You are currently browsing the tag archive for the ‘αναγέννηση’ tag.

Μια δεκαετία πέρασε από τη συγγραφή του Συντάγματος της Ευρωπαϊκής Ενωσης και τους κλυδωνισμούς που υπέστη. Πρώτα αφαιρέθηκε από την τελική μορφή του προοιμίου, ο σαφής ορισμός των πολιτισμικών θεμελίων της Ευρώπης: η ελληνορωμαϊκή παράδοση, ο χριστιανισμός, ο ιουδαϊσμός. Οι τρεις λόφοι δηλαδή, που ανέφερε ο πρόσφατα ο Γερμανός Πρόεδρος Γιόακιμ Γκάουκ, αντικρίζοντας την Ακρόπολη: οι λόφοι της Αθήνας, της Ρώμης, της Ιερουσαλήμ.

Στη δεκαετία που πέρασε πολλά συνέβησαν. Το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα συρρικνώθηκε ιστορικο-ιδεολογικά, με απαλοιφή των τριών προειρηθέντων πυλώνων, ώστε να μην αποκλείονται ή προσβάλλονται άλλες δοξασίες και καταγωγές. Το μοντάζ όμως δεν ήταν ικανό για να υπερψηφιστεί το Σύνταγμα από τους Ευρωπαίους πολίτες· ο φιλόδοξος καταστατικός χάρτης ατύχησε όταν εξετέθη στην καθολική λαϊκή ψήφο, και πέρασε μόνο με τις ψήφους των πειθαρχημένων εθνικών κοινοβουλίων.

Εν τω μεταξύ συνέβη η μεγάλη κρίση του 2008, όταν η φούσκα της χρηματοπιστωτικής απληστίας εξερράγη στα χέρια των κυβερνήσεων που υμνούσαν την ελεύθερη-αυτορυθμιζόμενη αγορά, με βαρύ ή και αβάστακτο κόστος για τους ευρωπαϊκούς λαούς. Η κρίση, μεταξύ άλλων, έδειξε τα όρια αντοχής της νομισματικής ένωσης, έδειξε το κενό της ανύπαρκτης πολιτικής ένωσης, και έδειξε επίσης ότι ο φεντεραλισμός ήταν απλώς ένα κενό γράμμα, η ομοσπονδία ελευθέρων κρατών ήταν μια ξεχασμένη διακήρυξη· η κρίση ρευστότητας, η κρίση χρέους, η κρίση του χρηματοπιστωτικού τομέα, κάθε πτυχή της κρίσης αντιμετωπίστηκε διακυβερνητικά, όχι φεντεραλιστικά, με γνώμονα τον συσχετισμό ισχύος των κρατών-μελών και όχι τις παλαιές διακηρύξεις πίστης σε κοινά ιδεώδη σύγκλισης και συνοχής. Υπό μία έννοια, η πολιτική έπαιρνε την εκδίκησή της, απέναντι σε μια κενή περιεχομένου ρητορική και σε μια τεχνοκρατική διαχείριση της εξουσίας.

Πριν από μερικές ημέρες, η Πολιτισμική Επιτροπή της Ε.Ε., αποτελούμενη από είκοσι επιφανείς Ευρωπαίους του πνεύματος και των τεχνών, παρουσίασε ένα σύντομο πλην φιλόδοξο κείμενο, τη «Νέα αφήγηση για την Ευρώπη». Η παρουσίαση έγινε στο Βερολίνο, ενώπιον του προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Χ. Μπαρόζο και της Γερμανίδας καγκελαρίου Ανγκελα Μέρκελ.

Το καλογραμμένο, καίτοι επιφανειακό, κείμενο φιλοδοξεί προφανώς να καλύψει το πνευματικό και ιδεολογικό κενό που καθίσταται όλο και εμφανέστερο στη συζήτηση περί Ευρώπης. Προσπαθεί να απαντήσει στις ανησυχίες των όλο και περισσότερων ευρωσκεπτικιστών πολιτών, να διασκεδάσει τους φόβους, να τονώσει τον καχεκτικό φεντεραλισμό έναντι του αναζωπυρωμένου εθνικισμού, και δη του ακροδεξιού. Εξ ου και οι συντάκτες του εντοπίζουν τα ιστορικά ορόσημα της μεταπολεμικής Ευρώπης, στα οποία πλάι στον μη πόλεμο και την Πτώση του Σιδηρού Παραπετάσματος (sic), εντάσσουν την έκρηξη της χρηματοπιστωτικής φούσκας· εκεί επισημαίνεται και μια υπόρρητη αντίφαση της σύγχρονης Ευρώπης: αφενός η μεσσιανική υποδοχή της ελεύθερης αγοράς, αφετέρου, η δραματική σύγκρουση της ελεύθερης αγοράς με την κοινωνική πραγματικότητα.

Οι συντάκτες της Νέας Αφήγησης δεν διστάζουν να αναφέρουν τους τρεις λόφους του Προέδρου Γκάουκ, αλλά η ρητορική τους κορυφώνεται με το διφυές όραμα «Αναγέννηση – Κοσμοπολιτισμός». Εδώ όμως διαφαίνονται οι περιορισμοί της ρητορικής τους. Οπως ευλόγως αναρώτηθηκε ο Γιώργος Πρεβελάκης, καθηγητής γεωπολιτικής στη Σορβόννη, κάθε άλλο παρά ευρωσκεπτικιστής: «Οι Αναγεννήσεις συμβαίνουν, δεν διατάσσονται άνωθεν. Ο Κοσμοπολιτισμός δεν μονοπωλείται. Τι διακρίνει τον Ευρωπαίο κοσμοπολίτη από τον Αμερικανό;» Και τον Αυστραλό και τον Βραζιλιάνο και τον Ιάπωνα κ.ά. θα προσθέταμε.

Η Νέα Αφήγηση περιέχει αδυναμίες και αντιφάσεις. Πολλές. Εντούτοις και μόνη η γέννησή της δείχνει ότι η συζήτηση για την Ευρώπη δεν μπορεί πια να εξαντλείται σε ανακύκλωση τεχνοκρατικών δοξασιών, ενώ σωρεύονται πολιτικά και κοινωνικά ερείπια. Οι πνευματικές και πολιτισμικές προϋποθέσεις συγκρότησης μιας ευρωπαϊκής ταυτότητας παίρνουν επιτέλους τη θέση τους πλάι στους εμφανέστερα ταλαιπωρημένους κοινωνικούς και πολιτικούς όρους.

Advertisements

Διάχυτη αίσθηση: κάναμε ό,τι μπορούσαμε, και πέρα από το όριο αντοχής. Ματώσαμε, και διαρκώς αιμορραγούμε από ανεργία, ύφεση και ξενιτεμό. Κάναμε ό,τι μας είπανε, σοκαρισμένοι, σπαρταρώντας. Τώρα; Τώρα αφήνουμε τη μοίρα μας στην καλοσύνη των ξένων, σαν την Μπλανς Ντυμπουά, εναποθέτουμε τις ελπίδες μας σε ένα νέο Ναυαρίνο, όπως όταν ξεκινήσαμε. Η ναύαρχος Λαγκάρντ δίνει τη μάχη για λογαριασμό μας, και για λογαριασμό των εξωευρωπαϊκών Μεγάλων Δυνάμεων, για να βουλιάξει το χρέος-Ιμπραήμ που τις και μας κατατρώει. Εμείς, ανήμποροι και πένητες, παρακολουθούμε τη ναυμαχία απ’ τις ακτές της καμένης Πελοποννήσου.

Ανάμεσα στ’ αποκαΐδια μας φουντώνει ο διαρκής εμφύλιος, όπως πάντα. Ποιος φταίει περισσότερο, ποιος άνοιξε τις θύρες να μπει το κακό, μα κυρίως ποιος θα κουμαντάρει το πτωχευμένο κρατίδιο, ποιος θα ‘χει το γκουβέρνο της ελληνικής νομαρχίας, θα κανονίζει τα λιγοστά δοσίματα και τους ελάχιστους διορισμούς. Μαχαιρώματα, καπάκια, απειλές.

Η εις Αδου κάθοδος είναι στη μέση ακόμη. Ο παλαιός πολιτικός ιστός έχει φθαρεί, δείχνει όλο και μεγαλύτερα χάσματα, αλλά θα συνεχίσει να ξηλώνεται, φέρνοντας κι άλλο πόνο στην κοινωνία ― αλλά αυτή η καταστροφή είναι και η μόνη που φέρει το σπέρμα της αναγέννησης, της αναδημιουργίας, της ανάδυσης στον πάνω κόσμο, όπως κι αν είναι αυτός όταν θ’ αναδυθούμε.

Ποιοι, με ποιους; Μπορεί τώρα να μη διακρίνουμε τα πρόσωπα, τις μορφές, τους ηγέτες. Ομως μέσα στους Ελληνες παντού, στις πόλεις, στα νησιά, στο λαβωμένο πλήθος των μικρομεσαίων, στα μορφωμένα νιάτα της διασποράς, στους ποιητές και τους σεμνούς επιστήμονες, παντού μες στη διάχυτη βουβαμάρα και το κράτημα, υπάρχουν υπνώττουσες δυνάμεις, λανθάνουσες, μουδιασμένες τώρα, άνθρωποι άξιοι και έντιμοι, που κρατιούνται μακριά από τη βοή και τη σκόνη. Μπορούμε. Αλλάζοντάς τα όλα, απ’ τη μορφή της δημοκρατικής διακυβέρνησης έως τους εαυτούς μας. Εμάς κυρίως.

[…]

Μέσα σε δύο χρόνια, η ελληνική μεσαία τάξη, απέραντη και αδιαφοροποίητη, είδε να καταστρέφεται ανεπανόρθωτα η συνθήκη ευπρεπούς διαβίωσης και να απειλείται η συνθήκη αξιοπρεπούς επιβίωσης. Η κατάσταση ραγδαίας αποπτώχευσης επιδεινώνεται από την απουσία κοινωνικού διχτυού προστασίας και από την ταυτόχρονη αποδυνάμωση του κράτους λόγω δημοσιονομικής αποστράγγισης.

Αυτή η απότομη μετάπτωση των υλικών προϋποθέσεων του βίου δεν είναι δυνατόν να απορροφηθεί ομαλά· το ένστικτο επιβίωσης αφυπνίζεται βίαια και εκβάλλει ορμητικά, ανά πίδακες: σαν αγανάκτηση, σαν τυφλή οργή, σαν φόβος, σαν απόγνωση. Την πολυτέλεια της έλλογης αντίδρασης έχουν πλέον μόνο όσοι διατηρούν την εργασία τους, κάποια υλικά αποθέματα: αυτοί διαπνέονται από φόβο, μήπως χάσουν και αυτά τα λίγα που διαθέτουν. Ως εκ τούτου ο φόβος μετριάζει την οργή και υπαγορεύει μια συμπεριφορά πιο συντηρητική. Οι υπόλοιποι, όσοι δεν έχουν να χάσουν τίποτε, διότι τα έχουν χάσει όλα, δεν έχουν καν την πολυτέλεια της οργής: παραδίδονται στην απόγνωση.

Η διάκριση θυμικού – λογικής άρα, που ακούγεται τώρα σαν ερμηνευτικό σχήμα του θρυμματισμένου και πολωμένου πολιτικού τοπίου, πρέπει να τεθεί ορθότερα με τέτοιους όρους: φόβος – απόγνωση. Οσοι μπορούν ακόμη να νιώσουν φόβο κι όσοι είναι τόσο απελπισμένοι που δεν φοβούνται τίποτε χειρότερο.

Ισως είναι άκαιρο, αλλά ας το επιχειρήσουμε: Κάτω από το υλικό ρήγμα, το ρήγμα στη βιοτή και στην ύπαρξη, χάσκει κι άλλο ρήγμα πιο σκοτεινό και βαθύ· ρήγμα στην κοινωνική συνοχή, στην αίσθηση του συνανήκειν, ρήγμα πολιτισμικό και ψυχικό. Η ραγδαία επιδεινούμενη ανισότητα καταδεικνύει νέους ταξικούς διαχωρισμούς, με πρωτοφανή ένταση, τέτοια που η νεοελληνική κοινωνία δεν θυμόταν επί σχεδόν μισό αιώνα. Ο διαχωρισμός μάλιστα βιώνεται ψυχικά όχι μόνο βάσει της διάκρισης “έχοντες και μη έχοντες”, αλλά πολύ βαθύτερα, στο πεδίο της γυμνής ύπαρξης: σαν διάκριση μεταξύ αυτών που σώζονται και αυτών που βουλιάζουν. Αυτή η ελλοχεύουσα διάκριση δρα σαν βόμβα διασποράς στο κοινωνικό σώμα, στο μέτρο που θραύει τις συμβατικές κοινωνικές αναπαραστάσεις και μετασχηματίζει βίαια τη συλλογική ψυχή.

Μετά το κατώφλι του φόβου, στην περιοχή της απόγνωσης, αίρονται οι αυτοπεριορισμοί, οι αναστολές, οι ενοχές, οι μετουσιώσεις των αρχέγονων ενορμήσεων, όλα τα σχήματα που παράγουν πολιτισμό. Τώρα ο πολιτισμός, ο δύσθυμος πολιτισμός της πτώχευσης και της χρεοκοπίας του βίου, προσλαμβάνεται σαν πηγή δυστυχίας. Σε κατάσταση αθυμίας, σε υπαρξιακό limbo, όταν η ύπαρξη βιώνεται σαν διαρκές ρήγμα και πτώση, χωρίς προσδοκία φωτός, όλα μπορούν να συμβούν.

Κάπως έτσι μπορεί να αναγνωσθεί η λεγόμενη ακραία πολιτική συμπεριφορά, η ακραία ψήφος λόγου χάριν, η ψήφος εναντίον του συστήματος ― ό,τι κι αν εννοεί σύστημα ο εκλογέας μέσα σε τέτοια θυμική-υπαρξιακή καταιγίδα. Κάπου εκεί θα ανιχνεύσουμε το υλικό υπόστρωμα της πολιτικής αστάθειας: σε ένα κοινωνικό σώμα που το διατρέχουν ηλεκτρικά φορτία φόβου και απόγνωσης.

Ενώπιον αυτής της πολυρηγμάτωσης υπάρξεων και συνειδήσεων, τα καθήκοντα όποιας ηγεσίας αναδυθεί, όποιας κυβέρνησης προκύψει από την εκλογή της 17ης Ιουνίου, είναι τεράστια και πολύμορφα. Το πιο επείγον όμως είναι η άμεση υλική ανακούφιση των απελπισμένων και η ψυχική τους επανασύνδεση με το σώμα των επιπλευσάντων. Αυτή είναι η ουσιώδης επαναδιαπραγμάτευση: η ανάκτηση της ανθρωπιάς. Τα θύματα της κρίσης δεν είναι οι ανάξιοι, οι χειρότεροι, οι απόβλητοι, όπως πιθανότατα αισθάνεται ένας νοικοκύρης οικογενειάρχης που έμεινε άνεργος. Ο κοινωνικός βίος δεν είναι άλογος, δεν είναι αρένα μίσους, δεν είναι το χομπσιανό σύμπαν του bellum omnium contra omnes: αυτό πρέπει πρώτα να αποκατασταθεί.

Αυτή η αποκατάσταση, που τίποτε δεν έχει να κάνει με αποκατάσταση της παλαιάς ερειπωμένης τάξης, είναι δυνητικά έναρξη αναγέννησης. Είναι οι σπίθες μες στη στάχτη.

Οπως και να παρουσιαστούν στον ελληνικό λαό τα αποτελέσματα του νέου Μνημονίου, η πραγματικότητα δεν αλλάζει: η χώρα έχει εισέλθει σε νέα ιστορική φάση, κατά την οποία η οικονομική υποδούλωση στους δανειστές συνεπιφέρει, εκτός από πολιτικές εξαρτήσεις, πτώση του βιοτικού επιπέδου και συρρίκνωση των κοινωνικών δικαιωμάτων. Οσα κερδήθηκαν μετά την εθνική καταστροφή του 1974 χάνονται, τα περισσότερα, με την παρούσα, άλλης τάξεως, καταστροφή. Με μια ουσιώδη διαφορά: η απώλεια τότε ήταν οριστική και πικρή μεν, πεπερασμένη και συγκεκριμένη δε. Η εθνική τραγωδία της Κύπρου έφερε την πτώση του δικτατορικού καθεστώτος και τη διάλυση του κράτους του. Ωστόσο, η πτώση άνοιγε μια νέα περίοδο, κατά την οποία μόνο τα καλύτερα μπορούσε να προσδοκά κανείς. Και συνέβησαν πολλά καλύτερα. Ο ελληνικός λαός ξεδίπλωσε τις δυνάμεις του, αξιοποίησε γεωπολιτικές και ιστορικές ευκαιρίες, στερέωσε δημοκρατικό κράτος και κοινωνία ευημερίας. Διήρκεσε ένα τρίτο του αιώνος.

Κατά αντιδιαστολή, σήμερα η πτώση, αφενός, βρίσκεται εν εξελίξει· άρχισε στο τέλος του 2009, αρχές του 2010, και δύο χρόνια αργότερα συνεχίζεται και βαθαίνει ακόμη. Δεν έχουμε πιάσει πάτο. Αφετέρου, πρόκειται για μια καταστροφή πολύμορφη, βαθιά, με ποικίλες προεκτάσεις, πέραν της οικονομικής αφετηρίας: κοινωνικές, πολιτικές, πολιτιστικές, ψυχικές. Δεν είναι εύκολο να εντοπίσεις εξωτερικό εχθρό: Είναι οι Γερμανοί; Η Ευρωπαϊκή Ενωση; Το ΔΝΤ; ΄Η μήπως η ίδια η διάρθρωση της Ευρωζώνης και η διεθνής οικονομική κρίση; Ακόμη πιο δύσκολο είναι να εντοπίσεις εσωτερικούς εχθρούς, προδότες και επίορκους – δεν είναι το ίδιο με τους χουντικούς που κατέλυσαν τη δημοκρατία και ξεπούλησαν την Κύπρο.

Η οικονομική δυσπραγία υποβαθμίζει βίαια το βιοτικό επίπεδο των Ελλήνων, αλλά το χειρότερο είναι η αδυναμία κατανόησης και η αβεβαιότητα: δεν μπορούν να κατανοήσουν πώς έφτασαν ώς εδώ, δεν γνωρίζουν πότε θα σταματήσει ο κατήφορος και, κυρίως, πώς θα ανακάμψουν. Αυτή η αδυναμία κατανόησης και η απώλεια αίσθησης του χρόνου είναι ο χειρότερος εχθρός: οι Ελληνες σήμερα ζουν σε μια χρονοδίνη που τους ρουφάει διαρκώς προς τα κάτω, προς το σκοτάδι. Αυτή η διαρκής πτώση παραλύει τον νου και παγώνει την ψυχή. Ως εκ τούτου οι Ελληνες αδυνατούν να μετρήσουν τις δυνάμεις τους, τις πολλές και αναξιοποίητες, που ασφαλώς υπάρχουν και που με αυτές ακριβώς θα αναδυθούν από την κρίση. Και αδυνατούν επίσης να ενεργοποιήσουν πλήρως τις δυνάμεις προφύλαξης από το σοκ, τις οποίες ασφαλώς εν αφθονία διαθέτουν.

Παγωμένοι, ζαρωμένοι, ακίνητοι, οι Ελληνες παρακολουθούν ένα πολιτικό σύστημα απαξιωμένο και θρυμματισμένο να διαπραγματεύεται εν πανικώ τις ιστορικές τύχες παρουσών και μελλουσών γενεών. Δεν πιστεύουν τίποτε απ’ όσα ακούνε, παρότι διακαώς θα ήθελαν να πιστέψουν και να ελπίσουν. Δυστυχώς, δεν πιστεύουν ούτε στους εαυτούς τους, στις αναγεννητικές τους δυνάμεις. Προς το παρόν. Διότι μετά κάθε καταστροφή, από το ’22 ώς το ’74, ακολούθησε μια ορισμένη αναγέννηση.

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

Twitting

  • Αυτό που είπε εσχάτως ακόμα και ο Γ. Ντάισελμπλουμ, ότι οι δανειστές έσωσαν τις τράπεζες, αυτό που λένε πολλοί αναλ… twitter.com/i/web/status/9… 3 days ago
  • Καμία κυβέρνηση δεν μπορεί να αντιμετωπίσει από μόνη της τη μεγάλη φοροδιαφυγή. Η ΕΕ και οι μεγαλύτερες οικονομίες… twitter.com/i/web/status/9… 3 days ago
  • Ρωτήθηκα στην ΕΡΤ αν μια συγκυβέρνηση με το νέο φορέα της κεντροαριστεράς θα ήταν «καλύτερη». Ιδεολογικά ναι, θα ήθ… twitter.com/i/web/status/9… 4 days ago
  • Θετικό για την πολιτική ζωή όταν κάποιος σηκώνεται από το facebook και τον καναπέ και πηγαίνει να ψηφίσει -στα Παρα… twitter.com/i/web/status/9… 5 days ago
  • Από τους Σωτήρη Ξενάκη και Ανδρέα Παπαδόπουλο στα @parapolitika FM ρωτήθηκα για το θετικό και αρνητικό μήνυμα των χ… twitter.com/i/web/status/9… 5 days ago
  • Ινστιτούτο Βενετίας: Να διασφαλιστεί η επιστημονική αυτοτέλεια xydakis.gr/?p=10021 1 week ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 990,709 hits
Αρέσει σε %d bloggers: