You are currently browsing the tag archive for the ‘αυτοπραγμάτωση’ tag.

Henry_David_Thoreau lewis_Mumford_U1146499-7 marcuse  michel foucault Murray_Bookchin berlinguer232

Θα ήταν 1985, λίγο πριν, λίγο μετά. Στο μπαρ Βιτόφσκι, στις παρυφές του λόφου Στρέφη, άκουσα μια κουβέντα: Προτιμώ έναν υγιή ηδονισμό από τη μίζερη άρνηση της υλικής ευημερίας. Τη θυμάμαι ακόμη αυτή την κουβέντα· ο άνθρωπος που την έλεγε ήταν διανοούμενος, αντικομφορμιστής, με συγκροτημένη σκέψη. Εξέφραζε με ενάργεια το πνεύμα της εποχής: οι Ελληνες έπλεεαν στην ευημερία και στην προσδοκία, στην ακλόνητη πίστη ότι όλα θα είναι διαρκώς καλύτερα, πίστευαν ότι τα φαντάσματα της φτώχειας χάνονταν μαζί με τις μνήμες της Κατοχής.

Για τα επόμενα πολλά χρόνια η εκτίμηση-προτίμηση του συνομιλητή μου εκπληρώθηκε. Η ελληνική κοινωνία βούτηξε στον ευδαιμονισμό, στην κατανάλωση, στον υλισμό, στην αυτοπραγμάτωση. Βούτηξε βαθιά. Τρεις δεκαετίες αργότερα, διαπίστωσε ότι είχε κολλήσει στον βούρκο του πυθμένα.

Η σημαντικότερη ίσως επίπτωση του σοκ της πτώχευσης σε ατομικό επίπεδο είναι η κατακρήμνιση των υλικών συνθηκών της ζωής, η μετάβαση από την υλική κατάσταση του μικρομεσαίου στην κατάσταση του νεόπτωχου ή του νεοπληβείου. Ο υποβιβασμός δεν είναι μόνο υλικός, συνοδεύεται από μια οδυνηρή διάψευση των προσδοκιών, από το γκρέμισμα της πίστης στη διαρκή πρόοδο, στην εξασφαλισμένη ευημερία. Το σοκ είναι υλικό και ψυχικό.

Ο υγιής ηδονισμός, που υποδεχόμασταν το μακρινό 1985, στα χρόνια που ακολούθησαν έγινε νοσηρός καταναλωτισμός, έγινε εκβιασμένη χλιδή με δανεικά, έγινε υποταγή σε έναν τρόπο ζωής που αποθέωνε την ατσιδοσύνη και την κερδοσκοπία, έγινε λατρεία μιας κοσμοαντίληψης που απαξίωνε το εργασιακό ήθος και την ολιγάρκεια. Ιδίως στα χρόνια της πιστωτικής επέκτασης, όταν το δανεικό χρήμα έρρεε άφθονο από τις τράπεζες προς τους Ελληνες, τους Ευρωπαίους με τον χαμηλότατο δείκτη ιδιωτικού δανεισμού έως τότε. Με αυτή την ψυχοπνευματική σκευή και με αυτό το έθος μάς βρήκε η πτώχευση. Την απώλεια του εισοδήματος συνοδεύει η απώλεια του βολέματος σε έναν ορισμένο τρόπο ζωής, η συντριβή των προσδοκιών, η προσγείωση σε μια άλλη υπαρξιακή συνθήκη.

Η ανάταξη δεν θα είναι εύκολη ούτε σύντομη· και σε κάθε περίπτωση δεν θα είναι επιστροφή στα πρότερα, αλλά μετάβαση σε άλλη κατάσταση, για την οποία απαιτούνται ριζικά άλλες προσεγγίσεις και παραδοχές. Απαιτείται να ιεραρχήσουμε διαφορετικά τις ανάγκες και τις αξίες· απαιτείται να κάνουμε την αναγκαία διάκριση μεταξύ βιώσιμης ανάπτυξης και ποσοτικής μεγέθυνσης, μεταξύ ευημερίας και σπατάλης, μεταξύ αυτάρκειας και απληστίας. Να επιλέξουμε μεταξύ κοινόχρηστου δημόσιου πλούτου και ιδιωτικής χλιδής.

Εδώ πρέπει να κάνουμε επίσης μια διάκριση μεταξύ της επιβαλλόμενης άνωθεν νεοφιλελεύθερης λιτότητας, και μιας αυτόβουλης ενεργητικής εγκράτειας, όπως την χαρακτήριζε ο Ενρίκο Μπερλινγκουέρ προφητικά το 1977, πολλά χρόνια πριν από την καπιταλιστική κρίση του 2008: «Ο άκρατος ατομικός καταναλωτισμός παράγει μόνο διασπάθιση πλούτου και στρεβλώσεις της παραγωγής, αλλά πέραν αυτών και δυσφορία, αποπροσανατολισμό, δυστυχία».

Στο ίδιο μήκος κύματος, τα ίδια χρόνια, οι Εναλλακτικοί και οι Πράσινοι προέκτειναν τα κινήματα του ’68 στην πολιτική σφαίρα προτάσσοντας έννοιες όπως βιώσιμη ανάπτυξη, αποανάπτυξη, βιοσυμβατές καλλιέργειες, αντικαταναλωτισμός. Η τότε μετασοβιετική αριστερά εισήγαγε ανανεωμένες έννοιες του ρομαντικού και του ελευθεριακού κινήματος, ποικιλοτρόπως εκφρασμένες ιστορικά από διαφορετικούς στοχαστές όπως ο Henry Thoreau, o R. Waldo Emerson, το κίνημα Arts and Crafts, ο Lewis Mumford, ο Ηerbert Μarcuse, o J. Κ. Galbraith, o Jacques Ellul, ο Μurray Bookchin, o Cristopher Lasch, o Claude Lévi-Strauss, ο Μ. Foucault και πολλοί άλλοι, όσοι ασκούσαν κριτική στο δόγμα της αιωνίας προόδου, στην λατρεία της τεχνολογίας και της κατανάλωσης, στον μετανεωτερικό ναρκισσισμό, στον κοινωνικό ντετερμινισμό και την κοινωνική μηχανική.

Ακούγονται ίσως σαν σκέψεις πολυτελείας αυτά, σε μια συγκυρία κοινωνικού σοκ, αλλά δεν είναι. Η ανακούφιση του πλήθους των πληγέντων και των σιωπηλών αποκλεισμένων είναι βεβαίως το πρώτο καθήκον της δημοκρατικής κοινωνίας. Ταυτοχρόνως όμως έχουμε κατά νου τι είδους κοινωνία ανασυγκροτούμε, με ποιες αξίες, σε ποια θεμέλια: ασφαλώς όχι στα σαθρά θεμέλια της ατομικής αυτοπραγμάτωσης εκτός κοινότητας, της καταναλωτικής κατασπατάλησης, της λεηλασίας των φυσικών πόρων και της πολιτιστικής κληρονομιάς ― όλα όσα γεννούν ακαταπαύστως ανισότητα, αδικία, δυσφορία. Η ανασυγκρότηση με δημοκρατία και δικαιοσύνη, με αυτάρκεια, προϋποθέτει πνευματική αναδιάταξη, αναθεώρηση αξιών, διαπαιδαγώγηση και άσκηση. Για να φτάσουμε σε ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο για τον 21ο αιώνα.

Advertisements

Ο Δημήτρης με είχε προειδοποιήσει: Η Ζωή της Αντέλ είναι πολιτική ταινία. Είχε δίκιο, ως συνήθως. Αλλωστε και η έξοχη προηγούμενη ταινία του Αμπντελατίφ Κεσίς ήταν μια διεισδυτική πολιτική-κοινωνική ματιά, το «Κουσκούς με φρέσκο ψάρι».

Πίσω από τον πρωτεϊκό έρωτα της έφηβης Αντέλ για την ζωγράφο Εμα περιγράφεται το σαλπάρισμά προς τη ζωή· και μέσα από την παθιασμένη σχέση της περιγράφεται η ασύμπτωτη πορεία της προς τον ταξικά άλλο, τον πολιτιστικά, αξιακά, σχεδόν ανθρωπολογικά διαφορετικό. Στον κόσμο της μεσοαστής Εμας ύψιστη αξία είναι η επιτυχία, η ανάδειξη στον δημόσιο χώρο ως μοναδικότητα, η αυτοπραγμάτωση μέσω της τέχνης, μια ντερτεμινιστική πρόοδος· η ύπαρξη έχει νόημα μόνο αν φωλιάζει στο Υψηλό, στο διακεκριμένο, στις sublime κορυφές του αστικού ευρωπαϊκού Κανόνα. Ο επιτυχημένος πρέπει να ζωγραφίζει, να γράφει, να δημοσιεύει, να ξεχωρίζει τα κρασιά, να γεύεται στρείδια, να συναναστρέφεται beautiful πρόσωπα, γκαλερίστες, θεωρητικούς τέχνης, αποδομιστές χίπστερ, να είναι κουλ.

Ο κόσμος της λαϊκής Αντέλ, Γαλλίδας πρώτης γενιάς, γόνου μεταναστών, συγκροτείται πρωτίστως από την ανάγκη, τις αισθήσεις, τα αισθήματα. Η απλή καρδιά της είναι σαν της φλωμπερικής Φελισιτέ· χορταίνει με μακαρόνια και κυμά, με φιλιά, με μια απλή δουλειά, απολαμβάνει σουβλάκι με γύρο, ολοκληρώνεται πνευματικά δουλεύοντας νηπιαγωγός και δασκάλα. Η απλή καρδιά της χορταίνει με αμερικανικό σινεμά, με λικνιστική ρέγκε και γαλλομαγκρεμπιανά υβρίδια· ο Μπομπ Μάρλεϊ είναι στο ίδιο σκαλί στράτευσης με τον Σαρτρ. Η απλή καρδιά της διψά για ζωή, και δίνεται της ζωής με αφέλεια και λαιμαργία, ανεπιτήδευτα, ζωικά. Ολοκληρωτικά.

Αλλά η ζωή είναι σκύλα. Η σοφιστικέ αστή Εμα, η μορφωμένη, η λιμπερτίνα, η καλλιτέχνις-ήρωας της νεωτερικότητας, θέλει την Αντέλ αλλιώς, άλλη, τη θέλει Υψηλή, ντρεσαρισμένη εντός του Κανόνα. Και η σοφιστικέ καρδιά της δεν περιέχει συγχώρεση· μόνο πρόοδο και επιτυχία.

Στο πρόσωπο της Εμας βλέπω τα εμβρόντητα παιδιά της παρ’ ημίν μεσαίας τάξης, των καλών σχολείων, των πτυχίων, των μεταπτυχιακών, των διδακτορικών· των παιδιών που πίστεψαν, και πιστεύουν ακόμη, ότι η ζωή ξετυλίγεται ντετερμινιστικά διαρκώς προς τα άνω, σκαλί-σκαλί, πτυχίο-πτυχίο, όλο και πιο άυλη, όλο και πιο στυλιζαρισμένη, όλο και πιο συμμορφούμενη στον Κανόνα, με εκλεπτύνσεις του πνεύματος και πειθάρχηση του σώματος, με χτίσιμο ενός μοναδικού εαυτού λάμποντος στην κορυφή της τροφικής αλυσίδας. Είναι τα παιδιά της μεσαίας τάξης των πρόσφατων δυο-τριών δεκαετιών, που βρέθηκαν στη ράχη του ευδαιμονιστικού κύματος και γαλουχήθηκαν ως περιούσια και μοναδικά, προνομιούχα πλάσματα με συνεχές οικογενειακό μπακ-απ για την επιμηκυμένη εφηβεία και το τυπικά πλούσιο βιογραφικό.

Η κρίση αιφνιδίασε αυτά τα ευάλωτα ελληνόπαιδα, τα προστατευμένα από την ανάγκη, τα προφυλαγμένα ακόμη κι από τις ίδιες τους τις αισθήσεις και τα αισθήματα, από τις δοκιμασίες του σώματος και της ύλης τους. Τα βρήκε προς το τέλος της μακράς, άληκτης εφηβείας, με τυπικά πλούσιο βιογραφικό· κατά τα άλλα όμως απαράσκευα, υπερφίαλα, ανώριμα, καλοαναπτυγμένα φυτά εσωτερικού χώρου που εκτέθηκαν αίφνης στο ξεροβόρι και στον καύσωνα.

Η δυσχέρεια είχε γίνει αντιληπτή πριν από την κρίση. Ενα-δυο χρόνια μετά την ολυμπιακή φαντασμαγορία του 2004, μιλούσαμε ήδη για τη γενιά των 700 ευρώ· το καλοκαίρι των πυρκαγιών του 2007 μερικοί από τους ήδη ανήσυχους κατέβηκαν στο Σύνταγμα και στάθηκαν βουβοί με μαύρα τι-σερτ. Ηταν τυπικά πολυπροσοντούχοι, αλλά το πολιτικό σύστημα και η παραγωγική δομή της χώρας δεν τους χρειάζονταν, περίσσευαν, θα έπρεπε να συνεχίσουν να ζουν με οικογενειακό επίδομα· οι πόρτες της κοινωνίας ήταν κλειστές. Ηταν ένα αχνό προείκασμα των Αγανακτισμένων του 2011, όταν μαζί με τους μηδέποτε ενταχθέντες νέους κατέβηκαν και οι γονείς τους και οι άνεργοι και όλη η λαχταρισμένη μικρομεσαία Ελλάδα.

Η δυσχέρεια έχει πάρει πλέον χαρακτήρα δημογραφικού σοκ. Η γενιά των 700 ευρώ έγινε γενιά των 476 ευρώ, έγινε γενιά της μετανάστευσης, έγινε χαμένη γενιά. Οι υψηλές προσδοκίες βίου και καταξίωσης των πολυπροσοντούχων style conscious βλαστών της μεσαίας τάξης έχουν πέσει στον καιάδα της πληβειοποίησης.

Ξαναγυρνάμε στην Αντέλ, την απλή καρδιά: στέρεες αιματώδεις αξίες, ο τρόπος που αισθάνεται το σώμα της, τη δουλειά, τις σχέσεις, την ίδια τη ζωή σαν θαύμα. Είναι μια οδός.

Ακόμη κι αν δεν οργίαζαν οι φήμες περί χρεοκοπίας, οι γερμανικές απειλές και τα σενάρια επόμενης μέρας, το Σαββατοκύριακο οι περισσότεροι Ελληνες σφράγισαν μέσα τους ότι η κατάσταση βρίσκεται στο σημείο μηδέν. Το τελευταίο διήμερο των διακοπών, μερικές ώρες πριν από τη σχολική πρεμιέρα, η Διεθνής Εκθεση της Θεσσαλονίκης συμπύκνωσε, με λέξεις, με ατμόσφαιρα και εξωλεκτικά σήματα, την αγωνία και τις διαψεύσεις μιας διετίας κρίσης, και το πικρό τέλος τριών δεκαετιών ανέμελου βίου.

Η ατμόσφαιρα: πολεμική, αλλά και ατμόσφαιρα απόγνωσης Ποιος ζητά από ποιον, τι; Οι λέξεις: ο λόγος ενός βαθύτατα αμήχανου, μάλλον απεγνωσμένου πρωθυπουργού, λόγος που προσπαθεί να μην ακουστεί σαν ψέμα, αλλά δεν τα καταφέρνει και βουλιάζει στις γενικότητες, λόγος που συγχέει το εγώ με το εμείς, την κυβέρνηση με την πατρίδα, λόγος που προσπαθεί να εμψυχώσει αλλά μόνο αποκαρδιώνει. Λόγος από τον οποίο μένει μια φράση, πικρό κατακάθι για την ιστορία: «Ενας εργαζόμενος σε κάθε οικογένεια». Εδώ ας σταθούμε.

Γιατί ειπώθηκε αυτή η ανατριχιαστική φράση; Για παρηγοριά; Περιγράφει την κόκκινη γραμμή, πέραν της οποίας δεν θα υπάρξει άλλη καταστροφή; Ηταν πυροτέχνημα ειλικρίνειας; Ειπώθηκε για να σοκάρει, να μουδιάσει το πλήθος; Ολα αυτά μάλλον ισχύουν ταυτοχρόνως. Ο πρωθυπουργός περιέγραψε μια ισχυρότατη τάση μέσα στην κοινωνία, μια στάση αμυντική: απέναντι στην αυξανόμενη διαρκώς ανεργία και τη συρρίκνωση του εισοδήματος, η οικογένεια συσπειρώνεται για αλληλοκάλυψη των μελών. Οσο αποσαθρώνεται το κράτος πρόνοιας, όσο συρρικνώνεται η εμπιστοσύνη στο κράτος δικαίου, τόσο χαλαρώνουν οι κοινωνικοί δεσμοί των μεγάλων συνόλων, φυραίνει η συνοχή της πολιτικής κοινωνίας, οι πολίτες αναζητούν καταφύγιο στην οικογένεια, στην φαμίλια, την πατριά, στους δεσμούς αίματος. Σε αυτό το πλαίσιο, κλονισμού του πολιτικού, η εργασία δεν είναι πια ατομικό και πολιτικό δικαίωμα, είναι παραχωρούμενο μέσο γυμνής επιβίωσης. Δεν υπάρχει κοινωνία, δεν υπάρχει πολίτης, υπάρχει μόνο οικογένεια ― για να θυμηθούμε κάπως τη Μάργκαρετ Θάτσερ.

H ωμή αλήθεια του «ένας εργαζόμενος σε κάθε οικογένεια» στέλνει τους Ελληνες μερικές δεκαετίες πίσω, σε άλλο ήθος βίου, σε άλλο habitus. Αντιβαίνει στον τρόπο που αντιλαμβάνονται τους εαυτούς τους οι περισσότεροι κάτω των 50-55 ετών, όσοι ωρίμασαν με ορίζοντα αφθονίας, ευχερούς απασχόλησης και, κυρίως, με την απόλυτη αξίωση ατομικής αυτοπραγμάτωσης, πέρα από το κέλυφος της οικογένειας καταγωγής. Ο μεταμοντέρνος Γ. Παπανδρέου, εκφράζοντας μια ήττα, σηματοδοτεί την αναγκαστική, άτακτη υποχώρηση του πολίτη-ατόμου, από τον νεωτερικό δημόσιο χώρο και την κοινωνία των πολιτών, στην προμοντέρνα οικογένεια, την φατρία, το αίμα· από τη σφαίρα της επιθυμίας πίσω, βιαίως, στη σφαίρα της ανάγκης.

-Σίντυ: Δεν υπάρχει κάτι που θα ήθελες να κάνεις;
-Ντιν: Σαν τι;
-Σίντυ: Είσαι καλός σε πολλά, θα μπορούσες να κάνεις κάτι…
-Ντιν: Σαν τι; Να είμαι άντρας σου, να είμαι πατέρας της Φράνκι; Τι; Πώς με φαντάζεσαι;
-Σίντυ: Δεν ξέρω… Είσαι καλός σε τόσα πράγματα… Εχεις μεγάλη ικανότητα…
-Ντιν: Σε τι;
-Σίντυ: Ζωγραφίζεις, τραγουδάς, χορεύεις…
-Ντιν: Ποτέ δεν ήθελα να είμαι σύζυγος ή πατέρας ενός παιδιού… Αλλά τώρα είναι το μόνο που θέλω να κάνω. Δεν θέλω τίποτε άλλο. Αυτό θέλω.
-Σίντυ: Θα ήθελα να ‘χεις μια δουλειά, που δεν θα ξεκινά από τις οκτώ το πρωί για να πιεις.
-Ντιν: Οχι, έχω μια δουλειά που μου επιτρέπει να πίνω από τις οκτώ το πρωί… Είναι πολυτέλεια. Ξυπνάω, πίνω μια μπίρα, πάω στη δουλειά, βάφω ένα σπίτι, τους αρέσει η δουλειά μου, γυρνάω σπίτι και είμαι μαζί σας. Αυτό είναι όνειρο!
-Σίντυ Και δεν νιώθεις ποτέ απογοητευμένος;
-Ντιν: Γιατί να νιώσω έτσι;
-Σίντυ: Που έχεις τόσες δυνατότητες και…
-Ντιν: Και λοιπόν; Κάνω αυτό που θέλω. Γιατί πρέπει δηλαδή να βγάζω λεφτά απ΄τις δυνατότητές μου;
-Σίντυ: Μα δεν σου λείπει;
-Ντιν: Μα τι εννοείς με τις δυνατότητες; Τι σημαίνει δυνατότητες; Δυνατότητες για τι; Να τις κάνω τι;

Ο Ντιν και η Σίντυ, το ζευγάρι της ταινίας “Blue Valentine”, είναι σχεδόν τελειωμένοι, στα τριάντα τους. O Nτιν, με αρχή φαλάκρας, φανελάκι και τατουάζ, είναι ένας νεοπρολετάριος με αισθητική indie και συμπεριφορά Μάρλον Μπράντο στο Λιμάνι της Αγωνίας και στο Λεωφορείον ο Πόθος. Ενας άντρας που τον στοιχειώνει η οικογένεια που δεν είχε. Και κουβαλάει την έλλειψη φιλοδοξίας, στα μάτια της συντρόφου του τουλάχιστον. Η Σίντυ είναι η νεοπρολετάρια που πήγε στο κολέγιο και έχει φιλοδοξίες, πιστεύει ακόμη στο όνειρο της ανόδου, της καριέρας. Ο έρωτας τους ένωσε και τους λαμπάδιασε για μια στιγμή, υπέροχα, μελοδραματικά, cool, χίππικα, σαν διαφήμιση της Apple. Αλλά τώρα, μερικά χρόνια αργότερα, ο έρωτας έχει σβήσει, και η αγάπη δεν πρόλαβε να τους δέσει· η ζωή, η ανάγκη, τα στερεότυπα, οι αποκλίνοντες χαρακτήρες, διαλύουν το εύθραυστο υποστύλωμα του νεανικού έρωτα των παιδιών της εργατικής τάξης. Μόνοι τους, ο καθείς με τους δαίμονές τους, με τον έρωτα σβησμένο, με την αγάπη λιγοστή, βλέπουν στον άλλο ένα εμπόδιο.

Και οι δύο διψούν για αυτοπραγμάτωση. Και οι δύο ζουν μόνοι μεταξύ ενός πλήθους μόνων. Η Σίντυ βλέπει την αυτοπραγμάτωση μέσα από την πρόοδο, την προκοπή, την άνοδο, την εκμετάλλευση των δυνατοτήτων· είχε ξεκινήσει σπουδές, πλησίασε το επόμενο σκαλί, προσπαθεί να το ξαναφτάσει· ο γκρίζος προλεταριακός βίος την καταθλίβει. Προσπαθεί να επανεκκινήσει, πριν να είναι αργά, οδηγημένη από ένστικτο επιβιωτή.

O Ντιν βλέπει την αυτοπραγμάτωση μέσα από την αποδοχή μιας κατάστασης, την οποία δεν την επέλεξε καν: να είναι πατέρας ενός παιδιού που δεν του ανήκει, να κάνει δουλειές του ποδαριού, να χουζουρεύει σπίτι, να παίζει διαρκώς με το παιδί, σαν παιδί. Ο λαμπερός νέος με το γιουκαλίλι που φλερτάρει τη νύφη ερμηνεύοντας συνταρακτικά το ποπ στάνταρ “You Only Hurt the Ones You Love” (Πληγώνεις μόνο όσους αγαπάς), είναι ένας φθαρμένος γόης, που παίζει, μεθάει και θυμώνει. Η αποδοχή συνορεύει με την παραίτηση.

Βλέποντας την ταινία του Derek Gianfrance δεν έβλεπα μόνο τον πικρό ρεαλισμό μιας σχέσης. Εβλεπα τη βαθιά ψυχή της Αμερικής, της εργατικής της τάξης, με τα μικρά όνειρα, την αμεσότητα των αισθημάτων, την απλότητα των σχέσεων, την αδυναμία του ξεμοναχιασμένου ατόμου, το βάρος του American Dream. Ο αμόρφωτος Ντιν, με τα ακατέργαστα ταλέντα, θέτει το θεμελιώδες ερώτημα: Κάνω αυτό που θέλω· γιατί πρέπει να βγάζω λεφτά απ’ τις δυνατότητές μου; Το ερώτημά του είναι μια σπαρακτική αμφισβήτηση του American Dream, του Δυτικού Ονείρου, του υλιστικού μοντέλου ζωής, του πνιγηρού ντετερμινισμού της διαρκούς προόδου. Γιατί να μην είμαι απλώς αυτό που είμαι; Γιατί να είμαι κάτι παραπάνω, κάτι άλλο;

Τελειώνοντας την κασαβετική αυτή ταινία, με ανθρώπους τρυφερούς και τσαλακωμένους, αντιλήφθηκα ότι στο δράμα τους δεν έβλεπα μόνο εικόνες από την βαθιά Αμερική, αλλά κάτι πιο κοντινό: έβλεπα εικόνες της Ελλάδας σήμερα. Οι indies Ελληνες 20-30ρηδες που μπουσουλάνε στο άνυδρο παρόν έρχονται διαρκώς αντιμέτωποι με τέτοια ερωτήματα, μαχαίρια: Τι ζωή αξίζει να παλέψω; Να αποδεχτώ αυτό που είμαι ή να ματώσω για κάτι παραπάνω; Και τι είναι το παραπάνω; Τι είναι οι δυνατότητες;

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

RSS Gatherate: The Best of the Greeks

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Twitting

  • Ζωγράφισε τους ισχυρούς σαν χατζηαβάτες, τους ταπεινούς σαν θυμόσοφους, εντόπιζε ποταπές ρητορείες, χαστούκιζε την… twitter.com/i/web/status/1… 1 week ago
  • Η ανάκαμψη των σοσιαλιστών, η ορμητική εμφάνιση ριζοσπαστών αριστερών στον Μεσογειακό Νότο οφείλεται σε αντίστροφη… twitter.com/i/web/status/1… 2 weeks ago
  • Πού να σου εξηγώ «πόθεν η κοινή λέξις τραγουδώ»…; «Ένα Βλέμμα» στο Έθνος της Κυριακής μετά τη συνάντηση Μητσοτάκη -… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago
  • Μετά τη συνάντηση καλλιτεχνών-Μητσοτάκη, να τον ρωτήσω: Πόσο θράσος; Πώς διαχειρίστηκαν το θέμα από το 1993, όταν ψ… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago
  • Παπατζιλίκι με τους τραγουδοποιούς: Άσμα 450+: Επικίνδυνο και παραπλανητικό το βίντεο του Κυριάκου Μητσοτάκη ethnos.gr/politiki/33501… 1 month ago
  • Με τους βουλευτές της Βόρειας Μακεδονίας, Beti Rabadzievska από τις Πρέσπες (αριστερά) και Sasho Vasilevski από την… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 1.003.247 hits
Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: