πολιτική ηθική των Ελλήνων, υπό τον δραματικό τίτλο “Διχασμός και εξιλέωση”.

Η αφήγησή του ξεκινά αδρά από το ξέπασμα της Επανάστασης του ‘21 και φθάνει ώς το τέλος του εμφυλίου· στη διαδρομή εξετάζει πρόσωπα, πράξεις, αισθήματα και λόγια, κομβικά, που σφραγίζουν δύο αιώνες νεότερου ελληνισμού. Εξετάζει πρόσωπα σαν τον Καραϊσκάκη, τους εθνικούς ευεργέτες του 19ου αι., τον Παύλο Μελά, τον Ιωνα Δραγούμη και τον Ελ. Βενιζέλο, τον Αρη Βελουχιώτη, εξετάζει στιγμές ιστορικές, τον ξεσηκωμό του ‘21, την πτώχευση του 1893, την ντροπή του 1897, το ξύπνημα της Μεγάλης Ιδέας, τους βαλκανικούς πολέμους, την καταστροφή του ‘22, τον πόλεμο του ‘40-’41, την αντίσταση και τον εμφύλιο. Και εξετάζει τους Ελληνες ως πολιτικά, κοινωνικά και ηθικά όντα σε αυτές τις κρίσιμες στιγμές.

Ο διχασμός νοείται διττός: εμφύλιος κοινωνικός και σχίσμα ατομικό. Ο Ελληνας αιωρείται: από τη συνήθη θέση του, της ιδιοτέλειας, του εγωισμού, της κοινωνικής αδιαφορίας, προς την υπέρβαση του εαυτού, τον ηρωισμό, τη δοτικότητα, τη θυσία. Ο Β.Κ. αναρωτιέται: Πώς και γιατί ο εγωιστής, απείθαρχος, άπληστος Ελληνας μεταμορφώνεται σε γενναίο, σε ήρωα, σε ανιδιοτελή δότη; Πώς ο δαίμονας των «καπακιών» Καραϊσκάκης μεταμορφώνεται σε άγγελο που εγείρεται υπεράνω όλων και θυσιάζεται; Πώς επινοούν την πατρίδα τους οι οπλαρχηγοί και γιατί αμέσως μετά περιφρονούν το κράτος; Ποιο όραμα πατρίδος εμπνέει τους ευεργέτες ώστε να σχεδιάζουν καταλεπτώς τις διαθήκες τους υπέρ παιδείας και συνανθρώπων, πάντα καχύποπτοι προς το κράτος; Ποια δύναμη οδηγεί τον ανυποψίαστο Μελά στους βάλτους και τον θάνατο; Πώς αντιλαμβάνεται την πατρίδα και το Εμείς ο Αρης Βελουχιώτης, με τα έργα του και τον λόγο της Λαμίας;

Οι απαντήσεις που ρισκάρει ο συγγραφέας είναι συναρπαστικές, γραμμένες σε υψηλής θερμοκρασίας πρόζα, με πάθος ρομαντικό ― άλλωστε οι αραιές αναφορές του είναι σε στοχαστές οριακούς, συναρπαστικούς: Σέλερ, Ντοστογιέφσκι, Σοπενχάουερ, Νίτσε… Αναλόγως συναρπαστική είναι η εμβάθυνση, η ένταση που προσδίδει στις ερωτήσεις του, καθώς τις παίρνει από παλαιότερα χείλη (Μακρυγιάννης, Κολοκοτρώνης, Ζαμπέλιος, Παλαμάς, Σικελιανός, Περ. Γιαννόπουλος, Καραβίδας, Σβορώνος) και τις φέρνει δραματικά στο παρόν. Πόσω μάλλον που το παρόν εκρήγνυται τώρα στα χέρια μας σαν προαναγγελθείσα καταστροφή, ομοιάζουσα με άλλες καμπές, με παλιότερα πάθη και καταστροφές.

Το θέμα του Καραποστόλη, μα και η θερμή πραγμάτευσή του, είναι ντεμοντέ, εκτός ακαδημαϊκού λειμώνα, και εκτός του τρέχοντος κανόνος πολιτικής ορθοφροσύνης. Διότι τολμά να γράφει περί πατρίδας, περί συλλογικού θυμικού και ασθημάτων, περί διλημματικών προσώπων, χωρίς ωστόσο ποτέ να λησμονεί το υλικό πλαίσιο, το γεωπολιτικό περιβάλλον, τις εξωτερικές συνθήκες.

Βασικό μοτίβο της σκέψης του, για να ερμηνεύσει τον ατομιστή που γίνεται ήρωας, είναι η αντιπαραβολή της κοινωνίας προς την πατρίδα. Η κοινωνία δεν συνεγείρει τον εγωιστή Ελληνα, τη βλέπει σαν εργαλείο, σαν μέσον, δεν της οφείλει τίποτε. Μόνο η πατρίδα, και μάλιστα η εν κινδύνω, η πάσχουσα, η διακονιάρα πατρίδα, μπορεί να συνεγείρει τον Ελληνα, να τον οδηγήσει πέρα από τον εαυτό του, πέρα από τα αποκτήματά του, να τον βάλει στην περιοχή του δότη, του γενναίου, ακόμη και του ήρωα. Το είδαμε το ‘21, όταν οι κλέφτες, τροφοδότες μιας συνείδησης αντίστασης και ρεμπελιού, επινοούν την πατρίδα, γεννούν τη μητέρα· το είδαμε και το ‘40, όταν οι διχασμένοι και απογοητευμένοι με την κραυγή “αέρα!” ξαναβρίσκουν τη ζωτική τους φαντασίωση, ότι οι Ελληνες υπερέχουν έναντι του ίδιου τους του εαυτού, και αντικρίζουν τον θάνατο χωρίς τρόμο.

Η πρόζα του Καραποστόλη πάλλεται, κυματίζει, βυθίζεται σε αισθήματα και ντοκουμέντα, και αναδύεται απρόοπτη, σκληρή, θερμή· ποτέ αδιάφορη. Είναι ένα έργο λοξό, έκκεντρο, ρηξικέλευθο, πρωτότυπο. Και μιλάει για εμάς, τώρα, τους εγωιστές και άπληστους, τους μισούντες το Εμείς, τους βουλιαγμένους στο Εγώ, τους αντιφατικούς και αντινομικούς, τους κλονισμένους και έμφοβους τώρα. Και μιλάει οδυνηρά.

Στους τοίχους της Τραπέζης της Ελλάδος επί της Πανεπιστημίου, δύο γκράφιτι: Δεν συναινούμε έχουμε πόλεμο· και παρακάτω, Γιώργο θα φύγεις νύχτα. Τις προηγούμενες μέρες, κορυφαία πρόσωπα της απελθούσας κυβέρνησης προπηλακίστηκαν από οργισμένους πολίτες ενώπιον ακροατηρίων, εκδιώχθηκαν από αίθουσες, γιουχαρίστηκαν. Την παγωνιά μετά το σοκ διαδέχεται τυφλή οργή που ξεχειλίζει, και θα ξεσπάει επί δικαίων και αδίκων.

Ολόκληρο το άρθρο

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

Twitting

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 987,304 hits
Αρέσει σε %d bloggers: