You are currently browsing the tag archive for the ‘Ανάσταση’ tag.

Ενα παλικάρι πεσμένο στο δρόμο, σαν να κοιμάται στην αγκαλιά της κοπέλας του, ταξιδέυοντας με πλοίο για να νησιά. Μόνο το κλαμένο πρόσωπο της κοπέλας, λίγο αίμα στο γόνατο και το αίμα στο πεζοδρόμιο προδιαθέτουν για κάτι κακό, ίσως αναπότρεπτα κακό. Το παλικάρι είναι ο Παύλος Φύσσας, ο Killah P, λίγο πριν ξεψυχήσει χτυπημένος δόλια από μαχαίρι ναζιστή, η θρηνούσα κοπέλα είναι η Χρύσα, η κοπέλα του. Είναι η πρώτη ώρα της 18ης Σεπτεμβρίου 2013.

Η δημοσίευση της φωτογραφίας προκάλεσε κύματα διαμαρτυρίας, θεωρήθηκε σπίλωση της μνήμης του νεκρού. Οχι. Η εικόνα της θυσίας δεν αμαυρώνει την τιμή και τη μνήμη του Παύλου. Το μέσον δεν είναι το μήνυμα. Το ρυπαρό δοχείο δεν είναι το λάμπον σπαρακτικό περιεχόμενο. Συγχέουμε το εικονιζόμενο με την κορνίζα του.

Ο πεσμένος κοιμώμενος Παύλος στην αγκαλιά της Χρύσας, η εικόνα τους, είναι μια σύγχρονη εκδοχή του Χριστού του Πάθους, της Πιετά, της Σταύρωσης, της θυσίας του αμνού και της θυσίας του ήρωα, μια εικόνα που διατρέχει την ιστορία του πολιτισμού, από την Ιλιάδα έως το Ευαγγέλιο, μια εικόνα γονιμοποιός και παρηγορητική, μια εικόνα που νικά τον θάνατο και την κακία.

Το πρώτο που μου ήρθε στο νου μόλις είδα τον πεσμένο Παύλο στην αγκαλιά της Χρύσας, ήταν η φωτογραφία της 9ης Μαΐου 1936: ένα άλλο παλικάρι, ο Τάσος Τούσης, κείτεται άψυχος σε μια πόρτα με τα χέρια ανοιχτά, σταυρικά, στη διασταύρωση Βενιζέλου και Εγνατίας, στη Θεσσαλονίκη, και από πάνω η μάνα του τον θρηνεί με ξέμπλεκα μαλλιά. Από αυτή την εικόνα της θυσίας και του ιερότερου των θρήνων, ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος έγραψε τον Επιτάφιο, στα χνάρια των Εγκωμίων της Μεγάλης Παρασκευής, των δημοτικών τραγουδιών και της αρχαίας τραγωδίας: «Ησουν καλός κι ήσουν γλυκός / κι είχες τις χάρες όλες». Είναι μια εικόνα που σφραγίζει τον ελληνικό εικοστό αιώνα, ψυχικά, πνευματικά, πολιτισμικά. Μια εικόνα που μας θυμίζει διαρκώς ποια θηρία είμαστε και ταυτοχρόνως τι άγγελοι θα μπορούσαμε να γίνουμε. Ετσι και η εικόνα του Παύλου.

Δεύτερη μου ήρθε στο νου η φωτογραφία του νεκρού Τσε στη Βολιβία, αυτή που εντέλει τον έκανε αθάνατο και αιώνια νέο. Το σώμα του κείτεται άψυχο, ύπτιο, στην μπετένια γούρνα, τα μάτια του είναι ανοιχτά, ένα στρατιώτης αγγίζει τα μακριά του μαλλιά, ένας άλλος αγγίζει τον θώρακά του. Σαν τον Χριστό του Μαντένια, όπως παρατήρησε προσφυώς ο Τζων Μπέργκερ το 1975 και συμπλήρωσε ο καθηγητής Νίκος Χατζηνικολάου στην έξοχη σχετική έκθεση του 2003 στο Ρέθυμνο.

Ο Τσε Γκεβάρα είναι στα τριάντα του, με μακριά μαλλιά και γένια, υπερασπιστής κατατρεγμένων, όταν εικονίζεται νεκρός, δολοφονημένος και θυσιασμένος, σαν τον Χριστό που εικονίζει ο Μαντένια μετά την Αποκαθήλωση και κάθε ζωγράφος που εικόνισε το Πάθος, τη Σταύρωση και την Αποκαθήλωση ανά τους αιώνες. Στα τριάντα του είναι και το γενειοφόρο παλικάρι, ο ποιητάρης κατά της αδικίας, ο τραγουδιστής του «Σιγά μην κλάψω, σιγά φοβηθώ», ο Παύλος που κοιμάται στον μόλις ματωμένο δρόμο της Αμφιάλης.

Η εικόνα του πεσμένου Παύλου είναι η εικόνα του άδικου χαμού, αλλά είναι και η εικόνα της θυσίας με νόημα. Είναι η θυσία που αφυπνίζει και η θυσία που κανείς δεν θέλει να επαναληφθεί. Είναι η εικόνα της νιότης, εικόνα του ρομαντικού ήρωα που πεθαίνει νέος, του καλού που προσωρινά ηττάται από το κακό, που προσφέρει θυσία το σώμα του και τη ζωή του, για να επιζήσει νικηφόρο και παρηγορητικό το πνεύμα του. Η εικόνα της κλαίουσας Χρύσας είναι η τρυφερότητα και η αγάπη που χύνεται παρηγορητική και εξανθρωπίζουσα πάνω στον πενθούντα δέκτη, και τον καθιστά έλλογο, ενσυναίσθητο κοινωνό της θυσίας και του νοήματός της: ο Παύλος ζει. Ετσι, όπως το τραγουδά ο Ρίτσος: «Γλυκέ μου, εσύ δεν χάθηκες, / μέσα στις φλέβες μου είσαι».

Ναι, θα τη δημοσίευα τη φωτογραφία του Παύλου Φύσσα. Χωρίς λόγια, διότι δεν θα έβρισκα τίποτε να προσθέσω σε αυτή την εικόνα των εικόνων. Θα τη δημοσίευα για να θυμούνται όλοι τη μορφή του. Και για να μη μείνει η θυσία του ανεικόνιστη, σκοτεινή, κρυμμένη, χωρίς αίσθημα και χωρίς νόημα, χωρίς Ανάσταση.

Advertisements

lazaros

Καθαρό μυαλό και ευψυχία χρειαζόμαστε. Το αντιλαμβανόμαστε καθώς η άνοιξη μάς τυλίγει εγκαρδιωτικά, καθώς οι πασχαλιάτικες μέρες ανοίγονται μπροστά μας από σήμερα, Σάββατο του Λαζάρου, προοίμιο Αναστάσεως.

Η τριετής κάθοδος έχει εξαντλήσει πολλές χιλιάδες νοικοκυριά, τα έχει οδηγήσει στην απόγνωση. Πρώτη μέριμνα των ούτως ειπείν διασωθέντων πρέπει να είναι αυτοί οι συνάνθρωποι, διαρκώς, και ιδίως τούτες τις μέρες. Οι τυραννισμένοι της πτώχευσης σταυρώνονται για όλους μας·ακουσίως μεν, αλλά η θυσία τους δεν πρέπει να μείνει χωρίς αντίκρισμα. Από κανένα σπίτι λοιπόν δεν πρέπει να λείψουν τα χρειώδη για την υποδοχή του Αναστάντος. Κι από κανένα νου δεν πρέπει να λείψει η έγνοια για τους άτυχους που βουλιάζουν παραδίπλα, βουβά, με σφιγμένα δόντια, με αξιοπρέπεια. Το οφείλουμε στους εαυτούς μας.

Σκεπτομένοι τον άλλο, τον άτυχο, τον βασανισμένο, σκεφτόμαστε αλλιώς τον εαυτό μας, τον σκεφτόμαστε αναγεννητικά, του ανοίγουμε δρόμους. Οχι μόνο διότι αξιολογούμε καλύτερα τι έχουμε και τι πράγματι χρειαζόμαστε, αλλά και διότι αντιλαμβανόμαστε εν τω βάθει, το ισοκράτειο απόφθεγμα, ως θεμέλιο συλλογικού και έλλογου βίου: «Μηδενί συμφοράν ονειδίσης, κοινή γάρ ή τύχη καί τό μέλλον αόρατον». Η συμπόνια, η ενσυναίσθηση, η συμπάθεια, συνέχουν τους ανθρώπους ως έλλογα και ως ιστορικά όντα.

Τώρα το μέλλον είναι αόρατο όσο ποτέ, όπως πάντα· τώρα ακόμη και το αύριο είναι αόρατο και εκφοβιστικό. Συνειδητοποιώντας ότι η τύχη είναι κοινή, συνειδητοποιούμε ταυτοχρόνως ότι και η συμφορά είναι κοινή, με τυχαίο τρόπο διασπείρεται και πλήττει. Κατά τον ίδιο τρόπο, κοινά είναι η διάνοια και η ψυχική ενέργεια, ο λογισμός και η δράση, τα απολύτως αναγκαία για να αναστείλουμε την κάθοδο και να διαμορφώσουμε τους όρους της ανόδου. Οταν όλοι βουλιάζουν γύρω σου, πώς να σωθείς μόνος; Μόνον από κοινού και μόνο για όλους, επιπλέοντες και βουλιαγμένους, θα έρθει Ανάσταση.

Πάσχα στη Σύρο στον Αγιο Παντελεήμονα, Πάσχα στου Στρέφη, Πάσχα στην Εγκωμη και στις Πλάτρες, στον Μαραθώνα της Αγάπης, Πάσχα στη Μύκονο. Στα νησιά και τα όρη. Οπου και να ’ταν, ήταν Πάσχα Αρχιπελάγους. Γιατί όλα απέρρεαν σε ανθισμένες λοφοπλαγιές, σε αλίπληκτους βράχους, σε καλντερίμια και βουλιστά ζωγραφισμένα από μολόχες, τσουκνίδες, χαμομήλια, παπαρούνες, με μυρωδιές από μαστίχα, μαχλέπι κι αμμωνία, με καμπανίσματα δειλινά, με καινούργια παπούτσια, με πυρετώδη φλερτ κάτω από φοίνικες και πιπεριές.

Το Πάσχα η ζωή ανθίζει σαν την ηθογραφία της. Ο βίος αποσπάται ώριμος από την τυρβώδη ροή του, από τις έγνοιες και τα βασανάκια της συγχρονίας, και για λίγα εικοσιτετράωρα αιωρείται εκτός χρόνου, εκτός πόνου – αλλά εντός χώρου, ενός χώρου μυθολογημένου, τραγουδισμένου, μαγικού. Περισσότερο κι απ’ τα Χριστούγεννα, την Πρωτοχρονιά, δηλαδή την αρχή, την εκκίνηση, εδώ, σε τούτη τη γωνιά της Μεσογείου, η μαγεία εκδηλώνεται καθολική και παράφορη, γλυκεία και δημοκρατική, το Πάσχα, με την Ανάσταση. Ισως διότι κατ’ αυτόν τον τρόπο φανερώνεται πιο ολοκληρωμένα ο συμφυρμός των πολλών ποικίλων παραδόσεων, παγανιστικών, μυστικιστικών, θεολογικών, λατρευτικών, αγροτοποιμενικών, ηρωικών. Και δοξάζεται το έαρ.

Οπως και να ανακαλέσουμε το ελληνικό Πάσχα, θα το βρούμε αξεδιάλυτο με την άνοιξη, τη νιότη, την υπέρβαση· εκφρασμένο με τον πιο καθαρό, μυστικό λυρισμό, που ξεκινάει από το παλαιολαϊκό «Γλυκύ μου Εαρ» και περνάει στον ρομαντικό ιδρυτή Σολωμό: «Καθαρώτατον ήλιο επρομηνούσε / της αυγής το δροσάτο ύστερο αστέρι, / σύγνεφο, καταχνιά δεν απερνούσε / τ’ ουρανού σε κανένα από τα μέρη. / Και από κει κινημένο αργοφυσούσε / τόσο γλυκό στο πρόσωπο τ’ αγέρι, / που λες και λέει μες στης καρδιάς τα φύλλα: / Γλυκειά η ζωή και ο θάνατος μαυρίλα.» (Η ημέρα της Λαμπρής)

Κι ύστερα, Παλαμάς: «Και μοναχά δε σώπαινε στο περιβόλι μέσα / με τη δικούλα του εκκλησιά, με τη λατρεία δική του, / πιστός και ιερουργός Θεού ψηλότερου απ’ όλους, / τ’ αηδόνι. Η νύχτα των Παθών, μα και τ’ Απρίλη η νύχτα.» (Γιορτές).

Σικελιανός: «Γιατί κι’ ο πόνος / στα ρόδα μέσα, κι’ ο επιτάφιος θρήνος, / κ’ οι αναπνοές της άνοιξης που μπαίναν / απ’ του ναού τη θύρα, αναφτερώναν / το νου τους στης Ανάστασης το θάμα, / και του Χριστού οι πληγές σαν ανεμώνες / τους φάνταζαν στα χέρια και στα πόδια, / τι πολλά τον σκεπάζανε λουλούδια, / που έτσι τρανά, έτσι βαθιά ευωδούσαν!» (Στ’ Οσιου Λουκά το μοναστήρι)

Βάρναλης: «Οσ’ άστρα ’ναι στον ουρανό, τόσα στον κάμπο κρίνα. / Ολ’ έχουνε στην καθαρή ψυχήν Απρίλη μήνα.» (Ανάσταση)

Παπατσώνης: «Ας είναι η δόξα του Θεού μεγάλη, / που ξαναφούντωσε για μας τούτη τη ζέστα / στην καρδιά του σπιτιού μας πάλι εφέτος / σε μια νύχτα του τόσο εαρινή» (Το νείκος του Αδη)

Ελύτης: «Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο: / Αύριο, αύριο, λένε, το Πάσχα τ’ ουρανού!» (Ασμα ηρωικό και πένθιμο)

Ρίτσος: «Ακου τα σήμαντρα / των εξοχικών εκκλησιών. / Φτάνουν από πολύ μακριά / από πολύ βαθιά. / Απ’ τα χείλη των παιδιών / απ’ την άγνοια των χελιδονιών / απ’ τις άσπρες αυλές της Κυριακής / απ’ τ’ αγιοκλήματα και τους περιστεριώνες / των ταπεινών σπιτιών.» (Εαρινή συμφωνία)

Καρούζος: «Εαρ μικρό έαρ βαθύ έαρ συντετριμμένο.» (Ασμα μικρό)

Ολες οι φωνές, όλες οι παραδόσεις, μυστικές, υψηλές, υλικές, υπεραισθητές, όλες βαθύτατα παρηγορητικές τούτο το αβέβαιο Πάσχα του 2012. Εγκαρδιώνουν και γλυκαίνουν. Το αίσθημα ανώτερον της θεωρίας, μας λέει ο Παπαδιαμάντης:

«Η ευσεβής τάσις του λαού, ζητούντος, διά του πολλαπλασιασμού των εξωκκλησίων ανά τα όρη και τας κοιλάδας, να παρηγορηθεί διά την στέρησιν των τόσων το πάλαι ιερών και βωμών του, λησμονούντος τους παλαιούς θεούς του χάριν των νέων αγίων του, κατίσχυσε της αυστηροτέρας και δογματικωτέρας θεωρίας, καθ’ ην απηγορεύοντο εις τους χριστιανούς οι αγροτικοί ναοί. Ακριβέστεροι δέ τινες ερμηνείς του γράμματος, ιερομόναχοι και ασκητικοί άνδρες, ηρνούντο και να λειτουργώσιν εις εξωκκλήσια. Αλλά το αίσθημα είναι ανώτερον της θεωρίας, και ο λαός, δουλεύων, τυραννούμενος, πενόμενος, αγροδίαιτος, διασπειρόμενος κατά κώμας και χωρία, μη έχων πόρους να κτίσει μεγάλας και λαμπράς εκκλησίας, έκτισε πολλάς και πενιχράς. Ο δε Σωτήρ, συγκαταβατικώτερος των επισήμων επί γης διερμηνευτών του, “μνημονεύων των επί γης διατριβών”, καθώς είπεν ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, ενθυμούμενος την πενιχράν προσφοράν της χήρας, εδέχετο και του πένητος λαού του τον ευσεβή φόρον, καθώς εδέχθη εκείνης τα δύο λεπτά.» (Στην Αγι-Αναστασιά)

Καλή Ανάσταση!

Eικόνα: Η εις Άδου Κάθοδος του Χριστού, fresco, 1315-1320. Κωνσταντινούπολη, Μονή Χώρας.

Ημέρα παθών, σε έτος παθών. Ημέρες οργής, που δεν ψάλλονται από χορωδίες ρομαντικές σε γοτθικούς ναούς, αλλά σιγοκαίνε βουβές στα λαρύγγια πλήθους νεόπτωχων, διαψευσμένων, χωρίς μάχη ηττημένων. Καθολικών του Βορρά, Ορθοδόξων και Καθολικών του Νότου. Στον κάθε τόπο άλλης τονικότητας δοξασία, αλλά το αποτέλεσμα ένα: ενοχοποίηση του πλήθους με κρίσιμους μετατονισμούς του ίδιου τροπαρίου: ”Μαζί τα φάγαμε”, ”εμείς φταίμε”, ”όλοι είμαστε ένοχοι”.

Μα είναι αληθές το τροπάριο; Κάθε τροπάριο περιέχει την αλήθεια του κυρίαρχου, του συνθέτη που το επιβάλλει ως κοινό άσμα και κοινή δόξα, ως μόνη αλήθεια. Μα ο κυρίαρχος είναι ο πρώτος που εγκαταλείπει το τροπάρι του, όταν δεν τον εξυπρετεί πια, και επιβάλλει νέο, νέα, πιο βολική αλήθεια.

Κατά ένα περίεργο τρόπο, όσοι ωρύονται σήμερα κατά των τεμπέληδων, μαλθακών, κρατικοδίαιτων, βαθιά ένοχων Ελλήνων, είναι οι ίδοι που προς τη δύση της δεκαετίας του ’80 ευαγγελίζονταν την επανάσταση του λαϊφστάιλ, εισήγαγαν στο ΠΑΣΟΚ τις κουστουμιές Hugo Boss αναμίξ με Ηλία Ανδριόπουλο και Μπρους Γουίλις, ξεκοκκάλιζαν επιδοτήσεις και μισθάρες από προβληματικές. Είναι οι ίδιοι που στα τέλη της δεκαετίας του ’90 όμνυαν υπέρ της δημοκρατίας του Χρηματιστηρίου, υπέρ της αναδιανομής του πλούτου μέσω σορταρίσματος, υπέρ της ισχυρής Ελλάδας που σάρωνε τους ψοφοδεείς νοικοκυραίους και τους μετριοπαθείς.

Ναι, έγινε αναδιανομή του πλούτου, μεταφορά του από τον λεηλατημένο δημόσιο χώρο στις τσέπες ολίγων και εκείθεν εξαγωγή του σε φορολογικούς παράδεισους. Ναι, έγινε αναδιανομή εξουσίας, εν ονόματι του χάχα λαού, προς όφελος μιας οικογενειακής ολιγαρχίας, στο πλαίσιο μιας ιδιωτικής δημοκρατίας. Ναι, το τροπάρι ήταν πειστικό: νανούρισε, αποκοίμισε, ξεμυάλισε. Και παραμένει ίδιο, με ανάποδα λόγια, με άλλο τόνο, με ίδια απεύθυνση: για όλο το χαλασμό φταίει ο ίδιος πάντα αδύναμος, ο ποδηγετούμενος, ο θύτης του εαυτού του. Το θύμα πιστεύει τον εαυτό του ως θύτη, και μένει λυσσασμένο, ανίσχυρο, πνιγμένο στον αδιέξοδο θυμό.

Στο δρόμο προς τη σταύρωση, ακούμε διαρκώς: Το τροπάριο του Χρηματιστηρίου: από το κάγκελο στον κουβά. Το τροπάριο των Ολυμπιακών: από τη φενάκη στη διάψευση. Το τροπάριο του Μνημονίου: από τη διάψευση στην άβυσσο. Και ψιθυρίζουμε την προσευχή μιας απλής καρδιάς, τα λόγια του ποιητή Δ. Ι. Αντωνίου:

Κύριε ― άνθρωποι απλοί,
πουλούσαμε υφάσματα
(κ’ η ψυχή μας
ήταν το ύφασμά που δεν τ’ αγόρασε κανείς).

Την τιμή δεν κανονίζαμε απ’ την ούγια
η πηγή και τα ρούπια είταν σωστά
τα ρετάλια δεν τα δώσαμε μισοτιμής ποτέ:
η αμαρτία μας.

Είχαμε μόνο ποιότητας πραμάτια.
Εφτανε στη ζωή μας μια στενή γωνιά
― πιάνουνε στη γη μας λίγο τόπο τα πολύτιμα ―.

Τώρα, με την ίδια πήχη που μετρήσαμε
μέτρησέ μας· δε μεγαλώσαμε το εμπορικό μας
Κύριε, σταθήκαμε έμποροι κακοί!

(Στη Μεσόγειο πάντα πιστεύαμε την Ανάσταση.)

ζωγραφική: Ξενοφών Μπήτσικας, 2011

Με δαγκωμένα χείλη, λοιπόν. Γνωρίζοντας ότι το μέλλον μπορεί να εμφανίζεται σαν σωρός ερειπίων, και ότι παρ’ όλ΄αυτά, οφείλουμε να προσχωρήσουμε σε αυτό το σκοτεινό μέλλον, δεν έχουμε άλλη οδό, παρά την οδό της αποκατάστασης, της καταστροφής και της ανακατασκευής. Προσωρινοί κάτοικοι, νοικάρηδες του κόσμου, χρεωμένοι εντούτοις με το καθήκον της ανακατασκευής του.

Διάβασέ το ολόκληρο

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

RSS Gatherate: The Best of the Greeks

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Twitting

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 1.005.995 hits
Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: