You are currently browsing the tag archive for the ‘αυτοϋποτίμηση’ tag.

Munoz-boxer

Εχουμε κουραστεί να μετράμε απώλειες. Τέσσερα χρόνια τώρα. Απώλειες υλικές, κοινωνικές, πολιτικές. Η ύστατη και ίσως σημαντικότερη απώλεια με την οποία απειλούμαστε είναι η απώλεια ταυτότητας. Οχι ότι θα τη χάσουμε και θα είμαστε το τίποτε, αλλά υπό την έννοια ότι τα σοκ των μεταβολών ήταν και είναι τόσο πολλά, οι μετασχηματισμοί τόσο απότομοι και βίαι οι, που δεν ξέρουμε πια πού στεκόμαστε, πού πατάμε, ποιοι είμαστε μέσα στη δίνη.

Από τις πρώτες μέρες της αναγγελίας της χρεοκοπίας και της επιβολής των μνημονίων οι Ελληνες βίωσαν μια καταιγίδα δημοσιότητας, σχετική με τον χαρακτήρα τους, με αυτή την συχνά ισοπεδωτική γενίκευση που αφορά τον εθνικό χαρακτήρα, τα χαρακτηριστικά ενός εθνικού συνόλου. Τα εντυπωσιοθηρικά ιδίως μήντια της Βορείου Ευρωπης ανέσυραν πλήθος στερεοτύπων για τον συνοπτικό ανθρωπότυπο του πονηρού, οκνηρού, απείθαρχου, ηδονιστή Ελληνα. Από κοντά, και εγχώριοι θυμόσοφοι.

Το παράδοξο είναι ότι πολλοί Ελληνες συμμερίζονται αυτή την στερεοτυπική περιγραφή τους, για διάφορους λόγους: ίσως επειδή ενσωματώνουν μια ραγιάδικη στάση ζωής, ισχυρό κατάλοιπο υποτελούς της οθωμανικής αυτοκρατορίας· ίσως επειδή βαυκαλίζονται ότι με την πονηριά ξεγελούν τον κουτόφραγκο· ίσως επειδή νιώθουν διαρκώς σύμπλεγμα κατωτερότητας έναντι ενός εξιδανικευμένου, μυθικού Ευρωπαίου ανθρώπου. Πολλά ίσως. Και μια βεβαιότητα: η πλημμύρα και η ένταση της προπαγάνδας για τον ένοχο Ελληνα ήταν τέτοιες που ακόμη και οι μη στερεοτυπικά κομπλεξικοί λύγισαν, υπέκυψαν, έφτασαν ώς τις εσχατιές της μειονεξίας, της αυτοενοχοποίησης, της αυτοϋποτίμησης· εντέλει της αποπροσωποίησης. Με αυτή την έννοια μιλάμε για απώλεια, για ράγισμα ταυτότητας.

Στο ζενίθ της κρίσης, μετά τέσσερα σχεδόν χρόνια αβεβαιότητας και πόνων, μετά αλλεπάλληλες απώλειες, μέγα πλήθος Ελλήνων στέκεται βουβό, μουδιασμένο, με παγωμένη την ψυχή και το μυαλό. Δεν είναι ακριβώς ήττα, αλλά είναι ασφαλώς μια ορισμένη ηττοπάθεια. Εχουν δοθεί μάχες, αλλά όλες σχεδόν έχουν χαθεί στο συλλογικό πεδίο. Ολες οι μάχες ήταν αμυντικές και όλες ήταν στατικές, σε χαρακώματα και απηρχαιωμένες γραμμές Μαζινό. Εδώ και καιρό πια, ο αγώνας μεταφέρθηκε στο ατομικό πεδίο, στο πεδίο της επιβίωσης, με κυρίαρχες τις πρωταρχικές ενορμήσεις, το ένστικτο αυτοσυντήρησης.

Και στα δύο πεδία, συλλογικό και ατομικό, επικρατούν ο φόβος, η ανασφάλεια, η αβεβαιότητα, η σύγχυση, η έλλειψη αυτοπεποίθησης, η απαισιοδοξία. Αλλά και η οργή, το μίσος, η μνησικακία, η μοχθηρία. Στο συλλογικό πεδίο αυτά τα αισθήματα, αυτές οι στάσεις, εκφράζονται με διασταυρούμενα πυρά ασυνεννοησίας, με ιδεοληπτικές καθηλώσεις ασύμπτωτες, με πηχτή κακία, με διαρκώς εντεινόμενη δυσπιστία προς το κράτος, τους θεσμούς, το πολιτικό σύστημα. Με έναν διχασμό να σιγοβράζει· διχασμό ωστόσο που δεν έχει σαφείς πόλους, με διακριτά ιδεολογικά περιγράμματα. Η πολλαπλώς και ατυπικά εκδηλούμενη σύγκρουση δεν μορφοποιείται ακόμη πολιτικά, πλην όμως μπορούμε να διακρίνουμε ευκρινώς πλέον το υλικό της υπόστρωμα: την αναδιανομή πλούτου και τον ανασχηματισμό τάξεων.

Η πολύμορφη μεσαία τάξη, με τις ποικίλες διαστρωματώσεις στο εσωτερικό της, οικονομικές, ιδεολογικές, ανθρωπολογικές, καθώς διαρρυγνύεται βιαίως από την κρίση, σκορπίζεται στα θραύσματά της και σκορπίζει μαζικά δυσφορία, ανοικειότητα, αποξένωση, φόβο. Στο μέτρο που, τις τελευταίες αρκετές δεκαετίες, η μεσαία τάξη καθόριζε τη συλλογική ψυχή και τη γενική διάνοια, η παρούσα θραύση της καθορίζει το νέο habitus: ένα παγωμένο ρευστό φόβου, καχυποψίας, έχθρας. Αυτά τα υλικά είναι τα πρωτεύοντα περιεχόμενα μες στην υδραργυρική ταυτότητα των ανθρώπων της κρίσης. Και αυτά τα ψυχοτοξικά υλικά οδηγούν στην αδράνεια, το μούδιασμα, το πάγωμα του νου· σε μια δομική απαισιοδοξία, ότι όλα μπορούν να πάνε και χειρότερα, σε μια ενδιάθετη ηττοπάθεια και μοιρολατρία, ότι ο άνθρωπος δεν είναι κύριος της μοίρας του, ανώτερες δυνάμεις την ορίζουν.

Από τη μια, η τρόικα, οι δανειστές, οι ξένοι: το έξω κακό. Από την άλλη, οι ανάξιοι ή αδύναμοι κυβερνήτες, το πολιτικό σύστημα, το ριζικό της φυλής: το έσω κακό. Η οψέποτε σωτηρία δεν θα έρθει από έξω ή από έσω, αλλά εκ των άνω, μ’ ένα θαύμα, έναν Μεσσία. Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε.

Η ανάγνωσή μας είναι ασφαλώς μερική και στατική· οι άνθρωποι και οι κοινωνίες κινούνται δυναμικά και μη γραμμικά. Ο,τι διαβλέπουμε σήμερα ως ηττοπάθεια, αύριο ίσως αναδυθεί ως αναγεννητική ορμή. Αλλά ας δούμε τουλάχιστον πώς είμαστε, ποιοι είμαστε, εδώ και τώρα.

εικ.: José Antonio Muñoz
Advertisements

«Η μεταπολίτευση δεν έχει και τόσο καλή φήμη στις μέρες μας. Διανοούμενοι όλων των αποχρώσεων τη στηλιτεύουν, αναγνωρίζοντάς την ως πηγή των κακοκδαιμονιών που τυραννούν εδώ και πολύ καιρό, κι ακόμη περισσότερο σήμερα, τη χώρα: από την ισοπέδωση κριτηρίων και αξιών στην παιδεία μέχρι τη διάδοση μιας ξύλινης γλώσσας στα δημόσι απράγματα, κι από την κατάχρηση συνδικαλιστικών και πολιτικών διεκδικήσεων μέχρι τη δημοσιονομική κατάρρευση και την κρίση χρέους».

Περιγράφει ο Κώστας Λιβιεράτος, κατ’ εξοχήν τέκνο της περιόδου, οξυδερκής και εμβριθής μελετητής της «πολιτισμικής» μεταπολίτευσης είτε γράφοντας αυτόνομα είτε αναλύοντας το έργο του φίλου του Χρήστου Βακαλόπουλου. Ο Βακαλόπουλος άλλωστε, μοναδικός παρατηρητής του καιρού του, καμιά εικοσαριά χρόνια νωρίτερα, είχε μιλήσει για «αυτή την παρεξήγηση που ονομάστηκε μεταπολίτευση».

Στο εκτενές μελέτημά του «Ο Χρ. Βακαλόπουλος και οι χαμένοι δρόμοι της μεταπολίτευσης», στο τελευταίο τεύχος της Νέας Εστίας, ο Λιβιεράτος τοποθετεί με ευαισθησία την όλη συζήτηση περί τέλους της μεταπολίτευσης πέραν της αυτομαστίγωσης και της στερεοτυπικής καθολικής ευθύνης. Σαν ακάματος ανασκαφέας των συλλογικών αναπαραστάσεων και των συλλογικών πρακτικών, των καθημερινών σπαραγμάτων του λαϊκού πολιτισμού και της διάσπαρτης ποπ, σαν άγρυπνος ακροατής των υπόγειων ρευμάτων της παράδοσης και της ιστορίας, ο Κ.Λ. βγαίνει τολμηρά υπεράνω της νοσταλγίας για το ροκ συγκρότημα της εφηβείας μας που διαλύθηκε, αλλά και υπεράνω της άγονης καταστροφολογίας.

Προεκτείνω τις σκέψεις του Κ.Λ., συνοδοιπόρου απ’ τα χρόνια του ’80, μέσα στο δραματικό παρόν: Η αθωότητα και η σωματική βίωση του χρόνου τέλειωσε πράγματι πολύ πριν από τη χρεοκοπία. Από τη δεκαετία του ’90 ζούμε διαρκώς αποκολλώμενοι από τη σωματικότητα και την παράδοση, διαρκώς εμβαπτιζόμενοι στη φενάκη και την απληστία, ανιστορικοί και λιμασμένοι. Χωρίς να γινόμαστε περισσότερο ηδονικοί· μάλλον, ματαιόσπουδοι θηρευτές της ατομικότητας και της υλικής πλησμονής. Χάνοντας στο δρόμο την κριτική ματιά, τη ζυγισμένη αποτίμηση, την αποσυμπιεστική ειρωνεία, την αίσθηση της φθαρτότητας. Χάνοντας τη γνώση της παράδοσης και την έγνοια για ανανέωσή της, δηλαδή, όλα όσα με κόπο και ενόραση αποτόλμησαν οι πνευματικοί προπάτορες, από τον ρομαντικό 19ο αιώνα ίσαμε τη γενιά του ’30 και τα φανερώματα του νέου λαϊκού πολιτισμού το ’60.

Ο σημίτειος εκσυγχρονισμός, ας πούμε, ένας βαλκάνιος μπλερισμός, διακηρύχθηκε σαν σπάσιμο των δεσμών με το παρελθόν της μίζερης Ελλάδας, σαν άλμα στο λαμπρό μέλλον των αγορών. Το άλμα συντελέσθηκε πράγματι, πάνω από στάδια, εργολαβίες και ιερά δισκοπότηρα χρηματιστηρίου και ευρώ· όταν πέσαμε όμως δεν υπήρχε ούτε στρώμα ούτε χώμα. Υπήρχαν τα καρφιά της ματαίωσης. Χωρίς καταγωγικό ίχνος, δίχως τη χαρά του μικρού και του τοπικού, χωρίς έγκαιρο ενοφθαλμισμό του παγκόσμιου στο μικρό μας σώμα, όταν έσπασε η πολυετής φούσκα βυθιστήκαμε διαδοχικά στην κατάπληξη, την οργή, την αυτοϋποτίμηση, τον φόβο, το μίσος. Οι πληγωμένοι και εμβρόντητοι, οι έντρομοι, αποτινάσσουν το βάρος μισώντας κάθε τι πέρα από τον πυρήνα του φόβου τους: τον διπλανό του, τον άλλο, τα ίδια τους τα σωθικά.

Ακόμη και μια ιστορική περίοδος, μια άυλη υπόσταση ποικίλως οριζομένη, όπως η μεταπολίτευση, συγκεντρώνει την καταλαλιά και το μίσος. Αν όμως ακούσουμε προσεκτικά ποιοι φωνάζουν, θα αντιληφθούμε ότι οι περισσότεροι ποτέ άλλοτε δεν φώναξαν, δεν μίλησαν, δεν άσκησαν κριτική, κατά το μακάριο παρελθόν. Σαν τους μελετηρούς επί δικτατορίας, τότε δεν ήξεραν τίποτε για το έγκλημα. Οι περισσότεροι σημερινοί τιμητές της μεταπολιτευτικής δημοκρατίας, στα χρόνια της κραιπάλης εδόξαζαν λόγω και έργω τον κυνισμό του λάιφστάιλ, τον ατομικιστή άρπαγα, την αναδιανομή του Χρηματιστηρίου, τα ελληνάδικα, ανέχονταν τη διαφθορά, ήταν συγκαταβατικοί με τη γενικευμένη ξιππασιά. Οσοι, ολίγοι, μιλούσαν για την εν τω βάθει παρακμή και την πολιτισμική παράλυση, χαρακτηρίζονταν μίζεροι, κολλημένοι, μοραλίστ, γραφικοί.

Μα ακριβώς αυτοί οι κριτικοί και οι κολλημένοι, πικρότατα δικαιωμένοι τώρα, καλούνται πάλι να μιλήσουν ψύχραιμα για τα επιτεύγματα της μεταπολίτευσης και όχι μόνο για τις απώλειες και τις αμαρτίες. Μόνο όσοι διέκριναν ακόμη και μες στην ασυδοσία τα φανερώματα της ζωής και τους κόκκους αλήθειας, τολμούν να δουν το σημερινό ναυάγιο με όρους ιστορικούς και πνευματικούς, χωρίς αναθέματα και δαιμονολογία, χωρίς την εύκολη προσφυγή σε νεοφιλελεύθερους μονόδρομους ή εθνικοσοσιαλιστικά τσεκούρια.

Τα δημόσια γραπτά και τα δημόσια λόγια μένουν. Να τα αφήσουμε πίσω, ναι, οπωσδήποτε, αλλά να μη λησμονούμε.

Οι καπνιστές, εξόριστοι στο προαύλιο, ανακαλύπτουν το γλυκό φως του αττικού δειλινού. Ο ήλιος γέρνει πιο νωρίς, καθώς οδεύει προς τη φθινοπωρινή ισημερία, θερμά χρώματα αστράφτουν στους υαλοπίνακες, μενεξελιά, ιώδη, έως τα μπλε της νυκτός.

Αυτό το φως ήταν πάντα παρόν, εθέρμαινε τις ψυχές, ξάνοιγε τη διάθεση. Για μήνες πολλούς, αυτό το σκληρό έτος 2010, δεν το βλέπαμε. Σοκ, κατάπληξη, φόβος, απογοήτευση, απαισιοδοξία, όριζαν τη συμπεριφορά μας. Κατήφεια και σκοτεινιά· τα ιώδη του αττικού δειλινού είχαν προσώρας ηττηθεί. Να όμως, που το φως νικάει και πάλι· έστω προσωρινά ανακόπτει την επέλαση του σκότους, της απαισιοδοξίας και της ηττοπάθειας.

Η κρίση πυροδότησε εκρήξεις απαισιοδοξίας και κασσανδρικών προβλέψεων. Ενίσχυσε επίσης μια προϋπάρχουσα τάση αυτοϋποτίμησης, αυτολοιδωρίας και αυτοοικτιρμού. Υπερεθνικιστές και μεταμοντέρνοι αριστεροί, νεοφιλελεύθεροι τεχνοκράτες και εξυπνάκηδες καφενείων, συνέκλιναν μαγικά στη διαρκή μαστίγωση του ποταπού Ελληνα, του οκνηρού, του διεφθαρμένου, του κρατικοδίαιτου, του ημιμαθούς, του οθωμανού, του σοβιετικού, του νεόπλουτου. Αξιος της χαλεπής του τύχης ο Ελληνας, του πρέπει η επιτροπεία και η υποδούλωση…

Στερεοτυπικός, ηθικολογικός, απόλυτος, κενός, ο λόγος αυτός γενικεύει, ισοπεδώνει και απαξιώνει· λόγος εντούτοις που βρίσκει απήχηση σε ένα πλήθος φοβισμένο, έτοιμο να πέσει στη μνησικακία, έτοιμο να σκεδάσει την ευθύνη μακριά από τον εαυτό του, στους άλλους. Ακόμη κι αν αυτοί οι άλλοι, οι Ελληνες, τον περιέχουν; Μα ναι, αυτός που καταφέρεται εναντίον του μίζερου ρωμέικου,ασφαλώς δεν είναι σαν κι αυτούς τους βδελυρούς ρωμιούς, εξαιρείται· από τον άμβωνα της εύκολης, μεγαληγορικής γκρίνιας του, ο νάρκισσος προφήτης κεραυνώνει όλους τους άλλους, πλην του ιδίου· ηδονίζεται με τη μνησικακία που διαχέει, με τη μνησικακία που τον διαποτίζει, με τη μνησικακία που τον κατατρώει εντέλει.

Ναι, η τέτοια υποτίμηση καταντά ίδια με την υπεραναπλήρωση: και οι δύο μηχανισμοί, από διαφορετικούς δρόμους, οδηγούν προς έναν πρωταθλητισμό απώλειας του πραγματικού. Ο μεν υποτιμά το γένος του, την κοινωνία όλη, κασσανδρικός διδάχος και υπέρτερος, για να μείνει ό ίδιος στον αφρό, εκτός κρίσεως, εφόσον όλοι είναι υπερμίζεροι, υπερκακομοίρηδες, έρμαια γονιδιακής τύχης χαλεπής. Ο δε πλειοδοτεί σε μυθικές αρετές και ιδιότητες, λαού μονίμων υπερηρώων και ελληνολεβέντηδων, χρισμένων με μύρα και υπέρτερα γονίδια. Και στις δύο περιπτώσεις ο κόσμος είναι φτωχός: είτε φως είτε σκοτάδι.

Νά όμως που το δειλινό στην Αττική μάς υπενθυμίζει τον πλούτο του ενδιάμεσου χώρου, της άπειρης παλέτας, των αισθημάτων που δεν στομώνονται, της συνείδησης που δεν ποδηγετείται από ηθικολογίες και μνησικακία. Η ελληνική κατάσταση σήμερα είναι σαν την αττική αμφιλύκη: φως και σκοτάδι, αρετές και ελαττώματα, αδυναμίες και υπερβάσεις, πραγματισμός και ελπίδα.

Ναι, οι Ελληνες δεν είναι ήρωες, δεν είναι υπερπροικισμένοι, δεν κατάγονται από Νεφελίμ και Ελοχίμ. Μα και όχι, δεν είναι ραγιάδες, άξεστοι, οκνοί, αναξιόπιστοι, διεφθαρμένοι. Οι δύο ακραίες προσεγγίσεις ανιχνεύονται σε πολλές στιγμές του νεοελληνικού ιστορικού βίου· είναι οι ξενόφοβοι και οι ξενόδουλοι, έτοιμοι οι μεν να κλειστούν στην ψευδοαυτάρκεια και στην αυταρέσκεια, οι δε να δοθούν σύσσωμοι στην εθελοδουλεία και στην υποταγή.

Και οι δύο προσεγγίσεις είναι βουτηγμένες μες στην ίδια βλακεία, και οι δύο οδηγούν στην ετερονομία και την ανελευθερία· και οι δύο τάσεις αναμετρούμενες μεταξύ τους, οδήγησαν σταθερά στον διχασμό και στον εμφύλιο, σε καταστροφές.

Να όμως που μες στην αμφιλύκη του ταραγμένου καιρού, πίσω και υπεράνω των επίορκων, των κλεφτών και των φοροφυγάδων, βλέπουμε τόσους πολλούς εκλεκτούς Ελληνες, στέρεους, ριζωμένους στη ζωή, λάτρεις της ζωής, θεράποντες του υψηλού, βαθείς γνώστες του πραγματικού, διακεκριμένους διεθνώς, και άλλους πολύ περισσότερους, άσημους μα εξίσου σημαντικούς. Βλέπουμε σκέψη, λογιοσύνη, επιστήμη, τέχνη να γεννιούνται διαρκώς, από ώριμους στοχαστές και νεότερους τεχνίτες. Ποιος τους γνωρίζει; Ποιος τους τιμά; Ποιος εμπνέεται από το ζωντανό τους παράδειγμα; Δεν είναι άγνωστοι στον τομέα τους, κάθε άλλο· είναι άγνωστοι όμως στο ευρύ κοινό, αυτό που χλευάζεται και μαστιγώνεται από παλαιές και μεταμοντέρνες κασσάνδρες.

Κι όμως, ο ευάριθμος ελληνισμός, ο δοκιμαζόμενος και λοιδωρούμενος σήμερα, έχει σπουδαία πρόσωπα να επιδείξει: Μαθηματικούς, φυσικούς, βιολόγους, γιατρούς, ιστορικούς, αρχαιολόγους διεθνούς ακτινοβολίας, που τιμούν την καταγωγή τους και επιστρέφουν στην πατρίδα τους γνώση και μαθητές· στο Κέμπριτζ, την Οξφόρδη, το CalTech, το Μπέρκλεϊ, το UCLA, το MIT, το Πρίνστον, την Ecole Normale Superieure, το CERN, την Χαϊδελβέργη, τη Ζυρίχη, την Κρήτη, την Αθήνα. Σε νοσοκομεία, εργαστήρια, σπουδαστήρια, αμφιθέατρα, βιβλιοθήκες, διοικήσεις μεγάλων επιχειρήσεων, διαπρέπουν αθόρυβοι σπουδαίοι Ελληνες, προερχόμενοι από αυτό τον λαό των λοιδωρούμενων ρωμιών, των γραικύλων, των βαλκάνιων και οθωμανών.

Οι άνθρωποι είναι το φως. Αυτό μας κληροδότησαν αρχαίοι διδάχοι, δημιουργοί του θαύματος της δημοκρατικής πολιτείας, κάτω από το ίδιο αττικό και ελλαδικό φως, στην ίδια αμφιλύκη μεταξύ υψηλού και φρικτού, μεταξύ λάμψης και πτώσης. Η παρούσα κατάσταση είναι ασφαλώς μια καμπή, μια παύση, ενδεχομένως παρακμή· εντούτοις μέσα της πάλλουν σπουδαίοι άνθρωποι, που ήταν ίδιοι και πριν από την κρίση, θα είναι ίδιοι και καλύτεροι και μετά την κρίση. Αυτοί, δηλαδή εμείς, θα περάσουμε από το λυκόφως στο λυκαυγές.

φωτ.: Ελισάβετ Μωράκη

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

RSS Gatherate: The Best of the Greeks

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Twitting

  • Στο Νότο! O Νίκος Ξυδάκης είναι υποψήφιος βουλευτής στον Νότιο Τομέα Β' Αθηνών (Β3). Δήμοι: Αγίου Δημητρίου, Αλίμο… twitter.com/i/web/status/1… 2 weeks ago
  • Κρύβει νούμερα η ΝΔ χωρίς να ψελλίζει μια συγγνώμη για τη χρεοκοπία. Υπόσχεται μειώσεις φόρων και πουλά φαντασίες γ… twitter.com/i/web/status/1… 3 weeks ago
  • Καμία παρέμβαση o K. Καραμανλής από το 2009, όταν η χώρα βυθίστηκε. Και τώρα δεν βρήκε μισή κουβέντα για το αν έφτα… twitter.com/i/web/status/1… 3 weeks ago
  • RT @BrankoMilan: Finally, Greece 2007-13 combined the worst parts of Italy and Spain: everybody lost in real terms (the line is negative th… 3 weeks ago
  • Η σημερινή Αριστερά δεν μπορεί να είναι μετα-υλική, να μιλάει μόνο για τα ατομικά δικαιώματα και τις ΛΟΑΤΚΙ κοινότη… twitter.com/i/web/status/1… 3 weeks ago
  • Σήμερα @neaselidagr: Στις 7.7 θα συνεχίσει η χώρα τον ανηφορικό δρόμο στη σταθεροποίηση και ανασυγκρότηση, με κοινω… twitter.com/i/web/status/1… 3 weeks ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 1.004.411 hits
Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: