You are currently browsing the tag archive for the ‘Ιστορία’ tag.

Η ζαριά του Γ. Α. Παπανδρέου αιφνιδίασε και αποδιοργάνωσε. Τον ελληνικό λαό σίγουρα, ίσως και τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις. Ενεργώντας ως παράφρων μεταβλητή, ο απομειωμένος πρωθυπουργός μιας χώρας διεφθαρμένων με απομειωμένο πλην άβάσταχτο χρέος, τροφοδότησε επικά πρωτοσέλιδα και τηλεοπτικά δελτία, άλλαξε την ατζέντα του G20, αιφνιδίασε τα κόμματα και, κυρίως, κεραυνοβόλησε τον ελληνικό λαό ζητώντας του να απαντήσει σε ένα εκβιαστικό δίλημμα και να αναλάβει την ιστορική ευθύνη των μελλουσών γενεών. Σε ένα δίλημμα στο οποίο ο ίδιος δεν κατόρθωσε να απαντήσει, αν υποθέσουμε ότι το έθεσε.

Οπωσδήποτε υπάρχει ένας τρελός χρονισμός στις κινήσεις του Γ. Α. Παπανδρέου: τα έκανε όλα ανάστροφα. Πρώτα μετέτρεψε το χρέος σε αβάσταχτο, αντάλλαξε το χρέος με ελευθερία, έκανε μυστική διπλωματία, είπε ψέματα, μισές αλήθειες, δημαγώγησε, σχεδόν περιφρόνησε τη λαϊκή βούληση, και κατόπιν, όταν απέτυχε σε όλους τους αυτοσχεδιασμούς του, εστράφη στο λαό και του ζήτησε συμμετοχή, βούληση και ευθύνη· και μόνο τότε θυμήθηκε ότι μπορεί να διαπραγματευθεί με τόλμη. Αλλά τώρα, τυπικά, έχει κάψει πολλά χαρτιά. Και κυρίως έχει κάψει το λαό του: τον έκανε πένητα, αναξιοπρεπή και έξαλλο, απεγνωσμένο ― και μάλλον δεν το αντιλαμβάνεται καν. Ισως ποτέ δεν αντελήφθη αυτό τον δύστροπο, κυκλοθυμικό λαό, τις πλούσιες αμφίστομες παραδόσεις ηρωισμού και ποταπότητας, το φιλόσοφο λόγο του, το αίσθημα του δίκιου και της ελευθερίας,τις εικονίσεις τους στη δημώδη και τη λόγια ποίηση. Ισως ποτέ δεν κατάλαβε σε ποια βαθιά ιστορική κοινωνία ζούσε, ένας πολίτης της open society ο ίδιος. Ισως πάλι να νόμισε ότι Ελλάδα ίσον ΠΑΣΟΚ ― αυτό που μίσησε και το εξουσίασε ως πρίγκηψ.

Κάθε άνθρωπος πιστεύει ενδομύχως στα θαύματα· κι αν βρίσκεται υπό πίεση, πολύ περισσότερο. Καθώς η λιτότητα, οι φόροι και η φτώχεια σκέπαζαν ανά κύματα τους Ελληνες, η πίστη στο θαύμα δυνάμωσε: κάτι θα συνέβαινε, μια σωτήρια επέμβαση, ένα Ναυαρίνο, η Υπέρμαχος Οδηγήτρια στα τείχη εναντίον των Αβάρων, κάτι, και η ζωή θα επέστρεφε στον περασμένο ρυθμό, ίσως ψαλιδισμένη, αλλά όχι ριζικά άλλη, όχι τρομακτικά άλλη. Η ρουτίνα είναι το αποκούμπι της ζωής.

Ακόμη και η κρίση φτιάχνει τη δική της ρουτίνα. Οι άνθρωποι προσαρμόζονται, ζαρώνουν, φυλάγονται, αλλάζουν στρατηγικές επιβίωσης. Αντιλαμβάνονται αλλιώς τον χρόνο: όσο πυκνώνει ο χρόνος, τόσο επιταχύνουν οι άνθρωποι τις αντιδράσεις τους. Κι αρχίζουν να βλέπουν άλλη τη ζωή, τις αξίες της, τα χρειώδη.

Το δημοψήφισμα Παπανδρέου φέρνει τρόμο διότι ανατρέπει ακόμη και τη ρουτίνα της κρίσης. Διότι πυκνώνει αφόρητα τον χρόνο,την υλικότητά του, τόσο πολύ που ο χρόνος καταρρέει μέσα σε μια μαύρη τρύπα. Ετσι το αισθάνεται ο κόσμος, ο ήδη εξουθενωμένος από τις αλλεπάληλλες, συνεχιζόμενες ανατροπές, τη διαρκή συρρίκνωση του μέλλοντος. Ωστόσο η παράφρων μεταβλητή του Γ. Α. Παπανδρέου μπορεί να κρύβει το θαύμα. Οχι με την έννοια της ακαριαίας σωτηρίας, ούτε καν της βραχυμεσοπρόθεσμης. Αλλά με την έννοια ότι απότομα, βίαια, φέρνει το μέλλον πιο κοντά μας ― πέραν του καλού και του κακού. Απλώς, φέρνει το μέλλον εδώ, στο παρόν, με έναν σπασμό, που μπορεί να είναι σπασμός ωδίνης, μπορεί να είναι σπασμός βαθύτερου άλγους, οπωσδήποτε όμως δεν είναι ο ύστατος σπασμός: ένας λαός, μια χώρα, μια διάρκεια, σαν της Ελλάδας, δεν τελειώνουν έτσι, με έναν σπασμό, με ένα δίλημμα, μια ασθένεια, όσο βαριά κι αν είναι. Ναι, βεβαίως, λαοί μεσουράνησαν και έσβησαν παλαιότερα, και τους θυμούνται μόνο οι ειδικοί ιστορικοί, αλλά δεν είναι αυτή η περίπτωση τώρα: ενδεχομένως να βιώνουμε την αρχή του τέλους του ελληνισμού, όπως τον γνωρίσαμε και τον ζήσαμε, με εκλάμψεις και υφέσεις, ενδεχομένως να πορευόμαστε προς μια ετέρα μορφή ελληνικού βίου, εν Ελλάδι και αλλαχού, αλλά σε καμία περίπτωση δεν είναι το τέλος. Δεν υπάρχει τέλος. Υπάρχουν ρήγματα και τομές, φαράγγια, αλλά και πάντα μια όχθη απέναντι, ένα Βορειοδυτικό Πέρασμα.

Η απειλή αιφνίδιας κατάρρευσης μπορεί να είναι το θαύμα. Δηλαδή, να είναι το τέλος της πίστης στο θαύμα και η βίαιη επαναφορά στην πίστη στον εαυτό, η επαναφορά στην αυτοπεποίθηση, στην ευθύνη, στην ιστορικότητα. Και η εκτόξευση στην ώριμη παγκοσμιοποίηση.

εικόνα: ALEKSANDRA WALISZEWSKA

Advertisements

Οι κλιμακούμενες απαιτήσεις της τρόικας ωθούν την παραπαίουσα κυβέρνηση πέραν των ορίων αντοχής της, και τη χώρα προς τις εκλογές ή άλλες πολιτικές εξελίξεις, ακριβώς δύο χρόνια από την ανάληψη της εξουσίας από το ΠΑΣΟΚ, υπό τον Γ.Α. Παπανδρέου. Ηταν τα κρισιμότερα χρόνια της μεταπολιτευτικής περιόδου και πρελούδιο για πολύ δύσκολους καιρούς. Η Ελλάδα βρίσκεται σε πτώση και μαρασμό, οι Ελληνες πλήττονται από κατάθλιψη και φοβία, περισσότερο κι από τη βίαιη, απότομη φτωχοποίηση. Τα δύο αυτά γεγονότα, ο μαρασμός και η διακυβέρνηση, συνδέονται, όχι μονοσήμαντα, αλλά συνδέονται. Και προφανώς η εύκολη οδός ανακούφισης από τον πόνο και τον φόβο των επερχομένων, θα ήταν η άμεση εξεύρεση υπευθύνων, ενόχων και αποδιοπομπαίων τράγων. Ομως όχι, η εύκολη οδός, το κυνήγι ενόχων και μαγισσών, θα ήταν επώδυνη οδός, ενδεχομένως με κόστος πολύ βαρύτερο από το όφελος της ανακούφισης.

Αυτό που προέχει σήμερα είναι να αντιληφθούμε ότι δεν κινδυνεύουμε μόνο από τη βίαιη υποτίμηση του ιδιωτικού και δημόσιου πλούτου, δεν κινδυνεύουμε από τη φτώχεια – αυτά έχουν ήδη συντελεσθεί και συντελούνται, χωρίς να μπορούμε να επηρεάσουμε άμεσα την τροπή τους. Πολύ περισσότερο κινδυνεύουμε από την απώλεια του φρονήματος, την απώλεια της εθνικής κυριαρχίας, την απώλεια της αξιοπρέπειας, ατομικής και συλλογικής, τη ρήξη της κοινωνική συνοχής, το ξεκούρδισμα των κρατικών λειτουργιών.

Η βίαιη υποβάθμιση εισοδημάτων και περιουσιών σοκάρει τόσο πολύ, που χάνουμε από την όρασή μας τους κινδύνους αποσάθρωσης του κοινωνικού οικοδομήματος, εξαιτίας της περικοπής πόρων και της κλιμακούμενης κόπωσης και αδράνειας των κρατικών μηχανισμών. Το πολλαπλασιαζόμενο κοινό έγκλημα, η γκετοποίηση εκτεταμένων ζωνών της Αθήνας, η εγκατάλειψη των αναπήρων και των μειονεκτούντων από το συρρικνούμενο κοινωνικό κράτος, η μαζική εξάπλωση επαιτών, ρακοσυλλεκτών και αστέγων, είναι τα ανησυχητικά σημάδια που πρέπει να αξιολογήσουν οι Ελληνες πολίτες. Και να αποφασίσουν: να πορευτούν στο εξής φτωχοί, αλλά με αξιοπρέπεια, με αυτοσεβασμό, με οργάνωση κοινωνίας, με ρυθμό βίου. Και να δράσουν αναλόγως, για να προστατέψουν πολύτιμες πολιτισμικές κατακτήσεις, αυτές που έως τώρα φάνταζαν αυτονόητες: να περπατάει ασφαλής στη γειτονιά του ο γέροντας, να λειτουργούν οι συγκοινωνίες, το νοσοκομείο, το λιμάνι, το σχολείο, η αποκομιδή απορριμμάτων. Δεν είναι αυτονόητο ότι θα λειτουργούν ευτάκτως όλα αυτά, εφόσον αδιαφορήσουν ή στασιάσουν οι εργαζόμενοι, αν ο καθείς στραφεί στον εαυτό του και στην κατατονία του, αν κυριαρχήσουν η μνησικακία, η πίκρα, ο τομαρισμός και η εμφύλια τυφλότης.

Ναι, βεβαίως, κάθε νοικοκυριό συγκροτεί τις στρατηγικές της επιβίωσής του, αλλά μαζί με την ατομική διάσωση έχουμε καθήκον να αναπτύξουμε πάραυτα στρατηγικές διάσωσης του δημόσιου χώρου, του δημοκρατικού κράτους, των θεσμών, των θεμελίων του και των λειτουργιών του. Εχουμε καθήκον να επιζήσουμε με αξιοπρέπεια, το χρωστάμε στην ιστορία μας και στα παιδιά μας.

 

Ερχόμουν από την οδό Αθηνάς προς την Ομόνοια. Το βλέμμα μου μόλις είχε απαγκιστρωθεί από την Ακρόπολη, αβάσταχτη, απόκοσμη, υπέροχη, μες στη αχλή της φθινοπωρινής λιακάδας. Λίγο προτού η Αθηνάς εκβάλει στην πλατεία, βρέθηκα αντιμέτωπος με ένα οπτικό και αισθητηριακό παράδοξο, ένα deja vu: στο χείλος του κεντρικού πλατώ αντίκριζα μια στοίβα σακιά τσιμέντο περιτυλιγμένα σαν δώρο με ελληνικές σημαίες. Μπεζ σακιά τσιμέντου Τιτάν, στοιβαγμένα σαν κυβικό ζιγκουράτ, κανονικό εξάεδρο, κι από τις κορυφές ξύλα ορφανά υψωμένα, μοναχικά, σαν τις αναμονές των οικοδομών. Ρωμαλέα φόρμα. Και ευτυχής χρωματική αντίστιξη: το λαμπερό γαλανόλευκο κόντρα στο θερμό-γαιώδες των σακιών με φαιά γράμματα ΤΙΤΑΝ. Γαλανός και άνω, ο ουρανός, γκριζομπεζ και κάτω, το αστικό πλατώ.

Η εικόνα, ο όγκος, η φόρμα, η αφήγηση, εκεί, στο πλαγιασμένο ηλιόφως του Σεπτεμβρίου, στον τραυματισμένο ομφαλό των Αθηνών, σε προφανή διάλογο με τον Παρθενώνα, στη ράθυμη κυκλοφορία του Σαββάτου, όλα μαζί με κεραυνοβόλησαν, αισθητικά, νοηματικά, συναισθηματικά. Βλάσης Κανιάρης, ψιθύρισα στη σύντροφό μου, και στάματησα.

Το βλέμμα μου ήταν ήδη γεμάτο, χορτασμένο, κατάπληκτο. Ηθελα όμως να το νιώσω από κοντά, να περπατήσω γύρω του. Πήγα πλάι του. Ημουν μόνος. Χάιδεψα τη στιβαρή φόρμα, το κύκλωσα, η καλύτερη όψη του, η πιο δυνατή, ήταν από την Αθηνάς, καθώς προσεγγίζεις την πλατεία. Το φωτογράφισα. Στο πεζοδρόμιο, μια πινακίδα, μνημόσυνο σ’ έναν σπουδαίο καλλιτέχνη, στοχαστικό, είρωνα, αιχμηρό και τρυφερό, έναν ιστορικό καλλιτέχνη για την μεταπολεμική Ελλάδα: Βλάσης Κανιάρης (1928-2011), Εις δόξαν, 1993, εγκατάσταση, Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης.

Πόσο Κανιάρης ήταν αυτό το έργο! Εργο ωριμότητας, μετά τον λυρισμό, μετά τα γαρίφαλα της χούντας, μετά τους εμιγκρέδες της Ευρώπης, περίπου ίδιας νοοτροπίας με το πικρό αγγούρι της εισόδου της Ελλάδας στην ΕΟΚ, την ειρωνική εγκατάσταση του 1988, υπό τον τίτλο “Ο,τι θέλει ο λαός”.

Τα τσιμέντα με την γαλανόλευκη, το 1993, ήταν ένας πικρός σχολιασμός για το ήθος της ανοικοδόμησης, για την Ελλάδα των μπετών και των αναμονών, για τους μικροαστικούς λουτροκαμπινέδες και τους οικισμούς αυθαίρετων εξοχικών, για τη βουλιμία του μετακατοχικού Ελληνα. Ο Κανιάρης, ο ζωγράφος των σκηνικών της «Στέλλας», είχε την ισοτρική πείρα, την ευαισθησία και τη ματιά, να εικονογραφήσει εκείνη την Ελλάδα, με αυτή την πικρή ελεγεία.

Πόσο διαφορετικά όμως κοιτούσα τώρα αυτό τον ειρωνικό απόηχο Κάλβου, το «Εις δόξαν», τούτο το αλλιώς μελαγχολικό, ιστορικό φθινόπωρο του 2011… Το «Εις δόξαν» του Κανιάρη σχολίαζε μια Ελλάδα αυθάδη, ανέμελη, άφθονη, αυτάρεσκη, με μια φόρμα ψευδομνημειακή: το τσιμέντο σκόνη διαρκεί όσο η ματαιοδοξία των ανθρώπων. Δεκαοκτώ χρόνια αργότερα, με την οικοδομή παγωμένη όσο και οι ψυχές των ανθρώπων, το έργο φαντάζει σαν ταφικό μνημείο: οι σημαίες τυλίγουν σαν σάβανο το υλικό της ματαιότητας, το αλαζονικό τσιμέντο είναι κτέρισμα άνευ αξίας για τις μέλλουσες γενιές.

Την ίδια στιγμή, το κουφάρι του ένδοξου παρελθόντος Τιτάν προβάλλει τόσο επίκαιρο, αντεστραμμένα επίκαιρο, καίριο. Στην Ελλάδα της πτώχευσης, τη λοιδορούμενη και πτυόμενη, τη φοβισμένη, την παγωμένη από ύφεση και φόβο, το μοντερνιστικό ζυγκουράτ του Βλάση Κανιάρη αποκτά νέο νόημα, γίνεται διδακτική υπόμνηση, μελαγχολική σύνοψη ιστορικής διαδρομής: από την αφθονία προς την σπάνη, από την αφροσύνη προς την οδυνηρή επίγνωση, από την αθωότητα προς την πτώση.

Τα εθνικά τσιμέντα με τις αναμονές ήταν η λοκομοτίβα του συλλογικού φαντασιακού, ήταν αυτοσκοπός, εκπλήρωση γειωμένων ονείρων, υλικό αυτοπραγμάτωσης ενός λαού μικροϊδιοκτητών, ήταν οι ένυλες Ιθάκες μικροοδυσσέων νοικοκυραίων και εργατικών. Και είναι τα εθνικά κιβούρια, τύμβοι πεσόντων από φόρους φονικούς. Πάνω στα τσιμέντα, τα πλακάκια, τους λουτήρες, τις βεράντες με φερ φορζέ, σε μάρμαρα, εντοιχισμένες κουζίνες και πιλοτές με γυαλισμένο SUV, στενάζει τώρα ο Ελληνας, φτύνει το γάλα της ανοικοδόμησης, γονατίζει απ’ τα δάνεια, αφυπνίζεται βίαια απ’ το όνειρο μισό αιώνα, από τις ερειπιώδεις αυλές της «Στέλλας» ώς τις αγωνιώδεις αναμονές της «Ευδοκίας», κι από κει στα ρετιρέ, τις μεζονέτες, τις βιλίτσες στα νησιά, στην πλησμονή, τον πληθωρισμό, την Υβρη.

Αγγιξα τα σακιά Τιτάν, ήταν ζεστά μεσημεριανά, σαν ψωμιά. Αγγιξα τις σημαίες, συνθετικό ύφασμα, νάιλον σχεδόν, σαν μεταξωτό. Σκεφτόμουν αν θα αντέξει η Δόξα τα πρωτοβρόχια. Πέρασα απ’ εκεί πάλι και ξανά ― η ιδια αισθητική αγαλίαση, η ίδια ιστορική μελαγχολία. Την περασμένη Δευτέρα, οι σημαίες είχαν εξαφανιστεί. Τα τσιμέντα ήταν στη θέση τους, γυμνά, μονάχα, χωρίς νόημα.

H ιλαροθλιβερή κατάληξη του βιβλίου Ιστορίας της ΣΤ΄ Δημοτικού δείχνει ορισμένες όψεις του πολιτικού παιχνιδιού, όπως διεξάγεται στην Ελλάδα σήμερα. Δείχνει τα φανερά όρια των κυβερνώντων και όσων τους αντιπολιτεύονται: ούτε δεξιά ούτε αριστερά, ούτε πίσω ούτε μπρος – πουθενά.

Δείχνει το φαιδρό πλαίσιο εντός του οποίου βουλιάζει συνήθως η οποιαδήποτε δημόσια συζήτηση: μια πολεμική κουφών φωνακλάδων. Δείχνει όψεις συντηρητισμού και φόβου ενώπιον του νέου ή του διαφορετικού, αλλά και όψεις μεσσιανικού ρεφορμισμού που αρνείται να συνομιλήσει, απαξιώνοντας αλαζονικά όχι μόνο τους συνομιλητές αλλά την ίδια τη συνομιλία.

Η μάχη πέριξ του βιβλίου χρωματίστηκε εξαρχής σαν μάχη δύο κόσμων. Οι μεν τη βάφτισαν: Διαφωτισμός εναντίον σκοταδισμού. Οι δε την αντέστρεψαν: Πατριωτισμός εναντίον Αυτοκρατορίας. Οι υπερασπιστές του βιβλίου παρατηρούσαν σαρκαστικά ότι στους επικριτές συνευρίσκονταν οι ακροδεξιοί του ΛΑΟΣ, η Εκκλησία, η σιωπηρή πλειοψηφία των μεγάλων κομμάτων, το ΚΚΕ, αντιαυτοκρατορικοί αριστεριστές, διάφοροι ακατάτακτοι. Πράγματι, συνευρίσκονταν. Αλλά ο λόγος τους δεν ήταν ίδιος, ούτε η κριτική που ασκούσαν. Η τέτοια ομογενοποίηση άρα είναι εν πολλοίς τεχνητή, και ως εκ τούτου παραπλανητική.

Η σκέψη μου εκκινεί από αυτό το σημείο: οι υπερασπιστές του βιβλίου πολώθηκαν στείρα γύρω από μια ιδεολογία, στον ίδιο βαθμό που πολώθηκαν γύρω από τις ιδεολογίες τους κάποιοι από τους επικριτές.

Καταρχάς, η ίδια η κ. Ρεπούση δεν αναγνώρισε στο πόνημά της κάτι παραπάνω από αστοχίες στη διατύπωση. Ως ιστορικός ή δασκάλα όμως, ή σαν μοντέρνα επιστήμων, θα έπρεπε να γνωρίζει ότι η ουσιοκρατική της εμμονή στην Αλήθεια του εγχειριδίου της είναι ελάχιστα πειστική, πολιτικά και επιστημονικά. Αν το αφήγημά της περιέχει «άστοχες» διατυπώσεις, τις περιέχει γιατί μόνο τέτοιες μπορεί να περιέχει, γιατί ακριβώς είναι «εύστοχες», γιατί αυτές μόνο οι διατυπώσεις υπηρετούν το αφήγημά της: η ιδεολογία του αφηγήματος είναι η γλώσσα του. Δεν θέλει να πει σφαγή, σύγκρουση, θανάτωση, ήττα, νίκη, γενοκτονία, εμφύλιος· γι’ αυτό επιλέγει να πει συνωστισμός, απώθηση, αποχώρηση κ.ο.κ.

Το βιβλίο διαπνέεται από μια ιδεολογία: την ιδεολογία της εξομάλυνσης και της ορθοφροσύνης, που ενίοτε φθάνει στα όρια της εκλεκτικής απόκρυψης και της επιλεκτικής μνήμης. Η απαλοιφή της σύγκρουσης, της έριδος, του φόνου και του συχνά ανεξήγητου σκότους που διέπει την ανθρώπινη συνθήκη, δεν νομίζω ότι νομιμοποιείται από καμιά διδακτική σκοπιμότητα· κατά τον ίδιο τρόπο που είναι καταδικαστέα η αναπαραγωγή χοντροκομμένων εθνικών μύθων για παπουλάκους και μαρμαρωμένους βασιλείς. Η εξομάλυνση και η απαλοιφή είναι συνειδητές επιλογές, με πολιτικό και ιδεολογικό βάρος.

Ο αναθεωρητής ιστορικός αποδομεί τις επικρατούσες δοξασίες για το παρελθόν, δείχνει τα ψεύδη και τους μύθους, ξηλώνει τις μεγάλες αφηγήσεις που δίνουν συνοχή και ταυτότητα στις κοινωνίες. Τι βάζει στη θέση τους; Την αλήθεια των τεκμηρίων. Και την εκάστοτε ερμηνεία τους.

Η κ. Ρεπούση, αναπόφευκτα και θεμιτά, έβαλε ερμηνεία στο βιβλίο της. Εβαλε ιδεολογία. Αλλά δεν δέχτηκε να συζητήσει οποιαδήποτε επανεξέταση της αναθεωρητικής της ερμηνείας, οχυρωμένη πίσω από την ιδεολογία της Μόνης Ορθής Ερμηνείας, της δικής της. Ηταν κατανοητό· δεν θα πρόδιδε το παιδί της. Αλλά πρόδιδε την ιδέα του διαλόγου. Και επέλεξε να παίξει τη μάχη «Φως–Σκότος». Πρόκειται για το χοντροκομμένο δράμα με καλούς και κακούς: εκσυγχρονιστές εναντίον οπισθοδρομικών.

Απέναντι στο σκότος του εθνοκάπηλου, η κ. Ρεπούση αντέταξε το δικό της φως, έναν εργαλειακό λόγο που μιλούσε κυρίως για τα δικαιώματα του επιστήμονα, και εξεβίασε ένα οικουμενικό consensus υπεράνω συγκρούσεων και αντιρρήσεων, με αξιώσεις ηγεμονίας.

Η έτσι αναδυόμενη ρητορική διαπνέεται από μια correct εμμονή, ένα New Age γινάτι: εγώ ειμί το Φως, όστις δεν συμφωνεί είναι φαιοκόκκινος. Δηλαδή, κατοπτρικά, είναι ο λόγος αυτών που καταγγέλλει, ο μονότονος και αναγνωρίσιμος λόγος των πατριδοκάπηλων και φωτοφοβικών.

Δεν συμφωνώ με τη γελοία απόσυρση του βιβλίου. Το είπα: αυτή η δειλή μη–πράξη μάς δείχνει όλους ηττημένους, μας δείχνει άβουλους και ανίκανους να συζητήσουμε.

Αλλά επειδή η αντιπαράθεση της περασμένης σχολικής χρονιάς εντέλει πήρε και ιδεολογικό – πολιτικό χαρακτήρα, χρήσιμο είναι να εξετάζουμε αν τα βιβλία και οι διδακτικές αφηγήσεις φέρουν ιδεολογία και ποια. Νομίζω ναι· φέρουν την ιδεολογία των συγγραφέων τους.

Ένα βλέμμα, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 30.09.2007

Εικ.: Νικόλαος Γύζης, Historia.

APPENDIX

Βλέπε σχετικά και:

(N.Γ. Ξ.) Να ξεχνάς, για να θυμάσαι

(N.Γ. Ξ.) Hot Gates

(N.Γ. Ξ.) Ποιος θέλει την ακινησία;

Bασ. Καραποστόλης: Το πρόβλημα με το βιβλίο Ιστορίας της ΣΤ’ Δημοτικού

Στρατής Μπουρνάζος: «Διότι δεν συνεμορφώθη…»

Κώστας Κουτσουρέλης: Για τα σχολικά εγχειρίδια

Επιλογή από κριτικές παρεμβάσεις (ιστότοπος του Κ. Κουτσουρέλη) 

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

RSS Gatherate: The Best of the Greeks

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Twitting

  • Στο Νότο! O Νίκος Ξυδάκης είναι υποψήφιος βουλευτής στον Νότιο Τομέα Β' Αθηνών (Β3). Δήμοι: Αγίου Δημητρίου, Αλίμο… twitter.com/i/web/status/1… 2 weeks ago
  • Κρύβει νούμερα η ΝΔ χωρίς να ψελλίζει μια συγγνώμη για τη χρεοκοπία. Υπόσχεται μειώσεις φόρων και πουλά φαντασίες γ… twitter.com/i/web/status/1… 3 weeks ago
  • Καμία παρέμβαση o K. Καραμανλής από το 2009, όταν η χώρα βυθίστηκε. Και τώρα δεν βρήκε μισή κουβέντα για το αν έφτα… twitter.com/i/web/status/1… 3 weeks ago
  • RT @BrankoMilan: Finally, Greece 2007-13 combined the worst parts of Italy and Spain: everybody lost in real terms (the line is negative th… 3 weeks ago
  • Η σημερινή Αριστερά δεν μπορεί να είναι μετα-υλική, να μιλάει μόνο για τα ατομικά δικαιώματα και τις ΛΟΑΤΚΙ κοινότη… twitter.com/i/web/status/1… 3 weeks ago
  • Σήμερα @neaselidagr: Στις 7.7 θα συνεχίσει η χώρα τον ανηφορικό δρόμο στη σταθεροποίηση και ανασυγκρότηση, με κοινω… twitter.com/i/web/status/1… 3 weeks ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 1.004.430 hits
Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: