You are currently browsing the tag archive for the ‘αυτογνωσία’ tag.

Σήμερα Κυριακή οργανώνεται για δεύτερη φορά ένας περίπατος στην Αθήνα της Κατοχής, με αφορμή τα εβδομήντα χρόνια από την απελευθέρωση της πρωτεύουσας. Πέρυσι σε παρόμοιο ιστορικό περίπατο προσήλθαν πάνω από χίλια άτομα. Η ιδέα είναι απλή: ένας οδηγός μεταφέρει τους περιπατητές σε τοπόσημα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, στη συγκεκριμένη περίπτωση ο ιστορικός Μενέλαος Χαραλαμπίδης. Και τους θυμίζει τι συνέβη σε αυτή η γωνία, τι υποδεχόταν αυτό το κτίριο, τι συνέβη σε αυτό το πεζοδρόμιο.

Μερικά τα γνωρίζουμε. Στην οδό Μασσαλίας, εκεί που γνωρίσαμε τα υπαίθρια μικροβιβλιοπωλεία, βρισκόταν επί Κατοχής το νεκροτομείο· εμείς γνωρίσαμε το νεκροτομείο στα κτίρια της Ιατρικής στο Γουδί. Καλούμαστε να ανασυνθέσουμε μια σκληρή εικόνα: τα κάρα που μετέφεραν στη Μασσαλίας τις σορούς των νεκρών του κατοχικού λιμού.

Στη γωνία Πατησίων και Γλάδστωνος ένα μισοκρυμμένο μνημείο θυμίζει ότι εδώ η αντιστασιακή οργάνωση ΠΕΑΝ ανατίναξε τα γραφεία της φιλοναζιστικής ΕΣΠΟ, που στρατολογούσε Ελληνες για τη Βέρμαχτ. Το γνωρίζω. Γνωρίζω ότι στα υπόγεια της Κοραή ήταν τα κολαστήρια της Κομαντατούρ, όπου μαρτύρησαν χιλιάδες πατριώτες – τα έχω επισκεφθεί. Δεν γνώριζα όμως ότι Πανεπιστημίου 64 και Σανταρόζα βρισκόταν το καζίνο του Μαυροκέφαλου, όπου μαυραγορίτες και δωσίλογοι έπαιζαν τις λίρες της προδοσίας.

Η πόλη είναι η μνήμη της, μάλλον οι μνήμες των ανθρώπων της, αυτών που έζησαν κι αυτών που τη ζουν τώρα, συνυφασμένες αξεδιάλυτα σ’ ένα συνεχές χωροχρόνου άλλοτε ορατό κι άλλοτε κρυμμένο, πάντα εκεί, πάντα εδώ, περιμένει να το δούμε, να μας μιλήσει, να μας παρωθήσει σε αυτογνωσία.

Η Αθήνα είναι τέτοιο θέατρο μνήμης, που περιμένει το βλέμμα του κατοίκου, του περιπλανητή, για να ανασύρει δράματα ατομικά και συλλογικά, τραγωδίες και ειρωνικές λεπτομέρειες. Εδώ μια κλινική που φιλοξένησε τραυματίες, στην Οικονόμου το σπίτι του Λαπαθιώτη, στην Ασκληπιού του Παλαμά, στη Ζωοδόχου Πηγής του Κουν, στην Ιπποκράτους έξω από την πανεπιστημιακή Λέσχη μαζεύονταν οι νέοι γύρω από τον Σικελιανό, στη γωνία Πατησίων και Αγίου Μελετίου έπεσε ο Τέλλος Αγρας χτυπημένος από αδέσποτη σφαίρα τις μέρες της απελευθέρωσης, τα σημάδια στους τοίχους είναι από σφαίρες. Στη Βασιλίσσης Σοφίας δολοφονήθηκε την εποχή του Διχασμού ο Ιων Δραγούμης. Γύρω απ’ το Πολυτεχνείο και τα Εξάρχεια, μέχρι την Ομόνοια και τα Προπύλαια, εξόρμησαν οι παράτολμοι απεργοί του Φεβρουαρίου-Μαρτίου 1943, εναντίον της αναγκαστικής επιστράτευσης για τα γερμανικά εργοστάσια, σε αυτούς τους δρόμους πέφτουν οι δεκάδες νεκροί διαδηλωτές την 22α Ιουλίου 1943 ξεσηκωμένοι για την προσάρτηση της Μακεδονίας στη Βουλγαρία. Σε αυτούς τους δρόμους, τριάντα χρόνια αργότερα, πέφτουν οι νεαροί διαδηλωτές του Πολυτεχνείου χτυπημένοι από ελεύθερους σκοπευτές.

Το μεταίχμιο που ζούμε οδηγεί το βλέμμα μας σε ό,τι ήταν αθέατο έως πρόσφατα· το στρέφει από τo mall της ματαιοδοξίας στα ίχνη ενός ζωτικού παρελθόντος, σε ίχνη αγώνων και αγωνίας. Επανασυνδεόμενοι με το παρελθόν, ελπίζουμε ότι θα κατανοήσουμε βαθύτερα το δύσκολο παρόν, την εσωτερική λογική των συμβάντων και των ενδεχομένων μες στην ιστορική ροή, ελπίζουμε ότι θα μπορέσουμε να αντέξουμε τη δυσχέρεια, να αντέξουμε την ιστορία ως δρώντα υποκείμενα, ως συνδιαμορφωτές, και όχι ως άβουλοι θεατές.

Πλάι στον Κεραμεικό, την Αγορά, την Πνύκα, την Ακαδημία Πλάτωνος, υπό τη σκιά της Ακροπόλεως και του αβάσταχτου κλέους των χρυσών χρόνων, πλάι στους διάσπαρτους μεσαιωνικούς ή μεταβυζαντινούς ναΐσκους, διαλείμματα ησυχίας, βρίσκονται τα πρώτα οικήματα του κράτους, άλλα ταπεινά, σαν τις λαϊκές αυλές θαυμάτων του Παπαδιαμάντη, του Μητσάκη, του Ροΐδη, άλλα ευκλεή και μνημειώδη, νεοκλασικά, εκλεκτικιστικά, καυτατζόγλεια και άλλα. Από τον Μεσοπόλεμο και, κυρίως, μετά τον Δεύτερο Πόλεμο, η λαϊκή και νεοκλασική Αθήνα γίνεται μοντέρνα, χαώδης, μεγάλη, χωνευτήρι, γίνεται μητρόπολη.

Σε αυτή τη μητροπολιτική κορυφή, σκοτεινιασμένη απ’ την κρίση, στεκόμαστε τώρα, αμήχανοι, σαστισμένοι, με κρυμμένη τη γραμμή του ορίζοντος. Ετσι γυρνάμε το βλέμμα στο παρελθόν. Νομίζω γόνιμα. Σίγουρα με αίσθηση σοβαρότητας, ίσως και αίσθηση επείγοντος, για να καλύψουμε κενά, για να κερδίσουμε τον άδειο χρόνο της προηγούμενης αμεριμνησίας, της αμνησίας. Περπατάμε, λοιπόν, για να ανακτήσουμε το ιστορικό κέντρο, την πόλη, τον ζωτικό χώρο της δημοκρατίας, για να ξανανιώσουμε πολίτες και ιστορικά όντα, με παρελθόν, με συνέχειες, με ρήξεις. Το άστυ είναι πολύ βαθύτερο και πλουσιότερο από real estate και gentrification.

Advertisements

Ακούω κάτι ξεχαρβαλωμένες κιθάρες. Σκοτεινές, θρηνώδεις, πληκτικά επαναλαμβανόμενες παρατηρήσεις πάνω στο ναρκωμένο σώμα της Ελλάδας, από τα βάθη του χρόνου, καλοκαίρι-φθινόπωρο 2007, άνοιξη 2009, όταν όλα έβαιναν ομαλώς, χωρίς φανερούς γκρεμούς, σχεδόν χωρίς κατήφορο.

Σκαλίζοντας αρχεία, έπεσα πάνω σε ξεχασμένα μουρμουρητά, και κατεπλάγην: ήταν σαν σήμερα, τόσο δυσοίωνα. Μοντάρω πλάνα από παλιά ζουρνάλ:

1.

Ασύμμετρη Ελλάδα. Που κάνεις λαμπρούς Ολυμπιακούς, το 2004, με μια μονάχα πυρκαγιά απ’ τα πυροτεχνήματα του πάρτι, και λαμπαδιάζεις συγκλαδοκορμόριζη δύο μήνες ατέλειωτους προεκλογικούς, το μαρτυρικό καλοκαίρι 2007. Ιδια είσαι τότε και τώρα; Ιδια, άνιση, αντιφατική, μοιραία, ικανή για το άλμα, ικανή για την καταβύθιση.

Ασύμμετροι Ελληνες. Ράθυμοι καταφερτζήδες, κυνικοί ατομιστές, που εξυψώσατε την ατσιδοσύνη και κλείσατε το μάτι στη λαμογιά, που προσκυνήσατε την καταπάτηση και τη βαφτίσατε real estate, που ζηλέψατε τον μαυραγορίτη και τον φοροκλέφτη, που τιμήσατε με την ψήφο σας τον φαύλο και ανεχθήκατε υστερόβουλα τον ανάξιο. Μοιραίοι και άνισοι, που δεν στέρξατε να προσφέρετε ψίχουλο στο Κοινόν των Ελλήνων, μα τα ζητάτε όλα από το κράτος-πατερούλη και εκμαυλιστή.

Ασύμμετρε συνέλληνα, συμπολίτη, συνάνθρωπε, ας αφουγκραστούμε τώρα τη σιωπή της φρυγμένης γης. Νιώθουμε τη στάχτη της ξεκούρδιστης κοινωνίας, βλέπουμε στις οθόνες ανδρείκελα, κομμένες κεφαλές, διαρκείς υπομνήσεις της ενοχής, της δικής τους, και του δικού μας μικρού μερδικού.

Ας σκεφτούμε ποιοι είμαστε, εδώ που φτάσαμε.

[28.08.2007]

2.

Το πλήθος σαλεύει. Αντιδρά. Φορά μαύρα. Στέλνει sms. Αναζητεί την απολεσθείσα συλλογικότητα, το χαμένο σώμα, και το βρίσκει πρόχειρο, ψηφιοποιημένο ήδη, στο address book του κινητού και του λάπτοπ: το τέτοιο συλλογικό σώμα είναι απελπιστικά ρικνό, μια σκιά, είναι ουσιαστικά η παρέα και οι γνωστοί, αλλά είναι το μόνο ίσως σημείο εκκίνησης για την επανεύρεση του συλλογικού παιχνιδιού. Και μπορεί να πολλαπλασιαστεί, να πάει μακριά, σαν αλυσίδα από φρυκτωρίες. Οταν τα νεωτερικά δίκτυα ξεμένουν από σήμα, τα μεταδίκτυα συγκροτούνται ξαναβρίσκοντας το αρχαϊκό φλόγα-με-φλόγα, σώμα-με-σώμα.

Η μεσαία Ελλάδα δυσφορεί. Ξεφυσάει, σιχτιρίζει. Μα όπου κι αν στραφεί, αντικρίζει τοίχους. Εχασε την πίστη, έχασε τον λόγο. Η πίστη έγινε δεισιδαιμονία, έγινε φανατισμός· ο λόγος έχασε την κριτική του δύναμη, έγινε εργαλειακός, έγινε σύμβαση και χειραγώγηση. Η πολιτική διεξάγεται με αναθέσεις σε εργολάβους, με outsourcing. Η έκλειψη όλων αυτών επιτείνει τη δυσφορία. Κενό. […]

Σηκώστε τον ποδόγυρο! Διαπλέουμε τη Μεταδημοκρατία της Δυσφορίας…

[09.09.2007]

3.

Το περίβλημα στέκει όρθιο. Από μέσα όμως συντελείται διαρκώς μια εσωτερική κατάρρευση. Ενας φλοιός μάς συνέχει· η ψίχα φυραίνει αδιάκοπα. Η ψίχα είναι η ψυχή, η συλλογική ψυχή. Που δεν είναι πια ούτε ψυχή ούτε συλλογική […]

Η πολιτική ελίτ αιωρείται μέσα στο περίβλημα, στο κενό της κατάρρευσης, αυτονομημένη από το κοινωνικό σώμα, αυτονομημένη από τις ανάγκες και τις αγωνίες της κοινωνίας, κινούμενη μόνο βάσει των δικών της ιδιοτελών αναγκών, κινούμενη αποκλειστικά για την αυτοαναπαραγωγή της. […]

Οικονομική ελίτ: εν μέρει παρασιτική, εν μέρει υπερεθνική, εν όλω προσοδοθηρική, και σε κάθε περίπτωση ελάχιστα αναπτυξιακή και ριψοκίνδυνη. Η χώρα αντιμετωπίζεται ως πεδίο άντλησης κέρδους και σπανίως ή ποτέ ως δημόσιος χώρος που πρόσφερε ευκαιρίες κερδοφορίας και αξίζει άρα να του επιστραφεί μέρος του κέρδους. Κατάρρευση. Η γνώση των ασυμμετριών, λειψή και στρεβλή το συχνότερο, εκβάλλει πάντα στην πίκρα, στον φθόνο, τη μνησικακία, τη μεμψιμοιρία, τη μοιρολατρική αποδοχή της κατάρρευσης.

Ηττημένος χωρίς μάχη, ο πολίτης μέμφεται και ταυτοχρόνως φθονεί τους προνομιούχους κατεδαφιστές, αυτούς που έχουν το προνόμιο να επιζούν ενώ τα πάντα γύρω τους καταρρέουν. Η μνησικακία όμως ή η διάχυτη μικροδιαφθορά δεν σώζει· δεν προσφέρει αυτοπεποίθηση, πίστη, ελπίδα, δύναμη για να αντιστραφεί η διαδικασία της κατάρρευσης. Ετσι, την κατάρρευση πυροδοτεί κάθε πλευρά: η αυτοαναφορική, σχεδόν αυτιστική πολιτική ελίτ, η προσοδοθηρική, σχεδόν μοχθηρή οικονομική ελίτ, η παραλυμένη από φόβο μεσαία τάξη, τα κατώτερα στρώματα εξουθενωμένα προ πολλού από την ανέχεια και την αμάθεια, ακόμη και η νεολαία που βλέπει το μέλλον της διαψευσμένο και μαύρο προτού καν δοθεί της ζωής.

Χωρίς στοιχειώδη αυτογνωσία, χωρίς αυτοπεποίθηση και στρατήγημα, αυτή η πολυσθενής κοινωνία κινείται φυγόκεντρα και αντινομικά, κανιβαλίζεται […] παράγει κατάρρευση· την κατάρρευσή της.

[18.04.2009]

Κάποτε στην Πόλη του ενός εκατομμυρίου κατοίκων οι διακόσιες χιλιάδες ήσαν Ρωμιοί Ορθόδοξοι, Ελληνες. Παρέμειναν πολλοί και δραστήριοι και στον 20ό αιώνα. Σήμερα στην Πόλη των 16-18 εκατομμυρίων, οι Ρωμιοί είναι τρεις χιλιάδες. Ωστόσο υπάρχουν ακόμη, λίγοι πια, ελάχιστοι, αλλά πάντα δραστήριοι, ιστορικοί, απόγονοι γένους παλαιότατου. Η φωτιά παραμένει αναμμένη στο Ζωγράφειο Λύκειο, στη Μεγάλη του Γένους Σχολή, στο Ζάππειο Παρθεναγωγείο, στα φιλόδοξα κτίσματα του ύστερου 19ου αιώνα της ακμής, εκεί όπου ακόμη διδάσκονται Ελληνες φιλόσοφοι και ποιητές, από φλογερούς δασκάλους. Ενας τέτοιος Ελληνας δάσκαλος, ο Γιάννης Δερμιντζόγλου, διευθυντής του ιστορικού Ζωγραφείου, επικουρούμενος από τη Μακεδονίτισσα σύζυγό του, Ασπα Χασιώτη, φιλόλογο εκπαιδευτικό στη Θεσσαλονίκη, πάτησε πάνω στον ζείδωρο Παπαδιαμάντη και προκάλεσε μια συναρπαστική ένωση Ελλαδιτών και Ρωμιών εφήβων, ζωντάνεψε αίθουσες και εκκλησιές, πυρπόλησε καρδιές και σκέψεις.

Ενα μαθητικό συνέδριο για τον Παπαδιαμάντη, εκατό συν ένα χρόνια από το θάνατό του, ήταν η αφορμή για μια πνευματική εμπειρία που θα μείνει αξέχαστη στα παιδιά και στους μεγάλους που συμμετείχαν. Οι έφηβοι, λίγο πριν από τη μέγγενη των Πανελλαδικών, έμαθαν να βουτάνε στη λογοτεχνία και να δουλεύουν συλλογικά· άγγιξαν την Ιστορία με τα χέρια τους, την είδαν μπρος στα μάτια τους. Είδαν να ζωντανεύει η φόνισσα Φραγκογιαννού μες στην Παναγία των Βλαχερνών απ’ τη φωνή της Νένας Μεντή, άκουσαν Παπαδιαμάντη από το στόμα του Πατριάρχη λίγο μετά την ακολουθία των Χαιρετισμών, διάβασαν Παπαδιαμάντη στην ιστορική Παναγιά των Μογγόλων, στην επιβλητική Αγία Τριάδα, στην Παναγία του Σταυροδρομίου. Μπήκαν στον Ταξιάρχη στο Μέγα Ρεύμα, έψαλαν Υπερμάχω και γέμισαν με τα νιάτα τους τον ναό, πρώτη φορά ύστερα από πολλές δεκαετίες.

Θα τη θυμούνται την Πόλη τα παιδιά, ζυμωμένη με τον Δερβίση και την Αγι-Αναστασιά του Παπαδιαμάντη, Πόλη μυρολογημένη και τραγουδισμένη από τον Θωμά Κοροβίνη, διαβασμένη από τη Ζυράννα Ζατέλη και τον Κώστα Ακρίβο, θα τη θυμούνται πλεγμένη με φιλικούς οικείους συγγραφείς, με προσφιλείς δασκάλους, με τη βαθιά θεολογική σκέψη του π. Ευάγγελου Γκανά, Πόλη τραγουδισμένη από «την ακορντιόν» του φλογερού Γιάννη, την ίδια ακορντιόν που φέρνει κάλαντα παρηγοριάς στα γηροκομεία των Ρωμιών.

Η Πόλη, τεράστια, επιβλητική, με αυτοκρατορικό μεγαλείο. Αλλαγμένη πολύ από την προ δεκαπενταετίας επίσκεψη: χωρίς ένοπλους στους δρόμους, χωρίς πολλά γιγαντοπανώ με Ατατούρκ, με πλήρως εκδυτικισμένη και εμπορική την πλημμυρισμένη Ιστικλάλ, με μυριάδες νέους ανθρώπους να κατακλύζουν την πόλη και να δείχνουν το δημογραφικό σφρίγος της Τουρκίας, με πλήθος μαντίλες στις λαϊκές γειτονιές να δείχνουν τον ιδιότυπο νεοϊσλαμισμό της εποχής Ερντογάν. Τα εμπορικά κέντρα και τα καταστήματα ειδών πολυτελείας ξεχειλίζουν στα ακριβά προάστια. Καγιέν, Μερτσέντες, κλαμπ τεράστια στα παράλια του Κεράτιου και του Βοσπόρου, κλαμπ πριβέ με τριπλή πόρτα για τους νέους υπερπλούσιους. Η Τουρκία ζει το τραπεζικό της όνειρο, πιθανότατα φούσκα, αλλά ο μισθός νέου μηχανολόγου δεν ξεπερνά τα 250 ευρώ. Η δίκη του πρώην προέδρου δικτάτορα Εβρέν επίκειται. Οι Κούρδοι διαδηλώνουν στο κέντρο, και από τα αχανή slum της περιφέρειας ξεχύνονται και σπάνε όλα τα στέγαστρα συγκοινωνιών, πετροβολούν τα πούλμαν στον αυτοκινητόδρομο.

Και η Ελλάδα ιδωμένη από τους λόφους της Πόλης: οδυνηρή ασπαίρουσα οντότητα πίσω απ’ τα σύννεφα. Τη βλέπουν καθαρά οι πολλοί πια Ελληνες που κάνουν μεταπτυχιακά στο Πανεπιστήμιο Βοσπόρου, το πρώην Ροβέρτειο Κολέγιο, και στ’ άλλα πανεπιστήμια της Πόλης· τα λόγια τους, δυναμικά και με τη διαύγεια της απόστασης, μας προσφέρουν μια άλλη θέαση του υποφέροντος ελληνισμού. Τη βλέπει ολοκάθαρα την Ελλάδα, σε ιστορική προοπτική και με γεωπολιτικό βάθος, ο Ρωμιός κύριος Αρης, ο φλογερός Ελληνας, τη βλέπει σαν αλυσίδα λαθών, υποχωρήσεων, υποτέλειας, ατολμίας, επαρχιωτισμού, ο λόγος του διαφωτίζει και εγκαρδιώνει. Μας τη φανερώνουν άλλη την Ελλάδα, τα πάθη της, τη δυναμική της, οι συνομιλίες εκεί, σε μια αρχαία και σφύζουσα μητρόπολη, με ελληνικές επιγραφές μισοσβησμένες στα σοκάκια.

Φανερώνεται έτσι η Ελλάδα στο βραχύ μέλλον: για να υπάρξει, χρειαζόμαστε επειγόντως πειθαρχία. Αυτοπειθαρχία, αυτοέλεγχο, στοχοπροσήλωση, εστίαση της ζωτικότητας. Το δαιμόνιο μόνο του δεν αρκεί, μπορεί και να καταστρέφει. Μόνο δαμάζοντας το δαιμόνιο και πειθαρχώντας τους εαυτούς, θα κερδίσουμε αυτογνωσία και σχέδιο, θα έχουμε θέση στον αναδυόμενο κόσμο.

φωτ.: Επί του Βοσπόρου. Τραγούδι, Θωμάς Κοροβίνης, ακορντιόν, Γιάννης Δερμιντζόγλου.

Mια διχογνωμία διατρέχει τον νεότερο ελληνισμό τους δύο τελευταίους αιώνες, απ’ τον καιρό του Ξεσηκωμού του 1821 ώς τις μέρες μας. Ανατολή ή Δύση; Πίσω από το αδρό αυτό δίλημμα στοιχίζονται πολλά συμφέροντα, ιδεασμοί, προκαταλήψεις. Και φυσικά η διχοστασία δεν είναι γεωγραφική· είναι πολιτική, γεωστρατηγική, οικονομική, ταξική, πολιτιστική, πνευματική, ψυχοϊστορική. Στη διπολική αυτή σύγκρουση κατασταλάζει συχνά η αναζήτηση ταυτότητας, διαρκής, κοπιώδης, αγωνιώδης· με ένταση κυμαινόμενη από την αμπελοφιλοσοφία έως τη βαριά συλλογική νεύρωση, κάποτε με χαρακτήρες εμφύλιας σύρραξης· με ποιότητα κυμαινόμενη, από τα υψηλά επιτεύγματα της τέχνης έως την ανταλλαγή ύβρεων και αφορισμών.

Η σοβούσα κρίση δεν κλονίζει μόνο τα σαθρά θεμέλια της κλεπτοκρατούμενης οικονομίας, και του πολιτικού συστήματος που τη διευθύνει· ταυτοχρόνως συνταράσσει τη συλλογική ψυχή, ξυπνάει πρωτόγνωρους φόβους, φόβους ένδειας, μνήμες υποτέλειας και ταπείνωσης, αισθήματα αυτοϋποτίμησης, αγωνία ταυτότητας εντέλει. Οταν η επίσημη Γερμανία αμφισβητεί τη δυνατότητα της Ελλάδας να κυβερνήσει τον εαυτό της, όταν τα λαϊκά ταμπλόιντ του Βορρά περιγράφουν τους Ελληνες σαν τεμπέληδες πονηρούς και κλέφτες, όταν η τραγωδία ταυτίζεται με την παρούσα κατάσταση των Ελλήνων, τότε οι Ελληνες ευλόγως αναρωτιούνται σε ποια Ευρώπη ανήκουν, τι είναι Ευρωπαίος, και, εκτείνοντας τη βάσανο, τι είναι Ελληνας και ελληνισμός.

Από τη βάσανο στα βάσανα. Η ίδια η αναζήτηση ταυτότητας είναι βάσανο, που χαρακτηρίζει κυρίως τα μικρά έθνη, και περισσότερο λαούς με μακρά ιστορία, βαριά παράδοση, αλλά αδύναμη θέση στο παρόν. Χαρακτηρίζει τους Ιρλανδούς, που αναζήτησαν την κέλτικη ρίζα τους κι έφτιαξαν κράτος υπό τη βαριά σκιά του Αγγλοσάξονα γείτονα και δυνάστη. Χαρακτηρίζει τους Εβραίους, που ξανάπλασαν τη γλώσσα τους και έχτισαν κράτος στον 20ό αιώνα, υπό το βάρος περιπλανήσεων και διωγμών. Χαρακτηρίζει και άλλους ανάδελφους, ξεμοναχιασμένους σε γλώσσες και τόπους, σε άλλοτε άλλο βαθμό, λ.χ. τους Σέρβους ή τους Ούγγρους.

Ο Μίλαν Κούντερα, Τσέχος της καφκικής Πράγας αλλά και παραμυθάς όλης της Ευρώπης, το περιγράφει έτσι: «Τα μικρά έθνη δεν είναι έννοια ποσοτική· δηλώνουν μια κατάσταση, ένα πεπρωμένο· τα μικρά έθνη δεν γνωρίζουν την ευτυχή αίσθηση του να βρίσκονται εδώ από πάντα και για πάντα· […] πάντοτε αντιμέτωπα με την αδαή αλαζονεία των μεγάλων, βλέπουν την ύπαρξή τους διαρκώς να απειλείται ή να αμφισβητείται· διότι η ύπαρξή τους είναι πρόβλημα» (P. Casanova, H παγκόσμια πολιτεία των γραμμάτων, εκδ. Πατάκη).

Την Ελλάδα το πεπρωμένο της την έφερε συχνά στο πεδίο όπου πάλευαν οι μεγάλοι. Ποδοπατήθηκε, χωρίς πάντα να φταίει, και χωρίς να μπορεί να το αποφύγει. Η γεωστρατηγική θέση της συχνά απέβαινε κατάρα, αυτή η θέση στο μεταίχμιο Ανατολής και Δύσης, Νότου και Βορρά. Η ίδια η γένεση του νεολληνικού κράτους συντελείται πάνω σε έναν μείζονα μετασχηματισμό: ενόσω η Δύση προβάλλει αιχμηρή και επιθετική πάνω στην τηκόμενη, υποχωρούσα Ανατολή. Το υπερδανεισμένο Πρότυπον Βασίλειον καθρέφτιζε περισσότερο τις προσδοκίες των Προστάτιδων Δυνάμεων και λιγότερο τις αντικρουόμενες προσδοκίες του πολύμορφου ελευθερωμένου ελληνισμού. Η αμοιβαία καχυποψία ανάμεσα σε φραγκοφορεμένους και φουστανελάδες εγκαθιδρύεται από τις πρώτες στιγμές του αγώνα για ελευθερία και υπονομεύει την ίδια την ελευθερία.

Ελλειψη αλληλοκατανόησης, σύγκρουση συμφερόντων, παραδόσεις που αφίστανται: από τη μια, η καταγωγή του μεσαιωνικού ελληνισμού, με γλωσσική και θρησκευτική ενότητα, από την άλλη, ο νεωτερικός εθνικισμός και ο διαφωτισμός, εντόπιοι διά μετακενώσεως. Αγροτοποιμένες, οργανωμένοι σε οικογένειες και κοινότητες· αστοί και έμποροι οργανωμένοι σε συντεχνίες και εταιρείες. Ολοι μαζί συγκρότησαν έθνος· δίγλωσσο, δίβουλο, διχασμένο, που εντούτοις ενώνεται και εκδιπλώνεται συντιθέμενο σε ώρες ανάγκης, και σταδιακά μιλάει την ίδια γλώσσα, αφομοιώνει παλαιότατους Ελληνες πρόσφυγες της Ανατολής, και πλουτίζει απ’ αυτούς, συνθέτει τολμηρά έναν μοντέρνο εαυτό μες στον αιματηρό 20ό αιώνα. Κινούμενοι πάντα αμφίπλευρα: πρόσφυγες εξ Ανατολών, μετανάστες προς Δυσμάς. Μόνο στην 50ετία 1960–2010 παύει η μετανάστευση – αλλά φουντώνει η μετακένωση.

Τώρα; Ο Τζέιμς Τζόις, προικίζει τον ήρωά του Στίβεν Δαίδαλο με τρία όπλα: τη σιωπή, την εξορία και την πονηριά. Τα όπλα και οι κατάρες του Οδυσσέα.

Η χρονιά που φεύγει μάς αφήνει πιο αδύναμους, ζαρωμένους, τρομαγμένους. Αλλά και πιο πλούσιους. Η ανατροπή των στερεότυπων είναι κέρδος, η αφύπνιση είναι πλούτος, η ανανοηματοδότηση, κέρδος κι αυτή. Εφόσον ασφαλώς μπορέσουμε να αντιληφθούμε την κρίση ως ρήγμα στο παλαιό σώμα και ως τρόπο νέας συνέχισης, εφόσον αντιληφθούμε το ρήγμα ως ευκαιρία αναγέννησης. Και εφόσον νιώσουμε βαθιά μέσα μας την ανάγκη για ανανεωμένη επαναφορά σε βασικές αξίες: αλληλεγγύη, συλλογικότητα, προάσπιση του κοινού καλού.

Μια επανεκκίνηση της κοινωνίας, λοιπόν. Που θα είναι οδυνηρή όμως: η επανεκκίνηση θα τελεσθεί επί των ερειπίων του παλαιού. Ακριβώς αυτά τα ερείπια πρέπει να είναι το πρώτο μέλημα: πώς θα είναι λιγότερα, αφενός, πώς θα τα αξιοποιήσουμε, αφετέρου. Πώς θα πάρουμε στα χέρια μας προσεκτικά τα όστρακα, τα θραύσματα, για να τα συντηρήσουμε, να τα συγκολλήσουμε, να ανατάξουμε ό,τι αξίζει να σωθεί: το σχήμα των προσώπων. Σαν αρχαιολόγοι του μέλλοντός μας, σαν ιστορικοί άνθρωποι, σαν κληρονόμοι βαριάς κληρονομιάς, σαν τυχεροί κάτοικοι τόπου ευλογημένου, ταγμένοι να συνομιλούμε με νεκρούς, με φαντάσματα εμφυλίων, ακούγοντας διαρκώς φωνές ποιητών και φιλοσόφων, πολεμιστών και ταξιδευτών, γνωρίζοντας διαρκώς ότι το ποτάμι δεν γυρνάει πίσω, μ’ εμάς ή χωρίς εμάς.

Ας πάρουμε απόφαση λοιπόν ότι το ποτάμι θα μας περιέχει, θα μας φέρει προς τους νέους καιρούς· κι ας επιπλεύσουμε, σώοι, ανάμεσα σε κορμούς και πτώματα. Επιπλέοντας, ας υφαίνουμε το μέλλον μες στο παρόν. Το σοκ του παρόντος δεν πρέπει να θολώνει την κρίση μας, να αμβλύνει την ιστορική όραση – είπαμε: είμαστε ιστορικοί άνθρωποι. Το ξαναδιάβασμα της Ιστορίας δεν υπαγορεύει τι να κάνουμε, αλλά τουλάχιστον μάς λέει ότι μια-δυο γενιές πριν από μας οι άνθρωποι επλήγησαν από τρομερές καταστροφές και παρ’ όλα αυτά σηκώθηκαν, ανασυγκολλήθηκαν, επανεκκίνησαν, δημιούργησαν.

Η παρούσα περιπέτεια του ελληνικού λαού δεν είναι η πιο τρομερή. Ο περασμένος αιώνας άλλαξε και εμπλούτισε τον πληθυσμό, τη συνείδησή του, έφερε καταστροφές και λιμούς, πολέμους και εμφυλίους, ηρωισμούς και υπερβάσεις, ταπεινώσεις. Ο παρών αιώνας μας ξαναβάζει επιτακτικό, επείγον, το ερώτημα: Ποιοι είμαστε; Πώς συνεχίζουμε;

Ας δούμε γύρω: βουνά και θάλασσα, ολίγος κάμπος. Μαρμάρινα μέλη, ελιές, ναΐσκοι, αμπέλια, κήποι, πολίσματα ― τέτοια πήραμε. Και πολιτείες αχόρταγες, αυτοκινητόδρομοι, μολ, τουριστική ανοχή, βενζίνες και καλώδια, κατάμεστα καφενεία ― τέτοια αφήνουμε. Είμαστε όλα. Το ολίγο και το υπερβολικό, το ωραίο και το άσχημο. Παλαιοί και μοντέρνοι, υπερήφανοι και υποτελείς, έτοιμοι για θάνατο και έτοιμοι για ντροπιασμένη επιβίωση. Αναγκασμένοι όμως κάθε τόσο να επιλέγουμε, και να υπερασπιζόμαστε την εκάστοτε επιλογή: το κάλλος ή την ασχήμια, τη δυνατότητα ελευθερίας ή την υποταγή;

Η ελευθερία και το κάλλος δεν είναι μοίρα, είναι επιλογή.

Ζωγραφική: Ξενοφών Μπήτσικας, 2010

Η οδύνη της ύφεσης φέρνει στην επιφάνεια οδυνηρά ερωτήματα αυτογνωσίας και ταυτότητας, πολλά από τα οποία εκκολάπτονταν σιγαλά, επί έτη, σε φωλιές λογίων, ευαίσθητων δεκτών ή απλώς ιδεόληπτων και σαλών. Από τη δεκαετία του ’80, όταν η δημοκρατία είχε πια στερεωθεί και η ευμάρεια μεταμόρφωνε τον καθ’ ημέρα βίο, ζεσταίνεται η παλαιά συζήτηση: για την ελληνικότητα, το λαϊκό, τις δυτικές οφειλές και τις ανατολικές καταβολές, τον χαρακτήρα της ορθοδοξίας, το ποσόν του κοσμοπολιτισμού, την καχεξία της αστικής τάξης, την επαμφοτερίζουσα στάση των ελίτ ― τέτοια…

Συχνά, οι αναζητήσεις αυτές κατέληγαν σε βίαια διλήμματα (όπως όλα τα διλήμματα): Φταίμε εμείς για το κακό μας ριζικό; Ο ασίγαστος εμφύλιος, ο διχασμός; Ή φταίνε οι άλλοι, οι ξένοι, οι μεγάλες δυνάμεις; Καταγόμεθα απευθείας εκ των αρχαίων, άρα είμαστε Δυτικοί; Ή κοντινότεροι μας είναι οι Βυζαντινοί του μεσαίωνα και οι μεταβυζαντινοί της τουρκοκρατίας, άρα είμαστε Ανατολίτες; Φυσικά είμαστε και τα δύο, είμαστε όλα, και κάτι πολύ περισσότερο, πολύμορφο και αντινομικό, αυτό που προκύπτει από τη μείξη και τον συγκρητισμό· σύνθετο και πλούσιο ως εκ τούτου.

Σε καιρό κρίσης οι συζητήσεις για την ταυτότητα και τον χαρακτήρα αφήνουν τις ασφαλείς φωλίτσες των λογίων και των ποιητών, των ιδεολόγων και των αισθητών, και φουντώνουν στις συζητήσεις των πολλών. Η κρίση αλλάζει τον χρόνο, τον πυκνώνει και τον βαραίνει· αλλάζει και τον καθημερινό λόγο, τον κάνει πιο επείγοντα και βαθύ, συχνά αγωνιώδη. Και τώρα ζούμε στην καρδιά της κρίσης· κλονίζονται βεβαιότητες, εφησυχασμοί, αδράνειες, οκνηρίες. Τώρα πρέπει να αναμετρηθούμε πάλι, απ΄ την αρχή, με θεμελιώδη ερωτήματα, τόσο πιο δύσκολα όσο πιο απλά: Τι είμαστε; Τι μπορούμε; Γιατί βρεθήκαμε εδώ; Πώς θα πορευτούμε στο εξής;

Σε αυτό το πλαίσιο μπορούμε να δούμε και την παρούσα αναζήτηση ταυτότητας και πορείας, στην εποχή του Μνημονίου. Λένε: Δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά, χρειαζόμαστε χρόνο και χρήμα. Λένε: Το Μνημόνιο φέρνει υποδούλωση, μάς το επέβαλαν οι Ευρωπαίοι για δικό τους όφελος. Λένε: Απαιτείται δραστική μείωση του κράτους. Λένε: Οι ασύδοτες αγορές μάς έφεραν σε αυτά τα χάλια. Και ούτω καθεξής.

Κάθε πλευρά έχει τα επιχειρήματά της και τις αλήθειες της. Καμιά δεν έχει, δεν μπορεί να έχει όλη την αλήθεια. Και στις δύο πλευρές υπάρχει μια τάση κανονιστική: να ρυθμιστεί το παν δια παντός. Αν πάει πιο μακριά ο διαξιφισμός, θα δούμε να εμφανίζονται δίπολα: Παράδοση – εκσυγχρονισμός, ιστορική ταυτότητα – αποτίναξη του παρελθόντος, τοπικός χαρακτήρας – κοσμοπολίτικη διάχυση. Καθαροί και κλειστοί ή υβριδικοί και ανοιχτοί; Μες στην οδύνη της κρίσης, αναδύεται πάντα και η αγωνία της ταυτότητας.

Το φαινόμενο δεν είναι ελληνικό. Η συζήτηση περί ελληνικότητας δεν είναι τοπική ιδιαιτερότητα. Στη μεγάλη κρίση του Μεσοπολέμου, η Δημοκρατία της Βαϊμάρης εδονείτο από συζητήσεις περί γερμανικότητας (Deutschtum), από αναζητήσεις του γερμανικού πνεύματος και της γερμανικής ψυχής, οι νεολαίοι τραγουδούσαν γερμανικούς ύμνους γύρω από τη φωτιά της κατασκήνωσης. Δεν ήταν μόνο εθνικισμός αυτό που εθέρμαινε τα πνεύματα των ηττημένων και ταπεινωμένων Γερμανών, με τις σαρωτικές απαιτήσεις των νικητών και τη φτώχεια να θαμπώνει το νου· οι Γερμανοί είχαν ανάγκη να δουν ποιοι είναι και τι μπορούν να ξανακάνουν μετά τα ερείπια. Το είδαν με έναν τρόπο, απόλυτο, φενακισμένο, τρομακτικό: για τα βάσανα έφταιγαν οι ξένοι. Το ζήτημα της γερμανικότητας ετέθη πάλι μετά τον Β’ Πόλεμο, επί των ερειπίων της Χλωμής Μητέρας Γερμανίας· τότε απαντήθηκε διαφορετικά, με ένα αυστηρό Σύνταγμα και με προσήλωση στην ανοικοδόμηση, στην παραγωγή, στη συσσώρευση, σε ένα είδος προτεσταντισμού που είχε ξεχαστεί το 1933.

Ας έρθουμε στα δικά μας. Η τραγωδία του Εμφυλίου ερμηνεύθηκε διχαστικά: για τους μεν έφταιγε η ξενοκίνητη αριστερά, για τους δε έφταιγε η ξενοκρατούμενη δεξιά· οι ερμηνείες αντηλλάσσοντο μεταξύ “μιασμάτων” και “προδοτών”, αλλά κανείς, έως πρόσφατα, δεν διεννοείτο να μην αποδώσει όλη την ευθύνη στον ξένο, στον άλλο, αφήνοντας εκτός κριτικής τα δικά μας βαριά σφάλματα, την κατασκευή της δικής μας αδελφοκτονίας με τα δικά μας χέρια. Σήμερα: οι ξένοι ασφαλώς δεν μας χαρίζουν τίποτε· αλλά αν εμείς δεν ενεργήσουμε για να επανορθώσουμε δικά μας σφάλματα, τότε η υποδούλωση θα είναι ακόμη βαρύτερη, και διαρκής.

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

RSS Gatherate: The Best of the Greeks

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Twitting

  • Ζωγράφισε τους ισχυρούς σαν χατζηαβάτες, τους ταπεινούς σαν θυμόσοφους, εντόπιζε ποταπές ρητορείες, χαστούκιζε την… twitter.com/i/web/status/1… 1 week ago
  • Η ανάκαμψη των σοσιαλιστών, η ορμητική εμφάνιση ριζοσπαστών αριστερών στον Μεσογειακό Νότο οφείλεται σε αντίστροφη… twitter.com/i/web/status/1… 2 weeks ago
  • Πού να σου εξηγώ «πόθεν η κοινή λέξις τραγουδώ»…; «Ένα Βλέμμα» στο Έθνος της Κυριακής μετά τη συνάντηση Μητσοτάκη -… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago
  • Μετά τη συνάντηση καλλιτεχνών-Μητσοτάκη, να τον ρωτήσω: Πόσο θράσος; Πώς διαχειρίστηκαν το θέμα από το 1993, όταν ψ… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago
  • Παπατζιλίκι με τους τραγουδοποιούς: Άσμα 450+: Επικίνδυνο και παραπλανητικό το βίντεο του Κυριάκου Μητσοτάκη ethnos.gr/politiki/33501… 1 month ago
  • Με τους βουλευτές της Βόρειας Μακεδονίας, Beti Rabadzievska από τις Πρέσπες (αριστερά) και Sasho Vasilevski από την… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 1.003.279 hits
Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: