You are currently browsing the tag archive for the ‘Γ. Α. Παπανδρέου’ tag.

Boni pastoris est tondere pecus, non deglubere (Ο καλός ποιμένας προτιμά να κουρεύει τα πρόβατα και όχι να τα γδέρνει)

Η κρίση αναδεύει τον βυθό και φέρνει στην επιφάνεια πράξεις και μυστικά, που υπό κανονικές συνθήκες θα φανερώνονταν πολλά χρόνια αργότερα. Oι αποκαλύψεις του Παναγιώτη Ρουμελιώτη για το παρασκήνιο των πολιτικών αποφάσεων της κυβέρνησης Παπανδρέου, που οδήγησαν την Ελλάδα στο Μνημόνιο Ι και ακολούθως στη χρεοκοπία και το Μνημόνιο ΙΙ, αφορούν ένα τέτοιο ιστορικό μυστικό.

Τα όσα καταμαρτυρεί εις βάρος του πρώην πρωθυπουργού ο τέως εκπρόσωπος της Ελλάδας στο ΔΝΤ, κυκλοφορούσαν ήδη ως ημιβεβαιωμένες πληροφορίες και εγράφοντο σε αναλύσεις και χρονικά της κρίσης. Η προσωπική μαρτυρία όμως του Ελληνα λειτουργού και τεχνοκράτη, που μετείχε στο ΔΝΤ την ώρα των ιστορικών αποφάσεων, δίνει άλλο βάρος και άλλη τροπή στη διερεύνηση της περιόδου 2009-2010. Τώρα μπορούμε βάσιμα να εκτιμήσουμε ότι οι Γ.Α. Παπανδρέου και Γ. Παπακωνσταντίνου χειρίστηκαν την κρίση εξ ολοκλήρου λανθασμένα, ότι δεν διαπραγματεύτηκαν επαρκώς, ότι εντέλει σφράγισαν την μοίρα του ελληνικού λαού δρώντας σαν διανοητικά αιχμάλωτοι, όμηροι φόβων και ιδεοληψιών. Τουλάχιστον.

Ασφαλώς θα αναρωτηθούμε γιατί ο κ. Ρουμελιώτης επιλέγει να μιλήσει τώρα, όταν όλα έχουν κριθεί, όταν η Ελλάδα έχει χάσει πια τις όποιες δυνατότητες είχε να διαπραγματευτεί καλύτερα την τύχη της. Θα αναρωτηθούμε περαιτέρω: Γιατί μιλάει; Γιατί δεν σιωπά και δεν απολαμβάνει τις πλουσιοπάροχες αμοιβές του από το ΔΝΤ και τώρα από την Τράπεζα Πειραιώς; Αντιστοίχως, γιατί δεν σιωπά αιδημόνως ο κ. Παπανδρέου, αλλά απεναντίας γυρνάει σε συνέδρια και αναπτύσσει τη δική του εκδοχή για τον χειρισμό της κρίσης και την ατιμωτική αποπομπή του, αναζητώντας απεγνωσμένα δικαίωση εκ των υστέρων;

Φαίνεται ότι ακόμη και για πρόσωπα ψημένα στην εξουσία και στις μεγάλες αποφάσεις, η ιστορική ευθύνη για την εν εξελίξει εθνική καταστροφή είναι πολύ βαριά, δεν αντέχεται. Γι΄ αυτό μιλούν. Μιλώντας την καταστροφή, την ελαφραίνουν μέσα τους· προσδοκούν, αν όχι δικαίωση, τουλάχιστον ανακούφιση. Πολύ περισσότερο, που δεν υπάρχει Μετά: η καταστροφή έχει συντελεστεί και είναι αμετάκλητη, δεν υπάρχει καμιά δυνατότητα να επιδιορθώσουν ή να ανασκευάσουν.

Ας μην λησμονούμε ότι ο Π. Ρουμελιώτης ως υπουργός Εθνικής Οικονομίας παραπέμφθηκε στο Ειδικό Δικαστήριο για το σκάνδαλο Κοσκωτά και δεν δικάστηκε διότι είχε ήδη εκλεγεί ευρωβουλευτής. Φέρει άρα ένα πολιτικό βάρος, και μια ηθική σκιά, από το μακρινό παρελθόν. Δεν θα ήθελε να φέρει και το στίγμα της ολιγωρίας σε μια ιστορική στιγμή που παίχτηκε το μέλλον γενεών Ελλήνων.

Πολύ επαχθέστερο είναι το ιστορικό και προσωπικό βάρος για τον πρώην πρωθυπουργό, παρότι με τον Π. Ρουμελιώτη μοιράζονται την εμπειρία ανάμιξης στο σκάνδαλο Κοσκωτά. Το όνομά του και η αποτυχία του βάζουν τέλος στην πολιτική δυναστεία τρών γενεών Παπανδρέου. Η σύγκριση θα είναι αναπόφευκτη: Tι άφησε πίσω του, για ποιο μεγάλο έργο ή πράξη θα τον θυμούνται; Θα τον θυμούνται σαν τον πρωθυπουργό με τις χαριτωμένες ιδέες που οδήγησε τη χώρα του σε επαχθή χρεοκοπία και απώλεια εθνικής κυριαρχίας; Ο Γ.Α. Παπανδρέου βρέθηκε αντιμέτωπος με την Ιστορία, και ηττήθηκε. Στο εξής, η Ελλάδα θα του πέφτει βαριά.

ζωγραφ.: Νικόλαος Γύζης, Αράχνη.

Aλλος με χειροπέδες προφυλακισμένος για χρέη προς το Δημόσιο, άλλος πουλάει το σπίτι του για να μην πάει φυλακή, άλλος λουφάζει και περιμένει τη σειρά του. Το λάιφστάιλ πέθανε, λένε. Δεν πέθανε τώρα, διορθώνω. Εχει πεθάνει από καιρό, τώρα εξαπολύθηκε η δυσωδία των πτωμάτων του.

Η εγχώρια βιοτεχνία του λαϊφστάιλ, εκδότες, μοντελίστ, δημοσιογράφοι, μοντέλες, γλάστρες, τηλεπερσόνες, πάρτι άνιμαλ, ντίλερ, κοθώνια, θύματα, γεννήθηκε στη δεκαετία του ’80 και άνθησε όσο κυκλοφορούσε ορμητική η δίψα της ανόδου, ο θαυμασμός για την αρπαχτή, και άφθονο μαύρο χρήμα. Εξέπνευσε όταν μαράθηκαν όλα αυτά. Παρήγαγε αέρα. Ηταν μια φούσκα, Η φούσκα, που μέσα της όμως περιείχε τον τοξικό αέρα του θράσους, του κυνισμού, την υπόσχεση της επιτυχίας, κι εντέλει τον αέρα της ματαίωσης και της διάψευσης.

Εξέφρασε το ήθος του μαύρου χρήματος, του χρήματος της αρπαχτής και του χρηματιστηρίου, δηλαδή τα χρυσά χρόνια του πρώτου ΠΑΣΟΚ, αλλά και τα χρόνια του εκσυγχρονισμού και της ολυμπιακής ευφορίας. Εντουτοις η αναμφίλεκτη επιρροή του εφαρμοζόταν ενδοφλέβια στα λαϊκά πλήθη, στους πελάτες: σε αυτά το Κλικ και οι επίγονοι έκαναν ενέσεις μαγκιάς και σεξισμού. Τα λαϊκά παιδιά από τις δυτικές συνοικίες και τη διψαλέα επαρχία ρουφούσαν συνταγές ανόδου διατυπωμένες σε καλιαρντο-ποπ, τα λαϊκά παιδιά κατανάλωναν τα εγχειρίδια της καλής κατανάλωσης και πείθονταν ότι δεν ζούσαν στο Μπουρνάζι αλλά στη Σάντα Μόνικα ή στο Μανχάταν. Κι αυτά τα διαβουκολευμένα πλήθη προσγειώνονταν άτσαλα από τον κόσμο του Κλικ στον κόσμο του σκληρού μεροκάματου, κι από κει στον κόσμο της πικρής χρεοκοπίας.

Τώρα όλοι μυρίζουν τη δυσωδία των πτωμάτων. Στην 25ετία της τροχιάς τους όμως πολύ λίγοι διείδαν τη σχέση αυτού του αισθητικού και πενυματικού σκουπιδιού με την σαθρή κοινωνία που εξέφραζε. Οι εκδότες και σκουπιδογεννήτριες εκαλούντο στα τηλεπάνελ να σχολιάσουν το εκλογικό αποτέλεσμα και την πολιτική σκηνή, εκαλούντο ως τιμητές της ελληνικής κοινωνίας, είχαν και έχουν στενές σχέσεις με κορυφαίους πολιτικούς, νυν και πρώην υπουργούς, έπαιρναν υπερδάνεια από τις «κουτές» τράπεζες, άντλησαν δισεκατομμύρια δρχ. από το Χρηματιστήριο, μπαινόβγαιναν στις επαύλεις του μεγάλου χρήματος, έκαναν μπίζνες και κολεγιές. Οι ισχυροί τούς χρησιμοποιούσαν, σαν διασκεδαστές, σαν πλυντήρια, σαν βαποράκια, σαν παπαγάλους. Αλλά και συναγελάζονταν, έπιναν και γελούσαν μαζί· διότι είχαν κοινό το έθος και την κουλτούρα. Μεγαλοπαράγοντες και φτωχοδιάβολοι μοιράζονταν τον ίδιο πολιτιστικό ορίζοντα, είχαν ίδιες αισθητικές ααναζητήσεις, ίδιες πνευματικές ανησυχίες. Αργά τη νύχτα, μετά το Μέγαρο των χορηγιών, μετά τα ακριβά ρεστωράν, όλοι κατέληγαν στον Μαζωνάκη και την Πέγκυ Ζήνα. Ολοι.

Ολοι, οι ίδιοι, συνωστίζονταν στα αριθμημένα και στα VIP των γηπέδων, γαύροι και βάζελοι, χειροκροτητές προέδρων και συνδαιτημόνες λαμογιών, περιστοιχισμένοι από μπράβους και νονούς. Ολοι, οι ίδιοι, έκαναν ρεζερβέ στα στέκια της Μυκόνου, κι αργότερα έχτιζαν φαραωνικές επαύλεις αυθαίρετες στις αλωθείσες Κυκλάδες. Οι ίδιοι που πηδούσαν από κότερο σε κότερο.

Την είχε καταλάβει ο Τσουκάτος τούτη τη γενετική σχέση, είχε δει ότι κι ο Γιώργος Παπανδρέου προτιμούσε το Κλικ για συνεντεύξεις περί αειφορίας και free μαριχουάνας, εξ ου και συμβούλευσε τον εκσυγχρονιστή Σημίτη να συνάξει το ΠΑΣΟΚ στο μοδάτο Βαρελάδικο ― όπερ και έπραξε ο καλβινιστής πρωθυπουργός. Ας είναι.

[edit: O K. Σημίτης την τελευταία του ουσιαστική συνέντευξη πριν τις εκλογές 2000 και την πρώτη μετεκλογική την παραχώρησε στο Nitro. Στο ίδιο έδωσε συνέντευξη και ο Κώστας Μητσοτάκης]

Ας ξύσουμε τη φτενή χρυσομπογιά, που γράφει κλικ, μαξ, φλας, νίτρο, φρι πρες, σταρ, δεν ξέρω γω τι. Ο τσίγκος, από κάτω, είναι χτυπημένος με τατουάζ «ΠΑΣΟΚ for ever», «χρήμα über alles», «σκυλοπόπ», «κλεπτοκρατία». H βιοτεχνία μεταποιούσε φτηνά υλικά και τα πουλούσε σαν Greek Dream. Η κλεπτοκρατία χρειαζόταν όργανα ιδεολογικής κυριαρχίας πολυδύναμα, πέρα από την επίσημη προπαγάνδα. Το λάιφστάιλ ήταν αυτό ακριβώς το όργανο υπόγειας, αθέατης, διαβρωτικής προπαγάνδας, όργανο εκμαυλισμού και κυριαρχίας: πλάσαρε την παράγκα για παλατάκι, κι ο φτωχοδιάβολος μες στην παράγκα χόρταινε την απληστία του με ηδονοβλεψία και ψευδαίσθηση: μπορούσε να ξοδέψει τρία μηνιάτικα ή ένα διακοποδάνειο για μια βδομάδα στη Μύκονο, να κολυμπήσει πλάι στα σελέμπριτι και να ψωνίσει Gavalas.

Πολλοί βιοτέχνες του λάιφστάιλ κυκλοφορούν ακόμη στα μήντια, ξεπουπουλιασμένοι, κυνηγώντας το μεροκάματο του κλόουν με το πλατινένιο ρινοδιάφραγμα, άλλοι ξεπλένονται ως δημοσιογράφοι αφού ξέπλυναν χρήμα, άλλοι υποδύονται τους ξινούς τιμητές και τις Αντουανέτες. Οι περισσότεροι ξέπεσαν. Η παράγκα κατέρρευσε, τα σελέμπριτι θρηνούν στο Μεταγωγών και στα πρωτοδικεία, ξεπουλάνε Ντόλτσε ε Καμπάνα, Καγιέν, Λέξους και σπίτια.Οι μαικήνες τους κάνουν ότι δεν τους ξέρουν, δεν σηκώνουν τα τηλέφωνα. Μαζί με την παράγκα όμως καταρρέει και η χώρα που τους ανέχθηκε, τους έθρεψε, τους μιμήθηκε και τους θαύμασε.

[ edit 2: 16 Μαΐου 2010 γράφαμε στην Καθημερινή κάτι παρόμοιο, στο πλαίσιο ενός αφιερώματος: Lifestyle, η ζωή ήταν δανεική… ]

[ edit 3: Στις 22 Απριλίου 2001, στην Καθημερινή, Από το lifestyle στην άποψη ― βερεσέ ]

Η χθεσινή δημοσκόπηση της Public Issue καταγράφει με αριθμούς ό,τι ήδη αντιλαμβάνεται κάθε Ελληνας που ζει σε αυτή τη δοκιμαζόμενη χώρα: Οτι, δηλαδή, το κυβερνητικό ΠΑΣΟΚ οδεύει προς τον σκουπιδοτενεκέ της ιστορίας, μαζί με τον πρόεδρό του, με ποσοστά επιπέδου 1974. Εφόσον μάλιστα εκφραστεί και εκλογικά η απαξίωση του ΠΑΣΟΚ, τότε 5 από τους 7 παρόντες βουλευτές του ΠΑΣΟΚ θα δουν την πολτική τους καριέρα να τερματίζεται οριστικά.

Μεγαλύτερη συμπαγής ομάδα παραμένουν οι απέχοντες και αποδοκιμάζοντες: ένας στους τρεις ερωτώμενους. Αυτή την πλειοψηφική ομάδα μπορούμε να υποθέσουμε ότι την απαρτίζουν οι πλέον απελπισμένοι, όσοι έχουν χάσει κάθε ελπίδα για αναμόρφωση του πολιτικού συστήματος. Η απόγνωση όμως εντοπίζεται και σε άλλες συμπεριφορές του δημοσκοπούμενου σώματος: στη χαμηλότατη ελπίδα για βελτίωση της οικονομίας από τον πρωθυπουργό Λ. Παπαδήμο (ένας στους δύο δεν εμπιστεύεται), στην αμφίθυμη στάση έναντι των εκλογών (ένας στους δύο επιθυμεί εκλογές), στην υψηλότατη δυσαρέσκεια από τη λειτουργία της νέας κυβέρνησης (8 στους 10).

Δύο ακόμη δημοσκοπικά ευρήματα με σημασία: ένα, η πρωτοφανής δημοσκοπική έκρηξη των κομμάτων της Αριστεράς, που υπερβαίνουν αθροιστικά το 40%, ποσοστό διαμαρτυρίας ασφαλώς, το οποίο όμως όσο κι αν συρρικνωθεί στην κάλπη, καταδεικνύει ριζοσπαστικοποίηση μεγάλου μέρους του πληθυσμού. Δύο, ο αυξανόμενος ευρωσκεπτικισμός: αισθητή η άνοδος μετά τον εκβιασμό των Καννών.

Συνολικά, οι Ελληνες φαίνονται κατάκοποι, απογοητευμένοι, απορριπτικοί για το Μνημόνιο, εξοργισμένοι με το ΠΑΣΟΚ, δύσπιστοι προς το πολιτικό σύστημα και τις μεταμορφώσεις του. Ελάχιστοι πιστεύουν ότι μπορεί να επιτευχθεί ανάσχεση της πτώσης, πόσω μάλλον ανάταξη, με το φθαρμένο, ηττημένο και απαξιωμένο πολιτικό προσωπικό και τους κίβδηλους συσχετισμούς δυνάμεων που καταγράφονται στην παρούσα Βουλή. Από αυτή τη σκοπιά, θα είχε πλέον ενδιαφέρον μια έρευνα για τις κοινωνικές προτεραιότητες και τις ιδεολογικές ζητήσεις σε περιβάλλον εκτάκτου ανάγκης.

Η κυβέρνηση συνεργασίας Ν.Δ.-ΠΑΣΟΚ, που συμφωνήθηκε χθες, έδωσε τέλος στην αγωνία των τελευταίων ημερών: δεν πάμε στην Ανατολή και στη δραχμή, τουλάχιστον όχι τώρα. Τα διεθνή ΜΜΕ ήδη ταξιδεύουν για Ιταλία, στον κυρίως όγκο της χιονοστιβάδας ευρωπαϊκού χρέους. Μένουμε μόνοι, ενώπιον της δανειακής σύμβασης, για την οποία ξέρουμε ελάχιστα, με μια εξαρθρωμένη χώρα κι ένα κουρασμένο πολιτικό σύστημα, το οποίο με την ψυχή στα δόντια θα παλέψει να υπάρξει υπό επιτροπεία, μέσα σε μια κοινωνία όλο και πιο φτωχή, όλο και πιο καχύποπτη. Θα προσπαθήσει να κυρώσει τη συμφωνία και τα παρελκόμενά της, να αποσπάσει την περίφημη 6η δόση, να συντάξει προϋπολογισμό και να οδηγήσει της χώρα σε εκλογές.

Η χθεσινή μέρα εσήμανε το τέλος της κυβέρνησης Παπανδρέου, αλλά όχι και το τέλος του κυβερνητικού ΠΑΣΟΚ. Το εφτάψυχο ΠΑΣΟΚ αντί να πτοηθεί από το χάος που προκάλεσε εντός και εκτός συνόρων το δημοψήφισμα του γνησίως χαοτικού αρχηγού του, το εκμεταλλεύτηκε και  επέζησε. Ακριβώς στο οριακό σημείο, στο σημείο θραύσεως της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας του, όταν θα έπρεπε να κυρώσει επαχθείς όρους του δευτέρου Μνημονίου και να λάβει νέο κύκλο επώδυνων μέτρων, απέσεισε μέρος της ευθύνης του και το εναπόθεσε στους ώμους της Νέας Δημοκρατίας. Ο Αντώνης Σαμαράς, δεχόμενος αφόρητες πιέσεις για την αντιμνημονιακή του στάση, εντός και εκτός Ελλάδος, υπέκυψε και συναίνεσε για μια μεταβατική κυβέρνηση. Δεν μπόρεσε να αγνοήσει τον διάχυτο φόβο του κόσμου για άτακτη χρεοκοπία. και δεν μπόρεσε, καθώς φαίνεται, να επιβάλει την αρχική του ελάχιστη ατζέντα, που θα περιόριζε τη φθορά του και θα έφερνε γρήγορη κάλπη.

Το κλίμα που διαμορφώθηκε μετά την νύχτα των Καννών ήταν τρομοκρατικό: Μέρκελ-Σαρκοζί απείλησαν ουσιαστικά με αποπομπή της Ελλάδας από την ευρωζώνη και την Ε.Ε., κάτι που για τους κατάκοπους και ήδη φοβισμένους Ελληνες ισοδυναμεί με πολιτισμική κατάρρευση, πλάι στην ήδη βιωμένη φτώχεια και πληβειοποίηση. Η εθνική ταπείνωση των Καννών πυροδότησε μνήμες υπανάπτυξης και υποτέλειας, αλλά κι έναν ζωώδη φόβο: ο αποσυνάγωγος των αγορών μετατρέπεται σε παρία της Ευρώπης. Στην επώδυνη υλική εμπειρία του 2010-11 και την ανασφάλεια για το μέλλον προστέθηκε το λαβωμένο φαντασιακό. Θα τις θυμόμαστε αυτές τις ώρες, ιδίως τη νύχτα των Καννών.

Το δεύτερο Μνημόνιο φιλοδοξεί να ρυθμίσει τον οικονομικό-πολιτικό βίο σε βάθος δεκαετίας. Σύμφωνα με όσα είδαμε από το πρώτο Μνημόνιο, το σοκ θα συνεχιστεί και η κοινωνία θα συνεχίσει να αντιδρά, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Δεν γνωρίζουμε πώς και πόσο θα ισχύσει το Μνημόνιο, πώς θα επιζήσει το ευρώ, πόσο θ΄ αντέξουν Ιταλία και Ισπανία. Για την Ελλάδα πάντως ξέρουμε ότι από σήμερα αρχίζει το τέλος των μεγάλων αστικών κομμάτων και της κυριαρχίας τους, όπως την ξέραμε από το ’74. Καθώς θα μετασχηματίζεται η κοινωνία του Μνημονίου και θα τήκονται τα υπάρχοντα μεσοστρώματα, θα αναδύονται νέα κοινωνικά υποκείμενα, με νέα αυτοσυνείδηση, νέες ανάγκες, που θα αναζητούν άλλους φορείς πολιτικής έκφρασης. Ούτε καλύτερους ούτε χειρότερους, απλώς άλλους.

Η χθεσινή συνεδρίαση της Βουλής κράτησε ξάγρυπνους Ελληνες και ξένους, αλλά το τελικό εξαγόμενο δεν ανακούφισε τους μεν ούτε φώτισε τους δε. Το μόνο βέβαιο είναι ότι το ΠΑΣΟΚ και ο Γιώργος Παπανδρέου κατάφεραν να ανανήψουν από την κατάσταση σοκ που βρέθηκαν τη μαύρη νύχτα των Καννών. Με λαμπρή τακτική και αλλεπάλληλα διλήμματα ο κ. Παπανδρέου πρόσφερε μια εναλλακτική εξουσίας στο κόμμα του, ενώ ταυτοχρόνως η κρίση αποδυνάμωσε τακτικά τον Αντώνη Σαμαρά, ο οποίος ενώπιον του αδυσώπητου διλήμματος «συναίνεση ή άτακτη χρεοκοπία» υπερέβη σε πρώτο βαθμό την αντιμνημονιακή στρατηγική του, απέσπασε συγχαρητήρια από τον Πρόεδρο Ομπάμα και τους Ευρωπαίους, και εντέλει βρέθηκε σε αδιέξοδο μονόδρομο, χωρίς εκλογές.

Ωστόσο για την κοινωνία και τη χώρα η αβεβαιότητα συνεχίζεται. Η τακτική νίκη του κ. Παπανδρέου δεν είναι νίκη της Ελλάδας. Το δεύτερο Μνημόνιο θα περιέχει νέα σκληρά μέτρα λιτότητας επί ενός πληθυσμού εξουθενωμένου, τα οποία σε συνδυασμό με την προβλεπόμενη εκχώρηση κυριαρχίας, θα φουντώσουν την ήδη τεράστια λαϊκή δυσαρέσκεια. Η παραμονή στην εξουσία των ίδιων προσώπων, που συνδέονται στο συλλογικό αίσθημα με την ανθρωποβόρο ύφεση και με την εικόνα ταπείνωσης των Καννών, δεν αποσυμπιέζει, αντιθέτως ερεθίζει. Δηλαδή, υπονομεύει την πιο απαραίτητη προϋπόθεση για ανάνηψη: την εθνική ενότητα έναντι του κινδύνου, κάτι που φάνηκε να αναδύεται τη νύχτα της 3ης Νοεμβρίου.

Επιπλέον, το διευρυνόμενο χάσμα μεταξύ λαϊκής βούλησης και διακυβέρνησης μπορεί να αποβεί μοιραίο για τη σύνολη πολιτική σκηνή και για την κοινωνική ομαλότητα. Χωρίς ανανέωση, χωρίς εναλλαγή, χωρίς δικλίδες εκτόνωσης, το πολιτικό σύστημα κινδυνεύει άμεσα με καθολική απαξίωση. Ασφαλώς όλα ενδέχεται να ανατραπούν, όπως ανατράπηκαν έως τώρα, αλλά η τακτική, όσο λαμπρή, δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη στρατηγική, τη θανάσιμα αναγκαία τούτη τη στιγμή. Και για στρατηγική ανάταξης δεν ακούσαμε τίποτε χθες το βράδυ στη Βουλή.

Ο ύπνος της 3ης Νοεμβρίου γέννησε τέρατα. Προτού κοιμηθούμε είχαμε δει τους Σαρκοζί και Μέρκελ να ταπεινώνουν την Ελληνική Δημοκρατία, υπαγορεύοντάς της το θέμα και την ημερομηνία του δημοψηφίσματος που εκόμισε ο Γ. Α. Παπανδρέου στις Κάννες. Είχαμε αντιληφθεί ήδη ότι η κίνηση Παπανδρέου, να θέσει σε δημοψήφισμα τους οικονομικούς και πολιτικούς όρους του κουρέματος, θα προκαλούσε την αντίδραση της ηγεσίας της Ε.Ε. και θα έβαζε τον ελληνικό λαό ενώπιον ενός εκβιαστικού και αδιέξοδου διλήμματος. Δεν είχαμε αντιληφθεί ωστόσο πόσο μακριά μπορούσε να φτάσει ο Γ. Α. Παπανδρέου το παίγνιο Win-Win στον λαβύρινθο των τακτικών ελιγμών. Μας εξέπληξε, παρότι ο ίδιος δεν κατανοεί την έκπληξή μας ― ίσως διότι δεν κατανόησε πώς κατασπατάλησε διπλωματικό κεφάλαιο και εθνική αξιοπρέπεια στις Κάννες, όταν στήθηκε στον διάδρομο για να εξηγήσει πώς εδάρη από τη Γερμανίδα καγκελάριο και τον Γάλλο πρόεδρο.

Πράγματι, ίσως ο κ. Παπανδρέου να μην καταλαβαίνει τίποτε απ’ όσα καταλαβαίνουν οι Ελληνες πολίτες: πώς καταλαβαίνουν τους υλικούς και ψυχικούς όρους της κρίσης, πώς αντιλαμβάνονται την ύπαρξή τους με όρους ιστορικής συνέχειας, πώς βιώνουν τον τόπο, τη γλώσσα, την παράδοση, τη συμβολική κληρονομιά, πώς αντιλαμβάνονται το ήθος και το έθος ― αυτά μάλιστα με την αριστοτελική έννοια. Κατά τούτο είναι ερμηνεύσιμη η εμμονή του σε μια γλώσσα μεταμοντέρνου σχετικισμού, που πολλά λέγει και ουδέν σημαίνει, η εμμονή του σε φόρμες χωρίς περιεχόμενο, και, κυρίως, η εμμονική του προσήλωση σε μια διακυβέρνηση απευθυνόμενη στην οικουμένη και ποτέ στη χώρα του.

Αυτό που προξενεί όμως την πιο αλγεινή εντύπωση, στην παρούσα ιστορική στιγμή, την ιδιαιτέρως δραματική, είναι η νοσηρή εξουσιομανία και ο αμοραλισμός που εκπέμπει η πολιτική πράξη του πρωθυπουργού. Καμώνεται πώς αγνοεί ό,τι ο ίδιος έχει προκαλέσει, μεταβιβάζει ανέμελα την ιστορική του ευθύνη στον λαό όταν και όπως το θυμάται, σαν να αγνοεί ή και να προσπερνά συνειδητά τον πυρήνα του δημοκρατικού βίου: την αυτοκριτική, τη σύνθεση, την εναλλαγή, την υποχώρηση, την αποχώρηση. Αυτό το τελευταίο κυρίως: ως προρφυρόγεννητος, ο κ. Παπανδρέου αδυνατεί να κατανοήσει ότι υπάρχει ζωή εκτός εξουσίας.

Ο κ. Παπανδρέου, και μαζί του το όλον ΠΑΣΟΚ, φθαρμένοι ανεπανόρθωτα από την μακρά παραμονή στην εξουσία, θεωρούν ότι Ελλάδα είναι οι ίδιοι. Εχασαν όχι μόνο το αριστοτελικό ήθος και το έθος, αλλά και κάθε επαφή με τη δεινή πραγματικότητα. Η πραγματικότητα θα τους επισκεφθεί τιμωρητική σύντομα, αλλά δυστυχώς αυτή η τιμωρία ελάχιστα θα ανακουφίσει τις οδύνες των πολιτών.

Η εξαγγελία δημοψηφίσματος από τον πρωθυπουργό Γ. Α. Παπανδρέου αιφνιδίασε τους πάντες: λαό, κόμματα, βουλευτές, ΜΜΕ, Ευρωπαίους. Και τους έφερε όλους απέναντί του. Δημοψήφισμα που ζητεί ένα ναι ή ένα όχι, σε ποιο ερώτημα; Ενας υπουργός της κυβέρνησης, ο Χ. Καστανίδης, το περιέγραψε έτσι: «Το ερώτημα που θα τεθεί είναι αν η δανειακή σύμβαση, συνοδευόμενη από τα παραρτήματα, γίνεται αποδεκτή από τον ελληνικό λαό».

Το Μνημόνιο του 2010 ήταν ένα νομοτεχνικό κείμενο στα αγγλικά, περίπου 1.300 σελίδες, και ακολούθησαν άλλα επικαιροποιημένα μνημόνια. Το νέο Μνημόνιο του κουρέματος θα είναι ανάλογο κείμενο, ίσως και μεγαλύτερο μαζί με τα παραρτήματα. Προφανώς ουδείς ψηφοφόρος θα προλάβει να το μελετήσει και να το κατανοήσει έως τον Ιανουάριο του δημοψηφίσματος. Αρα, μπορούμε να υποθέσουμε βάσιμα ότι το δημοψήφισμα, εάν διεξαχθεί, θα διεξαχθεί βάσει ενός αδρού, ωμού διλήμματος, προς το οποίο αναπόφευκτα θα πιέσουν όλες οι πλευρές: Ναι ή όχι; Υπό ποικίλες μορφές: Να πάρουμε τα λεφτά του δανείου, ναι ή όχι; Να πληρώσουμε μισθούς – συντάξεις, ναι ή όχι; Ευρώ ή δραχμή; Ευρώπη ή Σομαλία; Φως ή σκοτάδι;

Πώς μπορεί ο δοκιμαζόμενος και σκοτεινιασμένος Ελληνας πολίτης να σκεφτεί και να αποφασίσει πάνω σε τέτοια εκβιαστικά διλήμματα; Τα οποία ουσιαστικά του δίνουν μόνο το περιθώριο να επιλέξει τρόπο αφανισμού του; Πώς μπορεί να διεξαχθεί υπό αυτούς τους εκβιαστικούς όρους η απολύτως αναγκαία συζήτηση για το πώς και προς τα πού θέλουμε να πορευτούμε σαν κοινωνία και χώρα, από δω και στο εξής; Μετά τη χρεοκοπία, μετά την αφροσύνη, σε αντίξοο γεωπολιτικό περιβάλλον;

Πάνω στην κόψη του καιρού, του πιο πυκνού και δραματικού ιστορικού χρόνου που έχουν ζήσει οι Ελληνες εδώ και δύο γενεές, ο Γ. Α. Παπανδρέου, συρόμενος πίσω από εξελίξεις που ο ίδιος πυροδότησε αλλά τον ξεπέρασαν, ρίχνει μια προσωπική ζαριά, ιδιοτελή. Η ζαριά επανορίζει προσώρας το πολιτικό πεδίο, στο οποίο ο ίδιος έχει ηττηθεί ήδη από τον περασμένο Ιούλιο του Μεσοπρόθεσμου, αλλά η ζαριά δεν μπορεί να αναστρέψει τη ροή του χρόνου και τα τετελεσμένα. Το game Δημοψήφισμα δεν οδηγεί σε Win-Win καταστάσεις, η νίκη του παίκτη δεν συνεπάγεται και νίκη της χώρας. Το παίγνιο αυτό εγκυμονεί τον διχασμό του λαού και την περαιτέρω φθορά της κλονισμένης χώρας. Το δημοψήφισμα θα φέρει διχασμό τύπου Σχεδίου Ανάν, χωρίς όμως τη λύτρωση του τότε Οχι: Η Κύπρος δεν καταστράφηκε, απεναντίας εισήλθε στην Ε.Ε. κυρίαρχη και με πλουτοφόρο ΑΟΖ – εδώ όμως πιθανόν να δρομολογηθεί έξοδος και απομόνωση.

Κανένα δημοψήφισμα δεν μπορεί να δώσει αυτό που ζητείται απεγνωσμένα σήμερα: ηγεσία που να εμπνέει, ενότητα λαού, εθνικό σχέδιο διάσωσης, δράση άμεσα, τώρα. Οι εκλογές θα ήσαν μια κάποια λύσις.

Είχαμε την αίσθηση ότι η κυβέρνηση απουσιάζει, ότι ο πρωθυπουργός έχει σιγήσει, ότι οι υπουργοί αδρανούν, περιμένοντας την κουρά και τους καβαφικούς βάρβαρους.

Λάθος. Την περασμένη Κυριακή, ο πρωθυπουργός εμφανίστηκε δις, με άρθρο ιστορίας ΠΑΣΟΚ και με συνέντευξη, ενώ κορυφαίοι υπουργοί επιδόθηκαν σε ένα νέο είδος επικοινωνίας: τη συλλογική αρθρογραφία. Το άρθρο των τριών υπουργών, Αννας Διαμαντοπούλου, Ανδρ. Λοβέρδου, Γ. Ραγκούση συγκέντρωσε το ενδιαφέρον, εις βάρος του πρωθυπουργού, και δικαιολογημένα: δείχνει όχι μόνο το ήθος των καιρών, αλλά και το σχήμα των πραγμάτων που έρχονται – ή τουλάχιστον την προσδοκία επιβίωσης του πολιτικού προσωπικού.

Το συλλογικό άρθρο παρουσιάζει ενδιαφέρον ως συμβάν, ως φόρμα και από τις συμπαραδηλώσεις του, πολύ περισσότερο από το περιεχόμενό του. Ως συμβάν: τρεις εν ενεργεία υπουργοί, και όχι ένας, απευθύνονται στο πανελλήνιο, σε συγκυρία κατάρρευσης του πολιτικού συστήματος. Αρα ομάδωση, πόλος εξουσίας, εν όψει ρήξεων και μετασχηματισμών. Οι τρεις αρθρογράφοι έχουν διαφορετική πολιτική και κομματική καταγωγή. Η κ. Διαμαντοπούλου ενηλικιώθηκε και ωρίμασε στο κόμμα και το κράτος, όλη η ζωή της είναι κομματική και κυβερνητική. Το ίδιο και ο κ. Ραγκούσης, σε πολύ χαμηλότερες θέσεις ωστόσο, έως ότου ο Γ. Παπανδρέου τον εκτόξευσε στην κυβερνητική κορυφή. Ο κ. Λοβέρδος έχει επιδείξει αξιοθαύμαστες ικανότητες, προσαρμογής στον καιρό και αλλαγής συμμάχων, πάντα με τον εκάστοτε νικητή. Παρ’ όλες τις διαφορές, οι κομματοθρεμμένοι και κρατικοδίατοι συγκλίνουν. Γιατί; Τους οδηγεί το ένστικτο επιβίωσης. Το ΠΑΣΟΚ ως κυβέρνηση και κράτος πεθαίνει, κι αυτοί δεν θέλουν να πεθάνουν μαζί του. Απαγκιστρώνονται από το βυθιζόμενο σκάφος, αποποιούμενοι ευθύνες, στρέφοντας τον προβολέα εκτός παιδιάς. Με τη φόρμα του άρθρου…

Η φόρμα του άρθρου υποδηλώνει παρατηρητή των γεγονότων, και όχι αυτουργό και υπεύθυνο. Διαπιστώσεις, περιγραφή, ανάλυση, εντοπισμός και καυτηριασμός των κακώς κειμένων, εντοπισμός υπευθύνων, έκκληση προς τους αιρετούς άρχοντες – αυτό είναι το άρθρο. Ο αρθρογράφος ευθύνεται μόνο για τις τρέχουσες παρατηρήσεις και επισημάνσεις του, δεν αναλαμβάνει την ευθύνη για το πώς φτάσαμε ώς εδώ, ποιος διαμόρφωσε τη δομή εξαχρείωσης, τον συντεχνιασμό και την ανομία. Ο αρθρογράφος δεν είναι ηγέτης, είναι παρατηρητής. Εξ ου και οι παρατηρήσεις του μπορούν να αποφεύγουν το οδυνηρό βάθος, την ανασκαφή της Μεταπολίτευσης, το πώς και το ποιοι έχτισαν τον συντεχνιασμό και την ανομία: ποιοι εξέθρεψαν τις φυλές των ΔΕΚΟ, ποιοι διόριζαν τους εαυτούς και τους συγγενείς τους σε χρυσοπληρωμένες αργομισθίες, ποιοι εξασφάλισαν συντάξεις από φαλιρισμένες ΔΕΚΟ, ποιοι αναρριχήθηκαν στα κομματικά οφίτσια και άλωσαν το κράτος, ποιοι δεν βρέθηκαν ποτέ στα ανταγωνιστικά έμπεδα της ελεύθερης αγοράς.

Ακόμη κι έτσι, όμως, χωρίς ανασκαφή, οι αρθρογράφοι περιέγραψαν το κόμμα τους, το κόμμα-βασίλισσα και τους κλώνους-κηφήνες. Κατά τούτο ήσαν ειλικρινείς αυτοπροσωπογραφούμενοι.

H χθεσινή κατάρρευση των τραπεζικών μετοχών και η επιστροφή του δείκτη του Χρηματιστηρίου σε επίπεδα 1993 δείχνει τι περίπου μπορούμε να περιμένουμε για το ορατό μέλλον, στο οικονομικό πεδίο. Είκοσι χρόνια πίσω, στα χρόνια της τότε κρίσης χρέους και της τότε δημοσιονομικής προσαρμογής, με την ασθενή δραχμή σαν εργαλείο, χωρίς χρεοκοπία όμως, χωρίς επαχθή διακρατικό δανεισμό και χωρίς τη βίαιη εξάρθρωση της κοινωνίας που συμβαίνει τώρα.

Η κυβέρνηση Γ.Α. Παπανδρέου δεν αντιλαμβάνεται όμως την πραγματικότητα όπως την προεξοφλούν οι αγορές και όπως τη βιώνει οδυνηρά ο κόσμος. Ο πρωθυπουργός, εξουθενωμένος και σιωπηλός πια, παρακολουθεί τους Ευρωπαίους ομολόγους του να καθορίζουν το μέλλον της Ελλάδας ερήμην του και ερήμην μας. Ο δε αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Βαγγέλης Βενιζέλος, με ένα ιδιότυπο μείγμα κυνισμού και απογνώσεως, προσδιόρισε το επίπεδο τρέχουσας φτωχοποίησης του ελληνικού λαού: το έτος 2004.

Ο λαλίστατος κ.Βενιζέλος, ακριβώς εξαιτίας της ρητορικής του αυταρέσκειας, διέπραξε γκάφα δεινή. Το 2004, υλικά, είναι πολύ ανώτερο του 2011, πρωτίστως κατά τους δείκτες απασχόλησης και ανάπτυξης. Οι Ελληνες δεν επιστρέφουν στο κοντινό 2004· σε ορισμένα πεδία, όπως λ.χ. στην απασχόληση, καταβαραθρώνονται στις αρχές της δεκαετίας του ’60.

Συμβολικά, το 2004 ήταν το μεσουράνημα της αισιοδοξίας ― επίπλαστης, φουσκωμένης από υπερβολικές προσδοκίες και από την μεγαληγορία των πολιτικών ταγών περί ισχυρής Ελλάδος του ευρώ, των swaps, της δημιουργικής λογιστικής, της χρηματιστηριακής ευφορίας, του εύκολου δανεισμού. Το 2004 η Ελλάδα ήταν το εργοτάξιο της Ολυμπιακής Φρενίτιδας, της μόνης και τελευταίας ιδέας που συνέλαβε η άξεστη εγχώρια ελίτ. Ηταν η ιδέα που υπηρέτησαν αγογγύστως οι ιερείς του εκσυγχρονισμού, κι αυτή η ιδέα υλοποιήθηκε με κρατικό χρήμα, με δανεικά, αυτά που πληρώνουν τώρα ενοχοποιημένοι συνταξιούχοι, μισθωτοί και επαγγελματίες.

Ηταν μεθυσμένο το καλοκαίρι του Euro 04 και της τελετής έναρξης, με τι-σερτ Hellas. Οι Ελληνες δεν κοιτούσαν λογαριασμούς, δαφνοστεφείς έπιναν από κούπες πρωταθλητών και άκουγαν «εφκαριστούμε Ελλάντα» από τα χείλη αυτών που τώρα καταριούνται τους πονηρούς τεμπέληδες του Νότου.

Λάθος χρονολογία διαλέξατε, κ. Βενιζέλο. Μπορεί όμως και να λέτε εμμέσως μιαν αλήθεια: το 2004, η κορωνίδα της ανεμελιάς και της αισιοδοξίας, ενέκλειε ήδη τον σπόρο της καταστροφής. Οι Ελληνες είχαν παραδοθεί στα διακοποδάνεια, στα ΙΧ με άτοκες, στην απληστία, είχαν παραδώσει τα κλειδιά της δημοκρατίας στους φαύλους και τους κλεπτοκράτες, ζούσαν τη ζωή τους σαν ξέσαλο μεσημεριανάδικο. Ομως εσείς, σαν πολιτική τάξη, ιθύνουσα τότε και τώρα και από πολύ πριν, στήσατε εκείνο τον ορίζοντα προσδοκιών, εκείνο τον φενακισμό, εκείνο το ψέμα, διαβρώσατε κράτος και θεσμούς, αξίες, ήθη και ψυχές, εκθρέψατε διαπλεκόμενους και κλεπτοκράτες. Το χρυσωμένο ψέμα του 2004 σωρεύει τώρα ερείπια: αυτή, ναι, είναι η αλήθεια.

Ακόμη κι αν δεν οργίαζαν οι φήμες περί χρεοκοπίας, οι γερμανικές απειλές και τα σενάρια επόμενης μέρας, το Σαββατοκύριακο οι περισσότεροι Ελληνες σφράγισαν μέσα τους ότι η κατάσταση βρίσκεται στο σημείο μηδέν. Το τελευταίο διήμερο των διακοπών, μερικές ώρες πριν από τη σχολική πρεμιέρα, η Διεθνής Εκθεση της Θεσσαλονίκης συμπύκνωσε, με λέξεις, με ατμόσφαιρα και εξωλεκτικά σήματα, την αγωνία και τις διαψεύσεις μιας διετίας κρίσης, και το πικρό τέλος τριών δεκαετιών ανέμελου βίου.

Η ατμόσφαιρα: πολεμική, αλλά και ατμόσφαιρα απόγνωσης Ποιος ζητά από ποιον, τι; Οι λέξεις: ο λόγος ενός βαθύτατα αμήχανου, μάλλον απεγνωσμένου πρωθυπουργού, λόγος που προσπαθεί να μην ακουστεί σαν ψέμα, αλλά δεν τα καταφέρνει και βουλιάζει στις γενικότητες, λόγος που συγχέει το εγώ με το εμείς, την κυβέρνηση με την πατρίδα, λόγος που προσπαθεί να εμψυχώσει αλλά μόνο αποκαρδιώνει. Λόγος από τον οποίο μένει μια φράση, πικρό κατακάθι για την ιστορία: «Ενας εργαζόμενος σε κάθε οικογένεια». Εδώ ας σταθούμε.

Γιατί ειπώθηκε αυτή η ανατριχιαστική φράση; Για παρηγοριά; Περιγράφει την κόκκινη γραμμή, πέραν της οποίας δεν θα υπάρξει άλλη καταστροφή; Ηταν πυροτέχνημα ειλικρίνειας; Ειπώθηκε για να σοκάρει, να μουδιάσει το πλήθος; Ολα αυτά μάλλον ισχύουν ταυτοχρόνως. Ο πρωθυπουργός περιέγραψε μια ισχυρότατη τάση μέσα στην κοινωνία, μια στάση αμυντική: απέναντι στην αυξανόμενη διαρκώς ανεργία και τη συρρίκνωση του εισοδήματος, η οικογένεια συσπειρώνεται για αλληλοκάλυψη των μελών. Οσο αποσαθρώνεται το κράτος πρόνοιας, όσο συρρικνώνεται η εμπιστοσύνη στο κράτος δικαίου, τόσο χαλαρώνουν οι κοινωνικοί δεσμοί των μεγάλων συνόλων, φυραίνει η συνοχή της πολιτικής κοινωνίας, οι πολίτες αναζητούν καταφύγιο στην οικογένεια, στην φαμίλια, την πατριά, στους δεσμούς αίματος. Σε αυτό το πλαίσιο, κλονισμού του πολιτικού, η εργασία δεν είναι πια ατομικό και πολιτικό δικαίωμα, είναι παραχωρούμενο μέσο γυμνής επιβίωσης. Δεν υπάρχει κοινωνία, δεν υπάρχει πολίτης, υπάρχει μόνο οικογένεια ― για να θυμηθούμε κάπως τη Μάργκαρετ Θάτσερ.

H ωμή αλήθεια του «ένας εργαζόμενος σε κάθε οικογένεια» στέλνει τους Ελληνες μερικές δεκαετίες πίσω, σε άλλο ήθος βίου, σε άλλο habitus. Αντιβαίνει στον τρόπο που αντιλαμβάνονται τους εαυτούς τους οι περισσότεροι κάτω των 50-55 ετών, όσοι ωρίμασαν με ορίζοντα αφθονίας, ευχερούς απασχόλησης και, κυρίως, με την απόλυτη αξίωση ατομικής αυτοπραγμάτωσης, πέρα από το κέλυφος της οικογένειας καταγωγής. Ο μεταμοντέρνος Γ. Παπανδρέου, εκφράζοντας μια ήττα, σηματοδοτεί την αναγκαστική, άτακτη υποχώρηση του πολίτη-ατόμου, από τον νεωτερικό δημόσιο χώρο και την κοινωνία των πολιτών, στην προμοντέρνα οικογένεια, την φατρία, το αίμα· από τη σφαίρα της επιθυμίας πίσω, βιαίως, στη σφαίρα της ανάγκης.

Η χθεσινή διακοπή των συνομιλιών με την τρόικα και οι ρητορικές ερμηνείες του κ. Βενιζέλου εμπνέουν ανησυχία στον ελληνικό λαό, όχι μόνον διότι κινδυνεύει η εκταμίευση της έκτης δόσης του δανείου, αλλά διότι αποτελεί μια ακόμη ένδειξη για την κλιμακούμενη παράλυση της κυβέρνησης.

Ο κ. Βενιζέλος πιθανόν να προετοιμάζει μια ηρωική έξοδο από τα δεσμά της τρόικας, ως αγανακτισμένος του οποίου ο τράχηλος ζυγόν δεν υποφέρει, εξερχόμενος ταυτοχρόνως και από το πολιτικό αδιέξοδο στο οποίο έχει περιέλθει σύμπασα η κυβέρνηση. Φαίνεται ότι παρόμοιες σκέψεις ηρωικής εξόδου κάνουν και άλλοι υπουργοί, όπως προκύπτει από τις πυκνές και δριμείες αλληλοεπικρίσεις και τις ενδοκυβερνητικές συγκρούσεις, οι οποίες επισκιάζουν πλήρως τα τελευταία ξέφτια κυβερνητικού έργου.

Ο υπουργός Οικονομικών παύει δια διασυρμού την πρόεδρο του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής, η υπουργός Παιδείας δείχνει τρεις συναδέλφους υπουργούς ως υπεύθυνους για το φιάσκο των ατύπωτων σχολικών βιβλίων, τα ταξί προκαλούν σύρραξη δύο «φίλων» υπουργών, για τους γιατρούς διαπληκτίζονται άλλοι υπουργοί εντός του υπουργικού συμβουλίου, οι προσλήψεις μέσω ΜΚΟ ή ΑΣΕΠ βραχυκυκλώνουν έτερους συναρμόδιους υπουργούς κ.ο.κ.

Και ο πρωθυπουργός πού είναι; Μετά την πολιτική λιποθυμία του κ. Γ. Α. Παπανδρέου, την 15η Ιουνίου, όταν με ένα ιστορικής σημασίας acting out, μια ψυχαναλυτική εκδραμάτιση, παραίτησε την κυβέρνησή του ενώπιον του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολιτεύσεως, η χώρα ουσιαστικά πορεύεται άνευ πρωθυπουργού. Αντ’ αυτού πρωθυπουργεύει ρητορεύων ο κ. Βενιζέλος, με επίκουρους και ανελέητα διαγκωνιζόμενους τους άλλους υπουργούς, δελφίνους και βαρώνους του ΠΑΣΟΚ, βαθέος άμα και αβαθούς, παλαιού και νέου.

Η σφοδρή ύφεση, υποεκτιμηθείσα σφοδρώς από την τρόικα, ανατρέπει κάθε φορμαλιστικό σχεδιασμό, καταδεικνύει κενό πολιτικής και έλλειμμα νομιμοποίησης.

H κρίση στον Συνασπισμό της Αριστεράς, βαθιά, διαρκής, δομική, καθρεφτίζει την κρίση όλου του πολιτικού συστήματος. Τουλάχιστον του συστήματος που απαρτίζουν τα κοινοβουλευτικά κόμματα. Κρίση ηγεσίας, κρίση γραμμής, κρίση τακτικής, κρίση στρατηγικής, κρίση λόγου, κρίση ταυτότητας. Κρίση οντολογική. Η Αριστερά συνταράσσεται όχι μόνο από τη δική της κρίση, αλλά από την κρίση που σιγοκαίει και κλυδωνίζει την πολιτική σκηνή, που διατρέχει σαν διαρκής τονικός σπασμός το κοινωνικό σώμα. Και επειδή αυτή η συγκεκριμένη Αριστερά, η συνασπίζουσα και στεγάζουσα αντίρροπους κι ανένταχτους, είναι μικρή στο δέμας, χαλαρή στην ύφανση, διαφανής και ευανάγνωστη, γι’ αυτό και η κρίση της, η αδυναμία και η αρρώστια της διαβάζονται σαν ανοιχτό βιβλίο.

Ολα τελούνται δημόσια: σκυλοκαβγάδες και κουβέντες με πόνο, μαχαιρώματα, πλατφόρμες συμμαχιών, η απεγνωσμένη νοσταλγία, ο τρόμος ενώπιον του νέου, η τρικυμία ενώπιον του νέου, η φιλαυτία του πρωτοπόρου και η αριστερόστροφη ηθικολογία, η αυταρέσκεια και η ξύλινη ρητορεία. Ολα δημόσια – ιδίως ο αυτοοικτιρμός και η αυτολοιδορία.

Οι λοξές κουβέντες του αριστεριστή Κοροβέση, οι έκκεντρες συμπεριφορές του ηγετικού Αλαβάνου, ανεξαρτήτως της αντικειμενικής αξίας που φέρουν, αυθόρμητες και πηγαίες ωστόσο, απρόβλεπτες, ερεθίζουν τα αντανακλαστικά των συντρόφων τους, διότι καταπατούν την άτυπη συμφωνία σιωπής, σπάνε τον κώδικα ηθικολογούσας διαγωγής, και κυρίως διότι δείχνουν το πολιτικό πάπλωμα τρύπιο και τριμμένο, φτενό. Κι αυτό το πάπλωμα δεν είναι μόνο της Αριστεράς, είναι το όλον. Είναι το σύνολο πολιτικό σύστημα.

Σε ό, τι αφορά την κυβερνώσα Νέα Δημοκρατία, είναι ολοφάνερη πλέον η δομική της ανικανότητα όχι να οδηγήσει τη χώρα στο βραχύ μέλλον, αλλά κυρίως η ολοσχερής ανικανότητά της να διαχειριστεί τα καθ’ ημέραν, να αντιμετωπίσει προβλεπτούς κινδύνους, να αντιδράσει ψύχραιμα και συντεταγμένα στα απρόβλεπτα. Η ανικανότητα πηγάζει από έλλειψη οποιουδήποτε σχεδίου, αφενός, από το απελπιστικά χαμηλό επίπεδο του πολιτικού προσωπικού, αφετέρου. Αμορφωσιά, κυνισμός, ελαστικές συνειδήσεις, αδράνεια, θεμελιώδεις ανεπάρκειες, αδυναμία και απροθυμία να αφουγκραστούν τη μεταβαλλόμενη πολύμορφη κοινωνία.

Ανάλογη ανθρωπολογία συναντάμε στο ΠΑΣΟΚ. Δεν γνωρίζουμε ποιο θα είναι το κυβερνητικό επιτελείο του Γ. Παπανδρέου, εφόσον εκλεγεί, γνωρίζουμε όμως ότι το ΠΑΣΟΚ, το μεγάλο κόμμα της μεταπολίτευσης, είναι ένα κόμμα βαριά κουρασμένο και εσωστρεφές, το οποίο ακόμη και τώρα, μετά τρεις εκλογικές ήττες, ευρισκόμενο στα πρόθυρα της ποθητής του εξουσίας, του δικού του raison d’tre, παραμένει αορίστως καταγγελτικό, γενικολογεί, αντιπολιτεύεται, χωρίς να προτείνει τίποτε εκτός από τη δική του άνοδο στην εξουσία. Κόμμα διαχειριστών και όχι πολιτικών, χωρίς αυτοκριτική, χωρίς ανάλυση της πραγματικότητας, χωρίς επεξεργασία συνθέσεων.

Σε αρκετά ζωτικά θέματα, μάλιστα, οι άδηλες ή εκφρασμένες θέσεις του κεντροαριστερού Γ. Παπανδρέου δεν διαφέρουν ουσιωδώς από τις αντίστοιχες θέσεις του κεντροδεξιού Κ. Καραμανλή. Και οι δύο πενηντάρηδες ηγέτες άλλωστε ποντάρουν πολύ στην ίδια κληρονομική ρητορεία και σε συναισθηματικά φορτισμένη χρήση σχημάτων του καταγωγικού τους παρελθόντος. Και οι δύο, αναπόφευκτα και αντικειμενικά, μαζί με τους επιγόνους του Κ. Μητσοτάκη, εκφράζουν μια κληρονομιά οικογενειοκρατίας και δυναστειών, τέτοια που δεν υπάρχει ανάλογό της σε καμιία ευρωπαϊκή δημοκρατία σήμερα. Ποιον εκσυγχρονισμό και ποια ανανέωση του κοινωνικού σώματος να εγγυηθούν αυτά τα κουρασμένα κόμματα – δυναστείες;

Η πολιτική είναι τέχνη του εφικτού, είναι πραγματισμός. Πράγματι. Αλλά από καιρό τώρα, η τρέχουσα πολιτική έχει χάσει κάθε σχέση και με το εφικτό και με το πραγματικό. Ολο το σύστημα, από τη νεο-λαϊκή ακροδεξιά έως το φαραωνικό απολίθωμα του Περισσού, ασχολείται εργωδώς μόνο με την αναπαραγωγή και τη αυτοσυντήρησή του. Εν κενώ, προστατευμένο από κοινωνία, συγκυρία, γεωπολιτικό περιβάλλον – όσο μπορεί, όσο του επιτρέπουν οι κεραμίδες που κάθε τόσο πέφτουν επώδυνες ζητώντας εξηγήσεις και πράξη.

Διότι η πραγματικότητα εν τω μεταξύ καλπάζει. Δύσκολη, απρόοπτη, ανατρέπουσα βεβαιότητες και ευκολίες. Απαιτεί αναλυτικές και συνθετικές ικανότητες. Απαιτεί προ πάντων ένα συνεκτικό αφήγημα, το οποίο να καταγράφει την πραγματικότητα και ταυτοχρόνως να την αναλύει και να την επιλύει, και να την υπερβαίνει.

Εδώ γυρνάμε πάλι στην κρίση της Αριστεράς, που περιέχει όλες τις κρίσεις. Η ευρωπαϊκή Αριστερά στους νεώτερους χρόνους επιχειρούσε να αφηγηθεί τον κόσμο συνθέτοντας το ουτοπικό πρόταγμα, τις επιθυμίες της παρούσας κοινωνίας και τη διαχείριση των αναγκών της. Με ελλείμματα και παρεκκλίσεις (συχνά τερατώδεις), με συχνές ήττες και πισωγυρίσματα, αλλά και λαμπρά επιτεύγματα, έτσι ξετυλίχτηκε ο πολιτικός πολιτισμός της νεωτερικότητας, από τους πρωτοφιλελεύθερους και τους ρεπουμπλικανούς έως τους ουτοπιστές σοσιαλιστές και τους ελευθεριακούς: αφηγούμενος πειστικά τον κόσμο. Σε ένα αφήγημα όπου οι πολίτες δεν είναι αφηγούμενα αντικείμενα αλλά υποκείμενα και διαμορφωτές, αφηγητές.

Αυτή η κληρονομιά συνθέσεων και τόλμης έχει χαθεί αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα. Μάλλον, έχει θαμπώσει, έχει θαφτεί κάτω από υστεροβουλία, σκοπιμοθηρία, ανικανότητα, νεποτισμό και διαφθορά. Η κοινωνία χωρίς θεσμούς, χωρίς ενοποιητικό αφήγημα, χωρίς αίσθηση του ανήκειν και του συναποφασίζειν, έχει χάσει την πίστη στον εαυτό της, στις ανανεωτικές της δυνάμεις. Φοβάται το παρόν, τρέμει το μέλλον. Κερματίζεται και αλληλοσπαράσσεται, όπως ακριβώς πράττει τώρα το κόμμα της Αριστεράς. Ιδού, σε αυτό τουλάχιστον το πεδίο, πολιτική και κοινωνία συναιρούνται: εν κρίσει.

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

Twitting

  • Θετικό πρώτο βήμα λένε οι 450 για την τροπολογία ΑΕΠΙ. Συμφωνώ, ασφαλώς θα ακολουθήσουν και τα επόμενα avgi.gr/article/10842/… 8 hours ago
  • 2/2 Δεν σταματάμε εδώ, με βέλτιστη νομοθέτηση συνεχίζουμε στο πλευρό των δημιουργών, για υγιή λειτουργία της αγοράς 19 hours ago
  • 1/2 Με σημερινή νομοθέτηση η Υπουργός Πολιτισμού αποκτά τη δυνατότητα ορισμού Επιτρόπου για διάσωση της ΑΕΠΙ 19 hours ago
  • 2/2 Ήταν ένας από τους πιο σημαντικούς εκπροσώπους του ελληνικού εξπρεσιονισμού. Θα τον θυμάμαι μέσα από τα έργα του & τις συζητήσεις μας 1 day ago
  • 1/2 Έφυγε ο φιλος Άλκης Πιερράκος... 1 day ago
  • 2/2 Speaking with aphorisms & tired cliches about countries shouldn't characterize someone who till recently headed a collective EU council 1 day ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 984,462 hits
Αρέσει σε %d bloggers: