You are currently browsing the tag archive for the ‘Αθήνα’ tag.

Από τον εξώστη βλέπαμε φωτισμένη την Αθήνα, από την Πεντέλη ώς τον Υμηττό και στο βάθος τη θάλασσα. Μου πρόσφερε φωτιά και συστήθηκε: Ρατζίβ, asset manager με έδρα το Ντουμπάι, για λογαριασμό επενδυτικού οίκου από τους μεγαλύτερους διεθνώς. Στη διάρκεια δύο τσιγάρων, ο Ινδός συγκαπνιστής, πάντα χαμογελαστός και ήρεμος, με διαβεβαίωσε ότι σε τρία χρόνια η ευρωπαϊκή κρίση θα έχει παρέλθει. Η Ασία έχει ανάγκη μια σταθερή Ευρώπη, μου είπε, όλοι τη χρειάζονται. Η Ευρώπη κινδυνεύει από την ανένδοτη στάση της ηγεμονεύουσας Γερμανίας, αντείπα· πιέζει υπερβολικά τις χρεωμένες χώρες της Νότιας Ευρώπης και αρνείται προς το παρόν να διαχειριστεί την κρίση με εργαλεία άλλα πλην της ασφυκτικής δημοσιονομικής πειθαρχίας και της τιμωρίας των αμαρτωλών. Η Γερμανία έχει ανάγκη την Ευρώπη, μου απάντησε ο Ρατζίβ, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, στο τέλος θα επιτρέψει και κυκλοφορία χρήματος από την ΕΚΤ και έκδοση ευρωομολόγου. Και η Ελλάδα πού θα βρίσκεται στο νέο τοπίο μετά την κρίση; επέμεινα. Η Ελλάδα πρέπει να ανακτήσει το συμβολικό της κεφάλαιο, αυτό είναι το πολυτιμότερο asset που διαθέτει κι αυτό έχει χάσει τον τελευταίο καιρό. Ακούω τους Ελληνες πελάτες μας, έχει κλονιστεί η αυτοπεποίθησή τους, είναι απαισιόδοξοι, κι όμως είναι πολύ δυναμικοί επιχειρηματίες, δεν θα έπρεπε να λυγίζουν, αυτό τους λέω. Είσαι πολύ αισιόδοξος, Ρατζίβ… Είμαι! Βλέπω την Ευρώπη απέξω, εξ Ανατολών, και πίστεψέ με, σαν Ινδός ξέρω τι σημαίνει αποικιοκρατία, φτώχεια, ιστορία, παράδοση… Η Ελλάδα είναι η ιστορία της, είναι ένας μύθος αναγκαίος για την Ευρώπη, κι αυτό είναι κεφάλαιο, πλούτος, που πρέπει να το αξιοποιήσετε.

Το δεύτερο τσιγάρο είχε τελειώσει από ώρα, και η ήπια ψύχρα του Νοεμβρίου μάς είχε πιάσει. Ο γελαστός Ινδός και ο κατηφής Ελληνας πήγαν ο καθείς στην παρέα του.

Εφερα τα λόγια του Ρατζίβ περί συμβολικού κεφαλαίου σε έναν άλλο συνομιλητή, asset manager κι αυτόν, Ελληνα του εξωτερικού, με πλούσια πείρα σε ΗΠΑ και Ευρώπη. Συμφώνησε ακαριαία ότι η εικόνα της Ελλάδας έχει πληγεί βαριά και άδικα: Τα περισσότερα δημοσιεύματα στον ξένο τύπο, ιδίως τον ευρωπαϊκό, για την Ελλάδα και τους Ελληνες, είναι συκοφαντικά και ανακριβή, χρησιμοποιούν την Ελλάδα σαν σάκο του μποξ για να γαργαλήσουν το κοινό τους και να του σερβίρουν εύκολα κλισέ. Πρέπει να απαντάμε άμεσα, είτε ατομικά είτε συλλογικά.

Μου έκανε εντύπωση η σύγκλιση απόψεων δύο ανθρώπων των χρηματαγορών σε ένα θέμα που δεν αφορά καθόλου το χρήμα, αλλά κάτι πέρα απ’ αυτό. Και ας δεχτούμε ότι ο Ελληνας έχει μια ευαισθησία για την διασυρόμενη πατρίδα του. Ο Ινδός τι συμφέρον έχει; Να κολακέψει έναν άγνωστό του Ελληνα; Νομίζω ότι και οι δύο αυτοί άνθρωποι των αγορών, οι “χωρίς ιδεολογίες”, λένε με τον τρόπο τους αυτό που εμείς οι Ελλαδίτες του αθηναϊκού κράτους αδυνατούμε να δούμε εναργώς, να δούμε δηλαδή πανοραμικά ολόκληρο το τοπίο ― στο μέτρο που είμαστε βυθισμένοι μέσα στην αναταραχή και αποτελούμε μέρος του τοπίου. Είναι δύσκολο να δεις τον εαυτό σου σαν παρατηρητής. Κι είναι δύσκολο να αποσπαστείς από μια ρουτίνα σκέψης, σύμφωνα με την οποία όταν χρωστάς είσαι απολύτως ηττημένος, ακόμη και στο ηθικό πεδίο, χάνεις το δικαίωμα να συνομιλείς και να διαπραγματεύεσαι. Αυτή η ρουτίνα, κατ΄ακρίβειαν ολοκληρωτική σκέψη, προβάλλεται από τον δανειστή σαν μοναδική σκέψη, και σαν μοναδικός τρόπος ύπαρξης για τον δανειζόμενο. Απώτερος στόχος είναι αυτή η θέση να ενδοβληθεί από τον αμαρτωλό δανειζόμενο, να το αισθανθεί κιόλας στα τρίσβαθά του σαν μοναδική δυνατή κατάσταση, και να αισθανθεί κατώτερος, ανήθικος, αναξιοπρεπής, εξουθενωμένος.

Το ερώτημα «είναι η Ελλάδα ευρωπαϊκή χώρα;» που θέτουν Γερμανοί και Γάλλοι, απαντιέται με μια ερώτηση: Τι είναι Ευρώπη; Νοείται Ευρώπη χωρίς Αθήνα, χωρίς Ρώμη, ακόμη και χωρίς Ιερουσαλήμ; Ο Γερμανός ή Γάλλος ερωτών ας σκεφτεί κι ας απαντήσει μόνος του. Εν τω μεταξύ, ας σκεφτόμαστε κι εμείς τι είναι Ελλάδα. Πώς έχει υπάρξει, πότε υπέφερε από ξένους και πότε από Ελληνες, πώς την καταντήσαμε, ποια είναι η δική μας ευθύνη έναντι των επερχόμενων γενεών, πώς σπαταλήσαμε το συμβολικό κεφάλαιο, αν το αντιληφθήκαμε κιόλας ως πολύτιμο. Τέλος: Τι μπορούμε να κάνουμε για να ανακτήσουμε την Ελλάδα, συμβολικά και υλικά.

Σκεφτόμουνα πώς θα πω στον πατέρα μου ότι η σύνταξή του ψαλιδίζεται γιατί είναι δημοσιονομικά άδικη, ύστερα από 40 χρόνια ένσημα βαρέα και ανθυγιεινά. Δεν θα του πω τίποτε, θα το έχει ακούσει από τον υπουργό του LSE, καμουφλαρισμένο, με τις μετωνυμίες του Τρίτου Δρόμου, και θα το καταλάβει όταν πάει στην τράπεζα να εισπράξει. Τότε θα βαρηγκομήσει για τους Παπαντρέου που τους ψηφίζει τρεις γενιές, όπως το ‘χει κάνει πρόσφατα. Κι ύστερα θα γυρίσει στις γάτες του, στις λεμονιές και στο αγέρι του νησιού: αυτά δεν μπορούν να του τα πάρουν όσο ζει.

Τον ζηλεύω. Τουλάχιστον για τα στερνά του στο νησί. Περνούν ακύμαντα. Δούλεψε μια ζωή στο άστυ, έφτιαξε ενάμισι σπίτι, σπούδασε δυο παιδιά, είδε εγγόνια, κι ύστερα στο νησί ψάρεψε, κυνήγησε, ήπιε ρετσίνες με λιτό μεζέ, ανάστησε μερικά δέντρα. Χορταίνει φως και μελτέμι.

Εγώ, ο σπουδασμένος γεννήθηκα στο άστυ, και εδώ παραμένω. Ημουν περήφανος για την πόλη, έμαθα να κολυμπάω στις λεωφόρους και τα σοκάκια, τη γύρισα με το παπί, με τα πόδια, με λεωφορεία. Σπούδασα ζωή σε καφενεία, ποτάδικα, ροκ κλαμπ, διανυκτερεύοντα γαλατάδικα με αυγά τηγανιτά, εξωτικά εσπρεσάδικα του ’70-’80, σε εργαστήρια και ατελιέ, μπήκα σε τσιγκογραφεία και μονοτυπίες, έκανα δουλειές με αρτιζάνους και μάστορες, με γλυκομίλητους τεχνίτες, με ποιητές των δρόμων, με μεγάλους λόγιους σε μικρά γραφεία, έμαθα τρόπους και φερσίματα, άκουσα μικρά, σπουδαία.

Αυτή η πόλη υπάρχει ακόμη. Πιο φανταχτερή, πιο επιπόλαιη και ξιπασμένη, καμπόσα χρόνια τώρα, όλο και πιο σύνθετη, πολύπλοκη, πιο δύσκολη αλλά και αμείωτα γοητευτική. Μητρόπολη. Τον τελευταίο καιρό όμως τη χάνω. Ισως γιατί μεγάλωσα, και οι ανακαλύψεις μου μειώνονται, ίσως. Αλλά η πόλη μου διαφεύγει και με φοβίζει και με θυμώνει, με συμβάντα που ξεπερνούν τα όρια της ανοχής μου, που δοκιμάζουν την αντοχή.

Δεν μπορώ να αποδεχτώ το παζάρι μαϊμούδων καθημερινά μπροστά στο Πνευματικό Κέντρο και τις Κυριακές σε όλα τα Προπύλαια. Δεν μπορώ να αποδεχτώ τα πρεζάκια να σέρνονται ανάμεσα Πανεπιστήμιο και Ακαδημία, να κόβουνε δόσεις στα χαρτόνια και τα βαποράκια να μοιράζουν δόσεις σφυρίζοντας την τιμή «πέντε, πέντε!» Δεν μπορώ να αποδεχτώ ότι η πλατεία Κλαυθμώνος είναι χωματερή αστέγων και ναυαγίων, μπροστά από το Μουσείο της Πόλεως των Αθηνών. Δεν μπορώ να αποδεχτώ ότι η Σανταρόζα είναι αποθετήριο νεκροζώντανων της πρέζας. Δεν μπορώ να αποδεχτώ ότι η οδός Σκουφά είναι πασαρέλα ζητιάνων και τοξικομανών με κλεμμένα IPhone. Δεν μπορώ να αποδεχτώ ότι τον ιστορικό χώρο ανάμεσα Εθνικό Μουσείο και Μετσόβειο θα τον καταλαμβάνει ο θάνατος, η νόσος και η δυσωδία.

Ισως φταίει που μεγάλωσα και κάμπτεται η αντοχή μου ενώπιον της εξαθλίωσης. Το πιθανότερο είναι ότι έσφαλα. Ξαστόχησα. Θεώρησα ότι η Ελλάδα είχε ξεφύγει από την επαιτεία, νόμιζα ότι η Αθήνα δεν θα γέμιζε άστεγους, απελπισμένους πλάνητες, φερέοικους, νόμιζα ότι οι νεκροζώντανοι της πρέζας δεν θα επεδείκνυαν τα γαγγραινιασμένα μέλη τους στο προσκήνιο, στα πιο ιστορικά μέρη, στα πιο συμβολικά σημεία της πρωτεύουσας. Νόμιζα ότι η κοινωνία μας, παρ’ όλα τα λάθη και τις αδυναμίες της, θα προφύλασσε τον συμβολικό της πυρήνα, το ιστορικό της κέντρο, έναν δεσμό υπερταξικής συνοχής, τα εθνικά της ορόσημα. Τι άλλο είναι το Καποδιστριακό, η Ακαδημία, το Εθνικό Μουσείο, το Μετσόβειο, το ιστορικό κέντρο; Η συμβολική καρδιά του κρατιδίου, κοντά δύο αιώνες.

Εσφαλα. Μόνο εγώ βλέπω έτσι. Μόνο εγώ πονάω, οργίζομαι, θλίβομαι, μαραζώνω, με το χάλι του ιστορικού κέντρου, με τον εκφυλισμό του δημόσιου χώρου, με την κατάρρευση της συμβολικής τάξης, με τη συρρίκνωση του δημοκρατικού κράτους. Εγώ και κάτι άλλοι μυγιάγγιχτοι, που επιμένουν να ζουν στο κέντρο, στην παλιά Αθήνα, και να συναντιούνται στα καφενεία της.

Ο δήμαρχος Αθηναίων Γιώργος Καμίνης, ο υπουργός Δημοσίας Τάξεως Χρήστος Παπουτσής, ο υπουργός Πολιτισμού Παύλος Γερουλάνος, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ο Πρόεδρος της Βουλής Φιλ. Πετσάλνικος, υπεύθυνοι θεσμικά για την προάσπιση της συμβολικής τάξης, του νόμου, του δημοκρατικού χώρου και της ιστορικής συνέχειας, δεν βλέπουν τίποτε, δεν τους ενοχλεί τίποτε, δεν κάνουν τίποτε. Εγκατέλειψαν αμαχητί. Παρέδωσαν την πρωτεύουσα στη σαβούρα, τη νόσο και το θάνατο. Πρόδωσαν την Αθήνα. Η ιστορία θα είναι ανελέητη, για όλους.

Είχα μια πόλη, την έμαθα και με έμαθε. Τώρα με πονάει όταν την περπατάω, και με ανησυχεί. Ζηλεύω τους γέροντες των νησιών και των ορέων.

Την Αθήνα των τελευταίων κακών χρόνων την ζω πια από τη μυρωδιά. Δριμεία, αψιά, διαπεραστική: η μυρωδιά της αμμωνίας από τα ούρα που ποτίζουν κάθε αρμό και πλάκα, ρείθρα από μάρμαρο πεντελικό και τοίχους γκραφιταρισμένους, εσοχές ρημαγμένων μαγαζιών, εισόδους πολυκατοικιών, νοικοκυρεμένους πεζόδρομους με κομψά μαγαζιά, ακόμη και η άσφαλτος μυρίζει ούρα. Η μυρωδιά τρυπανίζει τον οσφρητικό μου εγκέφαλο αδιαλείπτως πια, την ανακαλώ ακόμη και μακριά απ’ τους στιγματισμένους δρόμους, στις άλλες ζώνες τις άθικτες, με κυκλώνει, με καταδιώκει. Μου θυμίζει διαρκώς πού ζώ, σε ποια τροχιά κυλάνε η πόλη, ο χώρα, οι άνθρωποι, εγώ.

Μπροστά στη βασιλική της Ζωοδόχου Πηγής, επί της οδού Ακαδημίας, έργο του Δημητρίου Ζέζου, 1848, επί οικοπέδου δωρεάς Γ. Γενναδίου, στέκομαι πάντα δυο λεπτά. Μερικά μέτρα παρακάτω πήγαινα φροντιστήριο το νεφελώδες καλοκαίρι 1976. Στα πλαινά του ναού, πέρασα μερικά απ’ τα ωραιότερα, τα πιο ξέγνοιαστα χρόνια, στη Βαβέλ των ώριμων ’80s. Στον πεζόδρομο αγόρασα τα πρώτα ξενόγλωσσσα βιβλία για τα παιδιά μου. Διασχίζω τον νοικοκυρεμένο πεζόδρομο για να πάω στην Μπενάκη, να πιω εσπρέσο στο Taf. Καθώς περνώ βιαστικά, τυλιγμένος σε τέτοιο μνημονικό νέφος, μια αψιά μυρωδιά με στέλνει στο ’80-κάτι πάλι: όταν η φορμόλη από το μάθημα Ανατομίας κολλούσε στον εγκέφαλο. Το ίδιο δάγκωμα. Κι εδώ, μπροστά στη νεοβυζαντινή βασιλική, μπροστά στα κομψά βιβλιοπωλεία και τους εκδοτικούς οίκους, κι εδώ η μυρωδιά των ούρων με διαπερνά και με γειώνει. Με βάζει ξανά βαθιά μες στο παρόν, σκυθρωπό, ανησυχητικό, δυσοίωνο παρόν, δύσοσμο, παρόν παραίτησης και εγκατάλειψης, δείκτης παρακμής.

Παρηγοριέμαι με μυρωδιά φρεσκοκομμένου εσπρέσο San Pedro, όρθιος στο πεζοδρόμιο. Αργότερα μαθαίνω για πενήντα-τόσα εικαστικά ιβέντς που θα λάβουν χώρα στο Μεταξουργείο. Γκαλερί και καλλιτέχνες επανασχεδιάζουν και οικειοποιούνται την πόλη, στήνουν εκθέσεις σε άδεια κτίρια κ.λ.π. κ.λπ. Το έχω ξανακούσει, το έχω ξαναδεί. Το ξαναφαντάζομαι. Φιλότεχνοι και χίπστερ, μαυροντυμένο κομψό art crowd καταφθάνει στις πύλες του Πουργατόριου περί λύχνων αφάς, μες στο μαγικό φως της δειλινής Αθήνας. Το centro storico είναι τόσο cool, στο Βίλατζ, στο Σόχο, και εδώ. Και εδώ; Σηκώστε τον ποδόγυρό σας…

Στους δρόμους των ιβέντς και των δρώμενων μεσουρανούν η νόσος και ο θάνατος, η ηπατίτιδα και το AIDS, τα πρεζάκια που αφοδεύουν και σουτάρουν στον δρόμο,τα πορνεία για Ασιάτες μετανάστες, οι μικροληστές και οι επαίτες. Μετά το υπογάστριο της πόλης, περνώντας το Δίπυλον, την ιερή πύλη του άστεος, μπαίνεις στην απύλωτη κοιλιά του Θηρίου. Εδώ μυρίζει κόλαση· η μυρωδιά των ούρων από ψηλά στο Σύνταγμα μέχρι εδώ, ενισχύεται και μεταλλάσσεται, παίρνει άλλο νόημα, άλλο απ΄της παρακμής. Εδώ τα ούρα δεν ενοχλούν, δεν μυρίζουν, ούτε λέγουν ούτε κρύπτουν, αλλά σημαίνουν: εδώ, το απευθυσμένο του Πάνω Κόσμου.

Επιστρέφω στον Πάνω Κόσμο. Η αψιά οσμή με κυκλώνει παντού: Κλαυθμώνος – Μουσείο της Πόλεως των Αθηνών, Σανταρόζα – παλαιά δικαστήρια, Σιναία Ακαδημία και Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο, Σόλωνος, παντού. Οσμή κυκλοδίωκτη, ως αράχνη μ’ εδίπλωνε ακαταπαύστως.

Ξαποσταίνω στη σκιά του Αγίου Διονυσίου, τιμώντας τον Αναστάσιο Ορλάνδο και τον Σπύρο Βασιλείου. Προσπαθώ να αποβάλω από τους οσφρητικούς κάλυκες τα μόρια της εντροπίας, να λυτρωθώ απ’ τη σαβούρα. Δυο πάκις περνούν με καρότσι, γάντια, γάντζο, μαγνήτη, σκαλίζουν τον κάδο. Προσπερνούν. Ενα ζάκι πουλάει σε ράθυμους καφεπότες iPhone 3gs δύο πενηντάρια, έξι κατοστάρικα κάνει, πόσο δίνεις;

Στους δρόμους θα γυρνάς τους ίδιους. Η μυρωδιά της θα σε ακολουθεί.

Δεν έχω τίποτε να πώ. Τίποτε παραπάνω απ’ όσα δυσοίωνα έγραφα στις 12 Σεπτεμβρίου 2010, σαν πυρετική προφητεία:

«Κάθε περιγραφή της παρούσας κατάστασης στο ιστορικό κέντρο υπολείπεται της πραγματικότητας· κάθε περιγραφή είναι πιο ζοφερή από την προηγούμενη. Καθώς σωρεύονται οι περιγραφές, αποσπασματικές και περιπτωσιολογικές, μετατρέπονται ακαριαία σε κοινοτοπία, καταντάνε αναμενόμενη μικροφρίκη. Οι μικρομεσαίοι δεν θέλουν να μαθαίνουν, δεν θέλουν να βλέπουν λιώμα πλάσματα χυμένα στα ρείθρα, δεν θέλουν να μυρίζουν ούρα, δεν θέλουν να ακούνε για εγκληματικότητα, δεν θέλουν να δεχτούν ότι η πόλη τους, η πρωτεύουσα του κρατιδίου, καρδιά και πνεύμονας της Δημοκρατίας, κατελήφθη από αλλότριες δυνάμεις, από υπέρτερες δυνάμεις, από τις δυνάμεις της απόλυτης φτώχειας, της εξαθλίωσης, των ανθρώπινων ναυαγίων. Οι μικρομεσαίοι δεν θέλουν να ξέρουν ότι η Αθήνα μετασχηματίζεται σε χωματερή, ότι η εξαθλίωση απλώνεται σαν γιγάντιος μύκητας που όλα τα σκεπάζει και τα κατατρώει, από το κέντρο, εστία της λοίμωξης, προς την περιφέρεια, προς τις γειτονιές, τις συνοικίες, τα προάστια.

»Οι μικρομεσαίοι Ελληνες δεν θέλουν να ξέρουν το προφανές: Στη χωματερή του ιστορικού κέντρου καθρεφτίζεται εν μέρει η παρούσα Ελλάδα, και εν όλω η επελαύνουσα Ελλάδα του σκληρού χειμώνα 2011. […]

»Θα βουλιάζουμε. Κάθε μέρα, κάθε μήνα. Η ύφεση φέρνει φτώχεια στη μικρομεσαία Ελλάδα, φέρνει μνήμες υπανάπτυξης, φέρνει τον μικρομεσαίο, αυτόν που ξέχασε τη φτώχεια και την σπάνη, πιο κοντά, όλο και πιο κοντά στο επίπεδο του οικονομικού πρόσφυγα, του μετανάστη, του απεγνωσμένου. Ο βούρκος του περιθωριακού απειλεί να ρουφήξει και τον ενταγμένο μικρομεσαίο. Μοιράζονται τον ίδιο δημόσιο χώρο, την ίδια ζούγκλα, την ίδια χωματερή.

»Στην κρίση καλύτερος δρομέας είναι ο πλούσιος, έγραψε ένας τραπεζίτης πρόσφατα. Ουδέν αληθέστερον. Οι πλούσιοι δεν ζουν καν στην Αθήνα, δεν τους νοιάζει· και ίσως βλέπουν την παρακμή της μεσαίας τάξης σαν αποκατάσταση της διασαλευθείσας τάξης, της απόλυτης κυριαρχίας τους, της φεουδαρχίας με νεωτερικά ψιμμύθια. Οι περισσότεροι πολιτικοί υπηρετούν αυτή τη λογική, ή ανήκουν σ’ αυτήν· έχουν εγκαταλείψει προ πολλού και τη δημοκρατία και την πατρίδα.

»Το θέμα είναι τι κάνουν οι μικρομεσαίοι, οι πολλοί, όσοι δεν είναι μακριά από τη φτώχεια, αλλά είναι μακριά από τον πλούτο· τι κάνουν για να σωθούν. Εκαναν το κουνέλι, λούφα και φυγή· μήπως και ωφεληθούν οι ίδιοι από την αδικία, την ανισότητα, την ανομία. Τώρα όμως απειλούνται με ισοπέδωση όλοι, κανείς δεν μπορεί να σωθεί μόνος του.

»Μόνο αν δράσουν συλλογικά, μόνο αν μεταβούν στο Εμείς, θα μπορέσουν να αποτρέψουν την εξολόθρευσή τους, υλική, ηθική, πνευματική. Μόνο αν αποφασίσουν να δράσουν για τον συλλογικό εαυτό, μόνο τότε υπάρχουν ελπίδες ανάσχεσης και αναστροφής τα χρόνια που έρχονται. Οποιος δεν καταλαβαίνει, όποιος δεν αντιλαμβάνεται την ιστορική θραύση, ας κάνει μια βόλτα on the wild side.»

φωτ.: Ελισάβετ Μωράκη

Πριν από είκοσι τέσσερα χρόνια διάβασα ένα βιβλίο που μου εντυπώθηκε. Το «Μέντιουμ», του πρωτοεμφανιζόμενου Γιώργου Συμπάρδη, ήταν μια νουβέλα με πρωταγωνιστή την Αθήνα της μεταπολίτευσης, αλλά μια Αθήνα διόλου μητροπολιτική και φαντασμαγορική. Το βιβλίο περιέγραφε μια Αθήνα υπόκωφη και κρυμμένη, την Αθήνα των λαϊκών ανθρώπων με τα μικρά όνειρα και τις μισοτελειωμένες επιδιώξεις, έναν κόσμο γεμάτο υπονοούμενα, λελογισμένη φτώχεια, σημάδια ημιορατά, διαψευσμένες ζωές. Και δεν ήταν ηθογραφία. Το Μέντιουμ μιλούσε για μια κοινωνία και μια ζωή που έμεναν στα αζήτητα της νεοελληνικής τέχνης: να, αυτό μου εντυπώθηκε.

Ο Συμπάρδης (γ. 1945), μετά έντεκα χρόνια σιωπής, συνέχισε την μικροανατομία του με ένα εξίσου ή και περισσότερο έκκεντρο μυθιστόρημα, τον “Αχρηστο Δημήτρη”, μια δαιδαλώδη αφήγηση προσώπων, βίων, βουβών ερώτων, ματαιώσεων, ανεξήγητων ανατροπών. Ενα μυθιστόρημα για την Ελλάδα του ’70-’80, για τα αισθήματά της τα μισά και αντινομικά, για τη λειψή της ενηλικίωση.

Το ’98, ο “Δημήτρης”. Δεκατρία χρόνια σιωπής. Και τώρα η “Υπόσχεση γάμου”. Αθήνα στα πρόθυρα της Κρίσης, μικροαστικές και λαϊκές συνοικίες, Καλλιθέα, Φάληρο, Ταύρος, Μοσχάτο, Καμίνια, ο Ηλεκτρικός από την Κηφισιά, διαδρομές με ταξί, πνιγηρά ουζερί, μικρά διαμερίσματα. Τέσσερις γυναίκες στα σαράντα, Αλέκα, Ολγα, Βιβή, Ματίνα ― η στέρεη, η όμορφη παθητική, η γεροντοκόρη, η ραγισμένη ψυχωτική. Με όλες σχετίζεται ποικιλοτρόπως ο συνομήλικος Ζαχαρίας, ένας αδύναμος άνδρας, δειλός, λούζερ, ευγενικός· φλερτάρει, αρραβωνιάζεται παντρεύεται. Στο φόντο, άλλοι άνδρες, μοιραίοι, μνησίκακοι, αρπακτικοί, λάγνοι, άνδρες-σκιές.

Το βιβλίο είναι γραμμένο ψιλοβελονιά, με λεπτομερέστατες ρεαλιστικές καταγραφές της πιο πεζής καθημερινότητας, ο αφηγητής μπαίνει σε γκαρσονιέρες και τριάρια λαϊκών πολυκατοικιών, σε κουζίνες και βεράντες, με μιαν αφόρητη πεζολογία βλέπει και μιλάει, σχεδόν μουρμουρίζει, στ’αυτί του αναγνώστη, χτίζει σιγά σιγά, βασανιστικά, χαρακτήρες και σχέσεις, ανθρώπους χωρίς μεγαλείο, τυραννισμένους, αδύναμους, παραδομένους στη μοίρα. Αυτή η πεζολογία, η αβάσταχτη και βασανιστική, είναι η μεγάλη αρετή του βιβλίου: το κουβάρι των ταπεινών βίων διαρκώς ξετυλίγεται και διαρκώς μπερδεύεται, οι άνθρωποι διαγράφονται όλο και διαυγέστερα, και η τόση διαύγεια, ο τόσος ρεαλισμός, απολήγει στο παράδοξο, στο αλλόκοτο. Η ζωή είναι αλλόκοτη. Τόσο πιο αλλόκοτη όσο πιο απλή.

Η “Υπόσχεση Γάμου” είναι μια οδυνηρή επισκόπηση της ελληνικής κοινωνίας, των πιο μαζικών στρωμάτων της, των μικροαστικών και λαϊκών, τόσο μαζικών και προφανών, τόσο αντιηρωικών και τετριμμένων, που δεν θέλει να τα δει και να τα ιστορήσει η σημερινή ελληνική τέχνη, δεν θέλει καν να γνωρίζει την ύπαρξή τους ―με εξαίρεση ελάχιστους νεότερους κινηματογραφιστές, σαν τον Γ. Οικονομίδη λ.χ. Ο Γ. Συμπάρδης, απεναντίας, προγραμματικά σχεδόν, από το πρώτο του βιβλίο, το ’87, έως σήμερα, βυθίζει το βλέμμα του σε αυτή την «αόρατη», την πανταχού παρούσα, μικροαστική και λαϊκή Ελλάδα και ακολουθεί τους ανθρώπους της, τους ζωγραφίζει, τους παρακολουθεί, τους ακούει, αναμεταδίδει τους φόβους και τα πάθη τους, τον χαμηλοτάβανο κόσμο τους. Δεν κρίνει, δεν κατακρίνει, δεν ειρωνεύεται, δεν δικάζει. Γράφει. Σαν καλλιτέχνης, τους δημιουργεί, τους δίνει ζωή και υπόσταση. Σαν άνθρωπος, τους συμπονάει, χωρίς να τους οικτίρει, χωρίς να τους χαρίζεται· ζει ανάμεσά τους, αναπνέει μαζί τους.

Κυρίως, δεν φοβάται το θέμα του, το τόσο τριμμένο και προφανές, το τόσο μπανάλ: ζωές ανθρώπων χωρίς μεγαλείο, χωρίς πετάγματα, χωρίς λάμψη, άνθρωποι χωρίς ιδιότητες, οι αόρατοι του μετρό, οι αόρατοι του σούπερ μάρκετ. Οι γυναίκες του βιβλίου εργάζονται σκληρά, νοσοκόμες και τραπεζοκόμοι, σκέφτονται τη σύνταξη, είναι σαραντάρες, ο έρωτας φτερουγίζει ακόμη, αλλά αδύναμα, είναι φτωχές. Οι άντρες δουλεύουν για είκοσι ευρώ μεροκάματο, βάρδια ταξί. Οι άνθρωποι είναι φτωχοί, στο όριο: λογαριάζουν το δεκάρικο, οι λογαριασμοί σπιτιού τούς ταράζουν, οι πιστωτικές είναι στα κόκκινα, μια παρεκτροπή τζόγου κλονίζει ολόκληρη οικογένεια. Είναι μια κοινωνία σε κρίση, πριν την παρούσα κρίση.

Αλλά το μυθιστόρημα καθαυτό δεν κάνει κοινωνιολογία, ούτε καν αυτή που του αποδίδουμε. Η “Υπόσχεση γάμου” περιγράφει τη ζωή ως διαρκή κρίση, ως δοκιμασία. Σκύβει πάνω απ’ τις ζωές των μικρών και ασήμαντων ανθρώπων. Πηγαίνει τόσο κοντά ώσπου τις γυρνάει απ’ την ανάποδη: και τότε φανερώνονται, μέσα από μικρές εκλάμψεις, το παράδοξο της ζωής, τα κρυμμένα μυστικά, οι ψυχαναλυτικές συμπτώσεις, η ζωή σαν ζαριά. Αλλά και οι στρατηγικές επιβίωσης, η αντοχή των αδύναμων, η συχώρεση της θηριωδίας, η αποδοχή του βίου σαν θαύμα και σαν βάσανο.

Η ανάγνωση ξεγελάει στην αρχή, με την ηθελημένη, αβάσταχτη πεζολογία του βιβλίου. Πολύ σύντομα, μαγνητίζει: οι ζωές των άλλων είναι η δική σου ζωή. Διαβάζεται σαν μακρύς αναστεναγμός.

WASTED_Youth_Poster

Στην ταινία Wasted Youth όλα συμβαίνουν καλοκαίρι. Ο 16χρονος Χάρης περιπλανιέται στην Αθήνα του καύσωνα πάνω στο σκέιτμπορντ, με τα ακουστικά του iPod στ’ αυτιά, και τη γεύση της αθανασίας στα χείλη. Βόρεια προάστια, συνοικίες, γειτονιές, πλατεία Συντάγματος, Φιλοπάππου, Μοναστηράκι, Γκάζι, Ζούμπερι… Οι φίλοι του είναι παιδιά από μικρομεσαίες οικογένειες, μετανάστες, έφηβοι που δουλεύουν, πηγαίνουν σχολείο χαλαρά, μοιράζονται ένα σουβλάκι και μια μπίρα, μοιράζονται τις εμπειρίες του φλερτ, μοιράζονται τον πελώριο χρόνο. Καθώς παρακολουθείς το παιχνίδι, το χασομέρι, τις επαφές τους, τίποτε δεν σου βάζει στο νου ότι αυτός ο χρόνος μπορεί να διαρραγεί. Οταν το κορίτσι λέει στον Χάρη να μη βιάζεται να προχωρήσει ερωτικά, γιατί “έχουν όλο τον χρόνο”, ο Χάρης απαντά χιλιαστικά: “Ποιο χρόνο; Το 2012 θα καταστραφούν όλα!”

Η “Σπαταλημένη νιότη” των Αργύρη Παπαδημητρόπουλου και Γιαν Φόγκελ τυπικά είναι μια μυθοπλασία βασισμένη στον φόνο του Αλέξη Γρηγορόπουλου. Βαθύτερα όμως είναι ένα δραματοποιημένο ντοκυμαντέρ με πρωταγωνιστές τους έφηβους, τις μικρομεσαίες τους οικογένειες και την μητροπολτική Αθήνα. Είναι ένα υβρίδιο ηθογραφίας και road movie, στην οποία συναντιούνται οι μεγάλες πικρές αφηγήσεις για τη νεολαία, η ιχνογράφηση της σύγχρονης οικογένειας, ο νεορεαλισμός ― το Αmerican Graffiti του Τζ. Λούκας, τα σύγχρονα βραζιλιάνικα με την άγρια μητροπολιτική νεολαία, η ανθρωπολογία των ragazzi di vita του Παζολίνι. Η μοναξιά και η στέγνια αντάμα με την τρυφερότητα, την αθωότητα, τη δύσκολη αναζήτηση της αγάπης.

Είναι ντοκυμαντέρ και αυτοσχεδιασμός: η ταινία δείχνει σχεδόν τις ραφές της, δεν προσποιείται την μεγάλη παραγωγή, δεν εκπαιδεύει ηθοποιούς, η δραματουργία της είναι σχεδόν προσχηματική. Αυτή η τυπικά ρομαντική αφέλεια, αυτή η φρεσκάδα και η απλότητα, η ειλικρίνεια, συνιστούν τη γοητεία της.

Το Wasted Youth είναι μια ροκ ταινία που μιλάει για την Ελλάδα σήμερα, και φιλμάρει την Αθήνα σαν Λος Αντζελες της Μεσογείου, γυμνή, ακομπλάριστη· δείχνει την Αθήνα αυτή που είναι και λίγοι την καταλαβαίνουν: μια υπερμοντέρνα μητρόπολη, γεμάτη λιωμένα αισθήματα, γεμάτη αγάπη και ένταση, αλλά χωρίς στόχο, με σπασμένη τη ραχοκοκκαλιά, μια μάνα που φοράει κηδεμόνα.

Η σκηνή που επισκέπτεται ο Χάρης τη μάνα του στο νοσοκομείο κελαρύζοντας “γειά σου, μαμά” και αγκαλιάζονται και χαϊδεύονται καθώς της φοράει τον κηδεμόνα για τη σπονδυλική στήλη, είναι συνταρακτική κορύφωση τρυφερότητας μάνας-γιου και υπόκωφη αλληγορία για την ανάπηρη αγάπη που δεν μπορεί πια να μας στηρίξει ολοκληρωτικά. Ο Χάρης στηρίζει τη μάνα του και την περπατάει, την κοιτάει με λατρεία, ερωτικά, η μάνα του ανησυχεί, τον λέει συνεχώς “μωρό μου”. Υστερα τρώει ένα ζελέ στο νεκρικό κυλικείο, μόνος, εν σιωπή: Ο χρόνος πάλι αραιώνει, διαστέλλεται, στα μέτρα της απέραντης εφηβείας. Εχει προηγηθεί η αγκαλιά, το χαστούκι και ο καβγάς με τον πατέρα: η σχέση με τον πατέρα είναι σπασμένη.

Η πάσχουσα ραχοκοκκαλιά της μάνας, λοιπόν. Η θραυσμένη πυρηνική οικογένεια: Βουβοί τρώνε, βουβοί κοιμούνται στα διαμερίσματα. Ο οικογενειάρχης Βασίλης καπνίζει μανιασμένα με θέα τον ακάλυπτο· είναι ολόκληρος μια τεντωμένη χορδή που πορεύεται προς την έκρηξη αναπόδραστα. Η πολυεθνική παρέα των εφήβων, Ελληνες, Ουκρανοί, Αλβανοί, Αιγύπτιοι, Αρτούροι, Αμπντάλα και Ερμάλ, Χάρηδες και Σπόροι, μια φυλή φίλων, υποκατάστατο οικογένειας, όπου όλοι αποκαλούνται μυητικά “ρε φίλε”, “ρε μαλ..κα” και μοιράζονται όνειρα και φαντασιώσεις.

Το Wasted Youth, όπως και η Χώρα Προέλευσης του Σύλλα Τζουμέρκα, και τα άλλα πρόσφατα κινηματογραφικά έργα καλλιτεχνών ίδιας γενιάς και παρόμοιας ευαισθησίας, βυθίζονται στην ελληνική ζωή και φωτογραφίζουν φόβους, αισθήματα, σχέσεις, ελλείψεις, αγωνίες, ό,τι οδήγησε στον απωθημένο Δεκέμβρη του ’08 και στην παρούσα πολιτισμική-κοινωνική κρίση.

Καμία δημαγωγία, κανένα εύκολο συμπέρασμα, καμία διδακτικότητα ή ηθικολογία, ακόμη και σε ένα τόσο καυτό, φορτισμένο θέμα όπως ο χαμός ενός παιδιού. Το Wasted Youth δεν δικαιολογεί, δεν ερμηνεύει, δεν κοινωνιολογεί, δεν φιλολογεί, μόνο δείχνει: την πόλη λιωμένη στο φως του καταμεσήμερου, τη φαντασμαγορία της αστικής νύχτας, πρόσωπα και σώματα σε κοντινά.  Και αφουγκράζεται: τον ήχο του σκέιτμπορντ, μια κιθάρα indie, ένα κουρελάκι ραπ, ένα σκούτερ που αγκομαχάει, λόγια που τα παίρνει η σκόνη. Λεπτομέρειες, θραύσματα, φευγαλέες στιγμές, χωρίς κεντρικό νόημα. Ολα ειπωμένα παρατακτικά και επάλληλα, χωρίς μπρος-πίσω, σχεδόν αυτοσχέδια, με μια λάμπουσα εικονοποιϊα που αφηγείται χωρίς λόγια.

Το Wasted Youth, περισσότερο από μια καλή ταινία, είναι μια αυθεντική μαρτυρία για την εποχή μας, και μια προκαταβολή για τη σπουδαία τέχνη που πρέπει να περιμένουμε από τη γενιά των σημερινών τριαντάρηδων.

Την ειρηνική προσευχή των Μουσουλμάνων της Αθήνας σε δημόσιους χώρους, στις αρχές της εβδομάδος, διαδέχτηκαν αμέσως μετά βιαιοπραγίες κατά Μουσουλμάνων, συμπλοκές ημεδαπών και αλλοδαπών, ενδομουσουλμανικές συρράξεις και διαδηλώσεις.

Στην περιοχή Αχαρνών συνεχίζονται οι επιθέσεις εναντίον των αυτοσχέδιων τζαμιών και εναντίον των προσερχόμενων σε αυτά για προσευχή. Αναλόγως ανησυχητικό είναι αυτό που συνέβη στην Πλατεία Κοτζιά, όταν Αιγύπτιος παράνομος μικροπωλητής, ελεγχόμενος από άνδρες της δημοτικής αστυνομίας, κατήγγειλε με φωνές ότι του προσβάλλουν σύμβολα του Ισλάμ. Ακολούθησε αυθόρμητη συγκέντρωση τριακοσίων περίπου Μουσουλμάνων από τις παρακείμενες οδούς, εξαγριωμένων για την προσβολή του Κορανίου. Η οποία προσβολή ουδέποτε συνέβη, αφού τα κατασχεθέντα αντικείμενα δεν ήσαν ιερά, όπως εξακριβώθηκε από ομοθρήσκους του μικροπωλητή.

Και στα δύο περιστατικά κοινός παρονομαστής είναι η διαφαινόμενη αδυναμία της πολιτείας να τηρήσει τους νόμους και να προστατεύσει τα πολιτικά και ανθρώπινα δικαιώματα αλλοδαπών και ημεδαπών. Και στα δύο είδη περιστατικών, η διαφανείσα αδυναμία ή ολιγωρία έγινε αντιληπτή ως απουσία έννομης τάξης, ως απουσία του κράτους δικαίου, ως κενό νόμου, και αμέσως το κενό καλύφθηκε από όχλο που αυτοδικεί.

Η διακριτική απόσυρση του κράτους και η ταυτόχρονη ανάδυση της αυτοδικίας, η όλο και συχνότερη, είναι ένα από τα πιο δυσοίωνα σημάδια αυτής της δυσχερέστατης ιστορικής περιόδου, κατά την οποία δοκιμάζονται πολλαπλά η πολιτική κοινωνία και το δημοκρατικό κράτος.

Στις γκρίζες συνοικίες της αναγκαστικής συμβίωσης, οι φτωχοί ημεδαποί ζουν υποβαθμισμένα μαζί με χιλιάδες πενόμενους και εξαθλιωμένους αλλοδαπούς, λαθρομετανάστες ως επί το πλείστον. Η εντεινόμενη ύφεση συνδαυλίζει την καχυποψία και τη δυσανεξία, όλοι απειλούν να πάρουν την υπόθεση στα χέρια τους. Η αυτοδικία και η βία απειλούν να γίνουν κοινότοπο μέρος της καθημερινότητας, όπως ακριβώς συνέβη με τις ένοπλες ληστείες μετά φόνου. Αυτή η απειλή εναντίον του ηθικού και νομικού θεμελίου της κοινωνίας, είναι ίσως πιο τρομακτική και από την απειλή της οικονομικής χρεοκοπίας.

Στη δημοκρατία υπάρχουν αδιέξοδα. Και στενωποί. Και κλεισούρες επικίνδυνες. Δεν είναι αιώνια και δεν είναι οριστικά, αλλά μπορεί να διαρκέσουν πολύ και να σκορπίσουν σύγχυση και πόνο όσο διαρκούν. Από τέτοια στενά περνάει αυτό τον καιρό η ελληνική κοινωνία και η δημοκρατία μαζί της: από τα στενά πολλαπλών δοκιμασιών και βασάνων.
Διάβασε παρακάτω

Εβλεπα την ταινία του Σταύρου Καπλανίδη “Play it again Χρήστο”, ένα πρωτότυπο υπαρξιακό ντοκυμαντέρ για τον Χρήστο Βακαλόπουλο, μια ταινία γεμάτη λόγια φίλων, μνήμη, αισθήσεις, γεμάτη από την αύρα ενός ανθρώπου, την αύρα μιας εποχής. Δεν άλλαξα στάση στην πολυθρόνα, καθόμουνα άκρη, και κρεμόμουνα από το στόμα των ανθρώπων που μιλούσαν, από φωτογραφίες του ’70 και του ’80, από θραύσματα μουσικά, απ΄την Αθήνα και την Πάτμο, απ΄τη ζωή που έγνεφε γελαστικά, μελαγχολικά, φευγαλέα. Εμεινα στην ίδια στάση ώς τα γράμματα τέλους.

Γιατί στην ταινία δεν έβλεπα μόνο τον Χρήστο Βακαλόπουλο, τον κριτικό, τον γραφιά, τον κινηματογραφιστή, τον αισθητή των καφενείων, τον στοχαστή των αθηναϊκών οδών· τα έβλεπα όλα αυτά, αλλά έβλεπα και ολόκληρη την εποχή, έβλεπα τους ανθρώπους της γενιάς μου, τις αγωνίες, τις αναζητήσεις, τις γενναιοδωρίες, τα λάθη, τις απώλειες, βουβά μποφόρ και ένδοξα ναυάγια. Οπως και το βιβλίο-κατόρθωμα του Κώστα Λιβιεράτου για τον Βακαλόπουλο, η «Ονειρική Υφή της Πραγματικότητας», η ταινία του Καπλανίδη, σε άλλη κλίμακα, με άλλη γλώσσα, καταγράφει αφτιασίδωτα αλλά έμμορφα έναν άνθρωπο και την καιρό του, το ήθος και το χούι, τις μυστικές δονήσεις, τις ενοράσεις, τις διαψεύσεις, τις ήττες. Γι΄αυτό, τολμώ να αποκαλέσω αυτή την την ταινία, υπαρξιακό δοκίμιο και δραματικό τεκμήριο. Διότι ανασυστήνοντας το ίχνος του Βακαλόπουλου, δεν ανασυστήνει μόνο το γήινο ίχνος, το πνευματικό ίχνος, αλλά και τον μυστικό ίσκιο του, τον παπαδιαμαντικό διακαμό του.

Νά πώς: ο κινηματογραφιστής Νίκος Φατούρος αφηγείται τον φίλο του καθισμένος κατάχαμα, με το πανωκόρμι γυμνό, στην πλάτη του παίζουν σκηνές από ταινίες, η Αθήνα τρυπώνει από την μπαλκονόπορτα· κομπιάζει, γυρνάει σαν πρίγκηπας και λέει στην κάμερα: “Δώσε ένα τσιγάρο, κύριε Καπλανίδη…” Υστερα τραγουδάει ένα λαϊκό, in memoriam, βραχνά, σπασμένα, παράφωνα. Είναι δράμα, κι είναι τεκμήριο· είναι βραχνή αλήθεια.

Νά πώς: ο μάνατζερ Γιάννης Εξαρχος κομπιάζει, παύει, σαν να βουρκώνει· η ταινία βουβαίνεται και ακολουθεί τη σιωπή, διαδοχικά πέφτουν καρέ με όλους τους αφηγητές-φίλους σιωπηλούς, η σιωπή πήζει, σταλάζει βαριά. Είναι υπαρξιακό δράμα.

Νά πώς: Στην ταινία μυθολογείται η Κυψέλη, ένα αρχέτυπο στο συμβολικό σύμπαν του Β., ένας παν-τόπος, απ’ όπου γνωρίζει τους Kinks και τον Γκοντάρ και τα λαϊκά, και απ’ εκεί κατακτά τον κόσμο. Αυτή η μεταφορά συμπυκνώνει τον πιο βαθύ πνευματικό πυρήνα της γενιάς του ’70-’80, τη γλυκεία υπερβολή και τη διάψευση, όπως τόσο διαυγώς τα περιέγραψε ο ίδιος ο Β. στη “Γραμμή του ορίζοντος”, το 1991:

«Παλιά υπήρχαν τρία μέρη στον κόσμο· η Κυψέλη, η Ελλάδα και ο πλανήτης Γη. Τώρα βγαίνουν και λένε ότι ο κόσμος είναι ένας, όμως λένε ψέματα κι αυτό φαίνεται στα μάτια τους. Αυτοί τα έχουν μπερδέψει ενώ υπήρχαν τρία μέρη και το σπουδαιότερο πράγμα στον κόσμο ήταν να είσαι η ωραιότερη στην Κυψέλη όπως συνέβαινε στην Ερση. Αν ήσουνα η ωραιότερη στην Ελλάδα, κινδύνευες να σε κάνουν μις Υφήλιο και να σε παντρέψουν μ’ ένα χοντρό με πολλά λεφτά από τον πλανήτη Γη. Ηταν πιο δύσκολο να είσαι η ωραιότερη στην Κυψέλη γιατί εκεί σε έβλεπαν κάθε μέρα στο δρόμο, δεν σε ψήφιζαν βαμμένη, με μουσική από πίσω, ούτε σε γνώριζαν από τα περιοδικά, σε είχαν αγαπήσει χωρίς φωτογένεια. Σε έβλεπαν γελαστή, βιαστική, τσακωμένη με τη μάνα σου, ιδρωμένη, σκονισμένη. Ηταν πολύ πιο δύσκολο να είσαι η ωραιότερη στην Κυψέλη γιατί υπήρχε μόνιμη επιτροπή που ψήφιζε όλο το χρόνο εκτός από το βράδυ της Ανάστασης που κάτι τους έπιανε και τις έβγαζαν όλες πρώτες, […] με αποτέλεσμα να νομίζουν όλοι ότι έχουν φωτογένεια και μάλιστα να αισθάνονται ότι εκπέμπουν λάμψεις. […]

»Αργότερα όμως που όλοι οι άνθρωποι έγιναν φωτογραφίες και ο πλανήτης Γη πήρε την ονομασία τηλεόραση η Κυψέλη εξαφανίσθηκε από προσώπου γης και η Ερση πήγε να μείνει στα βόρεια προάστια και το καλοκαίρι αγόρασαν σπίτι με τον άντρα της τον δημοσιογράφο στη Σαντορίνη και μαύριζαν. […]
»Ηταν πολύ δύσκολο να είσαι κάτι στην Κυψέλη, σε ήξεραν απ΄έξω κι ανακατωτά, σε αγαπούσαν επειδή ήσουνα αδύναμη, σε γούσταραν και χωρίς φωτογένεια. Τώρα αυτό είναι αδύνατον γιατί ο κόσμος είναι ένας, κατάφερε να γίνει ένα χάρη στη φωτογένεια. Παλιά υπήρχαν τρία μέρη στον κόσμο, μία συνοικία, μία χώρα κι ένας παλνήτης. Πήγαιναν στην Ανάσταση, είχαν όλοι φωτογένεια, έβγαζαν κάτι λάμψεις, φίλαγαν σταυρωτά ο ένας τον άλλο μέσα στα πυροτεχνήματα. Μετά αποκαλύφθηκε η αλήθεια και τα ψέματα απέκτησαν φωτογένεια σε διάφορα θέρετρα».

Οι συνομήλικοι του Βακαλόπουλου, γεμάτοι φωτογένεια από τα περασμένα χρόνια, συνεχίζουμε την ιχνηλασία μες στη σκοτεινιά του 2010. Χωρίς φωτογένεια.


Ο ναός του Αγίου Γεωργίου Καρύτση είναι τρίκλιτος βασιλική μετά τρούλου, προφυλαγμένη από το βουητό της οδού Σταδίου σε μια εξαίσια αθηναϊκή πλατεία, την ομώνυμη. Το αρχιτεκτονικό της στυλ είναι αθηναϊκό, δηλαδή νεοκλασικό ανάμεικτο, με βυζαντινές και ρωμανικές επιρροές· φέρει την υπογραφή του σπουδαίου Λύσανδρου Καυταντζόγλου, αλλά δεν ακολουθεί το αμιγές νεωτεριστικό ύφος άλλων έργων του, λ.χ. της Αγίας Ειρήνης επί της Αιόλου, του Αγίου Κωνσταντίνου της Ομονοίας, του Αρσακείου, του Αγίου Διονυσίου των Καθολικών κ.λπ.

Κατά τούτο, κατά το ανάμεικτο του ύφους και κατά την κλίμακα του μικρού μεγέθους του, τούτος ο ναός εκφράζει την Αθήνα του 19ου και του 20ού αιώνα, εκφράζει το μεικτό αλλά νόμιμο ύφος του κρατιδίου, τους αστούς κυρίως, αλλά και τους επήλυδες που έγιναν αστοί, τους νοικοκυραίους, τους υφασματέμπορους, τους βιοτέχνες, τους γραφιάδες και τους ραφτάδες, τους χρυσοχόους και τους ρολογάδες, τους καφεπώλες, τους δημοσιογράφους, τους βενιζελικούς, τους ευσεβιστές της «Ζωής», τους μουσόφιλους του «Παρνασσού», τους αναγνώστες της Εστίας και του Βήματος, όσους ακόμη και σήμερα ζουν, κινούνται, ανασαίνουν πέριξ του κομψού τρούλου και του φαιομάρμαρου πυλώνος.

Αλλά αυτοί οι άνθρωποι τελειώνουν, φεύγουν. Ο κόσμος αυτός των νεοελληνικών δύο αιώνων, πλούσιος μες στις αντινομίες και τα έργα του, κόσμος της εργασίας και του εμπορίου, των Γραμμάτων και της γνώσης, αυτός ο κόσμος εγκαταλείπει την πλατεία Καρύτση, συνταξιοδοτείται ή χρεοκοπεί, μετακομίζει, αποχωρεί. Σε κάθε μαγαζί, σε κάθε εργαστήριο που κλείνει, ιδρύεται καφενείο και μπαρ. Ο homo faber, o homme des lettres, ο cognoscente, εγκαταλείπουν τη σκηνή, τα κτίρια με την πατίνα της γνώσης και της τέχνης.

Τη θέση τους παίρνει ο κόσμος της διασκέδασης, της αμεριμνησίας, κόσμος ανέργων και αέργων ενδεχομένως, κόσμος του μεταιχμίου, μεταφερμένος από αλλού, κόσμος που ουδέποτε θα ριζώσει και θα γνωρίσει, δεν θα ενδιαφερθεί να μάθει ποια ήταν η αθηναϊκή οικογένεια Καρύκη ή Καρύτση, κτιτορική του ναΐσκου από τον 11ο αιώνα, οικογένεια που έβγαλε Μητροπολίτη Αθηνών και Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως τον 16ο αιώνα.

Κόσμοι άλλου γένους. Μπείτε σ’ ένα μαγαζί της Πραξιτέλους, της Λέκκα, της Κολοκοτρώνη, οποιοδήποτε· κάνετε μια ερώτηση για οτιδήποτε αναζητείτε εκεί γύρω, οσοδήποτε εκκεντρικό, μια μισομέταξη φόδρα, ένα εξωτικό κουμπί, ένα ασημένιο εξάρτημα. Ευθύς θα σας απαντήσουν, με ακρίβεια, με σαφήνεια: Στο 12 της Λεωχάρους, στη Μιλτιάδους καθώς μπαίνεις, στη Ρόμβης 2, στη Χαβρίου τρίτο μαγαζί όπως μπαίνεις από Κολοκοτρώνη. Ρωτήστε οτιδήποτε απλούστατο σε έναν θαμώνα των μπαρ της Καρύτση: Προς τα πού πέφτει η οδός Νικίου; Δεν ξέρω, δεν είμαι από δω – αυτή είναι η πιθανότερη απάντηση.

Δεν ξέρω, δεν είμαι από δω. Αυτός είναι ο αναδυόμενος κόσμος του μετασχηματισμένου ιστορικού κέντρου: διαρκώς επήλυδες, περαστικοί, σταθμεύοντες προσωρινά για ένα ποτό στο διασκεδασογκέτο. Σε ένα διαμορφούμενο γκέτο χωρίς κατοικίες, χωρίς εμπορικά, χωρίς βιοτεχνίες και γραφεία, χωρίς ανθρώπους ημέρας εντέλει, μόνο με ανθρώπους νυκτός, σε μια πόλη που αφαιμάσσεται από εργασία και dare e avere ημερήσιο, σε μια πόλη που βυθίζεται στην κρίση και παραδίδεται νωχελικά, ηδονικά, αυτοκαταστροφικά σε ατμούς αλκοόλ και τσιγάρου, στα μπιτ και την αυτοθέαση.

Μοίρα της Πλάκας, μοίρα του Ψυρρή, μοίρα του Κεραμεικού… Μοίρα των παρόχθιων της μυθικής πλατείας Καρύτση, του πιο παλιού και στέρεου οργάνου του αστικού μας βίου. Εκεί όπου φύτρωσε και βλάστησε η Αθήνα των αισθητών και των επιτηδευματιών, του Μιχαήλ Μητσάκη, του Νιρβάνα, του Παπαδιαμάντη και του Βάρναλη, του Μικρασιάτη λεπτουργού και του ρωμανιωτοεβραίου υφασματέμπορου, σε μάρμαρα κλασικά και βυζαντινά και μεταοθωμανικά, σε κονιάματα νεοκλασικά, σε ρείθρα πεζοδρομίων από μάρμαρο πεντελικό, σε μικρομέγαρα art deco με εσωτερικά αίθρια και καφενεδάκια στη στοά εισόδου, εκεί, σε αυτό το παλίμψηστο, αργοσβήνει τώρα η σωρευμένη μνήμη, αργοσβήνουν φωνές, παραγγελίες, συναλλαγές, μικρές βιτρίνες και πατιναρισμένα ερμάρια από δρυ και καρυδιά, και ανάβουν ορμητικές άλλες φωνές, άλλα φώτα, άλλες μουσικές, σκεύη από χάλυβα inox και γυαλί, βέσπες νυκτός, νεαρούδια με μπίρες ορθίων, άλλα λόγια. Ισως καλύτερα, ίσως.

Στην πλατεία Καρύτση εισήλθα, το πρώτον, περί το 1968. (Τα εικονίσματα του ναού είναι δυτικότροπα, ναζαρηνά, σκέφτηκα πρόσφατα). Η εντύπωση ήταν εντύπωση μεγαλείου. Στα μεσήλικα μάτια μου το μεγαλείο της πλατείας λιγόστεψε, ο ναός μίκρυνε· ο έρωτας παραμένει αμείωτος.

Ζητιάνοι, πρεζάκια, πλανόδιοι πωλητές, φυλές των φαναριών. Ανάμεσά τους, με το φως της μέρας, κυκλοφορούν και μικρομεσαίοι Ελληνες, από ανάγκη, επειδή πρέπει να βρίσκονται εκεί, επειδή περνούν απ’ εκεί, επειδή ξέμειναν οι δουλειές τους εκεί. Οταν πέσει η νύχτα, οι μικρομεσαίοι εξαφανίζονται, εκτός από όσους έχουν τα σπίτια τους εκεί: είναι αυτοί που ζουν εκτός πολιτεύματος, όπως περιγράφει τον εαυτό του φίλος κάτοικος Πατησίων.

Κάθε περιγραφή της παρούσας κατάστασης στο ιστορικό κέντρο υπολείπεται της πραγματικότητας· κάθε περιγραφή είναι πιο ζοφερή από την προηγούμενη. Καθώς σωρεύονται οι περιγραφές, αποσπασματικές και περιπτωσιολογικές, μετατρέπονται ακαριαία σε κοινοτοπία, καταντάνε αναμενόμενη μικροφρίκη. Οι μικρομεσαίοι δεν θέλουν να μαθαίνουν, δεν θέλουν να βλέπουν λιώμα πλάσματα χυμένα στα ρείθρα, δεν θέλουν να μυρίζουν ούρα, δεν θέλουν να ακούνε για εγκληματικότητα, δεν θέλουν να δεχτούν ότι η πόλη τους, η πρωτεύουσα του κρατιδίου, καρδιά και πνεύμονας της Δημοκρατίας, κατελήφθη από αλλότριες δυνάμεις, από υπέρτερες δυνάμεις, από τις δυνάμεις της απόλυτης φτώχειας, της εξαθλίωσης, των ανθρώπινων ναυαγίων. Οι μικρομεσαίοι δεν θέλουν να ξέρουν ότι η Αθήνα μετασχηματίζεται σε χωματερή, ότι η εξαθλίωση απλώνεται σαν γιγάντιος μύκητας που όλα τα σκεπάζει και τα κατατρώει, από το κέντρο, εστία της λοίμωξης, προς την περιφέρεια, προς τις γειτονιές, τις συνοικίες, τα προάστια.

Οι μικρομεσαίοι Ελληνες δεν θέλουν να ξέρουν το προφανές: Στη χωματερή του ιστορικού κέντρου καθρεφτίζεται εν μέρει η παρούσα Ελλάδα, και εν όλω η επελαύνουσα Ελλάδα του σκληρού χειμώνα 2010-11. Καθρεφτίζεται ένα κράτος, μια διοίκηση, ένα πολιτικό σύστημα και ένας λαός, που περιφρόνησαν τον δημόσιο χώρο, τον συλλογικό βίο, το κοινό καλό, το σχέδιο, την ταυτότητα, που στρουθοκαμήλισαν ενώπιον της ζωής με κλισέ ορθοφροσύνης, που φάνηκαν οπισθόβουλοι, συμφεροντολόγοι, απαθείς, κυνικοί, κατά συρροήν και κατ΄εξακολούθησιν.

Η μεσαία τάξη, παγωμένη και έμφοβη, δεν θέλει να δει την προεικόνισή της: Εξω από κάθε μαγαζί στο κέντρο της Αθήνας, που κλείνει και μένει ξενοίκιαστο, πένθιμο, στήνεται σκουπιδαριό και δημόσιο ουρητήριο. Το άφησε ο μαγαζάτορας, ο ιδιώτης, έγινε οιονεί δημόσιο, το άφησαν όλοι: ακόμη και οι οδοκαθαριστές του δήμου. Αυτή η εικόνα, βγαλμένη από δυστοπικά μυθιστορήματα και ταινίες, βγαλμένη από βίαια ντοκιμαντέρ και βίντεο ειδήσεων, θα ‘πρεπε να στοιχειώνει τον ύπνο των Ελλήνων. Με υπερφορτωμένες και υποβαθμιζόμενες υποδομές, με σχολεία και νοσοκομεία σε φθίση, με τον κοινωνικό μισθό ισχνό ή ανύπαρκτο, με το νόμιμο εισόδημα συρρικνούμενο, με την παραοικονομία υπό πίεση, με το κράτος χρεοκοπημένο, με τους κυβερνήτες λίγους και άσχετους, ελπίζει άραγε ο Ελληνας ότι τα πράγματα θα φτιάξουν; Μαγικά;

Θα βουλιάζουμε. Κάθε μέρα, κάθε μήνα. Η ύφεση φέρνει φτώχεια στη μικρομεσαία Ελλάδα, φέρνει μνήμες υπανάπτυξης, φέρνει τον μικρομεσαίο, αυτόν που ξέχασε τη φτώχεια και την σπάνιδα, πιο κοντά, όλο και πιο κοντά στο επίπεδο του οικονομικού πρόσφυγα, του μετανάστη, του απεγνωσμένου. Ο βούρκος του περιθωριακού απειλεί να ρουφήξει και τον ενταγμένο μικρομεσαίο. Μοιράζονται τον ίδιο δημόσιο χώρο, την ίδια ζούγκλα, την ίδια χωματερή.

Στην κρίση καλύτερος δρομέας είναι ο πλούσιος, έγραψε ένας τραπεζίτης πρόσφατα. Ουδέν αληθέστερον. Οι έχοντες δεν ζουν καν στην Αθήνα, δεν τους νοιάζει· και ίσως βλέπουν την παρακμή της μεσαίας τάξης σαν αποκατάσταση της διασαλευθείσας τάξης, της απόλυτης κυριαρχίας τους, της φεουδαρχίας με νεωτερικά ψιμμύθια. Οι περισσότεροι πολιτικοί υπηρετούν αυτή τη λογική, ή ανήκουν σ’ αυτήν· έχουν εγκαταλείψει προ πολλού και τη δημοκρατία και την πατρίδα.

Το θέμα είναι τι κάνουν οι μικρομεσαίοι, οι πολλοί, όσοι δεν είναι πάνω από τη φτώχεια, αλλά μακριά από τον πλούτο· τι κάνουν για να σωθούν. Εκαναν το κουνέλι, λούφα και φυγή· μήπως και ωφεληθούν οι ίδιοι από την αδικία, την ανισότητα, την ανομία. Τώρα όμως απειλούνται με ισοπέδωση όλοι, κανείς δεν μπορεί να σωθεί μόνος του. Μόνο αν δράσουν συλλογικά, μόνο αν μεταβούν στο Εμείς, θα μπορέσουν να αποτρέψουν την εξολόθρευσή τους, υλική, ηθική, πνευματική. Μόνο αν αποφασίσουν να δράσουν για τον συλλογικό εαυτό, μόνο τότε υπάρχουν ελπίδες ανάσχεσης και αναστροφής τα χρόνια που έρχονται. Οποιος δεν καταλαβαίνει, όποιος δεν αντιλαμβάνεται την ιστορική θραύση, ας κάνει μια βόλτα on the wild side.


«Δύο, τρεις, πέντε, δέκα σταλαγμοί.»

Με ήχους, ρυθμό και υγρασία, ξεκινά ο Ξεπεσμένος Δερβίσης του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, μοναδικό κείμενο στη νεοελληνική γραμματεία ― και στη διεθνή. Δεν είναι διήγημα τυπικό, δεν είναι δοκίμιο, δεν είναι ποίημα. Είναι ένα φιλμ με λέξεις και ήχους και αισθήσεις, λυρικό μοντάζ αποσπασμάτων μουσικά αρμοσμένων, με ποιητικό ειρμό. Κι είναι μια ελεγεία για τον αθηναϊκό βίο, τόσο ταιριαστή στα σημερινά μας.

Εξι σελίδες βιβλίου. Το διαβάζω κάθε τόσο, φωναχτά, ψιθυριστά, σιωπηλά, και στη μαγική Αθήνα του 1896 αφουγκράζομαι την πόλη του 21ου αιώνα: τα ράδια και τους στεναγμούς των ακάλυπτων, τις μουσικές από παράθυρα αυτοκινήτων, τον αντίλαλο από συναυλίες σε λόφους και άλση, τα ελαφροπατήματα των νυν άστεγων, ανέστιων, φερέοικων, τα τιτιβίσματα λυγερών νέων με μούσια και κιθάρες, τη μελωδική ντοπιολαλιά γέροντος κοτσωνάτου, την πολύγλωσση βουή της Λαϊκής. Σ’ όλα τα σημερινά μπορείς να ακούσεις τον υπερμοντέρνο Παπαδιαμάντη, τον ψάλτη που εκουρδίζετο στο στασίδι του σαν τραγουδούσε τα βασανάκια των ανθρώπων και τους αχούς της ανατολικής του πόλεως. Γιατί, σαν το σκέφτομαι, αυτός, και μερικοί άλλοι Νεοέλληνες, σαν τον Σολωμό, τον Εγγονόπουλο, τον Πικιώνη, μάς έμαθαν να βλέπουμε τον τόπο που ζούμε, τον τρόπο που ζούμε, να βλέπουμε βαθιά, πραγματικά, ιστορικά, και ταυτοχρόνως να τα φανταζόμαστε υπέρτερα.

Να, κάπως έτσι ο υλικός βίος, ο αισθαντικός: «Εκείνην την βραδιάν τον είχε προσκαλέσει μία παρέα. Επτά ή οκτώ φίλοι αχώριστοι. Αγαπούσαν την ζωήν, τα νιάτα. Ο ένας απ’ αυτούς έβαλλε γιουβέτσι κάθε βράδυ. Οι άλλοι έτρωγαν. […] Αγαπούσαν τα τραγούδια, τα όργανα. Ο Δερβίσης δεν έπινε κρασί, έπινε μαστίχαν. Δερβισάδες ήσαν κι αυτοί.» (Ο ξεπεσμένος δερβίσης). Κι έτσι ο βίος της φαντασίας: «— Πού, σ’ αυτόν τον κόσμο; ―Μπου ντουνιά τσαρκ φιλέκ. —    Άσκ ολσούν … υπεψιθύρισεν ο σαλεπτσής. Δεν είχε γνωρίσει τον άνθρωπον, αλλά το ένδυμα. Κάθε άλλος θα τον εξελάμβανε ως φάντασμα. Αλλ’ αυτός δεν επτοήθη. Ήτο απ’ εκείνα τα χώματα.» (Ο ξεπεσμένος δερβίσης) Και: «Είπα: “Ἰδοὺ βγαίνουν ακόμη φαντάσματα!” και ησθάνθην κρυφήν χαράν.» (Αι Αθήναι ως ανατολική πόλις)

Η μεγάλη τέχνη, η ανυπέρβλητη, του Παπαδιαμάντη στον Δερβίση, είναι, αφενός, ο τρόπος που βλέπει, ακροάται, οσμίζεται, αισθάνεται τον αστικό βίο· αφετέρου, ο τρόπος που καταγράφει και φορμάρει: χωρίς μυθοπλασία, χωρίς ηθικό δίδαγμα, χωρίς κρίσεις επί των ανθρώπων, χωρίς να σκαρώνει χαρακτήρες. Είπαμε, λυρικό μοντάζ σκηνών, αποσπάσματα που συναρμόζονται οργανικά ως εκ της παραθέσεως, από το ένα χάραμα στο άλλο, από το πρώτο σαλέπι ώς το τελευταίο, και, κυρίως, ως εκ της μουσικής που διατρέχει και διαποτίζει όλην την αφήγηση, το τραγούδισμα γι΄αυτόν τον φερέοικο: «Νάι, νάι, γλυκύ. Νάζι — κατά έν ζήτα ελαττούται. Αύρα, ουρανός, άσμα γλυκερόν, μελιχρόν, αβρόν, μεθυστικόν. Νάι, νάι. Κατά δύο κοκκίδας, διαφέρει διά να είναι το Ναι, οπού είπεν ο Χριστός. Το Ναι το ήμερον, το ταπεινόν, το πράον, το Ναι το φιλάνθρωπον.»

Ο κόσμος του Θησείου, του καφενείου, του σαλεπιτζή μες στο χάραμα, είναι κόσμος ανοιχτός· κανείς δεν ξέρει από πού ήρθε ο δερβίσης, ποιος είναι, πού κατέληξε· όλοι αναρωτιούνται, όπως ο αφηγητής, μα κανείς δεν πιέζει για μια αληθοφανή απάντηση· προτιμούν να φαντάζονται, αφήνουν μετέωρα τα ερωτήματα. Είναι ο ανοιχτός κόσμος της ανατολικής μητροπόλεως, της ανατέλλουσας φαντασμαγορίας: «Είχεν αναφανεί. Πότε; Προ ημερών, προ εβδομάδων. Πόθεν; Από την Ρούμελην, από την Ανατολήν, από την Σταμπούλ. Πώς; Εκ ποίας αφορμής; Ποίος; Ήτον Δερβίσης; Ήτον βεκτασής, χόντζας, ιμάμης; Ήτον ουλεμάς, διαβασμένος; Υψηλός, μελαψός, συμπαθής, γλυκύς, άγριος. Με το σαρίκι του, με τον τσουμπέν του, με τον δουλαμάν του. Ήτο εις εύνοιαν, εις δυσμένειαν; Είχεν ακμάσει, είχεν εκπέσει, είχεν εξορισθεί; Μπου ντουνιά τσαρκ φιλέκ. Αυτός ο κόσμος είναι σφαίρα και γυρίζει.[…] Ζει, απέθανε, περιπλανάται εις άλλα μέρη, ανεκλήθη από της εξορίας, επανέκαμψεν εις τον τόπον του; Κανείς δεν ηξεύρει. Ίσως την ώραν ταύτην ν’ ανέκτησε την εύνοιαν του ισχυρού Παδισάχ, ίσως να είναι μέγας και πολύς μεταξύ των Ουλεμάδων της Σταμπούλ, ίσως να διαπρέπει ως ιμάμης εις κανέν εξακουστόν τζαμίον. Ίσως να είναι ευνοούμενος του Χαλίφη, αρχιουλεμάς, σεϊχουλισλάμης. Μπου ντουνιά τσαρκ φιλέκ.»

Καθόμαστε στο μικρό καφενείο του κόσμου, ίδιο απ’ το 1896 στο 2010. Ο Δερβίσης πίνει πλάι μας μαστίχα κερασμένη, «άστεγος, άνεστιος, φερέοικος». All night long. Στο παρόν και στο μέλλον.

Εικόνα: Χαρακτικό του Δημήτρη Μοράρου, 2004.

Μεγάλη Εβδομάδα, 2050, Αθήνα, Ελλάδα, ώρα 23:40. Τέσσερα άτομα, μικρόσωμα, μάλλον παιδιά, σκρινάρουν κάδους απορριμμάτων σε μια υποβαθμισμένη γειτονιά, στην Πλατεία Θυμάτων, πρώην Πλατεία Αττικής. Είναι ντυμένοι σκούρα, φοράνε μαντίλες, τα ρούχα τους είναι τυλιγμένα σε στρώματα γύρω από τα σώματα, σαν σκάφανδρα, μες στο ημίφως διακρίνονται σαν σκοτεινοί δύτες.

Διάβασε παρακάτω

Σόλωνος, Κυριακή των Βαΐων

Σόλωνος, Κυριακή των Βαΐων

Ζωοδόχου Πηγής, 12.04.2009

Ζωοδόχου Πηγής, 12.04.2009

buzz it!

exarchia_web

φωτ. copyright: Ελισάβετ Μωράκη

Παλιότερα, όταν άκουγα μύθους και τέρατα για τα Εξάρχεια, αδιαφορούσα, σνομπάριζα, υπομειδιούσα με συγκατάβαση. Τι ξέρουν… Ελεγα. Ζώ πολλά χρόνια εκεί, πάνω από δύο δεκαετίες, και τριγυρνάω στα δρομάκια τους, σε τυπογραφεία, γραφεία και μαγαζιά, από το χειμώνα του ‘77 όταν μπήκα στον Ηράκλειτο της οδού Κωλέττη. Από τότε, δεν τα άφησα ποτέ.

Στα Εξάρχεια παντρεύτηκα, στον Αγιο Νικόλαο Πευκακίων, εκεί κάναμε τη μία βάπτιση· στο Λόφο του Στρέφη βγήκαν τις πρώτες βόλτες τους τα μωρά με το καρότσι, κι ύστερα στον παιδικό σταθμό της Μαυρομιχάλη και στον πεζόδρομο της Μεθώνης. Τα πρώτα δέντρα που είδαν ήταν οι μουριές της Καλλιδρομίου και τα πεύκα του λόφου· κατόπιν είδαν αμπέλια και λεμονιές. Στο λόφο πρωτόπαιξαν χιονιές, στο λόφο κατέφυγαν τη μέρα του σεισμού, στο λόφο είδαν Καραγκιόζη, έπαιξαν ποδόσφαιρο και μπάσκετ.

Στη γειτονιά αυτή μεγαλώνουν παιδιά, κάνουν παρέες που διαρκούν ακόμη κι όταν σκορπάνε σε διάφορα σχολεία, ξαναβρίσκονται στους πεζόδρομους, πίνουν καφέ στην πλατεία, στους πεζόδρομους με τα γκράφιτι υποδέχονται συμμαθητές από τα βόρεια και τα ανατολικά. Σε συτή τη γειτονιά θα πάνε φροντιστήριο, θα πάρουν πανεπιστημιακά βιβλία, στο ποτάμι της Σόλωνος, σε βιβλιοπωλεία κιβωτούς και ναυτίλους, θα εμβαπτισθούν στη λογοτεχνία και την πολιτική, στην ποίηση, τα κόμικς και τη φιλοσοφία. Και στη Stournari Valley θα μυηθούν στη δική τους εποχή.

Μια γειτονιά που μεγαλώνει παιδιά δεν μπορεί να είναι άβατη. Ούτε σβησμένη. Μια γειτονιά, όπου σε κάθε καφενείο συγκροτείται μια κοινότητα σε διαρκή ώσμωση με την κοινότητα του παραδίπλα καφενείου, δεν μπορεί να θεωρείται κλειστή και άβατη· είναι κοινωνία, είναι σώμα. Η κοινότητα του ιστορικού Παρασκήνιου, υπό την άτυπη ηγεσία του Μίμη, με τη μυρωδιά απ’ το πούρο του αείμνηστου Νίκου Μπαλή, με τη μνήμη του Χρήστου Βακαλόπουλου (οδός Ασημάκη Φωτήλα), με τον θυμόσοφο ίσκιο του Κωστή Παπαγιώργη, με τις ατέλειωτες συζητήσεις ζωγράφων, ποιητών και ηθοποιών, αυτή η πυρηνική κοινότητα της Καλλιδρομίου συγκοινωνεί διαρκώς με τον βραδινό Ενοικο του Βαγγέλη, με το Αμα Λάχει του Χρήστου και του Μήτσου, με τα σαββατιάτικα ούζα στις Μουριές μες στην καρδιά της λάμπουσας λαϊκής, με τα νεανικά καφέ στους νότιους πεζόδρομους, με τα ροκ καφέ της πλατείας όπου ακόμη πίνει τον εσπρέσο του ο παλαίμαχος λιθογράφος Χρίστος της Ερεσσού.

Οσο θυμάμαι τον εαυτό μου στα Εξάρχεια, θυμάμαι παρέες και κοινότητες. Ελληνικές· παει να πει, κοινότητες με φαγωμάρες και οίστρους, με αγάπες και ψύχρες, με μεθύσια και ξενερώματα, με μεροκάματα και deadline, με ποιήματα και άγριες καζούρες, με χάπενινγκ και μελαγχολίες, με πτώσεις και θανατικά. Και οι γενιές μπαινοβγαίνουν στις κοινότητες, διαδέχονται η μία την άλλη, περνούν από μυητήριες τελετές· στο μπαρ Decadence, πρώην κατοικία Ζωιτάκη, όπου φωτογραφίζεται ο Σαββόπουλος και ρητορεύουν σκηνοθέτες ενώπιον ενζενύ στις αρχές του ‘80, το ίδιο μπαρ αναζητούν ακόμη σήμερα ροκ δεκαοχτάρηδες: «Συγγνώμη, ξέρετε πού είναι η οδός Πουλχερίας» ρωτούν τις νύχτες οι νεοσσοί. Επί τρεις δεκαετίες ο ανθός της ελληνικής νεολαίας μυείται στα Εξάρχεια, μυείται σ’ έναν ιδιότυπο, αντιφατικό, ρευστό μα γοητευτικό και πολύτιμο κοινοτισμό, τέτοιον που δεν προσφέρει κανένα mall, καμιά διασκεδασούπολη Ψυρρή, κανένα fun park.

Γιατί εδώ; Γιατί έτσι; Γιατί ποιητές, ζωγράφοι, θεατρίνοι και κινηματογραφιστές δουλεύουν και συγχρωτίζονται εδώ; Γιατί η καθημερινότητα των μόνιμων κατοίκων παραμένει ζωντανή και αναμμένη, παρά τους χαλασμένους δρόμους, σε πείσμα της εγκληματικής παραμέλησης του Δήμου, παρά τον κλεφτοπόλεμο των αναρχικών με τα ΜΑΤ, παρά το διαρκές νταραβέρι των τοξικομανών που συνεχώς προς το «άβατο» προωθούνται; Γιατί;

Είπαμε. Γιατί οι άνθρωποι έχουν ανάγκη έναν κοινόχρηστο χώρο, ελεύθερο δημόσιο χώρο, χώρο ολοήμερης και ολονύχτιας ζωής, έχουν ανάγκη μια συνοικία ονείρων και ανταλλαγών, μια γειτονιά ομιλιών και αντεγκλήσεων, να σε ανέχονται και να μη σε επικρίνουν γιατί δεν ταιριάζεις στις νόρμες, να σε αποδέχονται γι’ αυτό που είσαι, ό,τι είσαι, πένης, σαλός, νεραϊδοπαρμένος, προκομένος, μοναχοδαρμένος, υπερκοινωνικός, φαφλατάς, ανέστιος, πλάνης, και νοικοκύρης.

Τα Εξάρχεια, μυθολογημένα, παρεξηγημένα, στερεοτυπικά, αντιφατικά, ακόμη κι έτσι, είναι μια από τις λιγοστές προτάσεις πολύχρωμης οργάνωσης αστικού βίου, απέναντι στην επέλαση των υπνωτηρίων, των μεζονετών και της ραδιενεργού πλήξης των προαστίων.

Ένα βλέμμα, Καθημερινή 28.12.2008

 

Το παιδί. Αλ�ξανδρος. Στην ηλικία των δικών μου παιδιών.

Το παιδί. Αλέξανδρος. Στην ηλικία των δικών μου παιδιών.

 

 

Ο σκύλος της Βάλια Κάλντα.

Αθήνα 7 Δεκ. 2008. Η πόλη που ζω. Φωτ.: Ο σκύλος της Βάλια Κάλντα.

 

 

07.12.2008, 21:00

Ενα παιδί 15 ετών νεκρό. Τα μάτια μου δακρύζουν, καθώς αντικρίζω το αγένειο πρόσωπό του σην τηλεόραση σ ‘ ένα καφέ της οδού Τοσίτσα, ανάμεσα σε δακρυγόνα, πυροσβεστικά οχήματα, και συμπλοκές.

Μετά το παιδί, δεύτερο θύμα, η πόλη.

Δεν ξέρω γατί δακρύζω: από τα δακρυγόνα, ή από την απόγνωση. Δεν έχω λύση, δεν έχω απάντηση, έχω μόνο πόνο, απορία, οργή, απορία.

Η Αθήνα είναι Σεράγεβο. Είναι Βαγδάτη. Μα δεν μπορεί να είναι. Κατασπαράζουμε τις σάρκες μας.

Δεν ξέρω πια γιατί δακρύζω.

 

 

οδός Αιόλου, Αθήνα, Οκτ. 2008

οδός Αιόλου, Αθήνα, Οκτ. 2008

 

 

Hope is the thing with feathers
That perches in the soul,
And sings the tune–without the words,
And never stops at all

Emily Dickinson, “Hope”

συνεισφορά: Maigret

Του είχε πει του πράκτορα, να μη βγάλει εισιτήριο εφτά το πρωί. Σχόλασε μεσάνυχτα, ήπιε λαίμαργα τέσσερα ουίσκια με τον Δημήτρη, είδε κι ένα άνιμαλ πλάνετ, πήγε τρεις. Χτύπησε το ξυπνητήρι, το ’κλεισε, χτύπησε το κινητό, το ’κλεισε. Τα ξανάκλεισε δυο φορές. Την τρίτη φορά, ανασηκώθηκε ζαλισμένος και αφυδατωμένος. Ηταν παρά είκοσι. Το αίμα ανεβοκατέβηκε έμβολο, είχε χάσει το πλοίο. Επεσε αποκαμωμένος.

Ηταν Μεγάλη Παρασκευή. Από το πρακτορείο ήταν σαφείς: Δεν υπήρχε καμία θέση έως τη Δευτέρα. Το τσιγάρο επέτεινε το φαρμάκωμα. Την Τρίτη έπιανε δουλειά.

Μόνος, στην πόλη, στο βουβό σπίτι, με την οικογένεια –τις οικογένειες– στα νησιά. Πότε είχε ξεμείνει στην πόλη Πάσχα; Πριν από δεκαπέντε χρόνια, αλλά όχι μόνος· όταν γεννήθηκε ο μεγάλος. Πήγε για Ανάσταση στο παρεκκλήσι του λόφου.

Είχε να ξεκουκκίσει τέσσερα εικοσιτετράωρα γιορτής χωρίς το αποκούμπι της οικογένειας, της εργασίας, της ρουτίνας. Πώς να κυλήσουν; Προτού κυλήσει το πρωινό, ένιωθε ήδη τις ώρες να τον βαραίνουν στο στήθος.

Τάισε τη γάτα, έφτιαξε καφέ, άλλαξε νερό στα χρυσόψαρα, έκανε μια ώρα διάδρομο, ιδρωκόπησε ακούγοντας τα Πάθη στα ακουστικά. «Εγώ εις τούτο γεγένημαι και εις τούτο ελήλυθα εις τον κόσμον, ίνα μαρυτυρήσω τη αληθεία. Πας ο ων εκ της αληθείας ακούει μου της φωνής. Λέγει αυτώ ο Πιλάτος· τι εστίν αλήθεια;» Τι εστίν; Τριγύρισε στα άδεια δωμάτια των παιδιών, σαν κλέφτης. Ανοιξε το μέιλ, τίποτε, άδειο, ψόφια τα μπλογκ. Μέχρι να ανοίξουν τα μαγαζιά, βυθίστηκε στην μπανιέρα.

Βγήκε στους δρόμους. Βούιζε η πόλη, τα τελευταία ψώνια, φορτωμένα γιώτα-χι, φοιτήτριες με σακ βουαγιάζ, δώρα της τελευταίας στιγμής. Ηπιε καφέ στο βιβλιοπωλείο των φίλων, κάτι ξεμείνηδες περνούσαν και άφηναν ευχές. Προσώρας ένιωσε οικεία, ανακύκλωνε μια καθησυχαστική ρουτίνα.

Πήρε τους δρόμους. Ελισσόμενος ανάμεσα σε βιαστικούς, σκέφτηκε να πάει το βράδυ στο Χαλάνδρι για τον Επιτάφιο. Πλάι στη ρεματιά βρίσκεται η μόνη ενορία που γνωρίζει. Ανακουφίστηκε. Το αττικό δειλινό τον τύλιξετούλι μελαγχολικό. Μέθυσε. «Οξος εποτίσθης και χολήν», «Ιωσήφ κηδεύει μετά του Νικοδήμου νεκροπρεπώς τον Κτίστην» ― ο Επιτάφιος τον έριξε, χάθηκε ανάμεσα σε ανθρώπους που είχαν φίλους και προορισμό. Γλίστρησε διακριτικά από γνωστούς και κατέβηκε αργά την Κηφισίας. Εβλεπε τα φώτα της, γνώριμα και μαζί απόμακρα. Στους Αμπελόκηπους πρόλαβε έναν καφέ στα Σταρμπακς. Μπήκε στο ίντερνετ καφέ: κλείνουμε, κύριε. Εφυγε πτοημένος. Ολα έκλειναν. Στο μαγέρικο της λεωφόρου, παράγγειλε χόρτα.

Το σπίτι βουβό. Στο νησί θα οργίαζε το χαμομήλι. Τέτοια μέρα έτρωγαν κουκιά και βλαστάρια. Ονειρεύτηκε Πάσχα στον Μαραθώνα, τους μπαξέδες με τις αγκινάρες, τα δισκάκια του Τσιτσάνη, τους άντρες να ψήνουν αρνιά.

Το Μεγάλο Σάββατο ξημέρωσε βαρύ. Η Σόλωνος βιαζόταν, η Πανεπιστημίου χαλάρωνε, στη Φειδίου πίνανε ρακές, η Χαρ. Τρικούπη κουβαλούσε λεωφορεία.
Μες στη λιακάδα του πρωινού αταβιστικά τράβηξε προς τη θάλασσα. Περπάτησε στην τσιμεντωμένη παραλία. Περπάτησε χιλιόμετρα κλωτσώντας χαλίκια, απέφευγε να κοιτάει τον ορίζοντα. Το μεσημέρι βρέθηκε στη γενέθλια γειτονιά. Σχεδόν αγνώριστη. Μικρές πολυκατοικίες και γιώτα-χι με δόσεις. Ακούγονταν τραγούδια.

Το φως άλλαζε ώρα με την ώρα, κι ο άνθρωπος ήταν πια αντιμέτωπος μόνος με την Ανάσταση. Ποιον θα φιλούσε;

 

 

 

 

 

 

«Ιωσήφ;» «Ναι, ποιος;» «Ελα, ο Πέτρος» «Ο Πέτρος; Ρε συ!» «Πού είσαι;».

Μέχρι το μεσημέρι τους είχε μαζέψει, όσους είχαν ξεμείνει. Ο Ιωσήφ είχε κάνει λεφτά στις κατασκευές, τα ‘χασε, τα ξανάκανε, έμπλεξε με μια μικρή, χώρισε με τη Μαρία, τον έδιωξε κι η μικρή. Ο μεγάλος στο Πολυτεχνείο, η κόρη Λύκειο. Τα παιδιά, τι κάνουν τα παιδιά; Τρώμε μαζί κάθε δεκαπέντε (Σκοτείνιασε ο Ιωσήφ ο τζέντλεμαν, ο άνετος, ποτέ δεν κώλωσε ο Ιωσήφ, όλα του τρέχανε, και τώρα στέρεψαν, στέγνωσες, φίλε μου. Χαμογελάει θαμπά ο Ιωσήφ ― όλα ξαναφτιάχνουν, φίλε, όλα, μόνο τα χρόνια δεν ξανάρχονται, δεν κολλάνε όλες οι ραγισματιές.)

Ο Σίμος το κεφάλι, ο μαθηματικός, άσπρισε, μάδησε, καπνίζει ήρεμα, τα γκρίζα του μάτια αδιαπέραστα. Η Ιωάννα; Πάει η Ιωάννα… Πάει, παντρεύτηκε έναν μικροαστό και μένει στα προάστια. Εσύ; Τι εγώ; Εγώ εδώ, με βλέπεις. (Σε βλέπω Σίμο, ήσουν ο καλύτερος, ο πιο λαμπερός, ο αγαπημένος, το μυαλό και το χάδι, ήσουν ο έμπιστος μας, ο αλάνθαστος, ο διαυγής, σε βλέπω τώρα σκυφτό, πάντα ήρεμο, αλλά τα μάτια σου σαν τζάμια, δεν γυρίζουν τίποτε, Σίμο.)

Νικόδημε, πώς ξέμεινες πασχαλιάτικα; Οπως κι εσείς, μ’ άφησαν οι γυναίκες. (Εσένα, Νικόδημε γόη και ταξιδευτή; Πάντα μες στους ανθρώπους ήσουν, ο ποθητός και πολυφίλητος των γυναικών, με θαλασσιά πουκάμισα ιστιοπλόος.) Τους τ’ αφησα όλα, σπίτια, μαγαζιά, ενοίκια, κοιμάμαι στο σκάφος, μόνο την κόρη βλέπω πότε πότε. (Μυρίζεις πάντα Vetiver, Νικόδημε, ήσουνα αισθητής και πάντα ολιγαρκής, δεν αλλαξες κολώνια, δεν αλλαξες τα χακί παντελόνια και τα τσιγάρα ντάνχιλ, ο ίδιος, μόνο τα καστανά μαλλιά σου άσπρισαν κι αραίωσαν.) Δεν είναι, ρε, τα σκάφη όπως τα θυμόσαστε, έχουν κομφόρ, ανώτερα από τη μεζονέτα του Ιωσήφ…

Πετράν; Πού είναι η Μαγδαληνή; Στο νησί, με τα παιδιά, τα ‘παμε. Καλά το Μαγδάκι; Καλά… Ήταν η καλύτερή μας, πώς σε αντέχει ακόμη; (Δεν με αντέχει, κλαίει.)

Ενας νεαρός τους πλησίασε, στα 20-22, χλωμός, με μακριά μαλλιά πιασμένα αλογοουρά. Αφησε στο τραπέζι ένα χαρτί σιωπηλά, κι απομακρύνθηκε χωρίς να τους κοιτάξει. Ηταν τυπωμένο ερασιτεχνικά και στις δύο όψεις.

Διάβασε μεγαλοφώνως: «Τα πάντα εγένετο από του χοός, και τα πάντα επιστρέψει εις τον χουν. Kαί τις οίδε το πνεύμα υιών του ανθρώπου, ει αναβαίνει αυτό άνω, και το πνεύμα του κτήνους, ει καταβαίνει αυτό κάτω εις την γην;»

Και στην άλλη: «Πάρε ένα χαρτί Α4. Το διπλώνεις στη μέση, πιάνεις τις δύο πάνω γωνίες και τις φέρνεις εμπρός και κάτω. Σχηματίζεται έτσι ένα τρίγωνο και κάτω απ’ αυτό πρέπει να περισσεύει χαρτί (πάνω από 2 εκ.). Τα δύο αυτά χαρτάκια (μπρός και πίσω) τα ανεβάζεις για να καλύψεις τη βάση του τριγώνου. Στη συνέχεια ανοίγεις το τρίγωνο πιάνοντάς το από την βάση σχηματίζοντας ένα τετράγωνο, τσακίζοντας…και τα λοιπά και τα λοιπά… Ανοίγεις τις πάνω μύτες και έχεις το καραβάκι σου».

Για σένα το ‘φερε, Πέτρο, σε οσφρίστηκε ο παρμένος.

Τι κάνουμε; Πίνουμε. «Εμίσησάν με δωρεάν» ― Ασ’ το, Πέτρο… Λέγανε. Κι ήρθαν μαζί τους στο μαρμάρινο τραπέζι και πίνανε κορίτσια με κορδέλες, ηλεκτρικά μπλουζ, γάμοι, παιδιά, ναυάγια, η Μαρία, η Ιωάννα, η Μαγδαληνή, γυναίκες π’ αγάπησαν, γυναίκες που άφησαν, κόρες που έφυγαν, χάδια που λιγόστεψαν και σβήνουν, σαράντα-πενήντα χρόνια που στέγνωσαν και σουρώνουν, σουρώνουν μισοδάκρυα στις κόχες απ’ το πιοτό και την ώρα, τέσσερις άντρες πασχαλιάζουν μόνοι, περήφανοι κι αυτάρκεις, αβάσταχτοι.

«Η λύπη υμών εις χαράν γενήσεται» ― εντάξει, Πέτρο, εντάξει, πάμε να φύγουμε τώρα, πάμε στο σκάφος, στη μαρίνα…

«Βγάλτε τα παπούτσια σας». Ο Νικόδημος τούς μοίρασε φούτερ και αντιανεμικά, έφερε ούίσκι και πάγο, τσιπς. Στρώθηκαν στην πρύμνη, κοιτούσαν τον Πειραιά να μακραίνει, τραβούσαν νότια, ακουγόταν μόνο η μηχανή και το νερό. Κοιτάζανε παράλληλα, ο καθένας μόνος, τα πρόσωπα σκιασμένα, μόνο οι κάφτρες λαμπύριζαν. Ενιωσε το πρόσωπο του να μουσκεύει αλμυρό.

― Χάσαμε την αγάπη, είπε βραχνά.

Κανείς δεν αντέδρασε, όλοι κοιτούσαν μόνοι τους, ακίνητοι. Ακουγε την ανάσα του, ο λαιμός του πονούσε.

― Την πίστη χά-… χάσαμε… τους δικούς μας… Η φωνή έσπασε.

Γύρισαν αργά και τον κοίταξαν. Ολα τα πρόσωπα είχαν φως. Ο Σίμος μίλησε αργά, ψιθυριστά.

―Ναι, τη χάσαμε. Δεν αγαπάμε… Βουλιάζουμε.

Τράβηξαν πάλι τα βλέμματα, ο χρόνος είχε πήξει.

Ο καπετάνιος έσβησε τη μηχανή. Το σκάφος λικνιζόταν, πίναν σιωπηλοί ώσπου στο βάθος, πάνω απ΄την πόλη, είδαν τον ουρανό ν’ αναβοσβήνει. Σηκώθηκαν ταυτοχρόνως, αυθόρμητα, «Χριστός Ανέστη» πνιχτά, έσμιξαν ανάσες αρμύρας κι αλκοόλ, το Vetiver, τρίφτηκαν αξύριστα τα μάγουλα, φιλήθηκαν τρυφερά. Οι αγκαλιές ήταν σφιχτές.

Εμειναν ένα φωτεινό σημάδι μονάχο στη μελανή επιφάνεια και πέρα η φωτοχυσία.

Καθημερινή, Πάσχα 2008

Ζωγραφική: Ξενοφών Μπήτσικας

Ανήκεις στην πόλη.

Απ’ το πρωί της ανήκεις. Οταν ξυπνάς βαρύς και ρουφάς μισόκλειστος τον διπλό στρέτο και η ζέστη χαϊδεύει γνώριμη τους τοίχους.

Κοιτάς τα μέιλ, τίποτε. Το καλοκαίρι δεν έχει ειδήσεις, μόνο διάττουσες εξομολογήσεις, κάτι λαχανιασμένα μισόλογα. Λίγα τα news, ψόφια τα μπλογκ. Δες το σημείωμα στο ψυγείο: τα ψώνια του εργένη, εφόδια για τον κατακλεισμό. Τα στερνά χρειώδη· με τούτα ο εργένης βγάζει καλοκαίρι στην Αθήνα, ακόμη και καύσωνα. Αν μείνει μέσα, θα ‘χει να βολεύεται.

Σύρε το μαγνητάκι, διάβαζε: Παξιμάδια κρίθινα, ολίγη φέτα, γάβρος μαρινάτος, ντομάτες, πεπόνι, γιαρμάδες (3-4), καρπούζι (μισό), κασέρι 250 gr, αγγούρια, ελιές θρούμπες, χυμός πορτοκάλι και γκρέιπφρουτ, Ξυνό νερό, φρυγανιές μπριός (άσε…), γιαούρτια (με πέτσα;). Και μπίρες, πιλς. Επιθεώρησε τώρα τα υπάρχοντα: κάπαρη, κοπανιστή, μισό σαλάμι Λευκάδος, μέλι, βύσσινο, καφές. Και βότκα, και Wild Turkey. Πάγος.

Δεύτερο ντους, ξύρισμα, στολή καλοκαιριού, λευκό παντελόνι, χρωματιστό μπλουζάκι, κλειδιά, κινητό.

Νάτος: το μεσημέρι διαπλέει τα ποτάμια δίκυκλος, και η κάψα τού αρπάζει τα τσίνορα ― παρ’ όλ’ αυτά, βλέπει: τα έξωμα και τις κοιλίτσες, ξεμείνηδες ομόαιμους να σμηνουργούν στην άσφαλτο, η πόλη ποτέ δεν σταματά, σαλεύει αδιάκοπα στα βάθη Ιουλίου και Αυγούστου.

Το μεσημέρι, πεπόνι με φέτα. Αφθονο νερό. Εσπρέσο. Δουλειά. Στο ρελαντί, με εξάρσεις.

[Κι οι μέρες αργοσταλάζουν. Το αστικό θέρος εξουθενώνει και επιβραδύνει, τσιτώνει τις αισθήσεις, ωθεί στην αναδίπλωση και την ενδοβολή, και ταυτοχρόνως με μια σπρωξιά σε πετάει έξω: να ιερουργείς με βότκες παγωμένες, ιδρωκοπώντας ασκόπως πάνω σε απώλειες και νοσταλγίες αλλοτινών καλοκαιριών, να εξοκέλλεις (ασκόπως, πάντα ασκόπως) αλκοολούχος σε ημίφωτα, να κουτρουβαλάς σε ζεσταμένους δρόμους εξάρχειους, θερισμένος.Κι αργοσταλάζει η νύχτα, μία τεράστια, ενωμένες όλες οι σύντομες νυχτιές σε μία· με φίλους σποραδικούς, σε αποσπασματικά τραπέζια, με κορωμένες κουβέντες, και πολύσημους ψίθυρους.]

Το βράδυ από νωρίς κυκλοφορούν ουίσκια σε πλαστικά κύπελα, εις υγείαν ρε. Τη μπλε νύχτα οδηγείς φτιαγμένος, με Φαϊρούζ, Μάσιβ Ατάκ και System of a Down στο iPod. Απόψε δεν θα ξεκοκαλίσεις ψαράκια, δεν θα αναστενάξεις με παγωμένο ασύρτικο, δεν έχει μπίρες και ροκιές στο Λυκαβηττό. Απόψε ξέμεινες.

Γυρνάς στα αραιωμένα μπαρ των πεζοδρόμων, ό,τι απέμεινε. Ενα μπέρμπον εδώ, δύο πιο πέρα, δεν έχει γουάιλντ τέρκι, βάλε τζακ ντάνιελς, πολύ πάγο. Ψυχή. Κανείς γνωστός. Απρόθυμα διασχίζεις το λόφο. Θερισμένος. Μόνη σωτηρία, οι προμήθειες: παξιμάδι κρίθινο, ντομάτα, φέτα κ.ο.κ. Μπίρες, απ’ το μπουκάλι. Ξεραίνεσαι, βαριανασαίνεις, μα ύπνος δεν κολλάει.

Καταβρέχεις με το λάστιχο. Μια κάφτρα στο ρετιρέ απέναντι.

περιοδ. Γαστρονόμος, Καθημερινή 08.07.2007

εικον.: Μανώλης Ζαχαριουδάκης

Addendum (για τον oneinchman):

System of a Down, Lonely Day

Από τον Ιούνιο η νύχτα στην Αθήνα είναι σύντομη και πυκνή. Αργεί να σκοτεινιάσει, ξημερώνει νωρίς, ο ύπνος λιγοστεύει· όσοι μένουν στην πόλη για δουλειά ή από ανημπόρια, διασχίζουν το καλοκαίρι με ένταση και χαύνωση μαζί: ο νους χάνει βάρη, διαυγάζεται, απλώνει· το σώμα ακολουθεί, μπαίνει σε ολιγάρκεια, οικονομεί τους χυμούς του, μα ζητά κιόλας τη σπατάλη. Η λογοτεχνία συχνά έχει ποτίσει τις λέξεις της σε αυτή τη διασταύρωση παραδομού και λαγνείας, στην πόλη με τους ιδρωμένους ανθρώπους· θυμάμαι ανάκατα Εμπειρίκο, Μιχαήλ Μητσάκη, Ταχτσή, Καραγάτση, Μήτσορα και Συμπάρδη. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

RSS Gatherate: The Best of the Greeks

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Twitting

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 1.008.039 hits
Αρέσει σε %d bloggers: