Την άνοιξη του 2004, λίγο πριν – λίγο μετά το δημοψήφισμα για το Σχέδιο Ανάν στην Κύπρο, συμμετείχα στην τότε θερμή συζήτηση με δυο-τρεις επιφυλλίδες. Τάχθηκα υπέρ του Οχι. Και προσπάθησα να επιχειρηματολογήσω γι’ αυτό το Οχι, ελλειπτικά, με υποσκαφή των στερεοτύπων, με πλαγιοκοπήσεις του τρέχοντος εννοιολογίου, ψαύοντας εναγωνίως την τομή βιώματος, λογικής και ύπαρξης. Κυρίως, ανοίγοντας ερωτήματα.

Το κεντρικό ερώτημα που έθεσα ήταν: Έχουν οι αριστεροί πατρίδα; Υπήρξαν απαντήσεις. Από τους Ανδρέα Πανταζόπουλο, Νικόλα Σεβαστάκη και Γιώργο Γιαννουλόπουλο, στην Ελευθεροτυπία, από τον Κ. Γεωργουσόπουλο στα Νέα, και, ενάμιση χρόνο αργότερα, από τον Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο στο περιοδικό Σημειώσεις. Με αφορμή, ακριβώς, την παρέμβαση-σύνθεση του Γ. Λυκιαρδόπουλου, συγκέντρωσα όλα τα σχετικά κείμενα και τα παραθέτω κατά σειρά δημοσίευσης· τα δικά μου, αυτούσια, των άλλων με παραπομπές στους οικείους ιστότοπους. Του Γ.Λ., που υπάρχει μόνο σε έντυπη μορφή, θα ανέβει σύντομα εδώ.

 


 

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Ενα βλέμμα, 11.04.2004

 

«Το νερόν πάγει, και ο άμμος μεινίσκει»

Αγαπητέ Πάμπο, Γιώργο, Ελένη, Γιώργο Χ., Φλωρίτα, Σάββα, Βάσο, Αριστε, βαφτιστήρα Φωτεινή, σας γράφω Μεγάλη Εβοδμάδα και δεν είναι για να μάθω αν θα ανεβείτε στην Ελλάδα τις διακοπές του Πάσχα. Γράφω για να μάθω το Πάθος σας, να μάθω τι τραβάτε, κι αν μπορώ να κάνω τίποτε. Εδώ μου λένε ότι δεν μπορώ να κάνω τίποτε, η απόφαση είναι δική σας, λένε, των Κυπρίων, εμείς θα περιμένουμε και θα συμπαρασταθούμε σε ό,τι αποφασίσουν εκεί κάτω. Περίμενε νηφάλιος.

Δεν μπορώ να παραμείνω νηφάλιος. Ο νους μου τρέχει στις μέρες που έζησα στη Λευκωσία, Πάσχα στις Πλάτρες, στη Δρούσια, νύχτα στ’ Ευρύχου· μέσα μου κουβαλάω τα βλέμματα και τη λαλιά, φιλόξενα σπίτια, φωτογραφίες ραμμένες οδυνηρά από το χέρι του Σάββα, κεντήματα λευκαρίτικα, ολονύχτιες κουβέντες με Ρόθμανς. Ο νους μου τρέχει… σε ό,τι μου έμαθε η γλυκεία χώρα Κύπρος για τον δικό μου μικρότοπο, για το νησί μου, τους βράχους και τα λουλούδια του, για μένα, για το πρόσωπό μου. Την πρώτη εξομολόγηση για το νησί των παιδικών καλοκαιριών την εδημοσίευσα στο κυπριακό περιοδικό «Ενωσις», όταν με ρώτησαν τι είναι πατρίδα. Το χρωστάω.

Μου λένε να είμαι φρόνιμος. Αναλογίζομαι τι λέει o Σεφέρης:
«Ο φρόνιμος τη μοίρα δεν τηνε ξαγριεύει./ Οχι· δεν είμαστε ταγμένοι για να πούμε πού είναι το δίκιο. Το δικό μας χρέος/ είναι να βρούμε το μικρότερο κακό». (Ο δαίμων της πορνείας)

Ποιο είναι το μικρότερο κακό; Είναι οπισθοδρομικό να θέλεις να έχεις πατρίδα, γλώσσα, φρόνημα, πρόσωπο; Είναι οπισθοδρομικό το αίτημα της αυτοδιάθεσης; Είναι αφροσύνη να θέλει ο Ελληνας να ορίζει σαν Ελληνας τον δικό του τόπο, τον κολοβό, τον όσο είναι μετά την ήττα; Λέω Ελληνας και όχι αορίστως Κύπριος, γιατί Ελληνες τους νιώθω τους φίλους, συμφοιτητές και αδελφοποιτούς, και… ανοίγω στον Κωνσταντίνο Σάθα: «ούτε την εθνικήν του ελληνισμού παράδοσιν λησμονεί, ούτε την θρησκείαν των πατέρων αυτού απηρνήθη… και ελαλείτο η ελληνική γλώσσα καθαρά…» γράφει για τον Λεόντιο Μαχαιρά του 1423.

Η Κύπρος αποφασίζει, η Ελλάς συμπαρίσταται… Σωστό το δόγμα, ορθοτομημένο. Υπουλα σωστό· γιατί δεν φανερώνει την αφετηρία του: Είναι η Κύπρος μέρος του ελληνισμού; Ή είναι ένα ανεξάρτητο, αδιάφορο κρατίδιο, ένα νησί της Μεσογείου, λίγο περισσότερο συγγενές μας από τη Μάλτα, λίγο λιγότερο από την Κρήτη;

Και πώς συμπαραστέκεται τώρα η Ελλάδα; Τώρα που η Κύπρος ανεβαίνει τον Γολγοθά της, ακόμη μια φορά; Τώρα που κανείς δεν θέλει να θυμάται το αίμα του απελευθερωτικού αγώνα, τα φυλακισμένα μνήματα, τις διαδηλώσεις των νέων στην Αθήνα, τις αγχόνες της αποικιοκρατίας. Τώρα που τους ψιθυρίζουμε να σκύψουν το κεφάλι, να μοιραστούν το βιος τους, να απαρνηθούν ό,τι με κόπο απόκτησαν, να πληρώσουν τον εξιδανικευμένο Αλλο, να επινοήσουν άλλη πατρίδα, άλλη σημαία, άλλη διοίκηση και άλλη γειτονιά. Τώρα τους ψιθυρίζουμε «ρεαλισμός-μικρότερο κακό-ο ξένος παράγων πιέζει». Μα πότε δεν πίεζε ο ξένος παράγων; Οταν έστηνε αγχόνες; Μα πόσο βασανιστική είναι τέτοια συμπαράσταση…

1423: «Κι αν θέλεις, τώρα, να σου πω πώς η Αμόχουστος επάρτην, ήτον παραχώρησις Θεού δια τας αμαρτίας μας. Οχι την Αμόχουστον και την Κερυνείαν μοναχά, αμμέ ήτον δίκαιον νάχαν πάρειν όλην την Κύπρον δια τες πολλές και αμέτρητες αμαρτίες μας». (Λ. Μαχαιράς)

Πάσχα. Στον Αγιο Κασιανό, στον Πεδουλά. Κυριακάτικα τραπέζια στην Αγλατζιά, στο Καϊμακλί, η ανοιχτή καρδιά ενός έλληνα λαού μάλλον κρυψίνου, ενός λαού που έμαθε στους αιώνες της κατάκτησης να κρύβει το φρόνημά του. Για το μικρότερο κακό: «Ετσι, με το «μικρότερο κακό», βάδιζε η μοίρα/ ώς την αυγή τ’ Αγι’ Αντωνιού, μέρα Τετάρτη/ που ήρθαν οι καβαλάρηδες και τον εσύραν/ από της καύχας του την αγκαλιά και τον εσφάξαν». (Γ. Σεφέρης)

Οχι πια. Τώρα ο Ελληνας στην Κύπρο δεν κρύβει το φρόνημά του. Και ελπίζει: «Ότι μέσα εις την σκλερίαν έρχεται η γαλήνη. Μέσα εις το βαθύν σκότος έρχεται το φως. Οτι λαλεί ο λόγος: «Το νερόν πάγει, και ο άμμος μεινίσκει». Τουτέστιν: ούλοι οι ξένοι θέλουν πάγει, και οι τοπικοί της Κύπρου θέλουν μείνει».
(Λεόντιου Μαχαιρά, Εξήγησις της γλυκείας χώρας Κύπρου, Κρόνικα, τουτέστιν Χρονικόν, 1423-1431).


 

 

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Ενα βλέμμα, 25.04.2004

 

Εχουν οι αριστεροί πατρίδα;

O διαρρεύσας χρόνος, ο «κυπριακός», αναδεικνύει νέες νοηματοδοτήσεις και νέες ομαδώσεις στον ελληνικό χώρο, με τρόπο σχεδόν δραματικό. Ο,τι ελάνθανε τα τελευταία χρόνια στους κύκλους μιας ευρείας αριστεράς, νοούμενης όχι τόσο με τυπικά παραταξιακούς όρους όσο με όρους ψυχοπνευματικούς και βαθύτερα πολιτικούς, τώρα φαίνεται να ξεσπάει. Μια λανθάνουσα φλεγμονή που απέληξε σε απόστημα, κι αυτό ωρίμασε και τώρα παροχετεύεται και βρίσκει τους αριστερούς, τα πρόσωπα, τα υποκείμενα, στοιχισμένα σε τόπους πέραν και υπεράνω και υποκάτω των τυπικών σχημάτων. Το οικείο, το τυπικό σχήμα της αριστεράς ενέκλειε στάσεις και ψυχισμούς ριζικά διάφορους ―τους εγκλώβιζε μάλλον, έτσι φυγόκεντροι που είναι― και τους οδηγούσε σε εκλογικές συναθροίσεις, σε ψήφους αμύνης και ελέους, σε ψήφους μνήμης, αυτοναγνώρισης και αξιοπρέπειας.

Ομως αυτές οι ψήφοι της συνάθροισης φαίνεται δεν είναι εν τω βάθει πολιτικές· εκφράζουν προσώρας τη συνεύρεση υπό μια εφήμερη στέγη, και καλώς, μα δεν εκφράζουν τις συγκρούσεις και τις βαθύτερες ανησυχίες των πολιτών που αναγνωρίζονται ως αριστεροί. Την πολυσθένεια των στάσεων και των αντιλήψεων την είδαμε τα τελευταία χρόνια να εκφράζεται κυρίως στο πεδίο της διεθνούς πολιτικής, εκεί όπου δοκιμάστηκαν τα νοήματα του «παλαιού» Διαφωτισμού: η εθνική κυριαρχία, τα θεμελιώδη πολιτικά δικαιώματα, η αυτοδιάθεση. Αυτά τα νοήματα, σήματα της νεωτερικότητας, με σχετική ευκολία βρέθηκαν στριμωγμένα κάτω από τις συκοφαντικές ταμπέλες του εθνικισμού και του πολιτικού αναχρονισμού· βρέθηκαν αντιμέτωπα με τα νεόκοπα σχήματα των ατομικών δικαιωμάτων, της πολυπολιτισμικότητας, βρέθηκαν αντιμέτωπα με έναν ορισμένο εκσυγχρονισμό και με την πιο ρεαλιστική εκδοχή του πολιτικού πράττειν σε μια εποχή εντόνως «μεταϊστορική».

Το τέλος του ψυχρού πολέμου έθαψε τις παλιές ψυχώσεις και ανέδειξε άλλες, μεταμοντέρνες ψυχώσεις περί θανάτου των παλαιών υποκειμένων, θανάτου του έθνους-κράτους, τέλους της ιστορίας. Διχοστασίες και διαφορισμοί έντονοι εντός των κόλπων της ευρείας αριστεράς φάνηκαν εξ αφορμής του Γιουγκοσλαβικού, στη Βοσνία, στο Κόσοβο, στους βομβαρδισμούς των αμάχων εν ονόματι των ανθρωπίνων δικαιωμάτων τους και εναντίον του κακού δικτάτορος. Το ζήσαμε και στην Ελλάδα έντονα. Η ίδια λογική «ανθρώπινα δικαιώματα συν κακός δικτάτωρ» εμπλουτισμέη με Αξονα του Κακού και άφαντα όπλα, οδήγησε στον πόλεμο του Ιράκ ― τότε όμως ξεσηκώθηκαν ακόμη και όσοι ήσαν υπέρ των ανθρωπιστικών βομβαρδισμών και των παράπλευρων απωλειών. Το ρήγμα απεφεύχθη.

Το ρήγμα δεν θα αποφευχθεί τώρα, εξ αφορμής του Κυπριακού, που θέτει πάλι ζητήματα οδυνηρά: έθνος, πατρίδα, υποτέλεια, αυτοδιάθεση, νομιμότητα, δίκαιο. Αυτοαναγνώριση, αυτογνωσία, εντέλει. Ποιοι είμαστε, και σε ποιο περιβάλλον. Κατά την πρόσφατη αντιπαράθεση περί το Κυπριακό, ο πλειοψηφών κόσμος της αριστεράς, ψυχικά και πολιτικά, τάχθηκε υπέρ της απόρριψης μιας λύσης-εξπρές που εγκαθιστά ένα μεταποικιακό προτεκτοράτο και αδικεί τον κυπριακό ελληνισμό. Η λαϊκή βούληση στή μεγαλόνησο εκφράστηκε εναντίον του προτεκτοράτου, επίσης.

Η ηγεσία του Συνασπισμού, ωστόσο, του «συστεγάζοντος» τάσεις, προσωπικότητες και επαγγελματίες, εκφράστηκε εναντίον της λαϊκής βούλησης και εναντίον της ελλαδικής του βάσης. Η εκτίμηση και η ανάλυση του κομματικού Συνασπισμού συνέπεσε κατ’ ουσίαν με τη «ρεαλιστική» και κατεπείγουσα τοποθέτηση του μεταμοντέρνου Γιώργου Παπανδρέου, του τ. πρωθυπουργού Κ. Σημίτη και πολλών κηρύκων των ανθρωπιστικών βομβαρδισμών. Αυτό συνιστά πρόβλημα. Οχι τόσο για την τυπική (και εφήμερη) ηγεσία της σχηματικής αριστεράς, όσο για την ίδια τη σύσταση και την ιδεολογική αυτοαναγνώριση της αριστεράς των πολιτών. Η βία των ερωτημάτων «τι είναι πατρίδα;» «είναι οι Κύπριοι Ελληνες;» «έχουν δικαίωμα αυτοδιάθεσης;» «τι σημαίνει να είσαι Ελληνας σήμερα» στρέφεται πλέον στους σημερινούς αριστερούς, τους πολίτες της ώριμης νεωτερικότητας. Οι οποίοι δεν πείθονται για τις ευγενείς προθέσεις του (αορίστως…) «ξένου» παράγοντος και την κατά Μπους ανανοηματοδότηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων, όπως την εφαρμόζει εσωτερικά με την Patriot Act και εξωτερικά με τα Apache στο Ιράκ.

Πιστεύουν ακόμη τα αδρά σχήματα του Διαφωτισμού, όπως τα διατύπωσε ο Ζαν Ζακ Ρουσώ λίγο πριν τη Γαλλική Επανάσταση: «Δικαιοσύνη και αλήθεια, ιδού τα πρώτα καθήκοντα του ανθρώπου. Ανθρωπότητα, πατρίδα, ιδού τα πρώτα σκιρτήματα. Κάθε φορά που οι ιδιαίτερες περιστάσεις τον αναγκάζουν ν’ αλλάξει αυτή τη σειρά, είναι ένοχος». Η τυπική ηγεσία της αριστεράς φάνηκε να αγνοεί αυτά τα θεμελιώδη, χαμένη σε ένα αλλόκοτο μείγμα οπορτουνισμού, αυταρέσκειας και εθελοτυφλίας. Τόσο το χειρότερο γι’ αυτήν.

 


 

 

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Ενα βλέμμα, 02.05.2004

 

Πέτρα εστίν περιοικουμένη κύκλω

H πολιτική ένταση του τελευταίου καιρού, εξαιτίας του Κυπριακού, οδήγησε σε διχοστασία τις πολιτικές ηγεσίες, και σε αισθητά μικρότερο βαθμό τους πολίτες. Η μεταψυχροπολεμική εποχή με τις εύθραυστες ισορροπίες, με την ορμητική εισβολή της παγκοσμιοποίησης στο καθημερινό νοηματολόγιο, με την αμφισβήτηση του κράτους-έθνους και της εθνικής κυριαρχίας, καλεί τους πολίτες να ανασημασιοδοτήσουν τον ατομικό και συλλογικό βίο τους.

Το ίδιο το Κυπριακό, καίτοι οικείο στους Έλληνες πολίτες ως εθνικό και πολιτικό ζήτημα από πολλές δεκαετίες, σήμερα δεν είναι ίδιο με αυτό που ξέραμε τη δεκαετία του ΄50, του ΄60, ακόμη και μετά το ΄74. Εχει αλλάξει εν τω μεταξύ ο κόσμος, έχουν αλλάξει οι συσχετισμοί, έχουν αλλάξει κάποιες αντιλήψεις. Εχουν αλλάξει όλα; Κι αν έχουν αλλάξει τα δεδομένα, πρέπει να αλλάξουμε όλες τις πεποιθήσεις μας, τις αρχές μας, για να προσαρμοστούμε στην πραγματικότητα, όπως καλεί μια ορισμένη ρεάλ-πολιτίκ;

Δεν άλλαξαν όλα. Μερικά πράγματα παραμένουν ίδια, διότι πάνω σε αυτά αναγνωρίζουμε τους εαυτούς μας. Ενας ορισμένος ρεβιζιονισμός επιμένει να αναμοχλεύει κάποια αυτονόητα, αυτά που μάς παραδίδονται. Αναθεωρούνται τα ιστορικά αφηγήματα, αναθεωρούνται ιδεολογίες. Και καλώς. Ωστόσο, η αποδόμηση των παλαιών βεβαιοτήτων, όσο καλή, έχει και αυτή τα όριά της. Η συμβίωση διαφορετικών εθνοτικών ή θιρησκευτικών ομάδων, λ.χ., είναι γενικά αποδεκτή από τους μορφωμένους πληθυσμούς του δυτικού κόσμου. Είναι μέρος της οικουμενικής αντίληψης του Διαφωτισμού, όπως ακριβώς μέρος του είναι και ο πατριωτισμός, μα και ο απελευθερωτικός εθνικισμός, αυτός που έδωσε στην Ευρώπη έθνη-κράτη και δημοκρατίες.

Η πολυπολιτισμικότητα όμως, που διακηρύσσεται φερ’ ειπείν στην περίπτωση του Κυπριακού, είναι σωστή εφόσον θέλουν να την εφαρμόσουν εν τοις πράγμασι, δηλαδή στις ζωές τους, οι ίδιοι οι άνθρωποι. Αν τα ίδια τα υποκείμενα δεν επιθυμούν να ακολουθήσουν μιαν ορισμένη πολυτισμικότητα (αυτή που προτείνουν οι πρώην δυνάστες τους), τότε ποιος μπορεί να τα κατηγορήσει ότι είναι εθνικιστές και αντιδραστικοί; Επειδή επιλέγουν την αυτοδιάθεση; Το πώς θα διαθέσουν το σώμα τους, την ψυχή τους και το δέντρο στην αυλή τους;

Πολλοί μοντέρνοι ρεαλιστές των Αθηνών μέμφονται τους Ελληνες της Κύπρου επειδή δεν δέχονται να συμβιώσουν προδιαγεγραμμένα με τους Τούρκους γείτονες τους, ως εάν αυτή η εξιδανικευμένη συμβίωση να μη φέρει μέσα της το μίσος και το αίμα των συγκρούσεων και του πολέμου, ως εάν η τέτοια συμβίωση να αποδείχτηκε εύκολη στην πρόσφατη Γιουγκοσλαβία ή στην Παλαιστίνη, ακόμη και στη χώρα των Βάσκων.

Οι εθνοτικές διαφορές είναι «κακές», ναι, συμφωνούμε, αλλά είναι εκεί, υπάρχουν, είναι μια δυσάρεστη πραγματικότητα, και σύμφωνα με αυτές χαράζει τα του βίου του ο άνθρωπος, όχι με τα ιδεολογήματα των αθηναϊκών καφενείων ή με τα σχέδια των βρετανικών γραφείων. Η ζωή πράγματι δεν προχωρεί με ανάκληση μίσους· η λήθη όμως δεν επιβάλλεται δια νόμων, ποτίζει αργά αργά γενιές και συνειδήσεις.

Η πατρίδα, ως νόημα και ως βίωμα, δεν είναι ντεμοντέ. Μπορεί να είναι κάτι τόσο στοιχειώδες όσο ένα δέντρο στην αυλή του πατρικού (θυμάμαι τώρα τον Κουστουρίτσα και το Σεράγεβό του…), μια ξεφτισμένη πολυθρόνα, μια τόση δα ακρογιαλιά, ένας ασφόδελος στον βράχο, το μενεξελί φως, το πέταγμα της κουκουβάγιας στη συκιά. Η πατρίδα είναι, νιώθεται, συνιστά την ύπαρξή μας, μάς δίνει το ίχνος της καταγωγής και την προβολή μας στο μέλλον. Είναι Διαμονή. Είναι· ακόμη κι όταν εμείς είμαστε αλλού. Την φέρουμε και μας φέρει.

Η πολυπολιτισμικότητα είναι η ουτοπία μας ενδεχομένως. Αλλά ως τότε, πώς αναγνωρίζουμε εαυτούς και αλλήλους, σε ποια εδάφη μαθαίνουμε τα παιδιά μας να περπατάνε, να αναγνωρίζονται, να αγαπούν; Οι Ελληνες της Κύπρου, στα δικά μου μάτια, διαλέγουν να έχουν πατρίδα, ένα δέντρο, ένα χρυσοπράσινο φύλλο ξεφτισμένο, μα δικό τους, αυτό που είναι. Και διαλέγουν επίσης να διαθέσουν εαυτούς όπως αυτοί βούλονται: αυτό είναι η Αυτοδιάθεση, δικαίωμα θεμελιώδες και πράξη αρχαία όσο η δημοκρατία, μοντέρνα όσο ο Διαφωτισμός. Ποιος θα τους πείσει ότι αυτή η βιωμένη πατρίδα είναι μια κατασκευή, μια ακόμη φαντασιακή κοινότητα, ένα ethnoscape; Ακούω τον ορισμό του Πλάτωνα για την Αθήνα: «Το δ΄ άστυ αυτό πέτρα εστίν περιοικουμένη κύκλω…» Μια πέτρα.

 


Εθνος και Αριστερά

 

Του ΑΝΔΡΕΑ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΥ

Εχουν οι αριστεροί πατρίδα, ρωτούσε από τις στήλες κυριακάτικης εφημερίδας σχολιο-γράφος, αναφερόμενος στη θέση που έλαβαν αρκετοί αριστεροί, αλλά και ο Συνασπισμός, υπέρ του «ναι», στο δημοψήφισμα για το σχέδιο Ανάν. Μία άμεση και ανέξοδη απάντηση, για να αποστομώσει κανείς όλους τους σχετικά ερωτώντες, απάντηση μάλιστα που έχει την αφετηρία της στο μαρξισμό, θα ήταν: όχι, οι αριστεροί δεν έχουν πατρίδα, οφείλουν να μην έχουν πατρίδα, οι προλετάριοι δεν έχουν πατρίδα, έλεγε ο άλλος. Μία άλλη, εντελώς συγκαιρινή απάντηση, είναι τούτη: […] Η συνέχεια εδώ: ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 12.05.2004, Εθνος και Αριστερά

 


 

Ελληνική Αριστερά, πάθη και λογική

 

Απέναντι στις εθνικο-θρησκευτικές τάσεις

 

Του ΝΙΚΟΛΑ ΣΕΒΑΣΤΑΚΗ

 

Πάει καιρός τώρα, που οι περιπλοκές γύρω από το έθνος και τον εθνισμό διαιρούν τους αριστερούς. Οχι μόνον σε εμάς αλλά και διεθνώς, όπου αναδύονται νέες διαφωνίες για τη σημασία και τη φύση του πατριωτισμού, το νόημα του κοσμοπολιτισμού, της εθνικής κυριαρχίας και της παγκοσμιότητας.

[…]

Η συνέχεια εδώ: ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 19.05.2004, Ελληνική Αριστερά, πάθη και λογική

 


 

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Ενα βλέμμα, 16.05.2004 – Του Νίκου Γ. Ξυδάκη

 

Κάτι αλήθεια συμβαίνει εδώ . . .

 

Οταν ρωτούσα προ εβδομάδων αν οι αριστεροί έχουν πατρίδα, περίμενα αντιδράσεις. Ακριβώς επειδή ρωτούσα· επειδή δεν προέβαλα μιαν ακλόνητη βεβαιότητα, αλλά ένα σχεδόν αγωνιώδες ερώτημα προς εαυτόν και αλλήλους. Η ένταση μάλιστα του ερωτήματος με οδήγησε, αμέσως μετά, να το προεκτείνω και να το διευρύνω, εντός των ορίων πάντα του εφημεριδικού λόγου.

Πράγματι μου έφτασαν κάποιες αντιδράσεις· ένας κοσμοπολίτης φίλος, πολύγλωσσος, κάτοικος Βερολίνου, λαύρος επικριτής των συγχρόνων Ελληναράδων, εξέφρασε την ευαρέσκειά του για τον πλατωνικό ορισμό της Αθήνας (πέτρα εστί…) και για το σύνολο πνεύμα της επιφυλλίδας. Επεσα απ’ τα σύννεφα· δεν θα τον χαρακτήριζα τυπικό πατριώτη, πόσο μάλλον εθνικιστή. Αλλοι, άλλα, αλλιώς…

Προ ημερών ο πολιτικός επιστήμων Α. Πανταζόπουλος ετίμησε τα ερωτήματά μου με εκτενή απάντηση (Ελευθεροτυπία, 12.5.04). Προτού τη διαβάσω, ένας φίλος μου έστειλε SMS: «Ποια είναι η γνώμη σου για τη γλώσσα ως εθνοτικό υπόλοιπο;» Δεν κατάλαβα. Του τηλεφώνησα. Με παρέπεμψε στο δημοσίευμα.

Λοιπόν, πιστεύω ότι ο κ. Α.Π., ίσως επειδή υποτιμά τον ρόλο της κουλτούρας εν γένει, παρανόησε ορισμένες καίριες αποχρώσεις στη διατύπωση των εννοιών πατρίδα, βίωμα, αυτογνωσία, αυτοαναγνώριση, αυτοδιάθεση, έτσι όπως τα χρησιμοποίησα. Ισως διότι την κουλτούρα εν γένει και τη γλώσσα ειδικότερα, ο κ. Α.Π. τις θεωρεί «εθνοτικά υπόλοιπα», κάτι που δεν μπορεί και δεν πρέπει να συνιστά μέσο αντίστασης στην παγκοσμιοποίηση ― λέει. Πράγματι η κουλτούρα δεν είναι μέσο, δεν είνα όπλο, μα δεν είναι και εθνοτικό υπόλοιπο, ένα απολειφάδι, μια φολκλορική ανάμνηση, μια λοιδωρούμενη νοσταλγία. Η κουλτούρα είναι πεδίο συγκρούσεων· πεδίο όπου συγκρούονται συμφέροντα, αξιώσεις ηγεμονίας, δόξες, ακόμη και εμμονές. Η ζωή είναι επίσης πεδίο συγκρούσεων, συμφυρμός αντιφάσεων, κι όσο κι αν θέλουμε να ορίσουμε κανονιστικό πλαίσιο, και το πετυχαίνουμε κάπως, δεν κανονίζονται όλα, η ζωή δεν φορμάρεται, δεν παγώνει.

Ο κ. Α.Π., υποστηρικτής ενός ορισμένου ρεαλισμού και γενικά ψύχραιμος, κατατάσσει τα ερωτήματά μου (όπως τα αντελήφθη) σε μια «ευρύτερη κουλτουραλιστική ανιστασιακή εμπάθεια» (sic). Παρά την υπορρέουσα επιτιμητική διάθεση, και παρότι δεν καταλαβαίνω το «κουλτουραλιστική», δέχομαι την «αντιστασιακή εμπάθεια»: τη θεωρώ ως μια στάση, μια ενεργητική στάση, που είναι δυνάμει απελευθερωτική, και τουλάχιστον συμβάλλει στην αυτοαναγνώριση των υποκειμένων. Θα πρόσθετα μάλιστα ότι στους νεότατους χρόνους η εμπάθεια (συμπάθεια, ενσυναισθησία, αντιμεταβίβαση κ.ο.κ.) αναγνωρίζεται ως αναπόδραστο και δημιουργικό στοιχείο στην επιστημονική πράξη: στην ψυχανάλυση, στην ανθρωπολογία, στις φυσικές επιστήμες, ο επιστήμονας, ως υποκείμενο, δεν γυρεύει πια να απαλλαγεί από την εμπάθεια, την παρεμβαίνουσα συμμετοχή, αλλά αναγνωρίζει ότι η παρουσία του και μόνο αλλοιώνει το παρατηρούμενο φαινόμενο και το λαμβάνει υπόψιν του. Δεν αναζητεί τη ψύχραιμη και αιώνια και οικουμενική αλήθεια (του δημοκρατικού έθνους λ.χ.), αλλά όση αλήθεια μπορεί να φτάσει. Δεν αντιπαραβάλλει τον ορθολογισμό με τη μεταφυσική· τα συνθέτει. Και βαθαίνει την αυτοαναγνώρισή του ως δρων υποκείμενο.

Ωστόσο εξακολουθώ να απορώ: πώς ο ορθολογιστής και ψύχραιμος Α.Π. σκαρώνει τόσο αδρά δίπολα, προβαίνει σε τέτοιες χοντροκομμένες αντιδιαστολές, αντί να ανασκάψει τη φλούδα των ερωτημάτων για να βρει τα δυσκόλως απαντώμενα: την βιωματική ουσία, τον ενδεχόμενο υπερβατικό χαρακτήρα, τη μεταφυσική υπόσταση εντέλει που περιέχουν αυτά τα έρμα «εθνοτικά υπόλοιπα» όπως η γλώσσα ή η πατρίδα… Προφανώς «κάτι υπάρχει», αναγνωρίζει ο συνομιλητής μας, πέραν του εργαλειακού χαρακτήρα, αλλά δεν το κατονομάζει. Απλώς αποφαίνεται ότι η κουλτούρα δεν είναι μέσο αντίστασης.

Δεν θα αντικρούσω τη μαρξιστική του απάντηση «οι προλετάριοι δεν έχουν πατρίδα», διότι δεν αναφέρθηκα στους προλετάριους, αλλά στους αριστερούς· αλλά θα μπορούσα να συμπληρώσω «το κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα». Οι άνθρωποι συνήθως έχουν· έχουν Διαμονή. Κι αν δεν ταριάζει ο Χάιντεγκερ της Διαμονής στο δημοκρατικό έθνος, ας θυμηθούμε τουλάχιστον πόση εμπάθεια και πόση φαντασία (και πόσο δράμα και πόσο ανορθολογισμό) ανιχνεύουν μές στο ορθολογικό έθνος-κράτος της νεωτερικότητας διανοητές τόσο διαφορετικοί όσο ο Μπένγιαμιν, ο Καστοριάδης, ο Ντεμπόρ, ο Ντε Σερτώ, ο Μπεκ. Κι αν θέλουμε να δούμε και το ιστορικό φόντο του φαιδρού δίπολου «λογική-συναίσθημα», ας ακούσουμε τον Αριστοτέλη: «Ουδέποτε νοεί άνευ φαντάσματος η ψυχή» (Περί ψυχής, ΙΙ 7).

 


 

 

Τα πάθη του κοινοτισμού

Του ΑΝΔΡΕΑ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΥ

Η απάντησή μου στην «Ε» (12/05) σε επιφυλλίδα του Ν. Ξυδάκη, σχετική με το ερώτημα «αν έχουν οι αριστεροί πατρίδα» (ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 25/04), προκάλεσε την ανταπάντησή του (ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 16/05), καθώς και ένα άρθρο του Νικόλα Σεβαστάκη («Ε», 19/05). Οταν είχα τελειώσει τη συγγραφή του κειμένου που ακολουθεί, διάβασα (ΤΑ ΝΕΑ, 22/05) και μία απάντηση στο κείμενό μου, του γνωστού κριτικού θεάτρου και συγγραφέα κ. Γεωργουσόπουλου.

[…]

Η συνέχεια εδώ: ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 01.06.2004, Τα πάθη του κοινοτισμού

 


 

Αυτό που μεινίσκει

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΓΙΑΝΝΟΥΛΟΠΟΥΛΟΥ

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το Κυπριακό μας αναστάτωσε για τα καλά, εδώ στην Ελλάδα. Ειδικοί διαφώνησαν, δημοσιολογούντες συγκρούστηκαν, κόμματα διχάστηκαν, φιλίες δοκιμάστηκαν. Αλλά ουδέν κακόν αμιγές καλού. Το πρόβλημα, επειδή ήταν τόσο σημαντικό, έδωσε το έναυσμα για συζητήσεις που ανέδειξαν κάποιες αρχικές αντιπαραθέσεις, τις οποίες καλά θα κάνουμε να τις ψάξουμε γιατί φωτίζουν αρκετά καθαρά τα υπόγεια ιδεολογικά και πολιτικά διλήμματα της ασυνάρτητης εποχής μας. Μια από αυτές ήταν η ανταλλαγή απόψεων ανάμεσα στον Ν. Ξυδάκη και τον Α. Πανταζόπουλο για το τι σημαίνει έθνος και πατρίδα. Αξίζει το σχολιασμό.

[…]

Η συνέχεια εδώ: ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 16.06.2004, Αυτό που μεινίσκει

 


 

ΚΕΡΑΣΑΚΙ UNPLUGGED

 

Για την κατανόηση των συμφραζομένων, παρατίθεται η άποψη του Γ. Γιαννουλόπολου για τους Ελληνες της Κύπρου, ελάχιστες ημέρες προ του δημοψηφίσματος για το σχέδιο Ανάν. Αξίζει.

 

 

Πικρές αλήθειες

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΓΙΑΝΝΟΥΛΟΠΟΥΛΟΥ

Οι διαπραγματεύσεις στη Λουκέρνη, και κυρίως τα όσα συνέβησαν μετά, απέδειξαν για όποιον έχει μάτια, πως όταν οι Ελληνοκύπριοι εκλήθησαν να διαλέξουν, προτίμησαν τα λεφτά τους από την αξιοπιστία τους. […] Ας αποφασίσουν λοιπόν οι Κύπριοι τι τους συμφέρει. Και μετά ας αποφασίσουμε εδώ στην Ελλάδα τι συμφέρει εμάς. Για παράδειγμα, αν ποτέ καταφέρουμε να εξασφαλίσουμε μια έντιμη συμφωνία με την Τουρκία στα διμερή προβλήματα, με αποτέλεσμα τη δραστική μείωση των στρατιωτικών δαπανών, γιατί να την απορρίψουμε επειδή κάποιοι επιμένουν ότι η βελτίωση των σχέσεών μας με την Αγκυρα περνάει από την πράσινη γραμμή της Λευκωσίας; […] Δηλαδή, ας μην θεωρήσουν δεδομένο ότι θα βρεθούμε υποχρεωτικά στο ίδιο χαράκωμα. […]

Όλο το Κερασάκι Unplugged εδώ: ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 21 Απριλίου 2004

 


 

Στο ιδίωμα της Aντι-Bαβέλ

Του ΚΩΣΤΑ ΓΕΩΡΓΟΥΣΟΠΟΥΛΟΥ

Δεν σκοπεύω να προσωποποιήσω το θέμα, περισσότερο γιατί η γνώμη αυτή απλώς εκπροσωπεί, με ωμό βέβαια και αφοριστικό τρόπο, μια ευρύτερα σήμερα αιρετική και μεταμοντέρνα προβληματική.

[…] Η συνέχεια εδώ: ΤΑ ΝΕΑ, 22.05.2004, Στο ιδίωμα της Αντι-Βαβέλ