You are currently browsing the tag archive for the ‘απόγνωση’ tag.

Στις δύσκολες ώρες αναζητούμε παρηγοριά στην τέχνη. «Της Τέχνης της πιστής δώρα πιστά» αναζητεί ο Καβάφης· τέτοια κι εμείς. Η ζωή κυλάει σαν βράχος πάνω μας, βαριά, αργή, συνθλίβουσα. Αγνώριστη, φέρουσα καταπλήξεις και πλήγματα, καταθλίβουσα. Και όσο κι αν μελαγχολείς, αυτή κυλάει, ποτάμι ορμητικό φουσκωμένο κι εσύ κλαράκι· μόνο αν αφεθείς έχεις ελπίδα να γλιτώσεις. Ανασύρεις από τα προ Κρίσεως χρόνια, μια μελαγχολική στάση, καθώς αργόσβηνε μια εποχή, ήταν 2005:

«Είσαι ένα κλαράκι, μπορεί κομψό, κι ανθεκτικό ίσως, μα κλαράκι – και αρμενίζεις ανεξέλεγκτα στα νερά του ποταμού. Οσο πιο νέος, τόσο πιο χαρίεν το κλαράκι, τόσο πιο παιγνιώδες το αρμένισμα, οι πτώσεις στον καταρράκτη, οι προσκρούσεις στις όχθες. Οσο μεγαλώνεις, οι πτώσεις πονάνε, δυσκολεύεσαι να κρατήσεις το κεφάλι έξω απ’ το νερό, η ανάσα λιγοστεύει. Το ποτάμι, θολό. Το ποτάμι, ο χρόνος. Σε διαπερνά το πέρας, αισθάνεσαι ότι η ροή κάπου τελειώνει για σένα, σε περιμένει η εκβολή, στο σχεδόν ορατό βάθος περιμένει η θάλασσα.»

Είμαστε σε θάλασσα τώρα, φουρτουνιασμένη. Ολες οι καταιγίδες, σαν μία, δέρνουν το γυμνό κλαράκι. Πίσω από το αμήχανο μουρμουρητό του 2005, ακούω απόηχους προπατόρων, τον Διονύση Σαββόπουλο και πίσω κι απ΄αυτόν, τον Μανόλη Αναγνωστάκη και τον Αρη Αλεξάνδρου:

«Η ζωή αλλάζει δίχως να κοιτάζει / τη δική σου μελαγχολία / κι έρχεται η στιγμή για ν’ αποφασίσεις / με ποιους θα πας και ποιους θ’ αφήσεις.»
(Δ.Σ., Οι παλιοί μας φίλοι)

«Το θέμα είναι τώρα τι λες / Καλά φάγαμε καλά ήπιαμε / Καλά τη φέραμε τη ζωή μας ως εδώ / Μικροζημιές και μικροκέρδη συμψηφίζοντας // Το θέμα είναι τώρα τι λες.»
(Μ.Α., Ο στόχος)

«Θα σκοντάφτεις και θα πέφτεις εδώ μες στα χαλάσματα / χαράζοντας γραμμές / εδώ θα επιμένεις δίχως βία / χωρίς ποτέ να καταφύγεις στη βολική απόγνωση / ποτέ στην περιφρόνηση.»
(Α.Α., Θα επιμένεις)

Κρατάω αυτό: «χωρίς ποτέ να καταφύγεις στη βολική απόγνωση / ποτέ στην περιφρόνηση». Ταιριάζει στη δική μας περίσταση· να μη γείρεις ούτε στη μια ούτε στην άλλη βολική εκδοχή, να μην αφεθείς, να μην παραδοθείς στις ευκολίες της θρηνωδίας ή του μίσους.

Δεν ακούς τέτοια στις τηλεοράσεις και στα ίντερνετ, ούτε στους δρόμους. Ο δημόσιος χώρος πλημμυρίζει απόγνωση και περιφρόνηση, θλίψη, βαναυσότητα. Τα υφιστάμεθα, κεντάνε το πετσί μας. Παρ’ όλ’ αυτά, η ζωή δεν είναι μόνο αυτά, η ζωή ανθίζει στα κρίσιμα διάκενα, ακόμη και τώρα. Ανατρέχω στον παντοτινά προσφιλή Αλμπέρ Καμύ, τον συντοπίτη μας της Μεσογείου, με την αγράμματη μάνα που τον έφτασε στο Νόμπελ. Πρίν από περίπου μισό αιώνα, το 1957, παραλαμβάνει το μεγάλο βραβείο και λέει στους συγκαιρινούς του, τους ανθρώπους που έζησαν ολοκληρωτισμούς, γενοκτονίες και πολέμους:

«Μπορούμε πάντα να αντιτάξουμε στην παρούσα κατάσταση τον θρήνο των ανθρωπιστών, να γίνουμε αυτό που ο Στέφαν Τροφίμοβιτς στους Δαιμονισμένους θέλει πάση θυσία να γίνει: η ενσάρκωση της μομφής. Μπορούμε να φτάσουμε, επίσης, σε εξάρσεις κοινωνικής θλίψης, όπως ο εν λόγω ήρωας. Αλλά η θλίψη αυτή δεν θα αλλάξει καθόλου την πραγματικότητα».

Ανάμεσα στη μομφή και τη θλίψη, λοιπόν, στο μίσος και την αυτοκατάργηση. Τι αντιπροτείνει ο Καμύ;

«Κάθε τοίχος είναι μια πόρτα εξόδου, λέει σωστά ο Εμερσον. Ας μην ψάχνουμε αλλού την πόρτα εξόδου παρά στον τοίχο όπου είμαστε στριμωγμένοι. Αντιθέτως, ας αναζητήσουμε την ανάπαυλα εκεί όπου βρίσκεται, δηλαδή στο κέντρο της μάχης. Γιατί, κατ’εμέ εκεί βρίσκεται. Οπως έχει ήδη ειπωθεί, οι μεγάλες ιδέες έρχονται αθόρυβα στον κόσμο σαν πάτημα περιστεράς. Αν τείνουμε ευήκοον ους, ίσως αφουγκραστούμε, λοιπόν, σαν απαλό θρόισμα φτερών εν τω μέσω της βοής αυτοκρατοριών και εθνών, τον τερπνό σαματά της ζωής και της ελπίδας. Αλλοι θα πουν ότι αυτή την ελπίδα τη φέρνει ένας λαός· άλλοι, ένας άνθρωπος. Πιστεύω αντιθέτως ότι αυτή η ελπίδα υποκινείται, αναπτερώνεται και συντηρητείται από χιλιάδες μοναχικούς, η δράση και το έργο των οποίων αναιρούν καθημερινά τα σύνορα και τα πιο χονδροειδή προσχήματα της Ιστορίας, ώστε να λάμψει φευγαλεά η αενάως απειλούμενη αλήθεια που ο καθένας τρέφει, μες στις πίκρες και τις χαρές του, για το καλό όλων.»

Advertisements

Στην Αθήνα η κυβέρνηση μεταδίδει την αισιοδοξία της για την άρση της διπλωματικής απομόνωσης της χώρας, και ταυτόχρονα βιάζεται να κλείσει τη συμφωνία με την τρόικα, προκειμένου να εκταμιευθεί η δανειακή δόση των 31,5 δισ. ευρώ. Η χρονική πίεση δημιουργεί το δικό της κλίμα, μια αίσθηση επείγοντος, αποσπασμένη από το πραγματικό περιεχόμενο της συμφωνίας: ας επιτέλους κλείσει η διαπράγματευση, κι ας είναι ό,τι να ‘ναι, θα κάνουμε ό,τι πείτε.

Η πραγματικότητα όμως είναι πολύ χειρότερη. Το εμπροσθοβαρές πακέτο περικοπών και υπερφορολόγησης ―9 δισ. σε μία χρονιά― ουσιαστικά αποσύρει από την αφυδατωμένη αγορά περίπου το 5% του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος, ένα δυσβάστακτο βάρος για άτομα και επιχειρήσεις. Είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν οι διαλυμένοι μηχανισμοί του κράτους θα μπορέσουν να εισπράξουν αυτά τα χρήματα, πολύ περισότερο που τα ζητούν από τις ήδη εξουθενώμενες ομάδες πληθυσμού, μισθωτούς, συνταξιούχους και μικροεπαγγελματίες. Τα μεγάλα εισοδήματα και το μαύρο χρήμα δεν θίγονται ― κι αυτό το επαναλαμβάνουν διαρκώς οι ηγέτες των κρατών και οργανισμών που συμμετέχουν στον ελληνικό δανεισμό.

Η συγκρατημένη αισιοδοξία από την όψιμη συμπάθεια ξένων ηγετών προς την Ελλάδα δεν μπορεί να αντισταθμίσει τη δεινή θέση της τρικομματικής κυβέρνησης: πιθανότατα θα ψηφίσει τα μέτρα στη Βουλή, αλλά δεν θα μπορέσει να τα εφαρμόσει. Η είσοδος στην κυβέρνηση προσώπων από το ΠΑΣΟΚ και τη ΔΗΜΑΡ δεν θα της προσφέρει επιπλέον νομιμοποίηση· αντιθέτως, θα της προσθέσει τη ραγδαία φθορά του ΠΑΣΟΚ, και την προσωπική κατάρρευση του αρχηγού του, και την αστάθεια της ΔΗΜΑΡ.

Η πολιτική αστάθεια όμως δεν προέρχεται τόσο από τα κομματικά γραφεία και τις προσωπικές αδυναμίες, όσο από την κατάκοπη κοινωνία. Σύγχυση, φόβος, παραίτηση, απόγνωση, αλλά και βία κυριαρχούν σταδιακά στον δημόσιο χώρο· η έλλογη συμπεριφορά και η συλλογικότητα υποχωρούν. Η έλευση του χειμώνα, με τις αυξημένες υλικές απαιτήσεις, θα επιδεινώσει την απαισιοδοξία. Ηδη σε συνελεύσεις πολυκατοικιών αποφασίζουν να μην προμηθευτούν πετρέλαιο θέρμανσης λόγω αδυναμίας πολλών ενοίκων. Οι δυσλειτουργίες ζωτικών υποσυστημάτων του κράτους, π.χ. στα σχολεία και τα νοσοκομεία, σωρεύονται και πολλαπλασιάζονται. Αναμενόμενο: οι κρατικές λειτουργίες θα απορροφούν περίπου το 35% του ΑΕΠ, έναντι του 42% που είναι ο μέσος όρος στην Ευρώπη. Κι αυτό το 35% λογαριάζεται πλέον στο συρρικνωμένο ΑΕΠ, που θα φτάσει τα 171 δισ. ευρώ στο τέλος του χρόνου, από τα 210 δισ. του 2007. Με τόσο μεγάλες και τόσο απότομες περικοπές, κανένα κράτος δεν αντέχει.

Το ύστατο πλήγμα που απειλεί τα μικρομεσαία στρώματα είναι η κατάρρευση της αγοράς ακινήτων, που θα προκαλέσει το ενδεχόμενο κύμα πλειστηριασμών για ακίνητα μη εξυπηρετούμενων στεγαστικών δανείων. Οι τράπεζες επιθυμούν να διαγράψουν τα επισφαλή δάνεια δια της τιτλοποίησης και πώλησής τους. Η συνεπαγόμενη απαξίωση της ακίνητης περιουσίας, σε συνδυασμό με την υπερφορολόγήσή της, θα επιταχύνει τη διαδικασία πληβειοποίησης του μεγαλύτερου μέρους του πληθυσμού. Ανεργία, μείωση εισοδήματος, υπερφορολόγηση, απαξίωση ή κατάσχεση κατοικίας: Οι κοινωνικές και πολιτικές συνέπειες είναι απρόβλεπτες.

[…]

Μέσα σε δύο χρόνια, η ελληνική μεσαία τάξη, απέραντη και αδιαφοροποίητη, είδε να καταστρέφεται ανεπανόρθωτα η συνθήκη ευπρεπούς διαβίωσης και να απειλείται η συνθήκη αξιοπρεπούς επιβίωσης. Η κατάσταση ραγδαίας αποπτώχευσης επιδεινώνεται από την απουσία κοινωνικού διχτυού προστασίας και από την ταυτόχρονη αποδυνάμωση του κράτους λόγω δημοσιονομικής αποστράγγισης.

Αυτή η απότομη μετάπτωση των υλικών προϋποθέσεων του βίου δεν είναι δυνατόν να απορροφηθεί ομαλά· το ένστικτο επιβίωσης αφυπνίζεται βίαια και εκβάλλει ορμητικά, ανά πίδακες: σαν αγανάκτηση, σαν τυφλή οργή, σαν φόβος, σαν απόγνωση. Την πολυτέλεια της έλλογης αντίδρασης έχουν πλέον μόνο όσοι διατηρούν την εργασία τους, κάποια υλικά αποθέματα: αυτοί διαπνέονται από φόβο, μήπως χάσουν και αυτά τα λίγα που διαθέτουν. Ως εκ τούτου ο φόβος μετριάζει την οργή και υπαγορεύει μια συμπεριφορά πιο συντηρητική. Οι υπόλοιποι, όσοι δεν έχουν να χάσουν τίποτε, διότι τα έχουν χάσει όλα, δεν έχουν καν την πολυτέλεια της οργής: παραδίδονται στην απόγνωση.

Η διάκριση θυμικού – λογικής άρα, που ακούγεται τώρα σαν ερμηνευτικό σχήμα του θρυμματισμένου και πολωμένου πολιτικού τοπίου, πρέπει να τεθεί ορθότερα με τέτοιους όρους: φόβος – απόγνωση. Οσοι μπορούν ακόμη να νιώσουν φόβο κι όσοι είναι τόσο απελπισμένοι που δεν φοβούνται τίποτε χειρότερο.

Ισως είναι άκαιρο, αλλά ας το επιχειρήσουμε: Κάτω από το υλικό ρήγμα, το ρήγμα στη βιοτή και στην ύπαρξη, χάσκει κι άλλο ρήγμα πιο σκοτεινό και βαθύ· ρήγμα στην κοινωνική συνοχή, στην αίσθηση του συνανήκειν, ρήγμα πολιτισμικό και ψυχικό. Η ραγδαία επιδεινούμενη ανισότητα καταδεικνύει νέους ταξικούς διαχωρισμούς, με πρωτοφανή ένταση, τέτοια που η νεοελληνική κοινωνία δεν θυμόταν επί σχεδόν μισό αιώνα. Ο διαχωρισμός μάλιστα βιώνεται ψυχικά όχι μόνο βάσει της διάκρισης “έχοντες και μη έχοντες”, αλλά πολύ βαθύτερα, στο πεδίο της γυμνής ύπαρξης: σαν διάκριση μεταξύ αυτών που σώζονται και αυτών που βουλιάζουν. Αυτή η ελλοχεύουσα διάκριση δρα σαν βόμβα διασποράς στο κοινωνικό σώμα, στο μέτρο που θραύει τις συμβατικές κοινωνικές αναπαραστάσεις και μετασχηματίζει βίαια τη συλλογική ψυχή.

Μετά το κατώφλι του φόβου, στην περιοχή της απόγνωσης, αίρονται οι αυτοπεριορισμοί, οι αναστολές, οι ενοχές, οι μετουσιώσεις των αρχέγονων ενορμήσεων, όλα τα σχήματα που παράγουν πολιτισμό. Τώρα ο πολιτισμός, ο δύσθυμος πολιτισμός της πτώχευσης και της χρεοκοπίας του βίου, προσλαμβάνεται σαν πηγή δυστυχίας. Σε κατάσταση αθυμίας, σε υπαρξιακό limbo, όταν η ύπαρξη βιώνεται σαν διαρκές ρήγμα και πτώση, χωρίς προσδοκία φωτός, όλα μπορούν να συμβούν.

Κάπως έτσι μπορεί να αναγνωσθεί η λεγόμενη ακραία πολιτική συμπεριφορά, η ακραία ψήφος λόγου χάριν, η ψήφος εναντίον του συστήματος ― ό,τι κι αν εννοεί σύστημα ο εκλογέας μέσα σε τέτοια θυμική-υπαρξιακή καταιγίδα. Κάπου εκεί θα ανιχνεύσουμε το υλικό υπόστρωμα της πολιτικής αστάθειας: σε ένα κοινωνικό σώμα που το διατρέχουν ηλεκτρικά φορτία φόβου και απόγνωσης.

Ενώπιον αυτής της πολυρηγμάτωσης υπάρξεων και συνειδήσεων, τα καθήκοντα όποιας ηγεσίας αναδυθεί, όποιας κυβέρνησης προκύψει από την εκλογή της 17ης Ιουνίου, είναι τεράστια και πολύμορφα. Το πιο επείγον όμως είναι η άμεση υλική ανακούφιση των απελπισμένων και η ψυχική τους επανασύνδεση με το σώμα των επιπλευσάντων. Αυτή είναι η ουσιώδης επαναδιαπραγμάτευση: η ανάκτηση της ανθρωπιάς. Τα θύματα της κρίσης δεν είναι οι ανάξιοι, οι χειρότεροι, οι απόβλητοι, όπως πιθανότατα αισθάνεται ένας νοικοκύρης οικογενειάρχης που έμεινε άνεργος. Ο κοινωνικός βίος δεν είναι άλογος, δεν είναι αρένα μίσους, δεν είναι το χομπσιανό σύμπαν του bellum omnium contra omnes: αυτό πρέπει πρώτα να αποκατασταθεί.

Αυτή η αποκατάσταση, που τίποτε δεν έχει να κάνει με αποκατάσταση της παλαιάς ερειπωμένης τάξης, είναι δυνητικά έναρξη αναγέννησης. Είναι οι σπίθες μες στη στάχτη.

Η αυριανή εκλογική αναμέτρηση είναι μια μόνο στιγμή σε μια αλυσίδα ιστορικών τεκτονικών μετατοπίσεων που λαμβάνει χώρα αδιαλείπτως από το 2008. Από τις πρώτες ημέρες του κραχ στη Γουόλ Στριτ έως την απειλή κατάρρευσης στα πιο αδύναμα κράτη.

Η κρίση ―ουσιαστικά, πτώχευση― της χώρας μας ανέδειξε μεμιάς όλες τις αδυναμίες της παραγωγής και τις παθογένειες του κράτους, αλλά έδειξε επίσης την τραγική ανεπάρκεια του πολιτικού συστήματος να διαχειριστεί στοιχειωδώςτα έκτακτα και να διαπραγματευτεί με τους πιστωτές.

Ετι περαιτέρω, είδαμε ότι οι ελίτ και τα προνομιούχα τμήματα του πληθυσμού ήσαν πνευματικά ανέτοιμοι και ανίσχυροι να συλλάβουν τη σφοδρότητα και τις νέες ποιότητες της κρίσης. Πολιτικοί, οικονομολόγοι, ακαδημαϊκοί, κοινωνιολόγοι, φιλόσοφοι, μάνατζερ, στη συντριπτική πλειονότητα αναλώθηκαν σε επιμέρους αναλύσεις, λιγότερο ή περισσότερο ορθές, αλλά σε καμία περίπτωση δεν συνέκλιναν στη συγκρότηση ενός εθνικού σχεδίου διάσωσης.

Ουσιαστικά το μόνο σχέδιο ενώπιον της κρίσης ήταν το Μνημόνιο, καταρτισμένο από ξένους, βάσει έτοιμων γενικών πατρόν. Ακόμη και σήμερα, δυόμισι χρόνια από την πρώτη έκρηξη, η Ελλάδα δεν έχει κατορθώσει να εκπονήσει δικό της σχέδιο ανάταξης, στημένο πάνω σε υπαρκτές δυνάμεις και αδυναμίες. Ετσι, όλη η πολιτική ενέργεια παρήχθη ως ρητορική υπέρ ή εναντίον του Μνημονίου· όχι ως σκέψη και πράξη για κατανόηση και υπέρβαση της κρίσης, και ακολούθως ως πράξη για ανάταξη και αναγέννηση της χώρας με ιστορική προοπτική. Πολλώ μάλλον που το Μνημόνιο δεν εγγυάται, ακόμη και με πλήρη εφαρμογή του, ότι θα οδηγήσει τη χώρα μακριά από την καταστροφή.

Στην κάλπη θα αποτυπωθούν πολιτικά ο θυμός, ο φόβος, η απόγνωση, οι λαχτάρες του σώματος. Η κάλπη όμως δεν μπορεί να γεννήσει το σχέδιο, την πειθώ, την έμπνευση, τη ζωτικότητα, τον πραγματισμό, που απαιτούνται για τη διάσωση: αυτά παραμένουν κατεπειγόντως ζητούμενα, για εκλογείς και εκλεγμένους.

Η μακρά αγωνία, που άρχισε το φθινόπωρο στις Κάννες και κορυφώθηκε με την ψήφιση του Μνημονίου ΙΙ, φαίνεται να υποχωρεί προσώρας. Οι επικείμενες εκλογές, παρότι δεν προσδιορίζονται ακόμη επακριβώς, ελπίζεται να δράσουν εκτονωτικά στη δυσφορία και την απόγνωση του κοινωνικού σώματος. Αλλά μέχρι εκεί: ο ορίζοντας κοινωνικής ειρήνης δεν υπερβαίνει τους ολίγους μήνες. Διότι, ακόμη κι αν δεν ακούγαμε τις σαφείς προειδοποιήσεις για το τι περιμένει τους Ελληνες, από τα πιο αρμόδια χείλη, των εκπροσώπων της τρόικας λόγου χάριν, η ίδια η σκληρή πραγματικότητα δίνει τα δικά της μηνύματα. Το χρέος δεν θα καταστεί βιώσιμο στους χρόνους που υποσχέθηκαν η κυβέρνηση και οι Ευρωπαίοι εταίροι, κατά τη λήξη της κρίσιμης τριετίας 2012-14 η χώρα θα χρειαστεί επιπλέον χρηματοδότηση έως και 67 δισ., η ύφεση θα συνεχιστεί, η ανεργία καλπάζει, το ασφαλιστικό καταρρέει εξαιτίας της ύφεσης και της ανεργίας αλλά και λόγω του κουρέματος των διαθεσίμων των ταμείων. Εν τω μεταξύ, με φόντο την παγωμένη αγορά, βιώνουμε και τη βίαιη συρρίκνωση κοινωνικών υποδομών: σχολεία, πανεπιστήμια, νοσοκομεία, βρεφονηπιακοί σταθμοί, προνοιακές δομές υποχρηματοδοτούνται, υπολειτουργούν, καταργούνται ή καταρρέουν.

Η αγωνία λοιπόν δεν περνά. Και οι πιο ανυποψίαστοι πολίτες έχουν συνειδητοποιήσει πια ότι η κρίση δεν θα περάσει σε τρία-τέσσερα χρόνια και, κυρίως, θα περάσει αφήνοντας πίσω της θύματα και βαθιές ουλές, θα μετασχηματίσει την κοινωνική ζωή. Αρκετοί πολίτες επίσης συνειδητοποιούν με ανησυχία ότι η γενικευμένη κρίση και οι διαρκείς δεσμεύσεις έναντι δανειστών, εφόσον διαρκέσουν, μπορούν να οδηγήσουν σε οδυνηρή απομείωση του γεωπολιτικού βάρους της χώρας, σε φινλαδοποίησή της. Πράγματι, η Ελλάδα κατέχει δεσπόζουσα θέση σε μια περιοχή μεγάλου στρατηγικού και οικονομικού ενδιαφέροντος, πάνω στους ενεργειακούς δρόμους της αναβαθμιζόμένης ΝΑ Μεσογείου, αλλά και πλάι σ’ έναν ισχυρό και επιθετικό γείτονα, την Τουρκία, και με τη Μέση Ανατολή σε αποσταθεροποίηση. Η ίδια η χώρα είναι βαριά λαβωμένη οικονομικά, με πολύ χαμηλή αυτοπεποίθηση, χωρίς ηγεσία, σχεδόν ξέπνοη. Ωστε τα δυνητικά της πλεονεκτήματα, γεωπολιτικά και γεωοικονομικά, εφόσον δεν αξιοποιηθούν ευφυώς και βάσει εθνικού σχεδίου, μπορούν να απωλεσθούν ή να εκχωρηθούν άνευ ουσιαστικών ωφελημάτων για τον δοκιμαζόμενο τώρα ελληνικό λαό. Αυτό θα ισοδυναμούσε με εθνική καταστροφή και ιστορική καθυστέρηση.

Ολο και περισσότεροι πολίτες αντιλαμβάνονται ότι βρισκόμαστε σε ένα τέτοιο ιστορικό μεταίχμιο. Και παρ΄όλη την αγωνία για την ατομική και οικογενειακή τύχη, αναγνωρίζουν ότι η ανάσχεση της πτώσης είναι δυνατή μόνο με ένα μίνιμουμ ομοθυμίας, με συνένωση δυνάμεων και κατασκευή του μέλλοντός μας. Η ιστορική πρόκληση πλέον είναι η υπέρβαση του διλήμματος «Μνημόνιο ή Αντιμνημόνιο», διότι κατ΄ουσίαν δεν απειλούμαστε από έναν τυπικό Διχασμό, αλλά από έναν διάχυτο, άτυπο, διαρκή εμφύλιο, από πολυκερματισμό και θρυμματισμό των κοινωνικών δυνάμεων, που γίνονται αισθητά σαν γενικευμένη δυσφορία, ασφυξία, πνιγμός, κατάθλιψη και απόγνωση. Ο τέτοιος θρυμματισμός της κοινωνίας κατοπτρίζεται στην υγροποίηση των κρατικών δομών και στον κοινωνικό αυτοματισμό.

Σε τι μπορούν να ελπίζουν οι Ελληνες για ανάσχεση της πτώσης; Μάλλον όχι στο παρόν πολιτικό σύστημα, όπως εκφράζεται από φθαρμένα πρόσωπα και εξαχρειωτικές δομές. Το πολιτικό σύστημα, τροφοδοτούμενο από φενακισμένους ψηφοφόρους-πελάτες, δεν μπορεί να συγκροτήσει εθνικό σχέδιο διάσωσης· και δεν θέλει εντέλει, στο βαθμό που η διάσωση θα προϋπέθετε την πολιτική αναγέννηση και την καταστροφή των παλαιών παθογενών ριζωμάτων. Οι εκλογές, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, θα δώσουν μια αδύναμη κυβέρνηση, εκ συνασπισμού ή εξ ανοχής, η οποία μόνο προσωρινά θα ανασχέσει την ασφυξία. Αναγκαστικά λοιπόν, θα περιμένει τη λύση έξωθεν, αν και εφόσον αλλάξει ο πολιτικός συσχετισμός στην Ευρώπη, και αν οι όποιες αλλαγές περιλαμβάνουν την Ελλάδα επωφελώς.

Εν τω μεταξύ όμως; Η χώρα χρειάζεται επειγόντως να ανακόψει τη βύθιση στην ύφεση. Προς τούτο δεν μπορεί να περιμένει πότε θα αποκτήσει την περιβόητη ανταγωνιστικότητα με μισθούς Ρουμανίας και απαξιωμένα τα εθνικά assets κ.λπ. Εως ότου συμβούν τα προβλεπόμενα στα μάνιουαλ των μάγων της εσωτερικής υποτίμησης, απλώς δεν θα υπάρχουν Ελληνες. Η Ελλάδα πρέπει να βρει τρόπους να εργαστούν οι πολίτες της και να παράγουν πλούτο, πρέπει να ξυπνήσει το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων, να ξυπνήσει τα δημόσια έργα, να αντλήσει πόρους από τις ευρωπαϊκές δεξαμενές του ΕΣΠΑ και της Ευρωπαϊκή Τράπεζας Επενδύσεων, όπως τουλάχιστον υπόσχονται οι εταίροι μας: αυτό είναι το πεδίο για σκληρή διαπραγμάτευση.

Οτιδήποτε ξυπνά την πραγματική οικονομία και κρατάει ζωηρούς τους ανθρώπους, πρέπει να χρησιμοποιηθεί. Να δημιουργηθούν ευκαιρίες για κοινωνική εργασία, για απασχόληση ανέργων και νέων με κοινωνικό μισθό, με προσφορά εθελοντικής εργασίας σε αδύναμους τομείς της δημόσιας διοίκησης. Η αυτοδιοίκηση, από τη γειτονιά έως την περιφέρεια, μπορεί και πρέπει να χρησιμοποιηθεί ως μοχλός για την συνέγερση του κόσμου. Η αυτοδιοίκηση διαθέτει πολιτική νομιμοποίηση, έχει καθορισμένη θητεία, ελέγχεται από τους πολίτες και εν πολλοίς την εμπιστεύονται· υπό όρους μπορεί να μετατραπεί σε μοχλό ανάπτυξης και φυτώριο ηγετών, αλλά χρειάζεται στήριξη και πόρους.

Οι συνεταιρισμοί να αποκτήσουν νέο, ελπιδοφόρο και παραγωγικό, περιεχόμενο, σε κάθε τομέα: γεωργία, βιοτεχνία, υπηρεσίες, καινοτομίες. Αυτό θα μπορούσε να είναι το όχημα για τους νέους και τα start-ups. Η Task Force της Κομισιόν τέτοια βοήθεια θα έπρεπε να δίνει, αυτά πρέπει να της ζητηθούν: να μεταφέρει πόρους και τεχνογνωσία στην παραγωγή, για ανάνηψη της κοινωνίας.

Αυτά τα ελάχιστα περί παραγωγής, θα ήθελαν να δουν οι πολιτες στα προγράμματα των πολιτικών δυνάμεων που ζητούν ψήφο. Για αρχή.

Αμφίθυμη και εντέλει αντινομική εμφανίζεται προς το παρόν η κοινωνία ενώπιον του ιστορικού ρήγματος της κρίσης και του πτωχευμένου κράτους. Κυριαρχούν η οργή και η απόγνωση, αφενός, των κοινωνικών ομάδων που ωθούνται βιαίως στη φτώχεια ή και πέραν αυτής. Ευεξήγητα και δικαιολογημένα τα αισθήματα· που όμως εκφράζονται με βίαιη συμπεριφορά, όπως οι συχνότατοι προπηλακισμοί πολιτικών και άλλων δημοσίων προσώπων. Οι εξοργισμένοι πολίτες αθροιζόμενοι ως όχλος απαιτούν την εξαφάνιση από προσώπου γης των πολιτικών, των αποκαλουμένων “προδοτών”. Αυτό ακούγεται στις παρελάσεις. Γιατί αισθάνονται προδομένοι; Ισως επειδή τους ψήφισαν στο παρελθόν και διαψεύσθηκαν οικτρά οι προσδοκίες τους. Τα δύο μεγάλα κόμματα, που κυβέρνησαν τη χώρα τις τελευταίες δεκαετίες, είχαν τη συναίνεση, εκλογική τουλάχιστον, της πλειοψηφίας του εκλογικού σώματος, έως και των τριών τετάρτων. Η κριτική κατά των πολιτικών άρα θα πρέπει να περιέχει και αυτοκριτική των πολιτών: Πώς εμπιστεύτηκαν τις τύχες τους σε τέτοιους ανάξιους, επί τόσο μακρό χρόνο;

Η άλλη, παράλληλη, συμπεριφορά είναι η απόσυρση από τον δημόσιο χώρο και η αποφυγή της πολιτικής δράσης. Οι περισσότεροι Ελληνες, όλοι σχεδόν, συμφωνούν να εξαφανιστούν οι παλιοί πολιτικοί. Λίγοι όμως δέχονται να δραστηριοποιηθούν πολιτικά ώστε να πληρωθεί το κενό και να ξεκινήσει υπό νέους όρους και με νέα πρόσωπα η επίπονη πορεία διάσωσης και ανόρθωσης. Ακόμη και τα αναμάρτητα ή νεοπαγή κόμματα δυσχεραίνονται αφάνταστα να προσελκύσουν νέα πρόσωπα, άφθαρτα, στις τάξεις τους. Θα βοηθήσω όπως μπορώ, αλλά δεν μπορώ να βγω μπροστά, να περιληφθώ σε εκλογική λίστα, απαντούν στις προσκλήσεις. Ετσι, μόνοι κινούμενοι, από κόμματος εις κόμμα, απομένουν οι γνωστοί περιπλανώμενοι αρριβίστες, πρόσωπα φθαρμένα και αποχυμωμένα.

Η κρίση δείχνει τα όρια της παλαιάς οργάνωσης και τις απαιτήσεις της νέας. Η παλαιά συνίστατο από ετερονομία, απόσυρση, πελατειακότητα, δηλαδή φαυλοκρατία. Η νέα απαιτεί αυτονομία, αυτοοργάνωση, συμμετοχή, ευθύνη, δηλαδή δημοκρατία.

Η χθεσινή δημοσκόπηση της Public Issue καταγράφει με αριθμούς ό,τι ήδη αντιλαμβάνεται κάθε Ελληνας που ζει σε αυτή τη δοκιμαζόμενη χώρα: Οτι, δηλαδή, το κυβερνητικό ΠΑΣΟΚ οδεύει προς τον σκουπιδοτενεκέ της ιστορίας, μαζί με τον πρόεδρό του, με ποσοστά επιπέδου 1974. Εφόσον μάλιστα εκφραστεί και εκλογικά η απαξίωση του ΠΑΣΟΚ, τότε 5 από τους 7 παρόντες βουλευτές του ΠΑΣΟΚ θα δουν την πολτική τους καριέρα να τερματίζεται οριστικά.

Μεγαλύτερη συμπαγής ομάδα παραμένουν οι απέχοντες και αποδοκιμάζοντες: ένας στους τρεις ερωτώμενους. Αυτή την πλειοψηφική ομάδα μπορούμε να υποθέσουμε ότι την απαρτίζουν οι πλέον απελπισμένοι, όσοι έχουν χάσει κάθε ελπίδα για αναμόρφωση του πολιτικού συστήματος. Η απόγνωση όμως εντοπίζεται και σε άλλες συμπεριφορές του δημοσκοπούμενου σώματος: στη χαμηλότατη ελπίδα για βελτίωση της οικονομίας από τον πρωθυπουργό Λ. Παπαδήμο (ένας στους δύο δεν εμπιστεύεται), στην αμφίθυμη στάση έναντι των εκλογών (ένας στους δύο επιθυμεί εκλογές), στην υψηλότατη δυσαρέσκεια από τη λειτουργία της νέας κυβέρνησης (8 στους 10).

Δύο ακόμη δημοσκοπικά ευρήματα με σημασία: ένα, η πρωτοφανής δημοσκοπική έκρηξη των κομμάτων της Αριστεράς, που υπερβαίνουν αθροιστικά το 40%, ποσοστό διαμαρτυρίας ασφαλώς, το οποίο όμως όσο κι αν συρρικνωθεί στην κάλπη, καταδεικνύει ριζοσπαστικοποίηση μεγάλου μέρους του πληθυσμού. Δύο, ο αυξανόμενος ευρωσκεπτικισμός: αισθητή η άνοδος μετά τον εκβιασμό των Καννών.

Συνολικά, οι Ελληνες φαίνονται κατάκοποι, απογοητευμένοι, απορριπτικοί για το Μνημόνιο, εξοργισμένοι με το ΠΑΣΟΚ, δύσπιστοι προς το πολιτικό σύστημα και τις μεταμορφώσεις του. Ελάχιστοι πιστεύουν ότι μπορεί να επιτευχθεί ανάσχεση της πτώσης, πόσω μάλλον ανάταξη, με το φθαρμένο, ηττημένο και απαξιωμένο πολιτικό προσωπικό και τους κίβδηλους συσχετισμούς δυνάμεων που καταγράφονται στην παρούσα Βουλή. Από αυτή τη σκοπιά, θα είχε πλέον ενδιαφέρον μια έρευνα για τις κοινωνικές προτεραιότητες και τις ιδεολογικές ζητήσεις σε περιβάλλον εκτάκτου ανάγκης.

Παγωμένοι, ακίνητοι σχεδόν, παρακολουθούν οι Ελληνες τις εξελίξεις εντός και εκτός συνόρων. Εχουν υποστεί αλλεπάλληλα σοκ, μειώσεις εισοδήματος, φορολογικές επιδρομές, περικοπές ασφαλιστικών παροχών, πολλοί έχουν χάσει τις δουλειές τους. Μέσα σε ενάμιση χρόνο είδαν τις ζωές τους να ανατρέπονται. Αιφνιδιάστηκαν, διαμαρτυρήθηκαν, αγανάκτησαν, ανασυντάχθηκαν. Είδαν έναν πρωθυπουργό πλειοψηφίας να αποχωρεί ταπεινωμένος από τον διεθνή παράγοντα, είδαν έναν τεχνοκράτη να ηγείται μιας τρικομματικής κυβέρνησης. Και βλέπουν μεγάλες χώρες και κραταιές οικονομίες της ευρωζώνης να κλονίζονται, βλέπουν το ίδιο το ευρώ και την Ευρωπαϊκή Ενωση να δοκιμάζονται μέσα σε μια πρωτοφανή οικονομική και πολιτική κρίση.

Η παγωνιά δεν είναι μόνο εγχώρια. Αυτό το αντιλαμβάνονται όλο και περισσότεροι Ελληνες. Η γνώση αυτή τους βοηθά να αποτινάξουν την άδικη ενοχοποίηση που υπέστησαν, ως μαύρα πρόβατα της Ευρώπης, αλλά δεν τους βοηθά ιδιαιτέρως να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα διαβίωσης. Επιπλέον η κατανόηση ότι η κρίση είναι βαθιά, δομική, και θα διαρκέσει, διαμορφώνει έναν ιδιαίτερο ψυχισμό, που εκδηλώνεται με ποικίλους και αντινομικούς τρόπους. Το πιο ουσιαστικό χαρακτηριστικό αυτής της ψυχικής συμπεριφοράς είναι η μόνιμη κατάσταση άγχους για το άγνωστο βραχύ μέλλον: τα αλλεπάλληλα σοκ έχουν διαλύσει τις σταθερές του βίου, άρα και τις σταθερές του ορθολογικού σχεδιασμού, της βούλησης και των αποφάσεων. Οι διαρκείς ανατροπές των υλικών συνθηκών υπονομεύουν τις ψυχικές και νοητικές σταθερές. Η αποκτηθείσα πείρα προ κρίσεως λίγο ή καθόλου μπορεί να βοηθήσει στην λυσιτελή αντιμετώπιση εκτάκτων φαινομένων.

Το άγχος τείνει να καταστεί η νέα σταθερά. Ενας άγχος μόνιμο, βαθύ, υπαρξιακό, που μεταπίπτει σε αγωνία, Angst, σε φόβο για το μέλλον, που παίρνει διαστάσεις απόγνωσης, απελπισίας. Κατά τούτο, η παγωνιά του Δεκέμβρη 2011, το παρόν ζάρωμα και η απόσυρση στο ραγισμένο καβούκι, έχει άλλους χαρακτήρες από την κρυάδα και το μούδιασμα που διαπιστώναμε στην αρχή του περασμένου καλοκαιριού, λίγο πριν από την πολύχρωμη έκρηξη των Αγανακτισμένων. Τότε εκδιπλώθηκε σαν αγανάκτηση, και εν μέρει σαν οργή, σαν εκτίναξη του συμπιεσμένου ελατηρίου· τώρα εκδηλώνεται σαν συνεχής συσπείρωση του παγωμένου και απεγνωσμένου, ο οποίος συνειδητοποιεί οδυνηρά ότι οι ορατές διέξοδοι λιγοστεύουν ή και εκλείπουν, ότι η κρίση θα μείνει και θα σημαδέψει τις ζωές, ότι κανείς δεν θα μείνει ανέπαφος ή ίδιος.

Τούτη η νέα επίγνωση περί κρίσεως μπορεί να εκβάλλει προς δύο οδούς, εκ των οποίων η μία δεν αποκλείει την άλλη: προς ανασύνταξη και μετασχηματισμό, αφενός, δηλαδή προς μια διαδικασία μακρά, επίπονη μα δημιουργική· αλλά και προς νέα εκτίναξη του μαζεμένου ελατηρίου, προς μια έκρηξη των απεγνωσμένων, όσων θα έχουν συμπιεστεί πέραν του ορίου σύνθλιψης. Ο Δεκέμβριος των ευρωπαϊκών εξελίξεων και των μαγκωμένων εορτών θα συνεχίσει με αναμονή, με άγχος, με παγωνιά.

φωτ.: Ελισάβετ Μωράκη

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

RSS Gatherate: The Best of the Greeks

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Twitting

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 998.333 hits
Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: