You are currently browsing the tag archive for the ‘έθνος’ tag.

kai-aw-trogomen-petres

Τι μάς δείχνει η εν εξελίξει εμπειρία της χρεοκοπημένης Κύπρου; Πολλά. Μας δείχνει καταρχάς πώς αντιδρούν οι αδελφοί Κύπριοι σε ιστορικές στιγμές, αντιμέτωποι με κρίσιμα διλήμματα: αποφασίζουν. Και παρά το μικρό μέγεθος του νεαρού κράτους τους, τολμούν να αναλαμβάνουν τα ρίσκα της εναντίωσης στους μεγάλους. Με όποιο κόστος. Φυσικά: το πανεθνικό και παλλαϊκό κίνημα της αυτοδιάθεσης είναι μνήμη νωπή ακόμη. Οπως νωπή είναι και η ήττα του 1974, η κατοχή του βορείου τμήματος, η προσφυγιά, ο σκληρός αγώνας για ανοικοδόμηση. Η αυτοδιάθεση, δηλαδή η αποτίναξη του αποικιοκρατικού ζυγού, στα χρόνια του ’50, κόστισε κάτι παραπάνω από χαράτσι επί των καταθέσεων: κόστισε αίμα, έφηβοι και παλικάρια απαγχονίζονταν κι ύστερα θάβονταν άκλαφτα σε φυλακισμένα μνήματα. Κάθε οικογένεια στην Κύπρο έχει τέτοιες μνήμες: μια φωτογραφία αγωνιστή, μια φωτογραφία αγνοούμενου, μια φωτογραφία με το χαμένο σπίτι στα κατεχόμενα, φωτογραφίες με ξενιτεμένους στο Λονδίνο, στην Αυστραλία, στην Αμερική.

Παρ’ όλ΄αυτά, αυτοδιάθεση. Αυτό είναι το νόημα του όχι, απέναντι στη σκληρή απόφαση του Eurogroup, η οποία de facto πλήγωσε βαριά την οικονομία της Κύπρου, και μόνο με την ανακοίνωσή της. Μπορεί η εφεξής πορεία της Κυπριακής Δημοκρατίας μετά το όχι να είναι αναλόγως ή και περισσότερο επώδυνη, αλλά υπάρχει μια θεμελιώδης διαφορά: η επιλογή θα είναι δική της. Οπως και με το σχέδιο Ανάν, το 2004: δεν ήταν εύκολη απόφαση· όλοι οι μεγάλοι φίλοι πίεζαν αφόρητα τους Κυπρίους να αποφασίσουν για το καλό τους υπέρ ενός υβριδικού μορφώματος με ασαφή κυριαρχία και αμφίβολη βιωσιμότητα. Αυτοί αποφάσισαν όχι. Τους απειλούσαν, αυτούς τους μικρούς και ολίγους, μερικές εκατοντάδες χιλιάδες Ελληνες πάνω σε ένα διαιρεμένο νησί στη Μεσόγειο, ότι αν αντιταχθούν, θα καταστραφούν. Αντιτάχθηκαν, και δεν καταστράφηκαν.

Αναλόγως τώρα: απειλούνται με μια άλλη καταστροφή, τη χρεοκοπία. Απειλούνται να χάσουν όσα κέρδισαν με σαράντα χρόνια σκληρής δουλειάς, μετά την εθνική τραγωδία του ’74. Αφού εν τω μεταξύ έχουν εκχωρήσει οικειοθελώς στην Ευρωπαϊκή Ενωση και στην ευρωζώνη μέγα μέρος της εθνικής κυριαρχίας, της με αίμα κερδισμένης. Θα πληγωθούν, βαριά ενδεχομένως. Πάντως όχι τόσο βαριά όσο το ’74. Και σίγουρα δεν θα καταστραφούν: αφού δεν τέλειωσαν τότε, με την πολεμική ήττα.

Μαζί με το αναπόφευκτο οικονομικό τραύμα ωστόσο, και ανεξαρτήτως της τελικής έκβασης, οι Ελληνες της Κύπρου έχουν ένα ηθικό κέρδος, διατηρούν ένα κεκτημένο: την αυτοδιάθεση. Τη δυνατότητα να διαθέτουν εαυτό ως βούλονται. Τη δυνατότητα να επιλέξουν να τερματίσουν οι ίδιοι την ευημερία τους ή και τη ζωή τους, όταν και όπως αυτοί βούλονται, και όχι όπως και όταν τους υποδεικνύεται από φίλους και προστάτες. Αυτή είναι η ουσία της ελευθερίας, από τον καιρό των θουκιδίδειων Μηλίων έως τον καιρό της Γαλλικής Επανάστασης και της απελευθέρωσης των αποικιοκρατούμενων εθνών.

Το όχι δεν οδηγεί σε νίκη· άλλωστε το πεδίο και το είδος της αναμέτρησης έχουν οριστεί από τους άλλους, τους υπέρβαρους εταίρους και δανειστές. Οδηγεί όμως στην επιβεβαίωση της ηθικής υπόστασης, στη συλλογική αυτοναγνώριση, στην εθνική συνοχή. Πρόκειται για μεγέθη μη μετρήσιμα, άυλα, όχι όμως λιγότερο αναγκαία: άνευ αυτών, τι είναι ένας λαός, μια συλλογικότητα ανθρώπων; Ενα πλήθος αλληλοϋποβλεπόμενων ατόμων, όχλος ωφελιμιστών· ασφαλώς ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε δεν οραματίζεται αυτό για τον γερμανικό λαό.

Οι Κύπριοι θα ξαναφτιάξουν το νησί. Οπως ξανάφτιαξαν τις ζωές τους μετά το ’74, όταν ―μάς θυμίζει ο Αριστος Μιχαηλίδης στον «Φιλελεύθερο»― ο Αττίλας κατέφαγε το 65% των ξενοδοχείων, το 87% των υπό ανέγερση ξενοδοχειακών μονάδων, το 40% των σχολικών κτιρίων, το 41% των κτηνοτροφικών μονάδων, το 48% των εξαγωγικών αγροτικών προϊόντων και το 56% των παραλιών.

Δεν ξέρω μόνο αν θα ξαναπούν εύκολα το ομηρικό του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα: «Την Ελλάδα θέλομεν και ας τρώγωμεν πέτρες». Διότι η παρούσα Ελλάς, ως κράτος των Αθηνών, και σε τούτη την περίσταση δεν τους στάθηκε. Θα δούμε. Ακόμη κι έτσι όμως, οφείλομε χάριτες στους Κυπραίους αδελφούς, εμείς οι τρις χρεοκοπημένοι και τρις ενδώσαντες Ελλαδίτες, γιατί μας θύμισαν ότι υπάρχει και το γλυκόπικρο όχι της ψυχής. Και της αυτοδιάθεσης: της Γαλλικής Επανάστασης, του Ρήγα, του Μπολιβάρ, του Γκάντι, του Γρηγόρη Αυξεντίου.

20.03.2013

Advertisements

Το οδυνηρό συμβάν της χρεοκοπίας ξυπνά φαντάσματα· ενθυμήσεις καταχωνιασμένες, στερεότυπα κατοχικών γονιών και μικρασιάτων παππούδων, φθαρμένα διαβάσματα που δεν έβρισκαν αντίκρισμα στην πραγματικότητα του προσφάτου παρελθόντος,  πόνους εξορκισμένους και εξόριστους από την ευδαίμονα Ισχυρή Ελλάδα του ευρώ. Ξύπνησαν και δυο φαντάσματα, που ενώ στοίχειωσαν την γένεση του κρατιδίου, ακόμη και πριν από τον Ξεσηκωμό, εντούτοις τα τελευταία χρόνια φύραναν, αποδομήθηκαν, μεταστοιχειώθηκαν: ο λαός και το έθνος.

Προλαβαίνω: ας μην ταυτίσουμε επιπόλαια τον λαό με τον λαϊκισμό, και το έθνος με την εθνοκαπηλία. Ας τα δούμε στις πολλαπλές τους εκδιπλώσεις μες στην ιστορική διάρκεια, όπως μάλιστα φανερώνονται ιδρυτικά στην ευρωπαϊκή νεωτερικότητα, από την αυγή του Διαφωτισμού ώς το μεσουράνημα του Ρομαντισμού. Κι ας συνυπολογίσουμε ότι η ανάδυση του νεότερου ελληνισμού τροφοδοτείται από αυτά τα μέγιστα κινήματα και σε μεγάλο βαθμό τα εκφράζει κιόλας, σχεδόν ιδανικά. Ρομαντική είναι η σύλληψη της έννοιας λαός, ρομαντική είναι η αποκρυστάλλωση του έθνους, από τον Χέρντερ και τον Γκέτε έως τον Σίλλερ και τον Φίχτε· ρομαντική είναι η ουσία της σολωμικής ποίησης και η ενιαία ιστορική αφήγηση του ελληνικού λαού από τον Σπυρίδωνα Ζαμπέλιο και τον Κ. Παπαρρηγόπουλο, ρομαντική η φύτρα του Παλαμά και του Σικελιανού, και του Σεφέρη και του Ελύτη. Ακόμη και ο νεοκλασικισμός στην Ελλάδα ρομαντικά βιώθηκε. Κι η ελληνική εθνογένεση πορεύεται χέρι χέρι με τη γερμανική εθνογένεση.

Υπό μία έννοια λοιπόν, η χρεοκοπία του 2012 και η συνοδός διεθνής επιτήρηση θυμίζει τη χρεοκοπία του 1893, που κατέστη αφορμή για βαθείς ιδεολογικούς και πολιτικούς μετασχηματισμούς, εκφραζόμενους πολύτροπα από διαφορετικές προσωπικότητες όπως ο Παλαμάς, ο Δραγούμης και ο Βενιζέλος. Αναδιατύπωσαν, ανατροφοδότησαν την αφήγηση του λαού και του έθνους, έτσι ώστε λαός και έθνος να ανορθωθούν και να επανεκκινήσουν προς την ιστορική τους μοίρα.

Πώς συζητούνται σήμερα αυτά τα θεμελιώδη, ο λαός και το έθνος; Μάλλον: Πώς βιώνονται; Πώς συμβάλλουν στην αυτοαναγνώριση και στην αίσθηση του συνανήκειν; Ολα εν συγχύσει ― η γρήγορη απάντηση. Για πολλούς λόγους, που δεν μπορούμε να αναπτύξουμε εδώ· μόνο ας υπαινιχθούμε πρόχειρα μια υβριδική κουλτούρα κοσμοπολιτισμού, ναρκισσισμού, υποτέλειας και ψυχικής μειονεξίας, συνδαυλιζόμενη από ιδιοτελή ραγιαδισμό, μεταπρατικά συμφέροντα και εθελοδουλία.

Κατά τα λοιπά, η ιστορία. Πάντα παρούσα, διδακτική ή είρων. Ιστορία των ιδεών. Από τον ρομαντικό 19ο αιώνα των πτωχεύσεων, της πελατοκρατίας και των διχασμών, ας θυμηθούμε τις ιδρυτικές ρομαντικές ιδέες περί λαού και έθνους, τόσο δραματικά επίκαιρες, τόσο φρέσκα αποκρινόμενες σε σημερινούς βολοδαρμούς.

Πρώτα ο Σπυρίδων Ζαμπέλιος, εισηγητής του πνεύματος του λαού παρ’ ημίν, ο υποστηρίξας ότι θεμέλια της καθόλου υπάρξεως είναι η γυνή και ο λαός. Το 1857 ήδη διαπιστώνει ότι οι λογιώτατοι απεχθάνονται τη λέξη λαός:

«Παρά μικρόν η λέξις Λαός ήλθε ν’ αποβληθή εκ της Ελληνικής συνηθείας. Επικρατέστεραι δε παρά τοις συγγραφεύσι του Βυζαντινού μεσαιώνος διέμειναν αι φράσεις Όχλος, Συρφετός, Όμιλος αγυρτώδης, Λύμα, το Χυδαίον, και έτεραι του αυτού είδους, άς άλλως τε ο λογιώτατος ουδέποτε μετεχειρίσατο μη κεκαρυκευμένας, εις επίδειξιν μισοδημίας, επιθέτοις υβριστικοίς και περιφρονητικοίς. Και όμως ο λογιώτατος ούτος ωνομάζετο χριστιανός. Εις εκατόν και πεντήκοντα δύο περιστάσεις αυτή και μόνη η Καινή Διαθήκη προσφωνεί απεριφράστως και επικαλείται του Λαού το όνομα!»

Υστερα ο φλογερός Ανδρέας Ρηγόπουλος, ο συνομιλητής του Βίκτωρος Ουγώ, του Ματσίνι και του Γκαριμπάλντι, λέει στη Βουλή,  δέκα χρόνια πριν από την πτώχευση:

«Κλαίω εφ’ υμάς και επί τα τέκνα σας, ω στρατιωτικοί, οίτινες θα σύρετε τα ξίφη σας όχι πλέον υπέρ του Ελληνισμού, διότι αυτός δεν θα υπάρχει αλλ’ υπέρ των συμφερόντων των ξένων· κλαίω εφ’ υμάς και επί τα τέκνα σας, ω ναυτικοί, διότι θα χρησιμοποιήσητε την θαλασσινήν υμών ικανότητα υπέρ των ξένων ισχυρών, και θ’αποτελήτε τα πληρώματα των πλοίων των ως εις τον καιρόν των Βενετών· κλαίω επί σε, ω Ελληνικέ λαέ, διότι θα έλθη ημέρα καθ’ ην αι νέαι γενεαί δεν θα έχουν κανέν ιδανικόν, διότι ο Ελληνισμός εξέλιπε και καμμία έμπνευσις δεν θα υπάρχη ούτε εις την φιλολογίαν ούτε εις την πολιτικήν· κλαίω εφ’ υμάς ω γεωργοί, ω βιομήχανοι, ω έμποροι, διότι θα σας επιβάλλουν βαρείς δασμούς εις τα προϊόντα σας, διότι θα σας στέλλουν τα ιδικά των μηχανήματα και θα σας τα πωλούν ακριβά, διότι θα γίνετε μεσίται και όχι έμποροι, έως ου καταντήσει ο ελληνικός λαός είλως εργαζόμενος υπέρ των ξένων».

«Οι παρελάσεις δεν έχουν θέση στα σχολεία. Να καταργηθούν!» Παραμονές 28ης Οκτωβρίου, η φίλη ήταν κατηγορηματική. Εμπιστεύομαι την κρίση της και το ένστικτό της, είναι αισιόδοξη, ρεαλίστρια. Ωστόσο εγώ μόλις το άκουσα, κυριεύθηκα από σκεπτικισμό. Δεν ήμουν βέβαιος για την ποσότητα προόδου· ότι δηλαδή με την κατάργηση των μαθητικών παρελάσεων θα εξαλειφθούν στρεβλώσεις, θα εξαφανιστεί ο εθνικισμός, θα βλαστήσουν άλλες συνειδήσεις κ.λπ. Συμφωνώ ότι υπάρχει καπηλεία, έχω ακούσει πολλούς δεκάρικους στις σχολικές εορτές· συμφωνώ για την ανία και τη χλεύη που προκαλούν αυτές οι τελετές, καθώς πάντα ισορροπούν στην ακμή του kitsch. Καταλαβαίνω ότι οι έφηβοι με τα τατουάζ και τα σκουλαρίκια περισσότερο αναγνωρίζονται στα μικροσύνολα της παρέας και στις φυλές των γκέιμς παρά στην εθνική κοινότητα. Παρ’ όλ’ αυτά…

Παρ’ όλ’ αυτά, σκέφτομαι: Η διαρκής αποδόμηση των παλαιών κατασκευών, ετοιμόρροπων ή εδραίων, οδηγεί πού; Στη λύτρωση από δεισιδαιμονίες; Στην επιφώτιση; Σε μια κοινωνία ευτυχισμένων απελεύθερων; Δεν ξέρω.

Καταργήθηκε η στολή στα δημόσια σχολεία ― και παρέμεινε στα ακριβά ιδιωτικά. Καταργήθηκαν ο εκκλησιασμός, η πρωινή προσευχή, η έπαρση σημαίας. Εμειναν συνεπτυγμένες οι παρελάσεις (μόνο οι τελειόφοιτοι) και οι γιορτές, χριστουγεννιάτικες, επετειακές, και τώρα αγγλοσαξονικού τύπου τελετές αποφοιτήσεως. Αρα, ο σχολικός βίος έχει συρρικνωθεί δραματικά τις τελευταίες δυο δεκαετίες· το σχολείο δεν διδάσκει φρόνημα, εθνικό ή θρησκευτικό. Κουτσοδιδάσκει ελληνικά και μαθηματικά για τις πανελλήνιες, ναι. Αλλά δεν διαμορφώνει φρόνημα, δεν πλάθει χαρακτήρες· αυτά πλάθονται σε άλλες σφαίρες του δημόσιου: στα μήντια, στην κατανάλωση, στα λάιφστάιλ των γκάτζετ, στα μούλτιπλεξ και τα στάρμπακς, στα mall και τα internet cafe. Και στην επιρροή της πυρηνικής οικογένειας, όση απομένει.

Ο Θεός ξεθεμελιώθηκε τον 19ο αιώνα· το κενό καταλήφθηκε από τον εθνικισμό, τον μαρξισμό, την ψυχανάλυση. Το απόλυτο επεβίωνε με άλλες μορφές. Στον 20ό αιώνα οι δυτικές κοινωνίες γεύτηκαν άλλα απόλυτα: κομμουνισμό, φασισμό, ολοκληρωτικό πόλεμο. Αρχισε να αποδομείται ο εθνικισμός. Στον 21ο αιώνα συνεχίζονται να αποδομούνται όλες οι συλλογικές αναπαραστάσεις, απομυθοποιούνται οι μεγάλες αφηγήσεις. Οι άνθρωποι κινούνται ατομικά και υπερτοπικά, αθροίζονται σε καινοφανείς εφήμερες κοινότητες. Κινούνται. Προς τα πού;

Εδώ εγείρονται αμφιβολίες. Πρώτη: Ο,τι ισχύει για τη Δύση, την ανεξίθρησκη και φιλελεύθερη Ευρώπη λ.χ., δεν ισχύει στον υπόλοιπο κόσμο. Δηλαδή, ενώ στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης βλέπουμε μια αντιεθνικιστική και αντιθρησκευτική τάση, ενθαρυμένη μάλιστα από την υπερεθνική κυβέρνηση των Βρυξελλών, στον υπόλοιπο κόσμο φουντώνουν ο εθνικισμός και ο φυλετισμός, αφενός, και ο θρησκευτικός φονταμενταλισμός αφετέρου. Η παγκοσμιοποίηση τελείται άνισα και αντίρροπα. Τα δικαιώματα, οι ιδεολογίες, οι νόμοι δεν έχουν οικουμενική ισχύ, ισχύουν μόνο εντός συνόρων· οικουμενική ισχύ έχουν μόνο τα όπλα, όπως έδειξε προσφάτως η εισβολή στο Ιράκ και το Γκουαντάναμο.

Αλλά και εντός των συνόρων του ξεπερασμένου έθνους-κράτους, τι απομένει μετά την αποδόμηση (την θεμιτή, και ενδεχομένως επιβεβλημένη) των μύθων του Ancien Régime; Δεν βλέπω να εξαλείφεται στην Ευρώπη ο ρατσισμός ή ο εθνικισμός· αντιθέτως αναζωπυρώνεται με ακροδεξιές, σεπαρατιστικές ή λαϊκιστικές εκφράσεις, ενώ στις ΗΠΑ φουντώνει ο νεοσυντηρητισμός και ο φονταμενταλισμός των χριστιανικών σεχτών.

Αναρωτιέμαι: Μήπως η ολοσχερής κατάργηση μιας κάποιας εθνικής-συλλογικής αγωγής στο σχολείο (ό,τι έχει απομείνει τέλος πάντων), ελεγχόμενης από το δημοκρατικό κράτος και την πολιτική κοινωνία, αφήνει το πεδίο κενό, πρόσφορο σε κάθε εθνοκάπηλο δεκανέα, στον ανεξέλεγκτο εμπρηστή που θα ανέβει στο βαρέλι ή στο τσατ ρουμ;

Μήπως οι άνθρωποι, ακόμη και αυτοί οι μετανεωτερικοί που είμαστε, έχουν την ανάγκη να αναγνωρίζονται εντός κάποιας κοινότητας με ελάχιστους κοινούς χαρακτήρες; Σκέφτομαι μήπως ο αναθεωρητικός-αποδομητικός ζήλος εναντίον κάθε μεγάλης συνέχουσας αφήγησης αφήνει πίσω της μόνο συντρίμμια. Σκέφτομαι μήπως αυτός ο κοσμικός μεσσιανισμός, απότοκος μιας τελεολογικής αντίληψης της ιστορίας, μιας πίστης στην αέναη προόδο που σαρώνει το παρόν εν ονόματι του μέλλοντος, αντί να μας οδηγεί στον αναπόφευκτο θρίαμβο του Πνεύματος και του Λόγου, μάς παρασύρει σε έναν νεωτερικό σωρό ερειπίων.

Ο δυτικός άνθρωπος συντρίφτηκε στον 20ό αιώνα από αυτές τις μεσσιανικές θύελλες· επέζησε μόνον όταν πορεύτηκε νηφάλια και μετριοπαθώς. Οι δημοκρατίες συγκροτήθηκαν πάνω σε ένα συνέχον αφήγημα περί έθνους, σε μια φαντασιακή κοινότητα ― φαντασιακή αλλά διόλου ανύπαρκτη. Εχει πεθάνει αυτό το αφήγημα; Κι αν ναι, τι έρχεται στη θέση του;

Ένα βλέμμα, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 27-28.10.2007

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

RSS Gatherate: The Best of the Greeks

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Twitting

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 1.005.995 hits
Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: