You are currently browsing the tag archive for the ‘αξιοπρέπεια’ tag.

H ομιλία και η συνέντευξη του Αλέξη Τσίπρα στη Θεσσαλονίκη ήταν μακροσκελείς και αναλυτικές. Οι προτάσεις του για αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης, για ανάσχεση της ύφεσης και της ανεργίας, ήταν αρκούντως λεπτομερείς και κοστολογημένες, ενταγμένες σε ένα ενιαίο σχέδιο ανασυγκρότησης. Το σχέδιο Τσίπρα μπορεί να δεχθεί οποιαδήποτε κριτική, καλόπιστα ή κακόπιστα, να ελεγχθεί η ακρίβεια και η αποτελεσματικότητά του, να βρεθεί λίγο ή υπερβολικό, να χαρακτηριστεί παροχολάγνο ή μετριοπαθές, μετακεϋνσιανό ή σοσιαλδημοκρατκό, οτιδήποτε μπορεί να του προσαφθεί. Είναι όμως ένα σχέδιο, αυτοφυές, αυτόχθον, συνταγμένο από Ελληνες και προσανατολισμένο στην ελληνική κοινωνία τού σημερα, στις ανάγκες της και στις δυνατότητες της, στις αντοχές της και στις προσδοκίες της. Είναι το μοναδικό ελληνικό σχέδιο στα τεσσεράμιση χρόνια της δοκιμασίας. Είναι μια αρχή.

Το σημαντικότερο όμως στοιχείο της ομιλίας Τσίπρα είναι η πρόσκληση ευθύνης που απηύθυνε στον ελληνικό λαό, διττά: ευθύνη που είναι έτοιμος να αναλάβει ο ίδιος και η παράταξή του, ευθύνη που οφείλει να αναλάβει ο ελληνικός λαός απέναντι στον εαυτό του, στα παιδιά του, στην πατρίδα του. Εντόπισε ορθώς το έλλειμμα πίστης των Ελλήνων στις δυνάμεις τους, μέσα από το σοκ της κρίσης, την έλλειψη πίστης στη συλλογική δράση, την καχυποψία προς το δημοκρατικό κράτος, την δυσφορία προς την πολιτική, την λιποψυχία. Περιέγραψε έναν δύσβατο δρόμο. Διέγνωσε την πληγή του διχασμού πάνω στο κοινωνικό σώμα και τις τρέχουσες αδυναμίες της δημοκρατίας. Και μίλησε προς όλους τους Ελληνες, ενωτικά και συμπεριληπτικά. Μίλησε για τη χαμένη πίστη.

Κατά την υποκειμενική μου εκτίμηση, αυτά τα μηνύματα, πλήρη ενσυναίσθησης και πραγματισμού, είναι τα στοιχεία που ξεχώρισαν. Είναι μηνύματα που, υπό προϋποθέσεις, μπορούν να μεταβάλουν την αμυντική και μοιρολατρική στάση σε στάση ενεργητική και δημιουργική. Διότι επιστρέφει στη λησμονημένη ή μισοσκεπασμένη ουσία της πολιτικής στις δημοκρατίες: οι άνθρωποι είναι τα δρώντα υποκείμενα, η βούλησή τους είναι η κινώσα δύναμη, οι ικανότητές τους είναι το πολύτιμο κεφάλαιο. Ασφαλώς ο τεχνοκρατικός πραγματισμός είναι χρήσιμος και απαραίτητος, αλλά χωρίς τη βούληση, το κοινό σχέδιο και τον κοινό σκοπό, χωρίς την πίστη στον συλλογικό εαυτό, καμία παραγωγική μηχανή, καμία οικονομία δεν μπορεί να επανεκκινήσει.

Τα τεχνοκρατικά σχέδια θα χρειαστεί να αλλάξουν, να προσαρμοστούν δυναμικά, θα τεθούν νέες ιεραρχήσεις. Αλλά ο ελληνικός λαός τούτη τη στιγμή έχει μεγαλύτερη ανάγκη την καθαρή πολιτική σκέψη, την ενεργό βούληση, τη στοχοθεσία, το όραμα, πάντα μαζί με την ξεκάθαρη επίγνωση των δυσχερειών και των προκλήσεων. Από αυτή την άποψη, ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης έδειξε την πιο ουσιαστική ωρίμανση έως τώρα, και μάλιστα γρήγορη ως προς τον χρόνο που του δόθηκε.

Ο Τσίπρας το Σάββατο κατάφερε να διασκεδάσει θεμιτούς φόβους, να καταθησυχάσει τους δικαιολογημένα επιφυλακτικούς, να συμπεριλάβει. Μετά τα πολλά ταξίδια του στην Ευρώπη, μετά τις πολυσυζητημένες επισκέψεις του στο Αγιο Ορος και το Κόμο, έδειξε αυτοπεποίθηση και πραγματισμό. Βέβαια, τα δύσκολα τώρα αρχίζουν: καθώς θα πλησιάζει προς την εξουσία, τα εμπόδια θα πληθαίνουν, η ίδια η εξουσία είναι Κίρκη και σαγήνη. Ο λόγος του θα χρειαστεί να είναι όλο και περισότερο ειλικρινής, διεισδυτικός, σκληρός, αλλά και εμψυχωτικός. Το Σάββατο δεν το είπε, αλλά σύντομα τον φαντάζομαι να λέει: Θα ξεκινήσουμε με μια δίκαιη φτώχεια, με πλήρη αξιοπρέπεια, κι ο δρόμος θα είναι ποτισμένος με ιδρώτα, δάκρυα και αίμα.

Πραγματισμός, ευθύνη, πίστις, τα τρία ταύτα· μείζων δε τούτων η πίστις.

Advertisements

7a

Η Αννα κοντεύει τα σαράντα. Ευγενής, καλλιεργημένη, συγκροτημένη, με λόγο εστιασμένο και ακριβή. Απόφοιτος φιλολογίας, παιδί δημοσίων υπαλλήλων, τυπικό παιδί της ελληνικής μεσαίας τάξης. Για δεκαπέντε χρόνια ήταν κατώτερο και μεσαίο στέλεχος καλλιτεχνικών οργανισμών, οργάνωνε παραγωγές, φρόντιζε δημόσιες σχέσεις, έγραφε, συντόνιζε, δούλευε ακαταπαύστως με όρεξη αυξανόμενη, με αγάπη για τη δουλειά της. Αρνήθηκε θέσεις πιο προσοδοφόρες, για να υπηρετεί με τον τρόπο της την τέχνη, το θέατρο, τη μουσική.

Τα τελευταία δύο χρόνια είναι άνεργη. Και σχεδόν ανεπάγγελτη. Εγκατέλειψε το σπίτι της, δεν μπορούσε να το συντήρήσει, γύρισε στο σπίτι των συνταξιούχων γονιών, με μειωμένη σύνταξη κι αυτοί, ταλαιπωρούμενοι από τις ασθένειες του γήρατος. Πριν από ένα τρίμηνο η Αννα βρήκε μια δουλειά, μια mini job, θέση μερική απασχόλησης: πεντάωρο κυλιόμενο, πότε πρωί πότε απόγευμα, σχεδόν τυχαία, σε ένα call center. Στον Κηφισό. Δεν έχει συγκοινωνία.

(Αφαιρώντας τη βενζίνη του αυτοκινήτου, ο μισθός που μένει είναι τριακόσια ευρώ. Ενα χαρτζιλίκι, ντρέπομαι να το πω, κι όμως φοβάμαι να το αφήσω, γιατί δυο χρόνια τώρα, μόνο αυτό βρήκα. Ακούω στην τηλεόραση τους πολιτικούς και δεν τους ακούω, δεν με φτάνουν τα λόγια τους, δεν ακούω, γιατί μέσα μου επαναλαμβάνω ένα πράγμα, το ίδιο: Θέλω μια δουλειά, μια κανονική δουλειά, να δουλέψω, να πληρώσω τη ΔΕΗ, να πιω έναν καφέ, να ψωνίσω ένα ρούχο, να κυκλοφορήσω, να δουλέψω σε αυτό που ξέρω, αυτό που μπορώ. Είμαι στην ακμή μου. Και με τραβήξανε απ’ την πρίζα.)

Η Αννα είναι μια νέα Ελληνίδα από την Αθήνα. Είναι η Αννα από τη Βαρκελώνη, από το Δουβλίνο, το Πόρτο, το Παλέρμο, τη Λυών, τη Δρέσδη, τη Βουδαπέστη. Είναι η Αννα της Ευρώπης. Η γενιά των 30-45, η ραχοκοκκαλιά οικονομιών και κοινωνιών, η γενιά που πλήττεται σκληρότερα από την κρίση. Στις χώρες της βαθιάς ύφεσης και των προγραμμάτων δημοσιονομικής προσαρμογής, όπως η Ελλάδα, είναι η γενιά που απολύεται με τη μεγαλύτερη συχνότητα, που βγαίνει εκτός εργασίας, εκτός επαγγελματικής ενημέρωσης, εκτός ανανέωσης δεξιοτήτων, εκτός ασφάλισης, εκτός κοινωνίας. Επ’ αόριστον. Η ζωή τους αναστέλλεσται επ’ αόριστον. Εως ότου η χώρα επιστρέψει σε ρυθμούς ανάπτυξης.

Ακόμη και ο φρικτός δείκτης του 60% νεανικής ανεργίας δεν είναι τόσο φρικτός αν συγκριθεί ο απόλυτος αριθμός των νέων 15-25 ετών με τους σαραντάρηδες και πενηντάρηδες. Οι άνεργοι νέοι λοιπόν στην Ελλάδα μετριούνται σε περίπου 79 χιλιάδες. Μέγα μέρος των υπολοίπων 1,3 εκατομμυρίων είναι ώριμοι και μεσήλικες, για τους οποίους η ανεργία ισοδυναμεί σχεδόν με απόσυρση από τη ζωή.

Στη θέση των σαραντάρηδων συχνά προσλαμβάνονται εικοσιπεντάρηδες, νεοεισερχόμενοι στην εργασία, με αποδοχές υποπολλαπλάσιες, με τετρακόσια-πεντακόσια ευρώ το μήνα, χωρίς ωράριο, με στοιχειώδη ή καμία ασφάλιση, συχνά με μπλοκάκι εξωτερικού συνεργάτη. Ο νέος που παίρνει τη θέση του μεγαλύτερου είναι ήδη τόσο φοβισμένος, τόσο ντρεσαρισμένος, έχει μοιράσει άκαρπα τόσα βιογραφικά, που δέχεται τα πάντα με δέος και ευγνωμοσύνη. Καθώς οι πρακτικές της ευέλικτης επισφαλούς εργασίας γενικεύονται, καθώς οι συμπεριφορές των ανθρώπων απέναντι στην εργασία και τις κοινωνικές απολαυές σφραγίζονται από την ανασφάλεια και την υποχώρηση, βρισκόμαστε ενώπιον ενός νέου ανθρωπότυπου και μια νέας κοινωνικής δημογραφίας.

Το πρόβλημα της απορρυθμισμένης εργασίας δεν είναι μόνο ελληνικό, είναι ευρωπαϊκό, και αν αναζητούσαμε τις ρίζες του, θα τις βρίσκαμε πριν από την εκδήλωση της μεγάλης κρίσης του 2008, στο γερμανικό μοντέλο της επισφαλούς πλήρους απασχόλησης και των περικοπών στο κράτος πρόνοιας, που εγκαινιάστηκαν από την κοκκινοπράσινη (SPD-Πράσινοι) κυβέρνηση Σρέντερ το 1999-2005. Σε αυτό το διάστημα, και σαν κορύφωση της μακράς διαδικασίας αποικισμού της φτωχής Ανατολικής Γερμανίας, ψηφίστηκαν οι τέσσερις νόμοι Hartz, που μετασχημάτισαν βαθιά την αγορά εργασίας και την πολιτική του ταμείου ανεργίας. Μεταξύ άλλων, θεσπίστηκαν οι mini jobs (με κατάργηση των εργοδοτικών εισφορών) και οι midi jobs, τη δραστική μείωση της καταβολής επιδόματος ανεργίας σε ένα έτος και την εν συνεχεία υποκατάστασή του από κοινωνικό βοήθημα 374 ευρώ, και πολλά άλλα.

Τα αποτέλεσματα αυτού του μείζονος μετασχηματισμού της εργασίας δεν οδήγησαν μόνο στο ιδιότυπο γερμανικό θαύμα, αλλά και σε εντυπωσιακή άνοδο των φτωχών: τον Μάιο του 2011 κατεγράφησαν επισήμως 5 εκατομμύρια mini jobs, αύξηση 47%, ενώ το 2012 η γερμανική στατιστική υπηρεσία διαπίστωνε ότι το διάστημα 1999-2010 οι θέσεις άτυπης εργασίας αυξήθηκαν κατά 3,5 εκατ, και ταυτοχρόνως οι θέσεις σταθερής απασχόλησης μειώθηκαν κατά 3,8 εκατομμύρια. Αυτή η διαδικασία οδήγησε τον Ντανιέλ Κον-Μπεντίτ να ρωτήσει στην Ευρωβουλή την καγκελάριο Μέρκελ: «Πώς είναι δυνατόν μια πλούσια χώρα σαν την Γερμανία να έχει 20% φτωχούς;»

Το γερμανικό μοντέλο επισφαλούς και προσωρινής απασχόλησης, χωρίς καν τα γερμανικά μαξιλάρια του κοινωνικού βοηθήματος και των εκτενών ακόμη προνοιακών δομών, και χωρίς βεβαίως τη γερμανική υποδομή βιομηχανικής παραγωγής με υψηλή προστιθέμενη αξία και εξαγωγικό δυναμικό, είναι αυτό που εφαρμόζεται στην Ελλάδα με πρωτοφανή βιαιότητα, μέσω της απορρύθμισης της εργασίας. Στην περίπτωση της Ελλάδας επιπλέον ο μετασχηματισμός τελείται σε περιβάλλον βαριάς ύφεσης, δημοσιονομικής συρρίκνωσης και αποεπένδυσης. Ακόμη χειρότερα: η φτώχεια, πρωτοφανής από την εποχή του Εμφυλίου, μας βρήκε με ανύπαρκτο δίχτυ ασφαλείας, χωρίς καν εγγυημένο ελάχιστο εισόδημα και με εντυπωσιακή ανισοκατανομή των κοινωνικών παροχών, όπως έχει καταδείξει ερευνητικά ο καθηγητής Μάνος Ματσαγγάνης.

Η χώρα δεν αντιμετωπίζει μόνο πρωτοφανή για καιρό ειρήνης οικονομική ύφεση, αλλά και την απειλή μιας κοινωνικής και δημογραφικής αποσάθρωσης.

ζωγραφική: Χρήστος Μαρκίδης

large-1

«Γεννήθηκα το 1939· λίγους μήνες αφότου γεννήθηκα, στη Βόρειο Κέρκυρα, ο πατέρας μου πέρασε απέναντι να πολεμήσει στο αλβανικό. Θέλω να ρωτήσω κάτι. Γράφατε προ εβδομάδων: «Στους ήσυχους σκοτεινούς δρόμους αφουγκράζεσαι κάτι να σιγοβράζει. Ισως ο φόβος να αναδεύεται στα σπλάχνα και να ξεδιπλώνεται, να αλλάζει θέση. Ισως να παίρνει τη θέση του η οργή. Ισως να προσπαθεί να βγει μπροστά η ελπίδα. Πϊσω από την ερημία των δρόμων κάτι σαλεύει.» Για την ελπίδα θέλω να ρωτήσω. Πείτε μου, είμαι 74 ετών, γι΄αυτό ξεκίνησα με την ηλικία μου, θα δω την ελπίδα να βγαίνει μπροστά; Δεν με νοιάζει για μένα, για τα εγγόνια μου με νοιάζει.»

Στα λόγια, αυτά και άλλα πολλά, του ευγενούς συνομιλητή αντηχούσαν οι αρετές πολλών Ελλήνων του τρομερού εικοστού αιώνα. Το λιτοδίαιτο, η καρτερία, η αντοχή, η ιστορική συνείδηση, η δίψα της ζωής, η αγάπη της ζωής, η ευθύνη έναντι των επομένων γενεών, η επίγνωση της διαδοχής και της συνέχειας. Και η αναζήτηση της ψυχικής ύλης πάνω στην οποία οικοδομείται κοινός βίος· η ελπίδα.

Διαβεβαίωσα τον συνομιλητή μου (σαν να είχα τάχα μου το δικαίωμα και τη δυνατότητα…) ότι θα δει, θα δούμε, το ξεμύτισμα της ελπίδας. Λίγο αργότερα όμως σκεφτόμουν ότι όταν μιλάμε για την ελπίδα με τέτοια λαχτάρα, τόσο έντονα, τόσο εμφατικά, γι’ αυτό το κρυμμένο φωτάκι που θα σπαθίσει τον ζόφο, είναι γιατί λείπει η πίστη, γιατί ξεχειλίζει η απόγνωση. Η ελπίδα είναι πέραν του έλλογου, πέραν του υπολογίσιμου, πέρα ακόμη κι απ’ την πίστη. Η πίστη δομείται και θερμαίνει, παρέχει σκελετό και καύσιμο, ακόμη κι όταν απολήγει σε μορφές του μεσσιανικού, ακόμη κι όταν απολήγει σε φανατισμό.

Η ελπίδα είναι το έκτυπο της απελπισίας. Υπάρχει όσο και το αρνητικό της, και μόνο ταυτοχρόνως. Οταν έχεις χάσει τις έλλογες προϋποθέσεις και την πίστη, τότε απομένει η ελπίδα, η αναμονή του θαύματος, της ανατροπής. Είναι το κλισέ που μουρμουράμε σαν ξόρκι ενώπιον ερειπίων σεισμών: η ελπίδα πεθαίνει πάντα τελευταία.

Ο χριστιανισμός τις έβαλε αδελφές, θυγατέρες της Σοφίας: την Πίστη, την Ελπίδα, την Αγάπη. Μα δεν είναι ισοδύναμες. Ο Αγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης, συγγραφέας της περίφημης Κλίμακος, αναλύοντας την ενάρετο τριάδα, για μεν την πίστη λέγει κατηγορηματικά: «Η μεν γαρ πάντα δύναται και ποιείν, και δημιουργείν» ― η πίστη μπορεί να κάνει τα πάντα. Για την ελπίδα είναι λιγότερο απόλυτος και πιο παρηγορητικός: «την δε έλεος Θεού περικυκλοί, και ακαταίσχυντον ποιεί» ― η ελπίδα περικυκλώνει τον άνθρωπο με το έλεος του Θεού και δεν καταισχύνει τον ελπίζοντα.

Ιδού όμως: ο Σιναΐτης περιγράφοντας τις ενέργειες της ελπίδας, σκιτσάρει τον προνεωτερικό άνθρωπο υπό την σκέπη της Θείας Πρόνοιας, αλλά ταυτοχρόνως μάς βάζει στον κόσμο της νεωτερικής ατομικότητας, της αξιοπρέπειας του προσώπου: η ελπίδα προστατεύει από την καταισχύνη, την ντροπή. Οπως ακριβώς ακούγεται στη Θεία Λειτουργία του Ιωάννη του Χρυσοστόμου: «Χριστιανά τα τέλη της ζωής ημών, ανώδυνα, ανεπαίσχυντα, ειρηνικά, και καλήν απολογία την επί του φοβερού βήματος του Χριστού αιτησώμεθα». Ο πόνος, η ντροπή, η αμάχη, αυτά ευχόμαστε πρώτα να μείνουν μακριά από τη ζωή, προτού καν φτάσουμε ενώπιον του τελικού κριτή, στα έσχατα του χρόνου.

Η ελπίδα, παρ’ όλους τους περιορισμούς της, είναι μια ουσία της ανθρωπινότητας, αυτή που προστατεύει από την καταισχύνη, την απαξίωση του ανθρώπου ενώπιον του εαυτού του και των άλλων, αυτή που αποτρέπει ή απαλύνει την εσωτερική πτώση, και αναζωπυρώνει την πίστη στον δημιουργικό εαυτό, που ανασύρει κρυμμένες δυνάμεις και περικυκλώνει σαν ασπίδα ελέους· ελέους Θεού και ελέους καθάρσεως της τραγωδίας.

foto-laxanika-plateia-vathi

Οι εικόνες της Ελλάδας που κυκλοφορούν ανά την υφήλιο μέσω των ειδησεογραφικών πρακτορείων παρουσιάζουν μια χώρα κι ένα λαό σε ανθρωπιστική κρίση. Ενα λαό που εκλιπαρεί για ένα μπρόκολο και μια σακούλα πορτοκάλια στο κέντρο της πρωτεύουσας. Μια χώρα όπου ως μόνη παραγωγική δραστηριότητα παρουσιάζεται η συλλογή μεταλλικών απορριμμάτων από Ασιάτες πλανόδιους.

Δεν είναι η αλήθεια. Και δεν είναι ψέμα. Τι είναι, λοιπόν; Είναι όψεις της Ελλάδας, δεν είναι η Ελλάδα. Είναι μια συμβατική αποτύπωση, ένα υποκειμενικό μοντάζ, ένα πανόραμα συντεθειμένο από μερικότητες, το οποίο, ωστόσο, δεν είναι καθολικό. Η συμπαράθεση, η στατική συσσώρευση των μερών, δεν συνθέτει το δυναμικό όλον.

Ως δημοσιογράφοι, γνωρίζουμε ότι η ελκυστικότερη εικόνα πάντα, αλλά συχνά και η ελκυστικότερη αφήγηση, είναι αυτή που παράγει δράμα, συγκίνηση, που ερεθίζει το συναίσθημα, που προκαλεί εύκολες ερμηνείες και συνειρμούς: χέρια υψωμένα προς τα τρόφιμα – συνωστισμός – πείνα – Ελλάδα του χρέους – ανθρωπιστική κρίση. Η μιντιόσφαιρα απαιτεί διαρκώς τέτοιες ομιλούσες, μονοσήμαντες εικόνες· και ρεπορτάζ ή και αναλύσεις ακόμη, που εστιάζουν στο ανθρώπινο δράμα, στην προσωπική μεμονωμένη ιστορία, όχι στη γενικότερη εικόνα και στις πολλές όψεις της ζωής.

Οι Ελληνες δεν ποδοπατούνται για ένα μπρόκολο. Ομως, τα υψωμένα χέρια προς τα μπρόκολα στην πλατεία Βάθη υπήρξαν· δεν τα επινόησε ο φωτογράφος που τα φωτογράφιζε ούτε ο αγροτοπαραγωγός που τα μοίραζε. Και υψώθηκαν από ανάγκη, από την υπαρκτή ένδεια, από φόβο ενώπιον του σκοτεινού μέλλοντος, από το αλαφιασμένο ένστικτο αυτοσυντήρησης του ανθρώπου της μητρόπολης και από την άπληστη διάθεση του ανθρώπου που συμπεριφέρεται ως μόριο του όχλου.

Ας μην απαρνηθούμε τις εικόνες, ας μην τις υπερερμηνεύσουμε. Ας τις δούμε, όμως, σαν οιωνό για επερχόμενα και σαν ορόσημο: πού βρίσκεται το όριο θραύσεως της αντοχής, της αξιοπρέπειας, της έλλογης συμπεριφοράς. Τα υψωμένα χέρια δείχνουν ότι πλησιάζουμε επικίνδυνα αυτό το όριο.

Λούλα και Τσίπρας.

Λούλα και Τσίπρας.

Η προσεκτική ανάγνωση των δημογραφικών και κοινωνικών χαρακτηριστικών των εκλογέων του περασμένου καλοκαιριού (π.χ. εδώ και εδώ) και των ευρημάτων πρόσφατων δημοσκοπικών ερευνών (εδώ και εδώ) δείχνει την ελληνική κοινωνία να μετατοπίζεται μαζικά κατά την πολιτική της έκφραση, έστω και στο σχετικά περιορισμένο πλαίσιο που συνθέτουν οι υπάρχοντες κομματικοί σχηματισμοί.

Οι μετακινήσεις δεν έχουν να κάνουν μόνο με τις πολιτικές προτιμήσεις, όσο με τις ραγδαίες ανακατατάξεις στην οικονομική και κοινωνική πυραμίδα. Η ύφεση και η ανεργία δεν είναι απλώς οικονομετρικοί δείκτες, αλλά φαινόμενα που κατεξοχήν και απευθείας επηρεάζουν τις ζωές των ανθρώπων. Τα πολυπληθή στην Ελλάδα μικροαστικά στρώματα ήταν τα πρώτα που ένιωσαν στο πετσί τους τις επιπτώσεις της βαθιάς παρατεταμένης ύφεσης: καταστράφηκαν οικονομικά, κατρακύλησαν ταξικά, υποβαθμίστηκαν οι προσδοκίες τους. Οι νεόπτωχοι, άνεργοι ή ημιαπασχολούμενοι, μαζί με την εργασία και το εισόδημά τους, σε δυόμισι χρόνια έχασαν κάθε δυνατότητα παρέμβασης στο παρόν και κάθε δυνατότητα σχεδιασμού του εγγύς μέλλοντος. Αυτοί ακριβώς, οι πληγέντες και οι αισθανόμενοι προδομένοι, οι συνθέτοντες τον παραγωγικό κορμό της χώρας, μετακινούνται τώρα μαζικά στο πολιτικό φάσμα. Πού πάνε;

Η κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ άφησε τα μικροαστικά στρώματα και τις παραγωγικές ηλικιακές ομάδες όχι μόνο χωρίς πολιτική στέγη, αλλά και κοινωνικά υποβαθμισμένα και ψυχικά εξαγριωμένα. Η συντριπτική πλειονότης κινείται προς τον ΣΥΡΙΖΑ: μισθωτοί ιδιωτικού και δημόσιου τομέα, ελεύθεροι επαγγελματίες, νέοι, άνεργοι, και όλες οι παραγωγικές ηλικίες. Μόνο οι αγρότες και οι συνταξιούχοι, οι πιο συντηρητικές ομάδες πληθυσμού, δεν μετακινούνται πλειοψηφικά προς τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά προς τη Νέα Δημοκρατία.

Με τις παραγωγικές και κατά τεκμήριο πιο δυναμικές ομάδες να κινούνται πολιτικά εκτός των κομμάτων του κυβερνητικού τόξου, γεννάται εύλογα το ερώτημα: Ποιο εναλλακτικό κυβερνητικό σχήμα μπορεί να εκφράσει τους μετακινούμενους, και να εκπληρώσει τις προσδοκίες τους για απόκρουση της φτώχειας και στοιχειώδη αξιοπρέπεια; Μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ;

Το παράδοξο είναι ότι πολλοί απ’ όσους ψήφισαν ή κλίνουν προς τον ΣΥΡΙΖΑ, δεν τον θεωρούν έτοιμο να κυβερνήσει, δηλαδή να εκπληρώσει τις προσδοκίες τους. Αυτό σημαίνει δύο τινά: Πρώτον, ο περισσότερο κόσμος αντιλαμβάνεται ότι έχει συντελεστεί ήδη μια ανεπανόρθωτη καταστροφή, ότι δεν υπάρχει επιστροφή στα παλιά· άρα απαιτούνται νέα εργαλεία και ριζικά νέο πολιτικό σχέδιο.

Δεύτερον, ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ συνεχίζει να αντιπολιτεύεται κυρίως, και λιγότερο να προβάλλει ως επόμενη κυβέρνηση και ως ηγεμονική δύναμη στο πολιτικό πεδίο. Ο πυκνός χρόνος τον αιφνιδίασε. Δεν έχει προλάβει να αντλήσει ψυχοπνευματικές δυνάμεις από το άμορφο πλήθος των απογοητευμένων αλλά πολύτιμων ανένταχτων μονάδων που κινούνται φωτοτακτικά προς αυτόν. Ενώ ήταν τολμηρή και ορθή η διεθνοποιημένη προσέγγιση της κρίσης, οι κινήσεις του στο εσωτερικό στηρίζονται σε εννοιολογήσεις του παλαιού θνήσκοντος κόσμου: παραδοσιακές συμμαχίες με πρόσωπα που δεν εκπροσωπούν κανέναν, τακτικές μανούβρες διεμβόλισης, υψηλή ρητορεία, σε συνδυασμό με αμφίθυμη διγλωσσία και πολυφωνικό βόμβο σε κομβικά ζητήματα υψηλής πολιτικής.

Με τις διαδικασίες βάσης και αιμοδότησης από τη βάση να απαιτούν άλλο χρόνο από τον διατιθέμενο, αναπόφευκτα το βάρος για παραγωγή πολιτικής σύνθεσης πέφτει στην ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, την ηγεσία ενός πρώην μικρού κόμματος πολύχρωμης διαμαρτυρίας. Αρα το ερώτημα τίθεται κι έτσι: Μπορούν ο Αλέξης Τσίπρας και η ηγετική ομάδα;

Η παύση των ακροάσεων για τη λίστα Λαγκάρντ ενώπιον της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας, που αποφάσισαν προχθές κατά πλειοψηφία οι βουλευτές μέλη της Επιτροπής, γεννά κάποιες σκέψεις για τη λειτουργία της Βουλής και για την ενε γένει λειτουργία του πολιτικού συστήματος. Οι καταψηφίσαντες τη συνέχιση της έρευνας, με προσωπικές τοποθετήσεις, υποστήριξαν ότι την έρευνα πρέπει να συνεχίσει είτε η Επιτροπή για το πόθεν έσχες, είτε μια άλλη εξεταστική επιτροπή συγκροτημένη ειδικά για το θέμα. Ο καταψηφίσας βουλευτής της Χρυσής Αυγής υποστήριξε ότι η περαιτέρω έρευνα στερείται νοήματος και εν πάση περιπτώσει ας αφεθεί η υπόθεση στην δικαστική οδό. Ο κ. Απ. Κακλαμάνης υπερθεμάτισε: «Υπάρχουν και άλλα θέματα με τα οποία οφείλουμε να ασχοληθούμε».

Το μήνυμα είναι οδυνηρό. Η Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας είναι αυτή που αποκάλυψε τις αντιφάσεις, τις ασύγγνωστες παραλείψεις και την αδράνεια δύο υπουργών και δύο επικεφαλής ΣΔΟΕ κατά τον χειρισμό της λίστας Λαγκάρντ, επί δύο περίπου χρόνια. Δια του αποκαλυπτικού έργου της Επιτροπής, η Βουλή διεμήνυσε στον ελληνικό λαό ότι κάνει τη δουλειά της και το καθήκον της, σε μια περίοδο κατά την οποία το κύρος του νομοθετικού σώματος βαίνει μειούμενο και οι βουλευτές λετουργούν υπό καθεστώς εκτάκτου ανάγκης.

Πράγματι, η χώρα βρίσκεται σε σφοδρή οικονομική κρίση, η οποία συμπαρασύρει τους πολιτικούς θεσμούς, αλλά το ευρέως συνομολογούμενο υπόβαθρο της κρίσης είναι η αδιαφάνεια, η διαφθορά, η επιλεκτική μεταχείριση, η συγκάλυψη, η ολιγωρία, τα οποία επέδειξαν κατά συρροήν κορυφαίοι της πολιτικής πυραμίδας. Οθεν, η διαλεύκανση της υπόθεσης της Λίστας θα βοηθούσε αποφασιστικά στην ανάκτηση του τρωθέντος κύρους των δημοκρατικών θεσμών και στην αποκατάσταση του αισθήματος δικαιοσύνης μεταξύ των πολιτών.

Ο έλεγχος της λίστας καταθετών πιθανόν να μην οδηγούσε σε μεγάλη φοροδιαφυγή, άρα ούτε σε αξιόλογα έσοδα. Η απόκρυψή της όμως και η απολύτως καμία χρήση της έπληξαν σοβαρά τα ηθικά και πολιτικά θεμέλια του συστήματος, του ήδη εξασθενημένου λόγω της κρίσης και λόγω ανάλογων ανορθόδοξων χειρισμών. Διότι συνιστά ανηθικότητα η απώλεια του πρωτοτύπου και απιστία η απόκρυψη της λίστας, που απέφερε καρπούς στα χέρια κυβερνήσεων άλλων χωρών. Στην ελληνική περίπτωση δε, οι καρποί θα ήταν απείρως πολυτιμότεροι, όχι τόσο κατά το υλικό σκέλος, όσο κατά το ηθικό: θα έδιδε το περιζήτητο μήνυμα της ισονομίας και της ισοπολιτείας, σε έναν λαό που δοκιμάζεται αγρίως από την ύφεση, την ανεργία και την ανισότητα.

Λεφτά δεν υπάρχουν, ούτε για πελατειακή εξαχρείωση ούτε, φευ, για ανακούφιση ― το ξέρουν όλοι. Αξιοπρέπεια όμως; Δικαιοσύνη; Υπάρχουν;

Ακόμη και την υστάτη ώρα ο πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς και οι αρχηγοί των συγκυβερνώντων κομμάτων έχουν την ευκαιρία να στείλουν στον δοκιμαζόμενο και απαισιόδοξο ελληνικό λαό ένα εγκαρδιωτικό και ενωτικό μήνυμα: ένα μήνυμα για αξιοκρατία, για αποκατάσταση της λειτουργικότητας και του αισθήματος δικαίου στο κράτος. Τέτοια ευκαιρία είναι ο διορισμός νέων επικεφαλής στις ΔΕΚΟ και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα.

Mέχρι στιγμής, οι διαρροές από τα κυβερνητικά γραφεία προεικονίζουν την ίδια θλιβερή τακτική διορισμών αποτυχόντων πολιτευτών στις ηγετικές θέσεις των δημόσιων οργανισμών, αυτήν ακριβώς την τακτική που εξαθλίωσε τη διοίκηση και εξαχρείωσε διοικούντες και πολίτες. Μιλάμε βέβαια για την πιο αισχρή μορφή πελατειακής διαχείρισης κρατικών πόρων και εξουσίας, και για τον παρασιτισμό της πολιτικής τάξης επί του κοινωνικού σώματος, ρικνού πλέον, χωρίς σάρκα και χωρίς αίμα.

Ο πρωθυπουργός και οι πολιτικοί αρχηγοί οφείλουν να αναλογιστούν σε ποια οικτρή κατάσταση βρίσκεται το κράτος που διοικούν, την ένδεια στελεχών και την απουσία φρονήματος μεταξύ των εναπομεινάντων, την αδιαφορία ή και την εχθρότητα. Οφείλουν επίσης να αναλογιστούν σε ποια κατάσταση βρίσκεται ο λαός και βάσει ποιων υποσχέσεων τους εξέλεξε: όλοι μιλούσαν για ανασυγκρότηση του κράτους, για αξιοκρατία και διαφάνεια. Οχι για διαμοιρασμό οφικίων στους γνωστούς αποτυχημένους, όχι για πλιάτσικο βάσει ποσοστώσεων, επί ενός κράτους ήδη κατασπαραγμένου από το χρέος.

Ο λαός έχει δείξει αξιοθαύμαστη αντοχή κατά την τριετή ύφεση. Και με ανάλογη προσαρμοστικότητα πασχίζει να σταθεί όρθιος στα νέα δυσμενή δεδομένα, κάθε μέρα, κάθε ώρα. Αυτό που περιμένει από την ηγεσία του, και αυτή του το οφείλει, δεν είναι τα λεφτά που δεν υπάρχουν, είναι τουλάχιστον αξιοπρέπεια. Δηλαδή, αξιοκρατία, δικαιοσύνη, αποτελεσματικότητα, αυτοσεβασμός εντέλει. Ας τα σκεφτούν αυτά οι κ. Σαμαράς, Βενιζέλος, Κουβέλης· ενώπιον της ιστορίας και όχι ενώπιον των αέργων ακολούθων τους.

To δημοψήφισμα, με το τρομοκρατικό δίλημμα ναι ή όχι στο ευρώ, μπορεί να αποτράπηκε, αλλά η δυναμική που εκλύθηκε συγκλόνισε το ετοιμόρροπο πολιτικό σύστημα. Το αποτέλεσμα το ζήσαμε τα προηγούμενα δραματικά εικοσιτετράωρα, λεπτό προς λεπτό, και το ζούμε ακόμη. Ο ελληνικός λαός, σχεδόν στο σύνολό του, αντελήφθη ακαριαία όχι μόνο πόσο κοντά βρίσκεται στην άτακτη χρεοκοπία, αλλά και πόσο κρίσιμη είναι η γεωοικονομική κατάσταση στην Ευρώπη. Η οικονομική και πολιτική κρίση που συνταράσσει τη μεγάλη Ιταλία, μέλος του G7, έβδομη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου, χώρα της Ferrari, δείχνει ότι η Ευρώπη του ενιαίου νομίσματος, των ασύμμετρων εθνικών οικονομιών και των φυγόκεντρων κρατικών πολιτικών είναι όχι μόνο ανέφικτη αλλά καταλήγει ολέθρια για τα μέλη της. Η Ευρώπη αντιμετωπίζει όχι απλώς κρίση κρατικού χρέους, αλλά κρίση πολιτικής δομής και πολιτιστικής ταυτότητας. Η απεγνωσμένη, τυχοδιωκτική κίνηση Παπανδρέου, προοριζόταν κυρίως για εσωτερική κατανάλωση, αποκάλυψε ωστόσο το άλλο πρόσωπο των εταίρων μας: το αποικιοκρατικό και αντιδημοκρατικό πρόσωπο δανειστών-τοκογλύφων και όχι εκλεγμένων ηγετών δημοκρατιών, πρόσωπα που εκφέρουν ρητορική εκβιασμού, εθνοτικής ανωτερότητας και αυταρχισμού.

Η ευρωπαϊκή ελίτ ξέχασε την πολιτική· μάλλον, την ξέγραψε. Η Ευρωπαϊκή Ενωση ξεκίνησε ως ιστορική, πολιτική και πνευματική, προσέγγιση εθνών που είχαν αλληλοσφαγεί δυο φορές σε μισό αιώνα. Η ένωση έγινε για να αποτραπεί άλλος τέτοιος πόλεμος και για να ζήσουν εν ειρήνη, δημοκρατία και ευημερία οι λαοί. Αυτό μαθαίναμε στο σχολείο εδώ και δεκαετίες. Σήμερα οι ευρωπαϊκοί λαοί, φορείς της ελληνορωμαϊκής κληρονομιάς, καλούνται να απαρνηθούν την ευημερία και τη δημοκρατία, λόγω ενός ακήρυκτου οικονομικού πολέμου με αόρατους εχθρούς. «Το κυνικό νόημα του ελληνικού δράματος: λιγότερη δημοκρατία είναι καλύτερη για τις αγορές», έγραψε προχθές ο Γιούργκεν Χάμπερμας, ο κορυφαίος Ερωπαίος φιλόσοφος, τροφοδοτώντας έναν ιστορικής σημασίας διάλογο μέσα από τις σελίδες της Frankfurter Allgemeine Zeitung. «Οταν η επιλογή υφίσταται μόνο μεταξύ πανώλης και χολέρας, δεν πρέπει η απόφαση να λαμβάνεται πάνω από τα κεφάλια ενός δημοκρατικού πληθυσμού. Δεν είναι μόνο ζήτημα δημοκρατίας, εδώ διακυβεύεται η αξιοπρέπεια», συμπέρανε.

Ακριβώς αυτά, τις ολοένα ισχνότερες προϋποθέσεις δημοκρατίας και αξιοπρέπειας, αναζητούν οι Ελληνες από την άνοιξη 2010. Πιασμένοι στα βρόχια της εγχώριας απόγνωσης, αντιμέτωποι με τις δικές μας ασυγχώρητες, μοιραίες αδυναμίες, υποχρεωμένοι εντούτοις από την ιστορία μας να σταθούμε όρθιοι με αξιοπρέπεια, αναζητούμε τώρα μια μορφή διακυβέρνησης χωρίς εκλογές, μια διαχειριστική αρχή που θα τρέξει το χρεοκοπημένο κρατικό μόρφωμα Ελλάς, κατ΄ εντολήν και υπό την επιτροπεία πανικόβλητων ευρωπαϊκών ελίτ που δεν έχουν καν ένα βιώσιμο σχέδιο για έξοδο από την κρίση. Εχουν μόνο ένα αυτοσχέδιο γιατροσόφι χορηγούμενο πειραματικά σε μεσογειακά χοιρίδια: άγρια λιτότητα επί του συνόλου πληθυσμού, για άγνωστο χρονικό διάστημα, έως ότου ηρεμήσουν οι αγορές ή έως ότου εξουδετερωθεί ο πληθυσμός.

Οι κλιμακούμενες απαιτήσεις της τρόικας ωθούν την παραπαίουσα κυβέρνηση πέραν των ορίων αντοχής της, και τη χώρα προς τις εκλογές ή άλλες πολιτικές εξελίξεις, ακριβώς δύο χρόνια από την ανάληψη της εξουσίας από το ΠΑΣΟΚ, υπό τον Γ.Α. Παπανδρέου. Ηταν τα κρισιμότερα χρόνια της μεταπολιτευτικής περιόδου και πρελούδιο για πολύ δύσκολους καιρούς. Η Ελλάδα βρίσκεται σε πτώση και μαρασμό, οι Ελληνες πλήττονται από κατάθλιψη και φοβία, περισσότερο κι από τη βίαιη, απότομη φτωχοποίηση. Τα δύο αυτά γεγονότα, ο μαρασμός και η διακυβέρνηση, συνδέονται, όχι μονοσήμαντα, αλλά συνδέονται. Και προφανώς η εύκολη οδός ανακούφισης από τον πόνο και τον φόβο των επερχομένων, θα ήταν η άμεση εξεύρεση υπευθύνων, ενόχων και αποδιοπομπαίων τράγων. Ομως όχι, η εύκολη οδός, το κυνήγι ενόχων και μαγισσών, θα ήταν επώδυνη οδός, ενδεχομένως με κόστος πολύ βαρύτερο από το όφελος της ανακούφισης.

Αυτό που προέχει σήμερα είναι να αντιληφθούμε ότι δεν κινδυνεύουμε μόνο από τη βίαιη υποτίμηση του ιδιωτικού και δημόσιου πλούτου, δεν κινδυνεύουμε από τη φτώχεια – αυτά έχουν ήδη συντελεσθεί και συντελούνται, χωρίς να μπορούμε να επηρεάσουμε άμεσα την τροπή τους. Πολύ περισσότερο κινδυνεύουμε από την απώλεια του φρονήματος, την απώλεια της εθνικής κυριαρχίας, την απώλεια της αξιοπρέπειας, ατομικής και συλλογικής, τη ρήξη της κοινωνική συνοχής, το ξεκούρδισμα των κρατικών λειτουργιών.

Η βίαιη υποβάθμιση εισοδημάτων και περιουσιών σοκάρει τόσο πολύ, που χάνουμε από την όρασή μας τους κινδύνους αποσάθρωσης του κοινωνικού οικοδομήματος, εξαιτίας της περικοπής πόρων και της κλιμακούμενης κόπωσης και αδράνειας των κρατικών μηχανισμών. Το πολλαπλασιαζόμενο κοινό έγκλημα, η γκετοποίηση εκτεταμένων ζωνών της Αθήνας, η εγκατάλειψη των αναπήρων και των μειονεκτούντων από το συρρικνούμενο κοινωνικό κράτος, η μαζική εξάπλωση επαιτών, ρακοσυλλεκτών και αστέγων, είναι τα ανησυχητικά σημάδια που πρέπει να αξιολογήσουν οι Ελληνες πολίτες. Και να αποφασίσουν: να πορευτούν στο εξής φτωχοί, αλλά με αξιοπρέπεια, με αυτοσεβασμό, με οργάνωση κοινωνίας, με ρυθμό βίου. Και να δράσουν αναλόγως, για να προστατέψουν πολύτιμες πολιτισμικές κατακτήσεις, αυτές που έως τώρα φάνταζαν αυτονόητες: να περπατάει ασφαλής στη γειτονιά του ο γέροντας, να λειτουργούν οι συγκοινωνίες, το νοσοκομείο, το λιμάνι, το σχολείο, η αποκομιδή απορριμμάτων. Δεν είναι αυτονόητο ότι θα λειτουργούν ευτάκτως όλα αυτά, εφόσον αδιαφορήσουν ή στασιάσουν οι εργαζόμενοι, αν ο καθείς στραφεί στον εαυτό του και στην κατατονία του, αν κυριαρχήσουν η μνησικακία, η πίκρα, ο τομαρισμός και η εμφύλια τυφλότης.

Ναι, βεβαίως, κάθε νοικοκυριό συγκροτεί τις στρατηγικές της επιβίωσής του, αλλά μαζί με την ατομική διάσωση έχουμε καθήκον να αναπτύξουμε πάραυτα στρατηγικές διάσωσης του δημόσιου χώρου, του δημοκρατικού κράτους, των θεσμών, των θεμελίων του και των λειτουργιών του. Εχουμε καθήκον να επιζήσουμε με αξιοπρέπεια, το χρωστάμε στην ιστορία μας και στα παιδιά μας.

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

RSS Gatherate: The Best of the Greeks

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Twitting

  • Πολιτισμός καζίνων με αυτοφωράκηδες || Για ποια έργα θα τον θυμούνται ως πρωθυπουργό τον Κυριάκο Μητσοτάκη; Για τα… twitter.com/i/web/status/1… 1 week ago
  • Τραπεζοκαθίσματα στη Δήλο (Γαίας ατίμωσις) Ας σκεφτούν οι βουλευτές και ο Κ. Μητσοτάκης τι ίχνος θα αφήσουν για τις… twitter.com/i/web/status/1… 1 week ago
  • Για τον ποιητή Χριστόφορο Λιοντάκη - του Παντελή Μπουκάλα kathimerini.gr/1040620 2 weeks ago
  • Immigration panic: how the west fell for manufactured rage theguardian.com/uk-news/2019/a… 2 weeks ago
  • Ποτέ άλλοτε οι υπερβολικές προσδοκίες των κακομαθημένων παιδιών της Μεταπολίτευσης δεν περιστάλησαν τόσο βίαια και… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago
  • Η γελοιοποίηση του κομματικού κράτους. Η κομματική-αυταρχική διήθηση του κράτους έχει και τα αδύνατα σημεία της. Εν… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 1.005.485 hits
Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: