You are currently browsing the tag archive for the ‘Αγανακτισμένοι’ tag.

grillo-dario-fo

Το νέο πολιτικό σκηνικό στην Ιταλία, πολύμορφο και ασταθές, με νέους και παλαιούς παίκτες, ενδεχομένως προοικονομεί άλλες ισορροπίες μέσα στην Ευρώπη της κρίσης. Το εκλογικό αποτέλεσμα αναδεικνύει πρώτη την Κεντροαριστερά του Μπερσάνι, αλλά σε απόσταση αναπνοής από τη Δεξιά του Μπερλουσκόνι και από τον απρόβλεπτο λαϊκιστή Γκρίλο. Και οι τρεις μπορούν να ισχυρίζονται ότι νίκησαν: Ο Μπερσάνι διότι πιθανόν θα βρεθεί επικεφαλής μιας κυβέρνησης, αν και μάλλον αδύναμης. Ο Μπερλουσκόνι διότι νεκραναστήθηκε και απειλεί να τιμωρήσει αυτούς που τον ανέτρεψαν. Και φυσικά ο Γκρίλο, που ανέβηκε στην κορυφή από το πουθενά.

Ποιος έχασε; Ο κεντροδεξιός πρώην πρωθυπουργός Μόντι είναι ο μεγάλος ηττημένος, όχι τόσο λόγω του χαμηλού σκορ, όσο επειδή εγκατέλειψε τη θέση τού υπεράνω κομματικών παθών τεχνοκράτη και τις υποσχέσεις του, εκτέθηκε στη λαϊκή κρίση και βρέθηκε ελλιπής. Ηττημένη άρα μπορεί να θεωρηθεί εν συνόλω η πολιτική λιτότητας, που εφάρμοσε η διακομματική κυβέρνηση Μόντι, ακολουθώντας τη γραμμή των Βρυξελλών και του Βερολίνου για δημοσιονομική πειθαρχία και περιορισμό των μισθών. Υπό αυτή την έννοια, τραυματίζεται και η πολιτική Μέρκελ, για την αντιμετώπιση της κρίσης στην Ευρωζώνη και για εμπέδωση της γερμανικής ηγεμονίας.

Μεγάλος νικητής είναι ο κωμικός Μπέπε Γκρίλο με το Κίνημα Πέντε Αστέρων: το καινοφανές μόρφωμα μεταμοντέρνου λαϊκισμού εν πολλοίς εκφράζει τους ποικίλους Αγανακτισμένους των εργατικών και μικροαστικών στρωμάτων, οι οποίοι πλήττονται από την κρίση και απορρίπτουν βίαια τα παραδοσιακά κόμματα. Οι Γκριλίστι, κινούμενοι εκτός των συμβατικών ΜΜΕ, με χαρακτηριστικά κοινοτισμού grassroots που εκδηλώνονται με δημόσιες συναθροίσεις και έντονη χρήση των διαδικτυακών κοινοτήτων και εργαλείων, υπό μία έννοια είναι η άναρθρη, άγαρμπη, τυφλή, πλην αποτελεσματική, εκδίκηση των άφωνων πολιτών απέναντι στον μαρασμό της αντιπροσώπευσης και την κατίσχυση των αγορών έναντι της πολιτικής. Η δική τους ατελής αντι-πολιτική είναι μια έκφραση του πολιτικού από το πλήθος στην εποχή της μεταδημοκρατίας.

Αν αναζητούσαμε κάποιες αναλογίες, στην Ελλάδα οι Αγανακτισμένοι κινήθηκαν εκλογικά προς τρεις κατευθύνσεις: τους συνταγματικούς ΣΥΡΙΖΑ και Ανεξάρτητους Ελληνες και τη νεοναζιστική Χρυσή Αυγή. Στην Ιταλία τους απορρόφησε όλους σχεδόν ο αντισυστημικός μη φασίστας Γκρίλο σε μια διαρκή καρναβαλική εκδραμάτιση, και εν μέρει ο παλαιοκομματικός φθαρμένος Μπερλουσκόνι με τους δικούς του θεατρινισμούς.

Ενα χαρακτηριστικό, εκτός του λαϊκισμού, που μοιράζονται, σε διαφορετικό βαθμό, Μπερλουσκόνι και Γκρίλο: η εναντίωση στην ηγεμονία της Γερμανίας και η αφύπνιση της εθνικής υπερηφάνειας. Ο κωμικός επιπλέον διακηρύσσει ανοιχτά τον ευρωσκεπτικισμό του. Αυτό το στοιχείο ίσως έχει τη μεγαλύτερη διευρωπαϊκή επιρροή: η τρίτη μεγαλύτερη χώρα της Ευρωζώνης, η έβδομη οικονομία του πλανήτη, με 2 τρισ. χρέος και βυθισμένη στη μακρύτερη ύφεση των τελευταίων είκοσι χρόνων, αμφιβάλλει για την κοινή ευρωπαϊκή μοίρα.

Ο σπασμός του μεγάλου ιταλικού λαού, υπό την πίεση της κρίσης, διατυπώνεται τώρα με όρους που μπορούν να αυξήσουν απρόβλεπτα την εντροπία του ήδη ασταθούς ευρωσυστήματος.

Advertisements

assets_LARGE_t_420_54161582_high

Ο Μαρκ Μαζάουερ την περασμένη Τρίτη αναρώτηθηκε στην ομιλία του για «Μια νέα εποχή των άκρων;» αντηχώντας το γνωστό βιβλίο του Ερικ Χομπσμάουμ. Εσπευσε να απαντήσει με αυτό που μπορεί ως ιστορικός: «Ιστορικές σκέψεις για τα πολιτικά της τρέχουσας κρίσης». Ο Μαζάουερ γνωρίζει καλά τη σύγχρονη ελληνική ιστορία· γνωρίζει εξίσου καλά την ευρωπαϊκή ιστορία του 20ού αιώνα. Επιπλέον, παρότι αγαπά την Ελλάδα, μπορεί να τη βλέπει απ’ έξω, με ψυχρό μάτι, να τοποθετεί τον παρόντα ελληνικό κλονισμό μέσα στο ευρύτερο διεθνές πλαίσιο και την ιστορική ροή. Ως εκ τούτου, πραγματεύτηκε την ανάδυση των ακραίων φαινομένων στην Ελλάδα της Μεγάλης Υφεσης χωρίς να πέσει στις παγίδες και τις πολωτικές υπερπλουστεύσεις της εγχώριας συζήτησης.

Με επιχειρήματα και παρρησία, ο διακεκριμένος ιστορικός αποδόμησε το σχήμα των ταυτόσημων δύο άκρων, το οποίο διακονείται πυρετωδώς μετά τις εκλογές, ακόμη και από αναλυτές που αυτοπροσδιορίζονται ως φιλελεύθεροι. Για τον Μαζάουερ το επικίνδυνο άκρο είναι ένα: η νεοναζιστική Χρυσή Αυγή. Δεν θεωρεί την εξωκοινοβουλευτική Ακρα Αριστερά αναλόγως επικίνδυνη για τη δημοκρατία· πόσο μάλλον τον ΣΥΡΙΖΑ, το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Και τη σκέψη του αυτή τη θεμελιώνει ιστορικά και πολιτικά, επισημαίνοντας ορθώς ότι η Χ.Α. φενακίζει τους απελπισμένους του παρ’ ημίν Depression με φυλετικό μίσος και εθνικιστική υπεραναπλήρωση· το πιο κοντινό ανάλογο είναι ο γερμανικός ναζισμός.

«Μερικοί λένε ότι όλες οι μορφές ανομίας είναι εξίσου επικίνδυνες. Διαφωνώ!» Αυτή ήταν η απάντηση του Μάζάουερ όταν ερωτάτο αν οι καταλήψεις κτιρίων και οι φοιτητικές ακρότητες απειλούν τη δημοκρατία όσο και η Χρυσή Αυγή. Μερικές χαμένες ώρες διδασκαλίας δεν βάζουν την ελληνική δημοκρατία σε πραγματικό κίνδυνο, σχολίασε. Αντί να αναλίσκεται στις καταλήψεις των αναρχικών στην Αθήνα, οι οποίες έχουν μικρή πολιτική σημασία, η Νέα Δημοκρατία θα πρέπει να κατευθύνει τη δράση της και την προσοχή της στην μεγαλύτερη απειλή που είναι η Χρυσή Αυγή, συμπλήρωσε.

Ο Μαρκ Μαζάουερ ασφαλώς θα κατέπληξε πολλούς με την ανάλυσή του, κυρίως επειδή κατέρριψε τα στερεότυπα περί ταυτόσημων άκρων, και επειδή ανέδειξε με δραματική ένταση την απειλή από το άκρο του αίματος και του φυλετισμού. Φυσικά κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι ο Μάζάουερ είναι κομμουνιστής ή ακραίος· μάλλον τα λόγια ενός μετριοπαθούς φιλελεύθερου ακούσαμε, που όμως δεν τυφλώνεται από την μικροπολιτική ωφελιμοθηρία, τον φόβο και τη συλλογική ενοχοποίηση. Το είχε δείξει άλλωστε και στο περίφημο άρθρο του στους New York Times, το καλοκαίρι του 2011 («Το λίκνο της δημοκρατίας κλονίζει την Ευρώπη»), περιγράφοντας τα σφάλματα της ευρωπαϊκής πολιτικής στο ελληνικό πρόβλημα, όταν ο κυρίαρχος λόγος εδώ ήταν η απόλυτη αυτοενοχοποίηση. Λίγους μήνες αργότερα, παρόμοια περιγραφή για Ελλάδα και Ιταλία έκανε ο Γερμανός φιλόσοφος Γιούργκεν Χάμπερμας (βλ. εδώ, εδώ, εδώ και εδώ) εξ αφορμής των ταυτόχρονων καθαιρέσεων των εκλεγμένων πρωθυπουργών τους (βλ. επίσης σχετική αρθρογραφία του διευθυντή της FAZ Frank Schirrmacher εδώ και εδώ).

Αλλη μια συμβολή του Βρετανού και «Τηνιακού» ιστορικού: Κάλεσε τους Ελληνες να υπερασπιστούν τα θετικά επιτεύγματα της Μεταπολίτευσης. Πράγματι, η Μεταπολίτευση που ενταφίασε τον εθνικό διχασμό και εδραίωσε τη δημοκρατία, βάλλεται σήμερα αδιακρίτως ως μήτρα διαφθοράς, και βάλλεται κυρίως από τους προαγωγούς της διαφθοράς ή από τους ακροδεξιούς εχθρούς της δημοκρατίας. Βάλλεται επίσης από μια ομάδα ανιστορικώς σκεπτομένων, απόντων από τον δημόσιο βίο, οι οποίοι τώρα αξιώνουν κυριαρχία ως παρθενογεννημένοι.

Περιμέναμε έναν ξένο να μας πει τα στοιχειώδη; Περιμέναμε έναν διανοούμενο, κάτοικο Νέας Υόρκης, να μας δείξει το κοινό και το κύριο; Ναι. Δυστυχώς, οι περισσότεροι ιθαγενείς διανοούμενοι, εξ όσων έχουν δημόσιο λόγο και βήμα, αιφνιδιάστηκαν από την κρίση, και είτε εσιώπησαν γιατί δεν είχαν κάτι να πουν είτε αναλώθηκαν σε ηθικολογίες, κοινοτοπίες και αναμασήματα της απολογητικής της ιθύνουσας τάξης, ενισχυτικά της τύφλωσης και του διχασμού. Ελάχιστοι διείδαν εγκαίρως τις κοινωνικές ρηγματώσεις που έφερνε η αχαλίνωτη ύφεση, ελάχιστοι διέκριναν την άνοδο της φασιστικής απειλής, οι περισσότεροι είδαν ως αντίπαλους τους Αγανακτισμένους και αρνούνταν έως πρόσφατα ότι η ένδεια σαρώνει τον πληθυσμό. Υπάρχει κρυμμένο λίπος, έλεγαν. Αυτή την εθελοτυφλία αντέκρουσε ο Μαζάουερ· μας είπε ότι ο εχθρός δεν είναι το ανύπαρκτο ή ξοδεμένο λίπος των μικρομεσαίων, ο εχθρός δεν είναι ο «ανύπακουος» ή «γονιδιακά άνομος» λαός και η μεταπολίτευσή του, αλλά το αίμα και χώμα των ναζί και η υποκρισία της ιθύνουσας τάξης.

Μία εβδομάδα πριν από τις επαναληπτικές εκλογές. Τέσσερις εβδομάδες από τις περασμένες άγονες. Ενας λαός αιωρείται εν θυμώ, εν χώρω και χρόνω: ανάμεσα σε αισθήματα, ψυχανεμίσματα, υλικές ανάγκες και προσδοκίες, ανάμεσα στο πάτριο χώμα και τον ευρωπαϊκό συνταγματικό χώρο, ανάμεσα στο αμετάκλητα απολεσθέν παρελθόν και το άδηλο απειλητικό μέλλον.

Αιωρούμενοι διαρκώς, αναπόσπαστο μέρος του φαινομένου, εντοπίζουμε ωστόσο δύο ρευστά μοτίβα, δύο μεταξύ πολλών άλλων. Ενα: τι διαιρεί και τι συνέχει το αιωρούμενο πλήθος. Δύο: ποια η υπόσταση και η υφή του χρόνου.

Η εκλογή της 17ης Ιουνίου θα επισφραγίσει χειρονομιακά, ποσοτικά, μια μετατόπιση που ήδη έχει συντελεστεί. Πρόκειται για τη μετακίνηση του πλήθους από τον χώρο της σιωπής, του ψίθυρου, του μυκτηρισμού και του αποκλεισμού, στο κεντρικό πεδίο, στην μεγάλη σκηνή, στην πλατεία. Η μετακίνηση μεταμόρφωσε το πλήθος από άφωνο κομπάρσο σε ομιλούντα πρωταγωνιστή: το πλήθος των πλατειών του Ιουνίου 2011 αναποδογύρισε τον τρόπο και τον χρόνο, αντέστρεψε τους ρόλους· με το καρναβαλικό του γέλιο, διόλου αστείο αλλά βαθιά απελευθερωτικό, κλόνισε τις εγκατεστημένες σχέσεις κυριαρχίας. Το καρναβάλι των πλατειών τα περιείχε όλα: και τον σπασμό της απόδρασης και τη λαχτάρα για αυτονομία και τη στερεοτυπικότητα και το kitsch. Ηταν μια ιστορική στιγμή όπου συναιρέθηκε το πρωτόγονο και το ενστικτώδες με το υπερμοντέρνο και τις αδύναμες σπίθες μιας ανεύρετης ουτοπίας.

Υστερα, οι σπίθες έσβησαν. Τα σώματα αποσύρθηκαν. Χωρίς όμως να ξεχάσουν. Στα σώματα είχε εγγραφεί η στάσις και ο έτερος τρόπος: αυτά τα σβησμένα ξαναφούντωσαν στις κάλπες. Το πλήθος κινήθηκε σαν την παλίρροια, φούσκωσε, φύρανε και ξαναφούσκωσε, και θα ξαναφυράνει. Στην παρούσα φάση το πλήθος του καρναβαλιού και της κάλπης αναζητεί τη συνέχουσα ύλη του, μια κοινή δόξα, μια μοιραζόμενη πίστη, ό,τι θα το μεταμορφώσει σε λαό που αποφασίζει τη μοίρα του, ή τουλάχιστον που γνωρίζει γιατί να αφεθεί σ’ αυτήν.

Ποια θα είναι η συνέχουσα ύλη, όταν θα καταγραφούν τα ποσοστά της απόφασης, ώστε η απόφαση να γίνει ιστορική ύλη, βίος και δράση; Θα τη λένε πατρίδα; Πολιτική κοινωνία; Γυμνή επιβίωση; Κάθε ενδεχόμενο είναι ανοιχτό και κάθε ενδεχόμενο οδηγεί σε άλλες καταστάσεις ισορροπίας, άλλες μορφές οργάνωσης βίου.
Γιατί η ενδιάθετη ροπή προς τη συνοχή αντισταθμίζεται διαρκώς από τη ροπή προς τη διαίρεση, προς τον κερματισμό και τις συγκρούσεις των επιμέρους. Το πλήθος συνεχώς νιώθει στο σώμα του φυγόκεντρες, αντίρροπες δυνάμεις. Στοιχειακά: φιλότης και νείκος.

Αυτή τη δυναμική των αντίρροπων να τη δούμε αναπτυσσόμενη σε έναν χρόνο που έχει πυκνώσει τόσο που μας ρουφάει και μας παγώνει, μας επιταχύνει και μας εκσφενδονίζει στο μέλλον, ταυτοχρόνως σαν παρατηρούμενα και σαν παρατηρητές. Ας δούμε τον χρόνο σε πολλαπλές φανερώσεις: Γέρων Χρόνος, Καιρός, Fortuna. Αλλοτε, σαν αρχαίους, μας όριζε η Μοίρα, τώρα οι νεωτερικοί αδράχνουμε την Τύχη απ΄τα μαλλιά. Εντός του χρόνου εκπτύσσονται η παράδοση και το μέλλον αξεχώριστα· εμείς, τα υποκείμενα, πασχίζουμε να μη χάσουμε την παράδοση, αλλά και να αδράξουμε το παρόν, να μη χάσουμε την επαφή με το μέλλον. Στην περίπτωσή μας τα φοβόμαστε όλα: το πρόσφατο παρελθόν των σωρευμένων απωλειών, το δύσθυμο παρόν, το απειλητικό μέλλον. Νομίζουμε ότι κινδυνεύουμε να τα χάσουμε όλα. Αλλά στην πραγματικότητα τίποτε δεν χάνεται οριστικά· μάλλον, συμβαίνει μια ρήξη σε ό,τι αντιλαμβανόμαστε ως γραμμικό χρόνο. Στα χείλη του ρήγματος, αυτό μας φοβίζει: να χάσουμε, να βυθιστούμε στην άγνοια και τη λησμονιά. Ομως όχι, τίποτε δεν πάει χαμένο, ούτε το πιο μικρό, το πιο ασήμαντο. Ολες οι ψυχές δικαιούνται τη χάρη· στη μακρά διάρκεια ορισμένως, αλλά ακόμη και στον περατό ορίζοντα του βίου.

Πόσο επηρεάζουν τη ροή των συμβάντων τέτοιες αυτοπαρατηρήσεις του αιωρούμενου μέσα στο πλήθος, στο κατώφλι μιας λύτρωσης ή μιας καταστροφής; Πολύ λίγο ίσως. Ομως παρηγορούν. Διότι αφενός μας επιτρέπουν να αντιληφθούμε την κινδυνώδη συγκυρία σαν λάμψη και σαν δυνατότητα, όχι μόνο ως τραύμα. Και αφετέρου διότι επιτρέπουν να δούμε ακόμη και τη συντελούμενη καταστροφή σαν έναρξη αποκατάστασης, σαν επανεκκίνηση, σαν λύτρωση. Να ανοιχτούμε στο μέλλον. Με τα λόγια του Στρίνμπεργκ: «Η κόλαση δεν είναι διόλου αυτό που μας περιμένει ― αλλά αυτή η ζωή εδώ».

εικόνα: Αγγελος, Ρέκβιεμ για τον 20ό αιώνα, των Κατρ. Θωμαδάκη – Μαρίας Κλωνάρη

Παγωμένοι, ακίνητοι σχεδόν, παρακολουθούν οι Ελληνες τις εξελίξεις εντός και εκτός συνόρων. Εχουν υποστεί αλλεπάλληλα σοκ, μειώσεις εισοδήματος, φορολογικές επιδρομές, περικοπές ασφαλιστικών παροχών, πολλοί έχουν χάσει τις δουλειές τους. Μέσα σε ενάμιση χρόνο είδαν τις ζωές τους να ανατρέπονται. Αιφνιδιάστηκαν, διαμαρτυρήθηκαν, αγανάκτησαν, ανασυντάχθηκαν. Είδαν έναν πρωθυπουργό πλειοψηφίας να αποχωρεί ταπεινωμένος από τον διεθνή παράγοντα, είδαν έναν τεχνοκράτη να ηγείται μιας τρικομματικής κυβέρνησης. Και βλέπουν μεγάλες χώρες και κραταιές οικονομίες της ευρωζώνης να κλονίζονται, βλέπουν το ίδιο το ευρώ και την Ευρωπαϊκή Ενωση να δοκιμάζονται μέσα σε μια πρωτοφανή οικονομική και πολιτική κρίση.

Η παγωνιά δεν είναι μόνο εγχώρια. Αυτό το αντιλαμβάνονται όλο και περισσότεροι Ελληνες. Η γνώση αυτή τους βοηθά να αποτινάξουν την άδικη ενοχοποίηση που υπέστησαν, ως μαύρα πρόβατα της Ευρώπης, αλλά δεν τους βοηθά ιδιαιτέρως να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα διαβίωσης. Επιπλέον η κατανόηση ότι η κρίση είναι βαθιά, δομική, και θα διαρκέσει, διαμορφώνει έναν ιδιαίτερο ψυχισμό, που εκδηλώνεται με ποικίλους και αντινομικούς τρόπους. Το πιο ουσιαστικό χαρακτηριστικό αυτής της ψυχικής συμπεριφοράς είναι η μόνιμη κατάσταση άγχους για το άγνωστο βραχύ μέλλον: τα αλλεπάλληλα σοκ έχουν διαλύσει τις σταθερές του βίου, άρα και τις σταθερές του ορθολογικού σχεδιασμού, της βούλησης και των αποφάσεων. Οι διαρκείς ανατροπές των υλικών συνθηκών υπονομεύουν τις ψυχικές και νοητικές σταθερές. Η αποκτηθείσα πείρα προ κρίσεως λίγο ή καθόλου μπορεί να βοηθήσει στην λυσιτελή αντιμετώπιση εκτάκτων φαινομένων.

Το άγχος τείνει να καταστεί η νέα σταθερά. Ενας άγχος μόνιμο, βαθύ, υπαρξιακό, που μεταπίπτει σε αγωνία, Angst, σε φόβο για το μέλλον, που παίρνει διαστάσεις απόγνωσης, απελπισίας. Κατά τούτο, η παγωνιά του Δεκέμβρη 2011, το παρόν ζάρωμα και η απόσυρση στο ραγισμένο καβούκι, έχει άλλους χαρακτήρες από την κρυάδα και το μούδιασμα που διαπιστώναμε στην αρχή του περασμένου καλοκαιριού, λίγο πριν από την πολύχρωμη έκρηξη των Αγανακτισμένων. Τότε εκδιπλώθηκε σαν αγανάκτηση, και εν μέρει σαν οργή, σαν εκτίναξη του συμπιεσμένου ελατηρίου· τώρα εκδηλώνεται σαν συνεχής συσπείρωση του παγωμένου και απεγνωσμένου, ο οποίος συνειδητοποιεί οδυνηρά ότι οι ορατές διέξοδοι λιγοστεύουν ή και εκλείπουν, ότι η κρίση θα μείνει και θα σημαδέψει τις ζωές, ότι κανείς δεν θα μείνει ανέπαφος ή ίδιος.

Τούτη η νέα επίγνωση περί κρίσεως μπορεί να εκβάλλει προς δύο οδούς, εκ των οποίων η μία δεν αποκλείει την άλλη: προς ανασύνταξη και μετασχηματισμό, αφενός, δηλαδή προς μια διαδικασία μακρά, επίπονη μα δημιουργική· αλλά και προς νέα εκτίναξη του μαζεμένου ελατηρίου, προς μια έκρηξη των απεγνωσμένων, όσων θα έχουν συμπιεστεί πέραν του ορίου σύνθλιψης. Ο Δεκέμβριος των ευρωπαϊκών εξελίξεων και των μαγκωμένων εορτών θα συνεχίσει με αναμονή, με άγχος, με παγωνιά.

φωτ.: Ελισάβετ Μωράκη

Βαρύ καλοκαίρι, υγρό, με απρόσμενα γυρίσματα του καιρού. Κι η νύχτα διαρκεί περισσότερο, ξαφνικά αρχίζουν να ψάλλουν το εωθινό τα πουλιά του λόφου, και νιώθεις ότι μέρα πυκνή ξημέρωσε πάλι. Νύχτες μακριές, πηχτές, σε πλατείες και υπαίθρια μπαρ, με θερμές συζητήσεις, αντεγκλήσεις φίλων, ερεθισμένα νεύρα. Στους δρόμους αραιή κυκλοφορία, διστακτικά ΙΧ, ανά διαστήματα πολυπρόσωπα περίπολα μοτοσικλετιστών αστυνομίας. Κι όταν συνεδριάζει κρίσιμα η Βουλή, χιλιάδες άνδρες ασφαλίζουν γύρω-τριγύρω τους οίκους της δημοκρατίας, προστατεύουν τους αιρετούς από αγανακτισμένους πολίτες. Δυσοίωνη εικόνα, θλιβερή, στην πολιτική αργκό αποκαλείται “έλλειμμα πολιτικής νομιμοποίησης”.

Θα το λέγαμε και δυσαρμονία μεταξύ λαού και κυβερνώσας τάξης. Aσύμπτωτοι βίοι, παράλληλες πραγματικότητες, άνω και κάτω κόσμος. Οπως και να το ονομάσεις, το πραγματικό παραμένει έτσι: η Ελλάδα χωρίζεται σε όσους θα σωθούν, με απώλειες έστω, και σε όσους θα βουλιάζουν. Τη διαίρεση, υλική και ψυχική, τη νιώθεις πια, την αισθάνεσαι, δεν χρειάζεται να τη συλλογιστείς. Είναι απότοκο της δυσχέρειας κι είναι απότοκο της ανισότητας και της αδικίας: οι πληττόμενοι ελευθεροεπαγγελαμτίες στραβοκοιτάνε τους συνταξιούχους των ΔΕΚΟ, ακόμη και τους ψαλιδισμένες δημοσίους υπαλλήλους, ενδόμυχα φθονούν τους γιατρούς της παρέας ή τους δικαστές, τους μεν γιατί τους υποψιάζονται για μαύρα και φακελάκια, τους δε γιατί δεν θα τους κουνήσει κανένας.

Η αυξανόμενη δυσχέρεια του βίου φέρνει μεμψιμοιρία, ματαίωση, φθόνο, μοχθηρία. Η ευημερία, πραγματική ή επίπλαστη, όσο μοιραζόταν παντού κι άφηνε τα ψίχουλά της εδώ κι εκεί, σκέπαζε τις αντινομίες, κοίμιζε τη σκέψη και τα αισθήματα. Τώρα που αποσύρεται ατάκτως, αφήνει ακάλυπτο το ερεθισμένο νεύρο της μνησικακίας, πικρό το στόμα.

Ακούς διηγήσεις δυσχέρειας, στο όριο της αδυναμίας, από επαγγελματίες και εμπόρους· ακούς διπλανούς που χάσαν τη δουλειά τους, που έχουν παιδιά 25 και 30 χρονών χωρίς καμιά προοπτική εργασίας· γνωστούς που βάζουν πωλητήριο ανάγκης σ’ ένα κληρονομημένο σπίτι και αγοραστή δεν βρίσκουν. Σφίγγεσαι. Κι ύστερα μαζεύεσαι προς τα έσω, βάζεις ασπίδα το χοντρό πετσί, να μη σ΄αγγίξει το κακό του άλλου. Ετσι διαρκώς, μια παλινδρόμηση μέσα-έξω, αυτή η παλινδρόμηση παράγει θλίψη, ψιλή ψιλή, διαπεραστική.

Αγωνιάς για τα παιδιά, τους νέους, κι ύστερα ζηλεύεις τα νιάτα, την αντοχή τους στο χρόνο. Τριγυρνάς σε άλλες γειτονιές, σε άλλους κόσμους, με ανθρώπους ανέγγιχτους, περνούν διαμέσου της δυσχέρειας, «και όσοι έχουν, δεν είναι φτωχοί, καταλαβαίνετε, πιέζονται, είναι άσχημα για όλους», λέει μια συμπαθέστατη κυρία με ξενική προφορά, ανησυχούμε από κοινού για τα παιδιά που ξενιτεύονται στο Amherst College, με ροζέ σαμπάνια στο χέρι, η αττική νυχτιά είναι θερμή και υγρή, στα πόδια μας απλώνεται η πόλη σαγηνευτική, δυσοίωνη. Παράλληλες πόλεις, ασύμπτωτες, αντιθετικές.

Σε κήπους αθηναϊκούς, πυρωμένες πλατείες, τραπεζάκια καφεστιατορίων, σπιτικές αυλές, φιλόξενα λίβινγκ ρουμ, Ελληνόπουλα σαστισμένα, ανήσυχα, προσπαθούν να μετρήσουν τη δυσκολία και να οχυρωθούν απέναντί της. Οι παρέες ανασυντίθενται περιοδικά, με πείσμα, σε ζουρ φιξ που πυκνώνουν, για να κουβεντιάσουν από κοινού και να ψαύσουν το ολισθηρό παρόν. Αθροίζουν συμφωνίες, πληροφορίες, κουτσομπολιά, φήμες, σκορπάνε καταδίκες, ρισκάρουν βραχύβιες προβλέψεις, επικοινωνούν ενδιαμέσως με μέιλ, φέισμπουκ και τουίτερ. Διαρκώς επικοινωνούν, και διαρκώς πηγαινοέρχονται γύρω από τις ίδιες δοξασίες, φωτοτακτισμός γύρω από το φωτεινό μετέωρο της πτώχευσης, αυτό ορίζει τον βηματισμό, τη διάθεση, τον βίο.

Σκεφτόμαστε το πλήθος τέσσερις εβδομάδες στους δρόμους, με σκαμπανεβάσματα, με μούτζες, καραναβάλι που κουράζεται, ελπίδες που λιγοστεύουν, ματαίωση που φουντώνει. Εριξαν μια κυβέρνηση για λίγες ώρες, αμέσως σχηματίστηκε άλλη να εφαρμόσει τα ίδια. Ούτε ένα ψίχουλο δεν κέρδισε το πλήθος. Θ΄αφήσουν τις πλατείες ηττημένοι; Πού θα παροχετευθεί όλος τούτος ο θυμός, αν αποδειχθεί ατελέσφορη και τούτη η τελετουργία; Θα στραφεί προς τα μέσα, παλίνδρομα, θα φαρμακώνει το μέσα, θα γίνει τοξική ματαίωση, απόγνωση, μίσος τυφλό. Κουφό κράτος, τυφλή διοίκηση, ανυπεράσπιστη κοινωνία με φωνή που δεν εισακούεται.

Eίτε να φέρεσαι καλά στους ανθρώπους είτε να τους συντρίβεις, αν τους αφήσεις με ελαφρές πληγές θα σηκωθούν σε εκδίκηση ― αναλαμπή από τον Ηγεμόνα του Μακιαβέλι. Το κράτος θα συντρίψει το λαό του; Διαβάζει Μακιαβέλι τη νύχτα ο δικός μας; Αν ναι, θα διάβασε κι αυτό: Ο ηγεμών θα πρέπει να εμπνέει φόβο, έτσι ώστε αν δεν κερδίσει την αγάπη, να αποφύγει το μίσος.

Στις παρυφές της πλατείας τα μπαρ ξενυχτούν και τζιράρουν, οκτώ ευρώ το ποτό.

φωτ.: Ελισάβετ Μωράκη


Προ ημερών, γράψαμε ένα σχόλιο στην Καθημερινή, συγκρίνοντας την απρεπή συμπεριφορά του αγανακτισμένου πλήθους με την απρεπή συμπεριφορά των πολιτικών ανδρών, εντός και εκτός Βουλής. Το σχόλιο προκάλεσε την οργισμένη αντίδραση του εκ των Αντιπροέδρων της κυβερνήσεως Θόδωρου Πάγκαλου, ο οποίος με επιστολή του καταλόγισε στον συντάκτη γλωσσική και δημοσιογραφική ανεπάρκεια, ολολοκληρωτικό φρόνημα και παραταξιακή ιδιοτέλεια.
Τα παραθέτουμε όλα.

Μούτζες μέσα, μούτζες έξω

(Καθημερινή 21.06.2011)

Η κρίση αναδεύει τη συλλογική ψυχή και φέρνει στην επιφάνεια πάθη και συμπεριφορές αφτιασίδωτα. Αλλοτε με λυτρωτική ειλικρίνεια, με παρρησία, κι άλλοτε με εκπλήσσουσα ωμότητα, και χυδαιότητα ακόμη. Εχουν γραφτεί πολλά, λόγου χάριν, για τις απρεπείς εκφράσεις και τους προπηλακισμούς κατά των πολιτικών, εκ μέρους του πλήθους των αγανακτισμένων. Πράγματι, το πλήθος σε ορισμένες περιπτώσεις συμπεριφέρεται σαν όχλος, με εξάρσεις βίας, που φτάνουν σε χειροδικίες και ξυλοδαρμούς, εκδηλώσεις που καταδικάζονται καθολικά. Αλλά η κύρια δράση του αγανακτισμένου πλήθους εξαντλείται στον λεκτικό και χειρονομιακό εξτρεμισμό: η μούτζα λ.χ. προς τους πολιτικούς άνδρες ερμηνεύεται και επικρίνεται ποικιλοτρόπως. Μήπως όμως ακριβώς οι πολιτικοί δίνουν πρώτοι το έμπρακτο παράδειγμα του λεκτικού εξτρεμισμού, και μάλιστα μέσα στον φασκελωνόμενο ναό του κοινοβουλευτισμού;

Προχθές, ας πούμε, οι κατηγορούμενοι επί λαϊκισμώ αγανακτισμένοι πήραν συμπυκνωμένα μαθήματα καθύβρισης από την πολιτική ηγεσία. Το Κοινοβούλιο αντηχούσε από βαρύτατους χαρακτηρισμούς, που εκτόξευαν οι Νέστορες της πολιτικής. Ο αρχηγός του ΛΑΟΣ Γ. Καρατζαφέρης, γνωστός για τις ατάκες του επιπέδου Δελφινάριου, προχώρησε πολύ παραπέρα από το προσφιλές του καλαμπούρι: απεκάλεσε τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης, Αντώνη Σαμαρά, προδότη. «Απαξ προδότης, πάντα προδότης», είπε και κατόπιν, για να ελαφρώσει το κλίμα μάλλον, συμπλήρωσε το «Τρελαντώνης»… Αναρωτιόμαστε: Αν δεν εκαλύπτετο απο βουλευτική ασυλία, ο αυτοδημιούργητος γιος του σανοπώλη θα αποτολμούσε τέτοιους χαρακτηρισμούς για πρόσωπο κεντρικό στους πολιτικούς θεσμούς;

Οι προπηλακισμοί πολιτικών των τελευταίων ημερών οδήγησαν τον συνήθη λιμπερτίνο Θόδωρο Πάγκαλο, αντιπρόεδρο της κυβέρνησης, να χαρακτηρίσει ένα κοινοβουλευτικό κόμμα, τον ΣΥΡΙΖΑ, «κόμμα τραμπούκων». Ακολούθησε με τα ίδια λόγια, ο προσφάτως αποδοκιμασθείς υπουργός Νίκος Σηφουνάκης. Προδότες, τρελοί, τραμπούκοι ― τι άλλο μένει; Κακοποιοί, εγκληματίες και τραμπούκοι: όσοι επέκριναν διαδικτυακώς τον Παντελή Οικονόμου, νεοδιορισμένο αν. υπουργό Οικονομικών, επειδή ξήλωσε εσπευσμένως από την ιστοσελίδα του αντιμνημονιακό άρθρο που είχε δημοσιεύσει προ καιρού. Ο έμπειρος στην πολιτική αλλά νεοφώτιστος στην κουλτούρα του Διαδικτύου, κ. Οικονόμου, κατέφυγε στη δαιμονολογία, στις ύβρεις και στην ηλεκτρονική εγκληματολογία(!), αντί να εξηγήσει με πολιτικούς όρους τις αναλύσεις και τις θέσεις του.

Το πλήθος των αγανακτισμένων μουτζώνει, χλευάζει, βρίζει, ασχημονεί. Και δεν έχει θέσεις. Ετσι είναι. Ας δούμε την άλλη πλευρά, την υβριζόμενη: Πόσο πιο ορθολογικά και κόσμια, με πολιτικά και δημοκρατικά επιχειρήματα συμπεριφέρονται οι αποδοκιμαζόμενοι πολιτικοί; Πολύ χειρότερα, δεδομένων των απαιτήσεων και των προσδοκιών της θεσμικής τους θέσης: αντί να προσφέρουν υπόδειγμα πολιτικής κουλτούρας, προσφέρουν σόου χυδαίας προσωπόληπτης ατάκας και ηθικής απαξίωσης.

Επιστολή Θ. Πάγκαλου

(Καθημερινή 23.06.2011)

Λιμπερτινισμός

Kύριε διευθυντά

Oπως ίσως θυμάστε, σας έχω πει ότι διαβάζω καθημερινώς και επιμελώς την εφημερίδα σας. Δυστυχώς, εκεί που κατάντησε ο Tύπος στη χώρα μας, είναι από τις ελάχιστες εφημερίδες που αξίζουν αυτή την ονομασία. Aυτό, όμως, σας δημιουργεί και ορισμένες υποχρεώσεις, ιδιαίτερα σε στήλες όπως τα «Kαθημερινά», που εκφράζουν το έντυπο στο σύνολό του.

Διαβάζω λοιπόν, σήμερα, στο σχόλιο του κ. N. Ξυδάκη «Mούτζες μέσα, μούτζες έξω», κριτική που με αφορά, η οποία με χαρακτηρίζει «συνήθη λιμπερτίνο». Aναζήτησα τη λέξη «λιμπερτίνος» στο ελληνικό λεξικό του Γ. Mπαμπινιώτη και δεν τη βρήκα. Στο γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό των εκδόσεων Πελεκάνος η λέξη «libertin» σημαίνει «ελευθεριάζων, άπιστος, έκλυτος». Σε υπέροχο κείμενο του K. Γεωργουσόπουλου στα «Nέα» (14-7-2007) που έχει τίτλο «Tο σεξ ως μελέτη θανάτου», οι ελευθερόφρονες (λιμπερτίνοι) περιγράφονται ως «άθεοι, κολασμένοι, κυνικοί, ερωτικά ανικανοποίητοι» (το κείμενο επισυνάπτεται). Θα μπορούσε να με πληροφορήσει ο κ. Ξυδάκης τι ακριβώς γνωρίζει για τη σεξουαλική μου ζωή, που του δίνει το δικαίωμα να χρησιμοποιεί τον όρο αυτόν εναντίον μου και αν άλλο νόμιζε ότι έλεγε, λόγω επιπολαιότητας και έλλειψης παιδείας, γιατί ταλαιπωρεί την εφημερίδα και τους αναγνώστες του με την προφανή αγραμματοσύνη του;

Tο υπόλοιπο κείμενο δεν θα το σχολιάσω, γιατί δεν έχει τίποτα το πρωτότυπο. Eίναι απλώς η συνηθισμένη αντιστροφή αιτίου και αιτιατού, την οποία χρησιμοποιούν οι απανταχού ολοκληρωτικοί κονδυλοφόροι για να δικαιολογήσουν τις παράνομες και ανήθικες πρακτικές της παράταξης που υποστηρίζουν.

Θεόδωρος Πάγκαλος
Aντιπρόεδρος της Kυβερνήσεως

Απάντηση

O αντιπρόεδρος της Κυβερνήσεως φαίνεται να αγνοεί ή να προσπερνά την πρωταρχική, ιστορικώς προσδιορισμένη και εξόχως πολιτική, σημασία του «λιμπερτίνου»: είναι ο ελευθερόφρων, ο φορέας των απελευθερωτικών ιδεών πριν και κατά τη διάρκεια του Διαφωτισμού· και ο ανυπότακτος, o άτακτος, ο αυτότροπος (Γαλλοελληνικόν Λεξικόν Ηπίτη, 1908-10). Εικάζω ότι η πραγματολογική και πολιτική ανάλυση του κ. Αντιπροέδρου δεν ήταν εξαντλητική. Ισως διότι το αναλυτικό απόθεμα εξαντλήθηκε σε βαρείς προσωπικούς χαρακτηρισμούς, εντοπισμό φρονημάτων και υποδείξεις προς την εφημερίδα.
Ν. Γ. Ξυδακης

Οι έρευνες της Public Issue, με το πολιτικό βαρόμετρο Ιουνίου και για τις κοινωνικές συμπεριφορές του πλήθους των Αγανακτισμένων, αποτυπώνει ό,τι συμβαίνει στην Ελλάδα τους τελευταίους μήνες: μια τεκτονική αλλαγή. Η πλειονότης του πλήθους απομακρύνεται ταχύτατα από τα δύο μεγάλα κόμματα που κυβέρνησαν τα τελευταία 37 χρόνια, χωρίς να τοποθετείται σε κάποιο άλλο σχήμα. Το ΠΑΣΟΚ καταρρέει, επιστρέφει σε ποσοστά της δεκαετίας ‘70, ενώ η ΝΔ, βαριά λαβωμένη από την περίοδο 2004-9, δεν καταφέρνει να προβάλει ως πειστική εναλλακτική.

Είναι πλέον σαφές ότι ήδη με τις πρώτες εκλογές, όποτε αυτές συμβούν, οι μισοί βουλευτές του ΠΑΣΟΚ θα εξαφανιστούν. Με δεδομένο μάλιστα το ισχυρό ενδεχόμενο να επαναληφθούν οι εκλογές, ο καταποντισμός του παρόντος πολιτικού προσωπικού είναι βέβαιος. Η πολιτική δυναμική βαίνει απρόβλεπτη, προς την αποδόμηση· διαμορφώνεται πλέον όχι με βάση τη πελατειακή σχέση, που καταρρέει, όχι με προσδοκίες επιδιορθωτικής διαχείρισης ούτε με ιδεολογικούς χαρακτήρες· η πολιτική δυναμική διαμορφώνεται από την άμυνα του πλήθους έναντι της καταστροφής του.

Ο ιστορικά καινοφανής παράγων είναι ακριβώς η κινητοποίηση του πλήθους των Αγανακτισμένων στις πλατείες. Οι κινητοποιήσεις αυτές έχουν παλλαϊκό χαρακτήρα, δεν χειραγωγούνται κομματικά, τυγχάνουν ευρύτατης αποδοχής, συγκεντρώνουν πλειοψηφικά τις παραγωγικές ηλικίες 35-54, δεν προβλέπεται να καμφθούν εύκολα. Το σημαντικότερο: το πλήθος κινητοποιείται όχι με ιδεολογικά ή αμιγώς πολιτικά κίνητρα, αλλά με κίνητρο την υλική και κοινωνική επιβίωσή του. Αυτή η διπλή διαπίστωση, της απαισιοδοξίας για το μέλλον και της αυθόρμητης αντίδρασης, μαζί με την απομάκρυνση από τον παραδοσιακό διπολισμό της Μεταπολίτευσης, καταγράφεται σαφώς στις δύο έρευνες (εδώ και εδώ).

Ο πάνδημος, διαταξικός, διακομματικός χαρακτήρας του πλήθους ίσως είναι πρωτοφανής στην πολιτική ιστορία της μεταπολεμικής Ελλάδας. Ακριβώς διότι για πρώτη φορά απειλείται τόσο βίαια με υλική και πολιτική υποβάθμιση το κοινωνικό οικοδόμημα, αποτελούμενο σε συντριπτική πλειονότητα από μικροαστικά και μεσαία στρώματα, μικροϊδιοκτήτες, επιτηδευματίες, μικροεπιχειρηματίες, περίπου ό,τι αποκάλεσε ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς «πολυσθενή υποκείμενα» (Κράτος, κοινωνία, εργασία στη μεταπολεμική Ελλάδα, 1987).

Το πλήθος των Αγανακτισμένων, όπως και να αυτοναγνωρίζεται σήμερα, είναι βέβαιο ότι γενεαλογείται από τη φουσκοθαλασσιά των λαϊκών στρωμάτων του ‘60 που διεκδικούσαν θέση στον ήλιο, και από τη μικροαστική θάλασσα του ‘74-’81, στην οποία απευθύνθηκε ο Ανδρέας Παπανδρέου ― η θάλασσα των «μη προνομιούχων» που αξίωσαν μικροπρονόμια. Τα προνόμια ήσαν βεβαίως πελατειακά δοσίματα, αλλά όχι μόνον αυτά: ήταν και ένα στοιχειώδες κράτος πρόνοιας, ίσες ευκαιρίες, κοινωνική άνοδος μέσω σπουδών ή επιχειρηματικότητας, τα μπάνια του λαού. Ολα τούτα τώρα επανατίθενται σε μηδενική βάση, απειλώντας το πλήθος με βίαιη επαναφορά στην υλική-κοινωνική συνθήκη του ‘60. Εξ ου και η οργή του διαψευσμένου πλήθους κατά του συνόλου της πολιτικής τάξης της Μεταπολίτευσης.

Η προχθεσινή σύσκεψη των πολιτικών αρχηγών, υπό τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, πυροδότησε δικαιολογημένα αγωνία σε μεγάλες ομάδες του πληθυσμού, αλλά εντέλει ήταν άλλη μία τελετουργία με επικοινωνιακή σκόπευση, χωρίς πολιτικό περιεχόμενο, τουλάχιστον περιεχομένο ικανό για διάσωση και αναπροσδιορισμό.

Ο πρωθυπουργός Γ. Παπανδρέου προσήλθε χωρίς φανερές προτάσεις, αντιπροτάσεις, γκάμα επιχειρημάτων, ώστε να πείσει, να προσελκύσει ή, έστω, να ρυμουλκήσει την αντιπολίτευση προς μια μίνιμουμ συναίνεση. Κανείς δεν πείστηκε, κανείς δεν πιέστηκε, πλην του φαιδρού οιωνοσκόπου Γ. Καρατζαφέρη, ο οποίος άλλωστε έχει προσφέρει πλειστάκις την υποστήριξη του ζητώντας μετ΄επιτάσεως συγκυβέρνηση. Ο Αντώνης Σαμαράς έμεινε αμετακίνητος στη θέση του για επαναδιαπραγμάτευση του Μνημονίου, και παρομοίως αντίθετα να συναινέσουν στη μνημονιακή πολιτική της κυβέρνησης ήταν τα κόμματα της Αριστεράς. Πώς φτάσαμε στο προαναγγελθέν ναυάγιο της τελετουργίας συναίνεσης;

Στις δύο προηγούμενες εβδομάδες η Ελλάδα έζησε, αφόρητα πυκνά, ένα κύμα βίας, φόβου, κοινωνικών ρηγματώσεων και πολιτικών απειλών. Οι βιαιοπραγίες που συντάραξαν το κοινωνικό σώμα επισκιάστηκαν μόνο από τις απειλές περί πτώχευσης και τις αλλεπάλληλες πιεστικές παρεμβάσεις των εταίρων-δανειστών για αναδιευθέτηση του εσωτερικού πολιτικού τοπίου. Ηταν τέτοια η πίεση πάνω στην υπερχρεωμένη χώρα, που έθεσε εν αμφιβόλω την ίδια την του πολιτεύματος, την λαϊκή κυριαρχία· πολύ περισσότερο που διατυπώθηκαν ταυτοχρόνως προτάσεις για δημοψήφισμα, μέσα και έξω από το ΠΑΣΟΚ, ασύμβατες προς τα ειωθότα της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας.

Επιπλέον, προχθές, ο κ. Παπανδρέου, δια του υπουργού Οικονομικών και με δικά του λόγια, επέσεισε ως μόνο επιχείρημα για την εκμαίευση της συναίνεσης, τον υπαρκτό κίνδυνο της χρεοκοπίας και την έξοδο από την ευρωζώνη, όπως έπραξε πριν απ΄αυτόν η επίτροπος Μαρία Δαμανάκη. Η απειλή αυτή είναι υπαρκτή και απαιτεί εθνικό συναγερμό. Δυστυχώς, όμως, για τη χώρα, το ίδιο υπαρκτή είναι και η σαρωτική απονομιμοποίηση της πολιτικής Παπανδρέου, έτσι όπως καταγράφεται στις έρευνες, αλλά και όπως καταγράφεται τα τελευταία εικοσιτετράωρα στις πλατείες της χώρας: την ώρα που ο πρωθυπουργός, αμήχανος και κουρασμένος, εξήγγειλε στην τηλεόραση την αποτυχία της σύσκεψης των αρχηγών, το παρδαλό πλήθος των Αγανακτισμένων χτυπούσε κατσαρόλες στο Σύνταγμα, έξω από τη Βουλή. Αυτοί οι αδέσποτοι Αγανακτισμένοι, απροσδιόριστοι πολιτικά και απρόοπτης δυναμικής, δρουν πλέον ως απρόβλεπτος επιταχυντής επί μιας πραγματικότητας ήδη χαοτικής και ρευστής.

Το πολιτικό πρόβλημα τροφοδοτείται προφανώς από τα ένστικτα αυτοσυντήρησης των κομμάτων: κανείς δεν θέλει να μοιραστεί την ευθύνη με την κυβέρνηση για τις επιλογές της. Αλλωστε η κυβέρνηση υπερψήφισε το Μνημόνιο, τον περασμένο Μάιο, στηριγμένη στη δική της κοινοβουλευτική πλειοψηφία, και με την επικουρική ψήφο του ΛΑΟΣ και της Ντόρας Μπακογιάννη.

Αλλά το πολιτικό πρόβλημα δεν εξαρτάται πια μόνο από τη στάση των κομμάτων. Ενα χρόνο αργότερα, οι προβλέψεις του Μνημονίου δεν έχουν επιτευχθεί, είτε λόγω κακού υπολογισμού, όπως ομολογεί και η τρόικα, είτε επειδή η κυβέρνηση δεν κατόρθωσε να τηρήσει τους ταχύτατους ρυθμούς μεταρρυθμίσεων. Η οικονομία έχει βυθιστεί στην ύφεση, οι δαπάνες δεν έχουν περιοριστεί αρκετά, τα έσοδα υπολείπονται σημαντικά του στόχου, κι όλα αυτά παρά τις οδυνηρές περικοπές μισθών-συντάξεων, παρά τους βαρείς φόρους. Υφεση, ανεργία και ανασφάλεια παραλύουν τη χώρα, και πάνω σε αυτό το υλικό υπόστρωμα φουντώνουν η ξενοφοβία, η αυτοδικία, η βία: η κρίση είναι κοινωνική. Αυτή η κρίση εκφράζεται, και καταγράφεται πλέον πολλαπλώς, σαν ρήξη του κοινωνικού ιστού, απώλεια εμπιστοσύνης προς το πολιτικό σύστημα και τους θεσμούς, έλλειψη ανοχής.

Κι ακόμη παραπέρα: ζούμε μια ηθική και πνευματική κρίση, κρίση ανθρωπολογικής τάξεως. Τα ερειπιώδη κόμματα με την αμηχανία τους και τη στειρότητά τους εκφράζουν εν πολλοίς μια αναλόγως αμήχανη και στείρα κοινωνία πελατών, γαντζωμένων σε έναν καταρρέοντα κόσμο μικροπρονομίων, θαλασσοδανείων, διορισμών. Εναν κόσμο ετερονομίας και εξαχρείωσης. Το ιταμό ύφος των εταίρων-δανειστών, με το οποίο απευθύνονται στους Ελληνες, βρίσκει έδαφος πάνω στη δική μας ασημαντότητα, στους δικούς μας ασήμαντους ηγέτες, στην εθελόδουλη και οκνηρή μας σκέψη. Είκοσι χρόνια νωρίτερα, ο Παναγιώτης Κονδύλης προφήτευε πικρά την παρούσα κρίση, με οδύνη για την πατρίδα του, για τη γλώσσα και την ποίησή της: «Η νεοελληνική ιστορία, έτσι όπως τη γνωρίσαμε στα τελευταία διακόσια χρόνια, κλείνει τον κύκλο της. Ασφαλώς, τα τραγικά και κωμικά της επεισόδια δεν τέλειωσαν ακόμη, όμως χάνεται η ενότητα της προβληματικής της και ο ειδοποιός της χαρακτήρας.» (Οι αιτίες της παρακμής της σύγχρονης Ελλάδας)

Λαός εκτός ιστορίας; Ναι και όχι. Ναι, στην παρούσα φάση, βρεθήκαμε ουραγοί. Και όχι, όχι εις το διηνεκές, όχι ακόμη και τώρα: Ιn my end is my beginning. Μας το ψιθυρίζει ο Γιάννης Βαρβέρης, μειδιώντας από το επέκεινα καθώς τον αποχαιρετούμε:
«Είμαστε προ της κρίσεως υπερήφανοι
γιατί το θαύμα ήταν πως ζήσαμε
χωρίς το θαύμα.»

(O άνθρωπος μόνος, 2009)

φωτ.: Ελισάβετ Μωράκη

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

RSS Gatherate: The Best of the Greeks

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Twitting

  • Πολιτισμός καζίνων με αυτοφωράκηδες || Για ποια έργα θα τον θυμούνται ως πρωθυπουργό τον Κυριάκο Μητσοτάκη; Για τα… twitter.com/i/web/status/1… 1 week ago
  • Τραπεζοκαθίσματα στη Δήλο (Γαίας ατίμωσις) Ας σκεφτούν οι βουλευτές και ο Κ. Μητσοτάκης τι ίχνος θα αφήσουν για τις… twitter.com/i/web/status/1… 1 week ago
  • Για τον ποιητή Χριστόφορο Λιοντάκη - του Παντελή Μπουκάλα kathimerini.gr/1040620 2 weeks ago
  • Immigration panic: how the west fell for manufactured rage theguardian.com/uk-news/2019/a… 2 weeks ago
  • Ποτέ άλλοτε οι υπερβολικές προσδοκίες των κακομαθημένων παιδιών της Μεταπολίτευσης δεν περιστάλησαν τόσο βίαια και… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago
  • Η γελοιοποίηση του κομματικού κράτους. Η κομματική-αυταρχική διήθηση του κράτους έχει και τα αδύνατα σημεία της. Εν… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 1.005.485 hits
Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: