You are currently browsing the tag archive for the ‘ελευθερία’ tag.

PABST_PANDORAS_BOX

Η σύνθλιψη της πολιτικής, η υποβάθμισή της σε παρακολούθημα μιας ιδιοτελούς οικονομικής ορθοδοξίας, ποτίζει κάθε χαραμάδα της ελληνικής πραγματικότητας σήμερα. Πήρε χρόνια να φθαρεί εντελώς, να φτάσει στο ερείπιο που κατοικούμε τώρα, και η κατεδάφιση συνετελείτο πανευρωπαϊκά και διεθνώς, όχι μόνο στην βαλκανική απόφυση των μασκαράδων που υπεδύοντο τις ιδιοπροσωπείες.

Η οικονομική χρεοκοπία ήταν μια μόνο έκφραση της πολιτικής πτώχευσης, η πιο αισθητή, η πιο οδυνηρή ασφαλώς. Η ηθική εξαχρείωση, η διανοητική αποσάθρωση, η παγωνιά των αισθημάτων ή η γενίκευση των αισθημάτων φθόνου και κανιβαλισμού, προέλαυναν επί χρόνια, κατελάμβαναν κάθε εκατοστό του δημόσιου χώρου, αφαιρούσαν το οξυγόνο, ξυπνούσαν δυσοίωνα προαισθήματα, γέμιζαν ανησυχία· αλλά το σοκ το ένιωσαν όλοι μόνο με την υλική πτώση, με την πτώχευση, μπρος στα ειδεχθή ταξικά βάραθρα. Μόνο τότε αντιληφθήκαμε οι Έλληνες, και όχι όλοι ακόμη, ότι ο συλλογικός βίος εκπίπτει και μαραίνεται, αλλάζει έτσι που μπορεί να μη μας περιλαμβάνει όλους ακέραιους, και μόνο τότε, και όχι όλοι, αντιληφθήκαμε ότι ο ατομικός βίος είναι αξεχώριστος από τον συλλογικό. Αυτή η σχέση ατομικού-συλλογικού είναι η πολιτική, και αυτή η σχέση είχε μαραζώσει πολύ καιρό πριν απ’ την πτώχευση.

Μα το πολιτικό εξακολουθεί να υπάρχει και χωρίς την έλλογη πολιτική· να υπάρχει υλικό και πρωταρχικό, θεμελιώδες και αρχέγονο, να υπάρχει απαιτώντας να εκφραστεί με κάθε τρόπο. Στο άγονο κενό που κατέλιπε η πεπτωκυία έλλογη πολιτική, βλασταίνουν τώρα άλογες φανερώσεις του πολιτικού: η απόγνωση, η μοχθηρία, η ξενηλασία, η μνησικακία, ο κερματισμός, η απάθεια, η βουβαμάρα, η καθολική δυσπιστία. Απάθεια μα και απόλυτη δυσπιστία απέναντι στον κυρίαρχο λόγο, σ’ έναν ποβερταλισμό αναβλύζοντα απευθείας από την κλεπτοκρατία και τον παρασιτισμό, μια πτωχολαγνία που υποδύεται την Μοναδική Εναλλακτική Λύση φορώντας ηθικολογική προβιά, αλλά που στην ουσία είναι μια κυνική και σεχταριστική ιδεολογία, μια κοσμική σαρία: οι αδύναμοι αξίζουν τη μοίρα τους, οι μεσαίοι αξίζουν την τιμωρία τους, και η μοίρα τους και η τιμωρία τους είναι φρικτές, δικαιολογημένες από την Αόρατο Χείρα της αγοράς.

Η σύγχυση, η αλλοφροσύνη, το μαλλιοτράβηγμα, το τρελό πινγκ-πονγκ του μίσους όλων εναντίον όλων, απορρέουν από αυτή την κατάρρευση του πολιτικού Λόγου, από την επικράτηση του ψευδοορθολογικού τζιχάντ και της απόγνωσης των γυμνών ψυχών στη σφαίρα του πολιτικού. Το πραγματικό είναι μια μόνο στιγμή στο γενικευμένο ψεύδος ― η εγελιανή-ντεμπορική αντιστροφή είναι η αβάσταχτη αλήθεια μας.

Η πενία είναι υλική συνθήκη που δεν οδηγεί κατ’ ανάγκην στην ανελευθερία, στη γύμνωση της ύπαρξης· ένας βίος οικονομημένος και όχι άπληστος μπορεί να οδηγεί λυσιτελέστερα στην ελευθερία. Όχι όμως η τρέχουσα οικονομία της δυστυχίας. Η βίαιη άδικη πτώχευση τρελαίνει, αφαιρεί βίαια τον χρόνο, την προσδοκία, το ψηλάφισμα του μέλλοντος: κατ’ επέκτασιν, υποδουλώνει ή αποθηριώνει ή και τα δύο μαζί.

Για την επανεύρεση της ελευθερίας και της αλήθειας, μας χρειάζεται να ξαναβρούμε την πολιτική σαν μια οικονομία της ευτυχίας.

εικόνα: G.W. Pabst, Pandora’s Box
Advertisements

man_web

Ελληνικό πρόβλημα υπάρχει, αν και δεν είναι μοναδικό· ως προς τους δείκτες ύφεσης και ανεργίας, απελπισίας και κατάθλιψης, σύγχυσης και μετανάστευσης, μοιάζει με το πορτογαλικό πρόβλημα, το ιρλανδικό, το ισπανικό. Υπό αυτή την έννοια, το ελληνικό πρόβλημα είναι απεικόνιση και προοικονόμηση του ευρωπαϊκού προβλήματος: ανοιχτά, επώδυνα ερωτήματα για τη διατήρηση της ευημερίας, τους δρόμους ανάπτυξης, την προστασία της δημοκρατίας, την εύρεση μιας λειτουργικής κοινής ταυτότητας.

Το ελληνικό πρόβλημα έχει φυσικά και ιδιαίτερους χαρακτήρες, πηγάζοντες από γεωπολιτικά, ιστορικά, εθνικά δεδομένα. Και φανερώνεται διαφορετικά εντός και εκτός Ελλάδος. Αλλιώς το αντιλαμβάνονται οι ξένοι αναλυτές ή απλοί παρατηρητές, και διαφορετικά οι ζώντες εντός συνόρων, πολύ περισσότερο όσοι, πολλοί δυστυχώς, βιώνουν το πρόβλημα ως αλυσίδα καταστροφών.

Για κάποιους ανήσυχους ξένους το ελληνικό πρόβλημα είναι ένα εργαστήρι μέλλοντος, από το οποίο μπορεί να βγει η δυστοπία ή η ελπίδα. Για τα πλήθη που συγκροτούν κοσμοείδωλο από τα μαζικά μέσα, η Ελλάδα υποφέρει ένα ιστορικό ατύχημα, για το οποίο ευθύνονται οι φαύλοι ηγέτες και ο αμέριμνος λαός. Για της ξένες ηγετικές ελίτ το ελληνικό πρόβλημα είναι καινοφανές ως προς τους χειρισμούς που απαιτεί, ούτως ώστε να μην αποσταθεροποιηθεί το τοπικό υποσύστημα και συμπαρασύρει το μεγάλο σύνολο, αλλά και να παραμείνει υπό αυστηρά επιτήρηση, ως οιονεί αποικία χρέους. Ενα γερμανικό think tank προ ημερών περιέγραψε ωμά πώς οι εταίροι-δανειστές ασχολούνται με την Ελλάδα για τους ενεργειακούς αγωγούς και πώς θα ωφεληθούν οι εγχώριες ελίτ ενώ ο λαός θα συνεχίσει να υποφέρει απαράλλαχτα. Σε αυτή την οπτική, το ελληνικό πρόβλημα είναι η διαχείριση του γεωοικονομικού και γεωπολιτικού οικοπέδου.

Το κύριο όμως και το προέχον είναι πώς αντιμετωπίζουμε εμείς οι Ελληνες το ελληνικό πρόβλημα, τις ποικίλες φανερώσεις του, και πώς προσπαθούμε να απαντήσουμε. Ασφαλώς, λαμβάνουμε υπ’ όψιν το διεθνές περιβάλλον. Αλλά δεν μας επιτρέπεται να δούμε το δικό μας πρόβλημα με ξένα γυαλιά. Απαιτούνται η δική μας όραση, η δική μας κρίση, η δική μας λύση. Τα δικά μας λάθη. Η διεθνής συγκυρία μπορεί οπωσδήποτε να ευνοήσει ή να επισπεύσει μια καλή λύση, αλλά ώς εκεί. Τον υπόλοιπο, μακρύ και δύσβατο, δρόμο πρέπει να τον διανύσουμε με τις δικές μας δυνάμεις.

Συμπυκνώνω αδρά τρεις, κατά τη γνώμη μου, ταυτόχρονες απαντήσεις που απαιτεί το πρόβλημά μας. Επανίδρυση κράτους· παραγωγική ανασυγκρότηση· ψυχική ενότητα. Ξέρω, είναι κλισέ, λέξεις φθαρμένες, αλλά ας δούμε την ψίχα τους, την υλικότητά τους. Επανίδρυση κράτους, όχι εργαλειακή, όχι μόνο για τη λειτουργικότητα, αλλά και για την ανάκτηση του τρωθέντος σήμερα δημοκρατικού φρονήματος και την εμπέδωση μιας οργανικής αμοιβαίας σχέσης κράτους-πολίτη. Η υπερτριετής κατάσταση εκτάκτου ανάγκης έχει τραυματίσει πολλαπλώς τους θεσμούς και βασικές λειτουργίες της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας· το κράτος ήταν διανομέας φαυλότητας και μεταλλάχθηκε σε λεηλάτη· θα πρέπει να γίνει εγγυητής ελευθεριών και ισότητας.

Η αποσάθρωση του παραγωγικού ιστού, υπό τον μανδύα της ψευδοαναδιανομής και με τη πάνδημη προπαγάνδα υπέρ καταναλωτισμού-δανεισμού, προκάλεσε αποσάθρωση συνειδήσεων και εργασιακού ήθους. Ο επιτήδειος διορισμένος, ο γάτος του χρηματιστηρίου, ο σαλταδόρος του μαύρου χρήματος, ήταν τα υποδείγματα των περασμένων δεκαετιών. (Τα glossy media υποδείκνυαν: τα κορίτσια μοντέλα και τ’ αγόρια ντι-τζέι. Καταλήξαμε να πουλάμε ο ένας στον άλλο υπερτιμημένα ακίνητα και καρτοκινητά, και να εισάγουμε καλαμάκια για τους φραπέδες.)

Η παραγωγική αναδιάρθρωση προϋποθέτει ορισμό στόχων, σκοπού, μέσων, μια αποκρυστάλλωση ταυτότητας. Ποιο είναι «από την αρχή ώς το τέλος, το Κοινό και το Κύριο» ― έλεγε ο Σολωμός. Δεν είναι άρα οικονομισμός και εργαλειακότητα, είναι ουσία, είναι γνώση του τόπου και των ανθρώπων, είναι θέση στον κόσμο, είναι θέαση του κόσμου και του εαυτού, είναι ταυτότητα.

Ιδού: το αίτημα για ψυχική ενότητα. Οχι στατική ταύτιση, αλλά δυναμική συνύπαρξη με έναν ελάχιστο κοινό παρονομαστή, μια αίσθηση κοινού σκοπού: τη σωτηρία και την ανάδυση. Το αίτημα για σκέψη υπερβαίνουσα το σεσηπός παρόν. («Σκέψου βαθιά και σταθερά [μία φορά για πάντα] τη φύση της Ιδέας, πριν πραγματοποιήσεις το ποίημα» ― πάλι ο Σολωμός.) Η παρούσα διαίρεση, ο πολυκερματισμός, το διάσπαρτο μίσος συχνότατα χωρίς στόχο, ο α-τυπικός εμφύλιος χαμηλών οκτανίων, το πιθανότερο δεν οδηγούν καν σε σύγκρουση εκτόνωσης και ανασύνταξης σε άλλη πίστα, αλλά σε δομική κατάθλιψη και ενδόρρηξη, σε κοινωνική εντροπία.

Τα έχουμε ξαναπεί. Τα ξαναλέμε.

ζωγραφική: Γιώργος Μανουσάκης, Πλάκα, ακουαρέλα, 1963.

Προσπαθώ να φανταστώ πώς θα είναι η Ελλλάδα ύστερα από δέκα χρόνια. Αδύνατον. Μετά πέντε χρόνια; Αδύνατον. Σ’ ένα χρόνο; Οικονομικά θα είναι ακόμη χειρότερα από σήμερα, πολιτικά ή κοινωνικά δεν ξέρω, μόνο φοβάμαι για χειρότερα. Προσπαθώ να φανταστώ πώς θα είμαστε τα Χριστούγεννα. Πιστεύω ότι θα καθίσουμε γύρω από το οικογενειακό τραπέζι και σε τραπέζια φίλων και θα καταφέρουμε να γελάσουμε, να ευχηθούμε, να τσουγκρίσουμε, χωρίς να μπλέξουμε σε συζητήσεις για την Υφεση και μαυρίσει η ψυχή μας, χωρίς να χαλάσουμε τις καρδιές μας για τα πολιτικά αίτια και τα ελαττώματα του γένους.

Αυτά τα Χριστούγεννα θα τα καταφέρουμε κουτσά-στραβά. Μέχρι τόσο μπορώ να δω το μέλλον, ευχόμενος να μη σκιάσει το τραπέζι καμιά βαριά κουβέντα. Πιο πέρα δεν μπορώ να δω. Δεν πρόκειται για αδυναμία πρόβλεψης, αλλά για κατάρρευση της κανονικότητας: ποτέ δεν μπρούσαμε να προβλέψουμε τη μέλλουσα ζωή, αλλά τουλάχιστον η ζωή κυλούσε μέσα σε μια ροή αναμονών, με κάποιες ευλογοφανείς προσδοκίες, με εύλογες πιθανότητες. Η κρίση διέκοψε την κανονική ροή του βίου και η ύφεση διέλυσε κάθε ορθολογιστική ή έστω ευλογοφανή προσδοκία. Οχι μόνο ποσοτικά, αλλά και ποιοτικά.

Η μετάπτωση από τη σφαίρα της επιθυμίας, γνήσιας ή επίπλαστης, από τη σφαίρα της αφθονίας και της επάρκειας, πρωτογενούς ή δανεικής, στη σφαίρα της ανάγκης, της σπάνης, δεν μετασχηματίζει μόνο τον υλικό βίο, αλλά και τη σκέψη, το φαντασιακό, τους άυλους, πλην απολύτως ουσιώδεις, όρους της ύπαρξης. Ο βιαίως και αποτόμως χρεοκοπημένος, ο νεόπτωχος, ο νεοπληβείος βρίσκεται σε μια ριζικά καινούργια κατάσταση εντελώς απαράσκευος, χωρίς τα στοιχειώδη νοητικά εργαλεία, χωρίς την ψυχική δομή για να αντιμετωπίσει τις νέες προκλήσεις. Λυγίζει, πανικοβάλλεται, λιποψυχάει.

Σε αυτό το σημείο περίπου βρισκόμαστε τώρα, με ευρεία διαβάθμιση ποσοτική και ποιοτική· δεν είναι εκτεθειμένες όλες οι πληθυσμιακές ομάδες στον ίδιο πόνο. Το γενικό κλίμα εντούτοις είναι αυτό: σύγχυση, πανικός, φόβος. Ο κατ’ αυτόν τον τρόπο λυγισμένος και δεχόμενος αλλεπάλληλα σοκ, ο ολισθαίνων καθοδικά στην κλίμακα της πτώχευσης και της ανημπόριας, είναι έτοιμος να αποδεχτεί τον τερματισμό του μαρτυρίου έναντι οποιουδήποτε τιμήματος, ηθικού, πολιτικού· είτε με έκπτωση στην ατομική του αξιοπρέπεια είτε με εκχώρηση κάθε αξίωσης επί του κοινωνικού συμβολαίου, του άλλωστε κουρελιασμένου. Ο λυγισμένος, ο ευρισκόμενος στο κατώφλι της ολοσχερούς ήττας, ο απωλέσας την τιμή και την υπερηφάνειά του, ο λαχταρισμένος για το ψωμί των παιδιών του, είναι πρόθυμος να υποταχθεί, να εγκαταλείψει και την ισότητα και την ελευθερία και φυσικά τη δημοκρατία. Αρκεί να επιζήσει.

Είναι όλα τόσο μαύρα; Οχι. Ασφαλώς το ενδεχόμενο του ζόφου είναι ισχυρό. Αλλά όχι μόνο αυτό. Οι άνθρωποι είναι επιβιωτές που τρέπονται προς απρόβλεπτες κατευθύνσεις, που αντιδρούν στις ιστορικές προκλήσεις με διαφορετικό κάθε φορά τρόπο, με επινοητικότητα, με πρωτότυπες ανασυνθέσεις της εμπειρίας. Ωστε πλάι στο ενδεχόμενο της παράλυσης και της υποταγής, του απανθρωπισμού, υπάρχουν πάντα και άλλα ενδεχόμενα εξίσου ισχυρά: η εξέγερση, η μεταρρύθμιση, η ταχεία προσαρμογή. Σε κάθε περίπτωση, οι άνθρωποι οργανισμοί επιδιώκουν αυτοματικά σχεδόν, και επιτυγχάνουν, ομοιοστασία, τη βέλτιστη ισορροπία με δαπάνη της ελάχιστης δυνατής ενέργειας ― αυτό αχνοθυμάμαι από τη θερμοδυναμική εμβίων όντων στις παραδόσεις Βιολογίας πρώτου έτους και το μεταφέρω χοντροκομμένα στον κοινωνικό οργανισμό.

Παρότι δεν μπορείς πια να προδιαγράψεις ούτε καν το αναμενόμενο περίγραμμα του εγγύς μέλλοντος ―έλλογη προσδοκία, παρά πρόβλεψη―, προσαρμόζεσαι. Φέρνεις το μέλλον ακόμη πιο κοντά, συμπυκνώνεις τον χρόνο. Μαθαίνεις να ζεις μέρα τη μέρα, να αντλείς ευχαρίστηση βραχείας διάρκειας, παροντική, σωματική. Επανεκτιμάς απλές χαρές, βλέπεις ξανά τα ουσιώδη, ορίζεις αλλιώς τα στερνά χρειώδη.

Τα δύο δύσκολα χρόνια που πέρασαν έπιανα τον εαυτό μου να ρουφάει άπληστα, σαν παρθένος οργανισμός άμαθος, τον ουρανό, τη λιακάδα, τη θάλασσα, αγκάλιαζα αλλιώς τ’ αμπέλια, τις ελιές, τους άτακτους πευκώνες. Γεύτηκα με πρωτόγνωρη ηδονή ντομάτες ξερικές απ΄το κυκλαδικό μποστάνι και πράσινο λάδι απ΄το «δύστυχο χώμα» του Μανιάτη φίλου μου. Ενιωσα ότι οι φιλίες, οι συγγενείς, οι σχέσεις είναι μονάκριβα δώρα. Σαν τη ζωή. Και με έκπληξη έπιασα και άλλους πολλούς γύρω μου να αντιδρούν έτσι, να ζουν εδώ και τώρα, να απολαμβάνουν το ολίγο, να σέβονται το ελάχιστο. «Η ζωή καταβάλλει τον οβολό του φύλλου της ελιάς».

H απόγνωση, και οι αυτοκτονίες απεγνωσμένων ανθρώπων λόγω κρίσης, δεν είναι ελληνική ιδιαιτερότητα. Ούτε η κρίση είναι αποκλειστικά ελληνική, οφειλόμενη σε γονίδια οκνηρών και διεφθαρμένων ιθαγενών. Η κρίση, και η απόγνωση που γεννά, πλήττει τον ευρωπαϊκό Νότο, την περιφέρεια της Ε.Ε. και πλησιάζει απειλητική και προς τις κραταιές χώρες του Βορρά και του πυρήνα. Η κρίση που άρχισε το 2008 είναι πλανητικής κλίμακας, πλήττει μικρές χώρες και χώρες μέλη του G7, κλονίζει την συνοχή των κοινωνιών, δοκιμάζει τους δημοκρατικούς θεσμούς, σαρώνει τα στερεότυπα πολιτικής διαχείρισης και τις εύκολες οικονομικές συνταγές.

Ο αναμφίβολα διεθνής χαρακτήρας της κρίσης εντούτοις δεν απαλύνει τον πόνο, παρότι καταρρίπτει την καθολική ενοχοποίηση των Ελλήνων, που προπαγανδίζουν κακόβουλα οι βασικοί ένοχοι. Διότι ο πόνος των πληττόμενων μικρομεσαίων Ευρωπαίων δεν προέρχεται μόνο από την απομείωση των εισοδημάτων και των υλικών απολαυών, αλλά και από τη συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους, την περιστολή του δημόσιου χώρου, και κυρίως διότι οι άνθρωποι φοβούνται πλέον το μέλλον. Οχι μόνο αδυνατούν να ζήσουν αξιοπρεπώς στο παρόν, αλλά πολύ χειρότερα, δεν μπορούν πια να φανταστούν τη ζωή τους στο ορατό μέλλον. Η κρίση υπονομεύει ή και κονιορτοποιεί όλα όσα ήξεραν και όλα όσα σχεδίαζαν. Οι άνθρωποι αδυνατούν να σχεδιάσουν και αδυνατούν να νοηματοδοτήσουν τις ζωές τους, διότι πολλές από τις έννοιες και τα αυτονόητα του «ομαλού» παρελθόντος σωριάζονται τώρα σε ερείπια.

Ενα από τα ακλόνητα αυτονόητα που τροφοδότησε τη μακρά μεταπολεμική περίοδο ειρήνης και ευημερίας στον δυτικό κόσμο ήταν η πίστη στην αιωνία πρόοδο. Βοηθούμενη από μηχανισμούς κατανομής πλούτου και ανοικοδόμησης, όπως η Συμφωνία του Μπρέτον Γουντς και το σχέδιο Μάρσαλ, από την αποφυγή των σφαλμάτων του Μεσοπολέμου, από την συνεχιζόμενη μεταφορά πόρων από τον Τρίτο Κόσμο ακόμη και μετά την πτώση της αποικιοκρατίας, αλλά και από την ιδιόμορφή γεωπολιτική ισορροπία που πρόσφερε το ψυχροπολεμικό δίπολο, η παλαιά δοξασία του Διαφωτισμού, η αωνία ειρήνη και η διαρκής πρόοδος, έγινε κυρίαρχο δόγμα. Δικαιολογημένα. Οι Ευρωπαίοι προ πάντων δεν ήθελαν καν να σκέφτονται ότι θα ξαναζούσαν τη φρίκη δύο γενικευμένων πολέμων και ενός διεθνούς Κραχ μέσα σε ελάχιστες δεκαετίες. Οι πολιτικοί ηγέτες υποσχέθηκαν τη Μεγάλη Κοινωνία και τη Διαρκή Ευημερία, τη σχεδίασαν, την εφάρμοσαν, και οι λαοί άνθησαν μέσα σε αυτό τον ορίζοντα προσδοκιών της Χρυσής Τριακονταετίας 1945-75 των baby boomers, που ήταν τόσο λαμπερή ώστε δια της αδρανείας κατρακύλησε μια-δυο δεκαετίες ακόμη.

Αυτός ο χρυσός ορίζοντας θάμπωσε προς το τέλος του 20ού αιώνα, με τη λήξη του διπολικού κόσμου και τον βαθύ καίτοι δυσδιάκριτο μετασχηματισμό της οικονομικής δραστηριότητας στις δυτικές χώρες: η Δύση σταδιακά εγκατέλειπε την παραγωγή και παραλλήλως τα δημοκρατικά κράτη εκχωρούσαν μεγάλα μέρη της εξουσίας τους στις λεγόμενες αγορές, στη γιγαντωμένη χρηματοπιστωτική βιομηχανία. Η ευημερία ήταν η πρώτη που επλήγη, ως καθολικό και αναφαίρετο δικαίωμα των υπερδιογκωμένων μεσοστρωμάτων. Μαζί της επλήγη η έννοια της αδιατάρακτης ασφάλειας και, βαθύτερα παρότι λιγότερο εμφανώς, η έννοια της προόδου.

Η κρίση του 2008 πυροδοτήθηκε από το τοξικό χρήμα των χρηματοπιστωτικών οργανισμών, αλλά τις φούσκες τροφοδοτούσε εκτός από την απληστία και η αφροσύνη, η τυφλή πίστη, ο φενακισμός: ότι η οικονομική σφαίρα μπορεί να διαστέλλεται αενάως, ότι οι φυσικοί πόροι είναι πρακτικά ανεξάντλητοι, και πάντως απολύτως εμπορεύσιμοι, ότι η τεχνολογία μπορεί να θεραπεύσει μη αναστρέψιμες βλάβες στα οικοσυστήματα, ότι ο πλανήτης αντέχει τη δημογραφική έκρηξη και ότι οι χώρες BRICS δεν θα γεννήσουν δισεκατομμύρια καταναλωτών.

Η οδυνηρή πτώση αυτό πρέπει να διδάξει τώρα εμάς τους Ελληνες του μεταπολεμικού θαύματος: ότι η πρόοδος δεν είναι αδιάκοπη και γραμμική, ες αεί και επ’ άπειρον, πρώτον. Και δεύτερον, ότι η ευημερία δεν μπορεί να ταυτίζεται με αυτή την τυφλή πρόοδο έναντι παντός τιμήματος, δεν μπορεί να ταυτίζεται με την τυφλή κατανάλωση, τη συσσώρευση, την υποδούλωση σε έξυπνα γκάτζετ, την κατασπατάληση φυσικών πόρων. Η δημοκρατία δεν μπορεί να ταυτίζεται με την ιδιωτική χλιδή και τη δημόσια πενία, με τις πολυτελείς μεζονέτες και τα εξαθλιωμένα δημόσια νοσοκοκομεία και σχολεία.

Ο φόβος ενώπιον του μέλλοντος νικιέται με ανανοηματοδότησή του. Και με άλλη προσέγγιση του βίου. Πραγματική φτώχεια είναι η ετερονομία, η αναξιοπρέπεια και η ανελευθερία, όχι η ολιγαρκής οικονόμηση του βίου εν ελευθερία και δικαιοσύνη.

Τρεις σταθμοί στη ρητορική του ΠΑΣΟΚ, από την επιβολή του Μνημονίου έως σήμερα, μέρες χρεοκοπίας και καλπάζουσας φτωχοποίησης. Πρώτος: συλλογική ενοχοποίηση, μαζί τα φάγαμε, φταίει ο υδραυλικός. Για το χρέος που σώρευσε η κακοδιαχείριση και η διαφθορά φταίει η κοινωνία. Σοκ και δέος λοιπόν για την κοινωνία. Και δίλημμα: Μνημόνιο ή χρεοκοπία.

Δεύτερος σταθμός, όταν πλέον το Μνημόνιο είχε φουντώσει την ύφεση, την ανεργία και το έλλειμμα, ενώ το χρέος σταθερά αυξανόταν: δεν φταίει η κυβέρνηση, φταίνει οι δανειστές. Φταίνε οι άλλοι, οι κακοί οι ξένοι, οι ανάλγητες αγορές, αλλά ποτέ το εγχώριο πολιτικό σύστημα που σώρευσε το χρέος και επιτάχυνε την κρίση. Πάντα φταίει ο άλλος.

Τρίτος σταθμός. Εχουμε πόλεμο, να σώσουμε την πατρίδα ψηφίζοντας κι άλλους φόρους, κατεδαφίζοντας το εργατικό δίκαιο, ρημάζοντας τη μικροϊδιοκτησία και τους ελεύθερους επαγγελματίες, κατάσχοντας μισθούς και συντάξεις για χαράτσια.

Η πατρίδα εν κινδύνω επανέρχεται όλο και συχνότερα στον λόγο του πρωθυπουργού και των υπουργών. Ποτέ άλλοτε στους μεταπολιτευτικούς χρόνους, οι Ελληνες πολιτικοί δεν κατέφυγαν με τέτοια σπουδή στην έννοια “πατρίδα” ― και ποτέ άλλοτε δεν έγιναν λιγότερο πιστευτοί. Είναι προφανές ότι η υπερβατική πατρίδα χρησιμοποιείται σαν καταφύγιο, για να αποκρυβεί η χρεκοπία της πολιτικής. Η λογόρροια σημαίνει την έκλειψη του λόγου. Αλλά η επίκληση της πατρίδας σημαίνει επίσης υπαρκτούς κινδύνους: όσο περισσότερο μιλιέται από τους ηγέτες η πατρίδα σε αυτό το συγκείμενο, τόσο περισσότερο συρρικνώνεται, τόσο περισσότερο απειλείται. Ο κυβερνητικός λόγος πλημμυρίζει πατρίδα σε μια συγκυρία κατά την οποία ομολογείται, από τους ίδιους τους κυβερνώντες, η απώλεια της εθνικής κυριαρχίας, και βιώνεται καθημερινά η ατομική και εθνική ταπείνωση.

Στις δύσκολες μέρες που έρχονται, η πατρίδα θα χρησιμοποιηθεί από πολλούς, με πολλές αποχρώσεις. Ωστόσο στην σφοδρή πολύπλευρη κρίση που ζούμε, η πατρίδα, ως υλικότητα, ως πεδίο αυτοαναγνώρισης, ως πεδίο συνάντησης ελεύθερων πολιτών, και ως πεδίο δημοκρατίας, θα ήταν ο μόνος κοινός τόπος που θα μπορούσε να ενώσει και να συνεγείρει το κερματισμένο και απογοητευμένο πλήθος. Ποιος πατριωτισμός όμως; Από τον ρομαντικό πατριωτισμό του 19ου αιώνα μέχρι τον συνταγματικό πατριωτισμό του Χάμπερμας, έχει κυλήσει πολλή ιστορία: εν ονόματι της πατρίδας έχουν διαπραχθεί ηρωικές πράξεις ελευθερίας αλλά και φρικαλεότητες.

Η κρίση εντούτοις ξεκαθαρίζει, βασανιστικά έστω, τις έννοιες και τους προσδίδει την ιδιαίτερη υπόστασή τους σήμερα. Πατρίδα εν κινδύνω σήμερα σημαίνει, όλο και περισσότερο, ότι κινδυνεύουν άμεσα η πολιτική ελευθερία και η δημοκρατία, ότι επαπειλείται οικονομικός ανδραποδισμός και αποσάθρωση του κοινωνικού σώματος. Βασανιστικά, επώδυνα, συνειδητοποιούμε ότι η υπερβατική πατρίδα είμαστε εμείς, η φθαρτή μας ύλη και οι ανθρώπινοι φόβοι μας, η ιστορία και το αβέβαιο μέλλον των παιδιών μας, δεν είναι ένας αδρανής στίχος του εθνικού ποιητή. Μάλλον: τώρα νιώθουμε ως τα τρίσβαθα τον εθνικό ποιητή, κάθε ποιητή, από τον Σολωμό και τον Παλαμά, έως τον Καβάφη και τον Ελύτη.

O Αντώνης μου γράφει μες στη νύχτα από μακριά: «Δεν υπάρχει πλέον σωτηρία για το σύγχρονο ελληνικό κράτος. Η ρητορική των επανεκκινήσεων και των ανορθώσεων εξαντλήθηκε. Εάν αυτό που μας κόφτει είναι η μοίρα του ελληνισμού, δηλαδή μίας από τις μεγάλες διάρκειες της Μεσογείου, τότε καλό θα είναι ν’ αρχίσουμε να μελετούμε αν υπάρχουν δυνατότητες ριζικής μεταπολίτευσης, δηλαδή συνέχισης του Ελληνισμού εν ετέρα μορφή».

Στη διπλανή μεγάλη διάρκεια της Μεσογείου, την italianità, προ ημερών λαός, χορός και μαέστρος τραγούδησαν ενωμένοι, δακρυσμένοι «Oh ma patria, si bella e perduta!» – Πατρίδα μου, τόσο ωραία και χαμένη! Οι Ιταλοί τραγουδούσαν την επανένωση της πατρίδας 150 χρόνια πριν, και ανησυχούσαν για τα τωρινά. Ετσι να τραγουδήσουμε κι εμείς στην πλατεία Συντάγματος και στην πλατεία Ομονοίας, λίγο πριν τα 200 χρόνια της Επανάστασης: «Oh mia patria, si bella e perduta!», προτού χαθεί, για να μη χαθεί. Σαν τον πατριώτη Βέρντι και σαν τον Ιερεμία: «Επί των ποταμών Βαβυλώνος, εκεί εκαθίσαμεν και εκλαύσαμεν εν τω μνησθήναι ημάς της Σιών. Επί ταις ιτέαις εν μέσω αυτής εκρεμάσαμεν τα όργανα ημών· ότι εκεί επηρώτησαν ημάς οι αιχμαλωτεύσαντες ημάς λόγους ωδών και οι απαγαγόντες ημάς, ύμνον· άσατε ημίν εκ των ωδών Σιών».

Πάντα θα εκβάλλουμε απ’ την αιχμαλωσία μες στη μεγάλη διάρκεια, εν τοιαύτη ή εν ετέρα μορφή.

φωτ.: Μονόδρομος. Athens Biennale 2011.

Το περίφημο μέιλ του “τραπεζικού στελέχους” που προειδοποιεί για πτώχευση την 25η Μαρτίου και επιστροφή στη δραχμή, σπείρει καχυποψία σε ένα κοινωνικό σώμα ήδη καχύποπτο και καταπτοημένο. Διαδικτυακά αναλφάβητοι και νεοφώτιστοι, διαψασμένοι για μια “εξήγηση” των μυστηρίων του σύμπαντος, επαναπροωθούν μαζικά το μέιλ και αναπαράγουν την ανόητη φήμη και τον πανικό. Βεβαιως το μέιλ της Αποκαλύψεως σπέρνεται σε ένα έδαφος έτοιμο να το δεχτεί και να το καρπίσει: σύμφωνα με το Βαρόμετρο της Public Issue η ανασφάλεια των Ελλήνων και η απαισιοδοξία τους για το μέλλον καταγράφονται σε ιστορικά υψηλά. Εννέα στους δέκα Εληνες αισθάνονται ανασφαλείς, οκτώ στους δέκα πιστεύουν ότι βαδίζουμε σε λάθος κατύθυνση, επτά στους δέκα είναι πεισμένοι ότι θα βρεθούν σε ακόμη χειρότερη κατάσταση.

Είναι διάχυτη η αίσθηση ότι η χώρα βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση. Βουλιάζει. Και η αδράνεια έχει καταλάβει τα πάντα, μουδιάζει τα μέλη, μουδιάζει τα μυαλά: είναι φανερή λ.χ. στη δημόσια διοίκηση, όπου οι υπηρεσίες μένουν παγωμένες και αδρανείς, είτε επειδή λείπουν οι οδηγίες από την πολιτική ηγεσία, είτε επειδή λείπουν οι στοιχειώδεις πόροι, είτε επειδή ο φόβος του ελέγχου αναστέλλει στοιχειώδεις λειτουργίες. Η αδράνεια είναι φανερή και στην κυβέρνηση: η αρχική ορμή για την εφαρμογή των προβλέψεων του Μνημονίου ξεθύμανε πολύ σύντομα· ακόμη και για την εφαρμογή του δοτού μάνιουαλ απαιτείται ενεργητικότητα και στοχοπροσήλωση, κυρίως πίστη. Κι αυτά τα στοιχεία λείπουν.

Το πολιτικό προσωπικό παραπαίει εν πανικώ διότι, συνηθισμένο χρόνια τώρα στην παρασιτική αυτοαναπαραγωγή του, δεν μπορεί να αντιδράσει, να επιχειρήσει τη φυγή προς τα εμπρός. Βλέπει μπροστά την καταστροφή του: στις επόμενες εκλογικές αναμετρήσεις θα σαρωθεί. Και παρότι διαισθάνονται πια τον αφανισμό τους, ουδείς αποτολμά μια στοιχειώδη υπέρβαση. Γιατί; Διότι πρωτίστως δεν μπορούν, δεν γνωρίζουν το πώς. Και δεν έχουν την βούληση να ρισκάρουν το παραμικρό. Είναι τελειωμένοι. Είναι αυτοί που οδήγησαν τη χώρα σε αυτό το αδιέξοδο. Πώς είναι δυνατόν να τη σώσουν; Είναι οι άεργοι και ανεπάγγελτοι, οι πλουτίσαντες, οι νεποτιστές και διαπλεκόμενοι, μια αργόσχολη τάξη που επιβίωνε ανταλλάσσοντας εξαχρείωση με τους πολίτες-πελάτες. Πώς να αλλάξουν; Δεν αλλάζουν. Βρίσκονται ωστόσο στο τιμόνι του παραπαίοντος σκάφους, παγωμένοι και σταστισμένοι, και προσπαθούν ακόμη και τούτη την υστάτη ώρα, να το κυβερνήσουν σύμφωνα με τα δικά τους συμφέροντα και τις δικές τους χαμηλές δυνατότητες, εντελώς αυτονομημένοι από την κοινωνία, αποσπασμένοι από την πραγματικότητα. Δηλαδή, εκτός ιστορίας, άμοιροι της ιστορικής ευθύνης. Μοιραίοι.

Ζούμε δεινή κρίση ηγεμονίας, αλλά και δεινή κρίση ταυτότητας. Οι έως τώρα ηγεμονεύουσες ελίτ δεν θα υπάρχουν τα αμέσως επόμενα χρόνια, υπό την παρούσα μορφή. Πολλά μέρη τους θα εξαφανιστούν από το προσκήνιο, λίγα θα επιπλεύσουν· άλλα πρόσωπα, άλλοι σχηματισμοί θα εμφανιστούν για να εκφράσουν την κοινωνία όπως θα διαμορφώνεται μέσα από τις ωδίνες του νέου.

Η αγωνία της συλλογικής έκφρασης εμφανίζεται ήδη διάχυτη, με ποικίλα φανερώματα: κινήσεις πολιτών, ομάδες εθελοντών, περιοδικά, συλλογικά μπλογκ, στέκια. Οι νεότερες γενιές ιδίως, με ταπεινωμένο βίαια τον ορίζοντα προσδοκιών, κινούνται αργά μα σταθερά από το ατομοκεντρικό σύμπαν του ’90 και του ’00, το σύμπαν που τους διαμόρφωσε πνευματικά αλλά και τους φενάκισε, προς έναν κόσμο πιο συλλογικό.

Στις ηλικίες 20-40 βρίσκονται πολύτιμα κοιτάσματα ανθρώπινου δυναμικού, δυστυχώς λανθάνοντα και υπνώττοντα. Η ισχύσασα τάξις πραγμάτων απέκλειε συστηματικά τις νέες δυνάμεις από τα κέντρα σκέψεως και αποφάσεων, παρεκτός και αν ανήκαν σε πατριές και οικογένειες. Μετά την κορύφωση της κοινωνικής κινητικότητας, που παρατηρήθηκε τη δεκαετία του ’80 και σε μέρος του ’90, οι διαταξικές μετακινήσεις περιορίστηκαν δραστικά. Αυτή η κοινωνική δυσκινησία επηρέασε αρνητικά την πολιτική σκηνή και τη δημόσια διοίκηση, όπου επικράτησαν φαμίλιες και ανεπαρκείς πελάτες, αλλά επηρέασε αρνητικά ακόμη και την επιχειρηματική τάξη: η ρηχή εγχώρια αγορά κατελήφθη από εισαγόμενες νεοφιλελεύθερες ιδεοληψίες, χωρίς μελέτη των εν τω βάθει ελληνικών και μεσογειακών χαρακτήρων της οικονομίας (μικροϊδιοκτησία, πολυσθένεια, μικρές επιχειρήσεις). Το αποτέλεσμα το βλέπουμε: καρτέλ, κλεπτοκρατία, κρατικοδίαιτοι ιδιώτες, καταστροφή των μικρομεσαίων στρωμάτων.


Μεγάλο μέρος των νεότερων γενεών, που εισέρχονται τώρα στον παραγωγικό βίο με ζοφερές προοπτικές, διαθέτουν υψηλή τυπική μόρφωση και κυρίως ένα κοσμοπολίτικο πνεύμα, που δεν διέθεταν οι προηγούμενες γενιές. Είναι οι γενιές της παγκοσμιοποίησης και του Δικτύου. Και είναι ό,τι πολυτιμότερο διαθέτει τούτη η υπογεννητική, δημογραφικά γερασμένη χώρα, με το ανύπαρκτο ηθικό και τη σαρωτική απαισιοδοξία. Αλλά είναι αποκλεισμένοι, υποτιμημένοι, συμπιεσμένοι. Το σύστημα δεν τους υπολογίζει για μια εθνική αναγέννηση, ακριβώς διότι το σύστημα δεν ενδιαφέρεται για καμιά αναγέννηση, πλην της επιβίωσής του. Και δεν τους απευθύνεται· τους αγνοεί, τους θυσιάζει. Οι μεσαίας τάξης γονείς, αφού δαπάνησαν αισθήματα και χρήμα για τα βλαστάρια τους, βλέπουν τώρα, ανίσχυροι, έντρομοι, να μην μπορούν να υπερασπιστούν ούτε τα παιδιά τους ούτε τους εαυτούς τους ούτε, πολύ περισσότερο, τη μισερή κοινωνία που έφτιαξαν και ανέχθηκαν. Βρισκόμαστε ενώπιον ενός δραματικού παράδοξου: η ίδια η Ελλάδα θυσιάζει τα παιδιά της για τις αμαρτίες μιας άχρηστης και ανιστόρητης ελίτ.

Πώς θα κινητοποιηθούν αυτοί οι νέοι, και οι ωριμότεροι, με τις δυνάμεις τους και τις εμπειρίες τους; Εδώ εντοπίζεται η τραγική έλλειψη ηγεσίας, που θα ενέπνεε και θα συνήγειρε, αλλά και η έλλειψη ενός πεδίου αυτοαναγνώρισης, ενός ελαχίστου αισθήματος συνανήκειν. Οι ελλείψεις αυτές αλληλοτροφοδοτούνται, σχηματίζουν έναν βρόχο, μια λούπα. Αυτή η λούπα θα διαρραγεί το επόμενο διάστημα, αναπόφευκτα. Μέσα από τον πόνο της ρήξης, τον κουρνιαχτό των ερειπίων, θα αναδυθεί μια νέα Ελλάδα, με αυτογνωσία, κοινωνική κινητικότητα, πίστη και στόχο. Ενα στόχο κυρίως, τον δυσκολότερο: να επιβιώσει ελεύθερη.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Το στοιχείο που συζητιέται πολύ κατά τις εξεγέρσεις των λαών της Τυνησίας και της Αιγύπτου είναι η χρήση των τηλεπικοινωνιών και των νέων διαδικτυακών μέσων από τους διαδηλωτές. Το Twitter, τα μπλογκ, τα βίντεο, οι φωτογραφίες και οι ανταποκρίσεις στα ποικίλα social media συνέβαλαν στην ενημέρωση του έξω κόσμου, αλλά και στην ενημέρωση και τον συντονισμό των αντικαθεστωτικών διαδηλωτών. Αναμφίβολα. Εξ ου και ο πρωτοφανής αποκλεισμός της Αιγύπτου από τον έξω κόσμο, όταν το πανικόβλητο καθεστώς Μουμπάρακ κατέβασε τους διακόπτες των παρόχων υπηρεσιών Ιντερνετ και κινητής τηλεφωνίας.

Αρκούσε όμως το επικοινωνιακό μπλακ άουτ για να σταματήσει το ποτάμι της λαϊκής οργής; Ή, έστω, για να μη διασπαρούν οι εικόνες της εξέγερσης εκτός συνόρων; Προφανώς όχι. Τα πλήθη εξακολούθησαν να κατεβαίνουν στους δρόμους, να συγκρούονται με τις δυνάμεις του καθεστώτος, να αφήνουν πίσω τους νεκρούς, όλη μέρα και όλη νύχτα. Η έλλειψη Twitter ή SMS δυσκόλεψε, αλλά δεν απέτρεψε την εξεγερσιακή δυναμική. Απεναντίας, απέδειξε, για άλλη μια φορά, το πρωταρχικό στοιχείο της πολιτικής: τη σωματικότητα, την παρουσία στον φυσικό χώρο, την ανακατάληψη του δημόσιου χώρου. Αλλωστε τα αυταρχικά καθεστώτα αυτό ακριβώς ελέγχουν, τον χώρο, και αυτό καταστέλλουν, τα σώματα: με εκτοπίσεις, εξορίες, φυλακίσεις, παρακολουθήσεις, βασανισμούς, φόνους.

Το επικοινωνιακό μπλακ άουτ της Αιγύπτου έδειξε κι άλλα. Δεν έδειξε μόνο τη σημασία των τηλεπικοινωνιών στην υπεράσπιση των δημοκρατικών ελευθεριών. Εδειξε επίσης την τεράστια δυσκολία να ελεγχθούν οι ροές της επικοινωνίας στο σύγχρονο περιβάλλον, την αδυναμία ολοσχερούς λογοκρισίας. Το καθεστώς Μουμπάρακ δεν κατόρθωσε να αποκλείσει παντελώς τη χώρα· πολύ σύντομα ανοίχτηκαν παράπλευρες οδοί, πολύ σύντομα εκδηλώθηκε διεθνής αλληλεγγύη με προσφορά δωρεάν dial-up συνδέσεων, άνοιξαν τα τοπικά δίκτυα δίκτυα wi-fi, έγινε χρήση δορυφορικών συνδέσεων. Τα μηνύματα ταξίδεψαν παντού, μαζί με το μήνυμα “καμία χώρα δεν μπορεί να μείνει στεγανή και βουβή”.

Μια άλλη παράπλευρη οδός τεράστιας σημασίας για τον αραβοϊσλαμικό κόσμο φαίνεται να είναι το Al Jazeera. Το τηλεοπτικό δίκτυο, υπό τον έλεγχο του εμίρη του Κατάρ, λειτουργεί ως καταλύτης και μεγάφωνο της διάχυτης οργής στην Μέση Ανατολή, με μεγάλη επιρροή και απρόβλεπτα αποτελέσματα. Παρά τους διωγμούς και τις απαγορεύσεις, ο αποκαλυπτικός, “κίτρινος” και συχνά πύρινος λόγος του Al Jazeera εισακούεται από κάθε δορυφορικό πιάτο, σε πολυκατοικίες, καλύβες και τσαντίρια.

Το μπλακ άουτ της εξέγερσης διδάσκει στα ακροατήρια των δυτικών δημοκρατικών χωρών μερικά πράγματα που εθεωρούντο περίπου αυτονόητα, αλλά δεν είναι: η ελευθερία έκφρασης δεν είναι αυτονόητη, η ελεύθερη επικοινωνία δεν είναι αυτονόητη, η σωματική διάσταση της δημοκρατίας δεν είναι ξεπερασμένη, είναι πρωταρχική. Η δημοκρατία δεν κατακτάται στο Facebook. Και η δίψα για ελευθερία είναι μεταδοτική.

Η χρονιά που φεύγει μάς αφήνει πιο αδύναμους, ζαρωμένους, τρομαγμένους. Αλλά και πιο πλούσιους. Η ανατροπή των στερεότυπων είναι κέρδος, η αφύπνιση είναι πλούτος, η ανανοηματοδότηση, κέρδος κι αυτή. Εφόσον ασφαλώς μπορέσουμε να αντιληφθούμε την κρίση ως ρήγμα στο παλαιό σώμα και ως τρόπο νέας συνέχισης, εφόσον αντιληφθούμε το ρήγμα ως ευκαιρία αναγέννησης. Και εφόσον νιώσουμε βαθιά μέσα μας την ανάγκη για ανανεωμένη επαναφορά σε βασικές αξίες: αλληλεγγύη, συλλογικότητα, προάσπιση του κοινού καλού.

Μια επανεκκίνηση της κοινωνίας, λοιπόν. Που θα είναι οδυνηρή όμως: η επανεκκίνηση θα τελεσθεί επί των ερειπίων του παλαιού. Ακριβώς αυτά τα ερείπια πρέπει να είναι το πρώτο μέλημα: πώς θα είναι λιγότερα, αφενός, πώς θα τα αξιοποιήσουμε, αφετέρου. Πώς θα πάρουμε στα χέρια μας προσεκτικά τα όστρακα, τα θραύσματα, για να τα συντηρήσουμε, να τα συγκολλήσουμε, να ανατάξουμε ό,τι αξίζει να σωθεί: το σχήμα των προσώπων. Σαν αρχαιολόγοι του μέλλοντός μας, σαν ιστορικοί άνθρωποι, σαν κληρονόμοι βαριάς κληρονομιάς, σαν τυχεροί κάτοικοι τόπου ευλογημένου, ταγμένοι να συνομιλούμε με νεκρούς, με φαντάσματα εμφυλίων, ακούγοντας διαρκώς φωνές ποιητών και φιλοσόφων, πολεμιστών και ταξιδευτών, γνωρίζοντας διαρκώς ότι το ποτάμι δεν γυρνάει πίσω, μ’ εμάς ή χωρίς εμάς.

Ας πάρουμε απόφαση λοιπόν ότι το ποτάμι θα μας περιέχει, θα μας φέρει προς τους νέους καιρούς· κι ας επιπλεύσουμε, σώοι, ανάμεσα σε κορμούς και πτώματα. Επιπλέοντας, ας υφαίνουμε το μέλλον μες στο παρόν. Το σοκ του παρόντος δεν πρέπει να θολώνει την κρίση μας, να αμβλύνει την ιστορική όραση – είπαμε: είμαστε ιστορικοί άνθρωποι. Το ξαναδιάβασμα της Ιστορίας δεν υπαγορεύει τι να κάνουμε, αλλά τουλάχιστον μάς λέει ότι μια-δυο γενιές πριν από μας οι άνθρωποι επλήγησαν από τρομερές καταστροφές και παρ’ όλα αυτά σηκώθηκαν, ανασυγκολλήθηκαν, επανεκκίνησαν, δημιούργησαν.

Η παρούσα περιπέτεια του ελληνικού λαού δεν είναι η πιο τρομερή. Ο περασμένος αιώνας άλλαξε και εμπλούτισε τον πληθυσμό, τη συνείδησή του, έφερε καταστροφές και λιμούς, πολέμους και εμφυλίους, ηρωισμούς και υπερβάσεις, ταπεινώσεις. Ο παρών αιώνας μας ξαναβάζει επιτακτικό, επείγον, το ερώτημα: Ποιοι είμαστε; Πώς συνεχίζουμε;

Ας δούμε γύρω: βουνά και θάλασσα, ολίγος κάμπος. Μαρμάρινα μέλη, ελιές, ναΐσκοι, αμπέλια, κήποι, πολίσματα ― τέτοια πήραμε. Και πολιτείες αχόρταγες, αυτοκινητόδρομοι, μολ, τουριστική ανοχή, βενζίνες και καλώδια, κατάμεστα καφενεία ― τέτοια αφήνουμε. Είμαστε όλα. Το ολίγο και το υπερβολικό, το ωραίο και το άσχημο. Παλαιοί και μοντέρνοι, υπερήφανοι και υποτελείς, έτοιμοι για θάνατο και έτοιμοι για ντροπιασμένη επιβίωση. Αναγκασμένοι όμως κάθε τόσο να επιλέγουμε, και να υπερασπιζόμαστε την εκάστοτε επιλογή: το κάλλος ή την ασχήμια, τη δυνατότητα ελευθερίας ή την υποταγή;

Η ελευθερία και το κάλλος δεν είναι μοίρα, είναι επιλογή.

Ζωγραφική: Ξενοφών Μπήτσικας, 2010

H υπαγωγή της Ιρλανδίας στον μηχανισμό στήριξης του ΔΝΤ και της Ε.Ε. τραυματίζει την εθνική υπερηφάνεια των Ιρλανδών, αναφέρει η International Herald Tribune σε πρόσφατη εκτενή ανάλυση. Ο συντάκτης ανατρέχει στην ιστορία της χώρας στον 20ό αιώνα, από τους εκτελεσθέντες ηγέτες του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος, το 1916, και την ανακήρυξη του ελεύθερου ιρλανδικού κράτους το 1922, έως την ευφορία των χρηματαγορών για τον Κελτικό Τίγρη την περασμένη δεκαετία, και την έκρηξη της τραπεζικής και στεγαστικής φούσκας.

Οι Ιρλανδοί δεν ξεχνούν ποτέ τον βρετανικό ζυγό και τους σκληρούς αγώνες που έχουν δώσει για την εθνική τους ανεξαρτησία. Θυμούνται επίσης τη φτώχεια. Ο λιμός του 1840, η ενδημική φτώχεια, η διαρκής μετανάστευση και ο αδιάκοπος εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας σημαδεύουν τη συλλογική μνήμη αυτού του μοναχικού λαού ποιητών και καλλιτεχνών στην ατλαντική άκρη.

Η υπαγωγή στη βοήθεια και τα κελεύσματα των ΔΝΤ-ΕΕ βιώνεται σαν τραύμα για την 60χρονη ιρλανδική δημοκρατία. Είναι δε σχεδόν βέβαιο ότι το κυβερνών κόμμα Fianna Fail, που συμμετέχει στην εξουσία αδιαλείπτως τις τελευταίες δεκαετίες, θα χάσει τις εκλογές.

Αναλόγως τραυματικά βιώνεται η υπαγωγή της Ελληνικής Δημοκρατίας στην τρόικα. Η Ελλάδα έχει ανάλογη ιστορία εθνικών αγώνων και φτώχειας με την Ιρλανδία ― και ποίησης και μοναχικότητας. Η ίδια η γένεση του νεότερου ελληνισμού βασίζεται στην έννοια της αντίστασης, της ανταρσίας, του αγώνα: τα ιδρυτικά πρόσωπα του νεότευκτου κρατιδίου είναι πρώτα πολεμιστές, επαναστάτες και μάρτυρες, και μαζί ποιητές και λόγιοι: Ρήγας, Αλ. Υψηλάντης, Καραϊσκάκης, Κολοκοτρώνης, Μακρυγιάννης, Κοραής, Σολωμός…

Η ίδρυση του κράτους, πριν από περίπου δύο αιώνες, όμως από επαναστάτες, συνοδεύεται από σχέσεις εξάρτησης και υποτέλειας προς το εξωτερικό, και από σχέσεις διαρκώς εμφιλοχωρούντος διχασμού και πελατειακότητας στο εσωτερικό. Ο ελληνισμός εντός του κρατιδίου συστέλλεται και διαστέλλεται διαρκώς πέριξ πολλαπλών αξόνων: εξάρτηση-ανεξαρτησία, συρρίκνωση-επέκταση, φτώχεια-ευημερία, ελλαδικότητα-διασπορά, νίκες-καταστροφές, υποταγή-αντίσταση, δημοκρατία-δικτατορία. Σε κάθε περίοδο εντούτοις, ακόμη και σε περίοδο καταστροφής ή κατοχής, η έγνοια για την ελευθερία και την ανεξαρτησία είναι πρωταρχική, η περηφάνια του λαού, που ξεσηκώθηκε εναντίον μακραίωνου κατακτητή και επεβίωσε και πρόκοψε, είναι η ιδρυτική και διαρκώς συνέχουσα ύλη των ανθρώπων που γεννιούνται και κατοικούν στον τόπο.

Το πιο επισκέψιμο εθνικό μνημείο του Δουβλίνου είναι η φυλακή όπου εκτελέστηκαν οι δώδεκα ηγέτες του απελευθερωτικού αγώνα του 1912. Ανάλογα μνημεία μαρτυρίου για την ελευθερία είναι διάσπαρτα σε όλη την Ελλάδα, από το 1821 ώς τις μέρες της χούντας ― παρότι δεν προσελκύουν τόσους πολλούς επισκέπτες πια, ίσως διότι η ελευθερία θεωρείται αυτονόητη στις μέρες μας. Δεν είναι. Η ελευθερία και η ανεξαρτησία, η αυτοδιάθεση, η αυτονομία και η αυτοβουλία ενός λαού δοκιμάζονται διαρκώς και διαρκώς κατακτώνται. Υπό αυτή την έννοια, η οικονομική αποτυχία της χώρας ― που δεν οφείλεται αποκλειστικά σε δικά μας σφάλματα― συνιστά μια καταστροφή της ελευθερίας και της ανεξαρτησίας, ή τουλάχιστον έναν σοβαρότατο κλονισμό τους, και πρώτος έσπευσε να το χαρακτηρίσει έτσι ο πρωθυπουργός Γ. Παπανδρέου, περίπου πριν από ένα χρόνο, όταν κανείς πολίτης δεν είχε ιδέα περί Μνημονίου και κηδεμονίας. Εξ ου και το διάχυτο αίσθημα ανημπόριας, ταπείνωσης, περιορισμού, που βιώνεται παράλληλα με τον φόβο της φτώχειας, με την ίδια τη φτώχεια, με την αδυναμία των πολιτών να διορθώσουν ή να ορίσουν τη μοίρα τους.

Την εντύπωση της υποτέλειας και τον τραυματισμό της εθνικής υπερηφάνειας εντείνουν διάφορες συμπεριφορές Ελλήνων αξιωματούχων ή Ευρωπαίων επιτρόπων. Οι Ελληνες υπουργοί που κρύβονται πίσω από διατάξεις του Μνημονίου για να δικαιολογήσουν την έλλειψη διαπραγμάτευσης, η αλαζονεία τους ακόμη και αυτή την τραγική στιγμή, τα ψεύδη και οι παλινωδίες εντείνουν την εθνική ντροπή. Η εκτενής ατιμωρησία φοροφυγάδων και εισφοροφυγάδων, η αδράνεια και η μη επιβολή του νόμου, επίσης, Η εικόνα της Βουλής που σέρνεται από Εξεταστική σε Εξεσταστική, χωρίς ποτέ να τιμωρείται κανείς, τροφοδοτεί επίσης την πικρία, την οργή και την απογοήτευση. Ο αστεϊσμός του επιτρόπου Ολι Ρεν ενώπιον του εθνικού κοινοβουλίου, ότι χάνει το ποδόσφαιρο της Κυριακής για να ασχοληθεί με την προβληματική Ελλάδα, ήταν επίσης δείγμα ιταμής συμπεριφοράς έναντι ενός ολόκληρου λαού που υποφέρει.

Η κατάρρευση των δημοσιονομικών και η πτώση της ανταγωνιστικότητας είναι γεγονότα αδιαμφισβήτητα. Ωστόσο η εσπευσμένη υπαγωγή στα κελεύσματα του Μημονίου, υπό όρους επαχθείς, που θέτουν την εθνική κυριαρχία ως εμπράγματη ασφάλεια, που παραπέμπουν τον δανεισμό στο βρετανικό δίκαιο και απαγορεύουν άλλη διαχείριση του χρέους, είναι υπαγωγή της Ελληνικής Δημοκρατίας σε κηδεμονία. Πολύ περισσότερο που αυτή η υπαγωγή επιβάλλει αλλεπάλληλα σκληρά μέτρα λιτότητας, χωρίς ορατό τέλος, και ριζική αναδιάρθρωση της νομοθεσίας που διέπει την εργασία και την κοινωνική μέριμνα· ουσιαστικά, απορρύθμιση της εργασίας και απίσχναση του κοινωνικού κράτους.

Η ελληνική κυβέρνηση δι’ αιφνιδιασμού κατάφερε να εξασφαλίσει όχι μόνο την οριακή πλειοψηφία για την υπερψήφιση του Μνημονίου, αλλά και την παγωμένη ανοχή του σοκαρισμένου πληθυσμού, μεγάλου μέρους του τουλάχιστον, εφόσον το Μνημόνιο παρουσιάστηκε ως μοναδική λύση σωτηρίας, μετά τις προεκλογικές ψευδείς υποσχέσεις, τον προϋπολογισμό παροχών, την πολύμηνη ολιγωρία και τους λεονταρισμούς που οδήγησαν σε σφοδρή κρίση δανεισμού.

Οι πολίτες ενοχοποιήθηκαν για την κρίση, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο: κάθε επαγγελματική και κοινωνική ομάδα στρέφεται διαδοχικά εναντίον της άλλης, και όλοι απομένουν κερματισμένοι, μόνοι, χωρίς φρόνημα, χωρίς αλληλεγγύη, χωρίς ελάχιστο κοινό στόχο και ελπίδα. Ενας λαός όμως διαιρεμένος, ψυχικά διχασμένος, εθνικά ταπεινωμένος, και επιπλέον φτωχός και έμφοβος, δεν μπορεί να ανακάμψει. Απαιτείται επειγόντως αναστροφή: ανάκτηση της περηφάνιας. Φτωχοί μπορούμε να ζήσουμε, να μη ζήσουμε όμως σαν δούλοι.

Η υπαγωγή της χώρας στις προβλέψεις και την πειθαρχία του Μνημονίου των δανειστών της, προκειμένου να αποφύγει την χρεοκοπία στο βραχύ μέλλον, προκάλεσε βίαιη αναδιάταξη των πολιτικών δυνάμεων. Από τη μια πλευρά βρέθηκε η κυβέρνηση του σοσιαλιστικού κόμματος, που υπέγραψε το Μνημόνιο. Μαζί της βρέθηκαν το ακροδεξιό-λαϊκό κόμμα ΛΑΟΣ και η συντηρητική-νεοφιλελεύθερη βουλευτής Ντόρα Μπακογιάννη. Απέναντι, βρέθηκαν τα κόμματα της Αριστεράς, ΚΚΕ και ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, η συντηρητική Νέα Δημοκρατία.

Σε πρώτη ανάγνωση οι συμπαρατάξεις είναι παράδοξες. Ιδίως η συμπαράταξη των ακροδεξιών με τους σοσιαλιστές. Ο ΛΑΟΣ δικαιολόγησε τη στάση του ως στάση ευθύνης: ανταποκρίθηκε στο δίλημμα «μοναδική υπάρχουσα λύση ή καταστροφή». Η Νέα Δημοκρατία δέχτηκε δριμεία κριτική εκ δεξιών για την καταψήφιση του Μνημονίου: η συντηρητική παράταξη, λένε, δεν μπορεί να είναι αντισυστημική, ανεύθυνη.

Η στάση της ΝΔ μπορεί να ερμηνευθεί ως εκδήλωση αυτοσυντήρησης: αν η αντιπολίτευση ταυτισθεί με την κυβέρνηση σε μια μείζονα ιστορική επιλογή, παύει να έχει λόγο ύπαρξης, παύει να λειτουργεί ως εναλλακτική στην υπάρχουσα εξουσία. Προφανές. Αυτό που είναι λιγότερο προφανές είναι ότι η εναντίωση της ΝΔ, πολύ περισσότερο από την αναμενόμενη εναντίωση της Αριστεράς, δίνει υπόσταση στην έννοια της αντιπολίτευσης και δι’ αυτής διατηρεί δυνατή την ελευθερία, ως θεμέλιο της δημοκρατίας. Η εναντίωση της ΝΔ, ανεξαρτήτως της ιδιοτέλειας ή της ειλικρίνειας της ηγεσίας της, διατηρεί ζωντανή τη δυνατότητα επιλογής και εναλλαγής, διατηρεί ισχυρό τον έλεγχο της εξουσίας, διατηρεί ισχυρή τη διαφορά, ως θεμέλιο της ελευθερίας.

Η ταύτιση και συμπαράταξη όλου του πολιτικού φάσματος, πλην Αριστεράς, υπέρ του Μνημονίου θα προσέδιδε αφενός θρησκευτικού χαρακτήρα ορθότητα στη «μοναδική επιλογή», αφετέρου, θα προσέδιδε βοναπαρτική υπερεξουσία στην κυβέρνηση. Η κυβέρνηση ζήτησε και ζητεί απεγνωσμένα τη συναίνεση, για να μοιραστεί την ιστορική ευθύνη και να μοιράσει το βάρος του πιθανού λάθους. Εξ ου και τα σενάρια για μια «κυβέρνηση προθύμων» προσεχώς. Εξ ου και η κυβερνητική ρητορική εκδιπλώθηκε με όρους εμφυλίου: υπέρ ή εναντίον της πατρίδας. Ετσι όμως υποδαύλισε μνήμες από υπαρκτά τραύματα, από συμπεριφορές υποτέλειας, εθελοδουλείας, εξάρτησης, από πράξεις δοσιλογισμού και αδελφοκτονίας ― αυτή όμως η εκβιαστική ρητορική λειτουργεί εντέλει εις βάρος της κυβέρνησης. Η εκβίαση μονολιθικής συναίνεσης ουσιαστικά λειτουργεί διχαστικά και όχι συμφιλιωτικά. Η συμφιλίωση προϋποθέτει την αναγνώριση του αντιπάλου ως διαφορετικού, προϋποθέτει τη διαφορά, παραχωρείται αμφοτερόπλευρα, αμοιβαία, σε ιστορικά συμφραζόμενα. Η συναίνεση απαιτείται ως προσχώρηση στη «μοναδική επιλογή», ως μονομερής προσέγγιση, ως ρυμούλκηση σε συμφραζόμενα τακτικισμού· ως τέτοια, συνιστά τακτικό εκβιασμό που αντιβαίνει στην ουσία της ελευθερίας.

Ας το δούμε κι αλλιώς: η ελληνική κοινωνία πάσχει, εκτός των άλλων, από ακινησία των ελίτ, οι οποίες ράθυμες και αυτάρεσκες αυτοαναπαράγονται σε κλειστό κύκλωμα και παράγουν παρακμή. Η κρίση και η αντιπολίτευση στις ελίτ που παράγουν-διαχειρίζονται την κρίση, μπορούν να ανανεώσουν τις ελίτ, και να αναδιατάξουν τις δυνάμεις προς όφελος των μεγάλων μαζών που βρίσκονται εκτός εξουσίας. Εδώ ας θυμηθούμε τον περίφημο πολιτικό στοχαστή Τζέιμς Μπέρναμ: «Η ύπαρξη αντιπολίτευσης συνεπάγεται την ύπαρξη ρήγματος στην άρχουσα τάξη. Εν μέρει ο αγώνας που διεξάγεται μεταξύ των τμημάτων της άρχουσας τάξης είναι εσωτερικός. Ελιγμοί και ίντριγκες συμβαίνουν διαρκώς στην πορεία της συνεχούς θεσιθηρίας. Ομως όταν η αντιπολίτευση είναι δημόσια, αυτό σημαίνει ότι οι συγκρούσεις δεν μπορούν να λυθούν μόνο με εσωτερικές αλλαγές στην υπάρχουσα ελίτ. Η αντιπολίτευση αναγκάζεται να κάνει κινήσεις που υπερβαίνουν τα όρια της υπάρχουσας τάξης, […] επιδιώκει να προσελκύσει τις μάζες με το μέρος και να πείσει τους νέους ηγέτες που αναδεικνύονται από τις γραμμές της κοινωνίας. […] » (Οι Μακιαβελιστές, υπέρμαχοι της ελευθερίας, εκδ. Κέδρος).

Ελάχιστους μήνες μετά την κατείγουσα υπαγωγή στο Μνημόνιο, είναι φανερό ότι οι αρχικές υποσχέσεις εξασφάλισης έχουν καταρρακωθεί, οι όροι του διαρκώς αναθεωρούνται, οι αγορές προεξοφλούν την αναδιαπραγμάτευση του χρέους, και ουδείς μπορεί να πεί ότι η «μοναδική επιλογή» ήταν πράγματι μοναδική και η καλύτερη δυνατή μεσοπρόθεσμα για τα εθνικά συμφέροντα.
Κατά τούτο, η παράδοξη εναντίωση της «συστημικής» ΝΔ, μαζί με την εναντίωση της Αριστεράς, όχι μόνο εξασφαλίζει την δική τους ύπαρξη, αλλά παρέχει κι ένα πολιτικό απόθεμα στην ελληνική δημοκρατία: δεν προοικονομείται απλώς μια κυβέρνηση ενάντιων και «μη προθύμων», α λα Ουγγαρία, μα κυρίως δίνεται η ευκαιρία να επανεκκινήσει μια αναζωογονητική κυκλοφορία των ελίτ, προς όφελος και των σιωπηλών μαζών.

φωτ.: Κώστας Βαρώτσος, Σπασμένη σημαία.

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

Twitting

  • Το τεράστιο δημόσιο χρέος εξερράγη στα κεφάλια των πολιτών, μετετράπη σε ιδιωτικό χρέος των νοικοκυριών. Τα 2-3 πρώ… twitter.com/i/web/status/9… 4 hours ago
  • Γιατί λέμε τέλος στη Σαρία, τέλος στην εξαίρεση. Άρθρο μου στη Νέα Σελίδα της Κυριακής xydakis.gr/?p=10131 2 days ago
  • Σήμερα στην Ολομέλεια για τον προϋπολογισμό 2018: Να επιστρέψει στους πολίτες η αυτοπεποίθηση, να δώσουμε στους νέο… twitter.com/i/web/status/9… 3 days ago
  • Χτες στο @Radiofono247 για πόθεν έσχες δικαστών: Η στάση τους προσφέρει εξόχως ένα πολιτικό παιδαγωγικό παράδειγμα.… twitter.com/i/web/status/9… 4 days ago
  • Τώρα έρχεται ξανά η στιγμή που μπορούμε να παίξουμε έναν πολύ σοβαρό και καταλυτικό ρόλο στην βαλκανική και δεν θα… twitter.com/i/web/status/9… 5 days ago
  • Η Ελλάδα είναι το τελευταίο διάστημα αναβαθμισμένη γεωστρατηγικά. Την ωφελεί και επιβάλλεται να είναι εξωστρεφής κα… twitter.com/i/web/status/9… 5 days ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 991,226 hits
Αρέσει σε %d bloggers: