You are currently browsing the tag archive for the ‘Μεταπολίτευση’ tag.

assets_LARGE_t_420_54161582_high

Ο Μαρκ Μαζάουερ την περασμένη Τρίτη αναρώτηθηκε στην ομιλία του για «Μια νέα εποχή των άκρων;» αντηχώντας το γνωστό βιβλίο του Ερικ Χομπσμάουμ. Εσπευσε να απαντήσει με αυτό που μπορεί ως ιστορικός: «Ιστορικές σκέψεις για τα πολιτικά της τρέχουσας κρίσης». Ο Μαζάουερ γνωρίζει καλά τη σύγχρονη ελληνική ιστορία· γνωρίζει εξίσου καλά την ευρωπαϊκή ιστορία του 20ού αιώνα. Επιπλέον, παρότι αγαπά την Ελλάδα, μπορεί να τη βλέπει απ’ έξω, με ψυχρό μάτι, να τοποθετεί τον παρόντα ελληνικό κλονισμό μέσα στο ευρύτερο διεθνές πλαίσιο και την ιστορική ροή. Ως εκ τούτου, πραγματεύτηκε την ανάδυση των ακραίων φαινομένων στην Ελλάδα της Μεγάλης Υφεσης χωρίς να πέσει στις παγίδες και τις πολωτικές υπερπλουστεύσεις της εγχώριας συζήτησης.

Με επιχειρήματα και παρρησία, ο διακεκριμένος ιστορικός αποδόμησε το σχήμα των ταυτόσημων δύο άκρων, το οποίο διακονείται πυρετωδώς μετά τις εκλογές, ακόμη και από αναλυτές που αυτοπροσδιορίζονται ως φιλελεύθεροι. Για τον Μαζάουερ το επικίνδυνο άκρο είναι ένα: η νεοναζιστική Χρυσή Αυγή. Δεν θεωρεί την εξωκοινοβουλευτική Ακρα Αριστερά αναλόγως επικίνδυνη για τη δημοκρατία· πόσο μάλλον τον ΣΥΡΙΖΑ, το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Και τη σκέψη του αυτή τη θεμελιώνει ιστορικά και πολιτικά, επισημαίνοντας ορθώς ότι η Χ.Α. φενακίζει τους απελπισμένους του παρ’ ημίν Depression με φυλετικό μίσος και εθνικιστική υπεραναπλήρωση· το πιο κοντινό ανάλογο είναι ο γερμανικός ναζισμός.

«Μερικοί λένε ότι όλες οι μορφές ανομίας είναι εξίσου επικίνδυνες. Διαφωνώ!» Αυτή ήταν η απάντηση του Μάζάουερ όταν ερωτάτο αν οι καταλήψεις κτιρίων και οι φοιτητικές ακρότητες απειλούν τη δημοκρατία όσο και η Χρυσή Αυγή. Μερικές χαμένες ώρες διδασκαλίας δεν βάζουν την ελληνική δημοκρατία σε πραγματικό κίνδυνο, σχολίασε. Αντί να αναλίσκεται στις καταλήψεις των αναρχικών στην Αθήνα, οι οποίες έχουν μικρή πολιτική σημασία, η Νέα Δημοκρατία θα πρέπει να κατευθύνει τη δράση της και την προσοχή της στην μεγαλύτερη απειλή που είναι η Χρυσή Αυγή, συμπλήρωσε.

Ο Μαρκ Μαζάουερ ασφαλώς θα κατέπληξε πολλούς με την ανάλυσή του, κυρίως επειδή κατέρριψε τα στερεότυπα περί ταυτόσημων άκρων, και επειδή ανέδειξε με δραματική ένταση την απειλή από το άκρο του αίματος και του φυλετισμού. Φυσικά κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι ο Μάζάουερ είναι κομμουνιστής ή ακραίος· μάλλον τα λόγια ενός μετριοπαθούς φιλελεύθερου ακούσαμε, που όμως δεν τυφλώνεται από την μικροπολιτική ωφελιμοθηρία, τον φόβο και τη συλλογική ενοχοποίηση. Το είχε δείξει άλλωστε και στο περίφημο άρθρο του στους New York Times, το καλοκαίρι του 2011 («Το λίκνο της δημοκρατίας κλονίζει την Ευρώπη»), περιγράφοντας τα σφάλματα της ευρωπαϊκής πολιτικής στο ελληνικό πρόβλημα, όταν ο κυρίαρχος λόγος εδώ ήταν η απόλυτη αυτοενοχοποίηση. Λίγους μήνες αργότερα, παρόμοια περιγραφή για Ελλάδα και Ιταλία έκανε ο Γερμανός φιλόσοφος Γιούργκεν Χάμπερμας (βλ. εδώ, εδώ, εδώ και εδώ) εξ αφορμής των ταυτόχρονων καθαιρέσεων των εκλεγμένων πρωθυπουργών τους (βλ. επίσης σχετική αρθρογραφία του διευθυντή της FAZ Frank Schirrmacher εδώ και εδώ).

Αλλη μια συμβολή του Βρετανού και «Τηνιακού» ιστορικού: Κάλεσε τους Ελληνες να υπερασπιστούν τα θετικά επιτεύγματα της Μεταπολίτευσης. Πράγματι, η Μεταπολίτευση που ενταφίασε τον εθνικό διχασμό και εδραίωσε τη δημοκρατία, βάλλεται σήμερα αδιακρίτως ως μήτρα διαφθοράς, και βάλλεται κυρίως από τους προαγωγούς της διαφθοράς ή από τους ακροδεξιούς εχθρούς της δημοκρατίας. Βάλλεται επίσης από μια ομάδα ανιστορικώς σκεπτομένων, απόντων από τον δημόσιο βίο, οι οποίοι τώρα αξιώνουν κυριαρχία ως παρθενογεννημένοι.

Περιμέναμε έναν ξένο να μας πει τα στοιχειώδη; Περιμέναμε έναν διανοούμενο, κάτοικο Νέας Υόρκης, να μας δείξει το κοινό και το κύριο; Ναι. Δυστυχώς, οι περισσότεροι ιθαγενείς διανοούμενοι, εξ όσων έχουν δημόσιο λόγο και βήμα, αιφνιδιάστηκαν από την κρίση, και είτε εσιώπησαν γιατί δεν είχαν κάτι να πουν είτε αναλώθηκαν σε ηθικολογίες, κοινοτοπίες και αναμασήματα της απολογητικής της ιθύνουσας τάξης, ενισχυτικά της τύφλωσης και του διχασμού. Ελάχιστοι διείδαν εγκαίρως τις κοινωνικές ρηγματώσεις που έφερνε η αχαλίνωτη ύφεση, ελάχιστοι διέκριναν την άνοδο της φασιστικής απειλής, οι περισσότεροι είδαν ως αντίπαλους τους Αγανακτισμένους και αρνούνταν έως πρόσφατα ότι η ένδεια σαρώνει τον πληθυσμό. Υπάρχει κρυμμένο λίπος, έλεγαν. Αυτή την εθελοτυφλία αντέκρουσε ο Μαζάουερ· μας είπε ότι ο εχθρός δεν είναι το ανύπαρκτο ή ξοδεμένο λίπος των μικρομεσαίων, ο εχθρός δεν είναι ο «ανύπακουος» ή «γονιδιακά άνομος» λαός και η μεταπολίτευσή του, αλλά το αίμα και χώμα των ναζί και η υποκρισία της ιθύνουσας τάξης.

Advertisements

Η πρωτοφανής κρίση που πλήττει την Ελλάδα, ακόμη κι ενταγμένη στο διεθνές περιβάλλον κρίσης, καταδεικνύει εγχώριες αδυναμίες και ασθένειες του πολιτικού συστήματος, του δημόσιου βίου, της παραγωγικής δομής. Σχεδόν όλοι κάνουν λόγο για το τέλος της μεταπολίτευσης· πολλοί μάλιστα σπεύδουν να εντοπίσουν όλες τις πηγές της κρίσης στη συγκεκριμένη ιστορική περίοδο και στις νοοτροπίες που αναπτύχθηκαν. Κάποιοι φτάνουν να υποστηρίζουν ότι όλη η μεταπολίτευση ήταν ένα τεράστιο και διαρκές σφάλμα· ο τρόπος που έζησαν και πολιτεύθηκαν οι Ελληνες οδηγούσε αναπόδραστα στην παρούσα καταστροφή.

Ηταν όλη η μεταπολίτευση ένα λάθος; Πήραμε τη ζωή μας λάθος; Υπάρχει καταφανής ανάγκη για αυτοκριτική και αναχώνευση των όσων ζήσαμε μετά το 1974. Η ανάλυση και κατανόηση είναι το πρώτο βήμα για ανάκαμψη και υπέρβαση της κρίσης. Χρειάζεται όμως προσοχή: η σφοδρότητα των συμβαινόντων θολώνει την κρίση· ο πόνος, η οργή, η κατάπληξη μπορεί να οδηγούν σε βιαστικά συμπεράσματα, σε ισοπεδωτικές κρίσεις, σε μαζικές απορρίψεις. Αναλύοντας τα τερατώδη λάθη της μεταπολίτευσης μπορεί να οδηγηθούμε σε άλλα τερατώδη λάθη, αναλόγως μοιραία.

Ενα πρώτο λάθος σε αυτή την σαρωτική κριτική της μεταπολίτευσης είναι η αυθαίρετη και αδιαφοροποίητη περιοδολόγηση: η πτώση της δικτατορίας είναι αναμφίβολα ένα πολιτικό ορόσημο, αλλά οι κοινωνικές και ιδεολογικές διεργασίες δεν ξεκίνησαν αιφνιδίως το 1974 ούτε διακόπηκε όλη η ζωή το 1967. Πολλές κοινωνικές διεργασίες που είχαν αρχίσει στη δεκαετία του ’60 έχασαν την ορμή τους με το στρατιωτικό πραξικόπημα της 21ης Απριλίου, αλλά δεν εξαφανίστηκαν· άλλαξαν κοίτη και δυναμική. Εξάλλου μέσα στην επταετία εμφανίζονται καινοφανείς συμπεριφορές, αναδύονται νέες κοινωνικές ομάδες ευνοημένων, αρχίζει να εμπεδώνονται νέες τάσεις καταναλωτισμού και διασκέδασης. Η χώρα μπορεί να υπέφερε από έλλειψη πολτικών ελευθεριών, αλλά δεν ήταν στεγανή στα μηνύματα της διεθνοποιημένης ποπ κουλτούρας, ούτε καν στο πνεύμα αμφισβήτησης του Μάη ’68 και των χίππις.

Υπό αυτή την έννοια, πολιτισμικά και κοινωνικά η «χαμένη άνοιξη» του ’60 προβάλλει μέσα στην επταετία 1967-74: τα λαϊκά-εργατικά στρώματα συνεχίζουν να μικροαστικοποιούνται, η ανοικοδόμηση και η αστυφιλία εντείνονται, η κοινωνική κινητικότητα συνεχίζεται απρόσκοπτα. Η δωρεάν παιδεία, η επέκταση της μέσης εκπαίδευσης και τα πανεπιστήμια προσφέρουν στα παιδιά των ασθενέστερων στρωμάτων όχι μόνο μόρφωση και επαγγελματική κατάρτιση, αλλά και τα ασφαλή μέσα για κοινωνική-οικονομική άνοδο. Και ακριβώς αυτή η πληθυσμιακή ομάδα με τα ρευστά κοινωνικά χαρακτηριστικά, οι απρόβλεπτοι φοιτητές, θα διαδραματίσουν ρόλο καταλύτη στις πολιτικές εξελίξεις όταν η χούντα θα έχει πια κουραστεί.

Οι φοιτητές, περιβεβλημένοι την αίγλη της αντιδικτατορικής αντίστασης και του Πολυτεχνείου, θα πρωταγωνιστήσουν και τα πρώτα χρόνια μεταπολιτευτικά χρόνια: από τις τάξεις τους θα αντλήσουν νέο αίμα τα αριστερά κόμματα, τα οποία επανέρχονται στο προσκήνιο της νομιότητας αποδεκατισμένα και γερασμένα, έχοντας χάσει επαφή τόσο με την μεταλασσόμενη ελληνική κοινωνία, όσο και με τα νέα πολιτιστιτικά ρεύματα του ’60-’70. Μαζί τους οι ποικίλης προέλευσης και νοοτροπίας αντιστασιακοί.
Από αυτές τις δεξαμενές, και από τη δεξαμενή του προδικτατορικού ανδρεϊκού Κέντρου, θα αντλήσει στελέχη και ιδεολογία το ΠΑΣΟΚ, συγκροτούμενο γύρω από τη χαρισματική και ριψοκίνδυνη προσωπικότητα του αρχηγού του Ανδρέα Παπανδρέου. Το ΠΑΣΟΚ εξέφρασε το προειρηθέν συνεχές, από το ’60 ώς το ’80, συμπεριλαμβάνοντας στους κόλπους του νοοτροπίες, συμπεριφορές, ιδέες και ήθη υπό διαμόρφωσιν, αλλά κυρίως τις πυρακτωμένες προσδοκίες των διευρυνόμενων και ανερχόμενων μικρομεσαίων. Το ΠΑΣΟΚ τους έδωσε όνομα, πρόσωπο και χώρο.

Το μικρομεσαίο πλήθος διεκδίκησε πρωταγωνιστική θέση στην κοινωνία με το σφρίγος του, με την ενισχυμένη οικονομική και επαγγελματική του θέση, και με την πανεπιστημιακή μόρφωσή του. Η συμβατικά ονομαζόμενη γενιά του Πολυτεχνείου και η αμέσως επόμενη γενιά της Μεταπολίτευσης απαρτίζονται εν πολλοίς από άτομα με πτυχίο ανώτατης σχολής. Εχουν από πολύ νωρίς εμπειρίες πολιτικών αναμετρήσεων, εξουσίας και διοίκησης. Αναπόφευκτα, αρκετοί απ’ αυτούς θα εισέλθουν στις πολιτικές και επιχειρηματικές ελίτ και θα τις ανανεώσουν εν μέρει. Μαζί τους θα κουβαλήσουν και τις αποσκευές της καταγωγής τους, μικροαστικής ή αγροτικής-επαρχιακής, τις πολιτιστικές αναζητήσεις τους, το γούστο τους. Ολα αυτά κυμαίνονται: από τη δημώδη και λαϊκή παράδοση, αμετουσίωτη ή περασμένη από τις επεξεργασίες της Γενιάς του ’30 και της ηττημένης μεταπολεμικής Αριστεράς, έως τα ελαφρολαϊκά και τα ντίσκο της χούντας, έως τη ροκ κουλτούρα που βαθμαία προβάλλει ηγεμονική στους νεότερους.

Μετά τη δεύτερη τετραετία του ΠΑΣΟΚ, και ιδίως μετά το άλλο μεταπολιτευτικό ορόσημο, το βρώμικο ’89, που συμπίπτει με την ιστορική πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού, όλα τα προηγούμενα ρευστά, ταξικά, ιδεολογικά, πολιτιστικά, συγκροτούνται σε μια νέα δυναμική. Το μικρομεσαίο πλήθος οργανώνεται σε συντεχνίες, με την παρότρυνση του ΠΑΣΟΚ και προς όφελός του: από εκεί και από το υπερτροφοδοτούμενο Δημόσιο και τις ΔΕΚΟ, το ΠΑΣΟΚ αντλεί στελέχη, νομιμοποίηση και ισχύ. Η Ευρώπη προσφέρει αφειδώς οικονομικούς πόρους για συνοχή και σύγκλιση. Η Νέα Δημοκρατία αντιγράφει το ΠΑΣΟΚ.

Το τελευταίο ορόσημο πριν την παρούσα πτώση, είναι η κορύφωση της φενάκης, από τα τέλη της δεκαετίας ’90, με την έκρηξη του Χρηματιστηρίου έως την ένταξη στην ευρωζώνη το 2002 και το καλοκαίρι της ολυμπιακή και ποδοσφαιρικής μέθης. Το 2004 το κύμα, που φούσκωνε από τη δεκαετία του ’60, έσκαγε αυτάρεσκα στον κόλπο της Ισχυράς Ελλάδος, δαφνοστεφούς και ευρωπαίας.

Εξι χρόνια αργότερα, το μικρομεσαίο πλήθος, πληβειοποιημένο και διαψευσμένο, έκαιγε την Αθήνα. Είχε περάσει μισός αιώνας.

«Απαγορεύεται να σου μιλάω». Στίχοι: Ντέλλα Ρουφογάλη. Μουσική: Χάρης Παμφίλης. Πρώτη εκτέλεση: Τόλης Βοσκόπουλος. Φωτ.: Η Ντέλλα με τον τότε σύζυγό της, υποστρατηγό Μιχάλη Ρουφογάλη, διοικητή της ΚΥΠ επί δικτατορίας.

Η σημερινή επέτειος του Πολυτεχνείου, εντός της δυσμενούς ιστορικής συγκυρίας, δίνει αφορμή για απολογισμό όλης της μεταπολιτευτικής περιόδου. Η δικτατορία έπεσε με πάταγο, αλλά η επάνοδος της δημοκρατίας συνοδεύτηκε από μια εθνική καταστροφή, τη διχοτόμηση και κατοχή της Κύπρου. Ωστόσο η δικτατορία των συνταγματαρχών άφησε κάποια ίχνη στην νεογέννητη Γ’ Ελληνική Δημοκρατία, αυτούσια ή τα κατοπτρικά τους αντίστροφα.

Το ελληνοχριστιανικό Kitsch της χούντας λ.χ. λοιδωρήθηκε, αλλά ο λαϊκισμός της επταετίας, όπως ακφραζόταν από τις νέες φυλές των ατσίδων θαλασσοδανειούχων και των γλετζέδων της παραλιακής, έμεινε αλώβητος. Ισως κρύφτηκε την πρώτη περίοδο, αλλά αναδύθηκε παντοδύναμος αργότερα. Η μέθη της ελευθερίας και η εκ των υστέρων αναχώνευση του Μάη ’68 εσκέπαζαν το βαθύτερο kitsch, το ηθικό και κοινωνικό, το ήθος των ανερχόμενων μεσοστρωμάτων, των ωφεληθέντων της χούντας. Ο μεταγενέστερος λαϊκισμός του ’80 άντλησε και από αυτά τα κοιτάσματα.

Ωστόσο η Μεταπολίτευση δεν χαρακτηρίζεται μόνο από τις ποικίλες φανερώσεις του λαϊκισμού. Η Γ’ Ελληνική Δημοκρατία πρόσφερε πρωτόγνωρη πολιτική ελευθερία και μοναδικές ευκαιρίες κοινωνικής ανέλιξης σε μεγάλες ομάδες του πληθυσμού· πρακτικά, διεύρυνε τα μεσοστρώματα ως προς την έκτασή τους και την επιρροή τους. Υπό μία έννοια ολοκληρώθηκε επιταχυμένα η κοινωνική ανακατάταξη που είχε αρχίσει τη δεκαετία του ’60.

Η τέτοια ταξική αναδιευθέτηση είχε θετικές και αρνητικές όψεις. Τα μεσοστρώματα απέκτησαν υψηλή παιδεία και πλήθυναν τις τάξεις των επιστημόνων, των επαγγελματιών και μικρομεσαίων επιχειρηματιών: αυτή ενδεχομένως να είναι και η πολυτιμότερη προίκα για ανάκαμψη από την παρούσα κρίση. Ωστόσο δεν κατάφεραν να ανανεώσουν εξυγιαντικά τις κυβερνώσες ελίτ, ενώ ο διαρκώς ογκούμενος κομματισμός και πελατειασμός κατέλυε βαθμιαία τις λειτουργικές ιεραρχίες, την αξιοκρατία, την ισοπολιτεία εντέλει. Ο,τι προσεφέρετο με το ένα χέρι ―παιδεία, κινητικότητα―, αφαιρείτο με το άλλο. Η Κρίση εσήμανε τη μεγάλη ήττα του μικρομεσαίου πλήθους, που είχε αρχίσει προ πολλού.

Το δικομματικό σύστημα εξουσίας, που σφράγισε τη μεταπολιτευτική περίοδο, αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο της κατάρρευσης, υπό το βάρος της οικονομικής κρίσης και της αδυναμίας του να τη διαχειριστεί. Η κατάρρευση στοιχειοθετείται αφενός από τις δημοσκοπήσεις της αλαφιασμένης και αμφίβουλης κοινής γνώμης, αλλά και από τη στάση του πολιτικού προσωπικού ελάχιστες εβδομάδες προ των εκλογών.

Ληξιπρόθεσμοι βουλευτές και υπουργοί, οι οποίοι την παρελθούσα διετία νομοθέτησαν το ψαλίδισμα των μελλουσών γενεών, χωρίς να έχουν διαβάσει καν τους νόμους, καταθέτουν στη Βουλή, την υστάτη στιγμή, τροπολογίες χιλιάδων σελίδων για να τακτοποιήσουν εκκρεμότητες της εκλογικής πελατείας. Νυσταγμένοι, βαριεστημένοι, ληγμένοι, νομοθετούν επί των ερειπίων, λίγο προτού βρεθούν στον σκουπιδοτενεκέ της ιστορίας. Παραδόξως δε, εκτιμούν ότι υπάρχει ακόμη εκλογική πελατεία.

Οι ολίγιστοι και δείλαιοι, δια των επαίσχυντων τροπολογιών τους, δείχνουν ακριβώς ποιοι οδηγούν στην κατάρρευση τα αστικά κόμματα, ποιοι καταπατούν τους συνταγματικούς όρκους και τροφοδοτούν το αντικοινοβουλευτικό μένος του απεγνωσμένου πλήθους. Δείχνουν επίσης σε ποιους άνδρες εμπιστευόταν το πλήθος αφρόνως τη μοίρα του: σε φαιδρούς δημοκόπους, άεργους κληρονόμους, πολιτικούς νάνους. Πολλοί απ’ αυτούς τους βρυχώμενους νάνους θα ξεμυτίσουν τις επόμενες μέρες και θα ζητήσουν ανανέωση εντολής, υποσχόμενοι το μόνο που γνωρίζουν: συνέχιση της αμοιβαίας πελατειακής εξαχρείωσης. Θα επισείουν τον κίνδυνο των άκρων και της ακυβερνησίας. Υπάρχει πράγματι το ενδεχόμενο αναρρίχησης των λούμπεν στοιχείων της άκρας δεξιάς, παλαιάς και νέας, στο κοινοβούλιο, αλλά μήπως η συμπεριφορά των κατεστημένων δεξιών, κεντρώων και κεντροαριστερών, δεν απέβη αναλόγως λούμπεν και εντέλει τροφοδότησε τα άκρα;

Η χρεοκοπία είναι πολιτική πρωτίστως. Με ηττημένη την πολιτική και τη χώρα υπό σιδηρά επιτήρηση, οι προτάσεις διακυβέρνησης είναι αναιμικές και ελάχιστα πειστικές, διότι οι φορείς τους κείτονται ξέπνοοι και ηττημένοι, δεν μπορούν να διεκδικήσουν από το πλήθος παρά μόνο τη μοιρολατρία και τον φόβο. Η ψήφος θα είναι τιμωρητική και αντινομική.

Οι κινητοποιήσεις των ταξιτζήδων τον τελευταίο καιρό έκαναν γνωστό τον πρόεδρό τους Θύμιο Λυμπερόπουλο και το άκρως επιθετικό του στυλ, με τις αποστροφές «θα πεθάνουμε όλοι», «θα τον λιώσω» κ.ο.κ. Αυτό που δεν γνώριζε ο πολύς κόσμος είναι ότι ο κ. Λυμπερόπουλος, τον οποίο διέγραψε προχθές από τη Νέα Δημοκρατία ο Αντώνης Σαμαράς, ήταν αναπληρωτής τομεάρχης Μεταφορών του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Η παρουσία αυτού του ανθρώπου, με το συγκεκριμένο πολιτικό ήθος, μας δείχνει ανάγλυφα μία από τις όψεις του τρομακτικού πολιτικού προβλήματος που συγκλονίζει τη χώρα: την ποιότητα του πολιτικού προσωπικού.

Υπάρχουν πολλοί σαν τον κ. Λυμπερόπουλο στα κόμματα, και εκατοντάδες άλλοι πολύ χειρότεροί του, είτε κατά την ποιότητα λόγου, σκέψης και πράξεων είτε κατά τον βαθμό εξάρτησής τους από εξωθεσμικά κέντρα είτε κατά τη φαυλότητα και ανικανότητα. Το διαπιστώνει εύκολα κανείς, παρατηρώντας ποιοι συνθέτουν τις κοινοβουλευτικές ομάδες, κι ακόμη περισσότερο όταν ακούσεις προσεκτικά τι λένε, στη Βουλή ή στα μήντια: αφόρητες κοινοτοπίες, ξύλινα λόγια, κενολογία, στόμφος, ατάκες, ευφυολογήματα, θραύσματα παροιμιών, ασυναρτησίες.

Σε μια μεγάλη παρέα πρόσφατα, αφού ακούσαμε λόγους πολιτικών ηγετών, αναρωτηθήκαμε: Υπάρχει Ελληνας πολιτικός σήμερα που να γνωρίζει ποιος είναι ο Νίκος Καρούζος, ο Χρήστος Καρούζος, ο Ζήσιμος Λορεντζάτος, ο Τάκης Παπατσώνης; Δύο απ’ αυτούς μάλιστα υπήρξαν κορυφαίοι δημόσιοι λειτουργοί. Μελαγχολικά καταλήξαμε ότι μάλλον ελάχιστοι τους έχουν ακούσει σαν ονόματα, σίγουρα κανείς δεν τους έχει διαβάσει. Συνάγεται αβίαστα από την ποιότητα του λόγου, από την ανυπαρξία αναφορών, λες κι ένα τεράστιο ρήγμα χωρίζει τους σημερινούς πολιτικούς άνδρες από όλη τη λόγια και δημώδη παράδοση του νεότερου ελληνισμού. Εξ ου και η έκπληξη (αλλά και η χλεύη!) των δημοσιολογούντων όταν ακούστηκαν στίχοι του Αρ. Βαλαωρίτη από τον βουλευτή Π. Κουρουμπλή και στίχοι του Οδ. Ελύτη από τον Αντώνη Σαμαρά.

H κρίση μεγέθυνε τις αδυναμίες και απογύμνωσε τους πολιτικούς, τους έδειξε όπως είναι: λίγους, αδύναμους, ανεπαρκείς. Ελάχιστοι διασώζονται, κι αυτοί δεν είναι αρκετοί να αλλάξουν τη συνολική εικόνα ή να αλλάξουν τον ρουν των εξελίξεων. Το ζήτημα όμως τώρα δεν είναι να ελεεινολογήσουμε το υπάρχον πολιτικό προσωπικό, αλλά να αναρωτηθούμε, αφενός, γιατί τους εξέλεγε επιμόνως ο ελληνικός λαός, τόσα χρόνια, αφετέρου, ποια είναι η προοπτική εφεξής, τι μπορεί να ανοικοδομηθεί επί των ερειπίων του παλιού κόσμου.

Η απάντηση αναπόφευκτα στρέφεται στην πελατειακή σχέση ψηφοφόρου-πολιτικού, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί από καταβολής του ελληνικού κράτους. Είναι μια ισχυρή εξήγηση, αλλά δεν είναι αρκετή. Η πελατειακή σχέση ισχύει και σε άλλες χώρες, με άλλες μορφές, και πάντως είναι σύμφυτη του κοινοβουλευτισμού και της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Υπό μία έννοια μάλιστα είναι και φυσιολογική: ο εντολέας περιμένει συνέπεια από τον εντολοδόχο, συνέπεια λόγων και πράξεων, εκπλήρωση υποσχέσεων. Το προέχον είναι η ποιότητα των εντολοδόχων και η ποιότητα των συνομολογήσεων.

Στον πολιτικό βίο της Μεταπολίτευσης παρατηρήσαμε μια σταθερά αυξανόμενη εξαχρείωση των προσώπων και των συνομολογήσεων, που έφτασε στη διάλυση του κράτους και στη διάχυση μιας πολιτικής κουλτούρας παρασιτισμού, απαξίωσης του δημόσιου χώρου, εκχώρησης της πολιτικής ισχύος σε εξωθεσμικά κέντρα και σε φαύλους διαμεσολαβητές. Την πρώτη ευθύνη τη φέρουν ασφαλώς οι εντολοδόχοι, οι αιρετοί, αλλά δεν είναι άμοιροι ευθυνών και οι παραθεσμικοί παράγοντες, όπως επίσης και οι ίδιοι οι πολίτες που εθελουσίως έθεσαν εαυτούς σε ένα ιδιότυπο status πολιτικού ανδραπόδου. Η καθυστέρηση των παραγωγικών δομών και η παρασιτική οικονομία ήρθε ως αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής της αμοιβαίας εξαχρείωσης: οι πολιτικοί και οι κρατικοδίαιτοι διαπλεκόμενοι εσκεμμένως δεν προήγαγαν τον ουσιώδη εκσυγχρονισμό της οικονομίας· οι φεουδαρχικές δομές υπηρετούσαν πολύ πιο αποτελεσματικά τις επιδιώξεις κυριαρχίας τους επί των πολιτών-πληβείων. Οι πληβειοποιημένοι, με τη σειρά τους, επέλεγαν την ευκολία ενός διορισμού και όχι τη δοκιμασία μιας εργασίας, κι αν δεν συμμετείχαν σε αυτό το σπιράλ δεν είχαν πολλές δυνατότητες να ενταχθούν αλλιώς στην παραγωγή.

Μεγάλο μέρος του μικρομεσαίου πλήθους δεν βολεύτηκε σε αυτή την εξαχρειωτική δομή. Δημιούργησε εργασίες, επιστήμη, τέχνη, συχνά εναντίον ενός κατάφωρα εχθρικού περιβάλλοντος. Δεν μπόρεσε όμως να αλλάξει τη δομή εξαχρείωσης, δεν μπόρεσε να εισχωρήσει στον ιστό εξουσίας, ακριβώς διότι οι κυβερνώντες αναπαρήγαγαν τους εαυτούς τους και φύλαγαν σθεναρά τις θέσεις. Και στα δύο μεγάλα κόμματα εξουσίας η είσοδος, η μύηση, η αναρρίχηση ξεκινούσαν από πολύ νωρίς, από το οικογενειακό περιβάλλον ή απ’ τα σχολικά χρόνια, και εν συνεχεία υπήρχαν ισχυρά φίλτρα καθ’ οδόν προς την κορυφή. Τα κόμματα που έφτασαν την Ελλάδα σε αυτό το σημείο είχαν προ πολλού μετατραπεί σε μηχανισμούς νομέων εξουσίας, οι οποίοι κατανοούσαν την κοινωνία μόνο ως δεξαμενή ψήφων και των οποίων το μόνο μέλημα ήταν η παντί τρόπω πολιτική επιβίωση και ο προσωπικός πλουτισμός – και είναι ακόμη και αυτή τη στιγμή της καταστροφής.

Τι μπορεί να γίνει; Γνωρίζουμε τι δεν πρέπει να γίνει. Τι δεν πρέπει να επαναληφθεί. Γνωρίζουμε ότι οι περισσότεροι του Ancien Regime θα εξαφανιστούν. Από κει και πέρα, όλα είναι ανοιχτά. Σύμφωνα με το αισιόδοξο σενάριο, νέα πρόσωπα, νέα υποκείμενα, νέες δυνάμεις θα αναδυθούν. Δεν μπορούμε παρά να ελπίζουμε.

Πόσο διαφορετικούς ανθρώπους άκουσα χθες να μου λένε σκασμένοι ότι τους σοκάρισε ο θάνατος του Νίκου Παπάζογλου, ότι έχασαν έναν δικό τους, έναν φίλο, ότι ένιωσαν να χάνουν κάτι από τη δική τους ζωή, ένα τραγούδι που τους σημάδεψε. Συμφώνησα με όλους. Κι εγώ έτσι ένιωθα: σαν να τέλειωνε μια εποχή, εποχή αθωότητας, αμεριμνησίας, ανθισμένων αισθημάτων.

Μαζί με τον Μανώλη Ρασούλη, που αποδήμησε πριν από σαράντα μέρες, και με κάποιους άλλους λιγοστούς καλλιτέχνες της γενιάς του, ο Παπάζογλου ανανέωσε το λαϊκό τραγούδι, το απενοχοποίησε, το πήγε ξανά προς τις πηγές του: ανανέωσε τον λυρισμό του, επαναφόρτισε το αίσθημα, πυρπόλησε τις καρδιές και όχι τα ορμέμφυτα, τραγούδησε τον πόνο με τη χαρά, υπενθύμισε τα μάταια και την ουσία. Ετσι, όταν άκουγες τη φωνή του στα λάιβ ή στα ράδια, λυγμική αλλά ποτέ κλαψιάρα, φωνή βυζαντινή, με ήθος κοινότητας και ύφος προσώπου, γείωνες κι εσύ μες στα χώματα της ζωής, αναγνώριζες τον εαυτό σου, όχι σαν μοναχοδαρμένο, αλλά σαν συνέχεια μιας παράδοσης, οργανικό μέλος μιας κοινότητας ανθρώπων που έχουν παρόμοια ντέρτια μ’ εσένα, παρόμοιους φόβους, ίδια φθαρτότητα. Ο Αύγουστος είναι για όλους ίδιος· και πάντα ενώνει μες στην αβάσταχτη γλύκα του.

Στον αειθαλή Αύγουστο του Παπάζογλου, α καπέλα ή με μείξη ηλεκτρικής Fender και μπουζουκιού, ενώθηκαν γενιές: ρεμπέτες και ροκάδες, αριστεροί και αδιάφοροι, υποψιασμένοι και ελαφρούτσικοι, μπατίρια, πλούσιοι, ποδοσφαιρόφιλοι, ράπερ… Κι είχε αλήθεια αυτή η τυχαία συνεύρεση· όση είχε και η στερεοτυπική του αμφίεση επί σκηνής: δεν ήταν πόζα, ήταν η αληθειά του. Τζιν παντελόνι, τζιν ή τζεϊλχάουζ πουκάμισο, όλα θαλασσιά, και μια φλόγα στο λαιμό, η φωνή του, η άλικη μπαντάνα. Σαν ροκάς του αμερικανικού Νότου, ένας Ολμαν Μπράδερ ας πούμε, ή σαν Νιλ Γιανγκ, σαν Μπρους Σπρίνγκστιν. Μα τέτοιας αισθηματικής κλάσεως καλλιτέχνης ήταν, τέτοια ενέργεια σκόρπιζε στα μυθικά καλοκαιρινά του λάιβ, ζυγισμένα, μετρημένα, αλλά και απλόχερα.

Ακόμη προσπαθώ να εξηγήσω την πάνδημη θλίψη που προκάλεσε η αναχώρησή του. Ηταν ένας άνθρωπος εκτός συστήματος, εκτός της βιομηχανίας ψυχαγωγίας, εκτός δημοσίων σχέσεων, εκτός νύχτας, εκτός μπίζνες. Αλλά ήταν εντός ζωής. Βαθιά μες στη ζωή. Χειροτέχνης, αυτοσχεδιαστής, αυτοδίδακτος· άνθρωπος της παρέας, των φίλων, της εργασίας, της συνέπειας, των αρχών. Αυτό του επέστρεφε ο κόσμος σαράντα τόσα χρόνια, αυτό λείπει τώρα από τον κόσμο, τον κόσμο που δάκρυσε μια βραδιά μ’ ένα τραγούδι, ένα στιχάκι, έναν λυγμό του Παπάζογλου: Αυτή η αίσθηση για τη ζωή, δοξαστική και βαθιά, ερωτική και αφτιασίδωτη, γήινη, αυθεντική.

Μιλάνε για το τέλος της Μεταπολίτευσης, για την επιβλαβή κουλτούρα της και το ρέμπελο ήθος της. Ρηχά λόγια, ρηχές σκέψεις. Ο Παπάζογλου διαψεύδει τους αστοιχείωτους και τους στεγνούς, τους άνιωθους, με το ήθος της φωνής του, διηνεκώς: Ηταν ωραίος Ελληνας, καλός, άξιος, ουσιώδης, απ’ τους πολλούς καλούς της Μεταπολίτευσης, απ’ τους πολλούς καλούς κάθε εποχής. Γι’ αυτή την απώλεια κλαίμε.

polo03.jpg


Η ομιλία του Αλέκου Αλαβάνου, στο συνέδριο του Συνασπισμού που άρχισε προχθές, δεν συνοψίζει μόνο την πολιτική του, αλλά δείχνει την Αριστερά να μετασχηματίζεται και να διεκδικεί ζωτικό, πρωταγωνιστικό χώρο στον δημόσιο βίο. Ο Αλ. Αλαβάνος όχι μόνο επανέφερε στην πρώτη γραμμή τη βούληση για μια κυβέρνηση με επίκεντρο την Αριστερά, δηλαδή μια πρόταση εξουσίας, αλλά επιπλέον έδωσε ιστορική προοπτική στην κίνηση: Εμείς θα κλείσουμε τον κύκλο της μεταπολίτευσης, είπε.

Μπορεί; Ο Συνασπισμός γεννήθηκε δεκαπέντε χρόνια μετά τη μεταπολίτευση· η ίδρυσή του συνέπεσε με την εγχώρια δυσλειτουργία του ’89 και τη συγκυβέρνηση, αφενός, και με την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού, αφετέρου. Η ελληνική μεταπολίτευση τέλειωσε τότε, η διεθνής μόλις άρχιζε.

Η διχασμένη ελληνική Αριστερά βίωσε τραυματικά την πτώση και παρασύρθηκε από τη διεθνή κρίση για πολλά χρόνια. Το ΚΚΕ πενθεί ακόμη, σκαλίζοντας τις στάχτες του Ταλμούδ. Ο Συνασπισμός είδε τον πάτο της εσωστρέφειας και του φατριασμού, εκλιπαρώντας ανά τετραετία το κοινοβουλευτικό 3%, χωρίς όμως να μπορεί να πείσει πολιτικά και ιδεολογικά.

Την τελευταία τριετία, υπό την ηγεσία του Αλ. Αλαβάνου, είδαμε τον Συνασπισμό να ωριμάζει και να στρέφεται προς τα έξω, να αντλεί νέο αίμα, να ακούει την κοινωνία, να αποκολλάται από την ορθοφροσύνη του πρώην ΚΚΕ-εσωτ. αλλά και από τον μυωπικό κομμουνισμό των ΚΚΕγενών – των δύο μειζόνων συνιστωσών του. Ο Συνασπισμός σήμερα φαίνεται να έχει αφομοιώσει ικανοποιητικά την ιστορία του, να αφουγκράζεται τη συγκυρία και να διαμορφώνει πολιτική που είναι ταυτόχρονα πιο ριζοσπαστική και πιο ρεαλιστική.

Στις πρώτες θέσεις της ατζέντας του σήμερα δεν είναι ο εξ αποκαλύψεως σοσιαλισμός, αλλά η δημοκρατία στην καθημερινή ζωή, το περιβάλλον, η ανεργία στη νεολαία, το «μια άλλη Ελλάδα είναι εφικτή». Αυτά καίνε την ελληνική κοινωνία επί του παρόντος, κι αυτά άλλωστε του έδωσαν νέα δυναμική και τον έφτασαν στο 5%.

Στο μέτρο που ο Συνασπισμός δεν επαγγέλλεται μόνο μια αφηρημένη επανάσταση, αλλά προβάλλει μια λογική μεταρρυθμίσεων και εφικτών στόχων με κοινωνική δικαιοσύνη, εφόσον αποδειχθεί ότι ξεπέρασε οριστικά την εσωστρέφεια, εφόσον βγει μπροστά με πειστικές υλοποιήσιμες προτάσεις, θα προχωρήσει. Και η όποια επιτυχία του δεν θα αφορά μόνο την Αριστερά, αλλά ολόκληρη την ελληνική κοινωνία, που πορεύεται σήμερα χωρίς πυξίδα και χωρίς πίστη στις, υπαρκτές παρά ταύτα, δυνάμεις της.

Καθημερινή, 09.02.2007

φωτ.: Α. Μπάχας, Χίος, 1922.

buzz it!

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

RSS Gatherate: The Best of the Greeks

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Twitting

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 997.037 hits
Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: