You are currently browsing the tag archive for the ‘άστυ’ tag.

Η Σταδίου γέμιζε από διαδηλωτές, υπάλληλοι του Δημοσίου και των ΔΕΚΟ απλώνονταν προς το Σύνταγμα, άλλοι ανέβαιναν κόντρα την Πανεπιστημίου με ίδιο προορισμό. Το φθινοπωρινό φως, υπέροχο, αττικό, πλαισίωνε με απίστευτη διαύγεια κάθε κίνηση, κάθε σιλουέτα. Αντάλλαξα μερικές κουβέντες μ’ έναν Εγγλέζο δημοσιογράφο που δούλευε για την κινεζική τηλεόραση και μ’ έναν νεαρό φίλο διεθνολόγο. Δεν είχα δυνάμεις για άλλη ορθοστασία και κατηφόρισα: Καραγεώργη Σερβίας, Περικλέους, Αγίας Ειρήνης.

Τα μαγαζιά ήταν ανοιχτά. Kαι άδεια. Αδεια τα ρολογάδικα και κοσμηματοπωλεία της Περικλέους, άδεια τα υφάσματα, κομβία, φόδρες, είδη προικός. Μόνο τα καφενεία είχαν κόσμο: άνεργοι, άεργοι, αργόσχολοι, συνταξιούχοι, δεν ξέρω τι, ρουφούσαν ήλιο και εσπρέσο στην πλατεία Αγίας Ειρήνης, μια προστατευμένη φυσαλίδα, μια ιταλική πλατεία, σαν σκηνή θεάτρου. Καφές με τα μάτια μισόκλειστα κόντρα στο ηλιόφως, και τα γκαρσόνια να απομακρύνουν σθεναρά τους ζητιάνους. Ιδια η δράση και στον ήμερο πεζόδρομο της Αιόλου, δηλαδή απουσία δράσης: οι άνθρωποι κινούνται μαλακά, σχεδόν ακροποδητί.

Εξακολουθώ να ρίχνω κλεφτές ματιές μέσα στα μαγαζιά, πίσω από χτυπητές επιγραφές “Προσφορές”, “Μισοτιμής”. Οι εμποροϋπάλληλοι στέκονται αδρανείς, απαθείς, μερικοί βρίσκονται στο δρόμο και λιάζονται. Ο,τι είναι να συμβεί, θα συμβεί, ας συμβεί. Ενα εγκαταλειμμένο μαγαζί πάνω στην παλαίφατο Αιόλου έχει μισάνοιχτη πόρτα, κοιτάω μέσα: σκοτεινή αποθήκη, με τόπια υφάσματα απιθωμένα πρόχειρα, όρθια, ακουμπιστά σε σκελετούς ντέξιον.

Αντέχει ακόμη η Αιόλου, κρατάνε ακόμη οι μαζικές ανακαινίσεις μιας δεκαετίας, την κρατάει η νοικοκυροσύνη των εμπόρων. Ωστόσο κι εδώ πληθαίνουν οι μαύρες οπές των κλειστών, των ξενοίκιαστων, των φαλιρισμένων. Πληθαίνουν και τα καφενεία: φύτρωναν σαν μανιτάρια για τους σουλατσαδόρους, τις φυλές του φραπέ και του φρέντο, τώρα ποιους θα υποδέχονται; Τα βράδια ποιοι γεμίζουν τα μπαράκια που εποίκισαν την Πλατεία Καρύτση, τη Ρόμβης, την Κλειτίου, τη Βουλής, την Κολοκοτρώνη; Ποιοι ξοδεύουν οκτάευρα για μια μεζούρα αμφίβολου αλκοοόλ; Σαν νυχτοπεταλούδες μαζεύονται γύρω απ’ τη λάμπα του μπαρ, για εμβάπτιση στην κοινωνικότητα της μουσικής μες στο δρόμο, για να ξεχαστούν από τη σκληρή μέρα. Ποιος ξέρει…

Τούτη η ζώνη του άστεως έχει μεταπέσει από την ζωηρότητα, το νεύρο του εμπορίου, από τον μετρημένο χρόνο των χειροτεχνών και των μαστόρων, στη νωχέλεια του καφενείου, στη σκηνοθετημένο σπιντ του μπαρ. Η αλλαγή συντελέσθηκε πριν απ’ την κρίση· αλλά μήπως αυτή ακριβώς η μετάπτωση ήταν ένα σημάδι για την επερχόμενη κρίση; Μήπως ήταν ένα σημάδι για την απονεύρωση του παραγωγικού ιστού έως την εξάχνωσή του; Ενα σημάδι για την μετάβαση από τον έμπορο, επιχειρηματία, επαγγελματία, μαγαζάτορα, μάστορα, αρτιζάνο, στον υπάλληλο, τον εξαρτώμενο, τον ουσιαστικά ανειδίκευτο χαρτογιακά, τον έχοντα θέση εργασίας αλλά μη έχοντα επάγγελμα;

Στην Πραξιτέλους, ρωτάω τον καφεκόπτη τι είδους εσπρέσο έχει. Είναι τρίτη γενιά τεχνίτης και έμπορος, περιγράφει κάθε χαρμάνι με την προέλευσή του, το καβούρδισμα, το άρωμα, την τιμή. Ρωτάω το ίδιο σε ένα κατάστημα αλυσίδας franchise: η κοπέλα πρόθυμα μου αναφέρει ότι έχουν τον κλασικό και τον σπέσιαλ, ναι, αράμπικα νομίζει… Δεν ξέρει τι εμπορεύεται, γιατί βρίσκεται εκεί, αλλού θα ήθελε να βρίσκεται.

Κάπως έτσι μεταλλάχθηκε ο κόσμος στο εμπορικό καρτιέ: Από την τέχνη και τη γνώση, στην άγνοια και την κατανάλωση. Από τον βιωμένο χρόνο στον ξοδεμένο χρόνο, από τον χρόνο της παραγωγής στον χρόνο της κατανάλωσης, από την αυτονομία του παραγωγού και εμπόρου, του ελεύθερου επαγγελματία, στην εξάρτηση του υπάλληλου μιας μεγαλοεγχώριας ή πολυεθνικής εταιρείας. Η συγκέντρωση κεφαλαίου και εργασίας έπνιξε παραγωγούς, τεχνίτες, εμπόρους, τα καφενεία και τα ποτάδικα αντικατέστησαν τα υφασματάδικα και τα εργαστήρια. Η συγκέντρωση έφερε τη φούσκα, την κρίση, τη διάλυση. Τώρα διαλύονται και οι εξαρτημένοι, οι προνομιούχοι των ΔΕΚΟ, οι μικρογιάππηδες και οι white collars, τα στελεχάκια, οι μαστερούχοι με εξωτικές αγγλοειδικότητες στις επαγγελματικές κάρτες. Ολα ρευστοποιούνται, παλαιά και νέα και νεότατα.

Ξανακοιτώ με άλλο μάτι τους νωχελικούς θαμώνες των καφενείων στους πεζόδρομους του εμπορικού καρτιέ. Θα μπορούσαν να διαδηλώνουν στο Σύνταγμα για πετσοκομμένους μισθούς, μαζικές απολύσεις, εργασιακή εφεδρεία; Ισως. Εχουν σίγουρη δουλειά, σίγουρο εισόδημα, και δεν νοιάζονται; Μπορεί. Ή μήπως δεν έχουν τίποτε και ακριβώς επειδή δεν έχουν τίποτε να χάσουν πια, λιάζονται αδρανείς και ολιγαρκείς; Πιθανό κι αυτό.

Ολα είναι πιθανά. Ολα μπορείς να τα δεις, όλα μπορούν να συμβούν στην ηλιοστεφανωμένη Αθήνα, αυτό το ιστορικό φθινόπωρο του 2011.

Advertisements

Μια γρίπη ρουτίνας μες στις γιορτές σε βυθίζει στον πυρετό, την κακουχία, τη συρρίκωνση. Ο κόσμος έξω λάμπει, θορυβεί, πηγαινοέρχεται. Εσύ μέσα, αποκομμένος, αδύναμος, θλιβερός. Καταπίνεις ματζούνια και προσδοκάς την ανάσταση· δηλαδή να ξαναμπείς στον κόσμο απύρετος και διαυγής, έτοιμος για άλλους πόνους άγνωστους ποθητούς.

Κλεισμένος κι ανήμπορος, για τέσσερις-πέντε κρίσιμες μέρες, κλεισμένος στον εαυτό σου, σ’ ένα νοσηρό κουκούλι πόνων και παραισθήσεων, αναλογίζεσαι τη σημασία του Εξω. Η έλλειψη του Εξω, της κυκλοφορίας, των εικόνων, των άλλων, αυτό είναι που σε καταβάλλει περισσότερο απ’ όλα. Ανακατεμένος στα σεντόνια, αφυδατωμένος και μίζερος, λαχταράς να βρεθείς μες στον κόσμο· στα διαλείμματα των πυρετών, και μέσα σ’ αυτούς, χάνεσαι στους πολύβοους δρόμους, το σώμα αποκολλάται απ’ την αρρώστια του και τριγυρνάει στον τόπο του: στους δρόμους. Το νοσταλγών σώμα αντικρίζει πάλι κατάπληκτο τον κόσμο, περπατάει σαν σε όνειρο, πετάει χαμηλά, σαρώνει το πεδίο με περισκοπική όραση πουλιού: πολλά μαζί, υπερευρυγώνια, δυναμικά σύνολα και ρευστές λεπτομέρειες μαζί. Το σώμα γίνεται βλέμμα, ακοή, γίνεται άγγιγμα, οσφραίνεται και γεύεται το Εξω, το σώμα λιώνει μες στον κόσμο. Αυτό το σώμα τραγουδά εγγαστρίμυθα:

«Δρόμοι παλιοί που αγάπησα και μίσησα ατέλειωτα / Κάτω απ’ τους ίσκιους των σπιτιών να περπατώ / Νύχτες των γυρισμών αναπότρεπτες κι η πόλη νεκρή / […] (Και προχωρούσα μέσα στη νύχτα χωρίς / Να γνωρίζω κανένανε κι ούτε / κανένας με γνώριζε)»

Το σώμα, γεννημένο και ηλικιωμένο στην πόλη, νοσταλγεί διαρκώς τους δρόμους, εκεί όπου χάθηκε μαγεμένο παιδί, τους λευκούς πάμφωτους δρομίσκους της αχειροποίητης πολιτείας πλάι στη θάλασσα, τους χωμάτινους δρόμους της εργατούπολης, τα καλντερίμια και τα μάρμαρα της ξεπεσμένης αρχόντισσας, τα μάρμαρα και τα βουλιστά του αιγαιακού ερειπιώνα, τις παγωμένες αλέες και τα κανάλια των βόρειων μητροπόλεων, και πάντοτε, πάντοτε, τους σκονισμένους δρόμους τούτου δω του άστεος, αυθάδεις και γυμνούς, αυτάρκεις κομψούς μες το ιώδες αττικό φως.

Η ηλικία μετριέται με περιπλανήσεις, με επαναλήψεις, περικυκλώσεις του ίδιου και πάντα άλλου, με ανακαλύψεις κάτω απ’ την επιδερμίδα του προφανούς. Ολα γυρνούν ίδια και άλλα: εκεί που ο παπατζής με τον αβανταδόρο ξάφριζαν επαρχιώτες, εκεί όπου γητευτές διαλαλούσαν τσατσάρες και λαχεία, τώρα απλώνουν Prada στο σεντόνι και σέρνουν τον μπαλαριστό της πρέζας.

Δεν έχει καφενεία εργατών και φτωχοδιαβόλων, δεν έχει παλαιικό ψωνιστήρι αρσενικών, δεν έχει ερείπια ξενοδοχεία· έχει λαμπρά πολυκαταστήματα και σούδες με κινέζικα, έχει αγκίστρια με μαϊμούδες απλωμένα για λιμάρηδες φτωχούς, έχει φυλές, έχει λαλιές πολύχρωμες στα κινητά, τσάρκες αργόσυρτες και χασομέρηδες, έχει υπόνοιες μοντέρνας βίας μητροπολιτικής.

Το σώμα νιώθει τις ουλές, παλιές και νέες, νιώθει τα σύνορα ανάμεσα κάτω και άνω πόλης, νιώθει τη γεωγραφία που αλλάζει από γωνία σε γωνία. Ολα τα νιώθει το σώμα μες στους δρόμους· και πιο πολύ την ύλη του εαυτού του χυμένη μες στον κόσμο:

«Την ασήμαντη παρουσία μου / βρίσκω σε κάθε γωνιά / κάμε να σ’ ανταμώσω κάποτε / φάσμα χαμένο του πόθου μου»

Ξέρω τον πόθο, βλέπω το φάσμα·είναι ο δεκαοχτάχρονος που τον ξεβγάζει το λεωφορείο στη γαστέρα της Βάθης, και τριγυρνά στα κάγκελα της Στουρνάρη, στις στοές της Κάνιγγος, σε φροντιστήρια και αντηλιές καφενείων, σε υπόγεια βιβλιοπωλεία, ανηφορίζει την Ακαδημίας, βγαίνει στο ξέφωτο των Προπυλαίων, μαζεύει από κάτω προκηρύξεις κείμενα παράφορα ρομαντικά, μεμιάς οι δρόμοι και οι χρόνοι σμίγουν, εκτείνονται αξεδιάλυτοι, δρόμοι και χρόνοι, πόνοι, χαρές και στοναχές, Φθιώτιδος, Μαυρομιχάλη, Δαφνομήλη, Δορυλαίου, Αλεξάνδρας, Ερεσσού, Καλλιδρομίου, Βατάτζη, Δελφών, Βουλγαροκτόνου και Σωκράτους.

Είμαι το φάσμα του σώματος μες στους δρόμους, λιωμένος λυτρωμένος μες στην ερημία του πλήθους, είμαι ο δρόμος.

Είμαστε οι δρόμοι μας, η περιπλάνησή μας, η απώλεια και η πτώση, η επιστροφή απ’ το ξενύχτι ακολουθώντας μία κάφτρα.

«Και προχωρούσα μέσα στη νύχτα / χωρίς να γνωρίζω κανένανε / κι ούτε κανένας με γνώριζε» (Μαν. Αναγνωστάκης)

Ένα βλέμμα, Καθημερινή 13.01.2008
Εικον.: Χριστίνα Κάλμπαρη, σχέδιο με κιμωλία. Γκαλερί Μπαταγιάννη, 22 Ιαν. – 29 Φεβρ.

buzz it!

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

RSS Gatherate: The Best of the Greeks

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Twitting

  • Πολιτισμός καζίνων με αυτοφωράκηδες || Για ποια έργα θα τον θυμούνται ως πρωθυπουργό τον Κυριάκο Μητσοτάκη; Για τα… twitter.com/i/web/status/1… 1 week ago
  • Τραπεζοκαθίσματα στη Δήλο (Γαίας ατίμωσις) Ας σκεφτούν οι βουλευτές και ο Κ. Μητσοτάκης τι ίχνος θα αφήσουν για τις… twitter.com/i/web/status/1… 1 week ago
  • Για τον ποιητή Χριστόφορο Λιοντάκη - του Παντελή Μπουκάλα kathimerini.gr/1040620 2 weeks ago
  • Immigration panic: how the west fell for manufactured rage theguardian.com/uk-news/2019/a… 2 weeks ago
  • Ποτέ άλλοτε οι υπερβολικές προσδοκίες των κακομαθημένων παιδιών της Μεταπολίτευσης δεν περιστάλησαν τόσο βίαια και… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago
  • Η γελοιοποίηση του κομματικού κράτους. Η κομματική-αυταρχική διήθηση του κράτους έχει και τα αδύνατα σημεία της. Εν… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 1.005.484 hits
Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: