You are currently browsing the tag archive for the ‘δημοκρατία’ tag.

Τα διαδραματισθέντα χθες έξω από το θέατρο Χυτήριο πρέπει να προκαλούν ανησυχία και ντροπή σε κάθε Ελληνα πολίτη. Διότι χθες δεν αποδοκιμάστηκε ένα αμφιλεγόμενο έργο, αλλά καταργήθηκε η ελεύθερη έκφραση και δοκιμάστηκε βάναυσα η δημοκρατία.

Στους γνωστούς θρησκόληπτους που καταδιώκουν ασεβείς ταινίες, σκηνοθέτες και βιβλία, χθες προστέθηκαν οι νεοναζί της Χρυσής Συγής, γνωστοί κυρίως ως σατανιστές, δωδεκαθεϊστές και ρατσιστές, οι οποίοι διεύρυναν το ρεπερτόριο μίσους εναντίον των ομοφυλοφίλων, των καλλιτεχνών και του κοσμικού κράτους. Η πολιορκία του θεάτρου από θρησκόληπτους θα ήταν γραφικός αναχρονισμός, αν δεν συνοδευόταν από ξυλοδαρμούς και χυδαία υβρεολόγια κατά δημοσιογράφων και πολιτών, εκ μέρους των νεοναζί, με την ενεργό συμμετοχή και καθοδήγηση τριών βουλευτών της Χρυσής Αυγής σε ποινικώς κολάσιμες πράξεις. Ολα υπό τα παγερώς αδιάφορα βλέμματα της παριστάμενης αστυνομίας, από τα χέρια της οποίας βουλευτής της Χ.Α. απέσπασε βιαίως προσαχθέντα.

Μια διαπίστωση: οι νεοναζί διευρύνουν το πεδίο της εχθροπάθειας και του μίσους. Μετά τους ξένους, χτυπούν γυναίκες, ομοφυλόφιλους, καλλιτέχνες, αριστερούς, Ελληνες, οποιονδήποτε κρίνουν αυτοί ότι δεν είναι 100% Αρειος, υπεραρσενικός και ελληνάρα. Αναμενόμενο. Πρόκειται περί του τυπικού ναζιστικού εφιάλτη, ο οποίος διογκούμενος απολήγει στην κατά Χάννα Αρεντ κοινοτοπία του κακού, όταν δεν θα μπορούμε πια να διακρίνουμε το κακό, διότι θα μας έχει κατακυριεύσει σαν καθολική νεοπλασία.

Ετέρα διαπίστωση: η αστυνομία ολιγωρεί, είτε διότι υπακούει σε συγκεκριμένες οδηγίες της πολιτικής ηγεσίας για επιλεκτική ανοχή, είτε διότι παρακούει και κάνει τα δικά της. Και τα δύο ενδεχόμενα είναι εξαιρετικά επικίνδυνα για την κοινωνική ειρήνη.

Τρίτη διαπίστωση: Το νεοναζιστικό άκρο δεν μπορεί πλέον να παραμένει ακαταδίωκτο συμψηφιζόμενο ρητορικά με κάποιο άλλο άκρο. Ηδη τα περισσότερα κόμματα αφυπνίζονται, νωχελικά έστω. Να αφυπνιστούν και να δράσουν κατά το Σύνταγμα, αμέσως, τώρα, η Κυβέρνηση, η Βουλή και η Δικαιοσύνη. Πριν είναι αργά.

Η κρίση δοκιμάζει πολύτροπα τις αντοχές του δημοκρατικού κράτους. Μια από τις σκληρότερες δοκιμασίες, ίσως η κρισιμότερη, είναι η ανάδυση ενός νεοναζιστικού μορφώματος στο πολιτικό προσκήνιο, ερχόμενου από το αντεργκράουντ ενός σατανιστικού-χιτλερικού New Age και από την ποινική μεθόριο. Η ανάδυση υποστηρίζεται λεκτικά από αντισυστημική ρητορεία, αντισυνταγματική και αντικοινοβουλευτική, και πρακτικά από μισαλλοδοξία και ωμή βία. Λόγος και πράξη γίνονται αποδεκτά από ομάδες του πληθυσμού ως υποκατάστατα της εξασθενημένης παρουσίας του δημοκρατικού κράτους, και ως απάντηση στη διαφθορά ή εξαχρείωση ορισμένων πολιτικών προσώπων.

Απέναντι σε αυτό το κύμα μίσους και βίας, ο ευρύτατος δημοκρατικός χώρος, από τους ρεπουμπλικάνους της δεξιάς έως τους ριζοσπάστες της αριστεράς, όλοι όσοι βρίσκονται εντός του συνταγματικού τόξου, πρέπει να βρεθούν ενωμένοι και να το αποκρούσουν σθεναρά. Σε αυτό το συνταγματικό τόξο ανήκουν όλες οι πολιτικές δυνάμεις, πλην όσων καταφέρονται λόγω και έργω κατά της δημοκρατίας και της συνταγματικής τάξης. Η ιστορία και η παρούσα πράξις ενός εκάστου ορίζουν την πίστη τους στη δημοκρατία και στον απορρέοντα πολιτικό πολιτισμό. Κάθε τι άλλο υπονομεύει τη συνοχή και την ισχύ του συνταγματικού τόξου έναντι των εχθρών της δημοκρατίας.

Ως εκ τούτου, η προσφάτως ανακύψασα ταύτιση των “άκρων”, ως παρανάγνωση της Βαϊμάρης, μπορεί να αποβεί επικίνδυνη και υπονομευτική της Ελληνικής Δημοκρατίας, στο βαθμό που δεν κατονομάζει και δεν ορίζει τα “άκρα”, δεν διακρίνει όρια και αποχρώσεις, δεν τεκμηριώνει με γεγονότα αλλά με ιδεολογήματα· στο βαθμό που τσουβαλιάζει αδιακρίτως τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης με τον κάθε τυχάρπαστο υπόδικο ή καταδικασθέντα βομβιστή.

Ολοι νιώθουμε κατάκοποι από το δυσχερές παρόν και φοβισμένοι ενώπιον του άδηλου μέλλοντος. Ο πολιτικός βίος όμως θα εξελιχθεί ομαλά μόνο με πραγματισμό, με σύμφωνη υπεράσπιση των δημοκρατικών ορίων, με αναγνώριση του συνταγματικού συμπαίκτη. Χωρίς βιαστικές γεωγραφήσεις, χωρίς δαιμονοποίηση των ιστορικών συγκυριών.

Ακόμη και πριν από τα πρώτα φανερώματα της κρίσης, το κέντρο της Αθήνας είχε μεταμορφωθεί σε ιδιότυπο αρθρωτό γκέτο φτωχών μεταναστών και προσφύγων, άλλοτε νόμιμων μα συχνότερα παράνομων, μια μαύρη τρύπα εκτός νόμου και εκτός πολιτεύματος, μέσα στην οποία κυκλοφορούσαν μαύρο χρήμα, μαύρα εμπορεύματα, μαύρη εργασία, φυλετικές συμμορίες, σκουρόχρωμες φιγούρες τυλιγμένες σε τσαντόρ, σμάρια αρσενικών σε ρυπαρούς δημόσιους χώρους, και παντού άνθρωποι χωρίς χαρτιά, χωρίς υπόσταση, γυμνές υπάρξεις σε μια βιόσφαιρα όλο και περισσότερο γυμνή.

Τα γκέτο στέριωσαν σε γειτονιές που ήδη υπέφεραν από σταδιακή υποβάθμιση, δάση πολυκατοικιών του ’60 – ’70 που τα εγκατέλειπαν οι ανερχόμενοι μικροαστοί, αφήνοντας πίσω τους άφθονο εκμεταλλεύσιμο χώρο, τα μαζικής ενοικιάσεως διαμερίσματα στα οποία τώρα στοιβάζονται περαστικοί και ημιμόνιμοι, πληρώνοντας με τη νυχτιά και το κεφάλι.

Η γεωγραφική και δημογραφική μεταβολή άρχισε με την πτώση της Α. Ευρώπης. Η κάτωθεν της Πατησίων Αθήνα κυριαρχήθηκε από μετανάστες ευρωπαϊκής προελεύσεως για τουλάχιστον μια δεκαετία. Βαθμιαία όμως, και όσο εκτείνονταν οι πόλεμοι, οι ανθρωπιστικές καταστροφές ή και η «απλή» φτώχεια στο Ιράκ, το Αφγανιστάν, το Πακιστάν, το Μπαγκλαντές, την Ανατολική Αφρική, τις χώρες του Μαγκρέμπ, η δημογραφία άλλαζε. Οι Ευρωπαίοι αποχωρούσαν από το γκέτο, είτε για τις πατρίδες τους είτε για άλλες γειτονιές.

Στο γκέτο ξέμειναν και πολλοί Ελληνες, όσοι είχαν τα σπίτια τους και τις περιουσίες τους εκεί, αλλά δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα να μετακομίσουν σε προάστια και μεζονέτες. Η ζωή τους υποτάχτηκε στους τρόπους του γκέτο. Ας το πούμε: Η ανώνυμη, χωρίς χαρτιά και όνομα μάζα των ανθρώπων των φαναριών, των ρακοσυλλεκτών, των υπαίθριων μικροπωλητών παρέσυρε στο βούρκο της γυμνής ζωής της και τη μάζα των φτωχών Ελλήνων που είχαν ξεμείνει εντός του γκέτο. Η κρίση απλώς επέτεινε και επιτάχυνε ό,τι είχε ήδη ξεκινήσει τουλάχιστον προ δεκαετίας.

Και η ελληνική πολιτεία; Οι θεσμοί της, οι νόμοι της, τα όργανά της; Απουσίαζαν, λουφάριζαν, εθελοτυφλούσαν, κάποτε χρηματίζονταν· αφήνονταν στην τυφλή αυτορρύθμιση, ανέχονταν την παρανομία ως ρουτίνα και όταν η αθλιότητα ξεχείλισε ήταν πια αργά, το γκέτο κατέτρωγε την πρωτεύουσα. Η κρίση, η πτώχευση, η αποσύνθεση, αποτέλειωσαν.

Σε αυτή την ιλύ του γκέτο ευδοκίμησε ο εγχώριος νεοναζισμός, ώς τότε μια δραξ περιθωριακών και υποκοσμικών, παρακρατικών υπαλλήλων και μπράβων, εμφορούμενων από μίγμα αποκρυφιστικών, σατανιστικών και χιτλερικών δοξασιών. Ντύθηκε τώρα την προβιά του εθνικιστή πρόσκοπου που ξεβρωμίζει τον τόπο από τους αλλόδοξους σκούρους. Και θάλλει. Και υπαγορεύει την ατζέντα του μίσους, του λιντσαρίσματος και της αυτοδικίας, σε ένοχους δειλούς πολιτικούς και σε εξαθλιωμένους πολίτες.

Τώρα: Η μετανάστευση και τα συνοδά της φαινόμενα, η παρανομία, το μίσος και η μισαλλοδοξία, μαζί με τη χρεοκοπία που όλα τα φουντώνει, αποτελούν τη λυδία λίθο για την εύθραυστη δημοκρατία και τον κουρασμένο πολιτισμό μας. «Είμαι δημοκράτης επειδή πιστεύω στην Πτώση του Ανθρώπου», έγραφε πριν από αρκετά χρόνια ο σπουδαίος Ιρλανδός λόγιος της Οξφόρδης C.S. Lewis. Αυτή τη δοκιμασία της Πτώσης βιώνουμε σήμερα, σε αυτόν τον αγώνα υπέρ δημοκρατίας καλούμαστε.

Οσοι ταξίδεψαν στα νησιά τους για να ψηφίσουν προχθές, υποδέχτηκαν το καλοκαίρι με αρχαίες τελετουργίες: μύρισαν μαγιάτικα ρόδα και κολύμπησαν σε διάφανα νερά. Ελλάδα και Μάης μαζί, έγραφε η Βιρτζίνια Γουλφ το 1932 μαγεμένη: «Είναι τρέλα να χάνει κανείς τα καλύτερά του χρόνια πασχίζοντας να πλουτίσει, όταν υπάρχει αυτή η άγρια αλλά πολιτισμένη και πανέμορφη χώρα όπου μπορείς να ζήσεις.»

Ογδόντα χρόνια αργότερα, η ιστορία έστηνε το μεγάλο της παιχνίδι στην Ελλάδα, με τη δική του άγρια ομορφιά, που έκοψε την ανάσα στους Ελληνες και προκάλεσε διανοητικά τους εκατοντάδες αναταποκριτές απ’ όλο τον κόσμο. Τεμαχισμός του κοινοβουλευτικού σώματος, έτσι ώστε κανείς συνδυασμός δυνάμεων να μη συνθέτει κυβέρνηση. Κατάρρευση των κυβερνητικών κομμάτων μιας 38ετίας. Δεύτερο κόμμα, εντολοδόχος για σχηματισμό κυβέρνησης, η ριζοσπαστική αριστερά, ενώ αποπειράται να μεταμορφωθεί σε ηγεμονική παράταξη. Είκοσι ένας βουλευτές για ένα αντικοινοβουλευτικό μόρφωμα που εξαπολύει ναζιστικούς κρωγμούς μίσους και βίας. Και τα λοιπά.

Η ιστορία είχε αρχίσει τις επισκέψεις της από το 2008. Και θα παραμείνει εδώ, άγνωστο πόσο. Ωστόσο μόλις τώρα αρχίζουμε να συλλαμβάνουμε τους κύκλους και τα σχήματά της. Οτι, ας πούμε, δεν κλείνει απλώς ο κύκλος της μεταπολίτευσης, αλλά ο κύκλος του μεταπολέμου, αυτός που αρχίζει με την έναρξη του Ψυχρού Πολέμου και την πολιτικοστρατιωτική ήττα της αριστεράς και περνά διαδοχικά απ’ την ανοικοδόμηση, τη δικτατορία, την κυπριακή απώλεια, την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού, έως το λυκόφως της πρώτης παγκοσμιοποίησης.

Η Ελλάδα πρωταγωνίστησε ως εργαστήριο μέλλοντος, στην αρχή του κύκλου, το 1944-49· πρωταγωνιστεί και τώρα ως εργαστήριο ευρωπαϊκού μέλλοντος, στην αρχή ενός νέου κύκλου. Κι άλλη διεθνής πρωτιά: η ανάδυση του ευρωαριστερού ΣΥΡΙΖΑ στις παρυφές της εξουσίας με ειρηνικά μέσα. Τέτοια κίνηση έχει σημειωθεί μεταπολεμικά στην Ευρώπη άπαξ μόνο, από το ευρωκομμουνιστικό PCI του Μπερλινγκουέρ στην Ιταλία του ’70. Το PCI μεταμορφώθηκε, χάθηκε μαζί με όλο το ιταλικό μεταπολεμικό σύστημα.

Σήμερα ο κόσμος είναι διαφορετικός. Εντούτοις η προσέγγιση της εξουσίας από την αριστερά είναι παρόμοια με του PCI. Αίτημα δεν είναι η βίαιη ανατροπή του καπιταλισμού, όσο μια λυσιτελής υπεράσπιση του μεταπολεμικού κοινωνικού συμβολαίου και των δημοκρατικών κατακτήσεων της νεωτερικότητας. Η οικονομική κρίση που ενδημεί από το 2008 έδειξε φθαρμένους τους πολιτικούς αρμούς της αντιπρόσωπευσης και απροστάτευτο τον κόσμο της εργασίας. Ωστε το νέο στοίχημα της ζώσας αριστεράς και νέα απαίτηση και προσδοκία των λαών δεν είναι μια ανεύρετη ουτοπία, αλλά η υπεράσπιση του ζωτικού δημόσιου χώρου και η επινόηση ενός άλλου μοντέλου ανάπτυξης, βιώσιμου, μη σωρευτικού, εμπνεόμενου από αξίες ενός ήπιου βίου.

Αυτό το μεγάλο ιστορικό παίγνιο, πνευματικό, πολιτικό, κοινωνικό, παραγωγικό, διαδραματίζεται τούτες τις ώρες του πόνου και της δημιουργικής αγωνίας στην Ελλάδα, κοιτίδα της δημοκρατίας, του λόγου και του νείκους. Ο άγγελος της ιστορίας φτερουγίζει μες στον Μάη ― ας ελπίσουμε χωρίς ερείπια.

ζωγραφική: Jean-François Millet, Angelus Domini

Αμφίθυμη και εντέλει αντινομική εμφανίζεται προς το παρόν η κοινωνία ενώπιον του ιστορικού ρήγματος της κρίσης και του πτωχευμένου κράτους. Κυριαρχούν η οργή και η απόγνωση, αφενός, των κοινωνικών ομάδων που ωθούνται βιαίως στη φτώχεια ή και πέραν αυτής. Ευεξήγητα και δικαιολογημένα τα αισθήματα· που όμως εκφράζονται με βίαιη συμπεριφορά, όπως οι συχνότατοι προπηλακισμοί πολιτικών και άλλων δημοσίων προσώπων. Οι εξοργισμένοι πολίτες αθροιζόμενοι ως όχλος απαιτούν την εξαφάνιση από προσώπου γης των πολιτικών, των αποκαλουμένων “προδοτών”. Αυτό ακούγεται στις παρελάσεις. Γιατί αισθάνονται προδομένοι; Ισως επειδή τους ψήφισαν στο παρελθόν και διαψεύσθηκαν οικτρά οι προσδοκίες τους. Τα δύο μεγάλα κόμματα, που κυβέρνησαν τη χώρα τις τελευταίες δεκαετίες, είχαν τη συναίνεση, εκλογική τουλάχιστον, της πλειοψηφίας του εκλογικού σώματος, έως και των τριών τετάρτων. Η κριτική κατά των πολιτικών άρα θα πρέπει να περιέχει και αυτοκριτική των πολιτών: Πώς εμπιστεύτηκαν τις τύχες τους σε τέτοιους ανάξιους, επί τόσο μακρό χρόνο;

Η άλλη, παράλληλη, συμπεριφορά είναι η απόσυρση από τον δημόσιο χώρο και η αποφυγή της πολιτικής δράσης. Οι περισσότεροι Ελληνες, όλοι σχεδόν, συμφωνούν να εξαφανιστούν οι παλιοί πολιτικοί. Λίγοι όμως δέχονται να δραστηριοποιηθούν πολιτικά ώστε να πληρωθεί το κενό και να ξεκινήσει υπό νέους όρους και με νέα πρόσωπα η επίπονη πορεία διάσωσης και ανόρθωσης. Ακόμη και τα αναμάρτητα ή νεοπαγή κόμματα δυσχεραίνονται αφάνταστα να προσελκύσουν νέα πρόσωπα, άφθαρτα, στις τάξεις τους. Θα βοηθήσω όπως μπορώ, αλλά δεν μπορώ να βγω μπροστά, να περιληφθώ σε εκλογική λίστα, απαντούν στις προσκλήσεις. Ετσι, μόνοι κινούμενοι, από κόμματος εις κόμμα, απομένουν οι γνωστοί περιπλανώμενοι αρριβίστες, πρόσωπα φθαρμένα και αποχυμωμένα.

Η κρίση δείχνει τα όρια της παλαιάς οργάνωσης και τις απαιτήσεις της νέας. Η παλαιά συνίστατο από ετερονομία, απόσυρση, πελατειακότητα, δηλαδή φαυλοκρατία. Η νέα απαιτεί αυτονομία, αυτοοργάνωση, συμμετοχή, ευθύνη, δηλαδή δημοκρατία.

Η τήρηση των συμβατικών υποχρεώσεων της Ελλάδας, όπως προκύπτον από τη νέα δανειακή σύμβαση, οδηγούν αφεύκτως στη συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους, δηλαδή σε έναν μείζονα μετασχηματισμό, την ιστορική σημασία του οποίου μόλις τώρα αρχίζουμε να αντλαμβανόμαστε. Η απομείωση των προνοιακών δομών, των δικτύων προστασίας, των δημόσιων αγαθών με εγγυημένη πρόσβαση για τους αδύναμους, η απομείωση του δημόσιου και κοινωνικού χώρου εντέλει, θα έχει πολύ βαρύτερες συνέπειες στις ζωές όλων μας, πολύ βαρύτερες από τη μείωση μισθών και εισοδημάτων.

Το κοινωνικό κράτος στην Ελλάδα ήταν ήδη ημιτελές και ατελέσφορο· οι καταχρήσεις και η κακοδιαχείριση δεν το άφησαν ποτέ να φτάσει στα δυτικοευρωπαϊκά επίπεδα. Ωστόσο, ακόμη κι έτσι, στη μεταπολεμική περίοδο επετεύχθη σταδιακά ελεύθερη πρόσβαση όλου του πληθυσμού σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης και της περίθαλψης. Αυτό και μόνο το γεγονός, παρ΄όλες τις ατέλειες, έβαζε την Ελλάδα στον ευρωπαϊκό αστερισμό, διότι αυτό ακριβώς είναι το πνεύμα αλλά και η υλική υπόσταση της μεταπολεμικής Ευρώπης εν ειρήνη, δημοκρατία και δικαιοσύνη.

Η αποψίλωση αυτού του οικοδομήματος προστασίας και συνοχής θέτει την Ελλάδα εκτός ευρωπαϊκής ιστορίας. Αφαιρεί τις εγγυήσεις κοινωνικής δικαιοσύνης και αφαιρεί τις υλικές προϋποθέσεις της δημοκρατίας. Οι πολίτες μπορούν να επιβιώσουν με μικρότερο εισόδημα, αλλά σίγουρα δεν θα μπορούν να επιβιώσουν ως Ευρωπαίοι άνθρωποι, χωρίς πρόσβαση σε στοιχειώδη δημόσια αγαθά, όταν οι κοινωνικές δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ θα πέσουν σε επιπέδου Μαλαισίας ή Μποτσουάνα.

Η Ελλάδα τελεί προ πολλού σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης. Ο λαός της οφείλει να αναδιατάξει τις προτεραιότητές του σε βάθος χρόνου, χωρίς όμως να φυράνει η δημοκρατία, χωρίς να ραγίσει ανεπανόρθωτα η κοινωνία. Η υπεράσπιση του κράτους δικαίου και πρόνοιας είναι κατεπείγουσα προτεραιότητα· sine qua non συνθήκη της επιβίωσης μας εν πολιτισμώ.

To δημοψήφισμα, με το τρομοκρατικό δίλημμα ναι ή όχι στο ευρώ, μπορεί να αποτράπηκε, αλλά η δυναμική που εκλύθηκε συγκλόνισε το ετοιμόρροπο πολιτικό σύστημα. Το αποτέλεσμα το ζήσαμε τα προηγούμενα δραματικά εικοσιτετράωρα, λεπτό προς λεπτό, και το ζούμε ακόμη. Ο ελληνικός λαός, σχεδόν στο σύνολό του, αντελήφθη ακαριαία όχι μόνο πόσο κοντά βρίσκεται στην άτακτη χρεοκοπία, αλλά και πόσο κρίσιμη είναι η γεωοικονομική κατάσταση στην Ευρώπη. Η οικονομική και πολιτική κρίση που συνταράσσει τη μεγάλη Ιταλία, μέλος του G7, έβδομη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου, χώρα της Ferrari, δείχνει ότι η Ευρώπη του ενιαίου νομίσματος, των ασύμμετρων εθνικών οικονομιών και των φυγόκεντρων κρατικών πολιτικών είναι όχι μόνο ανέφικτη αλλά καταλήγει ολέθρια για τα μέλη της. Η Ευρώπη αντιμετωπίζει όχι απλώς κρίση κρατικού χρέους, αλλά κρίση πολιτικής δομής και πολιτιστικής ταυτότητας. Η απεγνωσμένη, τυχοδιωκτική κίνηση Παπανδρέου, προοριζόταν κυρίως για εσωτερική κατανάλωση, αποκάλυψε ωστόσο το άλλο πρόσωπο των εταίρων μας: το αποικιοκρατικό και αντιδημοκρατικό πρόσωπο δανειστών-τοκογλύφων και όχι εκλεγμένων ηγετών δημοκρατιών, πρόσωπα που εκφέρουν ρητορική εκβιασμού, εθνοτικής ανωτερότητας και αυταρχισμού.

Η ευρωπαϊκή ελίτ ξέχασε την πολιτική· μάλλον, την ξέγραψε. Η Ευρωπαϊκή Ενωση ξεκίνησε ως ιστορική, πολιτική και πνευματική, προσέγγιση εθνών που είχαν αλληλοσφαγεί δυο φορές σε μισό αιώνα. Η ένωση έγινε για να αποτραπεί άλλος τέτοιος πόλεμος και για να ζήσουν εν ειρήνη, δημοκρατία και ευημερία οι λαοί. Αυτό μαθαίναμε στο σχολείο εδώ και δεκαετίες. Σήμερα οι ευρωπαϊκοί λαοί, φορείς της ελληνορωμαϊκής κληρονομιάς, καλούνται να απαρνηθούν την ευημερία και τη δημοκρατία, λόγω ενός ακήρυκτου οικονομικού πολέμου με αόρατους εχθρούς. «Το κυνικό νόημα του ελληνικού δράματος: λιγότερη δημοκρατία είναι καλύτερη για τις αγορές», έγραψε προχθές ο Γιούργκεν Χάμπερμας, ο κορυφαίος Ερωπαίος φιλόσοφος, τροφοδοτώντας έναν ιστορικής σημασίας διάλογο μέσα από τις σελίδες της Frankfurter Allgemeine Zeitung. «Οταν η επιλογή υφίσταται μόνο μεταξύ πανώλης και χολέρας, δεν πρέπει η απόφαση να λαμβάνεται πάνω από τα κεφάλια ενός δημοκρατικού πληθυσμού. Δεν είναι μόνο ζήτημα δημοκρατίας, εδώ διακυβεύεται η αξιοπρέπεια», συμπέρανε.

Ακριβώς αυτά, τις ολοένα ισχνότερες προϋποθέσεις δημοκρατίας και αξιοπρέπειας, αναζητούν οι Ελληνες από την άνοιξη 2010. Πιασμένοι στα βρόχια της εγχώριας απόγνωσης, αντιμέτωποι με τις δικές μας ασυγχώρητες, μοιραίες αδυναμίες, υποχρεωμένοι εντούτοις από την ιστορία μας να σταθούμε όρθιοι με αξιοπρέπεια, αναζητούμε τώρα μια μορφή διακυβέρνησης χωρίς εκλογές, μια διαχειριστική αρχή που θα τρέξει το χρεοκοπημένο κρατικό μόρφωμα Ελλάς, κατ΄ εντολήν και υπό την επιτροπεία πανικόβλητων ευρωπαϊκών ελίτ που δεν έχουν καν ένα βιώσιμο σχέδιο για έξοδο από την κρίση. Εχουν μόνο ένα αυτοσχέδιο γιατροσόφι χορηγούμενο πειραματικά σε μεσογειακά χοιρίδια: άγρια λιτότητα επί του συνόλου πληθυσμού, για άγνωστο χρονικό διάστημα, έως ότου ηρεμήσουν οι αγορές ή έως ότου εξουδετερωθεί ο πληθυσμός.

Τρεις σταθμοί στη ρητορική του ΠΑΣΟΚ, από την επιβολή του Μνημονίου έως σήμερα, μέρες χρεοκοπίας και καλπάζουσας φτωχοποίησης. Πρώτος: συλλογική ενοχοποίηση, μαζί τα φάγαμε, φταίει ο υδραυλικός. Για το χρέος που σώρευσε η κακοδιαχείριση και η διαφθορά φταίει η κοινωνία. Σοκ και δέος λοιπόν για την κοινωνία. Και δίλημμα: Μνημόνιο ή χρεοκοπία.

Δεύτερος σταθμός, όταν πλέον το Μνημόνιο είχε φουντώσει την ύφεση, την ανεργία και το έλλειμμα, ενώ το χρέος σταθερά αυξανόταν: δεν φταίει η κυβέρνηση, φταίνει οι δανειστές. Φταίνε οι άλλοι, οι κακοί οι ξένοι, οι ανάλγητες αγορές, αλλά ποτέ το εγχώριο πολιτικό σύστημα που σώρευσε το χρέος και επιτάχυνε την κρίση. Πάντα φταίει ο άλλος.

Τρίτος σταθμός. Εχουμε πόλεμο, να σώσουμε την πατρίδα ψηφίζοντας κι άλλους φόρους, κατεδαφίζοντας το εργατικό δίκαιο, ρημάζοντας τη μικροϊδιοκτησία και τους ελεύθερους επαγγελματίες, κατάσχοντας μισθούς και συντάξεις για χαράτσια.

Η πατρίδα εν κινδύνω επανέρχεται όλο και συχνότερα στον λόγο του πρωθυπουργού και των υπουργών. Ποτέ άλλοτε στους μεταπολιτευτικούς χρόνους, οι Ελληνες πολιτικοί δεν κατέφυγαν με τέτοια σπουδή στην έννοια “πατρίδα” ― και ποτέ άλλοτε δεν έγιναν λιγότερο πιστευτοί. Είναι προφανές ότι η υπερβατική πατρίδα χρησιμοποιείται σαν καταφύγιο, για να αποκρυβεί η χρεκοπία της πολιτικής. Η λογόρροια σημαίνει την έκλειψη του λόγου. Αλλά η επίκληση της πατρίδας σημαίνει επίσης υπαρκτούς κινδύνους: όσο περισσότερο μιλιέται από τους ηγέτες η πατρίδα σε αυτό το συγκείμενο, τόσο περισσότερο συρρικνώνεται, τόσο περισσότερο απειλείται. Ο κυβερνητικός λόγος πλημμυρίζει πατρίδα σε μια συγκυρία κατά την οποία ομολογείται, από τους ίδιους τους κυβερνώντες, η απώλεια της εθνικής κυριαρχίας, και βιώνεται καθημερινά η ατομική και εθνική ταπείνωση.

Στις δύσκολες μέρες που έρχονται, η πατρίδα θα χρησιμοποιηθεί από πολλούς, με πολλές αποχρώσεις. Ωστόσο στην σφοδρή πολύπλευρη κρίση που ζούμε, η πατρίδα, ως υλικότητα, ως πεδίο αυτοαναγνώρισης, ως πεδίο συνάντησης ελεύθερων πολιτών, και ως πεδίο δημοκρατίας, θα ήταν ο μόνος κοινός τόπος που θα μπορούσε να ενώσει και να συνεγείρει το κερματισμένο και απογοητευμένο πλήθος. Ποιος πατριωτισμός όμως; Από τον ρομαντικό πατριωτισμό του 19ου αιώνα μέχρι τον συνταγματικό πατριωτισμό του Χάμπερμας, έχει κυλήσει πολλή ιστορία: εν ονόματι της πατρίδας έχουν διαπραχθεί ηρωικές πράξεις ελευθερίας αλλά και φρικαλεότητες.

Η κρίση εντούτοις ξεκαθαρίζει, βασανιστικά έστω, τις έννοιες και τους προσδίδει την ιδιαίτερη υπόστασή τους σήμερα. Πατρίδα εν κινδύνω σήμερα σημαίνει, όλο και περισσότερο, ότι κινδυνεύουν άμεσα η πολιτική ελευθερία και η δημοκρατία, ότι επαπειλείται οικονομικός ανδραποδισμός και αποσάθρωση του κοινωνικού σώματος. Βασανιστικά, επώδυνα, συνειδητοποιούμε ότι η υπερβατική πατρίδα είμαστε εμείς, η φθαρτή μας ύλη και οι ανθρώπινοι φόβοι μας, η ιστορία και το αβέβαιο μέλλον των παιδιών μας, δεν είναι ένας αδρανής στίχος του εθνικού ποιητή. Μάλλον: τώρα νιώθουμε ως τα τρίσβαθα τον εθνικό ποιητή, κάθε ποιητή, από τον Σολωμό και τον Παλαμά, έως τον Καβάφη και τον Ελύτη.

O Αντώνης μου γράφει μες στη νύχτα από μακριά: «Δεν υπάρχει πλέον σωτηρία για το σύγχρονο ελληνικό κράτος. Η ρητορική των επανεκκινήσεων και των ανορθώσεων εξαντλήθηκε. Εάν αυτό που μας κόφτει είναι η μοίρα του ελληνισμού, δηλαδή μίας από τις μεγάλες διάρκειες της Μεσογείου, τότε καλό θα είναι ν’ αρχίσουμε να μελετούμε αν υπάρχουν δυνατότητες ριζικής μεταπολίτευσης, δηλαδή συνέχισης του Ελληνισμού εν ετέρα μορφή».

Στη διπλανή μεγάλη διάρκεια της Μεσογείου, την italianità, προ ημερών λαός, χορός και μαέστρος τραγούδησαν ενωμένοι, δακρυσμένοι «Oh ma patria, si bella e perduta!» – Πατρίδα μου, τόσο ωραία και χαμένη! Οι Ιταλοί τραγουδούσαν την επανένωση της πατρίδας 150 χρόνια πριν, και ανησυχούσαν για τα τωρινά. Ετσι να τραγουδήσουμε κι εμείς στην πλατεία Συντάγματος και στην πλατεία Ομονοίας, λίγο πριν τα 200 χρόνια της Επανάστασης: «Oh mia patria, si bella e perduta!», προτού χαθεί, για να μη χαθεί. Σαν τον πατριώτη Βέρντι και σαν τον Ιερεμία: «Επί των ποταμών Βαβυλώνος, εκεί εκαθίσαμεν και εκλαύσαμεν εν τω μνησθήναι ημάς της Σιών. Επί ταις ιτέαις εν μέσω αυτής εκρεμάσαμεν τα όργανα ημών· ότι εκεί επηρώτησαν ημάς οι αιχμαλωτεύσαντες ημάς λόγους ωδών και οι απαγαγόντες ημάς, ύμνον· άσατε ημίν εκ των ωδών Σιών».

Πάντα θα εκβάλλουμε απ’ την αιχμαλωσία μες στη μεγάλη διάρκεια, εν τοιαύτη ή εν ετέρα μορφή.

φωτ.: Μονόδρομος. Athens Biennale 2011.

Μαζί με τις θερινές διακοπές τελειώνουν και οι ψευδαισθήσεις. Οι συνεχιζόμενες καταρρεύσεις των χρηματιστηριακών αξιών διεθνώς, εν μέσω Αυγούστου, η εκρηκτική εξέλιξη της κρίσης των εθνικών χρεών, που αγγίζει πια και τις ΗΠΑ, και οι τεκτονικές αλλαγές στην ευρωζώνη, εξανέμισαν δυστυχώς πολύ νωρίς την, έστω, συγκρατημένη αισιοδοξία για την ευρωπαϊκή συμφωνία της 21ης Ιουλίου. Σε λιγότερο από ένα μήνα, το επιδεινούμενο χρηματοοικονομικό περιβάλλον καταδεικνύει πόσο ευάλωτη είναι η πολιτική των Ευρωπαίων ηγετών, διαρκώς καθυστερημένη, μονίμως άτολμη και, κυρίως, υποκριτική. Η ρητορική περί ενιαίας ισχυρής Ευρώπης, απογυμνωμένη ήδη από ιστορικό όραμα και πολιτικό περιεχόμενο, έχει μεταπέσει σε ρητορική εθνικισμών και σε απολογητική νεοφιλελεύθερων δοξασιών.

Τούτο το θερμό, ταραγμένο καλοκαίρι είχαμε συχνά την αίσθηση ότι έχει ξεκινήσει άτυπος, βουβός, σκοτεινός, αόρατος πόλεμος, ένας παγκόσμιος πόλεμος. Χωρίς πυρά, χωρίς κρότους, χωρίς καπνό. Αλλά με πολλά θύματα. Οι «ανώνυμες» αγορές και οι φονταμενταλιστές ιεροκήρυκες τους επιτίθενται στις κοινωνίες, τις βυθίζουν στην ύφεση και την ανεργία, κλονίζουν τις δημοκρατίες, κλονίζουν την ίδια την Αμερικανική Δημοκρατία. Τα δημοκρατικά κράτη, εξασθενημένα και εκφυλισμένα, αδυνατούν να απαντήσουν πειστικά και, κυρίως, αποτελεσματικά· αδυνατούν να προστατέψουν τους πολίτες τους, αδυνατούν δηλαδή να υπερασπιστούν τον λόγο ύπαρξης τους. Χειρότερα ακόμη: σε πολλές περιπτώσεις, όπως στις ΗΠΑ, οι πολίτες εναντιώνονται σε απόπειρες υπεράσπισης κοινωνικών δικαιωμάτων, ουσιαστικά τάσσονται υπέρ του ανδραποδισμού τους. Τόσο το καλύτερο για τους κυρίαρχους.

Σε αυτήν την βιοπολιτική προοπτική οφείλουμε να βλέπουμε πλέον και τη δική μας χώρα, δοκιμαζόμενη δεινά επί δύο σχεδόν χρόνια. Σκάφος χωρίς τιμόνι, χωρίς ρότα, χωρίς πανιά. Δοκιμαζόμενη επιπλέον από έναν ψυχικό και πνευματικό διχασμό, εκπορευόμενο και από ιδιοτέλειες ασφαλώς, αλλά κυρίως εκπορευόμενο από συντριπτικό φόβο ενώπιον της κατάρρευσης βεβαιοτήτων και ψευδαισθήσεων. Η παλαιά σκέψη δεν βοηθά πια, η κρίση τη σάρωσε· η νεωτερικότητα δείχνει το καταστροφικό της πρόσωπο, καταστρέφει στερεότυπα, αδύναμους ουμανισμούς.

Η εργαλειακή σκέψη των τεχνικών του χρήματος βασίζεται σε αλγόριθμους· η ζωή εντούτοις δεν είναι γραμμική, ποτέ δεν ήταν, πόσω μάλλον οι ζωές των πολλών. Η κρίση, σαν παράδοξος ελκυστής, ανατρέπει την μεταπολεμική ισορροπία, σαρώνει τη μεταπολιτευτική νιρβάνα και τα βολικά της σχήματα, καταδεικνύει ανεπαρκείς και ανίκανες τις ηγετικές ελίτ, καταδεικνύει επίσης αδρανή και υπνώττουσα την κοινωνία. Υπό μία έννοια, και χωρίς να τη δικαιολογούμε, η παράλυση και οι παλινωδίες της κυβέρνησης, εξοργιστικές και τραγικές συνάμα, καθρεφτίζουν αυτή την ανημπόρια, αυτό το σάστισμα ― κι αυτή την ουρά της ιδιοτέλειας.

Νέα διανοητικά εργαλεία, νέες πνευματικές δυνάμεις θα αναδυθούν ασφαλώς τα επόμενα χρόνια, εδώ κι αλλού. Αλλά τώρα ζούμε την πτώση. Ακόμη.


Γυμνώνεται η ζωή, και φανερώνει τον σκελετό, την ουσία. Κι όσο γυμνώνεται, όλες οι μιλιές και οι ήχοι συμφύρονται αξεδιάλυτα, τα ασήμαντα αποκτούν ξεχωριστό βάρος, όλα γίνονται οιωνοί, σημάδια, και καθώς ανάκατα στροβιλίζονται στον νου, παίρνουν απρόοπτα νοήματα, δείχνουν προς τον ζόφο και το φως μαζί, παίρνουν μυθικές διαστάσεις, αραιά και πού παραγορητικές, συχνότερα καταθλίβουσες.

Ηθογραφία. Ωριμη κυρία, φιλάρεσκη, περιγράφει ζευγάρι, περιγράφει μια ζωή βγαλμένη από πικρή ηθογραφία: ο σύζυγος Δον Ζουάν, ευπροσήγορος, γοητευτικός, άπιστος κατά συρροή, η σύζυγος σοβαρή, αυστηρή, αμίλητη, αυτός με δεσμούς αλλεπάλληλους, σοβαρούς δεσμούς, με γκαροσνιέρες διαρκώς, με γυναίκες νεότερες καριέρας, αυτή εκλεκτή επιστήμων, ανήσυχη για το τι θα πεί ο κόσμος, αγέλαστη, σαν καθηγήτρια Αρσακείου, άνθρωπος τυπικός της αξιοπρέπειας, και πώς ντυνόταν, κι αυτός πίσω από έρωτες και ποδόγυρους, τον ήξεραν όλα τα κοσμηματοπωλεία, χρυσαφικά στη γυναίκα του, χρυσαφικά στις ερωμένες, και τι ντύσιμο, τι στυλ, τι γλυκιά γλώσσα, άνθρωπος του κόσμου. Εζησαν μαζί χρόνια πολλά.

Ρεαλισμός. Ο διευθυντής της τράπεζας αφηγείται πώς έτρωγε ψαρούκλες ο παλαιός υπουργός στο επίνειο ― και τότε λέγανε ότι τα “έπιανε”. Μιλάει με πίκρα, με τζάχτι, μετανιώνει που δεν τον γιαούρτωσε τότε, τώρα είναι αργά. Ο ακροατής του φεύγει ζαλισμένος, σπρωγμένος από το μικρό αλλά τόσο απτό μίσος. Ο μαγαζάτορας πιο κάτω: τη δική μου οικογένεια ποιος θα την προστατέψει από τη φτώχεια που την απειλεί; Δεν παίρνει απάντηση. Γιατί δεν λένε την αλήθεια; Ας πτωχεύσουμε, μουρμουρίζει, αυτή η εκκρεμότητα δεν αντέχεται πια. Ακίνητα βλέμματα. Ολα εκκρεμούν, μέσα στην άδεια τράπεζα, όπου πειράζονται δυο παιδαρέλια, στο μπακάλικο εκκρεμείς οι σιωπηλοί πελάτες, στο βιβλιοπωλείο, όλα μετέωρα, ασταθή, βασανιστικά.

Εκκρεμεί το καλοκαίρι. Ανταλλάσσουμε ευχές για τις διακοπές. που πλησιάζουν αλλά κανείς δεν τις επικαλείται, δεν κλείνουν, δεν τις μελετάνε, σαν ζόμπι βαδίζουμε μες στο αβάσταχτο καλοκαίρι, τόσο ωραίο που θα ‘ναι στα νησιά και στα όρη, τόσο απόμακρο.

Γκόθικ. Τη νύχτα υπνωτισμός με Game of Thrones, σήριαλ fantasy, άχρονος μεσαίωνας, στον κόσμο των Επτά Ρηγάτων-Βασιλείων, περιμένοντας τον αμείλικτο χειμώνα των απέθαντων Λευκοπερπατητών που θα ‘ρθουν απ’ τον Βορρά. Οσο πιο άψαχνη η μεταμοντέρνα δημοκρατία, όσο βαθύτερα ζούμε μες στη βιοπολιτική που μας στερεί έδαφος και σώμα, τόσο πιο αχαλίνωτη γίνεται η μυθοπλασία που τρέφει τον αμφιβληστροειδή και τον ρινεγκέφαλο. Το Game of Thrones συνεχίζει τον Αρχοντα των Δαχτυλιδιών, τον Κλαύδιο και τη Ρώμη, αδρή αλληγορία για την εξουσία, σε έναν γκόθικ κόσμο που κυριαρχείται από Παλαιούς Θεούς, απόλυτους ηγεμόνες, φατρίες, οίκους, αίμα, στρατιώτες, ευνούχους, πόρνες και ορδές βαρβάρων.

Οσο πιο ζοφερή η νεωτερική πραγματικότητα, τόσο πιο λαμπερό-αιχμηρό το γκόθικ, το φανταστικό, το θέαμα του αίματος· τόσο πιο εξαφανισμένη η δημοκρατία, και υπερτονισμένη η ωμή δύναμη του Αρχοντα και του Πολεμιστή, η κτηνωδία, η μαγεία, η λαγνουργία. Η κινηματογραφική βιομηχανία παράγει σαγηνευτικές ενδοσκοπήσεις, φαντασμαγορίες πέραν χρόνου και χώρου, με σκληρές αποδομήσεις της προτεσταντικής ηθικής, με αποθέωση μιας αναγεννησιακής πολιτικής σκληρότητας, με γοητευτικό ζωγράφισμα του ήρωα, του εξουσιαστή και του κτήνους·είναι φαντασμαγορίες για ακροατήρια που δεν αντέχουν πια να αντικρίζουν το έξω, την κόλαση του πραγματικού, και στρέφουν το βλέμμα μακριά, στη χώρα της φαντασίας, καταφύγιο παρηγοριάς και μέθης. Ο κόσμος ανασυντίθεται σαν παραλήρημα.

Η άνθηση του γκόθικ, του άχρονου, της απενεχοποιημένης σωματικής βίας και του σεξ, το νοητικό σπλάτερ, η αναπαράσταση του κόσμο σαν βίντεο γκέιμ, συμβαίνει σε μια ιστορική καμπή. Η δημοκρατία παγώνει μες στον επελαύνοντα χειμώνα. Ο κόσμος που ζούσαμε δεν έχει πια νόημα. Ο καπιταλισμός είναι ο δράκος που ξαναγεννιέται από το αδρανές αβγό, είναι η χρυσή ορδή και οι απέθαντοι.

Σαγηνευμένοι από το θέαμα της καταστροφής μας, ρουφάμε ίντριγκες, χαρακτήρες, τσεκούρια, αίμα, νάνους και σακάτηδες, φονιάδες, λύκους και κόρακες, εντρυφούμε σε φονικές ατάκες περί εξουσίας και δύναμης, περί μοίρας και υποταγής, σε μασκαράτες του Μακιαβέλι και του Νίτσε. Το γκόθικ εκτοπίζει την ηθογραφία της δημοκρατίας, εκτοπίζει τον ρεαλισμό, ακόμη και το πικρό πλην κομψό νουάρ, γιατί είναι το genre που εκφράζει με τον πιο αρμόζοντα τρόπο την αγωνία του καιρού, τον ρόγχο του οικείου κόσμου, το σβήσιμο του καλοκαιριού, την επέλαση του χειμώνα και της νύχτας.

Βυθιζόμαστε στον ναρκωτικό χειμώνα του γκόθικ καθώς μας τυλίγει το πιο απόμακρο, το πιο ανησυχητικό καλοκαίρι της ζωής μας.

Το ‘χουν οι Τετάρτες του θέρους 2011: από την πρώτη Τετάρτη 25 Μαϊου, πρεμιέρα των Αγανακτισμένων, έως την Τετάρτη 15 Ιουνίου της πολιτικής λιποθυμίας του Γ. Παπανδρέου υπό την πολιορκία του πλήθους, και την πρόσφατη Τετάρτη 29 Ιουνίου, της υπερψήφισης του Μεσοπρόθεσμου, με κόλαση δακρυγόνων και πλήθος τραυματιών στην πλατεία Συντάγματος. Κάθε τέτοια Τετάρτη, και κάθε μέρα ενδιαμέσως αυτό τον καιρό, όλο και περισσότεροι Ελληνες συνειδητοποιούν κατάπληκτοι την ιστορική αλλαγή, την αλλαγή παραδείγματος.

Κανείς δεν γνωρίζει προς τα πού θα τραβήξει η χώρα του Μεσοπρόθεσμου, εκτός από την ύφεση, την ανεργία και την εσωτερική υποτίμηση, αλλά όλοι αντιλαμβάνονται ότι η νέα εποχή ανατέλλει με βία και φόβο. Βία κατά την μετάπτωση του οικονομικού και κοινωνικού status της μεσαίας τάξης, βία με την εξαθλίωση των φτωχών, βία ακόμη και με τη μορφή χημικής καταστολής των αντιδρώντων πολιτών. Και φόβος: φόβος για το αβέβαιο ατομικό και οικογενειακό μέλλον, φόβος για την κοινωνική συνοχή, φόβος για την εθνική κυριαρχία της εξουθενωμένης και λοιδωρούμενης Ελλάδας.

Οταν θα λήξει το Μεσοπρόθεσμο, περί το 2014, και εφόσον δεν θα έχει επιβληθεί εν τω μεταξύ Μνημόνιο ΙΙΙ, θα ζούμε σε χώρα ή σε χώρο; Θα ζούμε σε ένα ανεξάρτητο δημοκρατικό κράτος ή σε έναν επιτηρούμενο χώρο, στον οποίο όλα θα έχουν πουληθεί, δεν θα υπάρχει η έννοια του δημόσιου αγαθού και του δημόσιου χώρου; Αναρωτιόμαστε πώς άραγε θα εργαστεί η ανεξάρτητη εταιρεία ιδιωτικοποιήσεων: Εν σπουδή και πανικώ; Θα αντέξει στην πίεση των επειγομένων δανειστών; Θα μπορεί να υπερασπιστεί το δημόσιο και εθνικό συμφέρον; Πώς θα αποτιμά την αξία των υδάτων και των αιγιαλών; Με ποια περιβαλοντικά και ιστορικά κριτήρια θα ερμηνεύσει την «πολεοδομική ωρίμανση»;

Δεν έχουμε βέβαια απαντήσεις για όλα αυτά. Μόνο ανησυχία. Η οποία ανησυχία θεριεύει όσο παρακολουθούμε τους Ευρωπαίους εταίρους μας να μεταλλάσσονται σταδιακά από δανειστές και διασώστες, σε τιμωρούς, σε εκνευρισμένους γείτονες, σε μοχθηρούς τιμητές που φορτώνουν στον αδύναμο κρίκο όλες τις αμαρτίες της Ευρώπης, να μεταλλάσονται ενδεχομένως και σε εκμεταλλευτές έτοιμους να επωφεληθούν από την χρεοκοπία του πρώην εταίρου και νυν δουλοπάροικου.

Διότι το χειρότερο που μπορούσαν να επιβάλλουν οι εταίροι στους Ελληνες το πράττουν ήδη: ταπεινώνουν έναν ολόκληρο λαό, τον παραδίδουν στη χλεύη, την απαξίωση, τη δυσφήμηση, την ενοχοποίηση. Κάνουν ιστορικό λάθος. Και μαζί τους παρασύρεται η πολιτική τάξη που εξελέγη δημοκρατικά για να κυβερνήσει τη χώρα δημοκρατικά: ενοχοποίησε τους πάντες, διαίρεσε ψυχικά τον λαό σε αλληλοσυγκρουόμενες συντεχνίες, κατέφυγε σε εκβιαστικά διλήμματα, χρησιμοποίησε κατά κόρον την προπαγάνδα και την καταστολή εν ονόματι μιας μυθικής συναίνεσης. Ναι, συναίνεση, αλλά σε ποιο έδαφος συνανήκειν; Ο αντιπρόεδρος Β. Βενιζέλος το έθεσε καίρια, μέσα στη Βουλή, απευθυνόμενος στην αξιωματική αντιπολίτευση: Ζήτησε συνεργασία για να μην καταλήξει η χώρα «απολύτως προτεκτοράτο». Ωστε η χώρα, κατά τον ευφυή αντιπρόεδρο, είναι ήδη προτεκτοράτο, εν μέρει τουλάχιστον.

Αυτό διακυβεύεται σήμερα: Αν η Ελλάδα θα παραμείνει κυρίαρχο κράτος, με λαό κυρίαρχο, ελεύθερο να διαθέτει εαυτόν ως βούλεται. Ιδού το έδαφος του συνανήκειν: η Ελλάδα, η χώρα, η πατρίδα ― η οποία τούτη τη στιγμή είναι προτεκτοράτο. Αυτό ακριβώς το ιστορικό φαινόμενο φαίνεται να μην αντιλαμβάνεται η σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση του Γ. Παπανδρέου : τη μετάπτωση της χώρας σε προτεκτοράτο, το οποίο έναντι χρέους εκχωρεί όχι μόνο περιουσία, αλλά και κυριαρχία και βουλή και βούληση. Η κυβέρνηση δρα ως έντρομος διαχειριστής μιας κρίσης δανεισμού ―την οποία εν μέρει η ίδια προκάλεσε― εφαρμόζοντας μέτρα που τις υπαγορεύονται από αναλόγως ενδεείς και δογματικούς εταίρους-δανειστές. Σύμφωνα με τον αντιπρόεδρό της, η κυβέρνηση δρα ήδη ως καθοδηγούμενη διοίκηση προτεκτοράτου.

Η Ελλάδα συγκροτήθηκε ως κράτος μετά πολυετή, αιματηρή εθνική επανάσταση. Η τρομερή όψη της ελευθερίας είναι η ιδρυτική συνθήκη της νεότερης Ελλάδας. Ολα τα ελαττώματα, όλες οι αδυναμίες αυτού του κράτους, όλες οι ασθένειες και οι προδοσίες των ελίτ, δεν μπορούν να σβήσουν τα προικιά της γέννησης: την ελευθερία, την ανεξαρτησία, την υπερηφάνεια. Εξ ου και ανά διαστήματα ο μαραζιάρης λαός τα υπερασπίζεται με αίμα. Την ευημερία, την άνεση, τη ΔΕΗ, τα λιμάνια, κι αν τα χάσουμε, μπορούμε να τα ξαναποκτήσουμε σχετικά εύκολα σε προβλεπτό χρόνο. Εχει συμβεί στο παρελθόν. Αλλά η ελευθερία, η αξιοπρέπεια, η υπερηφάνεια, η αυτοδιάθεση, δεν αγοράζονται. Οχι αναίμακτα.

εικόνα: Cyberela

Η υπερψήφιση του Μεσοπρόθεσμου από τη Βουλή, κατά κοινή ομολογία, επιφέρει δυσβάστακτες περικοπές και φορολογήσεις σε ευρύτατα στρώματα του πληθυσμού, ακόμη και στα πιο αδύναμα. Βεβαίως, ανώδυνες λύσεις δεν υπάρχουν στην παρούσα φάση, και κυρίως η όποια λύση δεν εξαρτάται πλέον μόνο από την Ελλάδα.

Το μόνο ρεαλιστικό επιχείρημα υπέρ της επιβολής του κοινωνικά επώδυνου Μεσοπρόθεσμου είναι η χρονική απομάκρυνση της χρεοκοπίας, όχι η αποτροπή της. Το περσινό δίλημμα «Μνημόνιο διάσωσης ή Χρεοκοπία», τώρα ετέθη ως «Μεσοπρόθεσμο ή Θάνατος χωρίς 5η δόση». Η ελληνική κυβέρνηση, εξουθενωμένη πολιτικά, υποχρεώνεται από τους Ευρωπαίους να αγοράσει πανάκριβο χρόνο, με τίμημα την κοινωνική αποδιάρθρωση. Κατ΄ουσίαν, η κυβέρνηση βάζει υποθήκη την κοινωνία, κατά τις επιταγές των εταίρων-δανειστών, τιμωρώντας τυφλά, δηλαδή άδικα έως μοχθηρά, αδύναμους και ανθεκτικούς, έντιμους και φοροφυγάδες, πένητες και πλούσιους.

Είναι βαριά και παρακινδυνευμένη αυτή η υποθήκη. Διότι ουδείς μπορεί να γνωρίζει σε ποια κατάσταση θα βρίσκεται η κοινωνία κατά το οψέποτε πέρας του Μεσοπρόθεσμου ― αν δεν έχει επιβληθεί εν τω μεταξύ Μνημόνιο ΙΙΙ. Εικάζουμε βάσιμα εντούτοις ότι η κοινωνία θα υποφέρει πολύ, όχι διότι δεν επιθυμεί να αλλάξει και να χάσει τη βολή της, αλλά διότι η ύφεση και η ανεργία δεν θα σταματήσουν να σαρώνουν νοικοκυραίους και νοικοκυριά. Ουδείς τολμά να προβλέψει έναν εύλογο χρόνο επιστροφής των ανέργων στην εργασία, ούτε πότε θα ανασχεθεί η ύφεση. Και είναι βέβαιο ότι το δεύτερο δάνειο, όταν και αν δοθεί, θα συνοδεύεται από τρίτο κύμα λιτότητας.

Κι άλλες υποθήκες: η παρατεταμένη ύφεση και η κατάσταση εκτάκτου ανάγκης δοκιμάζουν τις αντοχές της δημοκρατίας και της εθνικής κυριαρχίας. Χθες, ο Γερμανός αρθρογράφος της Frankfurter Allgemeine Zeitung, Michael Martens, περιέγραψε την κατάσταση στην Ελλάδα ως «περιορισμένη-συρρικνωμένη δημοκρατία». Προχθές, ο Αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, Β. Βενιζέλος, μέσα στη Βουλή, επεσήμανε ότι η χώρα κινδυνεύει να μετατραπεί σε  «απολύτως προτεκτοράτο». Ισως οι απειλές κατά της δημοκρατίας και της εθνικής κυριαρχίας να ακούγονται αφηρημένες προς το παρόν στα αυτιά του οικονομικά πληττόμενου, αλλά δεν παύουν να υφίστανται,  με απροσμέτρητο ιστορικό κόστος.

Μόνη ελπίδα εφεξής: οι Ευρωπαίοι ηγέτες να αποφασίσουν εντέλει τι είδους Ευρώπη επιθυμούν, και να λάβουν μέτρα ριζικής θεραπείας της κρίσης χρέους στην ευρωζώνη. Σε αυτή την κατεύθυνση, η έκδοση ευρωομολόγου μπορεί να ανακουφίσει από τα χρέη τις δοκιμαζόμενες χώρες, και την Ελλάδα, και να ανοίξει οδό σωτηρίας για τους λαούς.

Πριν από έξι μήνες άκουγα εμβρόντητος στο βαπόρι έναν παλιό μου συμμαθητή, κάτοικο της οδού Ηπείρου, να ξεσπάει:

«Ολα άλλαξαν ραγδαία μετά το 2004, ξαφνικά ξύπνησα στο Ισλαμαμπάντ… Στα διαμερίσματα του ορόφου μου, δυάρια και τριάρια, μένουν δέκα-είκοσι-τριάντα άνθρωποι, δεν ξέρω πια, δεν ξέρω ποιοι είναι, πούθε έρχονται, τι γλώσσα μιλάνε, πηγαινοέρχονται και αλλάζουν, δεν τους καταλαβαίνω και δεν με καταλαβαίνουν, δεν μπορούμε καν να τσακωθούμε όταν θορυβούν στις 2 η ώρα τα μεσάνυχτα, όταν κοπανάνε το καταμεσήμερο, όταν το εστιατόριο απέναντι έχει μετατραπεί σε ντισκοτέκ· δεν μπορώ να κοιμηθώ ούτε με ωτοασπίδες, δεν μπορώ να δω τηλεόραση, μου έχουν ανοίξει το σπίτι δυο φορές, μ’ έχουν ληστέψει στην Αχαρνών· το πουλάω 35 χιλιάδες, ό,τι πιάσει, είναι εφιάλτης, ντρέπομαι που το λέω, μένω στη γειτονιά από τη δεκαετία ’70, το σπίτι το αγόρασα το ’90, ντρέπομαι που σου τα λέω, θα νομίζεις ότι είμαι χρυσαυγίτης, αλλά δεν με νοιάζει κιόλας πια, δεν αντέχω…»

Εκεί, πέριξ της οδού Ηπείρου, κατοικούσε ο άτυχος 44χρονος οικογενειάρχης που σφάχτηκε από αγνώστους, ξημερώματα Τετάρτης, για μια βιντεοκάμερα, τη μέρα που θα γεννιόταν το παιδί του. Μεταξύ Ηπείρου και Ιουλιανού, στην Γ’ Σεπτεμβρίου, μεταξύ Ομονοίας και Βικτώριας, κάτι μέτρα από το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, στα σπλάχνα της πρωτεύουσας.

Ο φίλος μου έχει μετακομίσει ήδη, στα βουνά της Πετρούπολης, «όσο πιο μακριά από την παλιά μου γειτονιά, να την ξεχάσω…» Ο γείτονας του, ο οικογενειάρχης, ένας άνθρωπος σαν κι εμάς, δεν πρόλαβε.

Δεν έχω τίποτε να πώ. Τίποτε παραπάνω απ’ όσα δυσοίωνα έγραφα στις 12 Σεπτεμβρίου 2010, σαν πυρετική προφητεία:

«Κάθε περιγραφή της παρούσας κατάστασης στο ιστορικό κέντρο υπολείπεται της πραγματικότητας· κάθε περιγραφή είναι πιο ζοφερή από την προηγούμενη. Καθώς σωρεύονται οι περιγραφές, αποσπασματικές και περιπτωσιολογικές, μετατρέπονται ακαριαία σε κοινοτοπία, καταντάνε αναμενόμενη μικροφρίκη. Οι μικρομεσαίοι δεν θέλουν να μαθαίνουν, δεν θέλουν να βλέπουν λιώμα πλάσματα χυμένα στα ρείθρα, δεν θέλουν να μυρίζουν ούρα, δεν θέλουν να ακούνε για εγκληματικότητα, δεν θέλουν να δεχτούν ότι η πόλη τους, η πρωτεύουσα του κρατιδίου, καρδιά και πνεύμονας της Δημοκρατίας, κατελήφθη από αλλότριες δυνάμεις, από υπέρτερες δυνάμεις, από τις δυνάμεις της απόλυτης φτώχειας, της εξαθλίωσης, των ανθρώπινων ναυαγίων. Οι μικρομεσαίοι δεν θέλουν να ξέρουν ότι η Αθήνα μετασχηματίζεται σε χωματερή, ότι η εξαθλίωση απλώνεται σαν γιγάντιος μύκητας που όλα τα σκεπάζει και τα κατατρώει, από το κέντρο, εστία της λοίμωξης, προς την περιφέρεια, προς τις γειτονιές, τις συνοικίες, τα προάστια.

»Οι μικρομεσαίοι Ελληνες δεν θέλουν να ξέρουν το προφανές: Στη χωματερή του ιστορικού κέντρου καθρεφτίζεται εν μέρει η παρούσα Ελλάδα, και εν όλω η επελαύνουσα Ελλάδα του σκληρού χειμώνα 2011. […]

»Θα βουλιάζουμε. Κάθε μέρα, κάθε μήνα. Η ύφεση φέρνει φτώχεια στη μικρομεσαία Ελλάδα, φέρνει μνήμες υπανάπτυξης, φέρνει τον μικρομεσαίο, αυτόν που ξέχασε τη φτώχεια και την σπάνη, πιο κοντά, όλο και πιο κοντά στο επίπεδο του οικονομικού πρόσφυγα, του μετανάστη, του απεγνωσμένου. Ο βούρκος του περιθωριακού απειλεί να ρουφήξει και τον ενταγμένο μικρομεσαίο. Μοιράζονται τον ίδιο δημόσιο χώρο, την ίδια ζούγκλα, την ίδια χωματερή.

»Στην κρίση καλύτερος δρομέας είναι ο πλούσιος, έγραψε ένας τραπεζίτης πρόσφατα. Ουδέν αληθέστερον. Οι πλούσιοι δεν ζουν καν στην Αθήνα, δεν τους νοιάζει· και ίσως βλέπουν την παρακμή της μεσαίας τάξης σαν αποκατάσταση της διασαλευθείσας τάξης, της απόλυτης κυριαρχίας τους, της φεουδαρχίας με νεωτερικά ψιμμύθια. Οι περισσότεροι πολιτικοί υπηρετούν αυτή τη λογική, ή ανήκουν σ’ αυτήν· έχουν εγκαταλείψει προ πολλού και τη δημοκρατία και την πατρίδα.

»Το θέμα είναι τι κάνουν οι μικρομεσαίοι, οι πολλοί, όσοι δεν είναι μακριά από τη φτώχεια, αλλά είναι μακριά από τον πλούτο· τι κάνουν για να σωθούν. Εκαναν το κουνέλι, λούφα και φυγή· μήπως και ωφεληθούν οι ίδιοι από την αδικία, την ανισότητα, την ανομία. Τώρα όμως απειλούνται με ισοπέδωση όλοι, κανείς δεν μπορεί να σωθεί μόνος του.

»Μόνο αν δράσουν συλλογικά, μόνο αν μεταβούν στο Εμείς, θα μπορέσουν να αποτρέψουν την εξολόθρευσή τους, υλική, ηθική, πνευματική. Μόνο αν αποφασίσουν να δράσουν για τον συλλογικό εαυτό, μόνο τότε υπάρχουν ελπίδες ανάσχεσης και αναστροφής τα χρόνια που έρχονται. Οποιος δεν καταλαβαίνει, όποιος δεν αντιλαμβάνεται την ιστορική θραύση, ας κάνει μια βόλτα on the wild side.»

Με τεντωμένα νεύρα, ακροποδητί, φτάσαμε στο Πάσχα, με άνοιξη που διστάζει να ξεμυτίσει, με κλίμα που περιγράφει τον μέσα καιρό, καιρό κρύο και θαμπό. Θα το θυμόμαστε κι αυτό το Πάσχα, αχνό, όπως αχνό θυμόμαστε το περασμένο, παραμονές του Μνημονίου, θα το θυμόμαστε μες στις προφητείες για τη χρονιά του ’11, σκληρή χρονιά, για όσους ξεπέφτουν και δυστυχούν, για όλους όσοι αγωνιούν, για όλους όσοι μαζεύονται να πιουν ένα ούζο με νηστίσιμα και γυρνάνε την κουβέντα στον παρόντα ζόφο και μαυρίζουν.

Αλλά έχουν και οι προφητείες τις διαψεύσεις τους, έχουν και οι ζόφοι τα φώτα που τους διαλύουν. Αίφνης, παρά τη σύγχυση και την απαισιοδοξία, όλο και περισσότεροι Ελληνες κατανοούν ότι από τη συμφορά δεν μπορείς να κρυφτείς ατομικά. Ακόμη κι αν γλιτώσεις μια περιουσία κι ένα εισόδημα, μια δουλειά, είναι δύσκολο να ζήσεις σε μια χώρα όπου οι περισσότεροι θα δυστυχούν, όπου οι κάδοι απορριμμάτων στις αστικές συνοικίες θα ‘ναι καβατζωμένοι από πρωινούς κυνηγούς-τροφοσυλλέκτες, όπου οι ζητιάνοι θα περνούν ανά τρίλεπτο στο καφενείο, και στις χωματερές θα αλληλοεξοντώνονται συμμορίες ρακομεταλλοσυλλεκτών, ένυλα slum που διαχέονται στο ιστορικό κέντρο και στις παρυφές, άυλα slum, ψυχικά, που διαχέονται σε όλη τη δημόσια σφαίρα: Πώς γλιτώνεις από αυτά;

Δεν γλιτώνεις. Ακόμη κι αν υψώσεις τοίχους με ηλεκτροφόρα συρματοπλέγματα στην παρ’ ημίν suburbiana, ακόμη κι αν το χρήμα έχει παρκάρει από καιρό στα νησιά Cayman, αφορολόγητο και θρασύ, ακόμη κι αν οι μετακινήσεις γίνονται πίσω από φυμέ τζάμια, ακόμη κι έτσι, ο ζόφος και ο κοχλασμός θα εισβάλλει από διάπλατες πόρτες μηντιακές: δεν κρύβεται, δεν θάβεται, δεν αποσιωπάται.

Δεν γλιτώνει λοιπόν κανείς. Ούτε ο πλούσιος ούτε ο μεσαίος. Ολοι θα ζουμε, ζούμε ήδη, σε μια υπόκωφη δυστοπία, με σιωπηρές πτωχεύσεις και αποδράσεις, με αιτήσεις μετανάστευσης, με απεγνωσμένες φυγαδεύσεις μικροαποταμιεύσεων, ανάμεσα σε σκονισμένα ενοικιαστήρια και οργισμένες αφίσες, σε έναν ακήρυκτο εμφύλιο, όπου συμφύρονται θύματα και θύτες αδιακρίτως, ενοχοποιημένοι και έξαλλοι εν ταυτώ. Ομως βλέπεις, ακούς, αφουγκράζεσαι, νιώθεις, ότι δεν πάει άλλο έτσι, όλοι να αλληλοϋποβλέπονται, όλοι να ενοχοποιούνται, όλοι να αδρανούν, όλοι να αναζητούν δοχείο για τη χολή που τους ανεβαίνει στο στόμα.

Κανείς δεν μπορεί να γλιτώσει μόνος του. Αλλά πώς θα αναγνωριστούν αυτοί οι πολλοί μόνοι σε ένα ενοποιημένο σύνολο, προσωρινό έστω, σε ένα όλον που θα ενώνει πολλαπλασιαστικά τις δυνάμεις, ώστε να αντέξουν το βάρος της συγκυρίας και να διαπλεύσουν τον μακρύ καιρό της κρίσης; Αυτός ο κοινός παρονομαστής αναζητείται τώρα, που θα συνενώσει σκόρπιες και ανοιμοιογενείς δυνάμεις προς κάποιο μίνιμουμ στόχο. Καλύτερα: ένας τελεστής, με τη μαθηματική έννοια· μια σχέση που θα μπορεί να δράσει πάνω σε όλη την υπάρχουσα ζοφερή σχέση και να τη μετασχηματίσει, να οδηγήσει σε μια ριζικά άλλη κατάσταση συνολικά.

Η κρίση οδηγεί σε υπερβάσεις και επανευρέσεις. Υπέρβαση των γνωστών εργαλείων, εννοιολογήσεων, συνηθειών· επανεύρεση μέσων, εργαλείων, εννοιών, στόχων. Υπερβαση των γνωστών ομαδώσεων ανά επάγγελμα, συντεχνία, κλάδο, συμφέρον, λόμπι, κλαν, συνλαμογικό γκρουπ· επανεύρεση άλλων πυρήνων για συσπείρωση: από το συγκεκριμένο ένυλο μικροπεδίο της κοινότητας έως το αφηρημένο, υπερβατικό μακροπεδίο της πατρίδας. Νέοι στόχοι: σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, επείγει η υπεράσπιση της δημοκρατικής τάξης, της ουσίας της, και όχι η περιστολή και η συρρίκνωσή της για δήθεν πρακτικούς λόγους.

Επείγει η ριζική αναθεώρηση του κυρίαρχου οικονομισμού υπέρ των λατρευομένων αγορών, αυτού που μάς οδήγησε εν πολλοίς στον παρόντα ζόφο. Επείγει η επανεπινόηση του πολιτικού. Η πολιτική κοινωνία οφείλει τώρα, περισσότερο από ποτέ πριν, να ανασυνταχθεί και να απαιτήσει δικαιοσύνη: δίκαιη φορολογία, δίκαιη κατανομή βαρών, τιμωρία κλεφτών, επίορκων και φοροφυγάδων. Δικαιοσύνη στο υλικό και στο ηθικό πεδίο, αλληλένδετα. Πώς καλούνται να θυσιαστούν μαζικά οι αδύναμοι, όταν κανείς επιφανής της κλεπτοκρατίας δεν έχει πληρώσει, δεν έχει τιμωρηθεί; Η επανεπινόηση του πολιτικού άρα περνάει, πρώτα απ’ όλα, από την απονομή δικαιοσύνης. Χωρίς υστερία, χωρίς δημαγωγία· ψυχρά, με ιστορική ευθύνη. Τότε, μπορούμε να δούμε και τους άλλους όρους του συνανήκειν, τους υπερβατικούς και προωθητικούς ― ώστε να δράσει ολοκληρωμένα ο τελεστής.

Ο υπόκωφος εμφύλιος που ζούμε τροφοδοτείται από οργή, από φόβο και σύγχυση. Τροφοδοτείται όμως και από δόλια φερέφωνα, όρνια αγορών, νεοδοσίλογους αριβίστες που πλασάρονται σε θέσεις κυριαρχίας πατώντας σε κοινωνικά ερείπια. Αλλά ο εμφύλιος, έτσι όπως διεξάγεται τώρα, τυφλός και πανδαμάτωρ, συδαυλισμένος κιόλας από τους αριβίστες, θα αφανίσει τους αδύναμους, θα πλήξει σφοδρά τους μεσαίους, θα ψαλιδίσει ακόμη και τους αστούς. Αυτό τον σωρό ερειπίων, το σωρό της αδικίας, ας δούμε πρώτα απ’ όλα: ορθώνεται και φράζει το μέλλον.

Η υπαγωγή της χώρας στις προβλέψεις και την πειθαρχία του Μνημονίου των δανειστών της, προκειμένου να αποφύγει την χρεοκοπία στο βραχύ μέλλον, προκάλεσε βίαιη αναδιάταξη των πολιτικών δυνάμεων. Από τη μια πλευρά βρέθηκε η κυβέρνηση του σοσιαλιστικού κόμματος, που υπέγραψε το Μνημόνιο. Μαζί της βρέθηκαν το ακροδεξιό-λαϊκό κόμμα ΛΑΟΣ και η συντηρητική-νεοφιλελεύθερη βουλευτής Ντόρα Μπακογιάννη. Απέναντι, βρέθηκαν τα κόμματα της Αριστεράς, ΚΚΕ και ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, η συντηρητική Νέα Δημοκρατία.

Σε πρώτη ανάγνωση οι συμπαρατάξεις είναι παράδοξες. Ιδίως η συμπαράταξη των ακροδεξιών με τους σοσιαλιστές. Ο ΛΑΟΣ δικαιολόγησε τη στάση του ως στάση ευθύνης: ανταποκρίθηκε στο δίλημμα «μοναδική υπάρχουσα λύση ή καταστροφή». Η Νέα Δημοκρατία δέχτηκε δριμεία κριτική εκ δεξιών για την καταψήφιση του Μνημονίου: η συντηρητική παράταξη, λένε, δεν μπορεί να είναι αντισυστημική, ανεύθυνη.

Η στάση της ΝΔ μπορεί να ερμηνευθεί ως εκδήλωση αυτοσυντήρησης: αν η αντιπολίτευση ταυτισθεί με την κυβέρνηση σε μια μείζονα ιστορική επιλογή, παύει να έχει λόγο ύπαρξης, παύει να λειτουργεί ως εναλλακτική στην υπάρχουσα εξουσία. Προφανές. Αυτό που είναι λιγότερο προφανές είναι ότι η εναντίωση της ΝΔ, πολύ περισσότερο από την αναμενόμενη εναντίωση της Αριστεράς, δίνει υπόσταση στην έννοια της αντιπολίτευσης και δι’ αυτής διατηρεί δυνατή την ελευθερία, ως θεμέλιο της δημοκρατίας. Η εναντίωση της ΝΔ, ανεξαρτήτως της ιδιοτέλειας ή της ειλικρίνειας της ηγεσίας της, διατηρεί ζωντανή τη δυνατότητα επιλογής και εναλλαγής, διατηρεί ισχυρό τον έλεγχο της εξουσίας, διατηρεί ισχυρή τη διαφορά, ως θεμέλιο της ελευθερίας.

Η ταύτιση και συμπαράταξη όλου του πολιτικού φάσματος, πλην Αριστεράς, υπέρ του Μνημονίου θα προσέδιδε αφενός θρησκευτικού χαρακτήρα ορθότητα στη «μοναδική επιλογή», αφετέρου, θα προσέδιδε βοναπαρτική υπερεξουσία στην κυβέρνηση. Η κυβέρνηση ζήτησε και ζητεί απεγνωσμένα τη συναίνεση, για να μοιραστεί την ιστορική ευθύνη και να μοιράσει το βάρος του πιθανού λάθους. Εξ ου και τα σενάρια για μια «κυβέρνηση προθύμων» προσεχώς. Εξ ου και η κυβερνητική ρητορική εκδιπλώθηκε με όρους εμφυλίου: υπέρ ή εναντίον της πατρίδας. Ετσι όμως υποδαύλισε μνήμες από υπαρκτά τραύματα, από συμπεριφορές υποτέλειας, εθελοδουλείας, εξάρτησης, από πράξεις δοσιλογισμού και αδελφοκτονίας ― αυτή όμως η εκβιαστική ρητορική λειτουργεί εντέλει εις βάρος της κυβέρνησης. Η εκβίαση μονολιθικής συναίνεσης ουσιαστικά λειτουργεί διχαστικά και όχι συμφιλιωτικά. Η συμφιλίωση προϋποθέτει την αναγνώριση του αντιπάλου ως διαφορετικού, προϋποθέτει τη διαφορά, παραχωρείται αμφοτερόπλευρα, αμοιβαία, σε ιστορικά συμφραζόμενα. Η συναίνεση απαιτείται ως προσχώρηση στη «μοναδική επιλογή», ως μονομερής προσέγγιση, ως ρυμούλκηση σε συμφραζόμενα τακτικισμού· ως τέτοια, συνιστά τακτικό εκβιασμό που αντιβαίνει στην ουσία της ελευθερίας.

Ας το δούμε κι αλλιώς: η ελληνική κοινωνία πάσχει, εκτός των άλλων, από ακινησία των ελίτ, οι οποίες ράθυμες και αυτάρεσκες αυτοαναπαράγονται σε κλειστό κύκλωμα και παράγουν παρακμή. Η κρίση και η αντιπολίτευση στις ελίτ που παράγουν-διαχειρίζονται την κρίση, μπορούν να ανανεώσουν τις ελίτ, και να αναδιατάξουν τις δυνάμεις προς όφελος των μεγάλων μαζών που βρίσκονται εκτός εξουσίας. Εδώ ας θυμηθούμε τον περίφημο πολιτικό στοχαστή Τζέιμς Μπέρναμ: «Η ύπαρξη αντιπολίτευσης συνεπάγεται την ύπαρξη ρήγματος στην άρχουσα τάξη. Εν μέρει ο αγώνας που διεξάγεται μεταξύ των τμημάτων της άρχουσας τάξης είναι εσωτερικός. Ελιγμοί και ίντριγκες συμβαίνουν διαρκώς στην πορεία της συνεχούς θεσιθηρίας. Ομως όταν η αντιπολίτευση είναι δημόσια, αυτό σημαίνει ότι οι συγκρούσεις δεν μπορούν να λυθούν μόνο με εσωτερικές αλλαγές στην υπάρχουσα ελίτ. Η αντιπολίτευση αναγκάζεται να κάνει κινήσεις που υπερβαίνουν τα όρια της υπάρχουσας τάξης, […] επιδιώκει να προσελκύσει τις μάζες με το μέρος και να πείσει τους νέους ηγέτες που αναδεικνύονται από τις γραμμές της κοινωνίας. […] » (Οι Μακιαβελιστές, υπέρμαχοι της ελευθερίας, εκδ. Κέδρος).

Ελάχιστους μήνες μετά την κατείγουσα υπαγωγή στο Μνημόνιο, είναι φανερό ότι οι αρχικές υποσχέσεις εξασφάλισης έχουν καταρρακωθεί, οι όροι του διαρκώς αναθεωρούνται, οι αγορές προεξοφλούν την αναδιαπραγμάτευση του χρέους, και ουδείς μπορεί να πεί ότι η «μοναδική επιλογή» ήταν πράγματι μοναδική και η καλύτερη δυνατή μεσοπρόθεσμα για τα εθνικά συμφέροντα.
Κατά τούτο, η παράδοξη εναντίωση της «συστημικής» ΝΔ, μαζί με την εναντίωση της Αριστεράς, όχι μόνο εξασφαλίζει την δική τους ύπαρξη, αλλά παρέχει κι ένα πολιτικό απόθεμα στην ελληνική δημοκρατία: δεν προοικονομείται απλώς μια κυβέρνηση ενάντιων και «μη προθύμων», α λα Ουγγαρία, μα κυρίως δίνεται η ευκαιρία να επανεκκινήσει μια αναζωογονητική κυκλοφορία των ελίτ, προς όφελος και των σιωπηλών μαζών.

φωτ.: Κώστας Βαρώτσος, Σπασμένη σημαία.

Η οδύνη της ύφεσης φέρνει στην επιφάνεια οδυνηρά ερωτήματα αυτογνωσίας και ταυτότητας, πολλά από τα οποία εκκολάπτονταν σιγαλά, επί έτη, σε φωλιές λογίων, ευαίσθητων δεκτών ή απλώς ιδεόληπτων και σαλών. Από τη δεκαετία του ’80, όταν η δημοκρατία είχε πια στερεωθεί και η ευμάρεια μεταμόρφωνε τον καθ’ ημέρα βίο, ζεσταίνεται η παλαιά συζήτηση: για την ελληνικότητα, το λαϊκό, τις δυτικές οφειλές και τις ανατολικές καταβολές, τον χαρακτήρα της ορθοδοξίας, το ποσόν του κοσμοπολιτισμού, την καχεξία της αστικής τάξης, την επαμφοτερίζουσα στάση των ελίτ ― τέτοια…

Συχνά, οι αναζητήσεις αυτές κατέληγαν σε βίαια διλήμματα (όπως όλα τα διλήμματα): Φταίμε εμείς για το κακό μας ριζικό; Ο ασίγαστος εμφύλιος, ο διχασμός; Ή φταίνε οι άλλοι, οι ξένοι, οι μεγάλες δυνάμεις; Καταγόμεθα απευθείας εκ των αρχαίων, άρα είμαστε Δυτικοί; Ή κοντινότεροι μας είναι οι Βυζαντινοί του μεσαίωνα και οι μεταβυζαντινοί της τουρκοκρατίας, άρα είμαστε Ανατολίτες; Φυσικά είμαστε και τα δύο, είμαστε όλα, και κάτι πολύ περισσότερο, πολύμορφο και αντινομικό, αυτό που προκύπτει από τη μείξη και τον συγκρητισμό· σύνθετο και πλούσιο ως εκ τούτου.

Σε καιρό κρίσης οι συζητήσεις για την ταυτότητα και τον χαρακτήρα αφήνουν τις ασφαλείς φωλίτσες των λογίων και των ποιητών, των ιδεολόγων και των αισθητών, και φουντώνουν στις συζητήσεις των πολλών. Η κρίση αλλάζει τον χρόνο, τον πυκνώνει και τον βαραίνει· αλλάζει και τον καθημερινό λόγο, τον κάνει πιο επείγοντα και βαθύ, συχνά αγωνιώδη. Και τώρα ζούμε στην καρδιά της κρίσης· κλονίζονται βεβαιότητες, εφησυχασμοί, αδράνειες, οκνηρίες. Τώρα πρέπει να αναμετρηθούμε πάλι, απ΄ την αρχή, με θεμελιώδη ερωτήματα, τόσο πιο δύσκολα όσο πιο απλά: Τι είμαστε; Τι μπορούμε; Γιατί βρεθήκαμε εδώ; Πώς θα πορευτούμε στο εξής;

Σε αυτό το πλαίσιο μπορούμε να δούμε και την παρούσα αναζήτηση ταυτότητας και πορείας, στην εποχή του Μνημονίου. Λένε: Δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά, χρειαζόμαστε χρόνο και χρήμα. Λένε: Το Μνημόνιο φέρνει υποδούλωση, μάς το επέβαλαν οι Ευρωπαίοι για δικό τους όφελος. Λένε: Απαιτείται δραστική μείωση του κράτους. Λένε: Οι ασύδοτες αγορές μάς έφεραν σε αυτά τα χάλια. Και ούτω καθεξής.

Κάθε πλευρά έχει τα επιχειρήματά της και τις αλήθειες της. Καμιά δεν έχει, δεν μπορεί να έχει όλη την αλήθεια. Και στις δύο πλευρές υπάρχει μια τάση κανονιστική: να ρυθμιστεί το παν δια παντός. Αν πάει πιο μακριά ο διαξιφισμός, θα δούμε να εμφανίζονται δίπολα: Παράδοση – εκσυγχρονισμός, ιστορική ταυτότητα – αποτίναξη του παρελθόντος, τοπικός χαρακτήρας – κοσμοπολίτικη διάχυση. Καθαροί και κλειστοί ή υβριδικοί και ανοιχτοί; Μες στην οδύνη της κρίσης, αναδύεται πάντα και η αγωνία της ταυτότητας.

Το φαινόμενο δεν είναι ελληνικό. Η συζήτηση περί ελληνικότητας δεν είναι τοπική ιδιαιτερότητα. Στη μεγάλη κρίση του Μεσοπολέμου, η Δημοκρατία της Βαϊμάρης εδονείτο από συζητήσεις περί γερμανικότητας (Deutschtum), από αναζητήσεις του γερμανικού πνεύματος και της γερμανικής ψυχής, οι νεολαίοι τραγουδούσαν γερμανικούς ύμνους γύρω από τη φωτιά της κατασκήνωσης. Δεν ήταν μόνο εθνικισμός αυτό που εθέρμαινε τα πνεύματα των ηττημένων και ταπεινωμένων Γερμανών, με τις σαρωτικές απαιτήσεις των νικητών και τη φτώχεια να θαμπώνει το νου· οι Γερμανοί είχαν ανάγκη να δουν ποιοι είναι και τι μπορούν να ξανακάνουν μετά τα ερείπια. Το είδαν με έναν τρόπο, απόλυτο, φενακισμένο, τρομακτικό: για τα βάσανα έφταιγαν οι ξένοι. Το ζήτημα της γερμανικότητας ετέθη πάλι μετά τον Β’ Πόλεμο, επί των ερειπίων της Χλωμής Μητέρας Γερμανίας· τότε απαντήθηκε διαφορετικά, με ένα αυστηρό Σύνταγμα και με προσήλωση στην ανοικοδόμηση, στην παραγωγή, στη συσσώρευση, σε ένα είδος προτεσταντισμού που είχε ξεχαστεί το 1933.

Ας έρθουμε στα δικά μας. Η τραγωδία του Εμφυλίου ερμηνεύθηκε διχαστικά: για τους μεν έφταιγε η ξενοκίνητη αριστερά, για τους δε έφταιγε η ξενοκρατούμενη δεξιά· οι ερμηνείες αντηλλάσσοντο μεταξύ “μιασμάτων” και “προδοτών”, αλλά κανείς, έως πρόσφατα, δεν διεννοείτο να μην αποδώσει όλη την ευθύνη στον ξένο, στον άλλο, αφήνοντας εκτός κριτικής τα δικά μας βαριά σφάλματα, την κατασκευή της δικής μας αδελφοκτονίας με τα δικά μας χέρια. Σήμερα: οι ξένοι ασφαλώς δεν μας χαρίζουν τίποτε· αλλά αν εμείς δεν ενεργήσουμε για να επανορθώσουμε δικά μας σφάλματα, τότε η υποδούλωση θα είναι ακόμη βαρύτερη, και διαρκής.

Δυσπιστία, δυσαρέσκεια, απογοήτευση, απαισιοδοξία, αποτυπώνονται στην τακτική δημοσκόπηση της Public Issue. Η πιο εντυπωσιακή καταγραφή: 8 στους 10 Ελληνες δηλώνουν δυσαρεστημένοι από τη λειτουργία της δημοκρατίας. Η οικονομική κρίση ασφαλώς απασχολεί τους πολίτες, καθώς αισθάνονται ήδη τις επιπτώσεις της ύφεσης, και η απαισιοδοξία τους για το άμεσο μέλλον καταγράφεται σαφώς. Αλλά το πιο ανησυχητικό είναι αυτό: η κοινωνία πιστεύει ότι η δημοκρατία δεν λειτουργεί· και την πεποίθηση αυτή συνοδεύει η αποπολιτικοποίηση: ένας στους δύο Ελληνες δεν ενδιαφέρεται για την πολιτική.
Διάβασε παρακάτω

Πόση αδημονία, πόσες προσδοκίες, πόση ρητορεία για τον «Καλλικράτη», πόσες συζητήσεις για την αξία της αυτοδιοίκησης ως θεμελίου της δημοκρατίας και για τον υπερκομματικό χαρακτήρα των εκλογών και την αξία προσώπων που συνθέτουν τάσεις και ενώνουν, για την εμπιστοσύνη στην κρίση των πολιτών… Πόσα μεγάλα λόγια… Παρακολουθούμε την επιλογή υποψηφίων δημάρχων και περιφερειαρχών. Προσοχή: λέμε «επιλογή», δηλαδή κάποιοι επιλέγουν τον δήμαρχο, δεν κατεβαίνει μόνος του, δεν υποβάλλει αυτόνομα την υποψηφιότητά του στην κρίση του λαού. Πράγματι: οι υποψήφιοι δήμαρχοι ζητούν από τα κόμματα το χρίσμα ή, έστω, τη στήριξη. Οι περισσότεροι υποψήφιοι, ιδίως στους μεγάλους δήμους, είναι τέτοιοι: εξαρτώμενοι από την κομματική ευλογία.
Διάβασε παρακάτω

Οι γιορτές είναι τα φώτα τους, η προσδοκώμενη θέρμη των τραπεζιών, τα ρεβεγιόν, τα στολίσματα των δρόμων και των πολυκατοικιών. Είναι οι άοκνοι σηματωροί στα μπαλκόνια, που αναβοσβήνουν οληνυχτίς, παλλόμενες αρτηρίες σκυθρωπών κτιρίων.

Μα πιο πολύ γιορτές είναι τα ψώνια, τα δώρα, τα καινούργια παπούτσια, οι ζελατίνες περιτυλίγματος που ριγούν καθώς σκίζονται, η μέθη της κατανάλωσης. Οι τράπεζες το ξέρουν: τηλεφωνούν κάθε μέρα και προσφέρουν δάνεια με μόλις 12,5%, χρεωστικές κάρτες με ισόβια προέγκριση, πιστωτικές χωρίς συνδρομή. Τα μαγαζιά το ξέρουν: έχουν φωτοστολιστεί ήδη, αναβοσβήνουν σαν καθεδρικοί και καλούν τους προσκυνητές. Στις παρυφές, τα καφέ προσφέρουν μικρές δόσεις ανάπαυλας με αφρόγαλα, προς 3,5 ευρώ, κομψά σάντουιτς, lounge μουσικές. Στην Ιερά Οδό, οι μύστες στριμώχνουν κι άλλο τα τραπέζια γύρω απ’ τις πίστες της νύχτας. Ολα τα σκέπουν οι γιορτές, όλα κινούνται με την προσδοκία του 13ου μισθού, όλα τα θερμαίνει η κατανάλωση.

Σκέφτομαι πόσες φορές ιδρωκόπησα στα μαγαζιά αναζητώντας δώρα. Πόσο άχαρες είναι οι τελευταίες μέρες, οι τελευταίες ώρες, καθώς σαρώνεις τα ράφια κι όλα τα παιχνίδια φαίνονται ίδια, πληκτικά, φτηνιάρικα, κι άλλα πανάκριβα, και ιδρώνεις να βρεις κάτι για όλους. Πόση μοναξιά κυκλοφορεί κάτω από τα φώτα, πόση μελαγχολία κατεβάζουν τα ποτάμια των ανθρώπων. Ολοι πρέπει να είναι έξω, εκεί, εκτεθειμένοι, κι όλοι σπεύδουν να κρυφτούν, κρέμονται σε στάσεις λεωφορείων, εκλιπαρούν για ταξί, σέρνουν σακούλες.

Καταναλώνεις και μελαγχολείς. Αυτές τις μέρες ψωνίζεις καταναγκαστικά, γιατί όλοι ψωνίζουν, όλοι θύουν, όλοι λιβανίζουν με τις πιστωτικές τους στους πάμφωτους βωμούς. Κι όλοι μένουν με μια στυφάδα, ανεκπλήρωτοι και πεινασμένοι: το shopping δεν χορταίνει· ερεθίζει, αλλά δεν χορταίνει, δεν ανακουφίζει. Η κατανάλωση κατακλύζει τον νου, κυριεύει τις νευρικές ίνες, στήνει λίστες, υποχρεώσεις, εφευρίσκει αχόρταγες πτυχές, σε καταλαμβάνει σαν πυρετός και σε κατατρώει. Κι ύστερα σ’ αφήνει λιώμα, ματαιωμένο και αχόρταγο, βουλιμικό και μόνο, ένα μοναχικό αγρίμι μετά το μάταιο πλιάτσικο.

Ψυχολογισμός… Ενδεχομένως. Η τέτοια θέαση εκκινεί από την ψυχική κατάσταση του καταναλωτή. Αλλά η κατανάλωση, σαν ατμομηχανή που ζητάει διαρκώς κάρβουνο, έχει και μια υλική, εξόχως πολιτική διάσταση. Ευρισκόμενη στα σπλάχνα των δυτικών κοινωνιών παίζει διπλό παιχνίδι: αφενός θερμαίνει τις αγορές, αφετέρου παγώνει τη δημοκρατία. Ο επιφανής Αμερικανός πολιτικός επιστήμων Ρόμπερτ Νταλ, στη μελέτη του «Περί πολιτικής ισότητας», αντιπαραθέτει την κουλτούρα της κατανάλωσης στο ευ ζην, στην ποιότητα ζωής, στην ιδιότητα του πολίτη. Ο φιλελεύθερος καθηγητής του Γέιλ εμφανίζεται απαισιόδοξος για το πραγματικό βάθος της δημοκρατίας και εντοπίζει μερικές αιτίες του δημοκρατικού ελλείμματος· μια απ’ αυτές είναι η κατανάλωση:

«Η πραγματική αντίφαση του καπιταλισμού», γράφει, «είναι η εξής: το γεγονός ότι καταφέρνει να ικανοποιήσει την ισχυρή ενόρμηση του ανθρώπου προς την ολοένα και μεγαλύτερη κατανάλωση προϊόντων της καπιταλιστικής επιχείρησης, έρχεται σε αντίθεση με μια άλλη ακόμη πιο ισχυρή ανθρώπινη ενόρμηση: την αναζήτηση της ευτυχίας ή, αν προτιμάτε, μιας αίσθησης ευημερίας».

Ο Νταλ εξετάζει κριτικά την κυρίαρχη κουλτούρα της κατανάλωσης και εξετάζει επίσης τα κινήματα της αντικουλτούρας, του ’60 και του ’70, που φύτρωσαν ενάντια ή πλάι στην κατανάλωση. Είναι πικρός: τα περισσότερα μέλη του κινήματος της αντικουλτούρας, από το Σαν Φρανσίσκο έως τη Νέα Υόρκη, δεν στράφηκαν εναντίον της καπιταλιστικής κατανάλωσης, αλλά λάτρεψαν τη δική τους εναλλακτική κατανάλωση: σεξ, ντραγκς και ροκ-εν-ρολ, κοινόβια και κλειστές κοινότητες. «Η επιτομή του εγωιστή καταναλωτή», καταλήγει.

Ο εγωιστής καταναλωτής είναι το περιφερόμενο πρότυπο σήμερα. Είναι ο cool νέος της διαφημιστικής εικονογραφίας, που χοροπηδάει έξω από τις αλυσίδες μαγαζιών κινητής και γκάτζετ, που μιλάει σαν καμένος, που ντύνεται emo και περιπλανιέται στο Mall.

Η εικονογραφία γίνεται ζωή. Ο δυστυχής εγωιστής καταναλώνει, καταναλώνει, καταναλώνει, όσο μπορεί, όσο αντέχει η πίστωση, κι ολοένα περισσότερο νιώθει άδειος και πεινασμένος, όλο και περισσότερο φτωχός. Εχει απολέσει την πολιτική του υπόσταση, έχει ξεχάσει τι σημαίνει ελευθερία επιλογών, πολιτική ισότητα, κοινοτικός βίος, δημιουργικότητα, αυτάρκεια, πολιτική δράση.

Τα έχει χάσει όλα. Αλλά μπορεί να τα ψωνίσει…

Ενα βλέμμα, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 09.12.2007

Ζωγραφική: Αλέξης Βερούκας

buzz it!

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

RSS Gatherate: The Best of the Greeks

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Twitting

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 1.018.706 hits
Αρέσει σε %d bloggers: