You are currently browsing the tag archive for the ‘αντιπολίτευση’ tag.

H αποτύπωση των προτιμήσεων στα δύο εκλογικά αποτελέσματα του περασμένου καλοκαιριού, μαζί με τις δημοσκοπικές καταγραφές έκτοτε, δείχνει την κοινωνία ως προς τις πολιτικές εκφράσεις της σε κατάσταση ρευστότητας και κινητικότητας. Για πρώτη ίσως φορά μεταπολεμικά το κοινωνικό σώμα φυγοκεντρίζεται, συσπειρώνεται προς τα άκρα του συμβατικού φάσματος, όπως κι αν τα ορίσουμε. Ταυτόχρονα, αδειάζει το κέντρο. Γιατί;

Μια πρώτη εξήγηση: ο κεντρώος-κεντροαριστερός πολιτικός σχηματισμός θεωρείται υπεύθυνος για την εν εξελίξει κοινωνική καταστροφή, και τα πληττόμενα στρώματα τον τιμώρησαν. Οι παραγωγικές προπάντων ηλικίες, αυτές που πλήττονται περισσότερο από την ανεργία και την ύφεση, βρέθηκαν άστεγες πολιτικά και μεγάλο μέρος αναζήτησε καταφύγιο στην αριστερά. Αλλά αυτοί είναι ένα 20-25%. Τι απέγιναν οι υπόλοιποι; Οχι οι εκλογείς του κεντροαριστερού ΠΑΣΟΚ, αλλά και της κεντροδεξιάς ΝΔ; Είναι προφανές ότι παρά την ένταση και τον φόβο της προεκλογικής περιόδου, πολλοί συντηρητικοί ψηφοφόροι δεν πήγαν στη Νέα Δημοκρατία αλλά στους νεοπαγείς δεξιούς σχηματισμούς που την πλαγιοκόπησαν. Και έκτοτε η ΝΔ νιώθει καυτή την ανάσα των όμορων χώρων, παρότι απορρόφησε τον εξχνωθέντα ΛΑΟΣ.

Το κενό έκφρασης του κεντρώου χώρου είναι ένα μέτρο της πνευματικής και ιδεολογικής κρίσης, ίσως το πιο φανερό. Ο πολιτικός λόγος διχάστηκε βαθιά ανάμεσα στον φιλομνημονιακό και τον αντιμνημονιακό, και ό,τι πήγε να φυτρώσει ανάμεσα, στα διάκενα και τις χαραμάδες, ποδοπατήθηκε. Ποδοπατήθηκαν η μετριοπάθεια, η νηφαλιότητα, ο πραγματισμός, η ιστορική αίσθηση, η μαχητικότητα επί των υπαρκτών πεδίων και όχι κατά ανεμομύλων. Από την πόλωση που προέκυψε βγαίνουν βαριά τραυματισμένες και η συντηρητική παράταξη και η κεντροαριστερή· η μεν πρώτη διότι έχει πια να αντιπαλαίψει τον δαίμονα του νεοναζιστικού άκρου, η δε δεύτερη διότι εξαχνώθηκε υπό το παλαιό της πρόσωπο και τώρα αναζητείται έκφρασή της εξ αριστερών, από τον νεοπαγή ΣΥΡΙΖΑ. Η πολιτική ανασυγκρότηση προϋποθέτει την ανασυγκρότηση αυτών των δύο μεγάλων ρευμάτων. Η ιστορία κρούει και τα δύο πορτόφυλλα της ελληνικής δημοκρατίας, διότι τα χρειάζεται εξίσου.

Ανασυγκρότηση του καθενός πόλου δεν σημαίνει πόλωση έως διχασμού· δεν σημαίνει ούτε σύγκλιση. Σημαίνει σαφή, διακριτά όρια στην ιδεολογία και στην έκφραση διαφορετικών ταξικών ομάδων· άλλωστε η κρίση επανέφερε στο οπτικό πεδίο τις ταξικές και άλλες ομαδώσεις του παραγωγικού πληθυσμού. Η διαφοροποίηση θα παγιωθεί σε πολλούς άλλους χαρακτήρες, διότι εν τω μεταξύ υπό το βάρος της ένδειας ή της απειλής πληβειοποίησης, η κοινωνία μετασχηματίζεται και ιεραρχεί τις υλικές ανάγκες της και το φαντασιακό της με άλλες προτεραιότητες πια, με άλλες απαιτήσεις. Υπό αυτή την έννοια, ούτε οι υπάρχοντες δεξιοί ούτε οι υπάρχοντες αριστεροί είναι σε θέση προς το παρόν να συλλάβουν τις αναδυόμενες ανάγκες της κοινωνίας και να τις εκφράσουν. Είναι ακόμη εγκλωβισμένοι σε παλαιά σχήματα πρόσληψης και ερμηνείας, με εξαιρέσεις φυσικά.

Ας πούμε, η νεοναζιστική απειλή δεν είναι δυνατόν να αντιμετωπιστεί ικανοποιητικά μόνο από την αριστερά· απαιτείται και η δράση των συντηρητικών. Μάλιστα η δαιμονοποίηση της αριστεράς ως το αντίστοιχο ετερώνυμο άκρο εντέλει ενισχύει το νεοναζιστικό μόρφωμα του φυλετισμού και της εχθροπάθειας, εφόσον του δίνει την ευκαιρία να αποκρύψει τα ειδεχθή ιδεολογικά χαρακτηριστικά του και να μεταμφιεστεί σε υπερασπιστή του ελληνοχριστιανισμού. Και ακριβώς με την προβιά του υπερεθνικιστή ελληνοχριστιανού αποσπά ακροατήριο από την παραδοσιακή δεξιά, την οποία μέμφεται ως χλιαρή, συστημική ή σάπια. Η ανασυγκρότηση της δεξιάς δεν μπορεί λοιπόν να μην περιλαμβάνει την υπεράσπιση του συνταγματικού δημοκρατικού χώρου και την ιδεολογική ανανέωση προς την κατεύθυνση της μετριοπάθειας.

Αντιστοίχως, η οικοδόμηση ενός ισχυρού κεντροαριστερού πόλου, ελκυστικού για τον κόσμο της μισθωτής εργασίας, τους ελευθεροεπαγγελματίες, τους μικροεπιχειρηματίες και μικροαστούς, φαίνεται να πέφτει στους ώμους του πρώην μικρού, αριστερού ΣΥΡΙΖΑ. Ο οποίος υπό την ώθηση της ιστορικής δυναμικής και υπό την πίεση περίπου 1,5 εκατομμυρίου εκλογικών μεταναστών, καλείται να μετασχηματιστεί ιδεολογικά και πολιτικά, ταχύτατα, σε συγχρονισμό με τον κοινωνικό μετασχηματισμό, εφόσον εξακολουθεί να επιθυμεί τη δοκιμασία της κυβερνητικής εξουσίας. Στην περίπτωσή του, οι κίνδυνοι διαρροών προς τα αριστερά δεν είναι ανύπαρκτοι, αλλά είναι μάλλον αμελητέοι συγκρινόμενοι με τα προσδοκώμενα κέρδη από το κέντρο. Στην πραγματικότητα, οι δισταγμοί για εγκατάλειψη της αριστερίστικης ή παλαιοαριστερής ρητορικής πηγάζουν από τον παλαιό μικρό εαυτό του, εκεί όπου όμως αισθανόταν βολεμένος: στην καταγγελτική αντιπολίτευση και στην υπεράσπιση μειονοτικών δικαιωμάτων. Ως μικρός, δεν ήταν καν αναγκασμένος να έχει επεξεργασμένο πραγματιστικό πρόγραμμα για τη μεγάλη πολιτική· αρκείτο στην ρητορική πολυχρωμία.

Η ιστορική πρόκληση όμως σήμερα είναι άλλη: είναι μια χώρα πτωχευμένη και μια κοινωνία φοβισμένη και απελπισμένη, που καταστρέφεται οικονομικά και αποσαθρώνεται πνευματικά. Τα ιδεολογήματα δεν αρκούν. Ούτε οι σοφτ ιδέες της ευρωπαϊκής Αριστεράς του ύστερου Ψυχρού Πολέμου και των χρόνων της χρηματοπιστωτικής φούσκας. Η οικουμενικότητα των προβλημάτων επιβαρύνεται δραματικά από το εντόπιο ρήγμα: τη χρεοκοπία, την έλλειψη παραγωγικού μοντέλου, τη ξεχαρβαλωμένη διοίκηση, την απουσία στοιχειώδους πνευματικού υποδείγματος. Ουσιαστικά ο ΣΥΡΙΖΑ καλείται να διασταλεί, να μεγεθυνθεί, να χωρέσει προσδοκίες, να παίξει ηγεμονικό ρόλο ― ή να συρρικνωθεί έως διαλύσεως. Η ιστορία κρούει τη θύρα και, αν αυτή δεν ανοίξει, προσπερνά.

Υπό μία έννοια, λοιπόν, η ανασυγκρότηση μιας μετριοπαθούς συντηρητικής παράταξης και της αριστερής προοδευτικής, συσχετίζονται· όχι μόνο για αποτροπή της ακροδεξιάς νεοναζιστικής απειλής, αλλά κυρίως για να δοθούν πειστικές πολιτικές εκφράσεις στα κοινωνικά υποκείμενα που αναδύονται μέσα από τον πόνο και τα ερείπια της πτώχευσης.

Advertisements

Τον Δεκέμβριο του 2010, όταν οποιαδήποτε συζήτηση περί κουρέματος του χρέους αντιμετωπιζόταν περίπου ως προδοσία, παρότι το PSI Plus μαζί με το Μνημόνιο ΙΙ ήταν μερικούς μόνο μήνες μακριά, διαπιστώνοντας τους κινδύνους από τις λυσσώδεις μάχες για κατάργηση της τότε αντιπολίτευσης, γράφαμε:

«Η ελληνική κοινωνία πάσχει, εκτός των άλλων, από ακινησία των ελίτ, οι οποίες ράθυμες και αυτάρεσκες αυτοαναπαράγονται σε κλειστό κύκλωμα και παράγουν παρακμή. Η κρίση και η αντιπολίτευση στις ελίτ που παράγουν/διαχειρίζονται την κρίση, μπορούν να ανανεώσουν τις ελίτ, και να αναδιατάξουν τις δυνάμεις προς όφελος των μεγάλων μαζών που βρίσκονται εκτός εξουσίας.
»Εδώ ας θυμηθούμε τον περίφημο πολιτικό στοχαστή Τζέιμς Μπέρναμ: “Η ύπαρξη αντιπολίτευσης συνεπάγεται την ύπαρξη ρήγματος στην άρχουσα τάξη. Εν μέρει ο αγώνας που διεξάγεται μεταξύ των τμημάτων της άρχουσας τάξης είναι εσωτερικός. Ελιγμοί και ίντριγκες συμβαίνουν διαρκώς στην πορεία της συνεχούς θεσιθηρίας. Ομως όταν η αντιπολίτευση είναι δημόσια, αυτό σημαίνει ότι οι συγκρούσεις δεν μπορούν να λυθούν μόνο με εσωτερικές αλλαγές στην υπάρχουσα ελίτ.”»

Το κυρίαρχο αφήγημα (μάλλον: κυρίαρχη δοξασία) τότε ήταν μια κυβέρνηση προθύμων για εθνική σωτηρία με εργαλείο τη μόνη λύση, δηλαδή το Μνημόνιο. Πράγματι μια τέτοια κυβέρνηση συγκροτήθηκε τον Νοέμβριο του 2011, καρατομώντας τον Γ. Παπανδρέου και ρυμουλκώντας τον απρόθυμο Α. Σαμαρά και τον πρόθυμο Γ. Καρατζαφέρη. Ετσι όμως, όχι μόνο εξουδετερώθηκε η μείζων αντιπολίτευση, αλλά ισοπεδώθηκαν και όλα τα αναχώματα: αφενός, προς τον ακροδεξιό αντισυστημισμό με ναζιστικό πρόσημο, που ήδη είχε ξεμυτίσει στις δημοτικές εκλογές, αλλά και προς το λαϊκιστικό κύμα που φούσκωνε στις πλατείες των αγανακτισμένων. Προφανώς το πολιτικό σύστημα σε εκείνη τη φάση, δεν ήταν σε θέση να αντισταθεί στην ασφυκτική, άφρονα πίεση του ξένου παράγοντα. Κι επίσης δεν ήταν σε θέση να αξιολογήσει τη δυναμική των αγανακτισμένων: πώς αυτή η οργή θα εκφραζόταν στο πολιτικό πεδίο.

Το αποτέλεσμα της τύφλωσης το είδαμε στην κάλπη της 6ης Μαΐου: Οι συγκρούσεις δεν μπόρεσαν να αφομοιωθούν μόνο με εσωτερικές αλλαγές στις κυβερνώσες ελίτ. Τα κόμματα του Μνημονίου σαρώθηκαν· μαζί τους θρυμματίστηκε το θεμέλιο σχήμα κυβέρνηση-αντιπολίτευση όπως εκφραζόταν από τα πρώην μεγάλα κόμματα. Το κενό της δομικής αντιπολίτευσης κατέλαβε ορμητικά ο ΣΥΡΙΖΑ καταρχάς, ακολουθούμενος από τους Ανεξάρτητους Ελληνες, το ΚΚΕ και τη Χρυσή Αυγή. Εξ αυτών ο ΣΥΡΙΖΑ, παρά τις ριζοσπαστικές-ρεφορμιστικές του εξαγγελίες, μπορεί να θεωρηθεί το πιο συστημικό, ορθολογικό και φιλοευρωπαϊκό κόμμα, αυτό που ένεκα και της εκλογικής του επίδοσης, θα πρωταγωνιστήσει, ως μείζων αντιπολίτευση ή και ως (συν)κυβερνώσα δύναμη.

Υπό αυτή την έννοια, άρα, ο ΣΥΡΙΖΑ αφενός πληροί το δομικό ρήγμα, που κατέλειπε η κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ, αφετέρου λειτουργεί πλέον ως καταλύτης για αναδιάταξη και ανανέωση των ελίτ· έτι περαιτέρω, προσφέρει μια δυνατότητα για λυσιτελέστερη, με πολιτικά ειρηνικά μέσα, έκφραση των μαζών που αισθάνονται αποκλεισμένες και απειλούμενες. Στις 17 Ιουνίου θα δούμε πώς θα κρυσταλλωθούν περαιτέρω οι αναδιατάξεις.

Οι δυσοίωνες καταγραφές της προχθεσινής δημοσκόπησης της Public Issue πρέπει να διαβαστούν υπό τη σκιά των εξίσου δυσοίωνων γεγονότων των δύο εβδομάδων. Πρώτα, η περασμένη εβδομάδα του αίματος και της βίας· κι ύστερα, η τρέχουσα εβδομάδα των αδιεξόδων και των εκβιαστικών διλημμάτων εκ μέρους του ξένου παράγοντα.

Στη δημοσκόπηση, ακριβώς επειδή δεν μετριέται η συνήθης ανούσια πρόθεση ψήφου, αντιθέτως ερευνάται η συνολική στάση του κοινωνικού σώματος έναντι των μειζόνων προβλημάτων, καταγράφονται η οξυμένη ανασφάλεια και η βαθιά απαισιοδοξία των πολιτών, η βεβαιότητα της χρεοκοπίας και της μετανάστευσης, μαζί με οργισμένη απόρριψη του πολιτικού συστήματος.

Για όποιον επιθυμεί να διαβάσει ψύχραιμα τα εμπειρικά δεδομένα και να αφουγκραστεί την πραγματικότητα, είναι πρόδηλο ότι η κοινωνία παλινδρομεί πυρετικά μέσα στα αδιέξοδά της και την απουσία προοπτικής. Οι καταγραφείσες απαιτήσεις για βαθιές, ριζικές αλλαγές ή και «επανάσταση», παρ’ όλη την πολυσημία των ερωτημάτων, δείχνουν ότι η κοινωνική δυναμική μπορεί να οδηγήσει σε βίαιες αποδομήσεις, απρόβλεπτες, μη ελεγχόμενες. Ηδη το χάσμα μεταξύ δημόσιου αισθήματος και πολιτικής διαχείρισης οδηγεί όχι απλώς σε δυσπραγία, αλλά σε συστημική αστάθεια.

Οι δανειστές, διά του Μνημονίου, επιβάλλουν πολλές και βίαιες αλλαγές, τέτοιες που ανασχηματίζουν εκ θεμελίων την κοινωνική δομή, όχι μόνο τη διοίκηση και την οικονομία, και μάλιστα σε εξαιρετικά σύντομο διάστημα. Αυτό το σοκ μετασχηματισμού, εφαρμοσθέν στη Χιλή ή το Περού, σε εντελώς άλλα ιστορικά και γεωπολιτικά συμφραζόμενα, δεν φαίνεται να μπορεί να εφαρμοσθεί σε μια ευρωπαϊκή δημοκρατία του 2011, υπό συνθήκες παγκόσμιας κρίσης. Επιπλέον, δεν το αντέχει το πολίτευμα, η κοινοβουλευτική δημοκρατία: αν δεν μπορεί να εφαρμόσει το πρόγραμμά της μια κυβέρνηση, πέφτει και προκηρύσσονται εκλογές, ενδεχομένως ξανά και ξανά. Tertium non datur.

Εξ ου και είναι επικίνδυνο αυτό που απαιτούν οι Ευρωπαίοι εταίροι και νυν δανειστές: για να εκταμιευθεί η 5η δόση και να εγκριθεί το Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα πρέπει να εξασφαλιστεί η ανεπιφύλακτη συναίνεση της αντιπολίτευσης. Ετσι, όμως, όχι μόνο αμφισβητείται ευθέως η φερεγγυότητα της εκλεγμένης κυβέρνησης, αλλά και η ίδια η υπόσταση της εθνικής κυριαρχίας.

Μα μπορεί ο καταχρεωμένος να μιλάει περί εθνικής κυριαρχίας και αυτοδιάθεσης; Η αποδοχή αυτής της κυνικής, πλην υπαρκτής, ένστασης τινάζει στον αέρα όλη τη νεωτερική αξίωση περί δημοκρατίας, επί της οποίας οικοδομήθηκε ιδεολογικά η Ενωμένη Ευρώπη. Η εθνική κυριαρχία είναι η λίβρα κρέατος που ζητάει ο Σάιλοκ· άνευ αυτής, διολισθαίνουμε στη δουλοπαροικία και την αποικιοκρατία.

Η υπαγωγή της χώρας στις προβλέψεις και την πειθαρχία του Μνημονίου των δανειστών της, προκειμένου να αποφύγει την χρεοκοπία στο βραχύ μέλλον, προκάλεσε βίαιη αναδιάταξη των πολιτικών δυνάμεων. Από τη μια πλευρά βρέθηκε η κυβέρνηση του σοσιαλιστικού κόμματος, που υπέγραψε το Μνημόνιο. Μαζί της βρέθηκαν το ακροδεξιό-λαϊκό κόμμα ΛΑΟΣ και η συντηρητική-νεοφιλελεύθερη βουλευτής Ντόρα Μπακογιάννη. Απέναντι, βρέθηκαν τα κόμματα της Αριστεράς, ΚΚΕ και ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, η συντηρητική Νέα Δημοκρατία.

Σε πρώτη ανάγνωση οι συμπαρατάξεις είναι παράδοξες. Ιδίως η συμπαράταξη των ακροδεξιών με τους σοσιαλιστές. Ο ΛΑΟΣ δικαιολόγησε τη στάση του ως στάση ευθύνης: ανταποκρίθηκε στο δίλημμα «μοναδική υπάρχουσα λύση ή καταστροφή». Η Νέα Δημοκρατία δέχτηκε δριμεία κριτική εκ δεξιών για την καταψήφιση του Μνημονίου: η συντηρητική παράταξη, λένε, δεν μπορεί να είναι αντισυστημική, ανεύθυνη.

Η στάση της ΝΔ μπορεί να ερμηνευθεί ως εκδήλωση αυτοσυντήρησης: αν η αντιπολίτευση ταυτισθεί με την κυβέρνηση σε μια μείζονα ιστορική επιλογή, παύει να έχει λόγο ύπαρξης, παύει να λειτουργεί ως εναλλακτική στην υπάρχουσα εξουσία. Προφανές. Αυτό που είναι λιγότερο προφανές είναι ότι η εναντίωση της ΝΔ, πολύ περισσότερο από την αναμενόμενη εναντίωση της Αριστεράς, δίνει υπόσταση στην έννοια της αντιπολίτευσης και δι’ αυτής διατηρεί δυνατή την ελευθερία, ως θεμέλιο της δημοκρατίας. Η εναντίωση της ΝΔ, ανεξαρτήτως της ιδιοτέλειας ή της ειλικρίνειας της ηγεσίας της, διατηρεί ζωντανή τη δυνατότητα επιλογής και εναλλαγής, διατηρεί ισχυρό τον έλεγχο της εξουσίας, διατηρεί ισχυρή τη διαφορά, ως θεμέλιο της ελευθερίας.

Η ταύτιση και συμπαράταξη όλου του πολιτικού φάσματος, πλην Αριστεράς, υπέρ του Μνημονίου θα προσέδιδε αφενός θρησκευτικού χαρακτήρα ορθότητα στη «μοναδική επιλογή», αφετέρου, θα προσέδιδε βοναπαρτική υπερεξουσία στην κυβέρνηση. Η κυβέρνηση ζήτησε και ζητεί απεγνωσμένα τη συναίνεση, για να μοιραστεί την ιστορική ευθύνη και να μοιράσει το βάρος του πιθανού λάθους. Εξ ου και τα σενάρια για μια «κυβέρνηση προθύμων» προσεχώς. Εξ ου και η κυβερνητική ρητορική εκδιπλώθηκε με όρους εμφυλίου: υπέρ ή εναντίον της πατρίδας. Ετσι όμως υποδαύλισε μνήμες από υπαρκτά τραύματα, από συμπεριφορές υποτέλειας, εθελοδουλείας, εξάρτησης, από πράξεις δοσιλογισμού και αδελφοκτονίας ― αυτή όμως η εκβιαστική ρητορική λειτουργεί εντέλει εις βάρος της κυβέρνησης. Η εκβίαση μονολιθικής συναίνεσης ουσιαστικά λειτουργεί διχαστικά και όχι συμφιλιωτικά. Η συμφιλίωση προϋποθέτει την αναγνώριση του αντιπάλου ως διαφορετικού, προϋποθέτει τη διαφορά, παραχωρείται αμφοτερόπλευρα, αμοιβαία, σε ιστορικά συμφραζόμενα. Η συναίνεση απαιτείται ως προσχώρηση στη «μοναδική επιλογή», ως μονομερής προσέγγιση, ως ρυμούλκηση σε συμφραζόμενα τακτικισμού· ως τέτοια, συνιστά τακτικό εκβιασμό που αντιβαίνει στην ουσία της ελευθερίας.

Ας το δούμε κι αλλιώς: η ελληνική κοινωνία πάσχει, εκτός των άλλων, από ακινησία των ελίτ, οι οποίες ράθυμες και αυτάρεσκες αυτοαναπαράγονται σε κλειστό κύκλωμα και παράγουν παρακμή. Η κρίση και η αντιπολίτευση στις ελίτ που παράγουν-διαχειρίζονται την κρίση, μπορούν να ανανεώσουν τις ελίτ, και να αναδιατάξουν τις δυνάμεις προς όφελος των μεγάλων μαζών που βρίσκονται εκτός εξουσίας. Εδώ ας θυμηθούμε τον περίφημο πολιτικό στοχαστή Τζέιμς Μπέρναμ: «Η ύπαρξη αντιπολίτευσης συνεπάγεται την ύπαρξη ρήγματος στην άρχουσα τάξη. Εν μέρει ο αγώνας που διεξάγεται μεταξύ των τμημάτων της άρχουσας τάξης είναι εσωτερικός. Ελιγμοί και ίντριγκες συμβαίνουν διαρκώς στην πορεία της συνεχούς θεσιθηρίας. Ομως όταν η αντιπολίτευση είναι δημόσια, αυτό σημαίνει ότι οι συγκρούσεις δεν μπορούν να λυθούν μόνο με εσωτερικές αλλαγές στην υπάρχουσα ελίτ. Η αντιπολίτευση αναγκάζεται να κάνει κινήσεις που υπερβαίνουν τα όρια της υπάρχουσας τάξης, […] επιδιώκει να προσελκύσει τις μάζες με το μέρος και να πείσει τους νέους ηγέτες που αναδεικνύονται από τις γραμμές της κοινωνίας. […] » (Οι Μακιαβελιστές, υπέρμαχοι της ελευθερίας, εκδ. Κέδρος).

Ελάχιστους μήνες μετά την κατείγουσα υπαγωγή στο Μνημόνιο, είναι φανερό ότι οι αρχικές υποσχέσεις εξασφάλισης έχουν καταρρακωθεί, οι όροι του διαρκώς αναθεωρούνται, οι αγορές προεξοφλούν την αναδιαπραγμάτευση του χρέους, και ουδείς μπορεί να πεί ότι η «μοναδική επιλογή» ήταν πράγματι μοναδική και η καλύτερη δυνατή μεσοπρόθεσμα για τα εθνικά συμφέροντα.
Κατά τούτο, η παράδοξη εναντίωση της «συστημικής» ΝΔ, μαζί με την εναντίωση της Αριστεράς, όχι μόνο εξασφαλίζει την δική τους ύπαρξη, αλλά παρέχει κι ένα πολιτικό απόθεμα στην ελληνική δημοκρατία: δεν προοικονομείται απλώς μια κυβέρνηση ενάντιων και «μη προθύμων», α λα Ουγγαρία, μα κυρίως δίνεται η ευκαιρία να επανεκκινήσει μια αναζωογονητική κυκλοφορία των ελίτ, προς όφελος και των σιωπηλών μαζών.

φωτ.: Κώστας Βαρώτσος, Σπασμένη σημαία.

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

Twitting

  • Σήμερα στην Ολομέλεια για τον προϋπολογισμό 2018: Να επιστρέψει στους πολίτες η αυτοπεποίθηση, να δώσουμε στους νέο… twitter.com/i/web/status/9… 14 hours ago
  • Χτες στο @Radiofono247 για πόθεν έσχες δικαστών: Η στάση τους προσφέρει εξόχως ένα πολιτικό παιδαγωγικό παράδειγμα.… twitter.com/i/web/status/9… 1 day ago
  • Τώρα έρχεται ξανά η στιγμή που μπορούμε να παίξουμε έναν πολύ σοβαρό και καταλυτικό ρόλο στην βαλκανική και δεν θα… twitter.com/i/web/status/9… 2 days ago
  • Η Ελλάδα είναι το τελευταίο διάστημα αναβαθμισμένη γεωστρατηγικά. Την ωφελεί και επιβάλλεται να είναι εξωστρεφής κα… twitter.com/i/web/status/9… 2 days ago
  • Από άποψη εθνικής στρατηγικής βλέπουμε μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα τα οφέλη από την επίσκεψη Ερντογάν και την α… twitter.com/i/web/status/9… 5 days ago
  • Πολιτικός στόχος της κυβέρνησης το επόμενο διάστημα θα πρέπει να είναι η κατοχύρωση της προστασίας των λαϊκών A' κα… twitter.com/i/web/status/9… 1 week ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 991,161 hits
Αρέσει σε %d bloggers: