You are currently browsing the tag archive for the ‘Αρχιπέλαγος’ tag.

andros_1

 

Καμιά φορά αρκούν δυο φωτάκια για να σχίσουν μέσα μας τη βαριά αθυμία, να ανοίξουν παράθυρο στην αισιοδοξία, να ξαναφέρουν την πίστη. Πίστη στη ζωή, στο θαύμα της· πίστη στις δυνάμεις μας· θάρρος ενώπιον του μέλλοντος.

Ενα φωτογραφικό λεύκωμα και ένα μουσικοθεατρικό έργο. Φτιαγμένα από σημερινούς ανθρώπους, αντλημένα από το βιωμένο παρελθόν ή απ’ τη λόγια παράδοση, απευθυνόμενα στους συνανθρώπους του σήμερα, στο θυμικό και τον νου αξεχώριστα, φτιαγμένα για να συγκινήσουν αλλά και για να προκαλέσουν στοχασμό, επώδυνο ίσως αλλά δημιουργικό, ενδεχομένως λυτρωτικό.

Το λεύκωμα το πρόσφερε το ευαίσθητο βλέμμα της Μαρίνας Καραγάτση: «Διαδρομές στην Ανδρο του ’70» (εκδ. Αγρα). Ασκημένο βλέμμα επίσης: η κυρία Καραγάτση έχει μάθει να βλέπει σαν ζωγράφος και σαν συγγραφέας, εκ μητρός και εκ πατρός. Οι φωτογραφίες της αφηγούνται την Ανδρο στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’70: το νησί, τη Χώρα, τα ξωκλήσια, τα χτίσματα, μα προ πάντων τους ανθρώπους και τη ζωή, τη ζωή της καθεμέρας και της γιορτής, τη ζωή των παιδιών του σχολείου, τη ζωή των πανηγυριών και των εσπερινών, των παρελάσεων, της αγοράς, του καφενείου.

Συμβαίνει βέβαια, εκείνη τη δεκαετία να ζω κι εγώ στις Κυκλάδες, στην ολοχρονίς Σύρο και στη θερινή Μύκονο, άρα αυτό το σπαρταριστό ντοκυμαντέρ της κας Καραγάτση από τη γειτόνισσα Ανδρο το παίρνω σαν ντοκυμαντέρ της δικής μου ζωής. Εντούτοις, δεν είναι μόνο δική μου εμπειρία, αισθητική, πνευματική, συναισθηματική, αυτή η διαβίωση, αυτή η διαμονή· είναι κοινή εμπειρία πολλών Ελλήνων, ώριμων και μεσήλικων σήμερα, είναι το κοινό θρεπτικό υλικό πάνω στο οποίο βλάστησαν άνθη και αγκάθια. Μερικές σκέψεις λοιπόν:

Η Ανδρος της Μαρίνας Καραγάτση, χωρίς να έχει ανθρωπολογικές ή κοινωνιολογικές φιλοδοξίες, διασώζει την Ελλάδα του μεταίχμιου, τη στιγμή που σβήνει ο παλιός κόσμος και αναδύεται φουριόζος ο νέος. Η ζωή στις Κυκλάδες έως και το ’70 ήταν περίπου ίδια με τη ζωή του 16ου ή του 19ου αιώνα ― εννοώ στη βίωση του κυκλικού χρόνου, στο νιώσιμο των εποχών και των γυρισμάτων του καιρού, στις τελετές και τα έθιμα. Είναι σαν τη Σκιάθο του Παπαδιαμάντη: στα ονόματα των γυναικών (Μαρουσώ, Μοσχούλα, Ορσα, Μηλιά, Φρατζέσκα), στη λαλιά, στα βλέμματα, στα μάλλινα, στα κασκέτα.

Εχει εν τω μεταξύ μπει ο ατμός, ο τηλέγραφος, ο ηλεκτρισμός, το τηλέφωνο και δειλά η ασπρόμαυρη τηλεόραση, αλλά όλα τ’ άλλα παρέμεναν λίγο-πολύ απαράλλαχτα και στέρεα, αυτάρκη και ολιγαρκή, λίγα και δύσκολα. Ακόμη και η Αθήνα απεκαλείτο «ξενιτιά», παρότι ήταν πρακτικά μια εποικισμένη ενδοχώρα των νησιωτών. Ο τουρισμός δεν είχε προφτάσει να κυριεύσει δια του πλούτου τις μικροκοινωνίες και να επιβάλει τη δική του πρώιμη παγκοσμιοποίηση.

Ολα αυτά τα αναγνωρίζεις στις φωτογραφίες του βιβλίου. Αναγνωρίζεις παλαιούς ανθρώπους, καθαρά βλέμματα, τράπεζες πανηγυριών, υπαίθριο βίο σε μουράγια και αυλές ορεινών ναϊσκων, αχειροποίητες ξερολιθιές, πλακόστρωτους δρόμους, θάλασσα, θάλασσα. Εδώ κι εκεί, το μεταίχμιο: σε μερικά ρούχα, σε χτενίσματα, στα βλέμματα των νεαρών, σπαθίζει ο καινούργιος κόσμος, το μέλλον που επελαύνει.

Σαράντα χρόνια από την ανδριακή ψυχογεωγραφία του ’70, ο σημερινός Ελληνας δυσκολεύεται να αναγνωρίσει τον τόπο, τους ανθρώπους, τον βίο. Ακόμη κι όσοι έζησαν αυτά τα μεταιχμιακά χρόνια. Κι όμως η περιπλάνηση σε αυτά τα ψυχοπνευματικά, πολιτισμικά τοπία, πολύ περισσότερο από νοσταλγία και συγκίνηση, προσφέρει ευκαιρίες αυτογνωσίας και τοποθέτησης εν χώρω και χρόνω, αυτό που έχουμε ανάγκη περισσότερο από ποτέ, τώρα στο δικό μας δραματικό μεταίχμιο.

Με αυτή τη δίψα πήγα να παρακολουθήσω προχθές την όπερα «Φόνισσα» του Γιώργου Κουμεντάκη. Και ξεδίψασα. Ο Κουμεντάκης της Τήνου συνάντησε τη Φραγκογιαννού της Σκιάθου· αναμετρήθηκε με το πιο στοιχειωμένο κείμενο της ελληνικής λογοτεχνίας, μια σπουδή στο κακό και το δαιμονικό, στο μεταιχμιακό πρόσωπο, μεταξύ του ανθρώπινου και του θείου. Καταδύθηκε στο πνεύμα του Παπαδιαμάντη, στη μουσική της πρόζας του, και ανέσυρε νανουρίσματα, μοιρολόγια, πολυφωνικά ρίγη, δημώδεις θησαυρούς, αρχαίες τραγωδίες, μαζί με τρόπους και ήχους του 21ου αιώνα.

Το εγχείρημά του έχει ιδιαίτερη αξία διότι κατορθώνει μια τολμηρή και λυσιτελή ανανέωση της παράδοσης, διότι κατορθώνει τη δική του σφριγηλή παράδοση, ορίζει νέα στάνταρ στο μουσικό θέατρο και τις παραστατικές τέχνες, ανάλογα με τις συνεισφορές των Κουν, Χατζιδάκι, Θεοδωράκη, του παλαιού του συνεργάτη Δ. Παπαϊωάννου.

Πέρα όμως από την αμιγώς καλλιτεχνική αξία της όπερας «Φόνισσα», έχει ιδιαίτερη σημασία το τι , το πού, το πότε συμβαίνει., ποιος το πράττει Ο Κουμεντάκης είναι αναμφίβολα από τους πιο προικισμένους και καταρτισμένους καλλιτέχνες της γενιάς του (γ. 1959), αλλά ταυτόχρονα είναι ιστορικό πρόσωπο, δημιουργός και καθολικός διανοούμενος. Αντλεί από την παράδοση και την παγκοσμιότητα, αλλά και από το τοπικό και το βαθύ, το κρυμμένο. Η εργασία του, η στάση του, η σιωπή και ο λόγος του, ως όλον, φανερώνουν πίστη στη ζωή, μεταδίδουν πίστη, εγκαρδιώνουν.

Η όπερα «Φόνισσα» ως συμβάν του μεταιχμιακού 2014 στην πληγωμένη Ελλάδα λέει και αυτό: μες στην αθυμία και την πίκρα των Ελλήνων, μες στον φόβο, μες στην αναρώτηση της γραίας Χαδούλας περί του αίματος, ακούγεται η αγγελική πολυφωνία, «Παράγγειλέ μου, μάτια μου, το πόθε θέλεις να ‘ρθεις, να στρώσω ρόδα στα βουνά, τριαντάφυλλα στους κάμπους». Λύτρωση και υπόσχεση.

φωτ.: Μαρίνα Καραγάτση, Ανδρος, Καθαρή Δευτέρα, 1977.
Advertisements

melpo

Βρισκόταν στο Αρχείο Νεοελληνικής Λογοτεχνίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου. Το γαλλικό μυθιστόρημα της Μέλπως Αξιώτη, γραμμένο τα χρόνια του Παρισιού, ανάμεσα 1947-49: «Ρεπυμπλίκ-Βαστίλλη», ανάμεσα σε δύο στάσεις μετρό, η περιοχή της, η διαμονή. Αυτοεξόριστη από την Ελλάδα, λίγο προτού εξορισθεί κι απ’ τη Γαλλία, δοκιμάζει τη φωνή της στα γαλλικά. Εξοχα, λένε οι γαλλόφωνοι. Εξοχη και η απόδοσή του στα ελληνικά, από την Τιτίκα Δημητρούλια, η οποία ακολούθησε τους δρόμους που υπεδείκνυε η ίδια η συγγραφέας, καθώς αρκετά μοτίβα και χωρία τα είχε μεταφέρει σχεδόν αυτούσια σε μεταγενέστερα βιβλία της. Εξοχη και η εισαγωγή της Μαρίας Μικέ, που επιμελήθηκε το όλο εγχείρημα.

Οι δύο φιλόλογοι, που λατρεύουν τη Μέλπω, με κάλεσαν να πω δυο λόγια για το βιβλίο, μαζί με τη σπουδαία συγγραφέα Μάρω Δούκα και την εκλεκτή ιστορικό Πόπη Πολέμη, που έχουν δουλέψει εκτενώς πάνω στην Αξιώτη. Οποία τιμή! Προσπάθησα:

Να μιλήσω για τη Μέλπω είναι σαν να προσπαθώ να ξεχωρίσω το πρόσωπο από το έργο. Α, μα είναι δύσκολο να ξεχωρίσεις αυτόν τον άνθρωπο από την ομιλία του, τον πολυτάραχο βίο από το διαρκώς γραφόμενο βιβλίο της ζωής της. Την γέννησε η ελληνική γλώσσα, γκαστρωμένη από ποιητάρηδες και λογίους, τη διάλεξε η γλώσσα για να δώσει φωνή στον 20ό αιώνα. Το γράψιμο την ζει, όσο γράφει θα ζει. Αυτό φοβάται: όταν θα πάψει να γράφει, όταν θα χάσει τις λέξεις, θα γίνει αρχαίο πιθάρι, θα πάψει να υπάρχει. Κι έτσι, όπως προφήτεψε και φοβόταν, συνέβη: έσβησαν οι λέξεις, έσβησε ο νους, έσβησε η ζωή της.

Ομως η άλλη προφητεία της δεν βγήκε: δεν ξεχάστηκε, δεν την ξεχάσαμε. Τη μνημονεύουμε, η ομιλία της δονεί και συνεπαίρνει, η γραφή της την κρατάει ζωντανή στις διάνοιες και τις καρδιές μας, είναι η σκοτεινή τρυγόνα, ο «κάβουρας», είναι η ψηλή ξερακιανή κυρία με τα φλογισμένα μάτια και τη μυτόγκα που ξεκρεμνούσε, το ολιγομίλητο ξωτικό με πανωφόρι κατακαλόκαιρα, είναι το ασημένιο σουβριάλι το ιδρυτικό, είναι η δική μας Βιρτζίνια Γουλφ, είναι η Λίζα και η Κάδμω που ιστορεί τον τρομερό Εικοστό Αιώνα των πολέμων, των εμφυλίων και των εκτελέσεων, η Κάδμω που ζει συνομιλώντας με τους νεκρούς της, τη Μάρω, τη Λουκία, που διασχίζει τον χρόνο καρκινικά, πλαγίως, άνω-κάτω και μπρος-πίσω, σμίγοντας τους παλαιούς με τους σύγχρονους, τους ξωμάχους με τους ήρωες, τον μηχανικό με τον τυφλό συγκολλητή αρχαίων αγγείων, είναι η Κάδμω του νόστου, μια θηλυκή Οδυσσέας που αυτοϊστορείται υφαίνοντας το έπος της με τη γλώσσα των παιδιών και των αγράμματων, των ονειροπαρμένων και των παραλοϊσμένων, είναι η Μέλπω που στοιχειώνει τα σοκάκια της Μύκονος καθώς πολεμά με το μελτέμι στις ανεμοδαρμένες μπούκες του Γιαλού, είναι η παιδική καρδιά, η φλωμπερική cœur simple, κι είναι ο στρόβιλος των μοντέρνων καιρών:

«Και ίσως θα χρειαστεί εμείς τώρα να ξαναπλάσομε μια παιδική καρδιά για να μπορούμε να διαβάσομε.» (Θέλετε να χορέψομε, Μαρία; 1940)

Δεν είναι εύκολο να μιλήσω για την Μέλπω. Γιατί η Μέλπω για μένα είναι η Μύκονος, ο τόπος των παιδικών καλοκαιριών, της εφηβείας και της ενηλικίωσης. Είναι το Αρχιπέλαγος.Γιατί η Μέλπω με ποτίζει υπαρξιακά· η πρόζα της, η φωνή της, ο ίσκιος της, φωτίζουν τα πρώτα μου βήματα στους λευκούς λαβύρινθους της Χώρας, η φωνή της είναι η φωνή της λαλάς μου, της γαλανομάτας Κατερνώς που έλεγε ομηρικά ‘θα σου πέψω μιαν όρνιθα’, είναι τα μελωδικά παραμιλητά των γραϊδίων, της Ζαμπελώς, της Αρχοντούλας, της Τομαζίνας, το σούρουπο στις πεζούλες· η φωνή της Μέλπως είναι το σκώμμα των ψαράδων και των βαρκαραίων, είναι ο μεσαιωνικός θρύλος του μυκονιάτη απέθαντου, του Βουρβούλακα, είναι η ιστορία του πειρατή Μανώλη Μερμελέχα που νίκησε τη χολέρα και τον φωνάζαν ‘μόρτη’, είναι η ιστορία της Μαρίας της επιλεγομένης Γαλαζιανής, ήτις ξεμυάλιζε τους νοικοκυραίους και ζούσε βίον ακόλαστον και εξορίστηκε από το Κοινόν των Μυκονίων, είναι οι Γιαλούδες που βγαίνουν στη Λαγκάδα με πανσέληνο· η φωνή της Μέλπως είναι το παρ’ ημίν αρχαιότατο stream of consciousness που ξεκινά σαν αφήγηση σε βεγγέρα, γίνεται ποίημα, γίνεται εμμελής πρόζα και τυλίγει το Αρχιπέλαγος, επιστρέφει στη γενέθλια γη, στη Μύκονο· είναι ό,τι χάθηκε κι ό,τι απομένει.

Το αυθόρμητο δημοψήφισμα σε Πάρο και Αντίπαρο για τη διαφύλαξη του συστήματος δημόσιας υγείας πρέπει να βάλει σε σκέψεις την κυβέρνηση και όλους μας. Οι μεταρρυθμίσεις οδήγησαν σε μερική εξυγίανση του ΕΣΥ, κυρίως ως προς την καταχρηστική φαρμακευτική δαπάνη, αλλά ταυτόχρονα διά των οριζοντίων περικοπών οι δομές δημόσιας υγείας συρρικνώνονται. Την περιστολή αυτή της δημόσιας υγείας στηλιτεύει και το Ευρωκοινοβούλιο στην προσφατη έκθεσή του για τον κοινωνικό αντίκτυπο της δημοσιονομικής λιτότητας σε τέσσερις χώρες της ευρωζώνης. Η απαίτηση των Παριανών άρα, για απρόσκοπτη πρόσβαση στις υπηρεσίες δημόσιας υγείας, είναι εύλογη και απολύτως θεμιτή, με κριτήρια ισοπολιτείας εθνικά και ευρωπαϊκά.

Βεβαίως, δεν μπορούμε να παραγνωρίσουμε ότι πολλές δομές, όπως τα Κέντρα Υγείας, έχουν υποφέρει στο πρόσφατο παρελθόν από κακοδιοίκηση, σπατάλη πόρων, επιζήμιους διορισμούς ημετέρων. Αυτά θα έπρεπε ήδη να έχουν διορθωθεί. Οχι όμως να φτάσουμε στο σημείο να μην υπάρχει καρδιολόγος ή ορθοπεδικός στα νησιωτικά Κέντρα Υγείας.

Η Ελλάδα είναι κατεξοχήν νησιωτική χώρα, και αυτή η ιδιομορφία της συνιστά μοναδικό αποθετήριο φυσικού και συμβολικού πλούτου, ανεκτίμητο πνευματικά, πολιτιστικά, γεωπολιτικά. Τα νησιά είναι επίσης σημαντικό υλικό κεφάλαιο, λόγω τουρισμού κυρίως. Η διαμαρτυρόμενη Πάρος, η ταλαιπωρούμενη Σαντορίνη, η υποστελεχωμένη Μύκονος, είναι τα πιο προβεβλημένα εργοστάσια τουρισμού στο Αρχιπέλαγος. Οι εξασθενημένες υποδομές αποθαρρύνουν την δημογραφική ανάπτυξη και την ανανέωση του νησιωτικού πληθυσμού.

Επιπλέον, υπονομεύουν την περαιτέρω ανάπτυξη του τουρισμού, σε μορφές τουρισμού πιο μακροχρόνιες και αποδοτικές. Πώς θα πεισθεί να διαχειμάσει ο ξένος, ιδίως ο συνταξιούχος, όταν το νησί δεν προσφέρει ικανοποιητικές υπηρεσίες υγείας; Πώς θα αναπτυχθούν νέες μορφές τουρισμού, όπως ο ιατρικός και ο τουρισμός τρίτης ηλικίας, χωρίς υποδομές;

Η δημοσιονομική προσαρμογή είναι εργαλείο, δεν είναι ιερό δόγμα. Απαιτούνται ευελιξία, κατανόηση, ευφυείς προσαρμογές. Ιδίως αν πρόκειται για τους όρους επιβίωσης του Αρχιπελάγους, συμβολικού πυρήνα του ελληνισμού και του μεσογειακού κόσμου.

paradise

Περπατώ στους αυγουστιάτικους δρόμους του αθηναϊκού κέντρου, με λεπτό ξηρό καύσωνα και άπλετο φώς. Η πόλη έχει αδειάσει και είναι πιο μελαγχολική από τόσους πολλούς Αύγουστους που την έχω ζήσει. Σαν εγκαταλειμμένη, σαν να την έχουν παρατήσει. Κοντοστέκομαι μπρος σε κατεβασμένα ρολά: έκλεισε για πάντα ή για Δεκαπενταύγουστο. Εύχομαι το δεύτερο, να έχουν παρατήσει την Αθήνα για ν’ απλωθούν στην ενδοχώρα, ή να απλώσουν την πόλη ευδαιμονικά στο αρχιπέλαγος.

Ευχόμαστε το δεύτερο με τους εκλεκτούς φίλους και τσουγκρίζουμε· πάνω απ’ τα ποτήρια φυτρώνουν λιμάνια, κάστρα και νησιά, κάστρα μεσαιωνικά, αρχαίοι οπωρώνες, μυριστικά φυτά, αιθέρια έλαια, ξερικά αμπέλια σε πεζούλες, παππούδες και ερειπωμένα σπίτια πατρογονικά, Γενοβέζοι πολεμιστές και Βενετσιάνοι έμποροι, Ελληνες stradioti, κουρσάροι και κοντραμπατζήδες, η Χίος, η Μονεμβασιά, η Σύρος, το Γαλαξείδι, το Τσιρίγο, φάροι πετρόκτιστοι και φανοί εσβεσμένοι, μπαρ, αρχέγονες ντισκοτέκ καλαμένιες, ρουμς του λετ, η Παναγίτσα του Μουντέ των εξορίστων, και παντού βαπόρια, καράβια, πλοία ολόφωτα στη νύχτα από νησί σε νησί. Αφικνυόμενοι και αναχωρούντες, βρισκόμαστε διαρκώς στη Μεγάλη Μητρόπολη του Αυγούστου: στο Αιγαίο.

Στέκομαι σ’ ένα πέρασμα πλήθους ανθρώπων, γλωσσών και φυλών. Στο κέντρο των Κυκλάδων, κι είναι νύχτα με μελτέμι. Εχω αγκυροβολήσει, όπως πενήντα πέντε συναπτά καλοκαίρια, στο καταγωγικό αρχιπέλαγος. Κοιτώ τους μυριάδες νεαρούς ανθρώπους, είκοσι-τριάντα, που πηγαινοέρχονται στο τοπικό bus terminal, με τελικό προορισμό τα γιγάντια κλαμπ των νότιων παραλιών. Προέλευση: Ευρώπη, Αμερικές, Ωκεανία. Τατουάζ, πιρς, φανελάκια, μοτοσικλέτες: στον εξισωτισμό του καλοκαιριού όλοι φαίνονται ίδιοι και όλοι ζητούν το ίδιο, μια νύχτα διεσταλμένη μέχρι το ηλιόβγαλμα, με κιλοβάτ, σφηνάκια και ουσίες, με διεσταλμένες τις αισθήσεις, με παραισθήσεις, με απόδραση από τον κλοιό των δυτικών μητροπόλεων. Οι παγκοσμιοποιημένες μάζες μιλούν τα ίδια στοιχειώδη κρεολικά αγγλικά, ακούνε τους ίδιους ντι-τζέι σαμάνους, καταναλώνουν ίδια shots και σμάρτφον. Ο πακιστανοαυστραλός Αφζάλ συνοδεύει σαν κομψός αίλουρος τα φωτομοντέλα που ντυμένα-γδυμένα στυλ Μυγκλέρ και Γκωτιέ διαφημίζουν το κλαμπ του παραδείσου. Είναι διεθνής επαγγελματίας του κλάμπινγκ, τέσσερις μήνες Μύκονος, τέσσερις μήνες Πουκέτ, τέσσερις μήνες Σίδνεϊ ― η διαδρομή του είναι η παγκοσμιοποίηση, ο κόσμος είναι ο κόσμος της επιστημονικής φαντασίας υλοποιημένος μες στην καρδιά της Νύχτας, ο αισθητικοποιημένος κόσμος των δυστοπιών του ‘70-’80, του Ranxerox και του Τotal Recall, της καρικατούρας Fifth Element. Κλώνοι και μεταλλάξεις. Ο,τι συνέγραφε τριπαρισμένος ο Φίλιπ Ντικ ακούγοντας βινύλια Grateful Dead και Βάγκνερ, το 2013 είναι το απόλυτο mainstream, με ψηφιακή υπόκρουση Afrojack και Martin Solveig.

Γύρω από τα λεωφορεία για τον Παράδεισο, χτυπάνε τατουάζ, σαν μονομάχοι ή υποψήφιοι για σκλαβοπάζαρα της αυτοκρατορίας. Δεν έχουν ακούσει ωστόσο τίποτε για τον Σπάρτακο. Η σκέψη μου τρέχει στην πρόταση των Ελλήνων αρχιτεκτόνων για τη μετάπολη του 21ου αιώνα, στην Μπιενάλε της Βενετίας το 2006. Είδαν το Αιγαίο σαν μια Διάσπαρτη πόλη, σύμφωνη με τις συλλήψεις επιφανών ιστορικών και διανοητών, όπως ο Ρουτζέρο Ρομάνο, ο Μάσιμο Κατσάρι, ο Σπύρος Ασδραχάς, ο Αγγελος Ελεφάντης. Σε εκείνη την ελληνική έκθεση, ο αρχιτέκτονας Στέφανο Μποέρι είχε περιγράψει μια ουτοπία, την Ελεύθερη Ομοσπονδία των Νήσων της Μεσογείου. Την τοποθετούσε στη δεκαετία 2010-2020. Ισως έχει ξεκινήσει πράγματι, ταλαντευόμενη μεταξύ ουτοπίας και δυστοπίας.

Θα είχα έως και τριάντα χρόνια να δώ ορισμένα μέρη από θαλάσσης· άλλα τα είχα δει και πιο πρόσφατα, πριν από είκοσι ή δεκαπέντε χρόνια. Ποτέ όμως δεν είχα δει όλα μαζί τα παράλια, σε έναν ενιαίο περίπλου όλης της νότιας Μυκόνου, από το δυτικότερο άκρο, αντικρύ της Δήλου, έως το πιο ανατολικό, όπου ξανοίγεσαι για την Ικαριά.

Οι νότιες ακτές είναι οι δημοφιλέστερες και οι πιο πυκνοκατοικημένες, σε όλες τις Κυκλάδες. Ευνοήτως: προστατευμένες από τους βοριάδες και από το μελτέμι, προσφέρονται για κολύμπι και για παραθερισμό. Το φυσικό αυτό πλεονέκτημα ήταν αδιάφορο κατά τα προ τουρισμού (π.Τ.) χρόνια: οι νησιώτες κοιτούσαν πώς θα εξασφαλίσουν καλλιεργήσιμη γη. Η σχέση τους με την ακτογραμμή εξαντλείτο στο πώς θα εξασφαλίσουν υπήνεμα λιμάνια και ρεμέτζα· το κολύμπι των παιδιών εγινόταν ανέτως και μέσα στο λιμάνι, στον γιαλό. Οι ακτές ήταν το βασίλειο των ψαράδων, των χταποδάδων, των βαρκαραίων και των αγυιοπαίδων. Αυτά ίσχυαν στην προτουριστική αρχαιότητα, σε χρόνους που κανείς δεν θυμάται πια, ή δεν θέλει να θυμάται.

Κατά την τουριστική νεωτερικότητα, τα νότια παράλια της Μυκόνου έγιναν πεδίο εκδήλωσης όλων των αξιών, επιθυμιών και φαντασιώσεων των μοντέρνων Ελλήνων, για τους οποίους ο τόπος είναι οικόπεδο με θέα, η γη είναι real estate, η ακτή όργανο ψυχαγωγίας, και οι πλαγιές δοχείο επαύλεων και πισινών. Εξ ου, όλα είναι χτισμένα, παντού. Τσιμέντο, μπετόν, πέτρα, μαντρότοιχοι, πέργκολες, γκαράζ, πισίνες, και απέραντο δίκτυο ηλεκτροφόρων στύλων πάνω σε κάθε κορυφογραμμή.

Ο ήλιος ψήλωνε. Κάθε κόλπος, κολπίσκος, όρμος, στη Μύκονο, είναι μια θαυμαστή πλαζ, με χρυσή άμμο και μοναδικά νερά, ψυχρά συνήθως, με χρώμα κυμαινόμενο από το διαφανές γαλαζοπράσινο έως το ζωηρό γαλανό και το βαθύ μπλε. Η μοναδική ομορφιά της Μυκόνου είναι το φως που πολλαπλασιάζεται σε πυριτικά πετρώματα, γρανίτες και γνεύσιους· είναι το εντυπωσιακό κοντράστ της σταχτιάς, φρυγμένης γης του καλοκαιριού πάνω σε δυο γαλάζιες οθόνες, του ουρανού και της θάλασσας.

Εχει απομείνει το φως· έχει χαθεί η γη. Η γη έχει καταληφθεί, ολοσχερώς από τα χτίσματα. Παντού. Σε κάθε παραλία, σε κάθε πλαγιά και λαγκαδιά, σε κάθε μυχό και ακρωτηράκι αχειροποίητο, σε κάθε διάσελο και κορυφογραμμή, σπίτια, σπιτάρες, resort, βίλες, μπάγκαλοους, μπετένια σκελετά, πολλά απ΄ αυτά άδεια και κλειστά, σαν σπυριά μιας αλλλόκοτης δερματοπάθειας, τεράστια ξενοδοχεία σαν εκτενή έλκη, δάση ομπρελών, εστιατορίων, κλαμπ, σαν αποικίες μυκήτων. Παντού.

Κάτι αγριοπερίστερα, γλάροι, πεντέξι κορμοράνοι, καπαριές κρεμαστές σε αλίπληκτους βράχους, μοναχικές καλαμιές, τα λίγα έμβια στοιχεία που διεκδικούν μια στάλα γη. Ηττώνται κι αυτά, υποχωρούν διαρκώς. Στο ανατολικότερο άκρο, ένα βαρβάκι, falco eleonorae, το γεράκι του Αιγαίου. Μοιραστήκαμε μαζί τους την ελεύθερη θάλασσα, την χωρίς ιδιοκτήτες, παρήγορη και ιαματική.

Το σούρουπο αρχίσαμε αντιστρόφως τον περίπλου. Στο λιγοστό φως το νησί πάσχιζε να ξανακερδίσει τον όγκο του, τη φόρμα του, κάτι από το λαβωμένο μεγαλείο του. Μάταια. Στις κοσμοβριθείς παραλίες τα πάμφωτα κλαμπ ξεπρόβαλαν ακόμη πιο αλλόκοτα μες στη νύχτα, σαν εχθρικά διαστημόπλοια. Σαν βεγγαλικά απληστίας, που σβήνουν αφήνοντας πίσω μόνο δυσοσμία από θειάφι. Αφήνοντας στο μέλλον έναν ακατανόητο ερειπιώνα, καταφυγή σπουργιτιών και αγριοπερίστερων.

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

Twitting

  • Να αλλάξει η βαθιά νοοτροπία διαφθοράς που διέπει τη δραστηριότητα γύρω από τη δόμηση -η ομιλία μου στην Ολομέλεια xydakis.gr/?p=9938 16 hours ago
  • Έχουμε το ανθρώπινο δυναμικό, τον τόπο, το κλίμα, παραγωγική βάση, ας κοιτάξουμε μπροστά-στην «Πρώτη Είδηση» το πρωί xydakis.gr/?p=9932 19 hours ago
  • Η αυθαίρετη δόμηση στο παρελθόν έγινε ανεκτή -αν δεν προστατεύθηκε κιόλας- αφήνοντας αρνητικό αποτύπωμα στη φύση, την οικονομία & νοοτροπία 19 hours ago
  • Τώρα στην Ολομέλεια: Οι στρατηγικές κινήσεις απαιτούν χρόνια να ωριμάσουν, το άνοιγμα στην Κίνα ξεκίνησε δέκα έτη πριν και αποδίδει σήμερα 19 hours ago
  • Πριν από λίγο στο Ράδιο Κρήτη 9,84 και τον Γιώργο Σαχίνη για τα μακροχρόνια οφέλη της επίσκεψης του ΠΘ στις ΗΠΑ crete-news.gr/%CE%BD%CE%BE%C… 19 hours ago
  • Η βόμβα διασποράς που κατακερματίζει το πολιτικό σκηνικό κυοφορείτο χρόνια πριν, από τα χρόνια της ευφορίας... xydakis.gr/?p=9927 20 hours ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 989,826 hits
Αρέσει σε %d bloggers: