You are currently browsing the tag archive for the ‘δημοσιογραφία’ tag.

Μιλάμε συχνά, όλο και συχνότερα, για κρίση των ΜΜΕ, αναλύουμε τις αλλαγές στις συνήθειες ενημέρωσης, τις αλλαγές στον τρόπο ζωής, την εισβολή του Διαδικτύου, και εντοπίζουμε σε αυτά τα αίτια της κρίσης. Σπανίως όμως μιλάμε για την κρίση περιεχομένου στα ΜΜΕ και σχεδόν ποτέ για την κρίση αξιοπιστίας. Είναι λοιπόν υπεράνω κριτικής τα παραδοσιακά μέσα; Φαίνεται πως όχι.

Τον τελευταίο καιρό αυξάνονται τα κρούσματα διασποράς ανυπόστατων φημών και ψευδών ειδήσεων, από μαζικά μέσα. Πρόκειται κυρίως για αδιασταύρωτες πληροφορίες, που διοχετεύονται προφορικά, από κρατικές υπηρεσίες προς δημοσιογράφους, σαν διαρροή και “εξυπηρέτηση”, και αυτές οι ανεξακρίβωτες πληροφορίες βαφτίζονται ειδήσεις και γεγονότα. Γνωστοί ρεπόρτερ, παρουσιαστές και τηλεπερσόνες αναπαράγουν άκριτα και άκοπα οτιδήποτε τους διοχετευθεί “εμπιστευτικά” χωρίς να μπουν στον κόπο να υποβάλουν σε στοιχειώδη έλεγχο την αλήθεια ή την πληρότητα της πληροφορίας ― ούτε καν ένα νωχελικό γκουγκλάρισμα στις βιβλιοθήκες του Διαδικτύου.

Πολλοί δημοσιογράφοι, ανεκπαίδευτοι επαγγελματικά, χωρίς νοητικά εργαλεία και χωρίς ηθικές αρχές, υποδουλώνονται έτσι στις πηγές τους, μετατρεπόμενοι σε “βαποράκια”, ακούσια ή εκούσια. Η τέτοια υποδούλωση όμως σημαίνει προδοσία του κοινού τους και καταστρατήγηση της θεμελιώδους αρχής της δημοσιογραφίας, που είναι η μετάδοση διασταυρωμένων ειδήσεων και η αμερόληπτη περιγραφή των γεγονότων.

Η ραθυμία, η πνευματική οκνηρία και η εξυπηρέτηση των πηγών και όχι του κοινού, γίνονται αντιληπτά πλέον από το κοινό. Και γίνονται επίσης αντιληπτά σαν απώλεια της αξιοπιστίας, σαν πτώση των κυκλοφοριών, των ακροαματικοτήτων, των πωλήσεων, της επιρροής. Σαν αργός θάνατος.
Πλήγμα στην αξιοπιστία συνιστά επίσης η πολυθεσία, η αργομισθία και το καμουφλαρισμένο πολιτικό χρήμα προς τους δημοσιογράφους, έτσι όπως αυτά καταγράφονται λ.χ. στον ρ/σ του Δήμου Αθηναίων, τον Αθήνα 9.84. Με 384 εργαζόμενους, εκ των οποίων 240 δημοσιογράφοι, με έσοδα 600 χιλιάδες και ετήσια δημοτική επιχορήγηση 15 εκατομμύρια ευρώ, ο 9,84 είναι θλιβερό παράδειγμα ρουσφετιού και διασπάθισης του δημόσιου χρήματος. Το εξοδολόγιο και η στελέχωση του 9.84 παραπέμπουν σε εγχώριο BBC, αλλά η ποιότητα και η ποικιλία του προγράμματός του ραδιοσταθμό κωμοπόλεως.

Πρωταγωνιστές σε αυτό το διηνηκές μηντιακό σκάνδαλο είναι πολιτικοί και δημοσιογράφοι. Οι μεν δήμαρχοι της εικοσαετούς “ελεύθερης ραδιοφωνίας” εξαγόραζαν εύνοια, ανοχή ή σιωπή, με τα χρήματα των φορολογουμένων· οι δε δημοσιογράφοι εισέπρατταν παχυλά επιμίσθια σχολιάζοντας τις εφημερίδες, ακκιζόμενοι με πολιτικούς και απαγγέλοντας καλαμπούρια. Κάποιοι δε εξ αυτών κατακεραύνωναν συλλήβδην τους κρατικοδίαιτους κηφήνες, τις συντεχνίες και τις ΔΕΚΟ…

Ποιος να πιστέψει αυτά τα μέσα, αυτό το θέατρο της παρακμής; Ο χειρότερος εχθρός της δημοσιογραφίας είναι κάτι τέτοιοι δημοσιογράφοι.

Advertisements

Το κλείσιμο μιας μεγάλης εφημερίδας επικυρώνει την ήδη υπάρχουσα παρατήρηση, ότι δηλαδή το επικοινωνιακό και πολιτικό τοπίο μετασχηματίζονται, γρήγορα και βαθιά. Ο Ελεύθερος Τύπος δεν έκλεισε μόνο επειδή σώρευσε πολλές ζημίες, ούτε μόνο επειδή απέτυχε το επιχειρηματικό μοντέλο που εφάρμοσαν οι ιδιοκτήτες του. Ασφαλώς, περίσσεψαν οι άστοχες ενέργειες, η σπατάλη, τα επιτελεία κολάκων, η μεγαληγορία, η οίηση. Αλλά αυτό που βάρυνε εντέλει ήταν περισσότερο η απουσία στρατηγήματος και η ελλιπής ή και ανύπαρτκη ανάγνωση της πραγματικότητας.

Η λυπηρή αναστολή έκδοσης του Ελεύθερου Τύπου, μετά τον μείζονα ανασχεδιασμό του (ουσιαστικά, επαναλανσάρισμα) και την επένδυση άφθονων υλικών και ανθρώπινων πόρων, δείχνει το μέγεθος της διεθνούς κρίσης του Τύπου· κρίση δομική, ιστορική. Αλλά δείχνει και την αδυναμία των ανθρώπων του Τύπου να αντιληφθούν την αλλαγή Παραδείγματος, να αντιληφθούν δηλαδή ότι ο παρών καιρός απαιτεί άλλη σκέψη και άλλη πράξη, με άλλα εργαλεία ανάλυσης και κατανόησης, από αυτά που χρησιμοποιούσαν κατά την προδικτυακή εποχή. Η παρούσα εποχή βάζει πλάι στον Τύπο, ανταγωνιστικά, όχι μόνο την πληθωρική τηλεόραση, αλλά και το οικιακό ευρυζωνικό Διαδίκτυο, σε κάθε νοικοκυριό και γραφείο, και τα διαρκώς δικτυωμένα smartphones, σε κάθε τσέπη, και το πλήθος των καινοφανών social media, σε κάθε φαντασιακό, που κάνουν τον κάθε χρήστη μηχανής όχι μόνο καταναλωτή αλλά δυνάμει παραγωγό δημοσιότητας, της δικής του μικροδημοσιότητας έστω.

Το νέο περιβάλλον τηλεπικοινωνιών διαμορφώνει νέες ανάγκες, νέες συμπεριφορές, νέα υποκείμενα. Οι πληροφορίες, τα κείμενα, τα σήματα, οι ταινίες, οι μουσικές, τα προσωπικά στοιχεία από εκατομμύρια ζωές κυκλοφορούν διαρκώς και παντού, είναι διαρκώς διαθέσιμα, στην άκρη του ποντικιού και του δαχτύλου, σε ατέλειωτη ροή, διαφανή. Μάλιστα, υπερδιαφανή.

Σε αυτή την υπερδιαφάνεια, όλα φαίνονται, μα ελάχιστα είναι ορατά. Και μαζί με τον πληθωρισμό των σημάτων, αλλάζει και ο χρόνος του κάθε μέσου, η αίσθηση, η αντίληψη του χρόνου τους. Αλλλος ο χρόνος του Τύπου, άλλος της τηλεόρασης, άλλος του διαδικτύου.

Στην τηλεόραση ρέουν αδιάκοπα εικόνες, που όμως δεν χορταίνουν το άδειο βλέμμα. Στον Τύπο και στο δίκτυο ρέουν κείμενα. Η εκρηκτική εξάπλωση του διαδικτύου πολλαπλασίασε σύστοιχα την ανάγνωση· όμως μειώθηκαν οι αναγνώστες εφημερίδων. Τα νέα μαζικά ακροατήρια που προσήλθαν στο δίκτυο και διαμορφώνονται απ’ αυτό, διαβάζουν περισσότερο, μα κυρίως διαβάζουν διαφορετικά: διότι ο χρόνος του δικτύου είναι ακαριαίος, και διότι η δικτυακή αφήγηση προσφέρει διαρκώς τη δυνατότητα (ή και την ψευδαίσθηση, απλώς) της διάδρασης, μιας κάποιας συμμετοχής, έστω υπό μορφήν ανάρτησης σχολίου σ’ ένα φόρουμ, σ’ ένα μπλογκ· κι ακόμη, προσφέρει τη δυνατότητα της ανώνυμης περιπλάνησης και της ανώνυμης διάδρασης. Προσοχή, όμως: η ανωνυμία ή ψευδωνυμία του δικτυακού αναγνώστη-περιπλανητή δεν αναιρεί την ατομικότητα, απεναντίας επισωρεύει στο άτομο περσόνες και μάσκες, πέραν του καλού και του κακού.

Ο χρόνος της εφημερίδας δεν μπορεί να είναι ακαριαίος. Η εφημερίδα δεν μπορεί καν να καμώνεται ότι σντιδρά ακαριαία· αν το κάνει, ρεζιλεύεται. Ο χρόνος του Τύπου είναι αναστοχαστικός, ξετυλίγεται βραδύτερος και βαρύς. Κι έτσι προϋποτίθεται και ο αναγνώστης του Τύπου. Η δε συμμετοχή του στο εφημεριδικό ανάγνωσμα είναι νοερή αναδιάταξη του αφηγήματος, είναι εσωτερικός μονόλογος. Η απάντησή του, όποια προκύψει, τελείται κι αυτή σε δεύτερο χρόνο. Δεύτερου, αργού χρόνου είναι ακόμη και η πρόσβαση στο χάρτινο κείμενο: ο αναγνώστης πρέπει να πάει μέχρι το περίπτερο ή έστω στην εξώθυρα, και να αγοράσει. Αυτό το παλαιό κείμενο δεν μπαίνει στο σπίτι απροσκάλεστο και δωρεάν.

Νέα αίσθηση του χρόνου, υπερδιαφάνεια, υπερπληροφόρηση, νέοι τρόποι οργάνωσης της εργασίας και του βίου, καινοφανείς ανάγκες και συμπεριφορές. Το παλαιό χάρτινο κείμενο, για να επιβιώσει, οφείλει να προσαρμοστεί· να διεκδικήσει τον πολύ μικρότερο ζωτικό χώρο που του διατίθεται, και να τον διεκδικήσει δυναμικά, πειστικά και ταπεινά· υπερβαίνοντας τον στερεοτυπικό εαυτό του και την εξουσιαστική φενάκη, ανακαλύπτοντας νέο εαυτό για το νέο Παράδειγμα, αναταποκρινόμενο στις νέες ανάγκες του κοινού, ανακαλύπτοντας επίπονα το νέο κοινό. Ο Ελεύθερος Τύπος, παρά το ντιζάιν, δεν μπόρεσε να το κάνει. Και δεν το κάνει καμία εφημερίδα. Ο γδούπος της πτώσης ίσως ξυπνήσει τις εναπομείνασες. Ισως.

Του Νικου Γ. Ξυδακη
Γιατί κλείνουν οι εφημερίδες
Το κλείσιμο μιας μεγάλης εφημερίδας είναι κακή είδηση: για τους δημοσιογράφους, για τον κόσμο του Τύπου, για τις οικογένειές τους. Αλλά και για την ενημέρωση, για τον πολιτικό πλουραλισμό, για τη δημοκρατία εντέλει. Φτωχαίνει ο δημόσιος βίος.
Ο Ελεύθερος Τύπος, που αναστέλλει την έκδοσή του, είναι ιστορικός τίτλος, με ρίζες στον ταραγμένο Μεσοπόλεμο. Η επανέκδοσή του τη δεκαετία 1980 ταυτίστηκε με την εκρηκτική εισβολή του ταμπλόιντ στον εγχώριο τύπο και με το νέο ύφος στην εφημεριδογραφία, για καλό και για κακό. Εν πάση περιπτώσει, η πρώτη δεκαετία του Ε.Τ. επιβραβεύτηκε από μεγάλες κυκλοφορίες και πρωτιές.
Κατόπιν, η Ελλάδα άλλαξε και μαζί της άλλαξε ταχύτατα και ο Τύπος. Μετά τη δεκαετία ‘90, το ύφος ταμπλόιντ γέρασε, τα φύλλα δεν ορίζονται μονοσήμαντα ως προς την πολιτική γεωγραφία, η εμπορική ραδιοτηλεόραση και, κυρίως, τα νέα μέσα και οι διαδικτυακές υπηρεσίες μετασχηματίζουν βαθιά την ενημέρωση, τη διανομή ειδήσεων, ακόμη και το παραδεδεγμένο περιεχόμενο της δημοσιογραφίας.
Το πρόσφατο εγχείρημα ανανέωσης του Ε.Τ. κινήθηκε από μια τέτοια διάθεση· διάθεση προσαρμογής στο νέο τοπίο, τις νέες απαιτήσεις. Καλώς ή κακώς, δεν το εξετάζουμε· πάντως τουλάχιστον μορφολογικά άλλαξε επιτυχώς. Ισως δεν προσαρμόστηκε ικανοποιητικά ως προς το περιεχόμενο, τη στόχευση, την εστίαση, την τοποθέτησή του στο νέο διεθνοποιημένο περιβάλλον των μήντια, αλλά και στο στριμωγμένο εγχώριο μηντιακό τοπίο. Ισως. Είναι νωρίς για οριστικά συμπεράσματα.
Εντούτοις, το θλιβερό συμβάν της αναστολής μάς οδηγεί σε έναν συσχετισμό. Η ανανέωση, ο εκμοντερνισμός του Ε.Τ. μοιάζει με την επιχειρηθείσα ανανέωση, τον εκμοντερνισμό της Μεσημβρινής, την περασμένη δεκαετία. Παρόμοια κόνσεπτ παρουσίασης και χτισίματος του φύλλου, παρόμοιοι Ισπανοί σύμβουλοι, παρόμοιες γραφιστικές καινοτομίες. Παρόμοιες ήταν όμως και οι ασάφειες επί του περιεχομένου, τα αναπάντητα (ή ελλιπώς απαντηθέντα) ερωτήματα περί τη φυσιογνωμία της εφημερίδας νέου τύπου, τη νέα σχέση που θα εγκαθίδρυε με τα καινοφανή ακροατήρια, τις απαντήσεις που θα πρότεινε στις αναδυόμενες νέες ανάγκες της κοινωνίας.
Δυστυχώς, οι δημοσιογράφοι παρότι ζούμε μέσα στον κόσμο, στην τύρβη και τη βοή του, συχνά στεκόμαστε μόνο στον επικρατούντα θόρυβο. Χάνουμε το σήμα. Ισως γιατί συχνά ερμηνεύουμε τον θόρυβο της εξουσίας ως θόρυβο της ζωής, και αυτάρεσκα βουλιάζουμε σε στερεότυπα και αδράνειες, στην κολακεία και την αλαζονία ― βολικά αλλά ολέθρια. Αδυνατούμε να συνθέσουμε τις γνήσιες φωνές, τις αγωνίες, τις νέες ανάγκες, τις νέες απαιτήσεις. Τότε έρχεται η ήττα, η απώλεια.
Μια εφημερίδα βέβαια δεν κλείνει μόνο εξαιτίας των δημοσιογράφων, όσο ράθυμοι ή αλλοτριωμένοι και να ‘ναι. Βασικός υπαίτιος είναι το επιχειρηματικό μοντέλο: είτε είναι απελπιστικά ξεπερασμένο, είτε είναι δύσκαμπτο και ανεδαφικό, είτε επειδή πάσχει από τις ίδιες ασθένειες που απειλούν τους δημοσιογράφους, και σε ακόμη βαρύτερη μορφή: κολακεία, αλαζονία, αδράνεια. Ολα αυτά μαζί, μάς αφήνουν κατά μια εφημερίδα λιγότερους.

Ο Ελεύθερος Τύπος, που ανέστειλε την έκδοσή του, είναι ιστορικός τίτλος, με ρίζες στον ταραγμένο Μεσοπόλεμο. Η επανέκδοσή του τη δεκαετία 1980 ταυτίστηκε με την εκρηκτική εισβολή του ταμπλόιντ στον εγχώριο τύπο και με το νέο ύφος στην εφημεριδογραφία, για καλό και για κακό. Εν πάση περιπτώσει, η πρώτη δεκαετία του Ε.Τ. επιβραβεύτηκε από μεγάλες κυκλοφορίες και πρωτιές.

Κατόπιν, η Ελλάδα άλλαξε και μαζί της άλλαξε ταχύτατα και ο Τύπος. Μετά τη δεκαετία ‘90, το ύφος ταμπλόιντ γέρασε, τα φύλλα δεν ορίζονται μονοσήμαντα ως προς την πολιτική γεωγραφία, η εμπορική ραδιοτηλεόραση και, κυρίως, τα νέα μέσα και οι διαδικτυακές υπηρεσίες μετασχηματίζουν βαθιά την ενημέρωση, τη διανομή ειδήσεων, ακόμη και το παραδεδεγμένο περιεχόμενο της δημοσιογραφίας.

Το πρόσφατο εγχείρημα ανανέωσης του Ε.Τ. κινήθηκε από μια τέτοια διάθεση· διάθεση προσαρμογής στο νέο τοπίο, τις νέες απαιτήσεις. Καλώς ή κακώς, δεν το εξετάζουμε· πάντως τουλάχιστον μορφολογικά άλλαξε επιτυχώς. Ισως δεν προσαρμόστηκε ικανοποιητικά ως προς το περιεχόμενο, τη στόχευση, την εστίαση, την τοποθέτησή του στο νέο διεθνοποιημένο περιβάλλον των μήντια, αλλά και στο στριμωγμένο εγχώριο μηντιακό τοπίο. Ισως. Είναι νωρίς για οριστικά συμπεράσματα.

Εντούτοις, το θλιβερό συμβάν της αναστολής μάς οδηγεί σε έναν συσχετισμό. Η ανανέωση, ο εκμοντερνισμός του Ε.Τ. μοιάζει με την επιχειρηθείσα ανανέωση, τον εκμοντερνισμό της Μεσημβρινής, την περασμένη δεκαετία. Παρόμοια κόνσεπτ παρουσίασης και χτισίματος του φύλλου, παρόμοιοι Ισπανοί σύμβουλοι, παρόμοιες γραφιστικές καινοτομίες. Παρόμοιες ήταν όμως και οι ασάφειες επί του περιεχομένου, τα αναπάντητα (ή ελλιπώς απαντηθέντα) ερωτήματα περί τη φυσιογνωμία της εφημερίδας νέου τύπου, τη νέα σχέση που θα εγκαθίδρυε με τα καινοφανή ακροατήρια, τις απαντήσεις που θα πρότεινε στις αναδυόμενες νέες ανάγκες της κοινωνίας.

Δυστυχώς, οι δημοσιογράφοι παρότι ζούμε μέσα στον κόσμο, στην τύρβη και τη βοή του, συχνά στεκόμαστε μόνο στον επικρατούντα θόρυβο. Χάνουμε το σήμα. Ισως γιατί συχνά ερμηνεύουμε τον θόρυβο της εξουσίας ως θόρυβο της ζωής, και αυτάρεσκα βουλιάζουμε σε στερεότυπα και αδράνειες, στην κολακεία και την αλαζονία ― βολικά αλλά ολέθρια. Αδυνατούμε να συνθέσουμε τις γνήσιες φωνές, τις αγωνίες, τις νέες ανάγκες, τις νέες απαιτήσεις. Τότε έρχεται η ήττα, η απώλεια.

Μια εφημερίδα βέβαια δεν κλείνει μόνο εξαιτίας των δημοσιογράφων, όσο ράθυμοι ή αλλοτριωμένοι και να ‘ναι. Βασικός υπαίτιος είναι το επιχειρηματικό μοντέλο: είτε είναι απελπιστικά ξεπερασμένο, είτε είναι δύσκαμπτο και ανεδαφικό, είτε επειδή πάσχει από τις ίδιες ασθένειες που απειλούν τους δημοσιογράφους, και σε ακόμη βαρύτερη μορφή: κολακεία, αλαζονία, αδράνεια. Ολα αυτά μαζί, μάς αφήνουν κατά μια εφημερίδα λιγότερους.

 

Προ ημερών συμμετείχα σε ημερίδα του Τμήματος ΜΜΕ του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης για τα new media και τη συμμετοχική δημοσιογραφία. Διοργάνωση με πολύ κόπο και φροντίδα, με λατρεία για την τεχνολογική της πλαισίωση, με πρόνοια για τηλεοπτική κάλυψη και απευθείας μεταδόσεις και ασύρματες συνδέσεις και διάφορα παράλληλα ιβέντς σε real time και… και…

Δεν δούλεψαν όλα ακριβώς όπως προβλεπόταν, τα τεχνικά εννοώ, κι αυτό το εναρκτήριο μικροατύχημα προσέδωσε μια ορισμένη τροπή στην πρώτη συνεδρία, όπου μετείχα. Κατά σύμπτωση, μετά την γενναία καθυστέρηση της έναρξης και μες στον τεχνικό πανικό, όπου τίποτε σχεδόν δεν δούλευε στην αίθουσα, είχα μπροστά μου δυο επιλογές εισήγησης: η μία ήταν δυο λόγια για το πώς οφείλει να μετασχηματιστεί ο δημοσιογράφος-auter σήμερα, αντιμέτωπος με το νέο περιβάλλον και τη συρρίκνωση του Τύπου. Η άλλη επιλογή ήταν να εκθέσω την εντελώς προσωπική μου εμπειρία για το πώς γράφω δημόσια, πώς αφηγούμαι εντός του κοινού τόπου.

Διάλεξα το δεύτερο. Και ξεκίνησα με Τσέζαρε Παβέζε, ακουσίως προφητικό για ό,τι συνέβαινε στο καλωδιωμένο και βραχυκυκλωμένο και γεμάτο προσδοκίες αμφιθέατρο της ημερίδας: «Οταν γραφτεί η πρώτη αράδα ενός αφηγήματος, έχουν ήδη επιλεγεί τα πάντα, και το ύφος και ο τόνος και η τροπή των συμβάντων. Με δεδομένη την πρώτη αράδα, δεν χρειάζεται παρά υπομονή: όλα τα υπόλοιπα πρέπει και μπορεί να βγουν απ’ αυτήν».

Η πρώτη αράδα της ημερίδας για τη Νέα Δημοσιογραφία είχε γραφτεί ερήμην μας ― είχε γραφτεί απ’ την τρέχουσα τεχνολογία. Είχαμε επενδύσει υπερβολικά πολλά πάνω της, την πιστέψαμε παραπάνω από εργαλείο, σχεδόν βάλαμε το κέλυφος πάνω και πέρα από το περιεχόμενο, με καλές προθέσεις, αλήθεια ― κι αυτή μάς θύμιζε ότι είναι απλώς ένα μέσο, εργαλείο, κέλυφος. Και αφού ήρθαν έτσι τα πράγματα, αφού τα αφήσαμε εμείς να έρθουν έτσι, χωρίς ευελιξία, χωρίς προσαρμογές, αυτή πια όριζε τα πάντα: και το ύφος και τον τόνο και την τροπή…

Η συζήτηση που ακολούθησε ετράπη προς μια αντιπαράθεση μάλλον χωρίς νόημα, χωρίς σύνθεση: αν η τεχνολογία είναι καλή ή κακή, αν οι επιφυλάξεις συνιστούν νεολουδιτισμό, αν οι παραδοσιακοί δημοσιογράφοι θα εξαφανιστούν, αν τα home video και τα snapshots στο ΥouTube και στο Flickr είναι δημοσιογραφία των πολιτών και πέρασμα στη Νέα Εποχή, τέτοια…

Παρότι τεχνοφρίκ και σχεδόν γκατζετάκιας, έπαιξα τον συνήγορο του διαβόλου· πρόβαλα αμφιβολίες και ενστάσεις, υπενθύμισα τον ιστορικό ορίζοντα αυτής της συζήτησης πολύ πέρα και από τη Γουτεμβέργεια τομή, το μεσσιανισμό που ακολούθησε τη Βιομηχανική Επανάσταση και τον ντετερμινισμό του 19ου αιώνα, τις τραγικές μεταπτώσεις του 20ού.

Δεν τα κατάφερα. Οι αμφιβολίες μου δεν γονιμοποίησαν τη συζήτηση· ίσως θεωρήθηκαν τεχνοφοβικές, ίσως ότι πετούσαν την μπάλα αράουτ, ίσως ότι μιλούσα για ψιλά γράμματα ενώ μπρος στα μάτια μας προελαύνει η Νέα Εποχή. Ισως.

Ωστόσο θεωρώ ότι η συζήτηση, έτσι στημένη κι έτσι υπονομευμένη από τις (τόσο ανθρώπινες…) τεχνικές ατέλειες, ορίστηκε από την πρώτη της αράδα: πολλά μήντια, πολλά μηχανήματα, πολλή φούρια, λιγότερη αμφιβολία, λιγότερη διερώτηση. 

Το να απαγγέλλεις τις θαυμαστές δυνατότητες των νέων μέσων και να συμπεραίνεις περίπου αυτονόητη την εξ αυτών και δι’ αυτών ανάδυση νέων μορφών συμμετοχής και δημοκρατίας, είναι εύκολο. Μα περιγράφεις το προφανές. Και συμπεραίνεις το διόλου προφανές, με αυθαίρετες προβολές στο μέλλον· μάλιστα χωρίς διόλου να εξετάζεις ενδεχόμενες αναλογίες με το παρελθόν. Ετσι διακινδυνεύεις να φτάσεις σε μια άκριτη υποδοχή οτιδήποτε νέου, κατά το σχήμα «everything that’s new is interesting». 

Ναι, σε πολλές περιπτώσεις ―όχι σε όλες, και όχι για όλους το ίδιο― η τεχνολογία αλλάζει το Παράδειγμα, ανοίγει δυνατότητες. Μα δεν είναι οπωσδήποτε απελευθερωτική· το κακοπαθημένο οικοσύστημα υπενθυμίζει καθημερινά την αφροσύνη μας και τις εγκληματικές καταχρήσεις των εργαλείων. Ας μην ξεχνάμε ότι ο μεγαλύτερος παραγωγός εφευρέσεων είναι ο πόλεμος· το ίδιο το Διαδίκτυο ξεκίνησε στρατιωτικό, πόρρω απέχον από τη Νοόσφαιρα που οραματιζόταν ο ανθρωπολόγος και φιλόσοφος Τεγιάρ Ντε Σαρντέν. Κι όμως, αυτός ο ιησουίτης και δαρβινιστής, ο μεταφυσικός και επιστήμονας, ο αφορισμένος του Βατικανού, ο αμφιβάλλων για τη Γένεση, επηρέασε τους πιονέρους της Silicon Valley και τον Φίλιπ Ντικ… Με αμφιβολίες και σύνθεση.

Αυτά περίπου δεν κατάφερα να πω.

Ο έντυπος λόγος φθίνει. Οχι· μετασχηματίζεται. Το Δίκτυο και τα new media σαρώνουν το κείμενο και την ανάγνωση. Οχι· τo Δίκτυο ανανέωσε το κείμενο και την ανάγνωση – τα πήγε σε άλλο επίπεδο, τα μετασχημάτισε, πάντως δεν τα σάρωσε.

Η συζήτηση για το μέλλον του Τύπου, σε περιβάλλον ραγδαίων αλλαγών στην επικοινωνία, διεξάγεται με αγωνία, ιδίως όταν οι συνομιλητές είναι δημοσιογράφοι. Οι δημοσιογράφοι αισθάνονται απειλητικές τις αλλαγές, αισθάνονται ότι οι αλλαγές εν πολλοίς συμβαίνουν ερήμην τους, κι αυτοί τις παρακολουθούν ανήμποροι.

Δεν είναι έτσι. Οι κυκλοφορίες συρρικνώνονται, τα διαφημιστικά έσοδα πέφτουν, αλλά οι εφημερίδες δεν θα πεθάνουν. Θα αλλάξουν, θα μειωθούν, θα γίνουν κάτι άλλο, αλλά δεν θα εξαφανιστούν. Οσες επιζήσουν, όμως, θα αλλάξουν, βαθιά, δραστικά, ουσιαστικά. Οι δημοσιογράφοι θα επινοήσουν αλλιώς τη δουλειά τους, τη συμμετοχή τους στο επικοινωνιακό σύμπλοκο, τη λειτουργία τους σαν γραφιάδες, σαν δημιουργοί, σαν διαμεσολαβητές· αλλά δεν θα χαθούν.

Το Δίκτυο αποκάλυψε τις αδυναμίες και τις ευκολίες των έντυπων μέσων. Αποκάλυψε την ιδιοτέλεια και την υπεροψία, το κακό ή αδιάφορο κείμενο, το copy-paste και την κουτοπόνηρη λογοκλοπή. Η αχανής, δυναμικά εμπλουτιζόμενη βιβλιοθήκη, που χτίζεται μέσα στο Διαδίκτυο, αποκαλύπτει ανελέητα όλες τις αδυναμίες και τις ευκολίες των δημοσιογράφων. Και επιπλέον κλόνισε ανεπανόρθωτα την παράδοση: Η εφημερίδα ήταν μέρος του διαφωτιστικού προγράμματος, ήταν υπό κλίμακα η Εγκυκλοπαιδεία, περιείχε όλα τα νέα και όλη τη γνώση· ήταν η πρωινή προσευχή του αστού. Οχι πια. Αφενός διότι δεν υπάρχει ο κυρίαρχος αστός, αλλά μια απέραντη μεσαία μάζα – οι κατεξοχήν χρήστες του Δικτύου σήμερα. Αφετέρου, διότι τα νέα τρέχουν ακαριαία σαν headlines παντού όπου υπάρχει ένα μόνιτορ, και η γνώση αποτίθεται δυναμικά παντού στο Δίκτυο, σε απίθανους τόπους, σε κάθε γωνιά, και όχι μόνο στη Wikipedia.

Είναι άχρηστη λοιπόν η έντυπη δημοσιογραφία; Κάθε άλλο. Ο δημοσιογράφος μπορεί να χάσει όλες τις άλλες ιδιότητες –του μεσολαβητή της εξουσίας, του προνομιακού συνομιλητή με «πηγές», του ιμάντα μεταφοράς κρατικών πληροφοριών, του θηρευτή news– αλλά δεν θα πάψει να είναι παραγωγός περιεχομένου. Παράγει κείμενο: Πρωτογενείς αφηγήσεις, ριψοκίνδυνες γνώμες, πρώτες ματιές, συνθέσεις, πλαγιοκοπήσεις. Και στυλ.

Οταν το Δίκτυο ανανεώνει το κείμενο, τον λόγο, σε νέο πλαίσιο έστω, όταν πια αντιλαμβανόμαστε ότι ο βασιλιάς δεν είναι τα νέα γκάτζετ, ούτε καν το λογισμικό, αλλά το περιεχόμενο, ε, τότε αυτός που ξέρει να παράγει περιεχόμενο βρίσκεται στο προσκήνιο. Ο δημοσιογράφος βρίσκεται στο προσκήνιο λοιπόν, αλλά πώς; Αλλος. Μετασχηματισμένος και προσαρμοσμένος στο νέο κειμενικό περιβάλλον· έτοιμος να ανανεώσει τις δομές και τις φόρμες του κειμένου του· μόνον έτσι. Ετοιμος να αλλάξει, αφήνοντας πίσω τις ευκολίες, την αλαζονεία και την οκνηρία του κλειστού γουτεμβέργειου κόσμου· έτοιμος να αποδεχτεί ότι οι πληροφορίες είναι διασπαρμένες παντού και προσιτές στον καθένα, στο κάθε συνδεδεμένο λάπτοπ των 100 δολαρίων, σε κάθε κινητό τηλέφωνο και πάλμτοπ. Κι ότι αυτός οφείλει, αδιαπραγμάτευτα, να είναι ειλικρινής, βαθύς, ταχύς, άμεσος, συνθετικός, και στυλίστας.

Δηλαδή, στην εποχή που ανατέλλει (ή λένε ότι ανατέλλει) η δημοσιογραφία των πολιτών, τα μπλογκ, τα social μικροδίκτυα, τα εκατομμύρια βίντεο YouTube, οι peer to peer συνδέσεις, οι απέραντες δεξαμενές κειμένων, αυτή ακριβώς την εποχή ο επαγγελματίας δημοσιογράφος ανατέλλει ξανά κι αυτός ικανότερος και πιο διακεκριμένος από ποτέ. Οταν όλοι μπορούν να κάνουν grosso modo την παλιά δουλειά του, αυτός πάει ένα σκαλί πιο πέρα: Κάνει άλλη δουλειά.

Αυτή η νέα δουλειά δεν είναι και τόσο νέα. Ο 20ός αιώνας, του κινηματογράφου, του ραδιοφώνου, της τηλεόρασης, των περιοδικών και των βιβλίων τσέπης, έχει ενοποιήσει ήδη τις γραφές και έχει άρει τον τυπικό διαχωρισμό Υψηλού και Μαζικού. Ο συγγραφέας δεν γράφει τυλιγμένος μετάξια στον πύργο του· ο συγγραφέας γράφει παντού και συνεχώς. Η γραφή είναι συνεχές: Ποίηση, μυθιστόρημα, σενάριο, θεατρικό, δοκίμιο, μελέτη, χρονικό, δημοσιογραφικό αφήγημα, χρονογράφημα, όλα αποτελούν ψηφίδες του ίδιου μωσαϊκού, όλα παράγουν στυλίστες, και οι επαρκείς γραφιάδες μπαινοβγαίνουν σε όλα τα είδη με την ίδια άνεση.

Αυτή είναι η μόνη οδός για τον δημοσιογράφο σήμερα· η οδός του μετανεωτερικού auteur. Κι ένα τέτοιο πλούσιο, διακεκριμένο, δυναμικά πλασμένο πεδίο γραφής θα είναι η εφημερίδα προσεχώς. Το κείμενο θριαμβεύει – αλλιώς.

Ένα βλέμμα, Καθημερινή 29.06.2008

Κι άλλα, σχετικά:

* Πώς μιλάμε για τον καιρό μας;
* Η πρώτη αράδα του αφηγήματος
* Γράφουμε όπως ζούμε: τρέχοντας
buzz it!

Του Τάσου Μαντζαβίνου


Καθώς φυλλομετρώ τις σελίδες του Ιστού, όλο και συχνότερα αναρωτιέμαι πώς θα μπορούσα να γράψω στην εφημερίδα έτσι όπως διαβάζω ― στον Ιστό, εννοείται. Στον Ιστό διαβάζω ένα υπερκείμενο ― μα ήδη και οι δύο όροι της πρότασης είναι διαφορετικοί, χρειάζονται εξήγηση. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

RSS Gatherate: The Best of the Greeks

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Twitting

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 998.333 hits
Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: