You are currently browsing the tag archive for the ‘Ομόνοια’ tag.

φωτ.: Ηλίας Τσαουσάκης

φωτ.: Ηλίας Τσαουσάκης

Πέρυσι αισθάνθηκα αύρα παλαιοβαλκάνια να πνέει πάνω από το μαραμένο κέντρο της Αθήνας. Το ξανάνιωσα. Κατήφεια και εσωστρέφεια, εγκατάλειψη, καθυστέρηση, φτώχεια. Ολο το Σάββατο και την Κυριακή περπατούσα πάλι στο κέντρο. Εξάρχεια, Χαυτεία, Στουρνάρη, Κάνιγγος, Βάθη, Ομόνοια, Ακαδημίας, Σόλωνος, Χ. Τρικούπη, Ασκληπιού. Από την Αθηναϊκή Τριλογία έως την πλατεία Βάθη, κι από τη λεωφόρο Αλεξάνδρας έως την Ιερά Οδό.

Αρκετά μαγαζιά στα Χαυτεία ήταν ανοιχτά την Κυριακή, τα περισσότερα κλειστά. Πολύς κόσμος στους δρόμους, λίγος στα μαγαζιά για ψώνια. Γεμάτοι οι φούρνοι, γεμάτα τα καφενεία με τραπέζια στη λιακάδα. Η πλατεία Ομονοίας έλαμπε, παράξενα ωραία, κυριακάτικη. Στους δρόμους που δεν τους λάμπρυνε ο ήλιος, δυσοίωνη υγρασία τρύπωνε στα κόκαλα: σπασμένα ρείθρα, βρώμικα πεζοδρόμια, κλειστές βιτρίνες σκεπασμένες με αφίσες και γκράφιτι, αραιά και πού κανένα πωλείται ή ενοικιάζεται, σχισμένα, δεν περιμένουν πια αγοραστές και ενοίκους. Πόλη παρατημένη.

Η αγορά στο υπογάστριο του ιστορικού κέντρου έχει χαρακτήρα τριτοκοσμικό, μικρό Κάιρο· τα φτηνοεμπορεύματα απλωμένα στον δρόμο, κινέζικα με χάρτινες ταμπέλες φωνάζουν την τιμή, πέντε ευρώ φούτερ, είκοσι ευρώ παπούτσια, τυρόπιτες, σουβλάκια, φραπέδες όλα ένα ευρώ. Οι κυριακάτικοι πελάτες σε αυτό το παζάρι μιλούν γλώσσες της μετανάστευσης, τη μοναδική ημέρα σχόλης ξοδεύουν φειδωλά τα λιγοστά του μόχθου.

Το βράδυ της Κυριακής, η Ακαδημίας είναι σκοτεινή, έρημη, μόνο τα σινεμά και η Λυρική κρατούν φως και ανθρώπους. Αδεια, σκοτεινά τα Εξάρχεια, η Νεάπολη, μέχρι την Αλεξάνδρας. Στις σκαλωσιές, Βουλής και Κολοκοτρώνη, άστεγοι-στρουθία έχουν καταλάβει τις θέσεις στα μαδέρια της σκαλωσιάς, έστρωσαν το κρεβάτι τους, κλείνουν τα μάτια κι ακούνε τις μουσικές απ’ τα μπαρ.

Η θλίψη αυτής της πτωχευμένης, αχτένιστης, παρατημένης πόλης αντισταθμίζεται από κρυφές χάρες, αυτές που δεν πολυνιώθαμε στους αμέριμνους καιρούς. Πόλη σε μέτρα ανθρώπινα, μια γειτονιά, αγκαλιά, ακόμη και το κέντρο, μικρές πολυκατοικίες, απρόοπτα ξέφωτα όπου προβάλλουν με χάρη και μεγαλείο οι λόφοι, ο Βράχος. Πόλη με κλίμα διαρκώς γλυκύ, θερμή άνοιξη με διαβαθμίσεις. Πόλη διαρκώς αναμμένη – να, αυτό λιγοστεύει τώρα, το φως, ο βόμβος, η κίνηση, αυτοί οι ζωτικοί χυμοί εγκαταλείπουν τις αρτηρίες του κέντρου. Αυτή η εγκατάλειψη πλακώνει το στήθος και πονάει. Πόλη μου παρατημένη.

Τη Δευτέρα η πόλη ξυπνάει άλλη. Το πρωινό την ωθεί, της σταλάζει κουράγιο. Να όμως και η συμφόρηση: στα χαμηλά της Σόλωνος η αριστερή λωρίδα είναι μονίμως κατειλημμένη από σταθμευμένα οχήματα· λεωφορεία και γιώτα-χι ελίσσονται, αργοπορούν, εκνευρίζονται, το ποτάμι φρακάρει στο δέλτα αντί να ανοίγει. Στην Ακαδημίας τα φορτηγά ξεφορτώνουν μέρα μεσημέρι. Στο κέντρο δεν υπάρχει Τροχαία, ποτέ. Δεν χρειάζεται. Μόνο πάνοπλοι φρουροί.

Η Κομνηνών είναι όρυγμα σε πεδίο πολέμου, ο χειρότερος δρόμος των Αθηνών. Από την Αλεξάνδρας και μετά, σε όλα τα φανάρια που αργούν, άνθρωποι συνωστίζονται για μερικά δεκάλεπτα. Καποδιστρίου: Λεωφόρος της Επαιτείας και της Πρέζας. Αθόρυβα, ταπεινά πλησιάζουν τ’ ανοιχτά παράθυρα των οδηγών. Λέει: «Με τα πενήντα λεπτά, κύριε, συμπλήρωσα να πάρω τσιγάρα, είμαι εκατομμυριούχος, υγεία να ’χετε…». Ενας κούριερ ξεπεζεύει σοβαρός, ανοίγει το πορτ μπαγκάζ της βέσπας, στο εσωτερικό του καπακιού τρεις εικόνες προσεκτικά κολλημένες, η μεγάλη του Χριστού, οι μικρές των προστατών αγίων.

Στην Πειραιώς μια γυναίκα: «Ευλογημένος του Θεού να είσαι, καλό δρόμο, υγεία στην οικογένειά σου, όλες τις ευλογίες του Θεού, κύριε».

Η πόλη λειτουργεί μαγικά, με την εγκαρτέρηση των κατοίκων.

Advertisements

Είναι φορές που αναρωτιέσαι; Μα είναι δυνατόν η παραγόμενη πολιτική πράξη να είναι τόσο προβλέψιμα αλυσιτελής, τόσο κοινότοπα ανούσια; Τόσο επιζήμια ή διάφορη για το κοινό συμφέρον; Τόσο δειλή και αναίσθητη στις μεταβαλλόμενες κοινωνικές ανάγκες; Ειδικά στην παρούσα συγκυρία ιστορικής δυσκολίας.

Το σκέφτηκα αυτές τις μέρες που μαζί με την αναγελλία του δείκτη ανεργίας στο 28%, είχαμε την αναγγελία έργων αστικού εξωραϊσμού στην Πανεπιστημίου, προϋπολογισμού 80 εκατ. ευρώ, και την τελική ανάληψη των δανειακών υποχρεώσεων του Μεγάρου Μουσικής από το κράτος, ύψους 230 εκατ. ευρώ.

Εύλογα αναρωτιέται ο υπερφορολογούμενος ή άνεργος πολίτης: Αυτό το έργο αστικής ανάπλασης φιλοδοξεί να μεταμορφώσει το ιστορικό κέντρο με συνοπτικές διαδικασίες και μηδαμινή κοινωνική νομιμοποίηση. Εστω. Ποια ανάπτυξη όμως θα πυροδοτήσει στο βομβαρδισμενο αθηναϊκό κέντρο, ποια ανακούφιση θα προσφέρει στους άνεργους και στους κατεστραμμένους εμπόρους των φαλιρισμένων καταστημάτων; Γνωρίζουμε ότι οι δημόσιες επενδύσεις είναι ένα από τα βασικά εργαλεία καταπολέμησης της κρίσης, σύμφωνα με την κεϋνσιανή προσέγγιση: δημιουργείται απασχόληση, κυκλοφορεί χρήμα, παράγεται πλούτος. Αλλά η πεζοδρόμηση της Πανεπιστημίου και η πολλοστή ανάπλαση της Κοραή και της πολύπαθης Ομόνοιας ή της πλατείας Δικαιοσύνης, με ποιο τρόπο θα ζωντανέψουν τη ρημαγμένη Σταδίου και τα Χαυτεία; Αναρωτιέμαι, δεν έχω απάντηση.

Σκέφτομαι όμως τι μας έλεγαν Αμερικανοί ειδικοί που δούλεψαν για να ζωντανέψουν το ερημωμένο Ντιτρόιτ, την προσέγγιση που υιοθέτησαν: Στις πληγείσες ζώνες να μη μείνει κανένα ισόγειο έρημο, κλειστό, όλα να δοθούν για χρήσεις ακόμη και δωρεάν, να μπουν μέσα έμποροι, βιοτέχνες, νέοι, καλλιτέχνες, να συμβαίνει κάτι διαρκώς, όλα να κινούνται, όλα τα φώτα να ανάβουν, άνθρωποι να μπαινοβγαίνουν· θα ζωντανέψουν οι δρόμοι, κατόπιν θα ζωντανέψουν και οι όροφοι. Κάπως έτσι ζωντάνεψαν και οι πληγείσες γειτονιές του Ανατολικού Βερολίνου, μετά την επανένωση. Η Αμερικανίδα ειδικός τα έλεγε αυτά βλέποντας τα εκατοντάδες κλειστά μαγαζιά στη Σταδίου, στην Πατησίων, στο μαραμένο κέντρο.

Η προγραμματιζόμενη ανάπλαση της Πανεπιστημίου και της Ομόνοιας θα ανάψει φωτίτσες ανάπτυξης και ζωής; Υπάρχουν μες στην στρατηγική των αναπλαστών προβλέψεις και εντοπισμένες πρακτικές αναζωογόνησης της εμπορικής δραστηριότητας, πέρα από τραπεζοκαθίσματα καφενείων και πίστες για περιπατητές; Δεν το γνωρίζω. Γνωρίζουμε πάντως ότι οι όχθες της Πανεπιστημίου στο μεγαλύτερο μέρος τους καλύπτονται από δημόσια κτίρια, που εκ των πραγμάτων δεν προσελκύουν κόσμο, δεν είναι εστίες δράσεως· μόλις πέσει το φως, ο πεζόδρομος θα ερημώνει, ίσως πολύ περισσότερο από σήμερα. Τα φώτα και η κίνηση ήταν, κατά παράδοσιν, στη Σταδίου και στα Χαυτεία.

Η κρίση μάς έκανε πιο επιφυλακτικούς στα μεγάλα λόγια για μεγάλα έργα. Ιεραρχούμε διαφορετικά τις προτεραιότητες, ριζικά διαφορετικά από την ολυμπιακής εποχή της υπεραισιοδοξίας και της καταστροφικής σπατάλης. Διότι επιπλέον τώρα πια ξέρουμε πώς στήθηκε τότε το παραμύθι της ανάπτυξης: με λατρεία τσιμέντου, με διόγκωση των κατασκευαστικών εταιρειών, με διασπάθιση δημόσιων και κοινοτικών πόρων, με υπερδανεισμό και χρηματιστικοποίηση. Σε έργα βιτρίνας χωρίς συνέργειες ανάπτυξης, χωρίς προστιθέμενη αξία, χωρίς αναπτυξιακή πνοή.

Το υπερδανεισμένο Μέγαρο Μουσικής, με δημόσιο χρήμα και ιδιωτική διοίκηση, που δεν καταφέρνει να καλύψει ούτε τα λειτουργικά του έξοδα, είναι μνημείο μιας τέτοιας άφρονος πολιτικής, ένα κενοτάφιο ματαιοδοξίας. Ενα αρκεί. Ας μην το επαναλάβουμε.

yarn

Να στολιστεί η πόλη, να βάλει τα γιορτινά της, να φωτιστεί, οπωσδήποτε· η ζωή κυλάει, δεν σταματάει. Μάλιστα, ακριβώς αυτό το πνεύμα των Χριστουγέννων, την αισιοδοξία που εμπνέει η τελετουργική ανάπαυλα των εορτών, τα έχουμε ανάγκη περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Ακόμη και τα φωτάκια LED στα μπαλκόνια ανάβουν σαν μικροί φάροι ελπίδας.

Στην πράξη, γεννιούνται κάποια ερωτήματα. Ας πούμε: Ποια γιορτινά ρούχα ταιριάζουν σε μια πληγωμένη πόλη; Ο προϋπολογισμός είναι ρηχός, όλα φωνάζουν για περικοπές και οικονομία, αφενός. Αφετέρου, σε μια πόλη με εκατοντάδες, χιλιάδες κλειστά μαγαζιά, με άστεγους και με χιλιάδες σιωπηλούς άνεργους ή απλήρωτους, ο εορταστικός διάκοσμος πρέπει να είναι ζυγισμένος και μετρημένος, τέτοιος που να στηρίζει και να εγκαρδιώνει, όχι να προκαλεί απορίες. Εχουμε άλλωστε την όχι και τόσο μακρινή εμπειρία του «μεγαλύτερου δέντρου» της Ευρώπης, μιας υπερβολής και ενός θεσμικού kitsch που στοίχειωνε την Αθήνα τα χρόνια των ψευδαισθήσεων.

Οι δημοτικοί άρχοντες της Αθήνας είχαν λοιπόν να λύσουν και φέτος ένα δύσκολο πρόβλημα. Το αποτέλεσμα είναι άνισο. Ναι μεν φωτίστηκαν γιορτινά οι κεντρικοί δρόμοι, άστρα και γιρλάντες σημαίνουν τις ξεχωριστές μέρες, εντούτοις λίγα μέτρα παραμέσα, στην καρδιά της κατοικημένης ζώνης του κέντρου, λείπουν τα βασικά φώτα των δρόμων, είναι καμένες οι λάμπες. Κακή συντήρηση; Ολιγωρία των συνεργείων; Ανεπάρκεια προσωπικού ή πόρων; Μάλλον λίγο απ’ όλα.

Η αμηχανία στολισμού είναι εμφανής στην πολύπαθη πλατεία Ομονοίας. Η Ομόνοια από καιρό είναι μια γκρίζα ζώνη βρώμικου τσιμέντου, ακατοίκητη έρημος και αστικό κενό, από τότε που την εγκατέλειψαν και οι μετανάστες. Το μόνο φωτεινό διάλειμμα που θυμάμαι ήταν όταν φιλοξένησε την εγκατάσταση του εκλιπόντος Βλάση Κανιάρη, ένα εφήμερο μνημείο από σακκιά τσιμέντου Τιτάν τυλιγμένα με ελληνικές σημαίες. «Εις δόξαν» το ονόμαζε πολύσημα ο σπουδαίος καλλιτέχνης και αιφνιδίαζε στοχαστικά τους περαστικούς.

Φέτος πάνω στην εορτάζουσα πλατεία έχει στηθεί με ψυχρά φώτα η λέξη ΑΘΗΝΑ. Αιφνιδιασμός πάλι, που δεν οδηγεί όμως σε στοχαστικές προσαρμογές, αλλά σε μια και μόνη απορία: Τί είναι αυτό; Είναι τέχνη; Ειναι οδοσήμανση; Είναι ευχή; Είναι υπόμνηση για ξένους επισκέπτες, οι οποίοι ξέρουν να διαβάζουν ελληνικά; Μήπως υπάρχει κρυφό νόημα; Φοβούμαι ότι δεν υπάρχει κανένα νόημα, κρυφό ή φανερό, όπως δεν υπάρχει και φόρμα. Υπάρχει μόνο αμηχανία. Κενό πάνω στο κενό: το λεκτικό πάνω στο αστικό. Από μια άποψη, ειλικρινές: ο Δήμος Αθηναίων δεν έχει να πεί τίποτε στους Αθηναίους· μπορεί μόνο να ψελλίσει αμήχανα το όνομα της πόλης, σαν υπόμνηση: για το πού ζούμε, ή για το ότι ζούμε ακόμη. Προσπερνάς μελαγχολικά, ανηφορίζεις τη Σταδίου, διψώντας για γιορτή.

Στην κορυφή της Σταδίου, στο ξέφωτο της Παλαιάς Βουλής, συναντάς δέντρα ντυμένα με πουλόβερ. Yarn bombing και urban knitting ονομάζεται η εικαστική δράση που ντύνει με πλεχτά τα αστικά στοιχεία. Την αμηχανία της φωτοαθήνας διαδέχεται η χιπστερική εννοιολογία: Το δεντράκι σαν άνθρωπος κρυώνει· ή το χρώμα της εικαστικής παρέμβασης σπάει τη μονοτονία του αστικού χώρου· ή το σκληρό αγκαλιάζεται από το μαλακό κ.ο.κ. Θα μπορούσε να είναι πολύ συμπαθητικό το πλεχτό, μερικά χρόνια πριν· σήμερα, πάνω στο σώμα της πληγωμένης πόλης φαίνεται ξένο. Κρύο και ξένο.

Θα το αντέξουμε κι αυτό. Βίος ανεόρταστος μακρά οδός απανδόκευτος. Καλές γιορτές!

Θα μπορούσε να είναι σενάριο ταινίας του πιο μελαγχολικού νεορεαλισμού ή του πικρότερου νουάρ, γραμμένο από τον Πιερ Πάολο Παζολίνι, τον Τζέιμς Κέιν ή τον Αλμπέρ Καμύ, γυρισμένο από τον Κισλόφσκι του «Ου φονεύσεις». Oχι, το φονικό στην οδό Γερανίου τα ξεπερνά σε ωμότητα, χωρίς καν την παρηγοριά ενός επιμύθιου. Η ζωή έχει τον δικό της αμείλικτο ρεαλισμό. Στο αστυνομικό ανακοινωθέν αναφέρεται ότι ο νεαρός πήγε να ζητήσει απλήρωτα μεροκάματα φίλης του, από τον εστιάτορα της Γερανίου. Λίγο αργότερα έπεφτε ξέπνοος στο πάτωμα, από τις σιδερογροθιές του μπράβου.

Ο εν ψυχρώ φόνος ενός νεαρού επαρχιώτη σε μαγαζί της Ομόνοιας από Τσετσένο μπράβο, σεσημασμένο, δείχνει την Αθήνα σαν δυστοπική μητρόπολη φτώχειας, εξαθλίωσης και βίας. Ο,τι ακούγαμε για υπερκαυκάσιες και βαλκάνιες μαφίες, ό,τι μαθαίναμε ότι επικράτησε στις ανατολικές κοινωνίες μετά την κατάρρευση, τώρα συμβαίνει εδώ.

Ο ενοχλημένος εστιάτορας δεν κάλεσε την αστυνομία να απομακρύνει τον ενοχλητικό νεαρό, δεν του υπέβαλε μήνυση. Δεν ήθελε να αναμιχθούν αστυνομία, εισαγγελέας, δικαστήρια. Εβαλε τον μπράβο να καθαρίσει. Αυτή η απόσυρση στη σφαίρα της αυτοδικίας και της ωμότητας, στην επικράτεια της γυμνής ζωής, ούτε καν της φτηνής ζωής, δεν είναι μεμονωμένο συμβάν. Είναι τροχιοδεικτικό αγριότητας, όπως οι αυξανόμενες αυτοκτονίες είναι τροχιοδεικτικό απελπισίας· είναι καθρέφτισμα μιας γενικευόμενης κοινωνικής εξαχρείωσης, κατά την οποία η ζωή χάνει την αξία της αφού έχει χάσει ήδη το νόημά της.

Η σιδερένια γροθιά του μπράβου, όσο ανατριχιαστική, είναι το εκτελεστικό όργανο, δεν είναι η κινούσα δύναμη. Κινούσα δύναμη είναι η περιφρόνηση προς τη ζωή, είναι η απαξίωση της ζωής, είναι η τιμολόγηση της ζωής στα λίγα κατοστάρικα της απλήρωτης εργασίας, στα λίγα κατοστάρικα του πληρωμένου φονιά.

Αλλοδαπός εφόνευσε ημεδαπό. Δούλευε στις αποθήκες των αγροτικών συνεταιρισμών Ηλείας, είχε ένα παιδάκι. Ακλαυτος.

 

Ερχόμουν από την οδό Αθηνάς προς την Ομόνοια. Το βλέμμα μου μόλις είχε απαγκιστρωθεί από την Ακρόπολη, αβάσταχτη, απόκοσμη, υπέροχη, μες στη αχλή της φθινοπωρινής λιακάδας. Λίγο προτού η Αθηνάς εκβάλει στην πλατεία, βρέθηκα αντιμέτωπος με ένα οπτικό και αισθητηριακό παράδοξο, ένα deja vu: στο χείλος του κεντρικού πλατώ αντίκριζα μια στοίβα σακιά τσιμέντο περιτυλιγμένα σαν δώρο με ελληνικές σημαίες. Μπεζ σακιά τσιμέντου Τιτάν, στοιβαγμένα σαν κυβικό ζιγκουράτ, κανονικό εξάεδρο, κι από τις κορυφές ξύλα ορφανά υψωμένα, μοναχικά, σαν τις αναμονές των οικοδομών. Ρωμαλέα φόρμα. Και ευτυχής χρωματική αντίστιξη: το λαμπερό γαλανόλευκο κόντρα στο θερμό-γαιώδες των σακιών με φαιά γράμματα ΤΙΤΑΝ. Γαλανός και άνω, ο ουρανός, γκριζομπεζ και κάτω, το αστικό πλατώ.

Η εικόνα, ο όγκος, η φόρμα, η αφήγηση, εκεί, στο πλαγιασμένο ηλιόφως του Σεπτεμβρίου, στον τραυματισμένο ομφαλό των Αθηνών, σε προφανή διάλογο με τον Παρθενώνα, στη ράθυμη κυκλοφορία του Σαββάτου, όλα μαζί με κεραυνοβόλησαν, αισθητικά, νοηματικά, συναισθηματικά. Βλάσης Κανιάρης, ψιθύρισα στη σύντροφό μου, και στάματησα.

Το βλέμμα μου ήταν ήδη γεμάτο, χορτασμένο, κατάπληκτο. Ηθελα όμως να το νιώσω από κοντά, να περπατήσω γύρω του. Πήγα πλάι του. Ημουν μόνος. Χάιδεψα τη στιβαρή φόρμα, το κύκλωσα, η καλύτερη όψη του, η πιο δυνατή, ήταν από την Αθηνάς, καθώς προσεγγίζεις την πλατεία. Το φωτογράφισα. Στο πεζοδρόμιο, μια πινακίδα, μνημόσυνο σ’ έναν σπουδαίο καλλιτέχνη, στοχαστικό, είρωνα, αιχμηρό και τρυφερό, έναν ιστορικό καλλιτέχνη για την μεταπολεμική Ελλάδα: Βλάσης Κανιάρης (1928-2011), Εις δόξαν, 1993, εγκατάσταση, Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης.

Πόσο Κανιάρης ήταν αυτό το έργο! Εργο ωριμότητας, μετά τον λυρισμό, μετά τα γαρίφαλα της χούντας, μετά τους εμιγκρέδες της Ευρώπης, περίπου ίδιας νοοτροπίας με το πικρό αγγούρι της εισόδου της Ελλάδας στην ΕΟΚ, την ειρωνική εγκατάσταση του 1988, υπό τον τίτλο “Ο,τι θέλει ο λαός”.

Τα τσιμέντα με την γαλανόλευκη, το 1993, ήταν ένας πικρός σχολιασμός για το ήθος της ανοικοδόμησης, για την Ελλάδα των μπετών και των αναμονών, για τους μικροαστικούς λουτροκαμπινέδες και τους οικισμούς αυθαίρετων εξοχικών, για τη βουλιμία του μετακατοχικού Ελληνα. Ο Κανιάρης, ο ζωγράφος των σκηνικών της «Στέλλας», είχε την ισοτρική πείρα, την ευαισθησία και τη ματιά, να εικονογραφήσει εκείνη την Ελλάδα, με αυτή την πικρή ελεγεία.

Πόσο διαφορετικά όμως κοιτούσα τώρα αυτό τον ειρωνικό απόηχο Κάλβου, το «Εις δόξαν», τούτο το αλλιώς μελαγχολικό, ιστορικό φθινόπωρο του 2011… Το «Εις δόξαν» του Κανιάρη σχολίαζε μια Ελλάδα αυθάδη, ανέμελη, άφθονη, αυτάρεσκη, με μια φόρμα ψευδομνημειακή: το τσιμέντο σκόνη διαρκεί όσο η ματαιοδοξία των ανθρώπων. Δεκαοκτώ χρόνια αργότερα, με την οικοδομή παγωμένη όσο και οι ψυχές των ανθρώπων, το έργο φαντάζει σαν ταφικό μνημείο: οι σημαίες τυλίγουν σαν σάβανο το υλικό της ματαιότητας, το αλαζονικό τσιμέντο είναι κτέρισμα άνευ αξίας για τις μέλλουσες γενιές.

Την ίδια στιγμή, το κουφάρι του ένδοξου παρελθόντος Τιτάν προβάλλει τόσο επίκαιρο, αντεστραμμένα επίκαιρο, καίριο. Στην Ελλάδα της πτώχευσης, τη λοιδορούμενη και πτυόμενη, τη φοβισμένη, την παγωμένη από ύφεση και φόβο, το μοντερνιστικό ζυγκουράτ του Βλάση Κανιάρη αποκτά νέο νόημα, γίνεται διδακτική υπόμνηση, μελαγχολική σύνοψη ιστορικής διαδρομής: από την αφθονία προς την σπάνη, από την αφροσύνη προς την οδυνηρή επίγνωση, από την αθωότητα προς την πτώση.

Τα εθνικά τσιμέντα με τις αναμονές ήταν η λοκομοτίβα του συλλογικού φαντασιακού, ήταν αυτοσκοπός, εκπλήρωση γειωμένων ονείρων, υλικό αυτοπραγμάτωσης ενός λαού μικροϊδιοκτητών, ήταν οι ένυλες Ιθάκες μικροοδυσσέων νοικοκυραίων και εργατικών. Και είναι τα εθνικά κιβούρια, τύμβοι πεσόντων από φόρους φονικούς. Πάνω στα τσιμέντα, τα πλακάκια, τους λουτήρες, τις βεράντες με φερ φορζέ, σε μάρμαρα, εντοιχισμένες κουζίνες και πιλοτές με γυαλισμένο SUV, στενάζει τώρα ο Ελληνας, φτύνει το γάλα της ανοικοδόμησης, γονατίζει απ’ τα δάνεια, αφυπνίζεται βίαια απ’ το όνειρο μισό αιώνα, από τις ερειπιώδεις αυλές της «Στέλλας» ώς τις αγωνιώδεις αναμονές της «Ευδοκίας», κι από κει στα ρετιρέ, τις μεζονέτες, τις βιλίτσες στα νησιά, στην πλησμονή, τον πληθωρισμό, την Υβρη.

Αγγιξα τα σακιά Τιτάν, ήταν ζεστά μεσημεριανά, σαν ψωμιά. Αγγιξα τις σημαίες, συνθετικό ύφασμα, νάιλον σχεδόν, σαν μεταξωτό. Σκεφτόμουν αν θα αντέξει η Δόξα τα πρωτοβρόχια. Πέρασα απ’ εκεί πάλι και ξανά ― η ιδια αισθητική αγαλίαση, η ίδια ιστορική μελαγχολία. Την περασμένη Δευτέρα, οι σημαίες είχαν εξαφανιστεί. Τα τσιμέντα ήταν στη θέση τους, γυμνά, μονάχα, χωρίς νόημα.

Ο Αύγουστος αποδιοργανώνει την πόλη. Την επιβραδύνει, την αραιώνει, την κάνει πιο ανθρώπινη. Ετσι ξέραμε. Τούτο το καλοκαίρι όμως μάς δείχνει την πόλη απάνθρωπη. Η αραίωση του πληθυσμού αποκαλύπτει μεγεθυσμένες, ολοφάνερες, τις ζώνες αθλιότητας στην καρδιά της πρωτεύουσας. Οι άθλιοι των Αθηνών δεν πάνε διακοπές, μένουν πάντα εκεί, αφημένοι στα τελευταία σκαλιά της επιβίωσης. 3ης Σεπτεμβρίου, σε μια εσοχή κτιρίου, πίσω από χαρτόκουτα, ένα τσαρδί ακρωτηριασμένων τοξικομανών· με τα αμαξίδια κινούνται για επαιτεία και δόση. Στα Χαυτεία, μέρα μεσημέρι, δίπλα στο Ταχυδρομείο, δύο τοξικομανείς εξουθενωμένοι κοιμούνται στο πεζοδρόμιο· οι διαβάτες τους παρακάμπτουν αμήχανοι, και από την επόμενη διάβαση στρέφουν το βλέμμα τους να επιβεβαιώσουν αυτό που μόλις είδαν, σαν να μην το πιστεύουν.

Ποιος να το πιστέψει; Τα ζωηρά Χαυτεία, η περιοχή του Εθνικού Θεάτρου, η Γερανίου με τα παλιά τυπογραφεία, η πολύπαθη πλατεία Θεάτρου, οι παρυφές του Ψυρρή, η Πατησίων, η περιοχή Μουσείου, η πλατεία Λαυρίου, η πλατεία Βάθης, περιοχές–ορόσημα για την ιστορική Αθήνα, έχουν μετατραπεί σε θέατρα εξαθλίωσης, πόνου, φόβου, αρρώστιας, δυστυχίας.

Η Αθηναϊκή Τριλογία, το νεοκλασικό σύνολο Ακαδημίας, Πανεπιστημίου, Βιβλιοθήκης, ένα από τα ελάχιστα σημεία όπου η πόλη ανοίγεται και το βλέμμα αναθαρρεί, τελεί μονίμως σε κατάσταση παζαριού σουκ. Η νεοκλασική τριλογία των Χάνσεν αποτελεί απλώς το φόντο για τους Αφρικανούς πλανόδιους που αραδιάζουν την πράματειά τους στο πεζοδρόμιο: φτηνές απομιμήσεις ακριβών ειδών.

Αυτές οι εικόνες θα ’πρεπε να στοιχειώνουν τον ύπνο των κυβερνητών, των πολιτών, όλων· είναι εικόνες μιας πολιτείας που δεν μπορέσαμε να υπερασπιστούμε. Και τώρα η πληθωρισμένη πόλη, εξοιδημένη και φλεγμαίνουσα, εκδικείται τους ξενιστές. Η Ομόνοια των κολασμένων ξεχειλίζει απειλητικά προς το Σύνταγμα, καταλαμβάνει την Πανεπιστημίου, κατακλύζει την Ερμού, έχει κυριεύσει προ πολλού την Πατησίων. Λίγα τετράγωνα μένουν για να κατακλύσει το αμέριμνο, την εγκληματικά αμέριμνη, κεφαλή της Δημοκρατίας, το Κοινοβούλιο, το προεδρικό και το πρωθυπουργικό μέγαρο, τις λαμπρές τράπεζες, το Κολωνάκι, το ήδη ασθμαίνον απ’ την κρίση.

Δεν την αξίζουμε τέτοια πόλη. Δεν μας αξίζει τέτοια εικόνα, τέτοιο καθημερινό βίωμα. Αλλά ίσως αυτή η κατάντια ώς να δείχνει τον βαθμό μηδέν της δημοκρατικής πολιτείας μας, το μη περαιτέρω. Μια πολιτεία που αδυνατεί, (ή, χειρότερα, αδιαφορεί) να υπερασπιστεί την εικόνα και την ουσία της πρωτεύουσάς της, αδυνατεί να ζήσει, αδυνατεί να εξελιχθεί. Αδυνατεί να υπάρχει. Μεσούσης της κρίσεως, παραμονές δημοτικών εκλογών, παραμονές επώδυνων μέτρων, ας δούμε το βάθος της εικόνας: στην ιστορική Αθήνα καθρεφτίζεται ολόκληρος ο σύγχρονος ελληνισμός.

Ο Χάρης μου άνοιξε τα μάτια. Με την αστείρευτη αισιοδοξία του, με την ανεξάντλητη ενεργητικότητα του, ο καλλιτέχνης Χάρης, παραγωγός εικόνων, ιδεών και συμβάντων, ρεαλιστής, αθόρυβος, αποτελεσματικός, μου έδειξε πώς στήνεται μια μεγάλη ομαδική έκθεση, στην καρδιά της Αθήνας: με διεθνείς συμμετοχές, με εικαστικό πλούτο, με πολιτικό δυναμικό. Και χωρίς λεφτά.

Χωρίς λεφτά; Ναι, χωρίς λεφτά. Χωρίς μπάτζετ, χωρίς χορηγίες, χωρίς κρατική ενίσχυση, χωρίς προπωλήσεις, χωρίς εισιτήριο.

Γίνονται τέτοια πράγματα σήμερα; Η έκθεση «Trauma Queen» (Βερανζέρου 22, Ομόνοια), στημένη σ’ έναν ερειπιώνα-ξενοδοχείο, σ’ ένα ξεκοιλιασμένο κτίριο έτοιμο για ανάπλαση, το αποδεικνύει ένυλα, ζωντανά. Αυτοχαρακτηρίζεται «έκθεση fair trade»: ανάμεσα στους παραγωγούς καλλιτέχνες και τον θεατή πελάτη δεν μεσολαβεί κανείς· το προϊόν φτάνει αδιαμεσολάβητο, ατόφιο, χωρίς επιβαρύνσεις και εμπορικά-ιδεολογικά φορτώματα. Την προστιθέμενη αξία των έργων, του κτιρίου-δοχείου, του συνόλου, του συμβάντος, την καρπώνονται ατόφια μόνο οι συμμετέχοντες: οι 26 παραγωγοί καλλιτέχνες και οι επισκέπτες.

Λίγα μπορώ να πω για τον πλούτο της φόρμας, για την αισθητική αυτής της guerilla έκθεσης· θα ψεύτιζα την εμπειρία. Την εμπειρία να κατηφορίζεις την πολύβουη Βερανζέρου του Δ’ Αστυνομικού Τμήματος, των λαϊκών ξενοδοχείων και των πορνών, των κοσμηματοπωλείων, τη γωνία του Λαυρίου, τον πεζόδρομο του γαλακτοπωλείου Στάνη, το ξενοδοχείον Πριγκηπικόν που φιλοξένησε τον Γιώργο Ιωάννου (εδώ γύρω διαδραματίζεται και ο αριστουργηματικός «Επιτάφιος Θρήνος» του), στην εσοχή το ξενοδοχείον «Κοσμικόν» όπου θρυλείται ότι κατέλυσε ο Κ. Π. Καβάφης, ναι, εδώ που ακούγονται τώρα ξανθές λαλιές μιξοβάρβαρες, είναι οι δρόμοι των ποιητών και των πλανήτων, και να, απέναντι, στο Hotel Méditerranée ένα μοντέρνο μπάνερ προειδοποιεί: Τrauma Queen.

Πίσω απ’ την εκλεκτικιστική πρόσοψη, μες στο κουφάρι του hotel, φιλοξενούνται καλλιτεχνικές χειρονομίες, μια αφήγηση: για τραύματα, αγωνίες, σωματικές μειονεξίες, κακά όνειρα. Τα έργα εναποτίθενται στη σκόνη σαν ξόρκια, σαν πυκνωτές του Poltergeist, του πνεύματος που στοιχειώνει τον φέροντα οργανισμό, πολλαπλασιαστές στεναγμών ― οι αύρες των ενοίκων είναι ακόμη αναμμένες. Απ’ τα ανοιχτά παράθυρα προβάλλουν στις κάμαρες έτοιμα κάδρα: η πόλη μπαινοβγαίνει ζωντανή, αυτή είναι το έργο. Κι απ’ τις οπές των «καρότων» στις μπετονένιες πλάκες κάθε όροφος επικοινωνεί με τον άλλο, όλα είναι ανοιχτά, χωρίς τοίχους, χωρίς σεπαρέ.

Το hotel υποδέχτηκε την Τrauma Queen τυχαία: εξ αφορμής ενός ριφιφί. Μα το τυχαίο θέλει μάτια για να το αναγνωρίσεις σαν δυνατότητα, κι όχι σαν ασαφή μουτζούρα. Και το τυχαίο, μαζί με το όραμα και το πείσμα, μαζί με τη θερμή αλήθεια του αφηγήματος, με την ακερδή προσφορά των παραγωγών καλλιτεχνών, με μια οικονομία δώρου και ανταλλαγών, όλα μαζί οδήγησαν σε ένα παραδειγματικό συμβάν. Οπου κανείς δεν καλείται να πληρώσει, ούτε να πληρωθεί, ο καθείς προσφέρει κατά το μέτρο των δυνατοτήτων του, παίρνει ό,τι μπορεί να πάρει, και όλοι μαζί οικειώνονται τον δημόσιο χώρο, συμπράττουν, εκφράζονται, προσκαλούν. Τα 26 υπαρξιακά τριπ γίνονται ένα ποτάμι (το ποτάμι της Ζωής) και παρασύρουν όσους θέλουν να κοινωνήσουν.

Αυτή η τέχνη αφορά την κοινωνία· την θερμαίνει. Είναι καταλύτης, συνδέει τα αδιάφορα, εκλύει ενέργεια, αλλάζει συνειδήσεις. Δείχνει ότι το υπαρξιακό μπορεί να είναι βαθύτατα πολιτικό. Μας λέει ότι τα πράγματα συμβαίνουν, ακόμη κι όταν όλα σου γνέφουν ότι δεν μπορούν να συμβούν χωρίς λεφτά, χωρίς προϋποθέσεις, όταν όλα σε σπρώχνουν στον κυνισμό και την απόσυρση.

Η Τrauma Queen προτείνει μια τελετή οικείωσης: της πόλης, των τραυμάτων και των ψιθύρων· ακολουθεί τα βήματα ποιητών και απόκληρων, νοικοκυραίων και εργατικών. Χαράζει μια ψυχογεωγραφία. Και τούτη τη θαυμαστή μετουσίωση (από την υπαρξιακή αγωνία προς το δημόσιο έλλογο) την πετυχαίνει με μια κατάκτηση της ακερδούς ανταλλαγής: με επαναφορά στην αναγεννητική τελετουργία του Potlatch, στην οικονομία του δώρου, στη χαρά των ανταλλαγών.

Εχω μια εξήγηση γι’ αυτό: Οι παραγωγοί της Τrauma Queen είναι τα παιδιά του Open Source και των peer to peer δικτύων, είναι θρεμμένα μες στο ανοιχτό διαδραστικό περιβάλλον των social networks και του sampling, αισθάνονται τη δυναμική των ανοιχτών συστημάτων: δεν δίνεις απλώς για να πάρεις, αλλά δίνεις αν έχεις, παίρνεις αν χρειάζεσαι, εμπλουτίζεις αυτό που παίρνεις και το περνάς σε άλλους.

Ο Χάρης και η Ζωή μου άνοιξαν τα μάτια.

Ένα βλέμμα, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 21.10.2007

φωτ.: Γ. Βιτσαρόπουλος

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

Twitting

  • Χτες στο @Radiofono247 για πόθεν έσχες δικαστών: Η στάση τους προσφέρει εξόχως ένα πολιτικό παιδαγωγικό παράδειγμα.… twitter.com/i/web/status/9… 1 day ago
  • Τώρα έρχεται ξανά η στιγμή που μπορούμε να παίξουμε έναν πολύ σοβαρό και καταλυτικό ρόλο στην βαλκανική και δεν θα… twitter.com/i/web/status/9… 1 day ago
  • Η Ελλάδα είναι το τελευταίο διάστημα αναβαθμισμένη γεωστρατηγικά. Την ωφελεί και επιβάλλεται να είναι εξωστρεφής κα… twitter.com/i/web/status/9… 1 day ago
  • Από άποψη εθνικής στρατηγικής βλέπουμε μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα τα οφέλη από την επίσκεψη Ερντογάν και την α… twitter.com/i/web/status/9… 4 days ago
  • Πολιτικός στόχος της κυβέρνησης το επόμενο διάστημα θα πρέπει να είναι η κατοχύρωση της προστασίας των λαϊκών A' κα… twitter.com/i/web/status/9… 1 week ago
  • Η Ελλάδα προστάτευσε τα ευρωπαϊκά σύνορα, έσωσε ζωές, υπερασπίστηκε την τιμή της ΕΕ - τι είπα στη Βουλή για την προ… twitter.com/i/web/status/9… 1 week ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 991,140 hits
Αρέσει σε %d bloggers: