You are currently browsing the tag archive for the ‘γλώσσα’ tag.

melpo

Βρισκόταν στο Αρχείο Νεοελληνικής Λογοτεχνίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου. Το γαλλικό μυθιστόρημα της Μέλπως Αξιώτη, γραμμένο τα χρόνια του Παρισιού, ανάμεσα 1947-49: «Ρεπυμπλίκ-Βαστίλλη», ανάμεσα σε δύο στάσεις μετρό, η περιοχή της, η διαμονή. Αυτοεξόριστη από την Ελλάδα, λίγο προτού εξορισθεί κι απ’ τη Γαλλία, δοκιμάζει τη φωνή της στα γαλλικά. Εξοχα, λένε οι γαλλόφωνοι. Εξοχη και η απόδοσή του στα ελληνικά, από την Τιτίκα Δημητρούλια, η οποία ακολούθησε τους δρόμους που υπεδείκνυε η ίδια η συγγραφέας, καθώς αρκετά μοτίβα και χωρία τα είχε μεταφέρει σχεδόν αυτούσια σε μεταγενέστερα βιβλία της. Εξοχη και η εισαγωγή της Μαρίας Μικέ, που επιμελήθηκε το όλο εγχείρημα.

Οι δύο φιλόλογοι, που λατρεύουν τη Μέλπω, με κάλεσαν να πω δυο λόγια για το βιβλίο, μαζί με τη σπουδαία συγγραφέα Μάρω Δούκα και την εκλεκτή ιστορικό Πόπη Πολέμη, που έχουν δουλέψει εκτενώς πάνω στην Αξιώτη. Οποία τιμή! Προσπάθησα:

Να μιλήσω για τη Μέλπω είναι σαν να προσπαθώ να ξεχωρίσω το πρόσωπο από το έργο. Α, μα είναι δύσκολο να ξεχωρίσεις αυτόν τον άνθρωπο από την ομιλία του, τον πολυτάραχο βίο από το διαρκώς γραφόμενο βιβλίο της ζωής της. Την γέννησε η ελληνική γλώσσα, γκαστρωμένη από ποιητάρηδες και λογίους, τη διάλεξε η γλώσσα για να δώσει φωνή στον 20ό αιώνα. Το γράψιμο την ζει, όσο γράφει θα ζει. Αυτό φοβάται: όταν θα πάψει να γράφει, όταν θα χάσει τις λέξεις, θα γίνει αρχαίο πιθάρι, θα πάψει να υπάρχει. Κι έτσι, όπως προφήτεψε και φοβόταν, συνέβη: έσβησαν οι λέξεις, έσβησε ο νους, έσβησε η ζωή της.

Ομως η άλλη προφητεία της δεν βγήκε: δεν ξεχάστηκε, δεν την ξεχάσαμε. Τη μνημονεύουμε, η ομιλία της δονεί και συνεπαίρνει, η γραφή της την κρατάει ζωντανή στις διάνοιες και τις καρδιές μας, είναι η σκοτεινή τρυγόνα, ο «κάβουρας», είναι η ψηλή ξερακιανή κυρία με τα φλογισμένα μάτια και τη μυτόγκα που ξεκρεμνούσε, το ολιγομίλητο ξωτικό με πανωφόρι κατακαλόκαιρα, είναι το ασημένιο σουβριάλι το ιδρυτικό, είναι η δική μας Βιρτζίνια Γουλφ, είναι η Λίζα και η Κάδμω που ιστορεί τον τρομερό Εικοστό Αιώνα των πολέμων, των εμφυλίων και των εκτελέσεων, η Κάδμω που ζει συνομιλώντας με τους νεκρούς της, τη Μάρω, τη Λουκία, που διασχίζει τον χρόνο καρκινικά, πλαγίως, άνω-κάτω και μπρος-πίσω, σμίγοντας τους παλαιούς με τους σύγχρονους, τους ξωμάχους με τους ήρωες, τον μηχανικό με τον τυφλό συγκολλητή αρχαίων αγγείων, είναι η Κάδμω του νόστου, μια θηλυκή Οδυσσέας που αυτοϊστορείται υφαίνοντας το έπος της με τη γλώσσα των παιδιών και των αγράμματων, των ονειροπαρμένων και των παραλοϊσμένων, είναι η Μέλπω που στοιχειώνει τα σοκάκια της Μύκονος καθώς πολεμά με το μελτέμι στις ανεμοδαρμένες μπούκες του Γιαλού, είναι η παιδική καρδιά, η φλωμπερική cœur simple, κι είναι ο στρόβιλος των μοντέρνων καιρών:

«Και ίσως θα χρειαστεί εμείς τώρα να ξαναπλάσομε μια παιδική καρδιά για να μπορούμε να διαβάσομε.» (Θέλετε να χορέψομε, Μαρία; 1940)

Δεν είναι εύκολο να μιλήσω για την Μέλπω. Γιατί η Μέλπω για μένα είναι η Μύκονος, ο τόπος των παιδικών καλοκαιριών, της εφηβείας και της ενηλικίωσης. Είναι το Αρχιπέλαγος.Γιατί η Μέλπω με ποτίζει υπαρξιακά· η πρόζα της, η φωνή της, ο ίσκιος της, φωτίζουν τα πρώτα μου βήματα στους λευκούς λαβύρινθους της Χώρας, η φωνή της είναι η φωνή της λαλάς μου, της γαλανομάτας Κατερνώς που έλεγε ομηρικά ‘θα σου πέψω μιαν όρνιθα’, είναι τα μελωδικά παραμιλητά των γραϊδίων, της Ζαμπελώς, της Αρχοντούλας, της Τομαζίνας, το σούρουπο στις πεζούλες· η φωνή της Μέλπως είναι το σκώμμα των ψαράδων και των βαρκαραίων, είναι ο μεσαιωνικός θρύλος του μυκονιάτη απέθαντου, του Βουρβούλακα, είναι η ιστορία του πειρατή Μανώλη Μερμελέχα που νίκησε τη χολέρα και τον φωνάζαν ‘μόρτη’, είναι η ιστορία της Μαρίας της επιλεγομένης Γαλαζιανής, ήτις ξεμυάλιζε τους νοικοκυραίους και ζούσε βίον ακόλαστον και εξορίστηκε από το Κοινόν των Μυκονίων, είναι οι Γιαλούδες που βγαίνουν στη Λαγκάδα με πανσέληνο· η φωνή της Μέλπως είναι το παρ’ ημίν αρχαιότατο stream of consciousness που ξεκινά σαν αφήγηση σε βεγγέρα, γίνεται ποίημα, γίνεται εμμελής πρόζα και τυλίγει το Αρχιπέλαγος, επιστρέφει στη γενέθλια γη, στη Μύκονο· είναι ό,τι χάθηκε κι ό,τι απομένει.

Advertisements

Ο κύκλος της Κηφισιάς, δια στόματος της προσφιλούς λυκειάρχου, διεμήνυσε: Πότε θα δούμε φως; Πότε θα πάψουν οι θλίψεις στα γραφτά σας; Εγραφα για το ράγισμα των συνανθρώπων γύρω μας, για τα μουδιασμένα φερσίματα σε καφενεία, δρόμους, μαγαζιά, και μπαρ, για τη διάχυτη ατυχία που χτυπάει διπλανούς και φίλους, για τη δυστυχία του άλλου που στοιχειώνει εμάς τους τυχερούς.

Δεν είχα να απαντήσω στους φίλους της Κηφισιάς κάτι καλύτερο από το σχόλιο που άφησε ένας αναγνώστης στον ιστότοπο της Καθημερινή, έναν λόγο πυκνό και βαθύ του οσίου Μάρκου του Ασκητή περί των ακουσίων θλίψεων: «Είµαστε υπεύθυνοι για τα ακούσια λυπηρά, που µας συµβαίνουν λόγω των εκουσίων πράξεων και λογισµών µας και είναι τα δεύτερα αίτια των πρώτων. Υπάρχουν “τα εν γνώσει και τα εν αγνοία πταίσµατα”. Οι θλίψεις ξεφυτρώνουν λόγω παλαιών ή ξεχασµένων παραπτωµάτων τους ή για να γιατρευθεί κάποιο συγκεκριµένο πάθος τους».

Συνοπτικά: Αιτία των ακουσίων θλίψεων είναι η συγκατάθεσίς μας εις τα εκούσια πάθη. Ας μη βιαστούμε να πούμε ότι αυτός συλλογισμός υπακούει στο ιουδαιοχριστιανικό σχήμα αμαρτία-τιμωρία· δεν είναι μία η καταγωγή της σκέψης τούτης, ούτε μία η εκφορά και η πρόσληψή της, τον πυρήνα μπορούμε να τον ανιχνεύσουμε και στους στωικούς και στους επικούρειους και στους νεοπλατωνικούς. Ο Μάρκος ο Ασκητής προσθέτει τη χριστιανική αφομοίωση, βασισμένος στο Ευαγγέλιο και τον Απόστολο Παύλο: «Η αγάπη δυναµώνει όχι µόνο µε τους αυτόβουλους κόπους αλλά και µε τις ακούσιες επερχόµενες θλίψεις». Ηδη μας δίνει ελπίδα και διέξοδο.

Ο αναγνώστης που σχολίασε έτσι την εν θλίψεσι αθηναϊκή μου flânerie ονομάζεται Ευθύμιος. Εύθυμος, δηλαδή με καλή διάθεση, αλλά όχι αστείος. Τι σύμπτωση! Μερικές ώρες νωρίτερα είχα απαντήσει έναν συνονόματό του στην άκρη της Ρούμελης, τον ιερομόναχο Ευθύμιο Πενταγιώτη, είχα συναντήσει το περίφημο Χρονικό του Γαλαξειδίου που έγραψε με το χέρι του, το 1703, μια μοναδική εξιστόρηση του μεσαιωνικού και μεταμεσαιωνικού ελληνισμού από το τέλος του 14ου αιώνα ώς την αρχή του 18ου.

Είχα περάσει από το σπίτι του μέγιστου ιστοριοδίφη Κωνσταντίνου Σάθα, του ανθρώπου που ανακάλυψε το χειρόγραφο του Ευθύμιου κι αυτό το εικοσάφυλλο άλλαξε τη ζωή του, την αφιέρωσε στην έρευνα του παρ’ ημίν Μεσαίωνος στις βιβλιοθήκες της Βενετίας και του Παρισιού. Στάθηκα έξω από το γαλαξειδιώτικο αρχοντικό κι έδειξα τη διακριτική επιγραφή στη συντροφιά μου, είπα μια κουβέντα. Λίγο αργότερα, ανταμώσαμε όλοι μαζί το περίφημο χειρόγραφο στο Ναυτικό Μουσείο της πόλης. Η ολόδροση γλώσσα του ιερομονάχου προϋποθέτει τον ελεύθερο Σολωμό των διαλόγων και της Γυναίκας της Ζάκυθος, προϋποθέτει τον Μακρυγιάνννη, υπάρχει ίδια μες στις νοταριακές πράξεις του Κοινού των Μυκονίων τον 17ο αιώνα, υπάρχει ολόιδια μες στα γαλαξειδιώτικα ναυλοσύμφωνα και τα ημερολόγια καταστρώματος, που φέρουν στο εξώφυλλο «είθε ο Θεός μαζί μας», ίδια στα επιστολικά δελτάρια και στις καραβοζωγραφιές.

Συνεχίζεται η γλώσσα, ο λόγος, η ιστορική αφήγηση, ο στοχασμός, ίδια και ανελισσόμενα, από τον 4ο μ.Χ. αιώνα του λόγιου Αθηναίου Μάρκου του Ασκητή, μαθητή του Ιωάννη του Χρυσόστομου, ως την «Κρόνακα, Εξήγησις της γλυκείας χώρας Κύπρου» του Λεοντίου Μαχαιρά τον 15ο αιώνα, κι από ‘κει στο 1703 του φιλομαθούς ιερομονάχου Ευθυμίου από το Γαλαξείδι, που προσφέρει την ιστορία του «ευγαλμένη από παλαιά χερόγραφα, μεμβράνια, σιζίλια, και χρυσόβουλλα αυθεντικά»: «Αυτή γουν είνε η αληθινή ιστορία αυτού του τόπου, έστωντας πατρίδα μου, και για χατίρι της εκόπιασα πολλαίς νύχταις διαβάζωντας παλαιά βιβλία, που είνε και σώζονται στο μοναστήρι του Σωτήρος, που άλλαις φοραίς ήτανε δοξασμένο και με πολλαίς χάραις πλουτισμένο, και την σήμερα ήμερα είνε έρημο, έχοντας μονάχα πέντε ασκητάδες, τον αδελφό Νικόλαο, τον αδελφό Ιωάννη, τον αδερφό Μήτρο τον Χατζή-Βαρνάβα, που παραπάνου αφηγήθηκα, τον πάτερ Σωφρόνιο, και ελόγου μου· όλοι από χώρα Γαλαξείδι.»

Ωστε, συνέχεια. Η ζωή διαρκώς ξετυλίγεται σαν χρονικό, με στίχους, αισθήματα, μύθους και γεγονότα, σε χειρόγραφα τετράδια και σταχωμένα κατάστιχα, ψηφιακά αρχεία και τουίτ 140 χαρακτήρων.

Αρα, φως. Οι ακούσιες θλίψεις μας θα κρατήσουν κι άλλο, πάντα θα υπάρχουν, αλλά πάντα η αγάπη της ζωής και η δίψα ελευθερίας, η ίδια η γλώσσα που μας περιέχει και μας κουβαλά, θα σχίζουν τον ζόφο, θα μας φέρνουν στο φως.

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

RSS Gatherate: The Best of the Greeks

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Twitting

  • Ζωγράφισε τους ισχυρούς σαν χατζηαβάτες, τους ταπεινούς σαν θυμόσοφους, εντόπιζε ποταπές ρητορείες, χαστούκιζε την… twitter.com/i/web/status/1… 1 week ago
  • Η ανάκαμψη των σοσιαλιστών, η ορμητική εμφάνιση ριζοσπαστών αριστερών στον Μεσογειακό Νότο οφείλεται σε αντίστροφη… twitter.com/i/web/status/1… 2 weeks ago
  • Πού να σου εξηγώ «πόθεν η κοινή λέξις τραγουδώ»…; «Ένα Βλέμμα» στο Έθνος της Κυριακής μετά τη συνάντηση Μητσοτάκη -… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago
  • Μετά τη συνάντηση καλλιτεχνών-Μητσοτάκη, να τον ρωτήσω: Πόσο θράσος; Πώς διαχειρίστηκαν το θέμα από το 1993, όταν ψ… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago
  • Παπατζιλίκι με τους τραγουδοποιούς: Άσμα 450+: Επικίνδυνο και παραπλανητικό το βίντεο του Κυριάκου Μητσοτάκη ethnos.gr/politiki/33501… 1 month ago
  • Με τους βουλευτές της Βόρειας Μακεδονίας, Beti Rabadzievska από τις Πρέσπες (αριστερά) και Sasho Vasilevski από την… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 1.003.269 hits
Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: