You are currently browsing the category archive for the ‘Historia’ category.

Τα τραγικά γεγονότα των τελευταίων εικοσιτετραώρων στην Ουκρανία και τη Γάζα, με θύματα αμάχους, δυστυχώς δεν είναι τα πρώτα παρόμοια ούτε θα είναι τα τελευταία.

Κατάρριψη επιβατικού αεροσκάφους έχει συμβεί και στο παρελθόν· όπως και τότε, όμως, η ευθύνη του μαζικού φόνου δεν αναλαμβάνεται από κανέναν. Χαρακτηριστικό της τέτοιας ενέργειας είναι ο προκαλούμενος φόβος μιας γενικευμένης απειλής: ένας περιφερειακός πόλεμος μπορεί να προκαλεί θύματα εντελώς άσχετα με την τοπικότητα της σύγκρουσης, και μάλιστα απομακρυσμένα. Αυτή η διασπορά πολέμου χαρακτηρίζει εν πολλοίς τις συγκρούσεις της παγκοσμιοποίησης, ιδίως από τότε που έγινε λόγος για σύγκρουση πολιτισμών και άξονες του κακού. Η τεχνολογία των όπλων και των επικοινωνιών εξελίσσεται παράλληλα και διαχέεται σε χέρια πολλών ανεξέλεγκτα. Τα θέατρα επιχειρήσεων στο Αφγανιστάν, την Τσετσενία, το Ιράκ, μεταξύ άλλων, δείχνουν ότι ο έλεγχος του εδάφους δεν είναι πάντα εφικτός ακόμη και από υπέρτερες τεχνικά τακτικές δυνάμεις.

Η εισβολή χερσαίων δυνάμεων του Ισραήλ στη Γάζα είναι μια περίπτωση ανορθόδοξου πολέμου, εφαρμοζόμενου από τακτικό στρατό, τον IDF, τον πιο εμπειρόπολεμου του κόσμου. Ο IDF για να εξουδετερώσει τις τεχνικές του παλαιστινιακού αντάρτικου, τις εφαρμόζει αντεστραμμένες, αξιοποιώντας φυσικά την ασύγκριτη υπεροπλία του. Το δίκτυο μετακινήσεων λ.χ. των Παλαιστινίων μαχητών, από σπίτι σε σπίτι, εξουδετερώθηκε κατεδαφίζοντας τα σπίτια, καταργώντας δηλαδή το διαμορφωμένο έδαφος.

Βέβαια και εδώ, ο πόλεμος δεν είναι ευφυές παίγνιο και πλήγματα ακριβείας ― ποτέ δεν είναι. Το πεδίο περιλαμβάνει αμάχους, πάνω απ’ όλα, γυναικόπαιδα και ανήμπορους, οι οποίοι είναι και τα κατ’ εξοχήν θύματα. Ο ασύμμετρος πόλεμος στην Παλαιστίνη μπορεί να προσφέρει έδαφος στο Ισραήλ, αλλά με τι τίμημα: αίμα αθώων παιδιών βαραίνει τον ισραηλινό λαό, μίσος άσβεστο στις επερχόμενες γενιές, ένα κουβάρι που όλο και μπλέκει. Το κερδισμένο ματωμένο έδαφος δεν μεγαλώνει το Ισραήλ, το μικραίνει.

H εν εξελίξει ιδιωτικοποίηση της ΔΕΗ, η κρισιμότερη ίσως όλης της πρόσφατης περιόδου, θέτει, εκτός των άλλων, ένα ερώτημα: Ποιος ωφελείται εντέλει από την ιδιωτικοποίηση των πάντων; Η συνήθης απάντηση είναι: ο καταναλωτής. Αλλά δυστυχώς αυτό μένει να αποδειχθεί· η διεθνής εμπειρία από ιδιωτικοποιήσεις στρατηγικών βιομηχανιών και υπηρεσιών δεν είναι τόσο πλούσια ως προς την πτώση των τιμών, τη βελτίωση των υπηρεσιών ή τη βελτίωση των επενδύσεων.

Μπορούμε να βρούμε πολλά ζεύγη επιχειρημάτων και αντεπιχειρημάτων, αλλά το ουσιώδες στην παρούσα περίπτωση δεν είναι να διαπράξουμε ένα ακόμη άγονο ντιμπέιτ επί των ερειπίων της χώρας. Δύο είναι τα ουσιώδη: Πρώτον, να κατανοήσουμε σε βάθος την πραγματική κατάσταση της οικονομίας και του κράτους, τις δυνατότητες και τις αδυναμίες τους. Ακόμη κι αν δεν συμφωνούμε στους τρόπους υπέρβασης της κρίσης, όλοι θα συμφωνήσουμε ότι η κατάσταση είναι τραγική.

Τούτου δοθέντος, πρέπει, δεύτερον, να υπερβούμε τις ιδεοληπτικές αγκυλώσεις και την ορθοδοξία της μίας και μόνης εναλλακτικής, προκειμένου να βρούμε τις πιο πρόσφορες λύσεις, τις πιο αποτελεσματικές, τις ιστορικά δοκιμασμένες, έστω και σε μη τυπικά όμοιες συγκυρίες.

Αν λοιπόν δεχθούμε ότι όλοι οι βασικοί δείκτες της χώρας είναι δυσμενέστεροι από τους ανάλογους δείκτες των ΗΠΑ τον καιρό της Μεγάλης Υφεσης, τότε φρόνιμο θα ήταν να εξετάσουμε πώς την αντιμετώπισαν οι Αμερικανοί. Μια απλή αναδρομή στην ιστορία του New Deal του Ρούσβελτ πείθει και τον πιο αδαή ότι κύριο χαρακτηριστικό αυτής της πολιτικής ήταν η τόλμη, η φαντασία, η πρωτοφανής παρέμβαση του κράτους. Το κράτος λειτούργησε ως μηχανισμός έσχατης καταφυγής για την κυκλοφορία χρήματος, και ως εργοδότης έσχατης καταφυγής, δημιουργώντας μαζικά θέσεις απασχόλησης. Οι ιστορικοί λένε ότι η πολιτική Ρούσβελτ επεξέτεινε δραματικά τον ρόλο του κράτους, δίνοντας του όχι μόνο τον ρόλο του υπέρτατου ρυθμιστή, αλλά συμβάλλοντας και σε μια άνευ προηγούμενου τόνωση του πατριωτικού αισθήματος και του συλλογικού αυτοπροσδιορισμού. Η αμερικανική δημοκρατία έδειξε εν τοις πράγμασι ότι φρόντιζε τα τέκνα της.

Ο πόνος της Μεγάλης Υφεσης είναι ίδιος στην Ελλάδα του 2010-2014. Εντούτοις υπάρχουν και δομικές διαφορές: το ελληνικό κράτος, για ενδογενή μα κυρίως για εξωγενή αίτια, δεν μπορεί να κινηθεί με τους ίδιους βαθμούς ελευθερίας. Η Ελλάδα ανήκει σε μια ένωση κρατών, οικονομική και πολιτική. Εχει εκχωρήσει οικειοθελώς μεγάλο μέρος της εθνικής κυριαρχίας της: δεν έχει νόμισμα, δεν μπορεί να ασκήσει ανεξέλεγκτη δημοσιονομική πολιτική, τώρα πλέον δεν μπορεί καν να καταρτίσει προϋπολογισμό χωρίς την προτέρα έγκριση των εταίρων δανειστών. Τελεί υπό επιτήρηση.

Η σοβαρότερη διαφορά όμως είναι ότι έχουν αλλάξει οι κυρίαρχες ιδέες. Η τρέχουσα ορθοδοξία στη Γηραιά Ηπειρο, η οποία τηρείται με θρησκευτική ευλάβεια από την ευρωπαϊκή ηγεσία, δεν μοιάζει σε τίποτε με τις εφαρμοσθείσες ιδέες του New Deal, ούτε καν με τις πρακτικές που ακολούθησαν άλλες χώρες σε κρίση ή σε χρεοκοπία, κατά τις πρόσφατες δεκαετίες, λ.χ. στη ΝΑ Ασία, στη Σκανδιναβία, στο Μεξικό και αλλού. Η ανελαστική δομή, οι άκαμπτες παραδοχές και κυρίως η στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ενωσης δεν επιτρέπουν καμία περέκκλιση από τον Μωσαϊκό Νόμο όπως σμιλεύθηκε στο Μάαστριχτ, στη Λισαβώνα και στο Σύμφωνο Δημοσιονομικής Σταθερότητας. Η διαρκής, οδυνηρή και εντέλει καταστροφικά υφεσιογόνος λιτότητα, ως μέσον θεραπείας των ελλειμμάτων και της υπερχρέωσης, είναι μία απόρροια αυτής της πολιτικής ακαμψίας.

Η απομείωση του κράτους έως εσχάτης ταπεινώσεως είναι μία άλλη ιδεοληψία ― εφαρμοζόμενη πάντως επιλεκτικά, κυρίως στις πιο αδύναμες χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Η κρατική ισχύς λ.χ. στη Γερμανία δεν περιορίζεται, απεναντίας: οι αποφάσεις του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Καρλσρούης υπερισχύουν έναντι του ευρωπαϊκού δικαίου, στο οποίο συμμορφώνονται όλοι οι άλλοι. Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση έσπευσε μάλιστα πρόσφατα να θεσπίσει κατώτατο μισθό σε όλη την επικράτεια ― τελευταία από τις μεγάλες χώρες.

Ας επιστρέψουμε. Η Ελλάδα κείτεται ξέπνοη οικονομικά· η κοινωνία μετασχηματίζεται, φτωχοποιείται. Πώς θα τεθεί σε φάση ανάταξης; Με ποια εργαλεία; Της λείπει ένα βασικό, το νόμισμα. Πέραν αυτού, μπορεί το κράτος να παίξει ρόλο εργοδότη έσχατης καταφυγής, ώστε να αναταχθεί γρήγορα η ανθρωποβόρος ανεργία; Φυσικά μπορεί, αρκεί να υπάρχει η πολιτική βούληση, εντός και εκτός· από την εθνική κυβέρνηση και από τους υπερεθνικούς επιτηρητές. Σε περίπτωση συμφωνίας για ανάληψη τέτοιου έργου, η εθνική οικονομία θα χρειαστεί έναν κορμό παραγωγικών δραστηριότητων και κάποια βασικά εργαλεία: ορισμένες μεγάλες επιχειρήσεις με κρατική συμμετοχή, μια επενδυτική τράπεζα, νεοπαγή παραγωγικά σχήματα σε σύμπραξη με ιδιώτες επενδυτές, πειστικά παραγωγικά σχέδια που θα προσελκύουν ευρωπαϊκά θεσμικά κεφάλαια και θα μοχλεύουν ακόμη περισότερα.

Κανείς ιδιώτης επενδυτής δεν μπορεί να προκαλέσει το αναγκαίο σοκ επανεκκίνησης στην Ελλάδα της ανεργίας του 28%, μάς έλεγε πρόσφατα έμπειρο στέλεχος της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων. Υπολογίζεται ότι για να δημιουργηθούν 100.000 θέσεις εργασίας, απαιτούνται επενδυμένα κεφάλαια περίπου 7 δισ. ευρώ, μάλιστα μακροπρόθεσμα επενδυμένα κεφάλαια, όχι τα νομαδικά των hedge funds που πετάνε σε μερικούς μήνες, μόλις αποκομίσουν την απόδοση-στόχο. Πόσα χρήματα απαιτούνται για να αποκατασταθούν οι ένα εκατομμύριο άνεργοι της κρίσης; Περίπου 70 δισ. ευρώ.

Ποιοι ιδιώτες θα επενδύσουν μακροπρόθεσμα αυτά τα κεφάλαια, για να ανακουφιστεί άμεσα ο πληθυσμός; Για να μη χαθούν οριστικά 15 χρόνια και μια γενιά, όπως είχε προφητέψει το 2010 ο Τομάζο Πάντοα Σιόπα, για να μη χαθούν 25 χρόνια όπως υπολόγισε πρόσφατα η οργάνωση Endeavour. Μόνο το κράτος μπορεί να αναλάβει τέτοιας κλίμακας πρωτοβουλία. Αυτό έχει δείξει η ιστορική εμπειρία: την εγγύηση της ισότητας και της αξιοπρέπειας των πολιτών δεν θα την αναλάβει η αόρατος χειρ της αγοράς.

Η πώληση της τεμαχισμένης ΔΕΗ, με την οποία διαφωνούσε σφοδρά ο Αντώνης Σαμαράς το 2011, αφαιρεί εργαλεία από το κράτος για την ανάταξη της οικονομίας και την ανακούφιση των πολιτών. Καλή κυβέρνηση είναι αυτή που εξυγιαίνει το κράτος για να λειτουργεί εύρυθμα και αποτελεσματικά, για να συμβάλλει στην παραγωγή πλούτου, όχι η κυβέρνηση που ταπεινώνει το κράτος και πουλάει την περιουσία του. Κάθε ιδιωτικοποίηση, κάθε πράξη απορρύθμισης, θα κριθεί από την κατάσταση της ανεργίας και της φτώχειας τα επόμενα χρόνια ― ελπίζουμε να μην είναι δεκαπέντε ή είκοσι πέντε.

Ακουγα προσεκτικά δύο επιφανείς ξένους πολιτικούς και οικονομολόγους, έναν Ισπανό και έναν Τούρκο να εξηγούν γιατί η αντιμετώπιση της κρίσης στον Ευρωπαϊκό Νότο δια της εντεινόμενης λιτότητας δεν οδηγεί πουθενά· ανατροφοδοτεί το πρόβλημα, βυθίζει περαιτέρω τις οικονομίες στην ύφεση, καταστρέφει κοινωνίες.

Ο Ζοσέπ Μπορέλ έχει χρηματίσει πρόεδρος του Ευρωκοινοβουλίου· ο Κεμάλ Ντερβίς ήταν υπουργός Οικονομικών της Τουρκίας την εποχή της μεγάλης κρίσης της, το 2001, ο άνθρωπος που την οδήγησε σε ανάκαμψη σε λιγότερο από δύο χρόνια. Ακουγα να αναλύουν τη μακροδομή της ευρωζώνης, εύληπτα και ευθύβολα, και άκουγα επίσης τις σκέψεις τους για την Ελλάδα, διατυπωμένες χωρίς διάθεση πατρωνίας, με φιλική διάθεση. Μην τα περιμένετε όλα από τον τουρισμό, είπε ο Ντερβίς· στραφείτε προς την οικονομία της γνώσης και της καινοτομίας, μπορείτε. Είπε κι άλλο ένα ενδιαφέρον: η κρίση δεν μπορεί να αποδίδεται σε εθνοφυλετικά χαρακτηριστικά, σε γονίδια, ότι οι Ελληνες δεν εργάζονται αρκετά, γι’ αυτό επτώχευσαν· κανείς δεν έχει πει κάτι ανάλογο για τους Αμερικανούς του Great Depression.

Παρόμοια ήταν τα συμπεράσματα των δύο Ελλήνων οικονομολόγων, των Θ. Πελαγίδη – Μ. Μητσόπουλου, το βιβλίο των οποίων συμπαρουσίαζαν οι δύο ξένοι: στην Ελλάδα υπάρχει πλούσιο δυναμικό επιστημόνων και ερευνητικών ιδρυμάτων, το οποίο όμως μένει αναξιοποίητο. Μία βασική αιτία: Η δαπάνη για επιχειρηματική έρευνα στην Ελλάδα είναι λιγότερη από το 1/5 του μέσου όρου στην ευρωζώνη. Προεκτείνω: Η ελληνική οικονομία, καθοδηγημένη επί ένα τέταρτο του αιώνος από τους ίδιους εγκεφάλους, απέφυγε να επενδύσει στην έρευνα, στην καινοτομία, στην παραγωγή· στράφηκε στην πιστωτική επέκταση, επιδόθηκε στον παρασιτισμό επί του κράτους, προμοδοτήθηκε η κατανάλωση.

Η πολιτική ηγεσία, αφοσιωμένη στο συμβόλαιο αμοιβαίας εξαχρείωσης με τους εκλογείς της, δεν εφρόντισε ούτε καν για ένα δίχτυ προστασίας των αδυνάτων. Την κρίσιμη στιγμή του ατυχήματος δεν διέθετε ούτε την ικανότητα ούτε τη βούληση να προτείνει ένα εθνικό σχέδιο σωτηρίας. Αντ’ αυτού, παραδόθηκε ολόψυχα στην καλοσύνη των ξένων και ταυτοχρόνως επιδόθηκε σε ενοχοποίηση του ελληνικού λαού, αμιλλώμενη τις λαϊκές φυλάδες της Γερμανίας: κράτος διεφθαρμένων, μαζί τα φάγαμε, λαός λαϊκιστών, κόμμα της δραχμής. Τούτη η φρικτή διαδικασία αυτολοιδορίας μου ήρθε πάλι στον νου, όταν άκουσα την σύγκριση του Κεμάλ Ντερβίς μεταξύ του ελληνικού και του αμερικανικού Great Depression. Πράγματι κανείς δεν απέδωσε το Κραχ και την Μεγάλη Υφεση στα τεμπέλικα γονίδια του αμερικανικού λαού· πολύ περισσότερο, ούτε ο Xούβερ ούτε ο Ρούζβελτ κατηγόρησαν το λαό τους για διαφθορά και σπατάλη.

Ισως δεν έχει νόημα πια να ανατρέχουμε κάθε τόσο στις απαρχές της κρίσης· προέχει να δούμε τι κάνουμε τώρα. Αλλά και έχει νοήμα. Διότι πρέπει να κατανοήσουμε την πολιτική παθογένεια, που οδήγησε σε ηγεσίες κατώτερες των περιστάσεων και σε εξασθένηση της δημοκρατίας, αφενός. Αφετέρου, πρέπει να αναλύσουμε και να βρούμε τρόπους να ξεπεράσουμε την παθητική ανάθεση, που χαρακτήρισε την πολιτική συμπεριφορά της λαϊκής πλειονότητας προ κρίσης· ώστε εν συνεχεία να ξεπεράσουμε το σοκ του δέους, την ενοχοποίηση, την αυτοϋποτίμηση και τον πάνδημο φόβο, που εγκαταστάθηκαν κατά την κρίση. Η ηττοπάθεια, ο κατακερματισμός, η έλλειψη φρονήματος, είναι τα δεινότερα πλήγματα της κρίσης πάνω στο κοινωνικό σώμα· αυτά το τυφλώνουν και το εμποδίζουν να ανασυγκροτηθεί διανοητικά και ψυχικά, ώστε να συγκροτηθεί και πολιτικά, να προβάλει την ενεργό του βούληση.

Ασφαλώς, η ανασυγκρότηση δεν είναι αποκλειστικά εσωτερική, εθνική υπόθεση. Η χώρα υπόκειται σε πολλές και ποικίλες δεσμεύσεις· η εθνική κυριαρχία ήταν συμπεφωνημένα περιορισμένη και προ Μνημονίου. Η ανάκαμψή μας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ανάκαμψη της ευρωζώνης, δηλαδή από την αλλαγή πολιτικής πορείας του υπερεθνικού συνόλου στο οποίο ανήκουμε. Ωστόσο οι δυνατότητες επηρεασμού της υπερεθνικής πορείας εκ μέρους μας είναι περιορισμένες. Εκεί που μπορούμε να εξαντλήσουμε τις δυνατότητες είναι στο εθνικό πεδίο, και εκείθεν θα επηρεάσουμε και το υπερεθνικό: να ανασυγκροτήσουμε το δημοκρατικό κράτος, να αναβαθμίσουμε τους πληγωμένους θεσμούς, να εφαρμόσουμε ένα πραγματιστικό και ριζοσπαστικό σχέδιο για την οικονομία, τη γνώση, την παιδεία, τον πολιτισμό. Ολα τούτα προϋποθέτουν ανάκτηση φρονήματος, πίστη, ευθύνη, ομόνοια, αλλά και ανάκτηση της αίσθησης δικαιοσύνης, ισονομίας, ισοπολιτείας.

Για την παρ’ ημίν Μεγάλη Υφεση δεν φταίνε οι ξένοι, οι ψεκασμοί, οι σοφοί της Σιών, οι συναστρίες, ο Αγαθάγγελος. Πάντως σίγουρα δεν φταίνε και τα νότια γονίδια.

Η ελληνική κρίση είναι πολιτική, λέγαμε προ ετών. Κατόπιν, προσθέσαμε: η κοινωνία μετασχηματίζεται βαθιά και βίαια, εξαιτίας της κρίσης και με μοχλό την κρίση. Σήμερα, στην ανήσυχη, δυσοίωνη ακινησία μπορούμε να δούμε δια γυμνού οφθαλμού την κρίση σαν κλειστό βρόγχο, σαν αυτοτροφοδοτούμενη λούπα.

Στο πολιτικό πεδίο, η κρίση έχει ταπεινώσει τους διαχειριστές της, όσον αφορά την εκλογική τους νομιμοποίηση, και έχει αναδείξει νέες πολιτικές δυνάμεις. Ο μεγάλος ασθενής είναι προφανώς το Κέντρο, ό,τι κατ’ ευφημισμόν αποκαλείται Κεντροαριστερά, αλλά και ο συντηρητικός χώρος, η Κεντροδεξιά ή Δεξιά. Στην κρίσιμη στιγμή, το Κέντρο δεν κατόρθωσε να υπερασπιστεί το παραδοσιακό εκλογικό του κοινό· πρόσδωσε τις προσδοκίες του, θεμιτές ή αθέμιτες, έσπασε το υπόρρητο συμβόλαιο. Ο εκλογικός καταποντισμός του και ο ηθικός ξεπεσμός του ήταν αναμενόμενα.

Το ίδιο παθαίνει τώρα και η δεξιά παράταξη, διαχειριζόμενη την κρίση με τρόπο που πλήττει καίρια τους εκλογείς της. Ουσιαστικά, τα δύο μεγάλα κόμματα, που συγκέντρωναν έως και 86% του εκλογικού σώματος, εφάρμοσαν δια του μνημονίου έναν βίαιο μετασχηματισμό της κοινωνίας, πλήττοντας κυρίως τα ποικίλα μεσοστρώματα, τον βασικό αιμοδότη τους. Στις ευρωεκλογές 2014 και τα δύο πρώην μεγάλα κόμματα συγκέντρωσαν 31%. Στις παρελθούσες εθνικές εκλογές είχαν συγκεντρώσει: 42% το 2012, 77% το 2009, 86% το 2004.

Για να υπάρχει λειτουργούσα η αντιπροσωπευτική δημοκρατία, χρειάζονται ορισμένως υγιείς πολιτικές εκφράσεις όλου του πολιτικού φάσματος. Προς το παρόν, ας δούμε τον τελευταίο οργανισμό που δεν έχει πληγεί από την κρίση. Ο ΣΥΡΙΖΑ λαμβάνει εκ σκεδάσεως την λαϊκή εντολή, μετά επιφυλάξεων, να ανασχέσει την πτώση και να εφαρμόσει ένα υλοποιήσιμο σχέδιο εθνικής σωτηρίας, ήτοι σχέδιο κοινωνικής και πολιτικής ανασυγκρότησης.

Η αμφίπλευρη διεύρυνση που εξαγγέλλει ο ΣΥΡΙΖΑ, και δεδομένης της θρηκόληπτης άρνησης του ΚΚΕ για οποιαδήποτε συνεργασία, κατ’ ουσίαν είναι απόπειρα κατάληψης του κεντρώου χώρου, που αφήνει κενό το διαλυμένο ΠΑΣΟΚ. Αυτό με πολιτικούς όρους.

Με κοινωνικούς όρους, η περαιτέρω διεύρυνση απαιτεί από τον ΣΥΡΙΖΑ να εκφράσει λυσιτελώς τις ανάγκες και τις προσδοκίες ευρύτατων στρωμάτων· να γίνει το συνέχον και συμπεριλαμβάνον πολιτικό υποκείμενο για ποικίλα, απογοητευμένα, θραυσμένα και έμφοβα κοινωνικά υποκείμενα. Πρόκειται για εγχείρημα εξαιρετικά απαιτητικό διανοητικά και ψυχικά, αν συνυπολογισθεί η τελεσθείσα φθορά του δημοκρατικού κράτους και των θεσμών, η ιδεολογική αμηχανία της Αριστεράς διεθνώς μετά το ρήγμα του 1989, και το δυσμενές οικονομικό περιβάλλον στην Ευρώπη.

Το ερώτημα είναι με ποιους όρους θα διευρυνθεί: με συμμαχίες πολιτικής κορυφής ή με εξάπλωση ριζών στη βάση; Το πρώτο είναι εύκολο και θεαματικό· το δεύτερο είναι δύσκολο και απαιτητικό. To συμβολικό φορτίο των προβεβλημένων προσώπων είναι χρήσιμο, εντούτοις είναι πεπερασμένης αξίας. Όθεν, πρέπει να αναζητηθούν όχι μόνο οι προβεβλημένοι επώνυμοι, αλλά πρωτίστως οι άνθρωποι με «όνομα» και ηθικό βάρος στην κοινότητα, στο μικροπεδίο, στα σπλάχνα της κοινωνίας. Η ιστορική πρόκληση είναι η κατασκευή ενός ρωμαλέου πολιτικού υποκειμένου, ικανού να αντέξει το βάρος ενός εθνικού σχεδίου ανασυγκρότησης και ικανού επίσης να εμπνεύσει στην κοινωνία των πολιτών πίστη για το εθνικό σχέδιο και ένα νέο ήθος στη δημόσια σφαίρα.

Εφόσον η διεύρυνση επιχειρηθεί μόνο με μετεγγραφές στελεχών του Κέντρου και της Κεντροαριστεράς, το όλο εγχείρημα κινδυνεύει να γίνει συνάθροιση δημογερόντων και ανακύκλωση οιονεί τεχνοκρατών του Ancien Régime· και το πολιτικό υποκείμενο να καταλήξει μια ασπόνδυλη συνομοσπονδία ομάδων και οπλαρχηγών, ο καθείς με τη δική του ατζέντα, την ιδιοτέλεια, το χαβά του. Την τέτοια αποτύπωση του κοινωνικού στο πολιτικό, τις διαμεσολαβήσεις και τις στρεβλώσεις του κρατικοκομματικού απαράτ ―ας πούμε τις κυβερνώσες φυλές των αυλικών, των golden boys, των ΔΕΚΟ και των προστατευμένων θυλάκων― τα είδαμε εν δράσει τις δεκαετίες της αμέριμνης ισχυράς Ελλάδος, με τα γνωστά καταστροφικά αποτελέσματα.

Η D-Day, η ημέρα της απόβασης στη Νορμανδία, η 6η Ιουνίου 1944, σημαδεύει την αρχή του τέλους του πιο αιματηρού πολέμου, του Β΄ Παγκοσμίου. Για πολλούς ιστορικούς, ο πόλεμος είχε αρχίσει το 1914, με το ξέσπασμα του Μεγάλου Πολέμου, ουσιαστικά ενός μείζονος ευρωπαϊκού εμφυλίου, ο οποίος αργότερα ονομάστηκε Α΄ Παγκόσμιος, και τερματίστηκε το 1945, με την πτώση του Βερολίνου και τις ρίψεις ατομικών βομβών στην Ιαπωνία. Η Ευρώπη ήταν ο γενέθλιος τόπος και των δύο πολεμικών επεισοδίων – η Σκοτεινή Ηπειρος, όπως την ονόμασε ο ιστορικός Μαρκ Μαζάουερ. Και στην Ευρώπη οι αλλαγές ήταν σαρωτικές, από κάθε άποψη: στον Πρώτο πόλεμο συνετρίβησαν τέσσερις αυτοκρατορίες, γεννήθηκε μία παγκόσμια υπερδύναμη, ξέσπασε μία επανάσταση, επαναχαράχθηκαν σύνορα, η φρίκη της μαζικής εξόντωσης σφράγισε ανεξίτηλα τον ψυχισμό του Ευρωπαίου ανθρώπου και άλλαξε τον πολιτισμό.

Στη διάρκεια του ταραγμένου ιντερμέδιου, πάνω σε βαθιά ταπεινωμένους ηττημένους ανθρώπους, εβλάστησαν τα θηριώδη νεωτερικά φαινόμενα της σκοτεινής ηπείρου, οι ολοκληρωτισμοί, πνίγοντας τα αδύναμα άνθη της δημοκρατίας. Και ο πόλεμος συνεχίστηκε ακόμη πιο άγριος, έως την ολοκληρωτική φρίκη, την έκλειψη της ανθρωπινότητας και τη δοκιμή του πυρηνικού αφανισμού.

Η Κοινωνία των Εθνών, πρόδρομος του ΟΗΕ, προοικονομήθηκε μέσα στον Πρώτο πόλεμο από τον Αμερικανό πρόεδρο Ουίλσον, στα Δεκατέσσερα Σημεία του. Η Ευρωπαϊκή Ενωση συνελήφθη σαν ιδέα μέσα στη φρίκη του Δεύτερου πολέμου, από τους εξόριστους του φασισμού Αλτιέρο Σπινέλι και Ερνέστο Ρόσσι. Και ακριβώς αυτό το οραματικό μανιφέστο των εξόριστων είναι η ακριβή κληρονομιά από τον μακρύ ευρωπαϊκό πόλεμο του 20ού αιώνα· ένα πρωτόγνωρο ιστορικό εγχείρημα, που χάρισε την πρωτοφανή Χρυσή Τριακονταετία στους Ευρωπαίους, το 1945-1970, και μια πρωτοφανή άνθηση των πολιτών, της δημοκρατίας, του κράτους δικαίου και του κράτους πρόνοιας, των επιστημών και των τεχνών. Ολα τούτα κατέστησαν εφικτά εν πολλοίς εξαιτίας της αφοσίωσης των ευρωπαϊκών εθνών στο κοινό σχέδιο για αποτροπή του πολέμου, για ρύθμιση των ανταγωνισμών και δημιουργική συνύπαρξη.

Εβδομήντα χρόνια από την D-Day και το τέλος των πολέμων, μετά τόσα ιστορικά επιτεύγματα, η Ευρώπη δεν βρίσκεται στην καλύτερη κατά­σταση· μάλλον, βρίσκεται σε ένα μεταίχμιο, στις απαρχές μιας παρακμής με απρόβλεπτη κατάληξη. Υπό μία έννοια, το ιστορικό συνεχές του μεταπολέμου απειλείται με βαθύ ρήγμα. Οι σεβαστές από όλους κοινές παραδοχές, οι δυνάμεις σύγκλισης και συνοχής, υποχωρούν, και τη θέση τους παίρνουν δυνάμεις φυγόκεντρες, απόκλισης και κερματισμού. Η ιστορική ασυνέχεια του 1989 φαίνεται ότι καταλείπει στην ήπειρο ένα ρήγμα που ολοένα διευρύνεται. Ο πόλεμος του 1990-95 δεν διέλυσε μόνο τη Γιουγκοσλαβία, αλλά και την πεποίθηση ότι τα σύνορα δεν μεταβάλλονται: το Γιουγκοσλαβικό έδειξε ότι μεγάλα κράτη διαλύονται και ιδρύονται κράτη-φαντάσματα, και μάλιστα εκεί όπου ξέσπασε ο Πρώτος πόλεμος, με τη φιλόδοξη ευρωπαϊκή ομοσπονδία να παρακολουθεί άπραγη ή και συνένοχη.

Το χρηματοπιστωτικό κραχ του 2008 και η επακολουθήσασα κρίση χρέους στην περιφέρεια της Ευρωζώνης κατέδειξε επίσης άλλες ασυμμετρίες: την κατίσχυση των αγορών επί των κρατών, πρώτον και κύριον· την ανυπαρξία ισχυρής βούλησης για ρύθμιση απέναντι σε μια ιστορική πρόκληση· τη διαταραχή της ισορροπίας δυνάμεων στην κορυφή της της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Χωρίς τη διπλωματική και πολιτική ισχύ της εξασθενημένης Γαλλίας, με τη Βρετανία δύστροπη και ευρωσκεπτικιστική όσο ποτέ, με ισχυρότατες ακροδεξιές αντιευρωπαϊκές δυνάμες και στις δύο, με την Ιταλία ασταθή και υπερχρεωμένη, η οικονομικά ισχυρή Γερμανία βρίσκεται να ηγεμονεύει μόνη της στην πολυδιαιρεμένη Ε.Ε., απρόθυμα και άγαρμπα, με ατελή εργαλεία τον παραδοσιακό μονεταρισμό και τον ordoliberalism που εφάρμοσε στο εσωτερικό της. Τα εργαλεία του Βερολίνου όμως δεν αρκούν για να σταθεροποιήσουν μια πολυσύνθετη, ασύμμετρη και ασταθή Ευρώπη, εκτεθειμένη στους ανέμους της οικονομικής και πολιτισμικής παγκοσμιοποίησης. Ούτε φυσικά βοηθά η φονταμενταλιστική αγκύλωση των Βρυξελλών στη νεοφιλελεύθερη ορθοδοξία, την οποία δεν ακολουθούν τόσο πιστά ούτε οι ΗΠΑ.

Η πολιτική και διανοητική ακαμψία που επεδείχθη κατά την αντιμετώπιση της συνεχιζόμενης και ογκούμενης κρίσης μετά το 2008, κορυφώθηκε με ωμές παρεμβάσεις στο εσωτερικό των χρεωμένων κρατών, μικρών και μεγάλων, που έφθασαν σε οπερετικές καθαιρέσεις πρωθυπουργών. Το κύμα ακροδεξιού και μη ευρωσκεπτικισμού οφείλεται και σε τέτοια φαινόμενα, όπως αυτά που εκδηλώθηκαν στη σύνοδο των Καννών το φθινόπωρο του 2011. Δεν είναι άσχετη μάλιστα με τέτοια φαινόμενα, η πολλαπλώς εκδηλούμενη ανησυχία των ΗΠΑ για την ατελέσφορη αντιμετώπιση της κρίσης από τον Ευρωπαίο Ασθενή.

Η ευρωπαϊκή αστάθεια επιδεινώνεται περαιτέρω από την αιφνίδια γεωπολιτική μόχλευση που υφίσταται στην Ουκρανία, στην ευαίσθητη ανατολική μεθόριο. Δύο δεκαετίες μετά τη συμφωνία του Ντέιτον για το Γιουγκοσλαβικό, η Ουκρανία καταδεικνύει τις αδυναμίες της Ευρωπαϊκής Ενωσης με διαφορετικό, ίσως πιο επικίνδυνο τρόπο. Διότι τώρα η Ε.Ε. έρχεται αντιμέτωπη με τον μεγάλο ευρασιατικό γείτονα, τη Ρωσία, με την οποία τη συνδέουν ισχυροί αμοιβαίοι δεσμοί. Η παρώθηση της Ρωσίας προς την Ασία δεν θα ωφελήσει την Ευρώπη· και πράγματι η κυβέρνηση Πούτιν ενισχύει γοργά τις οικονομικές σχέσεις της με την Κίνα και την Ινδία.

Οι αναλογίες με το παρελθόν είναι παρακινδυνευμένες, αλλά ας δούμε το ευρωπαϊκό μωσαϊκό εκατό χρόνια από το ξέσπασμα του Πρώτου πολέμου. Οι τρεις μεγάλες δυνάμεις, Γερμανία, Γαλλία, Βρετανία, βρίσκονται δυνητικά σε τροχιά ανταγωνισμού, ή τουλάχιστον απόκλισης· η νομισματική ένωση έφερε απόκλιση παρά σύγκλιση· το γεωπολιτικό περιβάλλον είναι εξόχως ασταθές σε όλο το μεσογειακό τόξο μέχρι τη Μαύρη Θάλασσα· η Ρωσία κινείται ταυτοχρόνως αμυντικά και επιθετικά· οι ΗΠΑ μοχλεύουν τη ρωσογερμανική προσέγγιση· η Βρετανία αντιδρά εθνικιστικά και απειλεί με απόσχιση από την Ε.Ε.· η Γαλλία ασθενεί και αντιδρά εθνικιστικά· ο Νότος μαστίζεται από ύφεση και ανεργία· όλη η Ευρώπη κινδυνεύει να βυθιστεί στον αποπληθωρισμό και στην ύφεση· η άκρα δεξιά και ο ρατσισμός επελαύνουν. Ποτέ στη μεταπολεμική 70ετία η Ευρώπη δεν ήταν τόσο αδύναμη και συγχυσμένη.

7a

Η Αννα κοντεύει τα σαράντα. Ευγενής, καλλιεργημένη, συγκροτημένη, με λόγο εστιασμένο και ακριβή. Απόφοιτος φιλολογίας, παιδί δημοσίων υπαλλήλων, τυπικό παιδί της ελληνικής μεσαίας τάξης. Για δεκαπέντε χρόνια ήταν κατώτερο και μεσαίο στέλεχος καλλιτεχνικών οργανισμών, οργάνωνε παραγωγές, φρόντιζε δημόσιες σχέσεις, έγραφε, συντόνιζε, δούλευε ακαταπαύστως με όρεξη αυξανόμενη, με αγάπη για τη δουλειά της. Αρνήθηκε θέσεις πιο προσοδοφόρες, για να υπηρετεί με τον τρόπο της την τέχνη, το θέατρο, τη μουσική.

Τα τελευταία δύο χρόνια είναι άνεργη. Και σχεδόν ανεπάγγελτη. Εγκατέλειψε το σπίτι της, δεν μπορούσε να το συντήρήσει, γύρισε στο σπίτι των συνταξιούχων γονιών, με μειωμένη σύνταξη κι αυτοί, ταλαιπωρούμενοι από τις ασθένειες του γήρατος. Πριν από ένα τρίμηνο η Αννα βρήκε μια δουλειά, μια mini job, θέση μερική απασχόλησης: πεντάωρο κυλιόμενο, πότε πρωί πότε απόγευμα, σχεδόν τυχαία, σε ένα call center. Στον Κηφισό. Δεν έχει συγκοινωνία.

(Αφαιρώντας τη βενζίνη του αυτοκινήτου, ο μισθός που μένει είναι τριακόσια ευρώ. Ενα χαρτζιλίκι, ντρέπομαι να το πω, κι όμως φοβάμαι να το αφήσω, γιατί δυο χρόνια τώρα, μόνο αυτό βρήκα. Ακούω στην τηλεόραση τους πολιτικούς και δεν τους ακούω, δεν με φτάνουν τα λόγια τους, δεν ακούω, γιατί μέσα μου επαναλαμβάνω ένα πράγμα, το ίδιο: Θέλω μια δουλειά, μια κανονική δουλειά, να δουλέψω, να πληρώσω τη ΔΕΗ, να πιω έναν καφέ, να ψωνίσω ένα ρούχο, να κυκλοφορήσω, να δουλέψω σε αυτό που ξέρω, αυτό που μπορώ. Είμαι στην ακμή μου. Και με τραβήξανε απ’ την πρίζα.)

Η Αννα είναι μια νέα Ελληνίδα από την Αθήνα. Είναι η Αννα από τη Βαρκελώνη, από το Δουβλίνο, το Πόρτο, το Παλέρμο, τη Λυών, τη Δρέσδη, τη Βουδαπέστη. Είναι η Αννα της Ευρώπης. Η γενιά των 30-45, η ραχοκοκκαλιά οικονομιών και κοινωνιών, η γενιά που πλήττεται σκληρότερα από την κρίση. Στις χώρες της βαθιάς ύφεσης και των προγραμμάτων δημοσιονομικής προσαρμογής, όπως η Ελλάδα, είναι η γενιά που απολύεται με τη μεγαλύτερη συχνότητα, που βγαίνει εκτός εργασίας, εκτός επαγγελματικής ενημέρωσης, εκτός ανανέωσης δεξιοτήτων, εκτός ασφάλισης, εκτός κοινωνίας. Επ’ αόριστον. Η ζωή τους αναστέλλεσται επ’ αόριστον. Εως ότου η χώρα επιστρέψει σε ρυθμούς ανάπτυξης.

Ακόμη και ο φρικτός δείκτης του 60% νεανικής ανεργίας δεν είναι τόσο φρικτός αν συγκριθεί ο απόλυτος αριθμός των νέων 15-25 ετών με τους σαραντάρηδες και πενηντάρηδες. Οι άνεργοι νέοι λοιπόν στην Ελλάδα μετριούνται σε περίπου 79 χιλιάδες. Μέγα μέρος των υπολοίπων 1,3 εκατομμυρίων είναι ώριμοι και μεσήλικες, για τους οποίους η ανεργία ισοδυναμεί σχεδόν με απόσυρση από τη ζωή.

Στη θέση των σαραντάρηδων συχνά προσλαμβάνονται εικοσιπεντάρηδες, νεοεισερχόμενοι στην εργασία, με αποδοχές υποπολλαπλάσιες, με τετρακόσια-πεντακόσια ευρώ το μήνα, χωρίς ωράριο, με στοιχειώδη ή καμία ασφάλιση, συχνά με μπλοκάκι εξωτερικού συνεργάτη. Ο νέος που παίρνει τη θέση του μεγαλύτερου είναι ήδη τόσο φοβισμένος, τόσο ντρεσαρισμένος, έχει μοιράσει άκαρπα τόσα βιογραφικά, που δέχεται τα πάντα με δέος και ευγνωμοσύνη. Καθώς οι πρακτικές της ευέλικτης επισφαλούς εργασίας γενικεύονται, καθώς οι συμπεριφορές των ανθρώπων απέναντι στην εργασία και τις κοινωνικές απολαυές σφραγίζονται από την ανασφάλεια και την υποχώρηση, βρισκόμαστε ενώπιον ενός νέου ανθρωπότυπου και μια νέας κοινωνικής δημογραφίας.

Το πρόβλημα της απορρυθμισμένης εργασίας δεν είναι μόνο ελληνικό, είναι ευρωπαϊκό, και αν αναζητούσαμε τις ρίζες του, θα τις βρίσκαμε πριν από την εκδήλωση της μεγάλης κρίσης του 2008, στο γερμανικό μοντέλο της επισφαλούς πλήρους απασχόλησης και των περικοπών στο κράτος πρόνοιας, που εγκαινιάστηκαν από την κοκκινοπράσινη (SPD-Πράσινοι) κυβέρνηση Σρέντερ το 1999-2005. Σε αυτό το διάστημα, και σαν κορύφωση της μακράς διαδικασίας αποικισμού της φτωχής Ανατολικής Γερμανίας, ψηφίστηκαν οι τέσσερις νόμοι Hartz, που μετασχημάτισαν βαθιά την αγορά εργασίας και την πολιτική του ταμείου ανεργίας. Μεταξύ άλλων, θεσπίστηκαν οι mini jobs (με κατάργηση των εργοδοτικών εισφορών) και οι midi jobs, τη δραστική μείωση της καταβολής επιδόματος ανεργίας σε ένα έτος και την εν συνεχεία υποκατάστασή του από κοινωνικό βοήθημα 374 ευρώ, και πολλά άλλα.

Τα αποτέλεσματα αυτού του μείζονος μετασχηματισμού της εργασίας δεν οδήγησαν μόνο στο ιδιότυπο γερμανικό θαύμα, αλλά και σε εντυπωσιακή άνοδο των φτωχών: τον Μάιο του 2011 κατεγράφησαν επισήμως 5 εκατομμύρια mini jobs, αύξηση 47%, ενώ το 2012 η γερμανική στατιστική υπηρεσία διαπίστωνε ότι το διάστημα 1999-2010 οι θέσεις άτυπης εργασίας αυξήθηκαν κατά 3,5 εκατ, και ταυτοχρόνως οι θέσεις σταθερής απασχόλησης μειώθηκαν κατά 3,8 εκατομμύρια. Αυτή η διαδικασία οδήγησε τον Ντανιέλ Κον-Μπεντίτ να ρωτήσει στην Ευρωβουλή την καγκελάριο Μέρκελ: «Πώς είναι δυνατόν μια πλούσια χώρα σαν την Γερμανία να έχει 20% φτωχούς;»

Το γερμανικό μοντέλο επισφαλούς και προσωρινής απασχόλησης, χωρίς καν τα γερμανικά μαξιλάρια του κοινωνικού βοηθήματος και των εκτενών ακόμη προνοιακών δομών, και χωρίς βεβαίως τη γερμανική υποδομή βιομηχανικής παραγωγής με υψηλή προστιθέμενη αξία και εξαγωγικό δυναμικό, είναι αυτό που εφαρμόζεται στην Ελλάδα με πρωτοφανή βιαιότητα, μέσω της απορρύθμισης της εργασίας. Στην περίπτωση της Ελλάδας επιπλέον ο μετασχηματισμός τελείται σε περιβάλλον βαριάς ύφεσης, δημοσιονομικής συρρίκνωσης και αποεπένδυσης. Ακόμη χειρότερα: η φτώχεια, πρωτοφανής από την εποχή του Εμφυλίου, μας βρήκε με ανύπαρκτο δίχτυ ασφαλείας, χωρίς καν εγγυημένο ελάχιστο εισόδημα και με εντυπωσιακή ανισοκατανομή των κοινωνικών παροχών, όπως έχει καταδείξει ερευνητικά ο καθηγητής Μάνος Ματσαγγάνης.

Η χώρα δεν αντιμετωπίζει μόνο πρωτοφανή για καιρό ειρήνης οικονομική ύφεση, αλλά και την απειλή μιας κοινωνικής και δημογραφικής αποσάθρωσης.

ζωγραφική: Χρήστος Μαρκίδης

Τα νέα στοιχεία για το ποιος χρησιμοποίησε χημικά όπλα στην Συρία ανατρέπουν τα στερεότυπα με τα οποία δικαιολογήθηκε η εισβολή στο Ιράκ του και δικαιώνει όσους χειρίστηκαν με μετριοπάθεια την παρόξυνση της κρίσης στη Μέση Ανατολή. Ο βετεράνος ερευνητής Seymour M. Hersh συγκροτεί μια πειστική εξήγηση για το πώς απετράπη η αμερικανική επέμβαση στη Συρία, σύμφωνα με όσα δημοσίευσε στο London Review of Books.

Με λίγα λόγια, δικαιώνονται ο Αμερικανός πρόεδρος Μπάρακ Ομπάμα και ο Ρώσος ηγέτης Βλαντιμίρ Πούτιν, οι οποίοι κατόρθωσαν να συνεννοηθούν, ο καθείς για τους δικούς του λόγους, και να αποτρέψουν τη γενίκευση της σύρραξης στη Συρία.

Ο πρόεδρος Ομπάμα αξιοποίησε προφανώς τις πληροφορίες των αμερικανικών υπηρεσιών, αλλά και το σχετικό υλικό που συνέλεξαν βρετανικές και ρωσικές υπηρεσίες, και οι ερευνητές του ΟΗΕ. Επιπροσθέτως, αφουγκράστηκε επιτυχώς το πολιτικό κλίμα που όρισε η βρετανική Βουλή των Κοινοτήτων με την ιστορική απόφασή της για μη επέμβαση· άκουσε δηλαδή το μετρημένο μήνυμα που έστειλαν οι παραδοσιακοί Βρετανοί σύμμαχοι. Σε αυτή τη φάση οι Βρετανοί έπραξαν εντελώς αντίθετα από τον πρώην πρωθυπουργό Τόνι Μπλερ, ο οποίος είχε παραπλανήσει εσκεμμένως τον βρετανικό λαό για τα όπλα μαζικής καταστροφής του Σαντάμ Χουσεΐν, οδηγώντας τη χώρα του στα πολεμικά μέτωπα του Ιράκ.

Ο Αμερικανός πρόεδρος συνέπλευσε επίσης με την εκφρασμένη βούληση των Ρώσων, οι οποίοι έχουν τα δικά τους γεωπολιτικά συμφέροντα στην περιοχή, για αποτροπή της γενικευμένης σύρραξης. Αλλά δεν εισάκουσε τις θερμές και ιδιοτελείς εισηγήσεις του Τούρκου ηγέτη Ταγίπ Ερντογάν για γενικευμένη επέμβαση εναντίον του Σύρου Προέδρου Ασαντ.

Οι αποκαλύψεις για τον υπονομευτικό ρόλο της τουρκικής ΜΙΤ στη συριακή κρίση και την τουρκική βοήθεια προς τους τζιχαντιστές άτακτους, φέρνουν σε δύσκολη θέση τον Ερντογάν και αποδυναμώνουν το σχέδιό του να αναδειχθεί η Τουρκία σε μοναδική ισχυρή περιφερειακή δύναμη και ρυθμιστή της ευρύτερης αραβικής και ισλαμικής περιοχής μαζί με τις υπερδυνάμεις. Η νεοθωμανική γεωπολιτική των Ερντογάν-Νταβούτογλου δέχεται πλήγματα στο εξωτερικό μέτωπο, έτσι όπως διαμορφώνεται η κατάσταση στη Συρία, αλλά και μετά την ιστορικής σημασίας προσέγγιση ΗΠΑ και Ιράν. Η αμερικανική ηγεσία δεν βάζει πια όλα τα αυγά της στο καλάθι ενός περιφερειακού συμμάχου, και σίγουρα όχι στο καλάθι της Τουρκίας.

Ο έως πρόσφατα πανίσχυρος Ερντογάν δεν βλέπει μόνο απώλειες στο εξωτερικό μέτωπο. Στο εσωτερικό αντιμετωπίζει, αφενός, κάμψη του τουρκικού οικονομικού θαύματος και φυγή κεφαλαίων, αφετέρου, τη λυσσώδη αντιπαράθεση του πρώην συμμάχου του νεοϊσλαμιστή ηγέτη Φετουλάχ Γκιουλέν, αλλά και τη σταθερή και αυξανόμενη αντίδραση των μορφωμένων μεσοστρώματων των μητροπόλεων απέναντι στον νεοθωμανικό δεσποτισμό.

Ο πόλεμος στη Συρία, η προσέγγιση του Ιράν, η κρίση στην Ουκρανία, η μακρά αστάθεια σε Αίγυπτο και Λιβύη, συμβαίνουν λίγο-πολύ στα όρια της Ευρώπης. Αφορούν την Ευρώπη· είτε σαν οιονεί φεντεραλιστικό σύστημα με γεωπολιτικά και γεωοικονομικά συμφέροντα, είτε επειδή επηρεάζονται άμεσα τα όμορα κράτη-μέλη. Η Ελλάδα είναι ένα τέτοιο κράτος που επηρεάζεται άμεσα και πολλαπλώς.

Henry_David_Thoreau lewis_Mumford_U1146499-7 marcuse  michel foucault Murray_Bookchin berlinguer232

Θα ήταν 1985, λίγο πριν, λίγο μετά. Στο μπαρ Βιτόφσκι, στις παρυφές του λόφου Στρέφη, άκουσα μια κουβέντα: Προτιμώ έναν υγιή ηδονισμό από τη μίζερη άρνηση της υλικής ευημερίας. Τη θυμάμαι ακόμη αυτή την κουβέντα· ο άνθρωπος που την έλεγε ήταν διανοούμενος, αντικομφορμιστής, με συγκροτημένη σκέψη. Εξέφραζε με ενάργεια το πνεύμα της εποχής: οι Ελληνες έπλεεαν στην ευημερία και στην προσδοκία, στην ακλόνητη πίστη ότι όλα θα είναι διαρκώς καλύτερα, πίστευαν ότι τα φαντάσματα της φτώχειας χάνονταν μαζί με τις μνήμες της Κατοχής.

Για τα επόμενα πολλά χρόνια η εκτίμηση-προτίμηση του συνομιλητή μου εκπληρώθηκε. Η ελληνική κοινωνία βούτηξε στον ευδαιμονισμό, στην κατανάλωση, στον υλισμό, στην αυτοπραγμάτωση. Βούτηξε βαθιά. Τρεις δεκαετίες αργότερα, διαπίστωσε ότι είχε κολλήσει στον βούρκο του πυθμένα.

Η σημαντικότερη ίσως επίπτωση του σοκ της πτώχευσης σε ατομικό επίπεδο είναι η κατακρήμνιση των υλικών συνθηκών της ζωής, η μετάβαση από την υλική κατάσταση του μικρομεσαίου στην κατάσταση του νεόπτωχου ή του νεοπληβείου. Ο υποβιβασμός δεν είναι μόνο υλικός, συνοδεύεται από μια οδυνηρή διάψευση των προσδοκιών, από το γκρέμισμα της πίστης στη διαρκή πρόοδο, στην εξασφαλισμένη ευημερία. Το σοκ είναι υλικό και ψυχικό.

Ο υγιής ηδονισμός, που υποδεχόμασταν το μακρινό 1985, στα χρόνια που ακολούθησαν έγινε νοσηρός καταναλωτισμός, έγινε εκβιασμένη χλιδή με δανεικά, έγινε υποταγή σε έναν τρόπο ζωής που αποθέωνε την ατσιδοσύνη και την κερδοσκοπία, έγινε λατρεία μιας κοσμοαντίληψης που απαξίωνε το εργασιακό ήθος και την ολιγάρκεια. Ιδίως στα χρόνια της πιστωτικής επέκτασης, όταν το δανεικό χρήμα έρρεε άφθονο από τις τράπεζες προς τους Ελληνες, τους Ευρωπαίους με τον χαμηλότατο δείκτη ιδιωτικού δανεισμού έως τότε. Με αυτή την ψυχοπνευματική σκευή και με αυτό το έθος μάς βρήκε η πτώχευση. Την απώλεια του εισοδήματος συνοδεύει η απώλεια του βολέματος σε έναν ορισμένο τρόπο ζωής, η συντριβή των προσδοκιών, η προσγείωση σε μια άλλη υπαρξιακή συνθήκη.

Η ανάταξη δεν θα είναι εύκολη ούτε σύντομη· και σε κάθε περίπτωση δεν θα είναι επιστροφή στα πρότερα, αλλά μετάβαση σε άλλη κατάσταση, για την οποία απαιτούνται ριζικά άλλες προσεγγίσεις και παραδοχές. Απαιτείται να ιεραρχήσουμε διαφορετικά τις ανάγκες και τις αξίες· απαιτείται να κάνουμε την αναγκαία διάκριση μεταξύ βιώσιμης ανάπτυξης και ποσοτικής μεγέθυνσης, μεταξύ ευημερίας και σπατάλης, μεταξύ αυτάρκειας και απληστίας. Να επιλέξουμε μεταξύ κοινόχρηστου δημόσιου πλούτου και ιδιωτικής χλιδής.

Εδώ πρέπει να κάνουμε επίσης μια διάκριση μεταξύ της επιβαλλόμενης άνωθεν νεοφιλελεύθερης λιτότητας, και μιας αυτόβουλης ενεργητικής εγκράτειας, όπως την χαρακτήριζε ο Ενρίκο Μπερλινγκουέρ προφητικά το 1977, πολλά χρόνια πριν από την καπιταλιστική κρίση του 2008: «Ο άκρατος ατομικός καταναλωτισμός παράγει μόνο διασπάθιση πλούτου και στρεβλώσεις της παραγωγής, αλλά πέραν αυτών και δυσφορία, αποπροσανατολισμό, δυστυχία».

Στο ίδιο μήκος κύματος, τα ίδια χρόνια, οι Εναλλακτικοί και οι Πράσινοι προέκτειναν τα κινήματα του ’68 στην πολιτική σφαίρα προτάσσοντας έννοιες όπως βιώσιμη ανάπτυξη, αποανάπτυξη, βιοσυμβατές καλλιέργειες, αντικαταναλωτισμός. Η τότε μετασοβιετική αριστερά εισήγαγε ανανεωμένες έννοιες του ρομαντικού και του ελευθεριακού κινήματος, ποικιλοτρόπως εκφρασμένες ιστορικά από διαφορετικούς στοχαστές όπως ο Henry Thoreau, o R. Waldo Emerson, το κίνημα Arts and Crafts, ο Lewis Mumford, ο Ηerbert Μarcuse, o J. Κ. Galbraith, o Jacques Ellul, ο Μurray Bookchin, o Cristopher Lasch, o Claude Lévi-Strauss, ο Μ. Foucault και πολλοί άλλοι, όσοι ασκούσαν κριτική στο δόγμα της αιωνίας προόδου, στην λατρεία της τεχνολογίας και της κατανάλωσης, στον μετανεωτερικό ναρκισσισμό, στον κοινωνικό ντετερμινισμό και την κοινωνική μηχανική.

Ακούγονται ίσως σαν σκέψεις πολυτελείας αυτά, σε μια συγκυρία κοινωνικού σοκ, αλλά δεν είναι. Η ανακούφιση του πλήθους των πληγέντων και των σιωπηλών αποκλεισμένων είναι βεβαίως το πρώτο καθήκον της δημοκρατικής κοινωνίας. Ταυτοχρόνως όμως έχουμε κατά νου τι είδους κοινωνία ανασυγκροτούμε, με ποιες αξίες, σε ποια θεμέλια: ασφαλώς όχι στα σαθρά θεμέλια της ατομικής αυτοπραγμάτωσης εκτός κοινότητας, της καταναλωτικής κατασπατάλησης, της λεηλασίας των φυσικών πόρων και της πολιτιστικής κληρονομιάς ― όλα όσα γεννούν ακαταπαύστως ανισότητα, αδικία, δυσφορία. Η ανασυγκρότηση με δημοκρατία και δικαιοσύνη, με αυτάρκεια, προϋποθέτει πνευματική αναδιάταξη, αναθεώρηση αξιών, διαπαιδαγώγηση και άσκηση. Για να φτάσουμε σε ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο για τον 21ο αιώνα.

khdeia_kostis

Η εκδημία του Κωστή Παπαγιώργη κλείνει μιαν εποχή, την εποχή που και ο ίδιος σφράγισε με την ακάματη σκέψη του και τη λαμπρή του πρόζα, με τις έκκεντρες πλην μετωπικές προσεγγίσεις του της ανθρώπινης συνθήκης, με τις οξυδερκείς περιγραφές του νεοελληνικού βίου.

Με το θάνατό του διαπιστώνουμε πόσο πολύ διαβάστηκε, πόσο βαθιά επηρέασε όλους όσοι διαμορφώνονταν πνευματικά από τη δεκαετία ’80 και εφεξής, σχεδόν δύο γενιές. Ο Παπαγιώργης εμύησε τους νεότερους στο κιαροσκούρο της μέθης, της αγοραφοβίας, της φιλίας, του αντινομικού Εικοσιένα, του Παπαδιαμάντη, του ευρωπαϊκού μηδενισμού, σε περιοχές όπου καμιά «σπουδασμένη πουλάδα» δεν πρόσφερε τίποτε ριψοκίνδυνο και εμπνευστικό, τίποτε άξιο να μοιραστεί. Ορισμένως, ξεδίψασε την αναγνωστική-στοχαστική δίψα των νεοτέρων του, λειτουργώντας παιδευτικά, σαν δάσκαλος που δεν ζητάει μίμηση και επανάληψη, αλλά σε ωθεί να βρεις τα όρια της δικής σου σκέψης, τη δική σου μοναξιά στον χρόνο και τον χώρο. [Το βιογραφικό στοιχείο που προέτασσε: Γεννήθηκε στην Υπάτη Φθιώτιδος, ο πατέρας του ήταν δάσκαλος. Σπούδασε νομικά και φιλοσοφία, χωρίς να ολοκληρώσει.]

Η εκδημία του μάς δείχνει προ πάντων πόσο αγαπήθηκε σαν συγγραφέας και πρόσωπο. Στο άκουσμα του θανάτου του, την εαρινή ισημερία, όλων τα λόγια ήταν λόγια αγάπης και τιμής, όλοι αποχαιρετούσαν έναν ακριβό φίλο· όλοι όσοι τον γνώριζαν από τα γραφτά του τον ένιωθαν δικό τους άνθρωπο, φίλο, δάσκαλο, οδηγό, συνομιλητή.

Είναι ο δημοφιλέστερος και πιο επιδραστικός συγγραφέας τα τελευταία τριάντα χρόνια, περισσότερο ίσως κι από ποιητές και πεζογράφους. Παράδοξο για έναν άνθρωπο που έγραφε για την αγοραφοβία και τη μισανθρωπία, που δεν εμφανιζόταν σε τηλεοράσεις και δημόσιους χώρους; Οχι, απεναντίας: πίσω από τον είρωνα συγγραφέα υπήρχε ο τρυφερός, ο ζεστός άνθρωπος, κι αυτό το μύριζαν οι χιλιάδες αναγνώστες του μέσα απ’ τις ραφές του κειμένου. Ενιωθαν ότι το γράψιμό του ήταν η ανάσα του, δεν ήταν πόζα και στυλ, δεν μετέδιδε στρογγυλά συμπεράσματα, δεν στρίμωχνε την πραγματικότητα σε ετοιματζίδικα σχήματα, δεν ήταν γκουρού, διδάχος, μεσσίας· ήταν οργανικός διανοούμενος με τον γκραμσιανό ορισμό, έκκεντρος και αυτόφωτος, αυθεντικός, θα προσθέταμε εμείς· ο ίδιος είχε φροντίσει από νωρίς να πει: «Τα κείμενα έρχονται απ’ εκεί που δεν τα περιμένουμε. Οχι από το πανεπιστήμιο, όχι από τις σπουδασμένες πουλάδες, αλλά από άσημα άτομα, ‘ψυχούλες’ που τα βρήκαν σκούρα και πήραν τη ζωή στα σοβαρά. Είναι εντυπωσιακή η δεινότητα στην έκφραση που δείχνει μια καρδιά με επείγουσες ανάγκες όταν στρώνεται στην δουλειά και αποφασίζει να τα μάθει όλα μόνη της.»

Ψυχούλα, καρδιά… Με τον τρόπο του Τσέχωφ, του Φλωμπέρ, του Μπαλζάκ, λιγότερο με τον τρόπο των φιλοσόφων, ο Παπαγιώργης έβαζε τον αναγνώστη του μέτοχο και υπεύθυνο στην ανθρώπινη κωμωδία. Γι’ αυτό ίσως οι αναγνώστες του τον λογάριαζαν σαν σύντροφο, δεκαετίες μετά τα διαβάσματα, και σαν φίλο τώρα τον αποχαιρετούν. Αυτοί οι χιλιάδες φίλοι, από εικοσάρηδες και τριαντάρηδες ώς τους συνομηλίκους του, του λένε από την Παρασκευή «γειά σου, Ασημάκη!», επαναλαμβάνοντας πολλαπλάσιο τον πένθιμο αποχαιρετισμό του Παπαγιώργη προς τον Χρήστο Βακαλόπουλο: «Ο νεκρός υπάρχει πλέον μονάχα στην καρδιά μας. Και ακόμα βαθύτερα. Είναι πια ο σιωπηλός των σιωπηλών.»

1024px-Eugène_Ferdinand_Victor_Delacroix_017

Σε αλλεπάλληλες συνομιλίες άκουσα αλλόκοτα τον εαυτό μου να αυτοσχεδιάζει γύρω από δύο μοτίβα: το φρόνημα στο παρόν, και ορόσημα του παρελθόντος.

Πρώτα, το φρόνημα. Η μακρά κρίση βιώνεται σαν χαμένος πόλεμος· αν εντοπίσουμε την πρώτη ρήξη στο 2010, από τότε ώς σήμερα το ρήγμα διαρκώς διευρύνεται, το σκάφος βουλιάζει όλο και πιο βαθιά, σε νερά ανεξερεύνητα, τέτοια που ουδέποτε είχαμε φανταστεί. Και για πολλούς είναι ήδη σαφές ότι δεν θα γυρίσουμε ποτέ στην προ ρήξης εποχή, δεν θα την πλησιάσουμε καν· απλούστατα, διότι έχει συντελεστεί ήδη μια ποιοτική μεταβολή. Ακόμη και αν ανακτηθούν εν μέρει οι ποσοτικές απώλειες ζωτικών δεικτών του κοινωνικού βίου, λ.χ. η τοξική ανεργία, η κοπιαστικά αποκτημένη νέα ισορροπία θα βρίσκεται σε εντελώς άλλη ιστορική πίστα, ο κοινωνικός σχηματισμός θα είναι διαφορετικός, είναι ήδη διαφορετικός.

Στα χρόνια της βίαιης προσαρμογής έχουν ήδη μετασχηματιστεί βαθιά η διοίκηση, το εργασιακό περιβάλλον, οι δικαιικές δομές, η κατανομή του πλούτου, οι ταξικές διαστρωματώσεις. Κινούμαστε σαν υπνοβάτες μέσα σε μια νέα πραγματικότητα, που δεν την αντιλαμβανόμαστε γιατί νομίζουμε ότι ζούμε μέσα στο όνειρο κάποιου άλλου ― αλλά αυτός ο άλλος είμαστε εμείς.

Μέσα σε αυτή την επώδυνη υπνοβασία, με όλο και συχνότερα τινάγματα-επαναφορές στην πραγματικότητα, διαπιστώνουμε ότι η μεγαλύτερη απώλεια του ακήρυκτου πολέμου είναι το φρόνημα. Υπό πολλές έννοιες: απώλεια αυτοπεποίθησης, απώλεια αυτοεικόνας, καταρρακωμένο ηθικό, σύγχυση ταυτότητας, βύθιση στην ετερονομία, καταφυγή στη φενάκη. Ευλόγως. Για πολλούς Ελληνες η προσαρμογή έχει σημάνει οιονεί έκλειψη μέλλοντος. Μπορεί όμως να αφαιρεθεί το μέλλον, να τελειώσει η ιστορία; Οχι. Σίγουρα όμως η νέα ιστορική περίοδος που ανοίγεται μπροστά μας δεν θα είναι περίοδος ακμής υπό τους παραδοσιακούς όρους· θα είναι η ουρά της παρακμής ταυτόχρονα με τη σταθεροποίηση σε άλλη στάθμη· δεν λέω χαμηλότερη, άλλη. Και πορεία σε νέες συντεταγμένες. Αυτό είναι το ευνοϊκότερο σενάριο.

Οσο συντομότερα αντιληφθούμε αυτό τον ιστορικό μετασχηματισμό, τόσο συντομότερη θα είναι η επίπονη συνύπαρξη της ουράς του παρακμιακού παρελθόντος μέσα στην αναδυόμενη σταθεροποίηση. Εδώ υπεισέρχεται η μεγάλη σημασία της ανάκτησης του φρονήματος· μάλλον, η κατασκευή νέου φρονήματος, αναβαπτισμένης αυτοεικόνας και ταυτότητας. Ετσι ώστε να εμφανιστεί ξανά ισχυρή η βούληση, η απόφαση και η δράση των κοινωνικών υποκειμένων. Μόνο αν θέλει να σωθεί με τις δικές της δυνάμεις προς τη δική της κατεύθυνση, θα σωθεί η κοινωνία· μόνο αν σκεφτεί τη σωτηρία ως πρωτίστως και αποκλειστικώς δική της υπόθεση, θα αποφασίσει και θα δράσει. Πολύ αδρά, η ανάκτηση-κατασκευή φρονήματος είναι ο αναγκαίος όρος για την επιβίωση, αλλά σημαίνει επίσης και το αναγκαίο κοπιώδες πέρασμα της κοινωνίας από την παθητική ετερονομία σε μια ενεργητική αυτονομία.

Δεύτερος αυτοσχεδιασμός, η βύθιση σε ορόσημα του παρελθόντος. Παραμονή της 25ης Μαρτίου, ας προσπαθήσουμε να δούμε όχι διαζευκτικά, αλλά επάλληλα και παραπληρωματικά, δύο πηγές νοήματος για τον νεότερο ελληνισμό: το Ναυαρίνο και το Μεσολόγγι. Στο πρώτο, η υλική ισχύς των Μεγάλων Δυνάμεων της θάλασσας κατατρόπωσε τη θνήσκουσα αυτοκρατορία και επέτρεψε στην ηττώμενη Επανάσταση να συνεχίσει, έως την ίδρυση του κράτους· κράτους τυπικά ανεξάρτητου, αλλά υπό την κηδεμονία των Δυνάμεων του Ναυαρίνου.

Εντούτοις οι Ελληνες του νεοπαγούς κρατιδίου τοποθέτησαν την κοιτίδα τους αλλού: σε έναν τόπο υλικής ήττας, συμβολικής θυσίας και νικηφόρου μαρτυρίου, στο Μεσολόγγι. Στον τόπο που πέθανε ο ρομαντικός λόρδος Βύρων, τον τόπο που απαθανάτισε ο ρομαντικός κόμης Σολωμός. Ενα ρομαντικό ορόσημο εμπνέει τον ποιητή, που επινοεί τη γλώσσα της ποιήσεώς του και τη γλώσσα του έθνους-κράτους με υλικά και μέθοδο αμιγώς ρομαντικά. Πολύ περισσότερο: μπολιάζει το έθνος με ρομαντισμό, βάζει τους συγκαιρινούς και τους μεταγενέστερους να αναμετριούνται με το υψηλό, ορίζει το αληθές ως διαρκές χρέος, το κοινό και το κύριο ως παντοτινή έγνοια.

Το Ναυαρίνο είναι η πολιτική, και μια νίκη που δεν είναι δική μας. Το Μεσολόγγι είναι το συμβολικό κεφάλαιο, και μια θυσιαστική ήττα που είναι δική μας νικηφόρος, σαν βούληση και σαν απόφαση. Και τα δύο είναι ιστορία. Ποιο ιδρυτικό Ναυαρίνο μπορούμε να περιμένουμε δύο αιώνες αργότερα; Μάλλον συνέβη, και ήταν το πρόγραμμα διάσωσης, aka Μνημόνιο. Απομένει το Μεσολόγγι, υψηλό, επώδυνο, δραματικό, εξίσου ιδρυτικό.

Εικόνα: Eugène Delacroix, La Grèce sur les ruines de Missolonghi. 1826. Musée des Beaux-Arts de Bordeaux

Eπανερχόμαστε. Ποιες σκέψεις, αναλύσεις και προβληματισμοί αναπτύσσονται σήμερα στα ευρωπαϊκά κέντρα διαμόρφωσης πολιτικής; Αφορμή, ο 155ος Κύκλος Bergerdorf που διοργάνωσε στην Αθήνα το Ιδρυμα Koerber την περασμένη εβδομάδα, με τη συμμετοχή πολιτικών, ακαδημαϊκών, αξιωματούχων της E.E., αναλυτών think tanks και δημοσιογράφων.

Το κορυφαίο θέμα της διεθνούς επικαιρότητας και απαρχή μιας νέας θερμότερης εποχής, η Ουκρανία, απασχόλησε έντονα τον κύκλο συνομιλητών. Πώς απασχολούν την Ευρώπη ο Ατλαντικός και η Ευρασία; Σύμφωνα με μια προσέγγιση, η Ε.Ε. οφείλει να θέσει τρεις προτεραιότητες: να στραφεί προς την Ανατολή, που «διψά» για Ευρώπη, και να βάλει σε δεύτερη μοίρα τον ευρωσκεπτικιστικό Νότο· να διευρύνει τη σχέση της με τη στρατηγικής σημασίας νεοϊσλαμική Τουρκία· να εμβαθύνει την διατλαντική συμμαχία. Οπως ειπώθηκε, η ισχυρή οικονομικά Γερμανία διαθέτει μόνο soft power, την Ευρώπη προστατεύει η οπλική ομπρέλα των ΗΠΑ. Το προωθούμενο Σύμφωνο Ελευθέρου Εμπορίου ΗΠΑ-Ε.Ε. είναι η άλλη μείζων πτυχή της διατλαντικής συμμαχίας.

Η προειρηθείσα προσέγγιση, ουσιαστικά μια βολονταριστική προτροπή για πιο ενεργητική εξωτερική πολιτική της Ε.Ε., περιέχει κάποιες αντιφάσεις και προκάλεσε αντιρρήσεις. Οι Γερμανοί πολιτικοί είναι πολύ επιφυλακτικοί απέναντι στο ενδεχόμενο να αναλάβουν ηγεμονικά τα ηνία της Ε.Ε. και να διαμορφώσουν την εξωτερική πολιτική της, παρότι φαίνεται ότι στην πράξη το κάνουν. Εξάλλου μια κοινή εξωτερική πολιτική επί θερμών πεδίων έχει φανεί δυσχερέστατη, όπως έδειξε ο διχασμός σε «παλαιά» και «νέα» Ευρώπη κατά τον πόλεμο στο Ιράκ. Στο τρέχον θέμα των κυρώσεων κατά της Ρωσίας, η Βρετανία και η Αυστρία είχαν αντιρρήσεις εξαρχής, λόγω ισχυρών δεσμών με ουκρανικά και ρωσικά κεφάλαια, και τώρα προστίθενται οι επιφυλάξεις της Γαλλίας.

Οι σημαντικότερες επισημάνσεις αφορούν τη δομή της ρωσικής εξουσίας και τις ρωσοευρωπαϊκές σχέσεις, σε μια εποχή που σηματοδοτείται από την δυναμική επάνοδο της παραδοσιακής γεωπολιτικής. Ο Πούτιν μπορούσε να ελέγξει την Κριμαία οικονομικά και πολιτικά, χωρίς στρατιωτικά μέσα. Η εμφάνιση στρατιωτικών δυνάμεων περιέχει ισχυρό συμβολισμό, στέλνει ένα μήνυμα στον κόσμο: το πεδίο ορίζεται από όποιον διαθέτει ισχύ σε όλες τις μορφές της, όχι μόνο οικονομική. Η ουκρανική κρίση δείχνει ότι τα σύνορα δεν είναι παγιωμένα, όπως επί Ψυχρού Πολέμου· ρευστοποιούνται. Οπως η Ε.Ε. είναι ένα δυναμικό σχέδιο σε διαρκή μεταμόρφωση, έτσι και η Ρωσία: τη δεκαετία του ’90 ήταν αδύναμη, όχι πια, τώρα αναδύεται ως αυτοκρατορία, με επικεφαλής τον Πούτιν, αλλά χωρίς διάδοχο πρόσωπο ή σχήμα. Ως εκπαδευμένο στέλεχος των υπηρεσιών πληροφοριών, ο Ρώσος ηγέτης στηρίζεται στη γνώση του αντιπάλου, στις γρήγορες αποφάσεις και στην ικανότητα να στρατολογεί ανθρώπους ― όχι σε θεσμούς. Σημείο καμπής για τον αυξημένο συγκεντρωτισμό του ήταν το 2012, όταν λαός και πολιτικοί αμφισβήτησαν την απόλυτη εξουσία του· έκτοτε εξασφάλισε τον πλήρη έλεγχο όλων των κέντρων ισχύος.

Ο Πούτιν γνωρίζει πολύ καλά την Ε.Ε.· η Ε.Ε. δεν γνωρίζει πολλά για τη δομή του βαθέος ρωσικού κράτους, ακόμη και για την ψυχολογία του ρωσικού λαού. Π.χ. είναι ευρέως διαδεδομένη η λαϊκή αντίληψη ότι η Ευρώπη είναι αδύναμη και σε ηθική παρακμή· κι αυτή την αντίληψη φαίνεται να τη συμμερίζεται ο Πούτιν ή τουλάχιστον να τη χειρίζεται.

Σε αυτό το νέο γεωπολιτικό και ιστορικό πλαίσιο, η Γερμανία εφόσον επιθυμεί να ηγεμονεύσει, πρέπει να κερδίσει τη νομιμοποίησή της εντός της Ε.Ε. και να δράσει εναντίον των βραχυπρόθεσμων συμφερόντων της, προκειμένου να εξυπηρετήσει μακροπρόθεσμους στόχους και να κρατήσει ενωμένη την Ε.Ε. ― κάτι που δεν έπραξε κατά την κρίση του 2008-2010.

Το 1974 το θυμόμαστε στην Ελλάδα σαν χρονιά πτώσης της δικτατορίας και επανόδου της δημοκρατίας. Απωθούμε το άλλο μείζον συμβάν του 1974, απότοκο της προδοτικής δράσης της δικτατορίας Ιωαννίδη: το πραξικόπημα κατά του Προέδρου Μακαρίου στην Κύπρο και τη συνακόλουθη εισβολή τουρκικών στρατευμάτων. Το 1974 είναι η χρονιά μιας μείζονος εθνικής ήττας, η οποία άφησε την Κύπρο διαιρεμένη, με το βόρειο τμήμα υπό στρατιωτική κατοχή· ένα ανεξάρτητο κυρίαρχο κράτος μέλος του ΟΗΕ, η Κυπριακή Δημοκρατία, είχε εν μέρει καταληφθεί από δυνάμεις ξένης χώρας.

Ακολούθησαν πολλές αποφάσεις και ψηφίσματα του ΟΗΕ και πολλές διπλωματικές δράσεις, για να επιτευχθεί η ειρηνική επανένωση και η συγκρότηση ενός κράτους που θα περιλάμβανε τις δύο κοινότητες, την ελληνοκυπριακή και την τουρκοκυπριακή. Ολες απέβησαν άκαρπες. Τελευταία διεθνής πρωτοβουλία ήταν το Σχέδιο Ανάν, το 2004, το οποίο ετέθη σε δημοψήφισμα και καταψηφίστηκε με μεγάλη πλειοψηφία από τους πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας, ενώ υπερψηφίστηκε από την τουρκοκυπριακή κοινότητα.

Δέκα χρόνια μετά την αποτυχία του, το Σχέδιο Ανάν επανέρχεται υπό άλλη ενδυμασία αλλά με την ίδια ουσία. Το κείμενο της κοινής διακήρυξης Αναστασιάδη-Ερογλου, βάσει του οποίου θα ξεκινήσουν συνομιλίες για επίλυση του Κυπριακού, έχει δημοσιευθεί, έχει σχολιασθεί, και έχει προκαλέσει ήδη τους πρώτους τριγμούς στο πολιτικό σύστημα της Λευκωσίας: το συγκυβερνών κόμμα ΔΗΚΟ αποχώρησε από την κυβέρνηση Αναστασιάδη ασκώντας δριμεία κριτική στο κείμενο της κοινής διακήρυξης.

Σε αδρές γραμμές η κοινή διακήρυξη αντλεί στοιχεία τόσο από το απορριφθέν Σχέδιο Ανάν, όσο και από τις διμερείς διαπραγματεύσεις Χριστόφια-Ταλάτ που τερματίστηκαν πριν από τρία χρόνια. Τα αγκάθια παραμένουν: προβλέπεται η διάλυση της Κυπραικής Δημοκρατίας και η δημιουργία μιας ομοσπονδίας με δύο συνιστώσες κρατικές οντότητες, με δύο κυριαρχίες, με δύο ιθαγένειες, και σταθμισμένη ενίσχυση 4:1 της ψήφου των Τουρκοκυπρίων έναντι των Ελληνοκυπρίων στις ομοσπονδιακές εκλογές. Σε ομοσπονδιακό επίπεδο, σε περίπτωση αδιεξόδου λόγω διαφωνίας, προστρέχουν οι εγγυήτριες δυνάμεις ως διαιτητές, δηλαδή Τουρκία, Βρετανία, Ελλάδα ― πρόσφατα ακούστηκε ότι μπορεί να προστεθεί το ΝΑΤΟ.

Είναι πρόδηλο, σχεδόν βέβαιο, ότι ένα τέτοιο κρατικό μόρφωμα, που υιοθετεί καινοτομίες όπως η διπλή κυριαρχία και διπλή ιθαγένεια και που καταπατά τη δημοκρατική αρχή της πλειοψηφίας, βρίσκεται εκτός ευρωπαϊκού δικαιικού κεκτημένου αλλά και εκτός των αρχών που διέπουν τον ΟΗΕ, και σίγουρα θα αποδειχθεί δυσλειτουργικό και εντέλει μη βιώσιμο. Εμπειροι διεθνολόγοι λένε ότι ανάλογες κατασκευές μπορούμε να συναντήσουμε μόνο σε νεοπαγή μορφώματα που προέκυψαν μετά από πολέμους, όπως στη Βοσνία και το Κόσσοβο, ή στην περίπτωση του Καμερούν· σε καμία περίπτωση όμως δεν σημειώθηκε αυτοδιάλυση κυρίαρχου κράτους, μέλους του ΟΗΕ.

Είναι δίκαιο ασφαλώς να προστατεύεται μία εθνική μειονότητα έναντι της πλειονότητας και να διασφαλίζεται η ισοτιμία των ομόσπονδων μερών, αλλά και παράλογο να καταργείται εντελώς η ισοτιμία των πολιτών και το δημοκρατικό δικαίωμα της πλειοψηφίας να κυβερνά. Επί της ουσίας, προωθείται μια εσωτερική διχοτόμηση, από την οποία οι Ελληνοκύπριοι μόνο απώλειες και ανασφάλεια μπορούν να περιμένουν.

Η ασφυκτική πίεση του διεθνούς παράγοντα, που επιθυμεί μια διευθέτηση στη ΝΑ Μεσόγειο, είναι δεδομένη. Το ενδιαφέρον των ΗΠΑ εστιάζεται στην ανασυγκρότηση του τουρκοϊσραηλινού άξονα, με υπομόχλια τους υδρογονάνθρακες και την Κύπρο. Οι ενεργειακοί πόροι δεν αφήνουν αδιάφορη και τη Γερμανία, η οποία δια του bail in και του Mνημονίου έδειξε ότι μπορεί να επηρεάζει αποφασιστικά τις τύχες της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αλλωστε η ρητορική των υποστηρικτών της νέας λύσης εντός της νήσου χρωματίζεται από τον επείγοντα χαρακτήρα και από το πακετάρισμα του πολιτικού με το οικονομικό: αν δεν δοθεί η λύση τώρα, θα χαθούν οι υδρογονάνθρακες. Οι υποστηρικτές του σχεδίου υπολογίζουν ακόμη στην κόπωση και τον φόβο του κυπριακού λαού, μετά το επιθετικό bail in και την βαθιά κρίση που μαστίζει την εγχώρια οικονομία. Υπολογίζουν ότι με τους κατάλληλους χειρισμούς θα καμφθεί το 75,83% που καταψήφισε το σχέδιο Ανάν το 2004· άλλωστε από τουρκοκυπριακής πλευράς έχει δηλωθεί ότι τώρα δημοψήφισμα θα γίνει μόνο αφού διασφαλιστεί μέσω δημοσκοπήσεων ότι το αποτέλεσμα θα είναι θετικό.

Μια καλυμμένη διχοτόμηση της Κύπρου θα έχει ασφαλώς δυσμενέστατες επιπτώσεις και στο ελλαδικό κράτος, του οποίου η γεωπολιτική σημασία θα εξασθενήσει αποφασιστικά, κυρίως έναντι του νευρικού μεγάλου γείτονα. Πολύ περισσότερο, που και τα δύο κράτη σήμερα, η Ελληνική και η Κυπριακή Δημοκρατία, εξασθενημένα από την σφοδρή οικονομική κρίση, στερούνται διπλωματικού κεφαλαίου και συμμαχιών, ενώ το διεθνές περιβάλλον καθίσταται διαρκώς ασταθέστερο.

Αναμένονται βεβαίως πάντα οι αντιδράσεις των πολιτικών δυνάμεων και των πολιτών. Στην Κύπρο το ΔΗΚΟ, υπό τον Νικόλα Παπαδόπουλο, διαφώνησε ανοιχτά με τις πρωτοβουλίες του Προέδρου Αναστασιάδη και αποχώρησε από την κυβέρνησή του. Το ΑΚΕΛ τηρεί επιφυλακτική στάση, καθώς οι οπαδοί του είναι αποδεδειγμένα εχθρικοί προς το σχέδιο Ανάν, ενώ η ηγεσία είναι βαριά τραυματισμένη από την αποτυχημένη διακυβέρνηση του Προέδρου Χριστόφια. Τα υπόλοιπα «αντι-ανανικά» κόμματα είναι σκόρπια.

Στην Ελλάδα επικρατεί επιφυλακτικότητα. Ο πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς είχε ταχθεί ανοιχτά εναντίον του Σχεδίου Ανάν, τώρα σιωπά· και είναι γνωστό ότι οι σχέσεις του με τον Πρόεδρο Αναστασιάδη δεν είναι οι καλύτερες. Ο ΣΥΡΙΖΑ επισήμως κρατά πολύ προσεκτική στάση δια του προέδρου του, Αλέξη Τσίπρα· ο οποίος θυμάται τον υπερβάλλοντα φιλοανανικό ζήλο του προδρόμου Συνασπισμού το 2004, και ασφαλώς γνωρίζει ότι τα παρόντα διακυβεύματα είναι απείρως σοβαρότερα. Το ΚΚΕ και οι ΑΝ.ΕΛ. τάσσονται εναντίον της κοινής διακήρυξης. Σε κάθε περίπτωση, οι πολιτικές ηγεσίες στην Ελλάδα γνωρίζουν ότι κάθε βεβιασμένη κίνηση και κάθε τετελεσμένο στο Κυπριακό μπορεί αίφνης να αποκτήσει εξαιρετικά βαρύνουσα σημασία στο εσωτερικό μέτωπο, με απρόβλεπτες συνέπειες.

Σε κάθε ελληνική οικογένεια υπάρχει ένας τουλάχιστον άνεργος. Συνήθως είναι ένα «παιδί», 20, 25, 30, 30-κάτι χρονών, που μπορεί να μην έχει προλάβει καν να μπει στον κόσμο της εργασίας· να σπούδασε 4, 5, 10 χρόνια, να κρέμασε τα πτυχία, τα μάστερ και τα ντοκτορά και τώρα να αποστέλλει βιογραφικά, όλο και πιο μελαγχολικά. Δεν είναι υπόθεση, δεν είναι μεγεθυμένη προβολή, είναι εμπειρία καθημερινή και διαρκής, σε εκατοντάδες νοικοκυριά συνομηλίκων.

Πού θα φτάσει; Δύο στους τρεις νέους Ελληνες αδυνατούν να βρουν την πρώτη μυητήρια δουλειά τους· και ο τυχερός ένας βρίσκει συνήθως δουλειά κατώτερη των τυπικών προσόντων του και με μισθό που δεν του επιτρέπει να στήσει σπιτικό, να κάνει παιδί. Το ιστορικό σοκ, διαρκές από το 2010 έως σήμερα, έδειξε γυμνούς τους αρμούς του ελληνικού παραγωγικού σχηματισμού: από δεκαετίας ήδη, οι πολυπτυχιούχοι, υπερειδικευμένοι βλαστοί της μεσαίας τάξης δεν απορροφούνταν· η καχεκτική ελληνική οικονομία απλούστατα δεν τους χρειαζόταν, δεν μπορούσε να τους χρησιμοποιήσει. Η εγχώρια αγορά εργασίας είχε προσανατολιστεί στις υπηρεσίες, που ζητούσαν χαμηλή ή μέση ειδίκευση· δεν ζητούσαν ερευνητές και καινοτόμους επιστήμονες, πόσο μάλλον πολυπτυχιούχους ανθρωπιστικών επιστημών. Εχει περιγραφεί άριστα από το 2010, σε έρευνα του Πανεπιστημίου Μακεδονίας υπό τον καθηγητή Λόη Λαμπριανίδη. Το διάστημα 2009-11, σύμφωνα με τον ίδιο ερευνητή, από τους 120.000 μεταναστεύσαντες, οι μισοί είχαν μάστερ ή διδακτορικό, ενώ το 60% δεν αναζήτησε εργασία στην Ελλάδα προτού φύγει.

Οι νέοι με τις λαμπρές σπουδές, που τώρα μεταναστεύουν ή μένουν άεργοι στα σπίτια των γονιών τους, αποτελούν την ουρά μιας μακράς διαδικασίας σχηματισμού μεσαίας τάξης κατά τη μεταπολεμική περίοδο. Οι γονείς τους είναι οι εγχώριοι baby boomers, που απήλαυσαν σε μεγάλο βαθμό τις εκπληρωμένες προσδοκίες της ειρηνικής αναπτυσσόμενης Ευρώπης μετά τον Δεύτερο Πόλεμο. Ειδικότερα, στην Ελλάδα, οι γεννηθέντες μετά τις αρχές της δεκαετίας ’50, ήταν οι γενιές που βρήκαν ανοιχτές τις πόρτες των δημόσιων γυμνασίων και πανεπιστημίων και τις διάβηκαν μαζικά και δημοκρατικά. Για αυτές τις περίπου δύο γενιές, η μόρφωση, τυπική και ουσιαστική, το πανεπιστημιακό «χαρτί» και η διάχυτη αγάπη για τα γράμματα, ήταν διαβατήριο κοινωνικής ανόδου αλλά και ηθική καταξίωση. Για τους φοιτητές του ’60, του ’70, του ’80, η πανεπιστημιακή ζωή αποτελούσε συχνά πέρασμα σε μια άλλη πνευματική πίστα, και όχι μόνο με όρους επαγγελματικής σταδιοδρομίας και κοινωνικής κινητικότητας. Ηταν μια μακρά περίοδος μύησης στην τέχνη και στον αστικό βίο, στον κινηματογράφο, τη λογοτεχνία, τις ιδέες, την ποπ κουλτούρα, τα ταξίδια. Οχι για όλους, και όχι με την ίδια ένταση, αλλά σε αυτές τις δεκαετίες μέσα από το πανεπιστήμιο αναδύθηκε μια νέα τάξη μορφωμένων μεσοαστών, που προσπάθησε εν συνεχεία να διαμορφώσει δικό της αξιακό πλαίσιο, πρώτα-πρώτα προεκτείνοντας τη λατρεία της μόρφωσης στα παιδιά τους ― αυτά τα πολυπτυχιούχα παιδιά της ανεργίας ή της υπερορίας, που λέγαμε στην αρχή.

Χωρίς να ισχυρίζομαι ότι τα πτυχία είναι μόρφωση ―κάθε άλλο―, θέλω εντούτοις να επισημάνω ότι το σοκ της πτώχευσης μαζί με την εν εξελίξει υλική ταπείνωση της μεσαίας τάξης συνεπιφέρει και έναν άλλον μετασχηματισμό: αξιακό. Η πανεπιστημιακή εκπαίδευση δεν έχει αντίκρυσμα στην αγορά εργασίας· οι πολυετείς δαπάνες των οικογενειών δεν οδηγούν σε επαγγελματική εξασφάλιση των τέκνων. Οι πληγωμένες μικρομεσαίες οικογένειες τα τελευταία χρόνια δυσκολεύονται ή αδυνατούν να σπουδάσουν τα παιδιά τους, σε μακρινό ή ξένο πανεπιστήμιο. Το πάνδημο προνόμιο της ανώτατης εκπαίδευσης, φαλκιδευμένο ήδη, θα περιορίζεται, θα στενεύει.

Μαζί με την τρέχουσα εργασιακή απαξίωση του πτυχίου, μαζί με την αναδυόμενη δύσκολη πρόσβαση στο πανεπιστήμιο, για μια μεταβατική περίοδο τουλάχιστον, θα έρθει και μια περαιτέρω υποτίμηση της αξίας των γραμμάτων, της ουσιαστικής μόρφωσης. Η οποία είχε ήδη αρχίσει να συντελείται με την ποσοτικοποίηση και την υπερειδίκευση των πανεπιστημιακών σπουδών και με την απογύμνωση της μέσης εκπαίδευσης. Νέα αξία θα είναι η επιβίωση παντί τρόπω, το γυμνό μεροκάματο του νεοπληβείου.

Πώς θα ανανεωθεί πνευματικά αυτή η δημογραφικά φθίνουσα κοινωνία, όταν τα παιδιά της βιαίως συρρικνούμενης μεσαίας τάξης πάψουν να την τροφοδοτούν με τη ζωτικότητα, το πνεύμα, τα ταλέντα και τις δεξιότητες τους; Αδηλον. Προς το παρόν, κινούμαστε με τα έτοιμα, και με το, πληθωρικό ακόμη, συμβολικό κεφάλαιο των βλαστών μας.

Η πρόσφατη ένταξη δεκαεννέα ακινήτων του υπουργείου Πολιτισμού στο χαρτοφυλάκιο του ΤΑΙΠΕΔ εντάσσεται ασφαλώς σε μια πολιτική, που υπαγορεύει την εξπρές πώληση αξιών του δημοσίου για αποπληρωμή των δανειστών. Με την ίδια επείγουσα λογική το τεράστιο ακίνητο του πρώην αεροδρομίου Ελληνικού αποσπάσθηκε από τον οργανισμό διαχείρισής του, εντάχθηκε κι αυτό στο χαρτοφυλάκιο του ΤΑΙΠΕΔ και εκποιείται με συνοπτικές διαδικασίες στον μοναδικό αγοραστή.

Εγείρονται συμβατικές εύλογες ενστάσεις για την πραγματική αξία αυτών των ακινήτων του δημοσίου, και την στρατηγική απαξίωση που υφίστανται με την εσπευσμένη πώλησή τους και όχι με μια συνδυασμένη στρατηγική ανάπτυξής τους. Στην περίπτωση των ακινήτων της Πλάκας τίθενται και άλλα ζητήματα: απαξίωσης ανεκτίμητου συμβολικού κεφαλαίου, εθνικού και ιστορικού, και ενδεχομένως εξυπηρέτησης ιδιοτελών σκοπών.

Η ζώνη γύρω από την Ακρόπολη, η Πλάκα και τα Αναφιώτικα, έχουν χαρακτηριστεί από την UNESCO ως ζώνη επιρροής, ζώνη μαξιλάρι (buffer zone) γύρω από το κορυφαίο μνημείο του οικουμενικού πολιτισμού. Η απαλλοτρίωση ακινήτων από το υπουργείο Πολιτισμού έγινε ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, επειδή όλη η περιοχή έχει υψηλό αρχαιολογικό ενδιαφέρον· και επιπλέον έχει ανεξαγόραστη συμβολική αξία για το νεοελληνικό κράτος. Υπό την σκιά της Ακροπόλεως αναπτύχθηκαν το Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο, και οι οικίες πολλών αγωνιστών και επιφανών προσώπων του νεότευκτου κράτους.

Φυσικά, η περιοχή προσελκύει αγοραστές με μεγάλη οικονομική επιφάνεια, ιδίως μετά τις πολεοδομικές αναβαθμίσεις της ιστορικής παλιάς Αθήνας, από υπουργούς όπως ο Αντώνης Τρίτσης και ο Στέφανος Μάνος, αλλά και η Μελίνα Μερκούρη των αρχαιολογικών απαλλοτριώσεων.

Πωλείται λοιπόν και η ζώνη προστασίας της Ακροπόλεως; Η λοίδορη προτροπή της γερμανικής Bild θα βρει εφαρμογή; Τότε, ιδού κι άλλα: στο Κτηματολόγιο του υπουργείο Πολιτισμού περιλαμβάνονται 220 δημόσια ακίνητα στην Πλάκα, 68 στα Αναφιώτικα, 108 στην Ακαδημία Πλάτωνος, 40 στον Κεραμεικό, 355 στη Μεσαιωνική Πόλη της Ρόδου. Ολα.

Μια δεκαετία πέρασε από τη συγγραφή του Συντάγματος της Ευρωπαϊκής Ενωσης και τους κλυδωνισμούς που υπέστη. Πρώτα αφαιρέθηκε από την τελική μορφή του προοιμίου, ο σαφής ορισμός των πολιτισμικών θεμελίων της Ευρώπης: η ελληνορωμαϊκή παράδοση, ο χριστιανισμός, ο ιουδαϊσμός. Οι τρεις λόφοι δηλαδή, που ανέφερε ο πρόσφατα ο Γερμανός Πρόεδρος Γιόακιμ Γκάουκ, αντικρίζοντας την Ακρόπολη: οι λόφοι της Αθήνας, της Ρώμης, της Ιερουσαλήμ.

Στη δεκαετία που πέρασε πολλά συνέβησαν. Το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα συρρικνώθηκε ιστορικο-ιδεολογικά, με απαλοιφή των τριών προειρηθέντων πυλώνων, ώστε να μην αποκλείονται ή προσβάλλονται άλλες δοξασίες και καταγωγές. Το μοντάζ όμως δεν ήταν ικανό για να υπερψηφιστεί το Σύνταγμα από τους Ευρωπαίους πολίτες· ο φιλόδοξος καταστατικός χάρτης ατύχησε όταν εξετέθη στην καθολική λαϊκή ψήφο, και πέρασε μόνο με τις ψήφους των πειθαρχημένων εθνικών κοινοβουλίων.

Εν τω μεταξύ συνέβη η μεγάλη κρίση του 2008, όταν η φούσκα της χρηματοπιστωτικής απληστίας εξερράγη στα χέρια των κυβερνήσεων που υμνούσαν την ελεύθερη-αυτορυθμιζόμενη αγορά, με βαρύ ή και αβάστακτο κόστος για τους ευρωπαϊκούς λαούς. Η κρίση, μεταξύ άλλων, έδειξε τα όρια αντοχής της νομισματικής ένωσης, έδειξε το κενό της ανύπαρκτης πολιτικής ένωσης, και έδειξε επίσης ότι ο φεντεραλισμός ήταν απλώς ένα κενό γράμμα, η ομοσπονδία ελευθέρων κρατών ήταν μια ξεχασμένη διακήρυξη· η κρίση ρευστότητας, η κρίση χρέους, η κρίση του χρηματοπιστωτικού τομέα, κάθε πτυχή της κρίσης αντιμετωπίστηκε διακυβερνητικά, όχι φεντεραλιστικά, με γνώμονα τον συσχετισμό ισχύος των κρατών-μελών και όχι τις παλαιές διακηρύξεις πίστης σε κοινά ιδεώδη σύγκλισης και συνοχής. Υπό μία έννοια, η πολιτική έπαιρνε την εκδίκησή της, απέναντι σε μια κενή περιεχομένου ρητορική και σε μια τεχνοκρατική διαχείριση της εξουσίας.

Πριν από μερικές ημέρες, η Πολιτισμική Επιτροπή της Ε.Ε., αποτελούμενη από είκοσι επιφανείς Ευρωπαίους του πνεύματος και των τεχνών, παρουσίασε ένα σύντομο πλην φιλόδοξο κείμενο, τη «Νέα αφήγηση για την Ευρώπη». Η παρουσίαση έγινε στο Βερολίνο, ενώπιον του προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Χ. Μπαρόζο και της Γερμανίδας καγκελαρίου Ανγκελα Μέρκελ.

Το καλογραμμένο, καίτοι επιφανειακό, κείμενο φιλοδοξεί προφανώς να καλύψει το πνευματικό και ιδεολογικό κενό που καθίσταται όλο και εμφανέστερο στη συζήτηση περί Ευρώπης. Προσπαθεί να απαντήσει στις ανησυχίες των όλο και περισσότερων ευρωσκεπτικιστών πολιτών, να διασκεδάσει τους φόβους, να τονώσει τον καχεκτικό φεντεραλισμό έναντι του αναζωπυρωμένου εθνικισμού, και δη του ακροδεξιού. Εξ ου και οι συντάκτες του εντοπίζουν τα ιστορικά ορόσημα της μεταπολεμικής Ευρώπης, στα οποία πλάι στον μη πόλεμο και την Πτώση του Σιδηρού Παραπετάσματος (sic), εντάσσουν την έκρηξη της χρηματοπιστωτικής φούσκας· εκεί επισημαίνεται και μια υπόρρητη αντίφαση της σύγχρονης Ευρώπης: αφενός η μεσσιανική υποδοχή της ελεύθερης αγοράς, αφετέρου, η δραματική σύγκρουση της ελεύθερης αγοράς με την κοινωνική πραγματικότητα.

Οι συντάκτες της Νέας Αφήγησης δεν διστάζουν να αναφέρουν τους τρεις λόφους του Προέδρου Γκάουκ, αλλά η ρητορική τους κορυφώνεται με το διφυές όραμα «Αναγέννηση – Κοσμοπολιτισμός». Εδώ όμως διαφαίνονται οι περιορισμοί της ρητορικής τους. Οπως ευλόγως αναρώτηθηκε ο Γιώργος Πρεβελάκης, καθηγητής γεωπολιτικής στη Σορβόννη, κάθε άλλο παρά ευρωσκεπτικιστής: «Οι Αναγεννήσεις συμβαίνουν, δεν διατάσσονται άνωθεν. Ο Κοσμοπολιτισμός δεν μονοπωλείται. Τι διακρίνει τον Ευρωπαίο κοσμοπολίτη από τον Αμερικανό;» Και τον Αυστραλό και τον Βραζιλιάνο και τον Ιάπωνα κ.ά. θα προσθέταμε.

Η Νέα Αφήγηση περιέχει αδυναμίες και αντιφάσεις. Πολλές. Εντούτοις και μόνη η γέννησή της δείχνει ότι η συζήτηση για την Ευρώπη δεν μπορεί πια να εξαντλείται σε ανακύκλωση τεχνοκρατικών δοξασιών, ενώ σωρεύονται πολιτικά και κοινωνικά ερείπια. Οι πνευματικές και πολιτισμικές προϋποθέσεις συγκρότησης μιας ευρωπαϊκής ταυτότητας παίρνουν επιτέλους τη θέση τους πλάι στους εμφανέστερα ταλαιπωρημένους κοινωνικούς και πολιτικούς όρους.

kairos2

Ειδήσεις στο αυτοκίνητο. Ουκρανία, Ρωσία, Ευρώπη, ΗΠΑ, μνήμες Ψυχρού Πολέμου μηδέποτε εξαφανισθέντος, μνήμες σχεδίων Βίσμαρκ και δογμάτων γεωπολιτικής στην Ευρασία. Το παρελθόν αναδύεται στο παρόν μεταμορφωμένο. Ειδήσεις από την Ελλάδα: η τρόικα σαν μέρα της μαρμότας, μικροκινήσεις ενόψει ευρωεκλογών, και μια κουβέντα με τεράστιο συμβολικό βάρος από νεόκοπο πολιτικό ηγέτη: «Δεν έχουμε το αμάρτημα του παρελθόντος…». Εδώ ας σταθώ.

Πιθανόν να ήθελε να πει «δεν κουβαλάμε αμαρτίες του παρελθόντος», δηλαδή, είμαστε καθαροί, άσπιλοι. Αυτό που έχει βαρύνουσα σημασία όμως είναι η κυριολεξία της σόλοικης διατύπωσης: Το αμάρτημα του παρελθόντος. Δηλαδή: Το παρελθόν ως αμάρτημα. Γλώσσα λανθάνουσα τ’ αληθή λέγει.

Για τον συγκεκριμένο λόγο, πολιτικό δια του απολιτικού, συμπεριληπτικό των πάντων δια της ασάφειας, είναι κομβικής σημασίας η καταδίκη του παρελθόντος και η υπόσχεση του μέλλοντος: καταδικάζεις τον ζόφο και τον πόνο, τις αποτυχίες των άλλων, και οικειοποιείσαι τη λύτρωση και το φως του άδηλου μέλλοντος. Κανείς δεν νοσταλγεί το καταδικασμένο παρελθόν, όλοι λαχταρούν το λαμπρό μέλλον. Win-win.

Αμέσως θυμήθηκα τον λόγο του τότε πρωθυπουργού Κ. Σημίτη προς τους διανοουμένους, δύο εβδομάδες προ των εκλογών του 2000. Στο σκοτεινό παρελθόν (των άλλων) αντιπαρέβαλε το λαμπρό παρόν, το δικό του παρόν: «Δεν νοσταλγώ την πτωχή και ταπεινή Ελλάδα της μεταπολεμικής ή της προπολεμικής περιόδου, την Ελλάδα της ήττας. Αντίθετα: έχω βαθιά εμπιστοσύνη στον δυναμισμό, την πνευματικότητα, τον πλούτο της σημερινής Ελλάδας…» Προσδιόριζε τα οράματα της ισχυράς Ελλάδος του χρηματιστηρίου έτσι: «απτά, συγκεκριμένα, προσιτά». Και κατέληγε: «Ως σήμερα η Ελλάδα κοίταγε τον κόσμο. Σήμερα ο κόσμος κοιτάει την Ελλάδα.»

Ολη η μεταμοντέρνα τσογλανιά των νάιντις συμπυκνώθηκε τότε έτσι, με ισοπεδωτικά δίπολα νικητών-ηττημένων, πλούτου-φτώχειας, νέου-παλιού. Τραβούσαμε την ανηφόρα της Μεγάλης Φενάκης, με πιστωτική επέκταση και λαϊκή χλιδή, στο βάθος έλαμπαν φάροι ολυμπισμού και αθλητικού κλέους, αυτοκινητόδρομοι και διακοποδάνεια. Το νέο επέλαυνε σίγουρο για το ποιοι θα κέρδιζαν και θα κυριαρχούσαν, για το ποιοι θα έχαναν και θα υποτάσσονταν. Προτού εξαντληθεί η δεκαετία της νεολατρίας, είχαμε ήδη δει ποιοι ήταν οι νικητές και οι ηττημένοι, οι κυρίαρχοι και οι υποτελείς. Ποιοι συγκροτούσαν τους στρατιές των ανέργων και των νεόπτωχων, για μια-δυο-τρεις γενεές, άχρι καιρού.

Ενδιαμέσως, ακούσαμε άλλη μια εκδοχή του νέου και της παρελθοντοκτονίας, από τον κατεξοχήν νεωτεριστή Γιώργο Α. Παπανδρέου: το μέλλον ερχόταν ολόφωτο και ευρυζωνικό, συμμετοχικό και μη κυβερνητικό, επινοημένο ως πεδίο για κατίσχυση, χωρίς κριτήρια, χωρίς πλαίσιο αναφορών, χωρίς επώδυνες συγκρίσεις. Στο δικό του μέλλον, ο νεωτεριστής συγκρίνεται μόνο με τον εαυτό του. Ο Κ. Σημίτης αντιπαρέβαλε την Ισχυρή Ελλάδα στην υπανάπτυξη και την ήττα του παρελθόντος, κήρυττε μια διαρκή λήθη. Ο ΓΑΠ επαγγελλόταν μεσσιανικά ένα διεσταλμένο μέλλον, αρνούμενος όχι μόνο να αναφερθεί στο παρελθόν αλλά και να δεσμευθεί επί του παρόντος. Εξαφανίζοντας το παρελθόν του διέπραττε πατροκτονία, και υποσχόταν ένα μέλλον όπου όλα θα ήταν δυνατά οριζόμενα εξαρχής. Ως εξής: μετονομάζοντας όλα τα υπουργεία με New Age ονομασίες.

Τι μας χωρίζει από το 2000, το 2004, το 2007, το 2009 ακόμη; Ενας σωρός ερειπίων. Η Ισχυρή Ελλάδα του χρηματιστηρίου και του e-gov είναι μια γονατισμένη χώρα με ξέπνοους πολίτες. Η παρούσα ήττα συντρίβει πρωτίστως τους κυριαρχούμενους, τους υποτελείς, όσους πίστεψαν προσώρας ότι το παρελθόν δεν τους αφορά, δεν τους συνέχει, δεν αξίζει να το αναχωνεύουν· όσους πίστεψαν ότι το μέλλον τούς προσφέρεται στο πιάτο από μεσσίες, χωρίς να το ονειρευτούν οι ίδιοι και χωρίς να το χτίσουν με τον ιδρώτα τους· όσους βούλιαξαν στην φενακισμένη ετερονομία τότε, όσους βουλιάζουν στην ενοχοποίηση και την απόγνωση τώρα. Η λήθη συμφέρει και πάλι τους κυρίαρχους: μέσα της θα ξεπλυθούν ανομήματα και αμαρτίες, ίχνη εγκλημάτων, τεκμήρια, υποσχέσεις παραδείσων, για να αναδυθούν ξανά κυρίαρχοι.

Την ιστορία τη γράφουν οι νικητές. Ναι. Ομως η μνήμη καλλιεργείται από τους ηττημένους· είναι παρηγοριά και όπλο. Κι εδώ όμως μέτρο: μνήμη ναι, οπωσδήποτε, αλλά όχι παρελθοντική καθήλωση και υπεραναπλήρωση· μνήμη αναστοχαστική και δημιουργός, και ταυτοχρόνως μια πολιτικά λυσιτελής χρήση της λήθης που θα ρυθμίζει τις εκδικητικές τάσεις και της καταστροφικές πολώσεις. Σε τέτοιο κρίσιμο σταυροδρόμι στεκόμαστε σήμερα.

Η λεωφόρος Μακαρίου, ο πιο εμπορικός δρόμος της Λευκωσίας, μια μίνι Φίφθ Αβενιου του Νότου, ας πούμε, το βράδυ είναι σκοτεινή, κανένα φως δεν εκπέμπεται από τις άδειες βιτρίνες. Τη μέρα είναι θλιβερή. Σαν την αθηναϊκή οδό Σταδίου, καθρεφτίζει το πληγωμένο σώμα της κυπριακής οικονομίας. Πίσω από τα αλλεπάλληλα συγχαρητήρια της Ευρώπης για την πρόοδο του μνημονίου, βρίσκονται χιλιάδες κουρεμένοι πολίτες και επιχειρηματίες, που αδυνατούν να εξυπηρετήσουν τα δάνειά τους και να λειτουργήσουν τις επιχειρήσεις τους. Κι αυτό σε μια χώρα όπου το ιδιωτικό χρέος ήταν πολύ υψηλό, ήδη από τα χρόνια της ανοικοδόμησης μετά την εισβολή του ’74. Σήμερα το ιδιωτικό χρέος είναι περίπου στο 300% του ΑΕΠ ― πανευρωπαϊκό ρεκόρ.

Πίσω από τα κλειστά μαγαζιά με τις πινακίδες «Πωλείται αέρας», βρίσκεται και ένας άλλος ζοφερός δείκτης, η ανεργία. Η Κύπρος δεν είχε ανεργία· το 3-4% προ κρίσης κατέγραφε απλώς τους μετακινούμενους από δουλειά σε δουλειά. Σήμερα πλησιάζει το 18% ― ίσως είναι η ταχύτερη μεταβολή εντός της Ε.Ε.

Σε αυτό το περιβάλλον οικονομικής και κοινωνικής αβεβαιότητας προστίθεται η πολιτική-εθνική αβεβαιότητα. Στα λόμπι των ξενοδοχείων συναντάς πολύ λιγότερους επιχειρηματίες, Ανατολικοευρωπαϊους και Αραβες. Υποκαθίστανται από τεχνοκράτες διπλωματικών αποστολών και sherpas, ανιχνευτές διαθέσεων, διαπραγματευτές: μαζί με το bail in και το Μνημόνιο κατέφθασε η Λύσις του Κυπριακού. Εσπευσμένα, εξπρές, συνοπτικά, πιεστικά, πακεταρισμένη βεβιασμένα με τους υποθαλάσσιους υδρογονάνθρακες, την επαύριον του κουρέματος άρχισε η διαπραγμάτευση του Κυπριακού.

Δέκα χρόνια από το δημοψήφισμα απόρριψης του Σχεδίου Ανάν, νεκρού πλέον υποτίθεται, και τρία χρόνια μετά το ναυάγιο των διμερών διαπραγματεύσεων Χριστόφια-Ταλάτ, το νέο σχέδιο λύσης, όπως προδιαγράφεται με δημιουργικές ασάφειες στην Κοινή Διακήρυξη Αναστασιάδη-Ερογλου, επαναφέρει υπό δυσμενέστερους όρους το «νεκρό» Σχέδιο Ανάν, καταργώντας ουσιαστικά την Κυπριακή Δημοκρατία και προοωθώντας ένα αμφιβόλου βιωσιμότητας μόρφωμα δύο συνιστώντων κυρίαρχων κρατών, δύο ιθαγενειών, και μιας αδύναμης ομοσπονδίας υπό την σκέπην των εγγυητριών δυνάμεων, βασικά της Τουρκίας. Πρόκειται για ένα μη βιώσιμο και λειτουργικό κρατικό μόρφωμα, ρατσιστικό και διχοτομικό, χωρίς ανάλογο στη διεθνή δικαιική και πολιτειακή εμπειρία, που παραβιάζει κατάφωρα το ευρωπαϊκό κεκτημένο σε μια χώρα-μέλος της Ε.Ε. Αναλογίες μπορούν να βρεθούν μόνο σε αποτυχημένα κράτη ή junk states, συγκαλυμμένα προτεκτοράτα.

Το γεωπολιτικό περιβάλλον έχει αλλάξει άρδην στην ΝΑ Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή. Είναι προφανές ότι ο απώτερος γεωπολιτικός στόχος είναι η στρατηγική επανασύνδεση Τουρκίας και Ισραήλ, μέσω του ενεργειακού δικτύου, και με σκαλοπάτι-μαξιλάρι την Κύπρο. Τον στόχο φαίνεται να επιδιώκουν ζωηρά οι ΗΠΑ, με την υποστηριστική ανοχή των Βρυξελλών. Σε αυτό το περίπλοκο ρευστό περιβάλλον, Κύπρος και Ελλάδα, λόγω επιτήρησης και οικονομικής δυσπραγίας, δεν διαθέτουν προς στιγμήν το απαραίτητο πολιτικό κεφάλαιο για να διαπραγματευτούν λυσιτελώς. Χρειάζεται χρόνος. Ενδεχόμενη εμπλοκή σε οριστικές λύσεις υπό δυσμενείς όρους, χωρίς δυνατότητες άμεσης απεμπλοκής, μπορεί να αποβεί μοιραία, με ιστορικές συνέπειες για την ακεραιότητα και τη γεωπολιτική σημασία των δύο ελληνικών κρατών. Και οι υδρογονάνθρακες, που προβάλλονται τώρα από τις κυβερνήσεις Αθηνών και Λευκωσίας, ως ελπίδες για μελλοντική ανάκαμψη, μπορεί να αποβούν γεωπολιτική κατάρα, όπως εύστοχα έχουν περιγράψει το ζήτημα οι Ισραηλινοί. Αλλά όπως δείχνει και η χθεσινή αποχώρηση του ΔΗΚΟ από την κυβέρνηση Αναστασιάδη, όλα είναι ανοιχτά, σε Κύπρο και Ελλάδα.

Η ανατροπή της κυβέρνησης Γιανουκόβιτς στον δρόμο αφήνει ένα κενό εξουσίας στην Ουκρανία, το οποίο προφανώς δεν μπορεί να καλυφθεί εύκολα, με εισπήδηση των ποικίλων αντιπολιτευτικών φατριών. Ηδη Βερολίνο, Βρυξέλλες και Μόσχα φαίνεται ότι ανησυχούν από κοινού, αν και από διαφορετική σκοπιά, για το σοβαρότατο ενδεχόμενο η χώρα να βυθιστεί στο χάος του εμφυλίου και να οδηγηθεί σε διαμελισμό. Οι μεγάλες δυνάμεις του ευρωπαϊκού και ευρασιατικού χώρου, παρά τα αντιτιθέμενα συμφέροντά τους, αναγνωρίζουν κατά βάθος ότι αν η χώρα-μαξιλάρι μεταξύ της Ρωσικής Ομοσπονδίας και της Ευρωπαϊκής Ενωσης ακολουθήσει τη μοίρα της Γιουγκοσλαβίας, κανείς δεν θα βγει ωφελημένος· ούτε γεωπολιτικά ούτε οικονομικά.

Στη διάρκεια της κρίσης Ευρωπαίοι και Ρώσοι αντελήφθησαν επίσης το αδιαλείπτως ζωηρό ενδιαφέρον των ΗΠΑ, το οποίο εκδηλώθηκε όχι μόνο με το «f*ck the Europeans» της Αμερικανίδας νεοσυντηρητικής υφυπουργού Εξωτερικών, Βικτόρια Νούλαντ, αλλά και με τα αναθερμανθέντα δόγματα Μπρεζίνσκι για τον έλεγχο της ευρασιατικής μάζας και τη φινλανδοποίηση της Ουκρανίας. Είναι προφανές ότι η σπαρασσόμενη Ουκρανία των 45 εκατομμυρίων φτωχών κατοίκων και των μερικών δεκάδων πάμπλουτων ολιγαρχών, μια τεράστια χώρα για τα ευρωπαϊκά μεγέθη, με δεκάδες αγωγούς πετρελαίου και αερίου, με βιομηχανία και φυσικούς πόρους, με τον ρωσικό στόλο στην Κριμαία, συνιστά αυτή τη στιγμή ένα στρατηγικό παίγνιο μεταξύ Ε.Ε., Ρωσίας, ΗΠΑ.

Με αυτή την έννοια, ζούμε μια συνέχιση του ιστορικού ρήγματος του 1989 και, υπό όρους, μια μετασχηματισμένη μικροεπανάληψη του Ψυχρού Πολέμου. Με κρίσιμες διαφορές: Η ευρωατλαντική συμμαχία έχει ατονήσει, οι ΗΠΑ βλέπουν προς τον Ειρηνικό, η Γερμανία βλέπει προς τη Ρωσία, η Κίνα προβάλλει ως παγκόσμια υπερδύναμη και μαζί της προβάλλουν ισχυρές άλλες χώρες του πρώην Τρίτου Κόσμου.

Ας δούμε σε αυτό το ταραγμένο πολυπολικό περιβάλλον την κλονισμένη, πτωχευμένη Ελλάδα. Το νότιο τόξο της Μεσογείου είναι πλήρως αποσταθεροποιημένο ή διαλυμένο από πολέμους: Λιβύη, Αίγυπτος, Συρία. Ανατολικά, η ασταθής Τουρκία σε αυταρχική πολιτική στροφή. Στο βάθος, το διαλυμένο Ιράκ, το νεοπαγές Κουρδιστάν, το Ιράν που προσεγγίζεται από τις ΗΠΑ. Στα Βαλκάνια, η κληρονομιά κερμάτων του Γιουγκοσλαβικού Πολέμου: κράτη φαντάσματα, όπως το Κόσοβο, και κράτη αδύναμα ή ασταθή, όπως η Βοσνία και τα Σκόπια. Φτώχεια και απαισιοδοξία, παντού. Και στην Μαύρη Θάλασσα, εκεί που βρίσκεται η ευρασιατική ραφή, η ραφή Ευρώπης και Ρωσίας, έχει εκραγεί η Ουκρανία.

Σε αυτό το περιβάλλον, η Ελλάδα, ακόμη και υπό την παρούσα βαθύτατη κρίση, είναι μια νησίδα σταθερότητας, σχετικής αλλά ουσιαστικής. Το ελληνικό πρόβλημα μπορεί να ελπίζει σε μια βιώσιμη λύση, χωρίς αλυσιτελείς συγκρούσεις, εφόσον η Ευρωπαϊκή Ενωση, η Γερμανία και η Γαλλία στρέφουν τώρα την προσοχή τους στη ευρω-ρωσική μεθόριο. Βεβαίως μια ευνοϊκή εξέλιξη είναι μόνο κατά τι πιθανότερη, και εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, δεν είναι διόλου βέβαιη· το κλίμα μπορεί ακόμη και να επιδεινωθεί, ακριβώς επειδή υπεισέρχονται πολλές μεταβλητές και η αστάθεια κορυφώνεται σε όλο το περιευρωπαϊκό τόξο. Εξ ου και προβάλλει επιτακτικότερη από ποτέ η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής συμπαγούς και μακρόπνοης, μιας διπλωματίας ευέλικτης και συνεπούς, που συμπεριλαμβάνουν ορισμένως και την τύχη του κυπριακού ελληνισμού, στη ΝΑ Μεσόγειο.

H ζωή αντιγράφει την τέχνη, η τέχνη καθρεφτίζει τη ζωή, η τέχνη προεικονίζει το μέλλον. Ολα ισχύουν. Το σκέφτομαι όταν βλέπω ταινίες του Κέν Λόουτς, του Μάικ Λι, του Πάολο Σορεντίνο, του Γιάννη Οικονομίδη· αυτοί μου έρχονται στο νου πρόχειρα, κυρίως επειδή πρόσφατα ξαναείδα το Il Divo μαζί με το νέο Grande Belezza του Σορεντίνο και το Μικρό Ψάρι του Οικονομίδη.

Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη σοφία για να δεις στο Il Divo, τυπικά μια προσωπογραφία του Τζούλιο Αντρεότι, την πυκνή περιγραφή της ιταλικής πολιτικής ζωής στα μολυβένια χρόνια του ’70 και την εκβολή της στον μπερλουσκονισμό. Είναι μια ευτυχής συναίρεση της τέχνης με την πολιτική, της φόρμας με το περιεχόμενο, της ενόρασης του καλλιτέχνη με την διαύγεια του δοκιμιογράφου. Ο Πάολο Σορεντίνο αφηγείται τον σκοτεινό πυρήνα της πολιτικής, της εξουσίας, σκιτσάροντας ταυτοχρόνως μες στις σκιές την ανθρώπινη ψυχή, και δείχνοντας την εξουσία ως κοινοτοπία με τεράστια τονικότητα. Ο Μακιαβέλι κινηματογραφημένος σαν docudrama.

Με άλλη φόρμα στην Grande Belezza, λιγότερο μπαρόκ αλλά αναλόγως φαντασμαγορική και πολυπρισματική, ο Σορεντίνο κινηματογραφεί πλονζέ και κοντρ-πλονζέ, σε ομόκεντρους κύκλους, την ψυχή της Ρώμης, της Ιταλίας, της Ευρώπης. Σήμερα. Την ψυχική πτώση, την ηθική παρακμή, το πνευματικό γήρας, τη μοναξιά, τον ναρκισσισμό, τον εγωτισμό του Ευρωπαίου διανοούμενου, του αστού, του ανέστιου. Η Ευρώπη υψώνεται σαν σωρός ερειπίων προς το μέλλον· στη βάση του σωρού απομένει το μεταφυσικό ρίγος, η αναζήτηση του απολεσθέντος ιερού, μέσα από οράματα και αμφισημίες.

Εδώ ο ιδιοφυής Ναπολιτάνος προεκτείνει τους κινηματογραφικούς διδάχους της italianità, οι οποίοι μέσα απ’ τις «ιταλικές» ταινίες τους έδωσαν αισθητό σχήμα στην ευρωπαϊκότητα, στην ψυχή της Ευρώπης. Ταυτοχρόνως, ανατρέχει και πάλι στους μαέστρους της Αναγέννησης· μετά τον Μακιαβέλι, στον νεοπλατωνικό Μπαλτασάρε Καστιλιόνε. Μα προπάντων ζωγραφίζει την Αιωνία Πόλη, λίκνο της ελληνορωμαϊκής-χριστιανικής Ευρώπης, σαν ενιαίο χώρο ζώντων και νεκρών, όπου η τέχνη είναι πιο δραστική από τους ανθρώπους. Χωρίς να θρηνεί όμως: ο κόσμος αυτός τελειώνει με έναν γδούπο, όχι μ’ έναν λυγμό. Ο Ματέο Ρέντσι χορεύει κάτω από την φωτεινή επιγραφή Martini το ρεμίξ της Ραφαέλα Καρρά.

Στο Μικρό Ψάρι, ο ρεαλιστής Γιάννης Οικονομίδης ακολουθεί τη στέρεη φόρμα του νουάρ, ειδικότερα του μελβιλικού νουάρ, για να φτιάξει μια διαυγή πολαρόιντ της Ελλάδας της διαρκούς κρίσης, της Ευρώπης της κρίσης, της Ευρώπης-κρίσης. Κάτω από το ψυχρό διαυγές φως του αττικού χειμώνα, περιαστικές γειτονιές χωρίς κανένα χαρακτήρα, απαράλλαχτες με τα γαλλικά, ιταλικά, σκοτσέζικα εργατικά προάστια, μια μεσογειακή-βαλκανική suburbiana, ρημαγμένα εργοτάξια, καφενεία φορτηγατζήδων στα ρέλια της Εθνικής οδού, οι ου τόποι ενός ευρωπαϊκού Mid-West.

Διπλές ζωές, κρυμμένες ζωές; Ουτε καν. Γυμνές ζωές. Κενές νοήματος, σαν τα άδεια βλέμματα, σαν τα ασυνάρτητα λόγια. Ολα πουλιούνται, όλα προδίδονται. Οι ήρωες κινούνται σαν ανδρείκελα που τα σπρώχνει βίαια μια μοίρα απανθρωπισμού, που τα καίει η εκδίκηση και η άγρια χαρά της σύγκρουσης, ας είναι και μάταιης, χαμένης από χέρι. Ετσι κινείται αμίλητα ο εκτελεστής Στράτος, το χέρι του δεν το οπλίζει το σχέδιο μιας βούλησης, αλλά το ένστικτο και η ανάγκη, το κακό ως αναπόφευκτο, έως ότου ξεχειλίσει από την αίσθηση του τραγικού.

Στις προηγούμενες ταινίες του (ιδίως, «Σπιρτόκουτο» και «Ψυχή στο στόμα») ο Οικονομίδης προεικόνιζε τη γυμνή ζωή της κρίσης που δεν είχε σκάσει ακόμη, ανασκάπτοντας στα ρείθρα του μέινστρημ, στα χαμηλά της οικογένειας, στο λαϊκό περιθώριο· φιλμάριζε νατουραλιστικά την εξαίρεση και την πρόβαλε στο όλον. Στον καιρό της κρίσης, η εξαίρεση είναι κανόνας. Το Μικρό Ψάρι αποπλέει από αυτό τον κανόνα· μπαίνει πια στα νερά του πιο σκοτεινού pulp, στον ψυχρό κόσμο των διαταραγμένων του Jim Thompson, στον κόσμο των κινηματογραφημένων The Killer Inside Me και Pop. 1280 (Coup de Torchon). Πρόκειται για ατομικές διαδρομές στη δυστοπία, εκτός κοινωνίας· η κοινωνία απλώς ζωγραφίζεται σαν δυσφορικό φόντο.

Σε αυτή τη διαδρομή, η διαυγής σιωπηλή δυστοπία του Οικονομίδη, ένας χορός νεκροζώντανων, συναντά υπογείως, στο πλατωνικό τούνελ της απόδρασης, το ρωμαϊκό κοιμητήριο μορφών, ιδεών και αγαλμάτων του Σορεντίνο, έναν χορό υπερκορεσμένων της παρακμής. Το pulp συναντά απρόσμενα το κάλλος, εφάπτονται, τέμνονται, ανακατεύουν τα χρώματά τους, σκιαγραφούν την Ευρώπη του 21ου αιώνα σαν προσδοκία και σαν φόβο.

Οι βίαιες συγκρούσεις στους δρόμους του Κιέβου θυμίζουν τη χαμένη αραβική άνοιξη, κατά την οποία η δίκαιη εξέγερση του πλήθους μεταλλάχθηκε σταδιακά σε λυσσώδη διαμάχη φατριών για την εξουσία και σε αναζωπύρωση του φονταμενταλισμού. Χωρίς δημοκρατία, με φουντωμένη την ανισότητα και την απελπισία.

Ο εν εξελίξει εμφύλιος στην Ουκρανία θυμίζει επίσης, όλο και εντονότερα, τις απαρχές του τρομερού γιουγκοσλαβικού εμφυλίου, που κορυφώθηκε με μαζικές σφαγές και τον κατακερματισμό της εύθραυστης πολυεθνικής ομοσπονδίας. Και στις δύο περιπτώσεις η σπουδή και η πίεση της Ευρώπης, μάλιστα της Γερμανίας, επέδρασαν καταλυτικά στις εξελίξεις. Στην Ουκρανία η σύνδεση με την Ε.Ε. τής ετέθη τελεσιγραφικά, με ταυτόχρονη πίεση προς την αδύναμη εκλεγμένη κυβέρνηση και προς την ανησυχούσα και απειλούσα Ρωσία. Στη Γιουγκοσλαβία ένα ανάλογο μείγμα σπουδής και ιδιοτέλειας υποδαύλισε υπαρκτές αντιθέσεις μεταξύ των εθνοτικών ομάδων και επέφερε τη βίαιη αναδιάταξη των συνόρων μέσω της σοβαρότερης πολεμικής σύρραξης σε ευρωπαϊκό έδαφος από τη λήξη του Β’ Πολέμου.

Στο γιουγκοσλαβικό μια πολυεθνική ομοσπονδία διαμελίστηκε, μετά την κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ, και τα ασταθή κρατίδια προσαρτήθηκαν σε νέες ζώνες επιρροής ή έμειναν στο κενό· στο ουκρανικό παρακολουθούμε μια ακόμη πράξη αποσύνθεσης της πρώην Σοβιετικής Ενωσης, με ανοιχτό ενδεχόμενο ακόμη και τον διαμελισμό της χώρας, προκειμένου να παγιωθούν νέες ζώνες επιρροής.

Η Ουκρανία τεντώνεται ανάμεσα στις δύο ηγεμονίες. Σπάει. Το κόστος το πληρώνει ο λαός της, καθώς στη λαχτάρα για ευημερία και ένταξη στο δυτικό όνειρο (όσο έχει απομείνει) προστίθενται ωμά συμφέροντα φατριών και ολιγαρχών, αφυπνισμένα φαντάσματα εθνοτικών και θρησκευτικών αντιθέσεων, φαντάσματα αντισημιτισμού, φαντάσματα ουκρανών αποσχιστών συμπαραταγμένων με τα ναζιστικά στρατεύματα που επεύλαυναν κατά της Ρωσίας.

Οι νεκροί στους δρόμους του Κιέβου, οι συγκρούσεις ενόπλων νεοναζιστών με τις κυβερνητικές δυνάμεις, ο καιροσκοπισμός των ντόπιων βαρόνων και ολιγαρχών, υπενθυμίζουν πικρά ότι η ιστορική κίνηση που άρχισε το 1989 δεν έχει ολοκληρωθεί. Το δείχνει η Βοσνία: οι έφοδοι απελπισμένων πεινασμένων εργατών σε κυβερνητικά κτίρια και κλειστά εργοστάσια αποκαλύπτει τη μη βιωσιμότητα ή και την υποκρισία των διεθνών ρυθμίσεων, από το Ντέιτον του 1995 και εφεξής. Μετά τόσο πόνο και θάνατο, οι Βόσνιοι δεν έχουν εργασία, δεν έχουν ψωμί, δεν έχουν μέλλον.

Οι ιστορικοί έχουν περιγράψει τους δύο μεγάλους πολέμους του 20ού αιώνα ως ευρωπαϊκούς εμφύλιους για την αποτροπή καθολικής επικράτησης της μιας ή της άλλης υπερδύναμης. Στο ασυνείδητο αλλά και στην τέχνη και στη φιλοσοφία έχουν εγγραφεί ως οι μεγάλες σφαγές της νεωτερικότητας· για μερικούς, ήταν η ίδια η νεωτερικότητα, εκφρασμένη ως γενικευμένος απανθρωπισμός και μακελειό. Οι εκατό χιλιάδες νεκροί και οι ένα εκατομμύριο εκτοπισμένοι της Γιουγκοσλαβίας, οι δεκάδες νεκροί και οι εκατομμύρια απελπισμένοι της Ουκρανίας, οι 3,8 εκατομμύρια πεινασμένοι της Βοσνίας δείχνουν ότι ο βίαιος ευρωπαϊκός 20ός αιώνας προεκτείνεται ακόμη μες στον 21ο αιώνα.

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

RSS Gatherate: The Best of the Greeks

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Twitting

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 1.017.995 hits
Αρέσει σε %d bloggers: