You are currently browsing the tag archive for the ‘διέξοδος’ tag.

H ψήφος εμπιστοσύνης που ζητεί η κυβέρνηση από το Βουλή απασχολεί ευλόγως τον Τύπο, αλλά για να θέσουμε το γεγονός στις πραγματικές διαστάσεις του, ας πισωπατήσουμε, να το εντάξουμε σε ευρύτερη προοπτική. Η κίνηση της κυβέρνησης είναι τακτικής φύσεως· αναζητεί χρόνο και χώρο, ενώπιον μιας διαπιστωμένης στασιμότητας. Η στασιμότητα αφορά το εφαρμοζόμενο πρόγραμμα προσαρμογής: παρατηρούμε κόπωση του πολιτικού συστήματος και του κοινωνικού σώματος. Κατ’ ακρίβειαν, εξάντληση.

Οι ουρές των σιωπηλών, κατηφών πολιτών στις τράπεζες, στην αρχή της εβδομάδος, για πληρωμή του φόρου εισοδήματος και του ΕΝΦΙΑ, δίνουν μια εικόνα για τα όρια του προγράμματος προσαρμογής. Τεσσερήμισι χρόνια από την έναρξη της προσαρμογής, η εμπειρία του ελληνικού πληθυσμού είναι η διαρκής απομείωση των εισοδημάτων και των περιουσιών, χωρίς καμία προσπάθεια παραλλήλως να παραχθεί νέος πλούτος. Ως εκ τούτου, η προσαρμογή, ακόμη και στις εξυγιαντικές της όψεις, βιώνεται συνολικά ως συρρίκνωση και καταστροφή. Κανείς δεν βλέπει μια ευτυχή κατάληξη, ούτε καν μια δυσχερή διέξοδο.

Η πολιτική αστάθεια καταδεικνύει μέρος μόνον της εσωτερικής αστάθειας που διατρέχει την ελληνική κοινωνία. Μάλλον, ένα σχίσμα: Η ζωή προ κρίσης έχει σφραγιστεί από την ενοχή, και εν πάση περιπτώσει τείνει να ξεχαστεί. Η ζωή μέσα στην κρίση είναι αφόρητη μες στην αβεβαιότητά της. Η ζωή μετά την κρίση παραμένει ασύλληπτη, αδιανόητη.

Σε δημόσια συζήτηση αυτή την εβδομάδα, ετέθη το ερώτημα: Αξίζαμε τη ζωή που είχαμε προ κρίσης; Η απάντηση δεν είναι εύκολη. Πράγματι μεγάλο μέρος από την ευημερία των χρόνων του 1990 και του 2000 οφείλετο στην πιστωτική επέκταση και την έκρηξη του καταναλωτισμού. Το ερώτημα όμως, έτσι διατυπωμένο, εσωτερικεύει την ενοχή, είναι δηλαδή μια ψυχολογική, ηθικιστική προσέγγιση: τότε η ύβρις, τώρα η νέμεσις. Μα έτσι παραλείπονται από την εξέταση οι ιστορικές και πολιτικές παράμετροι, οι συσχετισμοί ισχύος, οι μηχανισμοί επιρροής.
Το ερώτημα άρα προκαλεί αναπόφευκτα το σύστοιχό του: Αξίζουμε τη ζωή της κρίσης; Μια απάντηση: Δεν αξίζουμε την παρούσα ζωή της κρίσης, όχι μόνο για την πενία, αλλά για την ασυμμετρία και την αδικία, για την αναξιοπρέπεια που την χαρακτηρίζουν, και πάνω απ’ όλα για την έλλειψη προοπτικής.

Η προοπτική είναι το μέγα ζητούμενο. Σε έδαφος δημογραφικού μαρασμού και διαρκούς απώλειας ανθρώπινου δυναμικού, οποιοδήποτε πολιτικό σχέδιο πρέπει να πείσει πρωτίστως ότι προτείνει μια οδό απεμπλοκής, όσο στενή και επώδυνη, ότι προτείνει μια πορεία για να μη χαθεί οριστικά μια γενιά.

Ας το δούμε: τώρα αρχίζει η δυσκολότερη φάση, ίσως η πιο επώδυνη, διότι εν τω μεταξύ έχουν δαπανηθεί πόροι, αποταμιεύσεις, προσδοκίες, ψυχικά αποθέματα. Και θα είναι φάση μακρά, πολυκύμαντη, με ανατροπές που δεν μπορούν καν να προβλεφθούν. Αλλωστε ποιος μπορούσε να προβλέψει τη σημερινή Ελλάδα το 2009 ή το 2010; Ούτε καν το 2011.

Η σκληρή προηγούμενη περίοδος δεν αφήνει ωστόσο μόνο ήττες και ερείπια, εφήνει και θετικά στοιχεία, πολύτιμα για όσους θέλουν και μπορούν να τα συγκομίσουν: είναι η βαθύτερη επίγνωση των μηχανισμών της κρίσης, των απολεσθεισών ευκαιριών, των αδυναμιών που μπορούν να θεραπευθούν, των λανθανουσών δυνατοτήτων, τέλος, μια οδυνηρή πλην ανανεωμένη επίγνωση των ιδιαίτερων ταυτοτικών χαρακτηριστικών. Τίποτε δεν τελειώνει:

We must be still and still moving
Into another intensity
For a further union, a deeper communion
Through the dark cold and empty desolation,
The wave cry, the wind cry, the vast waters
Of the petrel and the porpoise. In my end is my beginning.
(Τ. S. Eliot, «East Coker», από τα «The Four Quartets»)

Advertisements

tzamouranis_web

Καθημερινά περισσότεροι Ελληνες, όχι όλοι, ρωτούν εαυτούς και αλλήλους εάν υπάρχει εναλλακτική οδός. Είναι πεισμένοι ότι ο δρόμος που ακολουθούμε εκτός από οδυνηρός είναι και αδιέξοδος. Δεν χρειάζεται καν να μελετήσουν στοιχεία, μοντέλα, αναλύσεις· αρκεί μια ματιά στο νοικοκυριό ή στο άμεσο περιβάλλον, μια ματιά στα άνεργα παλικάρια, στους μαραμένους μεσήλικες, τέκνα, ανίψια, φίλους, τους δικούς τους ανθρώπους.

Οι καλόπιστοι και ευαίσθητοι Ελληνες λοιπόν αναρωτιούνται αν υπάρχει άλλη οδός, με διέξοδο, ας περιέχει και πόνο. Η αναρώτηση δεν είναι τυπικά πολιτική, αλλά είναι βαθύτατα πολιτική, υπό την έννοια ότι δεν αναζητούν τη Μία Λύση και τον Μεσσία σε έναν κομματικό σχηματισμό και ένα πρόσωπο, αλλά σε ένα σχέδιο, ένα όραμα, μια στρατηγική, που θα περιέχει σκληρές αλήθειες, κόπο, ρίσκο, αλλά και που οπωσδήποτε θα εγγυάται ισότητα, δικαιοσύνη, διαφάνεια, αξιοκρατία, αποτελεσματικότητα, δημοκρατία. Το ερώτημα λοιπόν βρίσκεται στα χείλη πολλών, όλο και περισσότερων, ανεξαρτήτως τυπικών κομματικών προτιμήσεων του παρελθόντος. Διότι τίποτε σημερινό δεν μοιάζει με το παρελθόν, τουλάχιστον με το βιωμένο παρελθόν των περασμένων σαράντα-πενήντα χρόνων· είναι τόση η ένταση και τέτοια η φύση των ιστορικών αλλαγών, ώστε αδρές αναλογίες με τα σημερινά μπορείς να βρεις μόνο με αναδρομές στον μακρύ ιστορικό χρόνο: στον εμφύλιο και στον επαχθή δανεισμό μετά το ξέσπασμα του Αγώνα του ’21, στη χρεοκοπία του 1893, στην καταστροφή του ’22, στα χρόνια της Κατοχής και του Εμφύλιου. Εντούτοις, η μελέτη της ιστορίας δεν περιέχει συνταγές· ούτε καν παρηγοριά.

Υπάρχει άλλη οδός; Η αναρώτηση περί της άλλης οδού παίρνει χαρακτηριστικά υπαρξιακής αγωνίας. Για μέγα μέρος του πληθυσμού τίθεται με όρους ζωής ή θανάτου – και δεν εννοώ μόνο όρους υλικούς, που ασφαλώς είναι αλλά και πνευματικούς: Υπό ποίους όρους θα συνεχίσουμε να ζούμε, εφόσον επιβιώσουμε από την καταιγίδα; Σε ποια κοινωνία, ποιο κράτος; Σε χώρα ή χώρο; Με ποια ταυτότητα, ποια συνείδηση εαυτού και συνόλου;

Το σοκ έχει σπάσει βίαια τη ροή του χρόνου για όλους· σε πολλούς έχει αφαιρεθεί ο χρόνος, επιζούν σε κενό. Εξ ου και μεγάλο μέρος του πληθυσμού τείνει να εναποθέσει τη μοίρα του σε έναν Μεσσία, σε έναν σωτήρα που θα θυσιαστεί υπέρ αυτών, ή σε έναν Μωυσή που θα αρπάξει τους γιους του Ισραήλ και θα τους οδηγήσει μακριά από την κοιλάδα των δακρύων. Η αναμονή του Μεσσία ή του Μωυσή είναι κατά κάποιον τρόπο παρηγορητική, ναρκωτική, μουδιάζει τον νου και την ψυχή, να μην πονούν, να μην αισθάνονται το δάγκωμα του φόβου, τις τρυπανιές της αμφιβολίας και της διερώτησης. Τα πνεύματα οργωμένα από τη χειραγώγηση, εθισμένα στην ανάθεση, ποτισμένα από την ετερονομία, έτοιμα από καιρό, τρέπονται αβίαστα προς την εθελοδουλία και τον ανδραποδισμό. Και είναι τόσο βαθιά ποτισμένη η ύπαρξη από την ετερονομία που ακόμη και συντριβόμενοι, μπορεί να βιώνουν την καταστροφή τους ως θέαμα, ως την αναπόφευκτη πτώση, ως δίκαιη τιμωρία για το προπατορικό αμάρτημα. Και να πιστεύουν ότι ο πραγματικός Μεσσίας θα έρθει αργότερα.

Μια άλλη μερίδα, όχι κατ’ ανάγκην ολιγομελέστερη, δεν αναρωτιέται καν αν υπάρχει άλλη οδός, αν η σωτηρία θα έρθει έξωθεν ή έσωθεν ή άνωθεν. Σαν να μη συμβαίνει τίποτε. Στην καλύτερη των περιπτώσεων, πιστεύουν ότι μόνο αυτή η οδός υπάρχει και καμία άλλη, τουλάχιστον έτσι λένε για να απεμπλακούν από σχετικές συζητήσεις. Κατά βάθος αισθάνονται ότι τίποτε απ’ όσα συμβαίνουν δεν τους αφορούν ― ίσως διότι δεν τους αγγίζουν. Δεν βλέπουν τον πόνο των άλλων, δεν αντιλαμβάνονται την κατάρρευση του δημόσιου χώρου, ορισμένως δεν αισθάνονται μέλη μιας δοκιμαζόμενης συλλογικότητας. Πιστοί στο δόγμα «ο καθείς για τον εαυτό του» και στο «there is not such thing as society», πορεύονται την ευθεία οδό της ατομικής σωτηρίας παντί τρόπω, επανερχόμενοι στην πρωταρχική φύση του πολέμου όλων εναντίον όλων.

Ανάμεσα στις αδρομερώς σκιαγραφηθείσες ομάδες, υπάρχουν ασφαλώς και πολλές άλλες· συμπολίτες μας που παλινδρομούν ή δοκιμάζουν περισσότερες της μιας απαντήσεις. Τα ερωτήματα άλλωστε ποικίλλουν σε ένταση και εξειδίκευση, η κρίση πλήττει διαφορετικά την κάθε ζωή, τον κάθε άνθρωπο. Θα διακινδύνευα όμως ακόμη μία παρατήρηση, πάνω σε αυτό την ήδη ριψοκίνδυνη ανθρωπολογική σκιαγραφία: Οι περισσότεροι, κι αν όχι οι περισσότεροι σίγουρα οι πιο ενεργοί, αυτοί που με το βάρος τους θα επηρεάσουν την ιστορική ζυγαριά, είναι όσοι αναρωτιούνται και ήδη αναζητούν διεξόδους, εναλλακτικές οδούς, χαραμάδες φωτός.

Επαναλαμβάνω: όσοι αναζητούν δεν αθροίζονται σε ένα ομοιογενές ή ομοιόχρωμο σύνολο, δεν ανήκουν σε ίδιες κοινωνικές ομάδες, δεν ταυτίζονται πολιτικά με τυπικούς όρους, δεν συμμερίζονται καν ίδιες κοσμοθεωρήσεις ή άλλες πεποιθήσεις. Εχουν κοινή όμως την αγωνία: Τι μπορούμε να κάνουμε, εδώ και τώρα και εφεξής, για να ανακόψουμε τη διαρκή πτώση και να σταθούμε στα πόδια μας; Τι μπορούμε να κάνουμε για μας, τα παιδιά μας, την κοινωνία και την πατρίδα μας; Αυτό το απλό, το πυρηνικό, το κατεπείγον ερώτημα είναι η κοινή αγωνία, και σπαθίζει ήδη το σκοτάδι μπροστά μας.

ζωγραική: Δημήτρης Τζαμουράνης, Νύχτα.

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

Twitting

  • RT @nikoxy: 1/2 «Η πολιτεία έπειτα από πολλά χρόνια αδράνειας, δείχνει εμπράκτως τη διάθεση να βελτιώσει και να εφαρμόσει τους νόμους» @naf9 hours ago
  • 1/2 «Η πολιτεία έπειτα από πολλά χρόνια αδράνειας, δείχνει εμπράκτως τη διάθεση να βελτιώσει και να εφαρμόσει τους νόμους» @naftemporikigr 10 hours ago
  • (2/2) Ωστόσο το παρεμπόριο και το λαθρεμπόριο εξακολουθούν να πλήττουν την ελληνική παραγωγή & οικονομία naftemporiki.gr/finance/story/… 11 hours ago
  • @naftemporikigr «Η πολιτεία έπειτα από πολλά χρόνια αδράνειας, δείχνει εμπράκτως τη διάθεση να βελτιώσει και να εφαρμόσει τους νόμους» (1/2) 11 hours ago
  • Πώς ξεγυμνώθηκε η χώρα και έγιναν πλούσιοι εισαγωγείς, αεριτζήδες και όσοι γιγαντώθηκαν με θαλασσοδάνεια @ERTsocial xydakis.gr/?p=9825 1 day ago
  • O Ντράγκι το... μυρίστηκε: Κίνδυνος για τη δημοκρατία η >30% ανεργία των νέων ως 24 ετών σε Ελλάδα, Ισπανία, Ιταλία naftemporiki.gr/finance/story/… 2 days ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 989,385 hits
Αρέσει σε %d bloggers: