You are currently browsing the tag archive for the ‘δημογραφική φθίση’ tag.

Σε κάθε ελληνική οικογένεια υπάρχει ένας τουλάχιστον άνεργος. Συνήθως είναι ένα «παιδί», 20, 25, 30, 30-κάτι χρονών, που μπορεί να μην έχει προλάβει καν να μπει στον κόσμο της εργασίας· να σπούδασε 4, 5, 10 χρόνια, να κρέμασε τα πτυχία, τα μάστερ και τα ντοκτορά και τώρα να αποστέλλει βιογραφικά, όλο και πιο μελαγχολικά. Δεν είναι υπόθεση, δεν είναι μεγεθυμένη προβολή, είναι εμπειρία καθημερινή και διαρκής, σε εκατοντάδες νοικοκυριά συνομηλίκων.

Πού θα φτάσει; Δύο στους τρεις νέους Ελληνες αδυνατούν να βρουν την πρώτη μυητήρια δουλειά τους· και ο τυχερός ένας βρίσκει συνήθως δουλειά κατώτερη των τυπικών προσόντων του και με μισθό που δεν του επιτρέπει να στήσει σπιτικό, να κάνει παιδί. Το ιστορικό σοκ, διαρκές από το 2010 έως σήμερα, έδειξε γυμνούς τους αρμούς του ελληνικού παραγωγικού σχηματισμού: από δεκαετίας ήδη, οι πολυπτυχιούχοι, υπερειδικευμένοι βλαστοί της μεσαίας τάξης δεν απορροφούνταν· η καχεκτική ελληνική οικονομία απλούστατα δεν τους χρειαζόταν, δεν μπορούσε να τους χρησιμοποιήσει. Η εγχώρια αγορά εργασίας είχε προσανατολιστεί στις υπηρεσίες, που ζητούσαν χαμηλή ή μέση ειδίκευση· δεν ζητούσαν ερευνητές και καινοτόμους επιστήμονες, πόσο μάλλον πολυπτυχιούχους ανθρωπιστικών επιστημών. Εχει περιγραφεί άριστα από το 2010, σε έρευνα του Πανεπιστημίου Μακεδονίας υπό τον καθηγητή Λόη Λαμπριανίδη. Το διάστημα 2009-11, σύμφωνα με τον ίδιο ερευνητή, από τους 120.000 μεταναστεύσαντες, οι μισοί είχαν μάστερ ή διδακτορικό, ενώ το 60% δεν αναζήτησε εργασία στην Ελλάδα προτού φύγει.

Οι νέοι με τις λαμπρές σπουδές, που τώρα μεταναστεύουν ή μένουν άεργοι στα σπίτια των γονιών τους, αποτελούν την ουρά μιας μακράς διαδικασίας σχηματισμού μεσαίας τάξης κατά τη μεταπολεμική περίοδο. Οι γονείς τους είναι οι εγχώριοι baby boomers, που απήλαυσαν σε μεγάλο βαθμό τις εκπληρωμένες προσδοκίες της ειρηνικής αναπτυσσόμενης Ευρώπης μετά τον Δεύτερο Πόλεμο. Ειδικότερα, στην Ελλάδα, οι γεννηθέντες μετά τις αρχές της δεκαετίας ’50, ήταν οι γενιές που βρήκαν ανοιχτές τις πόρτες των δημόσιων γυμνασίων και πανεπιστημίων και τις διάβηκαν μαζικά και δημοκρατικά. Για αυτές τις περίπου δύο γενιές, η μόρφωση, τυπική και ουσιαστική, το πανεπιστημιακό «χαρτί» και η διάχυτη αγάπη για τα γράμματα, ήταν διαβατήριο κοινωνικής ανόδου αλλά και ηθική καταξίωση. Για τους φοιτητές του ’60, του ’70, του ’80, η πανεπιστημιακή ζωή αποτελούσε συχνά πέρασμα σε μια άλλη πνευματική πίστα, και όχι μόνο με όρους επαγγελματικής σταδιοδρομίας και κοινωνικής κινητικότητας. Ηταν μια μακρά περίοδος μύησης στην τέχνη και στον αστικό βίο, στον κινηματογράφο, τη λογοτεχνία, τις ιδέες, την ποπ κουλτούρα, τα ταξίδια. Οχι για όλους, και όχι με την ίδια ένταση, αλλά σε αυτές τις δεκαετίες μέσα από το πανεπιστήμιο αναδύθηκε μια νέα τάξη μορφωμένων μεσοαστών, που προσπάθησε εν συνεχεία να διαμορφώσει δικό της αξιακό πλαίσιο, πρώτα-πρώτα προεκτείνοντας τη λατρεία της μόρφωσης στα παιδιά τους ― αυτά τα πολυπτυχιούχα παιδιά της ανεργίας ή της υπερορίας, που λέγαμε στην αρχή.

Χωρίς να ισχυρίζομαι ότι τα πτυχία είναι μόρφωση ―κάθε άλλο―, θέλω εντούτοις να επισημάνω ότι το σοκ της πτώχευσης μαζί με την εν εξελίξει υλική ταπείνωση της μεσαίας τάξης συνεπιφέρει και έναν άλλον μετασχηματισμό: αξιακό. Η πανεπιστημιακή εκπαίδευση δεν έχει αντίκρυσμα στην αγορά εργασίας· οι πολυετείς δαπάνες των οικογενειών δεν οδηγούν σε επαγγελματική εξασφάλιση των τέκνων. Οι πληγωμένες μικρομεσαίες οικογένειες τα τελευταία χρόνια δυσκολεύονται ή αδυνατούν να σπουδάσουν τα παιδιά τους, σε μακρινό ή ξένο πανεπιστήμιο. Το πάνδημο προνόμιο της ανώτατης εκπαίδευσης, φαλκιδευμένο ήδη, θα περιορίζεται, θα στενεύει.

Μαζί με την τρέχουσα εργασιακή απαξίωση του πτυχίου, μαζί με την αναδυόμενη δύσκολη πρόσβαση στο πανεπιστήμιο, για μια μεταβατική περίοδο τουλάχιστον, θα έρθει και μια περαιτέρω υποτίμηση της αξίας των γραμμάτων, της ουσιαστικής μόρφωσης. Η οποία είχε ήδη αρχίσει να συντελείται με την ποσοτικοποίηση και την υπερειδίκευση των πανεπιστημιακών σπουδών και με την απογύμνωση της μέσης εκπαίδευσης. Νέα αξία θα είναι η επιβίωση παντί τρόπω, το γυμνό μεροκάματο του νεοπληβείου.

Πώς θα ανανεωθεί πνευματικά αυτή η δημογραφικά φθίνουσα κοινωνία, όταν τα παιδιά της βιαίως συρρικνούμενης μεσαίας τάξης πάψουν να την τροφοδοτούν με τη ζωτικότητα, το πνεύμα, τα ταλέντα και τις δεξιότητες τους; Αδηλον. Προς το παρόν, κινούμαστε με τα έτοιμα, και με το, πληθωρικό ακόμη, συμβολικό κεφάλαιο των βλαστών μας.

Advertisements

Κατά την περιγραφή της ελληνικής κρίσης οι δείκτες που προκαλούν αλγεινή εντύπωση και ασφαλώς κατανοούνται ευκολότερα από το ευρύ κοινό είναι οι δείκτες ανεργίας και ύφεσης, αντιληπτοί και στην καθημερινή ζωή, και ακολούθως το κατά κεφαλήν εισόδημα, το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ, το έλλειμμα ως ποσοστό του ΑΕΠ, το ιδιωτικό χρέος ως ποσσοτό του ΑΕΠ κ.λπ. Ενας δείκτης που δεν πολυαναφέρεται αλλά που έχει μεγάλη σημασία για την αντοχή της οικονομίας είναι ο δείκτης Σχηματισμού Ακαθάριστου Πάγιου Κεφαλαίου (GFCF – Gross Fixed Capital Formation). Ο δείκτης αυτός, πολύ χονδρικά, περιγράφει τις επενδύσεις μιας εθνικής οικονομίας, εν προκειμένω της ελληνικής, σε πάγια κεφάλαια. Πάγια περιουσιακά στοιχεία, εγκαταστάσεις, τεχνολογικός εξοπλισμός, γραμμές παραγωγής, κεφαλαιουχικά αγαθά. Οχι το διαθέσιμο χρήμα σε τραπεζικούς λογαριασμούς, τα κέρδη από μεταβιβάσεις real estate.

O δείκτης ΣΑΠΚ στην Ελλάδα βαίνει μειούμενος με ραγδαίο ρυθμό από το 2008 και εφεξής, σύμφωνα με την τελευταία έκθεση του ΟΟΣΑ (15 Νοεμβρίου 2013), αλλά και σύμφωνα με την Ετήσια Εκθεση του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ, με στοιχεία της Κομισιόν. Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, λοιπόν, τα ακαθάριστα πάγια κεφάλαια άρχισαν να μειώνονται το 2008, κατά -14,8%, και η πτώση συνεχίστηκε όλα τα χρόνια της κρίσης, με αποκορύφωμα το 2012: μείωση -19,2%. Δηλαδή μέσα στα έξι χρόνια της ύφεσης, τα εθνικά πάγια επενδυμένα κεφάλαια μειώθηκαν κατά το ένα πέμπτο. Την τελευταία τριετία μάλιστα, 2010-13, το ΙΝΕ/ΓΣΕΕ μιλάει για αποεπένδυση, διότι πολλές επιχειρήσεις έπαψαν να λειτουργούν, άρα τα πάγια κεφάλαιά τους έχουν χαθεί οριστικά.

Η απώλεια αυτή είναι ακρωτηριασμός του εθνικού παραγωγικού κορμού με μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες δυσμενείς επιπτώσεις. Μεσοπρόθεσμα επιδεινώνεται περαιτέρω η παραγωγικότητα της εργασίας, στο μέτρο που οι επενδύσεις παγίου κεφαλαίου είναι αυτές που φέρνουν στην παραγωγική διαδικασία τις νέες τεχνολογίες και τις νέες μορφές οργάνωσης της παραγωγής. Οι αλλεπάλληλες μειώσεις μισθών δεν βελτιώνουν την παραγωγικότητα ούτε την ανταγωνιστικότητα ― αυτό είναι πια κατεγεγραμμένο και μετρημένο.

Μακροπρόθεσμα, τα πράγματα είναι ακόμη πιο ζοφερά: καθώς το παραγωγικό δυναμικό της χώρας συρρικνώνεται, όταν και όπως γυρίσει ο καιρός και σταματήσει η ύφεση, και αρχίσει να θερμαίνεται η ζήτηση, τα εργοστάσια και οι εν γένει παραγωγικές μονάδες, αφυδατωμένες από την αποεπένδυση, δεν θα είναι σε θέση να ικανοποιήσουν τη ζήτηση, ούτε της εσωτερικής αγοράς ούτε των εξωτερικών αγορών. Τότε η ζήτηση θα στραφεί αλλού, η μεν εσωτερική στις εισαγωγές, η δε εξωτερική σε άλλες χώρες.

Η χώρα υφίσταται ένα τέτοιο αιμορραγικό σοκ, και στο τέλος του σοκ κινδυνεύει να βρεθεί χωρίς ακέραιο οργανισμό, χωρίς τις απαραίτητες δυνάμεις να αντιδράσει και να ανακάμψει γρήγορα. Πολύ περισσότερο, που η ανάκαμψη στηρίζεται κατά μέγα μέρος στην ικανοποίηση της εσωτερικής ζήτησης, όπως έχει δείξει και η εμπειρία της Αργεντινής και έχει επισημανθεί και στις εκθέσεις του ΔΝΤ. Και όχι στην αύξηση των εξαγωγών, τουλάχιστον όχι κυρίαρχα, όπως μονότονα υποστηρίζεται από την τρόικα.

Ενας από τους λόγους της ελληνικής κατάρρευσης ήταν η σταδιακή κάλυψη όλων των εσωτερικών αναγκών με εισαγωγές, και ο σταδιακός μαρασμός της εγχώριας παραγωγής. Δεν παραγόταν πλούτος, καταναλωνόταν πλούτος και εξάγονταν κέρδη σε υπεράκτιους παράδεισους, προς όφελος ενός αμαρτωλού κλειστού κυκλώματος τραπεζών και υπερχρεωμένων βιομηχάνων, και με τη συνδρομή παλαιότερα της δραχμικής κεντρικής τράπεζας και εν συνεχεία, επί ευρώ, με την αλόγιστη χρηματοπιστωτική επέκταση.

Αν με τον νέο οικονομικό κύκλο που θα αρχίσει κάποτε, επανέλθουμε σε αυτό μοντέλο, η ανάκαμψη απλούστατα δεν θα έλθει· η χώρα θα υποβαθμιστεί ιστορικά ακόμη περισσότερο. Ο κίνδυνος δεν είναι ορατός πια, είναι υπαρκτός. Το μοντέλο που προωθείται από το πρόγραμμα διάσωσης της τρόικας μέσω των διαρθρωτικών αλλαγών είναι προς την κατεύθυνση ενός laissez faire μοντέλου ασταθούς χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού με ελαστικότητες, με μικρό κράτος, χωρίς κεντρική τράπεζα φυσικά, και, όπως διαπιστώνεται από τον ΟΟΣΑ και την Κομισιόν, με συρρικνωμένη παραγωγική βάση. Αυτά είναι τα μακροοικονομικά στο ορατό μέλλον, σύντομα.

Στο παρόν βλέπουμε ήδη τα μικροκοινωνικά αποτελέσματα του μοντέλου: ανεργία σε διεθνώς ιστορικά υψηλά, μια χαμένη γενιά, μισθοί στα 400 ευρώ, συντάξεις στα 350, ραγδαία πτώση του βιοτικού επιπέδου, προνοιακές δομές και δημόσια παιδεία υπό κατάρρευση· ας προσθέσουμε τo brain drain και τη δημογραφική φθίση.

Ξανά στην πολιτική. Το ελληνικό πρόβλημα δεν είναι μόνο ελληνικό. Παρόμοια απομείωση του GFCF, αύξηση ανεργίας, μετανάστευσης και φτώχειας, παρατηρείται και στην Ιρλανδία του success story. Παρόμοια στην Πορτογαλία. Στην Ισπανία πορεύονται με άνεργο ανάπτυξη, κι επιπλέον εκεί τα 100 δισ. ευρώ της τραπεζικής ανακεφαλαίωσης δεν φορτώθηκαν στο δημόσιο χρέος όπως στην Ελλάδα, αλλά χορηγήθηκαν μέσω του ΕFSF. Το ελληνικό πρόβλημα είναι ευρωπαϊκό. Κατά τούτο δεν μπορεί να επιλυθεί εκ ολοκλήρου αυτοτελώς.

Η εγχώρια πτυχή του συνίσταται κυρίως στο νοσογόνο κλειστό κύκλωμα των μεγάλων επιχειρήσεων με το τραπεζικό σύστημα, και στην αμαρτωλή διαπλοκή αυτών των δύο με το πολιτικό σύστημα. Το νοσογόνο αυτό τρίγωνο προσπαθεί να επιβιώσει από τα πλήγματα του ξένου παράγοντος, που το βλέπει περιφρονητικά, μεταθέτοντας όλα το κόστος της αναδιάρθρωσης στην κοινωνία. Και υπονομεύοντας όλη την εθνική παραγωγική βάση.

1280px-John_Everett_Millais_-_Ophelia_-_Google_Art_Project

Το μέλλον της χώρας προεικονίζεται τούτη τη στιγμή στον τρόπο λειτουργίας του δημόσιου συστήματος υγείας και παιδείας, δηλαδή στον τρόπο που αποδιαρθρώνονται: από μια προηγούμενη σχετικά ημισταθερή κατάσταση, με δομικές αδυναμίες, αλλά ευρισκόμενα σε αδιάφορη ισορροπία, σε μια κατάσταση επιταχυμένης εντροπίας, σε μια ισορροπία ασταθή, όπου όλα τα επιμέρους δομικά στοιχεία ωθούνται σε όλο και χαμηλότερη διαφοροποίηση, όλο και χαλαρότερη οργάνωση και συναρμογή, με όσο το δυνατόν μικρότερη δαπάνη ενέργειας, εντέλει σε διάλυση.

Τα πανεπιστήμια λειτουργούν ήδη με τον μισό προϋπολογισμό, με εξανεμισμένα τα αποθέματά τους από το PSI, και τώρα πιέζονται να λειτουργήσουν ουσιαστικά χωρίς διοικητικό προσωπικό. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι αν σήμερα σε πολλές απαιτητικές σχολές υπολειτουργούν εργαστήρια, βιβλιοθήκες, σπουδαστήρια, γραμματείες, του χρόνου οι σχολές αυτές θα πάψουν να λειτουργούν. Ή όλα τα μαθήματα θα είναι προφορικές παραδόσεις με χρήση μαυροπίνακα, αυτό που συμβαίνει ήδη από φέτος.

Στο σύστημα υγείας οι παθογένειες του παρελθόντος συνεχίζονται μισοκρυμμένες και εξίσου καταστροφικές: οι κοστολογήσεις υλικών και υπηρεσιών εξακολουθούν να είναι σουρεαλιστικές και γεννήτριες διαφθοράς. Ας πούμε, από τη δεκαετία ’90 ένα υπερηχογράφημα αγγείου κοστολογείται από το κράτος 75 ευρώ, και μια αγγειοχειρουργική επέμβαση κοστολογείται 45 ευρώ! Το διαγνωστικό κέντρο, λειτουργώντας με τεχνολόγους, θησαυρίζει ακόπως· ο χειρουργός, με 15-20 χρόνια εκπαίδευσης, εξαναγκάζεται στο by pass, στο φακελάκι.

Η διαχειριστική διαφθορά επιδεινώνεται από τη δημογραφική φθίση και τη θεσμική αγκύλωση: στο ΕΣΥ δεν υπάρχουν αξιόμαχοι γιατροί κάτω των 50 ετών! Το ΕΣΥ θα καταρρεύσει, εκτός των άλλων, από έλλειψη γιατρών. Οσοι μπορούν φεύγουν: όχι μόνο οι τριαντάρηδες νεοειδικευμένοι που μεταφέρουν την εθνική και οικογενειακή υπεραξία στη Γερμανία, αλλά φεύγουν και φτασμένοι πενηντάρηδες, οι κορυφαίοι, αυτοί που θα ετοίμαζαν τους διαδόχους τους, διευθυντές και σολίστ. Εμβρόντητος άκουσα από χείλη συνομηλίκων μου γιατρών, με λαμπρές καριέρες στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, να λένε το ίδιο: Τρέμω στη σκέψη ποιος θα περιθάλψει εμένα σε λίγα χρόνια…

Η δημοκρατία κρίνεται σε δύο κρίσιμα πεδία: στην υγεία και στην παιδεία. Εκεί κρίνεται η ισότητα του παρόντος και μέλλοντος βίου, υλικότατα, απτά. Και στα δύο αυτά πεδία η Ελληνική Δημοκρατία υφίσταται πανωλεθρία. Η κρίση γκρέμισε ένα ήδη αδύναμο οικοδόμημα, υπονομευμένο από ιδιοτελή συμφέροντα, παρασιτισμό, αδράνεια, ανικανότητα, κυνισμό· η πτώχευση τα μεγέθυνε και πρόσθεσε τον πανικό και την εθελοδουλία.

Οι λεγόμενες μεταρρυθμίσεις φιλοδοξούν να αυξήσουν την προσφορά, την ώρα που η ζήτηση έχει νεκρώσει, πάνω σε ένα τοξικό υπόστρωμα ύφεσης, ανεργίας και λιτότητας. Είναι παράλογο. Αλλά ας δεχτούμε ότι αρκετές δομικές μεταρρυθμίσεις είναι αναγκαίες, αρκετές έπρεπε να είχαν γίνει την περασμένη δεκαετία. Γίνεται όμως ακόμη πιο παράλογο όταν τέτοιες ριζικές, επώδυνες αλλαγές, ζητείται να εφαρμοστούν από έμφοβους και ανεπαρκείς ανθρώπους, χωρίς πείρα, χωρίς βούληση, χωρίς σχέδιο.

Είναι φανερό πια, το οσμίζεσαι παντού στη δημόσια σφαίρα, ότι πατάμε το κατώφλι μιας μείζονος αλλαγής ή μιας μείζονος κατάρρευσης. Η πτώχευση ανέδειξε με σφοδρότητα, με τεράστιο κοινωνικό πόνο, το βαθύ πολιτικό πρόβλημα. Η χώρα δεν μπορεί να επιβιώσει με κυβερνητικές νοοτροπίες κοτζαμπάσηδων, με λεηλάτες ολιγάρχες και συμβατικά γιατροσόφια τεχνοκρατών· και με ανάθεση της ζωής μας σε τρίτους· αυτά οδηγούν σε ιστορική υποβάθμιση, σε κοινωνικό και δημογραφικό μαρασμό, σε απρόβλεπτες ρηγματώσεις.
Απαιτούνται ρηξικέλευθες δράσεις, καινοτόμες ιδέες, τολμηρή ανασυγκρότηση του συλλογικού φαντασιακού πάνω στα νέα αμείλικτα δεδομένα της τοπικής δυσχέρειας και της διεθνούς ανακατάταξης. Απαιτούνται σκληρές αλήθειες και ανάληψη της ευθύνης ενός εκάστου και όλων μαζί.

Αντίπαλος μας πρώτος κατά σειράν είναι η διάχυτη κατάθλιψη, η εδραιωμένη δυσφορία, που εκδηλώνεται ήδη σαν παραίτηση, σαν αυτοκαταστροφική ολίσθηση, και σαν αυτό που ο Φρόιντ ονόμαζε «ψυχολογική αθλιότητα της μάζας». Είναι σαν να μας βαραίνει τα βλέφαρα ακαταμάχητα ο γλυκός ύπνος του ξεπαγιασμένου μες στο χιόνι· αυτόν τον ύπνο-θάνατο αποτινάσσουμε πρώτα.

Ξεπαγώνει ο νους, θερμαίνεται το φρόνημα, πυροδοτείται η βούληση για ζωή. Η ήττα, το πλήγμα, η θανάσιμη απειλή μετουσιώνονται σε δημιουργικές ενορμήσεις, σε ανάπλαση βίου. Αντικρίζουμε κατάματα τη σκληρή πραγματικότητα, κατανοούμε τους τρέχοντες παραλογισμούς, τα σφάλματα, δικά μας ή εκ καταναγκασμού, αναλογιζόμαστε εξαρχής, ριζικά, τους όρους κυριαρχίας, την ελευθερία, την ηθική και ιστορική ευθύνη απέναντι στις νεότερες γενιές. Προ πάντων, ξεπαγώνουμε.

εικον.: John Everett Millais, Ophelia.

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

RSS Gatherate: The Best of the Greeks

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Twitting

  • Ζωγράφισε τους ισχυρούς σαν χατζηαβάτες, τους ταπεινούς σαν θυμόσοφους, εντόπιζε ποταπές ρητορείες, χαστούκιζε την… twitter.com/i/web/status/1… 1 week ago
  • Η ανάκαμψη των σοσιαλιστών, η ορμητική εμφάνιση ριζοσπαστών αριστερών στον Μεσογειακό Νότο οφείλεται σε αντίστροφη… twitter.com/i/web/status/1… 2 weeks ago
  • Πού να σου εξηγώ «πόθεν η κοινή λέξις τραγουδώ»…; «Ένα Βλέμμα» στο Έθνος της Κυριακής μετά τη συνάντηση Μητσοτάκη -… twitter.com/i/web/status/1… 4 weeks ago
  • Μετά τη συνάντηση καλλιτεχνών-Μητσοτάκη, να τον ρωτήσω: Πόσο θράσος; Πώς διαχειρίστηκαν το θέμα από το 1993, όταν ψ… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago
  • Παπατζιλίκι με τους τραγουδοποιούς: Άσμα 450+: Επικίνδυνο και παραπλανητικό το βίντεο του Κυριάκου Μητσοτάκη ethnos.gr/politiki/33501… 1 month ago
  • Με τους βουλευτές της Βόρειας Μακεδονίας, Beti Rabadzievska από τις Πρέσπες (αριστερά) και Sasho Vasilevski από την… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 1.003.202 hits
Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: