You are currently browsing the tag archive for the ‘αποεπένδυση’ tag.

7a

Η Αννα κοντεύει τα σαράντα. Ευγενής, καλλιεργημένη, συγκροτημένη, με λόγο εστιασμένο και ακριβή. Απόφοιτος φιλολογίας, παιδί δημοσίων υπαλλήλων, τυπικό παιδί της ελληνικής μεσαίας τάξης. Για δεκαπέντε χρόνια ήταν κατώτερο και μεσαίο στέλεχος καλλιτεχνικών οργανισμών, οργάνωνε παραγωγές, φρόντιζε δημόσιες σχέσεις, έγραφε, συντόνιζε, δούλευε ακαταπαύστως με όρεξη αυξανόμενη, με αγάπη για τη δουλειά της. Αρνήθηκε θέσεις πιο προσοδοφόρες, για να υπηρετεί με τον τρόπο της την τέχνη, το θέατρο, τη μουσική.

Τα τελευταία δύο χρόνια είναι άνεργη. Και σχεδόν ανεπάγγελτη. Εγκατέλειψε το σπίτι της, δεν μπορούσε να το συντήρήσει, γύρισε στο σπίτι των συνταξιούχων γονιών, με μειωμένη σύνταξη κι αυτοί, ταλαιπωρούμενοι από τις ασθένειες του γήρατος. Πριν από ένα τρίμηνο η Αννα βρήκε μια δουλειά, μια mini job, θέση μερική απασχόλησης: πεντάωρο κυλιόμενο, πότε πρωί πότε απόγευμα, σχεδόν τυχαία, σε ένα call center. Στον Κηφισό. Δεν έχει συγκοινωνία.

(Αφαιρώντας τη βενζίνη του αυτοκινήτου, ο μισθός που μένει είναι τριακόσια ευρώ. Ενα χαρτζιλίκι, ντρέπομαι να το πω, κι όμως φοβάμαι να το αφήσω, γιατί δυο χρόνια τώρα, μόνο αυτό βρήκα. Ακούω στην τηλεόραση τους πολιτικούς και δεν τους ακούω, δεν με φτάνουν τα λόγια τους, δεν ακούω, γιατί μέσα μου επαναλαμβάνω ένα πράγμα, το ίδιο: Θέλω μια δουλειά, μια κανονική δουλειά, να δουλέψω, να πληρώσω τη ΔΕΗ, να πιω έναν καφέ, να ψωνίσω ένα ρούχο, να κυκλοφορήσω, να δουλέψω σε αυτό που ξέρω, αυτό που μπορώ. Είμαι στην ακμή μου. Και με τραβήξανε απ’ την πρίζα.)

Η Αννα είναι μια νέα Ελληνίδα από την Αθήνα. Είναι η Αννα από τη Βαρκελώνη, από το Δουβλίνο, το Πόρτο, το Παλέρμο, τη Λυών, τη Δρέσδη, τη Βουδαπέστη. Είναι η Αννα της Ευρώπης. Η γενιά των 30-45, η ραχοκοκκαλιά οικονομιών και κοινωνιών, η γενιά που πλήττεται σκληρότερα από την κρίση. Στις χώρες της βαθιάς ύφεσης και των προγραμμάτων δημοσιονομικής προσαρμογής, όπως η Ελλάδα, είναι η γενιά που απολύεται με τη μεγαλύτερη συχνότητα, που βγαίνει εκτός εργασίας, εκτός επαγγελματικής ενημέρωσης, εκτός ανανέωσης δεξιοτήτων, εκτός ασφάλισης, εκτός κοινωνίας. Επ’ αόριστον. Η ζωή τους αναστέλλεσται επ’ αόριστον. Εως ότου η χώρα επιστρέψει σε ρυθμούς ανάπτυξης.

Ακόμη και ο φρικτός δείκτης του 60% νεανικής ανεργίας δεν είναι τόσο φρικτός αν συγκριθεί ο απόλυτος αριθμός των νέων 15-25 ετών με τους σαραντάρηδες και πενηντάρηδες. Οι άνεργοι νέοι λοιπόν στην Ελλάδα μετριούνται σε περίπου 79 χιλιάδες. Μέγα μέρος των υπολοίπων 1,3 εκατομμυρίων είναι ώριμοι και μεσήλικες, για τους οποίους η ανεργία ισοδυναμεί σχεδόν με απόσυρση από τη ζωή.

Στη θέση των σαραντάρηδων συχνά προσλαμβάνονται εικοσιπεντάρηδες, νεοεισερχόμενοι στην εργασία, με αποδοχές υποπολλαπλάσιες, με τετρακόσια-πεντακόσια ευρώ το μήνα, χωρίς ωράριο, με στοιχειώδη ή καμία ασφάλιση, συχνά με μπλοκάκι εξωτερικού συνεργάτη. Ο νέος που παίρνει τη θέση του μεγαλύτερου είναι ήδη τόσο φοβισμένος, τόσο ντρεσαρισμένος, έχει μοιράσει άκαρπα τόσα βιογραφικά, που δέχεται τα πάντα με δέος και ευγνωμοσύνη. Καθώς οι πρακτικές της ευέλικτης επισφαλούς εργασίας γενικεύονται, καθώς οι συμπεριφορές των ανθρώπων απέναντι στην εργασία και τις κοινωνικές απολαυές σφραγίζονται από την ανασφάλεια και την υποχώρηση, βρισκόμαστε ενώπιον ενός νέου ανθρωπότυπου και μια νέας κοινωνικής δημογραφίας.

Το πρόβλημα της απορρυθμισμένης εργασίας δεν είναι μόνο ελληνικό, είναι ευρωπαϊκό, και αν αναζητούσαμε τις ρίζες του, θα τις βρίσκαμε πριν από την εκδήλωση της μεγάλης κρίσης του 2008, στο γερμανικό μοντέλο της επισφαλούς πλήρους απασχόλησης και των περικοπών στο κράτος πρόνοιας, που εγκαινιάστηκαν από την κοκκινοπράσινη (SPD-Πράσινοι) κυβέρνηση Σρέντερ το 1999-2005. Σε αυτό το διάστημα, και σαν κορύφωση της μακράς διαδικασίας αποικισμού της φτωχής Ανατολικής Γερμανίας, ψηφίστηκαν οι τέσσερις νόμοι Hartz, που μετασχημάτισαν βαθιά την αγορά εργασίας και την πολιτική του ταμείου ανεργίας. Μεταξύ άλλων, θεσπίστηκαν οι mini jobs (με κατάργηση των εργοδοτικών εισφορών) και οι midi jobs, τη δραστική μείωση της καταβολής επιδόματος ανεργίας σε ένα έτος και την εν συνεχεία υποκατάστασή του από κοινωνικό βοήθημα 374 ευρώ, και πολλά άλλα.

Τα αποτέλεσματα αυτού του μείζονος μετασχηματισμού της εργασίας δεν οδήγησαν μόνο στο ιδιότυπο γερμανικό θαύμα, αλλά και σε εντυπωσιακή άνοδο των φτωχών: τον Μάιο του 2011 κατεγράφησαν επισήμως 5 εκατομμύρια mini jobs, αύξηση 47%, ενώ το 2012 η γερμανική στατιστική υπηρεσία διαπίστωνε ότι το διάστημα 1999-2010 οι θέσεις άτυπης εργασίας αυξήθηκαν κατά 3,5 εκατ, και ταυτοχρόνως οι θέσεις σταθερής απασχόλησης μειώθηκαν κατά 3,8 εκατομμύρια. Αυτή η διαδικασία οδήγησε τον Ντανιέλ Κον-Μπεντίτ να ρωτήσει στην Ευρωβουλή την καγκελάριο Μέρκελ: «Πώς είναι δυνατόν μια πλούσια χώρα σαν την Γερμανία να έχει 20% φτωχούς;»

Το γερμανικό μοντέλο επισφαλούς και προσωρινής απασχόλησης, χωρίς καν τα γερμανικά μαξιλάρια του κοινωνικού βοηθήματος και των εκτενών ακόμη προνοιακών δομών, και χωρίς βεβαίως τη γερμανική υποδομή βιομηχανικής παραγωγής με υψηλή προστιθέμενη αξία και εξαγωγικό δυναμικό, είναι αυτό που εφαρμόζεται στην Ελλάδα με πρωτοφανή βιαιότητα, μέσω της απορρύθμισης της εργασίας. Στην περίπτωση της Ελλάδας επιπλέον ο μετασχηματισμός τελείται σε περιβάλλον βαριάς ύφεσης, δημοσιονομικής συρρίκνωσης και αποεπένδυσης. Ακόμη χειρότερα: η φτώχεια, πρωτοφανής από την εποχή του Εμφυλίου, μας βρήκε με ανύπαρκτο δίχτυ ασφαλείας, χωρίς καν εγγυημένο ελάχιστο εισόδημα και με εντυπωσιακή ανισοκατανομή των κοινωνικών παροχών, όπως έχει καταδείξει ερευνητικά ο καθηγητής Μάνος Ματσαγγάνης.

Η χώρα δεν αντιμετωπίζει μόνο πρωτοφανή για καιρό ειρήνης οικονομική ύφεση, αλλά και την απειλή μιας κοινωνικής και δημογραφικής αποσάθρωσης.

ζωγραφική: Χρήστος Μαρκίδης
Advertisements

Το επόμενο διάστημα η οικονομία και η κοινωνία θα αρχίσουν να αντιλαμβάνονται στην ολότητά του το νέο πλαίσιο που διαμορφώνει ο πολυνόμος. Τις επόμενες ημέρες επίσης θα αρχίσει να εκτυλίσσεται το πλαίσιο των υποχρεώσεων που απομένουν να υλοποιηθούν. Ολα θα είναι διαφορετικά. Είναι από καιρό διαφορετικά.

Με δεδομένο αυτό το διαφορετικό περιβάλλον εκ μεταρρυθμίσεων και απορρυθμίσεων, ας δούμε τις μεγάλες προτεραιότητες της ελληνικής κοινωνίας. Είναι προφανώς η ανεργία, ο πιο ορατός και απτός δείκτης, ένας δείκτης δυστυχίας· μαζί, η ύφεση, και σε στενή συνάφεια με την ύφεση ο αποπληθωρισμός, η αποεπένδυση, η έλλειψη ρευστότητας. Γι’ αυτά τα θεμελιώδη δεν έχει ακουστεί τίποτε ουσιώδες όλα αυτά τα χρόνια της βίαιης προσαρμογής, από τον Μάιο του 2010 έως τον Απρίλιο του 2014, τέσσερα ολόκληρα χρόνια. Ολο το εφαρμοσθέν πρόγραμμα έτεινε προς την περιστολή και τη συρρίκνωση, διά της εσωτερικής υποτίμησης και διά της ταχείας αναδιάρθρωσης της εργασίας και της επιχειρηματικότητας. Και προς τα εκεί εξακολουθεί να τείνει.

Ωστόσο η κρίσιμη, η ζωτικής σημασίας συζήτηση για ένα εθνικό σχέδιο ακάκαμψης, μάλιστα με δυναμική θεραπευτικού σοκ, για σωτηρία της κοινωνίας και της νεολαίας, δεν γίνεται. Πόσο μάλλον μια συζήτηση για δυναμική ανάκαμψη που θα ενσωματώσει μια στρατηγική βιώσιμης ανατοποθέτησης της χώρας στο ευρωπαϊκό και παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον. Καμία συζήτηση, κανένα εθνικό σχέδιο. Μιλάμε για ένα ισχνό προεκλογικό πλεόνασμα, και δεν μιλάμε για την αναχαίτιση της αιμορραγίας, για το πώς επειγόντως θα ανορθωθούν η παραγωγή και η απασχόληση.

Δεν συζητάμε, λ.χ., με ποια ρευστότητα και ποια κεφάλαια θα αιμοδοτηθούν η παραγωγή και η απασχόληση. Η προσδοκία των εισροών από hedge funds φαίνεται να εκπληρώνεται· πράγματι, τα κερδοσκοπικά κεφάλαια βραχείας τοποθετήσεως αποχωρούν από τις μεγάλες αναδυόμενες αγορές και αναζητούν νέους στόχους. Η Ελλάδα είναι της μόδας τώρα για τέτοια κεφάλαια, στο μέτρο που δεν διαβλέπουν συστημικό ρίσκο και στο μέτρο που εκτιμούν ότι η καθοδική πορεία οδεύει προς το τέλος της. Αλλά δεν μπορούμε να περιμένουμε ανάκαμψη από τέτοια κεφάλαια· αφενός, διότι είναι μόδα, και όπως έρχονται έτσι και θα φύγουν· αφετέρου, δεν επενδύονται σε παραγωγικές δομές, απλώς τοποθετούνται για βραχυπρόθεσμα κέρδη.

Απαιτούνται παραγωγικές επενδύσεις από θεσμικά κεφάλαια, τα οποία θα μοχλεύσουν και θα προσελκύσουν ιδιωτικά. Απαιτείται, μεταξύ άλλων, μια επενδυτική τράπεζα που θα αξιοποιήσει επιτέλους τους όποιους ευρωπαϊκούς πόρους, λ.χ. από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, για να χρηματοδοτήσει αναπτυξιακά προγράμματα μακράς πνοής προσαρμοσμένα στις ανάγκες απασχόλησης και στα συγκριτικά πλεονεκτήματα της ελληνικής οικονομίας.

Για να γίνει αυτό, όμως, πρέπει να υπάρξει πολιτική βούληση και εν συνεχεία διαπραγμάτευση με τους Ευρωπαίους εταίρους, στη βάση ενός πειστικού σχεδίου ανασυγκρότησης. Τέτοιο σχέδιο μόνο οι Ελληνες μπορούν και πρέπει να συντάξουν· αυτοί γνωρίζουν τι μπορούν και τι χρειάζονται, και αυτοί πρέπει να αναλάβουν την ευθύνη και τα ρίσκα ― το υποστηρίζουν ήδη ξένοι πολιτικοί, αναλυτές, τεχνοκράτες των Βρυξελών. Αυτή ακριβώς η αναγκαία εξωστρεφής βούληση μάς οδηγεί να δούμε το ελληνικό πρόβλημα στο εσωτερικό: πώς δηλαδή η ταραγμένη κοινωνία, ευρισκόμενη σε βαθύ μετασχηματισμό άνωθεν επιβαλλόμενο, θα μπορέσει να ανασυνταχθεί νοητικά, να αφομοιώσει απώλειες και νέες ισορροπίες, και να διεκδικήσει το μέλλον της.

Το δανειακό πακέτο που προανήγγειλε ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε για το επόμενο εξάμηνο δείχνει πώς προσεγγίζει η Γερμανία τις υπερχρεωμένες χώρες και, με διαβαθμίσεις, τις μεγάλες χώρες του Νότου. Η σιδηρά πειθαρχία του δημοσιονομικού συμφώνου, το σκληρό ευρώ, η άρνηση έκδοσης ευρωομολόγων, η άρνηση της ποσοτικής χαλάρωσης εκ μέρους της ΕΚΤ, προκαλούν οδύνη στην υπόλοιπη Ευρώπη αλλά ενισχύουν τη Γερμανία· διότι στην παρούσα συγκυρία η Γερμανία και η βιομηχανία της απολαμβάνουν χαμηλά επιτόκια και εκτινάσσονται στην ανταγωνιστικότητα, με το μεγαλύτερο εξαγωγικό πλεόνασμα παγκοσμίως (260 δισ. ευρώ το 2013), ενώ ως προς τον υπερχρεωμένο Νότο η Γερμανία βρίσκεται σε θέση ισχύος, ως πιστωτής.

Η Γερμανία εκμεταλλεύεται την κρίση χρέους για να εδραιώσει την ηγεμονία της στην Ευρώπη και, με τη βοήθεια του μεγέθους της ευρωπαϊκής αγοράς, να επιβληθεί ως ισχυρός ανταγωνιστής στο διεθνές περιβάλλον. Σε αυτό το πλαίσιο, πρέπει να δούμε και την διαφορετικής έντασης επιβολή της λιτότητας στις χώρες υπό κρίση: διαφορετική στις μικρές υπερχρεωμένες χώρες των μνημονίων, όπως Ελλάδα, Πορτογαλία, Ιρλανδία, Κύπρος, και διαφορετική στις μεγάλες χώρες Ισπανία και Ιταλία. Χαρακτηριστική είναι η διαφορά στην ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών: στην Ελλάδα έγινε με βαρύ κρατικό δανεισμό, στην Κύπρο έγινε με κούρεμα ομολογιούχων και καταθετών, στην Iσπανία έγινε με κεφάλαια του ESM. Η Ισπανία και η Ιταλία έχουν οικονομικό και πολιτικό εκτόπισμα που δεν επιτρέπουν την επιβολή ακραίας υφεσιακής λιτότητας, και επιπλέον είναι μεγάλες καταναλωτικές αγορές.

Αντιθέτως, οι μικρές χώρες ως καταναλωτές θεωρούνται δευτερεύουσας ή ελάχιστης σημασίας· μόνο το πολιτικό κόστος προσμετράται, όσο υπάρχει. Η Ελλάδα φαίνεται ότι προσεγγίζεται πλέον από την γερμανική οικονομική και πολιτική ηγεσία ως οιονεί δορυφόρος, ως χώρος επέκτασης με φτηνό εργατικό δυναμικό, απεγνωσμένος για κεφάλαια ― αυτό που ήδη έχει συμβεί: η εσωτερική υποτίμηση και η βίαιη δημοσιονομική προσαρμογή έχουν δημιουργήσει στρατιές ανέργων και μεγάλη αποεπένδυση.

Το νέο δάνειο του κ. Σόιμπλε θα συνοδεύεται ασφαλώς από όρους, που αφεύκτως θα οδηγήσουν σε νέα μέτρα λιτότητας, τα οποία ίσως ονομαστούν μεταρρυθμίσεις. Εφόσον μάλιστα δεν γίνεται λόγος, προς το παρόν, για αναδιάρθρωση του πανθομολογουμένως μη βιώσιμου χρέους, η δυσβάκτατη εξυπηρέτηση του χρέους θα κατατρώει οποιαδήποτε νέα χρηματοδότηση. Αυτό είναι το πιο σημαντικό: τα νέα δάνεια θα αποπληρώνουν τα προηγούμενα δάνεια, χωρίς να εισέρχονται κεφάλαια ικανά να τονώσουν την πραγματική οικονομία. Χωρίς δημιουργία θέσεων εργασίας, και μάλιστα ποιοτικής εργασίας όπως επεσήμανε πρόσφατα η έκθεση της Κομισιόν, χωρίς τόνωση της ζήτησης, χωρίς δημόσιες επενδύσεις, ακόμη κι αν εμφανιστεί θετικός δείκτης ανάπτυξης, θα αφορά μια άνεργο ανάπτυξη, λογιστική, χωρίς δουλειές, χωρίς ανακούφιση της κοινωνίας, χωρίς προοπτικές εθνικής ανασυγκρότησης.

Μέσα σε αυτό το σκοτεινό περιβάλλον, είναι ελπιδοφόρο εντούτοις να γνωρίζουμε ότι η πολιτική δυναμική είναι ρευστή και ότι πληθαίνουν οι φωνές στην Ευρώπη για μια πιο αποτελεσματική αντιμετώπιση της κρίσης, είτε με ένα άτυπο σχέδιο Μάρσαλ είτε με πιο ριζοσπαστική ανάμιξη της ΕΚΤ. Ας μη λησμονούμε επίσης ότι ο συνεχιζόμενος οικονομικός και πολιτικός κλονισμός αναδυομένων χωρών, όπως λ.χ. η Τουρκία, ή η απειλή διαμελισμού της ανατολικοευρωπαϊκής Ουκρανίας, αποτελούν παράγοντες που επηρεάζουν την υφεσιακή-στάσιμη Ευρώπη και αναμένεται να συνετίσουν τους Ευρωπαίους ηγέτες, των Γερμανών συμπεριλαμβανομένων.

Κατά την περιγραφή της ελληνικής κρίσης οι δείκτες που προκαλούν αλγεινή εντύπωση και ασφαλώς κατανοούνται ευκολότερα από το ευρύ κοινό είναι οι δείκτες ανεργίας και ύφεσης, αντιληπτοί και στην καθημερινή ζωή, και ακολούθως το κατά κεφαλήν εισόδημα, το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ, το έλλειμμα ως ποσοστό του ΑΕΠ, το ιδιωτικό χρέος ως ποσσοτό του ΑΕΠ κ.λπ. Ενας δείκτης που δεν πολυαναφέρεται αλλά που έχει μεγάλη σημασία για την αντοχή της οικονομίας είναι ο δείκτης Σχηματισμού Ακαθάριστου Πάγιου Κεφαλαίου (GFCF – Gross Fixed Capital Formation). Ο δείκτης αυτός, πολύ χονδρικά, περιγράφει τις επενδύσεις μιας εθνικής οικονομίας, εν προκειμένω της ελληνικής, σε πάγια κεφάλαια. Πάγια περιουσιακά στοιχεία, εγκαταστάσεις, τεχνολογικός εξοπλισμός, γραμμές παραγωγής, κεφαλαιουχικά αγαθά. Οχι το διαθέσιμο χρήμα σε τραπεζικούς λογαριασμούς, τα κέρδη από μεταβιβάσεις real estate.

O δείκτης ΣΑΠΚ στην Ελλάδα βαίνει μειούμενος με ραγδαίο ρυθμό από το 2008 και εφεξής, σύμφωνα με την τελευταία έκθεση του ΟΟΣΑ (15 Νοεμβρίου 2013), αλλά και σύμφωνα με την Ετήσια Εκθεση του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ, με στοιχεία της Κομισιόν. Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, λοιπόν, τα ακαθάριστα πάγια κεφάλαια άρχισαν να μειώνονται το 2008, κατά -14,8%, και η πτώση συνεχίστηκε όλα τα χρόνια της κρίσης, με αποκορύφωμα το 2012: μείωση -19,2%. Δηλαδή μέσα στα έξι χρόνια της ύφεσης, τα εθνικά πάγια επενδυμένα κεφάλαια μειώθηκαν κατά το ένα πέμπτο. Την τελευταία τριετία μάλιστα, 2010-13, το ΙΝΕ/ΓΣΕΕ μιλάει για αποεπένδυση, διότι πολλές επιχειρήσεις έπαψαν να λειτουργούν, άρα τα πάγια κεφάλαιά τους έχουν χαθεί οριστικά.

Η απώλεια αυτή είναι ακρωτηριασμός του εθνικού παραγωγικού κορμού με μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες δυσμενείς επιπτώσεις. Μεσοπρόθεσμα επιδεινώνεται περαιτέρω η παραγωγικότητα της εργασίας, στο μέτρο που οι επενδύσεις παγίου κεφαλαίου είναι αυτές που φέρνουν στην παραγωγική διαδικασία τις νέες τεχνολογίες και τις νέες μορφές οργάνωσης της παραγωγής. Οι αλλεπάλληλες μειώσεις μισθών δεν βελτιώνουν την παραγωγικότητα ούτε την ανταγωνιστικότητα ― αυτό είναι πια κατεγεγραμμένο και μετρημένο.

Μακροπρόθεσμα, τα πράγματα είναι ακόμη πιο ζοφερά: καθώς το παραγωγικό δυναμικό της χώρας συρρικνώνεται, όταν και όπως γυρίσει ο καιρός και σταματήσει η ύφεση, και αρχίσει να θερμαίνεται η ζήτηση, τα εργοστάσια και οι εν γένει παραγωγικές μονάδες, αφυδατωμένες από την αποεπένδυση, δεν θα είναι σε θέση να ικανοποιήσουν τη ζήτηση, ούτε της εσωτερικής αγοράς ούτε των εξωτερικών αγορών. Τότε η ζήτηση θα στραφεί αλλού, η μεν εσωτερική στις εισαγωγές, η δε εξωτερική σε άλλες χώρες.

Η χώρα υφίσταται ένα τέτοιο αιμορραγικό σοκ, και στο τέλος του σοκ κινδυνεύει να βρεθεί χωρίς ακέραιο οργανισμό, χωρίς τις απαραίτητες δυνάμεις να αντιδράσει και να ανακάμψει γρήγορα. Πολύ περισσότερο, που η ανάκαμψη στηρίζεται κατά μέγα μέρος στην ικανοποίηση της εσωτερικής ζήτησης, όπως έχει δείξει και η εμπειρία της Αργεντινής και έχει επισημανθεί και στις εκθέσεις του ΔΝΤ. Και όχι στην αύξηση των εξαγωγών, τουλάχιστον όχι κυρίαρχα, όπως μονότονα υποστηρίζεται από την τρόικα.

Ενας από τους λόγους της ελληνικής κατάρρευσης ήταν η σταδιακή κάλυψη όλων των εσωτερικών αναγκών με εισαγωγές, και ο σταδιακός μαρασμός της εγχώριας παραγωγής. Δεν παραγόταν πλούτος, καταναλωνόταν πλούτος και εξάγονταν κέρδη σε υπεράκτιους παράδεισους, προς όφελος ενός αμαρτωλού κλειστού κυκλώματος τραπεζών και υπερχρεωμένων βιομηχάνων, και με τη συνδρομή παλαιότερα της δραχμικής κεντρικής τράπεζας και εν συνεχεία, επί ευρώ, με την αλόγιστη χρηματοπιστωτική επέκταση.

Αν με τον νέο οικονομικό κύκλο που θα αρχίσει κάποτε, επανέλθουμε σε αυτό μοντέλο, η ανάκαμψη απλούστατα δεν θα έλθει· η χώρα θα υποβαθμιστεί ιστορικά ακόμη περισσότερο. Ο κίνδυνος δεν είναι ορατός πια, είναι υπαρκτός. Το μοντέλο που προωθείται από το πρόγραμμα διάσωσης της τρόικας μέσω των διαρθρωτικών αλλαγών είναι προς την κατεύθυνση ενός laissez faire μοντέλου ασταθούς χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού με ελαστικότητες, με μικρό κράτος, χωρίς κεντρική τράπεζα φυσικά, και, όπως διαπιστώνεται από τον ΟΟΣΑ και την Κομισιόν, με συρρικνωμένη παραγωγική βάση. Αυτά είναι τα μακροοικονομικά στο ορατό μέλλον, σύντομα.

Στο παρόν βλέπουμε ήδη τα μικροκοινωνικά αποτελέσματα του μοντέλου: ανεργία σε διεθνώς ιστορικά υψηλά, μια χαμένη γενιά, μισθοί στα 400 ευρώ, συντάξεις στα 350, ραγδαία πτώση του βιοτικού επιπέδου, προνοιακές δομές και δημόσια παιδεία υπό κατάρρευση· ας προσθέσουμε τo brain drain και τη δημογραφική φθίση.

Ξανά στην πολιτική. Το ελληνικό πρόβλημα δεν είναι μόνο ελληνικό. Παρόμοια απομείωση του GFCF, αύξηση ανεργίας, μετανάστευσης και φτώχειας, παρατηρείται και στην Ιρλανδία του success story. Παρόμοια στην Πορτογαλία. Στην Ισπανία πορεύονται με άνεργο ανάπτυξη, κι επιπλέον εκεί τα 100 δισ. ευρώ της τραπεζικής ανακεφαλαίωσης δεν φορτώθηκαν στο δημόσιο χρέος όπως στην Ελλάδα, αλλά χορηγήθηκαν μέσω του ΕFSF. Το ελληνικό πρόβλημα είναι ευρωπαϊκό. Κατά τούτο δεν μπορεί να επιλυθεί εκ ολοκλήρου αυτοτελώς.

Η εγχώρια πτυχή του συνίσταται κυρίως στο νοσογόνο κλειστό κύκλωμα των μεγάλων επιχειρήσεων με το τραπεζικό σύστημα, και στην αμαρτωλή διαπλοκή αυτών των δύο με το πολιτικό σύστημα. Το νοσογόνο αυτό τρίγωνο προσπαθεί να επιβιώσει από τα πλήγματα του ξένου παράγοντος, που το βλέπει περιφρονητικά, μεταθέτοντας όλα το κόστος της αναδιάρθρωσης στην κοινωνία. Και υπονομεύοντας όλη την εθνική παραγωγική βάση.

H ευδιαθεσία που πυροδοτεί το επερχόμενο καλοκαίρι επιβεβαιώνει παλιότερες διαπιστώσεις για βαθμιαία αλλαγή στάσης των πολιτών έναντι της παγιωθείσας νέας κατάστασης. Οι άνθρωποι προσαρμόζουν τις ζωές τους. Εντούτοις η ψυχική προσαρμογή, η οποία άλλωστε αφορά κυρίως όσους δεν έχουν ισοπεδωθεί από την κρίση, δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως δείκτης σταθεροποίησης. Η ρητορική περί διαφαινόμενης ανάκαμψης είναι αστήρικτη. Η πραγματική οικονομία, και συνεκδοχικά η κοινωνία, εξακολουθεί να βυθίζεται· τα στοιχεία είναι αμείλικτα: 20% η αποεπένδυση πέρυσι, 7,6% κατ’ ελάχιστον εφέτος, 0,6% ο αποπληθωρισμός. Οι εναπομείνασες επιχειρήσεις στενάζουν χωρίς ρευστότητα. Η ζήτηση νεκρή. Οσο για την ανεργία, κρείττον το σιγάν.

Αναλόγως απατηλή είναι η ευφορία για την επέλαση των hedge funds. Τα κερδοσκοπικά κεφάλαια αντλούν υπεραποδόσεις από τα ασφαλή πλέον ελληνικά μετά-PSI ομόλογα, και τοποθετούνται βραχυπρόθεσμα σε εγχώρια πεδία ευκαιριών, όχι επειδή έχουν πεισθεί ότι η Ελλάδα ανακάμπτει οσονούπω, αλλά για τον ίδιο λόγο που αγοράζουν το χρέος άλλων ευρωπαϊκών χωρών σε ύφεση: λόγω της υπερπροσφοράς χρήματος, εξ Ιαπωνίας λ.χ., που αναζητεί κέρδη, ακόμη και με ρίσκα.

Την αληθή εικόνα δίνουν οι εκθέσεις της Κομισιόν, του οίκου Fitch και της δεξαμενής σκέψης Bruegel. Διακρίνουν πολιτική και κοινωνική αστάθεια, προβλέπουν περαιτέρω περικοπές, ύψους 4% του ΑΕΠ, το κρίσιμο διάστημα 2015-16, εκτιμούν ότι η χώρα θα χρειαστεί περαιτέρω οικονομική στήριξη για χρόνο μακρότερο του προβλεφθέντος. Το κυριότερο: γνωρίζουμε ότι οι κερδοσκοπικές ροές κεφαλαίων, όπως αυτές των hedge funds, ελάχιστη ή ουδεμία επίπτωση έχουν επί της πραγματικής οικονομίας, η ανάκαμψη της οποίας και μόνον δίνει θέσεις εργασίας και τονώνει τη ζήτηση.

Ορθώς λοιπόν διαπιστώνεται σταθεροποίηση του ψυχικού κλίματος, αλλά η οικονομική σταθεροποίηση απέχει πολύ ακόμη. Και θα εξακολουθεί να απέχει, εφόσον δεν συμβεί ουσιαστική, βαθιά πολιτική αλλαγή πορείας σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο.

der-spiegel-cover-februar-2013-x9443

Η κραυγή απόγνωσης μιας Ελληνίδας ερευνήτριας, της Βαρβάρας Τραχανά, στην έγκριτη επιστημονική επιθεώρηση Nature, έθεσε και πάλι το πρόβλημα της διανοητικής αποστράγγισης της Ελλάδας. Η κ. Τραχανά υποστηρίζει ότι έως το 2010, πριν δηλαδή κορυφωθεί η κρίση, 120.000 Ελληνες επιστήμονες εργάζονταν ήδη στο εξωτερικό. Ο αριθμός αυτός ακούγεται συχνά· και μάλλον δεν είναι υπερβολικός, αν λογαριάσουμε ότι για αρκετά χρόνια η χώρα είχε υπερπαραγωγή ειδικευμένων αποφοίτων πανεπιστημίου χωρίς ανάλογες παραγωγικές δομές για να τους απορροφήσει. Η χαώδης αναντιστοιχία επιστημόνων και οικονομικής δομής και η συνεπαγόμενη «διαρροή εγκεφάλων» (brain drain), ήδη το 2010, έχει περιγραφεί στην έρευνα του καθ. Λόη Λαμπριανίδη, που εκδόθηκε το 2011 ( «Επενδύοντας στη φυγή: η διαρροή επιστημόνων από την Ελλάδα στην εποχή της παγκοσμιοποίησης», εκδ. Κριτική).

Οι συνέπειες της διαρροής είναι σοβαρές τώρα, αλλά ίσως όχι ευκόλως ορατές. Τώρα βλέπουμε τον αρχόμενο μαρασμό της ανώτατης εκπαίδευσης και της έρευνας· αφενός, εξαιτίας του κακού σχεδιασμού κατά το παρελθόν: υπερεπένδυση κατά τομείς, σπατάλη πόρων, απουσία μακροπρόθεσμου σχεδίου, πελατειακές και τοπικιστικές σκοπιμότητες, συντεχνιακή νοοτροπία των ακαδημαϊκών δασκάλων. Αφετέρου, εξαιτίας της δραστικής, και σε πολλές περιπτώσεις φονικής, περικοπής των δημοσίων δαπανών για εκπαίδευση και έρευνα στα χρόνια του μνημονίου.

Είναι ευνόητο εξάλλου ότι υπό συνθήκες αφόρητης οικονομικής πίεσης, πολλές οικογένειες δεν θα μπορούν εφεξής να στηρίξουν τις σπουδές των παιδιών τους, όχι μόνο στο εξωτερικό, αλλά ούτε και σε ιδρύματα μακριά από τον τόπο κατοικίας. Συμβαίνει ήδη.

Υπάρχει όμως και το μέλλον: Ο λυσιτελής ανασχεδιασμός της εκπαίδευσης συμβαδίζει απαραιτήτως με τον ανασχεδιασμό της παραγωγής, δηλαδή με την εκπόνηση ενός εθνικού σχεδίου μακράς πνοής, που θα τοποθετεί την Ελλάδα στον διεθνή καταμερισμό εργασίας βάσει των συγκριτικών πλεονεκτημάτων και των δυνατοτήτων της, πραγματιστικά, απροκατάληπτα, με φαντασία και τόλμη. Ο Πρόεδρος του Ισραήλ Σιμόν Πέρες, ο πολύπειρος ηγέτης, το περασμένο καλοκαίρι μάς το είπε ζυγισμένα και ιστορικά: «Το μέγεθος μιας χώρας δεν κρίνεται από την έκταση του εδάφους της, αλλά από το επίπεδο ανάπτυξης και την τεχνολογία της. Η Ελλάδα έχει ψηλά βουνά που θα σας φέρουν τουρίστες, αλλά χρειάζεστε υψηλή τεχνολογία που θα σας φέρει επενδύσεις».

Η αποεπένδυση σε εκπαίδευση και έρευνα προοιωνίζεται όχι μόνο κοινωνικές ανισότητες, αλλά και εθνικό μαρασμό: με ποιες διανοητικές δυνάμεις θα ανακάμψει η χώρα, όταν η ύφεση επιτέλους πιάσει πάτο; Οταν οι πιο άξιοι και καταρτισμένοι, οι εκπαιδευμένοι με δημόσια δαπάνη και με την έως αιμορραγίας χρηματοδότηση των οικογενειών, εγκαταλείπουν τις εστίες τους, σαν οικονομικοί πρόσφυγες, για να προσφέρουν τις γνώσεις και τη ζωτικότητά τους στην υπερορία; Οταν φεύγουν οι νέοι και απομένει να οικοδομήσει το μέλλον ο πιο γηρασμένος πληθυσμός της Ευρώπης, με σαρωμένα ασφαλιστικά ταμεία και ετοιμόρροπο κράτος πρόνοιας; Προ εβδομάδων το περιοδικό Der Spiegel εικόνιζε στο εξώφυλλο του νέους Νοτιοευρωπαίους με τη, σχεδόν θριαμβευτική, διαπίστωση: Τα καλύτερα μυαλά της Ευρώπης στην υπηρεσία της γερμανικής οικονομίας.
Η κρίση δεν είναι μόνο ο παρών πόνος. Είναι και η απώλεια των προϋποθέσεων του μέλλοντος.

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

RSS Gatherate: The Best of the Greeks

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Twitting

  • Η γελοιοποίηση του κομματικού κράτους. Η κομματική-αυταρχική διήθηση του κράτους έχει και τα αδύνατα σημεία της. Εν… twitter.com/i/web/status/1… 4 days ago
  • Πώς γλύτωσε το άρθρο 24 του Συντάγματος, για την προστασία των δασών, από τους ανταπτυξιολάγνους της κουτάλας. Τι έ… twitter.com/i/web/status/1… 4 days ago
  • Ποιος χρειάζεται ένα νέο ΠΑΣΟΚ; xydakis.gr/?p=12443 6 days ago
  • Once migrants on Mediterranean were saved by naval patrols. Now they have to watch as drones fly over theguardian.com/world/2019/aug… 2 weeks ago
  • Στο Νότο! O Νίκος Ξυδάκης είναι υποψήφιος βουλευτής στον Νότιο Τομέα Β' Αθηνών (Β3). Δήμοι: Αγίου Δημητρίου, Αλίμο… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago
  • Κρύβει νούμερα η ΝΔ χωρίς να ψελλίζει μια συγγνώμη για τη χρεοκοπία. Υπόσχεται μειώσεις φόρων και πουλά φαντασίες γ… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 1.004.988 hits
Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: