You are currently browsing the category archive for the ‘Ελλάδα’ category.

H συνάντηση του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης Αλ. Τσίπρα με τον διοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος Γ. Στουρνάρα στέλνει ωφέλιμο μήνυμα προς την κοινωνία, ανεξαρτήτως του περιεχομένου της συζήτησης. Το μήνυμα είναι ότι οι πολιτειακοί παράγοντες, εκλεγμένοι και διορισμένοι, συνομιλούν, ενημερώνονται αμοιβαία, ανταλάσσουν απόψεις και σχέδια, διαπιστώνουν διαφορές θέσεων αλλά και δυνητικά σημεία σύνθεσης. Αλλωστε, καθήκον αμφοτέρων, διακηρυγμένο τουλάχιστον, είναι η ανόρθωση της χώρας, χωρίς προσωπικά ή φατριαστικά φίλτρα. Δεν καλούνται να ταυτιστούν πολιτικά ή ιδεολογικά, αλλά είναι υποχρεωμένοι να βρουν έναν ελάχιστο κοινό παρονομαστή, λειτουργικό για την κοινωνία και το δημοκρατικό κράτος.

Για να το δούμε και απέξω: Οι ξένοι βλέπουν την Ελλάδα ενιαία, σαν μια πολιτική συνέχεια, ένα ενιαίο πολιτικό σύστημα, ανεξαρτήτως χρώματος της κυβέρνησης. Φυσικά δεν είναι ίδιες όλες οι κυβερνήσεις, διαφέρουν ιδεολογικά και πολιτικά, αλλά στις σχέσεις και τις διαπραγματεύσεις με τον ξένο παράγοντα, κάθε κυβέρνηση εκπροσωπεί το κοινωνικό όλον, διαχειρίζεται εθνικά συμφέροντα σε ιστορική προοπτική, δεν εκπροσωπεί συμφέροντα προσώπων ή ομάδων ― τουλάχιστον τυπικά. Αλλά στο σημείο που έχει φτάσει η χώρα, το τυπικό πρέπει να είναι και ουσιαστικό, διαρκώς και συνεκτικά.

Ας το δούμε από μέσα: κοινή η διαπίστωση ότι δεν υπάρχει εθνικό σχέδιο ανόρθωσης, ολοκληρωμένο και συγκροτημένο. Υπάρχουν προσχέδια, φωτοβολίδες, μονότονη επίκληση ταριχευμένων εννοιών: ανταγωνιστικότητα, νέες τεχνολογίες, νέα επιχειρηματικότητα, start up. Στην προχθεσινή έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής περιγράφεται ωμά: «Δεν έχει ακόμα διαμορφωθεί ένα εθνικό πρόγραμμα για την εποχή μετά το τρέχον μνημόνιο που τελειώνει το 2014. Οσα έχουν αναγγελθεί έως τώρα για ένα τέτοιο σχέδιο επαναλαμβάνουν γενικούς στόχους (ανταγωνιστικότητας, εξωστρέφειας κ.λπ.) χωρίς να συνοδεύονται από συγκεκριμένα μέτρα, χρονοδιαγράμματα, αιτιολογήσεις. […] Στη δημόσια συζήτηση κυριαρχεί από την πλευρά τόσο της κυβέρνησης όσο και της αξιωματικής αντιπολίτευσης το ζήτημα του τέλους του μνημονίου. Με τον τρόπο που τίθεται το θέμα δίνεται η εντύπωση ότι από το 2015 η ελληνική οικονομική πολιτική δεν θα υπόκειται σε κάποιες δεσμεύσεις, προκαλούνται ανεδαφικές προσδοκίες για ικανοποίηση πάσης φύσεως απαιτήσεων και τροφοδοτείται η εντύπωση πως ό,τι έγινε ως τώρα ήταν λάθος».

Σχετικά με τα παραπάνω είναι όσα οξυδερκώς έγραψε την περασμένη Δευτέρα στους Financial Times ο αρθρογράφος Tony Barber: «Aυτό που έχει σημασία για την Ελλάδα δεν είναι εάν θα παραμείνει στην κυβέρνηση ο κ. Σαμαράς ή εάν θα τον αντικαταστήσει ο κ. Τσίπρας. Είναι το εάν η πενταετία κακουχιών και υποταγής στην τρόικα οδήγησε στον εκσυγχρονισμό της πολιτικής κουλτούρας και της στάσης του κόσμου προς το κράτος». Ο Τ. Barber φαίνεται ότι γνωρίζει σε βάθος τα ελληνικά πράγματα· κορυφώνει τον συλλογισμό του πικρόχολα: «Οι πελατειακές σχέσεις και ο εγωισμός των οικονομικά ισχυρών επιβίωσαν από όλα τα δεινά του 20ού αιώνα ― δύο παγκόσμιους πολέμους, ξένη κατοχή, εμφύλιο πόλεμο και χούντα. Μην απορείτε εάν επιβιώσουν και από την τρόικα, αφού φύγουν οι τελευταίοι ξένοι ηγεμόνες της χώρας.»

Η Ελλάδα θα επιχειρεί να ανασυγκροτηθεί τα επόμενα χρόνια σε ευρωπαϊκό περιβάλλον στάσιμο ή και υφεσιακό. Η ανασυγκρότηση άρα θα είναι διπλά δύσκολη, εφόσον οι υφιστάμενοι δεσμοί με το ατελές ευρωπαϊκό ολοκλήρωμα είναι πολλαπλοί και ζωτικοί. Πιθανολογείται βάσιμα ότι η πολιτική της άκαμπτης λιτότητας θα αλλάξει, προς το καλύτερο. Εν τοιαύτη περιπτώσει, η Ελλάδα θα πρέπει να είναι έτοιμη από τώρα, για να επωφεληθεί όσο το δυνατόν περισσότερο. Γι’ αυτό επείγουν ο εθνικός σχεδιασμός και η ομαλή δημοκρατική συνέχεια.

Τα αποτελέσματα των δοκιμασιών (stress tests) των ευρωπαϊκών συστημικών τραπεζών, που διεξήγαγαν οι ΕΒΑ και ΕCB, παρουσιάζονται σαν μισογεμάτο ή μισοάδειο ποτήρι. Λόγου χάριν, διεθνή Μέσα και αναλυτές κάνουν λόγο για έντεχνο μακιγιάζ της πραγματικής κατάστασης των ευρωπαϊκών τραπεζών. Στην περίπτωση των τεσσάρων ελληνικών τραπεζών που εξετάστηκαν, η συμβατική ανάγνωση των ξένων Μέσων είναι ότι τρεις τράπεζες δεν πέρασαν το στατικό σενάριο και ότι θα απαιτηθούν συνολικά περίπου 8,7 δισ. ευρώ πρόσθετα κεφάλαια, ενώ μία τράπεζα, η Eurobank, απέτυχε και στο δυναμικό σενάριο και μετά τη σχεδιαζόμενη κεφαλαιακή ενίσχυση.

Απεναντίας, η Τράπεζα της Ελλάδος ανακοίνωσε: Με βάση την υπόθεση στατικού ισολογισμού, η Εθνική και η Eurobank παρουσιάζουν υστέρηση κεφαλαίων, λαμβάνοντας υπόψη τις αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου που πραγματοποίησαν το 2014. Ωστόσο, όπως αναφέρει η Συγκεντρωτική Εκθεση της Συνολικής Αξιολόγησης, βάσει του δυναμικού ισολογισμού, μία τράπεζα (Εθνική) δεν παρουσιάζει υστέρηση κεφαλαίων και ακόμη μία (Eurobank) στην ουσία δεν παρουσιάζει κεφαλαιακή υστέρηση. Σημειώνεται ότι από 3ης Νοεμβρίου οι τέσσερις συστημικές τράπεζες περνούν στην άμεση εποπτεία της ΕΚΤ.

Τι συμβαίνει στην πραγματικότητα; Οι συστημικές τράπεζες έχουν ανακεφαλαιοποιηθεί με περίπου 27,5 δισ. ευρώ απευθείας από το ελληνικό Δημόσιο, μέσω του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας. (Από το 2009, το τραπεζικό σύστημα έχει ενισχυθεί από το Δημόσιο με ροές 46,7 δισ. και εγγυήσεις 158 δισ. ευρώ.) Εν τω μεταξύ, με την είσοδο ιδιωτών επενδυτών στις αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου, η συμμετοχή του ΤΧΣ στις τράπεζες μειώνεται διαρκώς ως μετοχικό ποσοστό, εφόσον αυτό δεν λαμβάνει μέρος στις αυξήσεις. Αλλά μειώνεται και ως αξία: στο τελευταίο κλείσιμο του Χρηματιστηρίου, η αξία ήταν 18,5 δισ., ενώ πριν από επτά μήνες ήταν 25 δισ.

Το μίνι κραχ της προπερασμένης εβδομάδος απομείωσε το ελληνικό Χρηματιστήριο κατά περίπου 8 δισ., απώλεια η οποία εν τω μεταξύ ανακτάται βαθμιαία. Η μίνι θύελλα εντάθηκε εν μέρει όταν σημειώθηκαν μαζικές πωλήσεις τραπεζικών μετοχών και warrants, σε τιμές που θεωρούνται φουσκωμένες, σε σχέση με την εικόνα που έχουμε τώρα για τις τράπεζες. Οι πωλήσεις πυροδότησαν πανικό, με περαιτέρω πωλήσεις σε εξαιρετικά χαμηλές τιμές. Είναι πιθανόν αυτοί που ξεφόρτωσαν τραπεζικούς τίτλους να υπέθεταν βάσιμα ότι μετά τα stress tests θα απαιτείτο περαιτέρω κεφαλαιακή ενίσχυση, η οποία θα εξανέμιζε τις θέσεις των υπαρχόντων μετόχων.

Σε κάθε περίπτωση, στις αναμενόμενες αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου θα αρχίσει να διαφαίνεται και το ποιος ελέγχει τις τράπεζες. Αγνωστο παραμένει τι θα πράξει το ΤΧΣ με τις μετοχές που κατέχει. Σύμφωνα με πληροφορίες, η Τράπεζα της Ελλάδος, εποπτεύουσα του ΤΧΣ, σκοπεύει να χρησιμοποιήσει τις προειρηθείσες αξίες από τραπεζικές μετοχές, μαζί με το υπόλοιπο των 11,4 δισ. (το «μαξιλάρι»), σαν μαγιά για την πιστωτική γραμμή στη μεταμνημονιακή εποχή. Σε περίπτωση που αρνηθούν η ΕΚΤ και ο ESM τέτοια χρήση του «μαξιλαριού», όπως ήδη έχουν διαμηνύσει, τότε ίσως πωληθούν οι μετοχές του ΤΧΣ σε ιδιώτες, για να καταγράψει έσοδα το Δημόσιο.

Ερωτήματα: Πρώτον, θα καταφέρει το ΤΧΣ να πάρει πίσω, και σε ποιο χρόνο, τα κεφάλαια που έβαλε στις τράπεζες για τη διάσωσή τους; Δεύτερον, ποιοι θα ελέγχουν τις τράπεζες και με ποιο τίμημα θα τις έχουν αποκτήσει; Τρίτον, ίσως το σημαντικότερο: Πότε και πώς οι διασωθείσες με κρατικό χρήμα τράπεζες θα γίνουν μοχλοί ανάπτυξης, προσφέροντας ρευστότητα στην πραγματική οικονομία;

Η είσοδος μεταναστών και προσφύγων στην Ελλάδα έχει απασχολήσει με πολλούς τρόπους την ελληνική κοινωνία και την πολιτική διοίκηση, τις τελευταίες δύο δεκαετίες, πλην, τις περισσότερες φορές, ατελέσφορα. Στις προσεγγίσεις συχνά περίσσευαν η προχειρότητα και οι βραχυπρόθεσμες διευθετήσεις, μαζί με συγκάλυψη των πραγματικών διαστάσεων του προβλήματος. Συχνά επίσης το μεταναστευτικό έγινε πεδίο ιδεολογικής αντιπαράθεσης και χειρισμού φοβιών. Ελλειψε η ολοκληρωμένη μελέτη και ένα σχέδιο διαχείρισης με συνοχή, διάρκεια και προσαρμοστικότητα.

Μόνο μετά το 2010, με το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης και τη δοαφοροποιημένη ροή, έχουμε μια πρώτη απόπειρα ολοκληρωμένης πολιτικής: αυστηρός έλεγχος των συνόρων, οργανωμένα κέντρα κράτησης και επαναπατρισμός, εθελούσιος και υποβοηθούμενος ή αναγκαστικός. Σε αυτή τη στροφή συνέβαλε η αύξηση της κοινοτικής χρηματοδότησης, για υποδομές και νέες λειτουργίες.

Για πρώτη φορά από τότε, μια πρωτότυπη έρευνα αξιολογεί τις εφαρμοσθείσες πρακτικές, δίνοντας έμφαση στην κοστολόγηση και στην αποτελεσματικότητα. Πρόκειται για το άρτι ολοκληρωθέν Σχέδιο Μίδας (Midas Project), των ερευνητριών του ΕΛΙΑΜΕΠ κ. Αννας Τριανταφυλλίδου, Αγγελικής Δημητριάδη και Δανάης Αγγελή, το οποίο θα παρουσιαστεί δημοσίως στις 30 του μηνός, στο Impact Hub, στου Ψυρρή. Ουσιαστικά πρόκειται για το πρώτο εργαλείο-μόνιτορ πάνω στην ασκηθείσα μεταναστευτική πολιτική του διαστήματος 2008-2013, με σύνδεση κόστους-αποτελέσματος.

Πολλά τα ενδιαφέροντα ευρήματα και οι παρατηρήσεις των ερευνητριών. To πιο ενδιαφέρον είναι το συμπέρασμα: η παρατεταμένη κράτηση, σε χώρους όπως το στρατόπεδο της Αμυγδαλέζας, εκτός από αντιανθρώπινη και συχνά παράνομη, είναι και μάταιη, είναι αναποτελεσματική και πανάκριβη. Το κόστος της Αμυγδαλέζας υπολογίζεται σε 10,5 εκατομμύρια ετησίως. Σε σύγκριση, η Ελλάδα το διάστημα 2008-2013 απορρόφησε από την Ε.Ε. (Ταμείο Επαναπατρισμών) 130 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων μόνο το 50% διατέθηκε για επαναπατρισμό. Το 32% διατέθηκε για τις εγκαταστάσεις κράτησης. Συνολικά, κατά τη συγκεκριμένη πενταετία, η Ελλάδα διέθεσε μισό δισεκατομμύριο ευρώ για συνοριακή επιτήρηση (61%), χορήγηση ασύλου (10%) και επαναπατρισμό (29%). Ο έλεγχος του Αιγαίου είναι το πιο δαπανηρό πεδίο: 76 εκατομμύρια ευρώ το 2014, 62,3 εκατ. το 2013, σύμφωνα με το υπουργείο Ναυτιλίας.

Η αχίλλειος πτέρνα της τρέχουσας πολιτικής είναι η κράτηση, κι αυτό πέραν των αιτιάσεων για τις άθλιες συνθήκες και τον συνήθως παράλογο χρόνο κράτησης. Σύμφωνα με την έρευνα, κάθε κρατούμενος κοστίζει 16 ευρώ ημερησίως· για τους περίπου 5.000 κρατούμενους σήμερα, το κόστος είναι 28,7 εκατομμύρια ευρώ ετησίως. Η πρόβλεψη είναι για 7.500 κρατούμενους, με κόστος 43,2 εκατ., σχεδόν όσος όλος ο προϋπολογισμός του 2013 για κράτηση και επαναπατρισμό.

Σε αντιπαραβολή, το κόστος επαναπατρισμού είναι 1.240 ευρώ ανά άτομο. Απαξ. Ο ναύλος σε αεροσκάφος της γραμμής είναι 404 ευρώ, με συνήθεις προορισμούς Πακιστάν, Μπαγκλαντές, Αφγανιστάν, Ιράκ, Κίνα. Στο κόστος οικειοθελούς επαναπατρισμού περιλαμβάνεται χρηματικό βοήθημα 400 ευρώ. Πολλοί οικονομικοί μετανάστες δέχονται να επιστρέψουν εθελοντικά. Οι προερχόμενοι από εμπόλεμες ζώνες (Συρία, Ιράκ, Λιβύη, Ερυθραία) αρνούνται φυσικά· αλλά αυτοί πρέπει να θεωρούνται πρόσφυγες πολέμου. Η ροή από τις εμπόλεμες ζώνες αναμένεται να ενισχυθεί, χωρίς εύκολες λύσεις. Μόνο η συντονισμένη και μοιραζόμενη ευθύνη των χωρών της Ε.Ε. μπορεί να βοηθήσει.

Ευλόγως, προτείνεται να ενισχυθούν οι εργασίες αναγνώρισης και ταυτοποίησης κατά την είσοδο, η παροχή βοήθειας και η όσο το δυνατόν συντομότερη επιστροφή των μεταναστών στις πατρίδες τους. Η κράτηση γεννά περισσότερα προβλήματα από όσα επιλύει ― η παροδική ενίσχυση της μικροοικονομίας που προκαλούν δεν πρέπει να επηρεάζει τη μακρόπνοη πολιτική.

Rembrandt_Harmensz._van_Rijn_135

Μια από τις σοβαρότερες ανησυχίες των Γερμανών αναλυτών για το μέλλον της πατρίδας τους είναι η σταθερή και επιταχυνόμενη γήρανση του πληθυσμού της, ο δημογραφικός μαρασμός. Προβάλλοντας την παρούσα κατάσταση στο μέλλον, η Έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το Ευρωπαϊκό Έτος ενεργού γήρανσης 2012, περιέγραψε ότι το εργατικό δυναμικό της Γερμανίας θα μειώνεται κατά 200.000 ετησίως, για τη δεκαετία 2010-2020. Η περαιτέρω προβολή δείχνει ότι, αν δεν μεσολαβήσει κάποια ανατροπή, στη Γερμανία οι συνταξιούχοι, από το 31% του πληθυσμού που ήταν το 2010, θα φτάσουν το εφιαλτικό 57% το 2045.

Το ίδιο συμβαίνει στο σύνολο της Ευρωπαϊκής Ενωσης: σήμερα αντιστοιχούν τέσσερα άτομα παραγωγικής ηλικίας (15-64 ετών) ανά έναν συνταξιούχο (άνω των 65 ετών), το 2060 όμως θα αντιστοιχούν μόνο δύο παραγωγικά άτομα για κάθε συνταξιούχο. Για όλες σχεδόν τις χώρες της ΕΕ οι εκτιμήσεις για τις δημογραφικές μεταβολές του εργατικού δυναμικού μεσοπρόθεσμα, το 2020-2060, είναι αρνητικές. Μόνο η Ιρλανδία θα καλπάζει δημογραφικά, ακολουθούμενη από τη Μ. Βρετανία, το Βέλγιο και τη Γαλλία.

Δυστυχώς και σε αυτό το κρίσιμο πεδίο, η Ελλάδα είναι ο αρνητικός πρωταθλητής. Σύμφωνα με την έκθεση της Κομισιόν, η χώρα μας έχει τον περισσότερο γηράσκοντα πληθυσμό μεταξύ των κρατών της Ε.Ε.: οι γέροι αυξάνονταν με ρυθμό 21,4% στα έτη 2001-2006, έναντι του ευρωπαϊκού μέσου όρου 17,2%. Κατά την Eurostat, το 2050 το 32,1% του ελληνικού πληθυσμού θα έχει ηλικία μεγαλύτερη των 65 ετών, έναντι 16,6% που ήταν το 2000. Η εκτίμηση έγινε το 2007, πολύ πριν η χώρα χτυπηθεί από την κρίση και επιδεινωθούν ακόμη περισσότερο οι δείκτες γεννητικότητας και μετανάστευσης. Την ίδια περίοδο η Ελλάδα είχε τον τρίτο χαμηλότερο δείκτη γεννήσεων στην Ε.Ε.: 9%, μαζί με την Ιταλία. Χειρότερες ήταν μόνο η Γερμανία και η Πορτογαλία, με 8,4% και 8,5% αντίστοιχα. Η εκτίμηση για την εξέλιξη του εργατικού δυναμικού (ηλικίας 20-64) είναι εξόχως ανησυχητική: από το 2020 έως το 2060, δηλαδή σε μιάμιση γενιά περίπου, το παραγωγικό δυναμικό θα είναι μειωμένο κατά 15%.

Οι επιπτώσεις της γήρανσης του πληθυσμού είναι προφανείς και δύσκολα αντιστρέψιμες. Επηρεάζει δυσμενώς το συνταξιοδοτικό και ασφαλιστικό σύστημα, τις υπηρεσίες του κράτους πρόνοιας, μειώνει το νέο δυναμικό που εντάσσεται στην εργασία, εξασθενεί την εθνική άμυνα, εξασθενεί την εσωτερική ζήτηση, προσανατολίζει την επιχειρηματικότητα στη γεροντική ζήτηση, εξασθενεί το εκπαιδευτικό σύστημα. Με δυο λόγια, μια κοινωνία γερόντων σκέφτεται και δρα γεροντικά, αμυντικά, χωρίς μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, χωρίς τόλμη και οραματισμό, χωρίς ρίσκα, χωρίς φαντασία.

Αυτή την παγίδα γήρατος και κοντόθωρου συντηρητισμού περιγράφουν οι Γερμανοί αναλυτές για τη χώρα τους και τα κέντρα λήψεως αποφάσεων: μια κοινωνία που ζει όπως ο Εμπενέζερ Σκρουτζ, γύρω από το πουγκί, ξορκίζοντας το μέλλον. Ομως δεν υπάρχει Πνεύμα των Χριστουγέννων για τα γηρασμένα έθνη.

Στην Ελλάδα η δομική δημογραφική κάμψη, εκφραζόμενη έως πρόσφατα ως υπογεννητικότητα, παίρνει απειλητικές διαστάσεις καθώς ενισχύεται από τη σφοδρή οικονομική και κοινωνική κρίση μετά το 2010. Οι μαζικές πρόωρες συνταξιοδοτήσεις, η πρωτοφανής ανεργία, η μετανάστευση, δρουν σωρευτικά και ενισχυτικά πάνω στη δημογραφική κάμψη. Το 2011 για πρώτη φορά οι θάνατοι υπερέβησαν τις γεννήσεις· ο πληθυσμός μειώθηκε κατά 4.671 άτομα. Το 2012 οι θάνατοι στην Ελλάδα υπερέβησαν τις γεννήσεις κατά 16.300, ενώ εμφανώς αρνητικό ήταν και το ισοζύγιο μετανάστευσης: έφυγαν 44.200 περισσότεροι από όσους ήρθαν.

Η φτωχοποίηση μεγάλου μέρους του πληθυσμού επιδρά καταλυτικά στη γεννητικότητα, η οποία είχε περάσει τα όρια συναγερμού ήδη πριν από την κρίση: ο δείκτης γονιμότητας σήμερα είναι 1,3 (παιδιά ανά μητέρα σε αναπαραγωγική ηλικία), έναντι του επιθυμητού δείκτη 2,3 και του απολύτως αναγκαίου 2,1. Ποιος θα φέρει στον κόσμο παιδιά, όταν δεν μπορεί να εξασφαλίσει ούτε τους δικούς του όρους επιβίωσης; Η υπογεννητικότητα και η σύστοιχη γήρανση, μαζί με την φτωχοποίηση και την έλλειψη προοπτικής, απειλούν τον ελληνικό λαό πολλαπλώς, όχι μόνο βραχυπρόθεσμα, βιολογικά, αλλά και ιστορικά, στη μέση διάρκεια. Πλάι στους ορατούς, αθέατοι πλην βαθύτατοι μετασχηματισμοί συντελούνται στο κοινωνικό σώμα, φυγοκεντρήσεις και θραύσεις, καταστροφικές για τη συνοχή και την ελάχιστη αναγκαία αυτοσυνειδησία. Στα χρόνια της αμεριμνησίας του λαϊφστάιλ κυριάρχησε η ρηχή νεολαγνεία, στα χρόνια της Υφεσης τη διαδέχτηκαν η γεροντίλα και ο μαρασμός.

Ζωγραφική: Ρέμπραντ, Η τελευταία αυτοπροσωπογραφία.

Η κρίση που έχει πλήξει την Ελλάδα έχει στρέψει αναγκαστικά την πολιτική δραστηριότητα προς την Ευρώπη. Η προσοχή, η σκέψη, οι σχέσεις, ακόμη και οι βαρηγκόμιες εκεί κατευθύνονται. Εντούτοις η γεωγραφική θέση της Ελλάδος και το ιστορικό υπόστρωμα την τοποθετούν στο νοτιοανατολικό άκρο της ηπείρου, σε επαφή και γειτονία με τα Βαλκάνια, τη Μαύρη Θάλασσα, τη Μικρά Ασία, τη Μέση Ανατολή. Ο,τι συμβαίνει εκεί, μάς αφορά.

Ισως μάλιστα οι αμοιβαία επωφελείς σχέσεις με τους μη Ευρωπαίους γείτονες αποτελούν ένα συγκριτικό γεωπολιτικό πλεονέκτημα της χώρας στην παρούσα συγκυρία, κατά την οποία η Ελλάδα παρότι δοιμάζεται από την κρίση, είναι στρατηγικά σταθερή σε μια περιοχή υπό μετασχηματισμό.
Η συνεχιζόμενη και κλιμακούμενη αναταραχή στη Μέση Ανατολή επηρεάζει πολλαπλώς την Ελλάδα, και πολύ αμεσότερα την Κύπρο. Η πάντα επίμων και συχνά απειλητική γείτων Τουρκία παίζει ένα ριψοκίνδυνο διπλωματικό και γεωπολιτικό παιχνίδι στα νότια σύνορά της: επιδιώκει να εξουδετερώσει ταυτοχρόνως τους Κούρδους και το καθεστώς Ασαντ, χρησιμοποιώντας την τζιχαντιστική επέλαση αλλά και ζητώντας στρατηγικά ανταλλάγματα εφόσον αναχαιτίσει τους τζιχαντιστές. Ενα από τα ανταλλάγματα πιθανότατα θα είναι η αυξημένη επιρροή της στην Κύπρο. Η ρήξη των κυπριακών συνομιλιών δεν σημαίνει διόλου ότι η Τουρκία υποχωρεί, το αντίθετο.

Την ίδια ώρα στα Βαλκάνια ο εθνικισμός αναζωπυρώνεται. Η ιδέα της Μεγάλης Αλβανίας ερεθίζει τη Σερβία, αποσταθεροποιεί την ΠΓΔΜ, επηρεάζει δυνητικά και την Ελλάδα. Επιπλέον, στις μουσουλμανικές μειονότητες των Βαλκανίων γίνεται όλο και δημοφιλέστερος ο μαχητικός σουνιτισμός, στοιχείο που μπορεί να οδηγήσει στη δημιουργία μιας άτυπης θρησκευτικής ενδοχώρας στο μαλακό υπογάστριο της Ευρώπης.

Η Ελλάδα ιστορικά είχε την ευμενή αποδοχή ή τη φιλία πολλών γειτονικών χωρών. Το ίδιο η Κύπρος. Μεταξύ άλλων, Ιράν, Αίγυπτος, Συρία, Λίβανος Ισραήλ, με διαφορετικούς τρόπους και για διαφορετικούς λόγους, ήταν και είναι δυνητικοί εταίροι. Ας αναζητηθούν και πάλι.

Η διαδικασία ψήφου εμπιστοσύνης προς την κυβέρνηση δίνει αφορμή για παρατηρήσεις. Καταρχάς, η προκληθείσα ψηφοφορία τελείται όχι τόσο για άντληση εμπιστοσύνης όσο για άντληση πολιτικού χρόνου και για βολιδοσκόπηση προθέσεων των πολυπληθών ανεξαρτήτων εν όψει εκλογής προέδρου. Οι ανεξάρτητοι βουλευτές, διαγραμμένοι ή αποχωρήσαντες από κόμματα, 23 συνολικά, είναι ένα από τα αξιοσημείωτα της παρούσας Βουλής: ουδέποτε στην 40χρονη μεταπολιτευτική ιστορία ήταν τόσο πολλοί! Σημείο κι αυτό της αποσάθρωσης του παλαιού συστήματος και του συνολικού μετασχηματισμού.

Οι ανεξάρτητοι, μαζί με βουλευτές κομμάτων που μάλλον δεν θα υπερβούν το εκλογικό όριο, αλλά και με βουλευτές του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ, τα οποία θα έχουν πολύ λιγότερες έδρες από το 2012, όλοι μαζί αγωνιούν για το πολιτικό τους μέλλον. Φέρουν πολλαπλά βάρη: έχουν ψηφίσει σκληρούς νόμους που τους φέρνουν αντιμέτωπους με τους ψηφοφόρους τους, βρίσκονται σε κόμματα σε τροχιά ήττας, είναι μετέωροι, βλέπουν τη ραγδαία φθορά και αντιλαμβάνονται ότι η επανεκλογή θα είναι δυσχερής ή απίθανη. Οι περισσότεροι δεν επιθυμούν εκλογές. Αναμενόμενο: Κανείς βουλευτής δεν επιθυμεί πρόωρες εκλογές, μας έλεγε έμπειρος πολιτικός ηγέτης σε ανύποπτο χρόνο.

Από αυτούς τους απρόθυμους και αγωνιώντες παράγεται αίφνης μια ρηξικέλευθη πολιτική πρόταση: να συγκροτηθεί κυβέρνηση ειδικού σκοπού, με σύμπραξη της συμπολίτευσης και της αντιπολίτευσης, ακόμη και με εναλλασσόμενο πρωθυπουργό, για τη ρύθμιση του χρέους. Ουσιαστικά προτείνουν επανάληψη της κυβέρνησης Παπαδήμου, την οποία επαίρεται ότι προκάλεσε ο αλησμόνητος ηγέτης ειδικού σκοπού Γιώργος Καρατζαφέρης, του μετέπειτα εξατμισθέντος και αφομοιωθέντος ΛΑΟΣ, με ειδικό σκοπό το αιματηρό κούρεμα και την υπαγωγή του νέου χρέους υπό βρετανικό δίκαιο, και κατάληξη τις διπλές εκλογές του 2012.

Η συγκυρία είναι εντελώς διαφορετική. Το πολιτικό τοπίο έχει μετασχηματιστεί βαθιά και θα συνεχίσει να αλλάζει. Το ίδιο και περισσότερο, η κοινωνία. Τέτοιας τάξεως ιστορικοί μετασχηματισμοί δεν αντιμετωπίζονται με ειδικούς χειρισμούς σε καφενεία και περιστύλια.

Καφενεία, ταχυφαγεία, μεζεδοπωλεία, σουβλατζίδικα, αρτοποιεία, κομμωτήρια, μανικιούρ, αρωματοπωλεία του χύμα, σχολές αυτοάμυνας. Α, και «Αγοράζω Χρυσό Τιμαλφή». Ιδού, η επιχειρηματικότητα στην Ελλάδα της κρίσης. Στην Αθήνα της Μεγάλης Υφεσης.

Προ κρίσης, στις οικονομικές σελίδες των εφημερίδων, τα μαγαζάκια που ανοιγόκλειναν σταθερά, Εβγες, μίνι μάρκετ και ψυλικατζίδικα κυρίως, περιγράφονταν ως επιχειρηματικότητα ανάγκης. Θυμάμαι τον όρο από τα τέλης της δεκαετίας ’90. Χωρίς ιδιαίτερες δεξιότητες ενδεχομένως, χωρίς δυνατότητες να εργαστούν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ίσως επειδή δεν ήταν επαρκώς ενταγμένοι σε ένα πελατειακό δίκτυο ή επειδή δεν διέθεταν τα τυπικά προσόντα και μόρια, χωρίς δυνατότητες να απορροφηθούν από τον καχεκτικό παραγωγικό ιστό, για πολλούς λόγους τέλος πάντων, πολλοί συμπολίτες αποφάσιζαν να στήσουν δική τους δουλειά. Ενα μαγαζί.

Ακόμη και χωρίς προτέρα εμπειρία, με ένα μικρό κεφάλαιο ή με δανεικά· πάνω σε μια δική τους ιδέα, όχι ιδιαιτέρως πρωτότυπη συνήθως, ή αγοράζοντας μια άδεια franchise. Δέκα ξεκινούσαν, δώδεκα έκλειναν. Στην αρχή δυσκολεύονταν να πληρώσουν το ΤΕΒΕ, κατόπιν το ΙΚΑ και τον ΦΠΑ, λίγο αργότερα καθυστερούσαν το ενοίκιο. Εκλεινε ένα μαγαζάκι και δίπλα άνοιγε άλλο. Προ κρίσης.

Κάποια περίοδο στο οικοδομικό μας τετράγωνο είχαμε πέντε ψιλικατζίδικα (τώρα, δύο), τρία φαρμακεία (τώρα δύο), τρία καθαριστήρια (τώρα ένα), δύο κομμωτήρια (τώρα, τέσσερα). Καινούργια: δύο μανικιούρ, δύο σχολές αυτομάνυνας, πολεμικών τεχνών, καράτε κ.λπ. Οποιος τεχνίτης καταστηματάρχης βγαίνει στη σύνταξη, το κλείνει και σχεδόν πάντα χάνεται το μαγαζί: συμβαίνει με καθαριστήρια, χασάπικα, ψαράδικα. Υποκαθίστανται από αλυσίδες και μεγάλα σούπερ μάρκετ. Κάπως έτσι ανοίγουν τα κλειστά επαγγέλματα, χωρίς εργαλειοθήκες OOΣΑ και καραμούζες.

Στο καινοφανές εμπορικό περιβάλλον της Μεγάλης Υφεσης, μεγαλύτερη εντύπωση προξενεί η άνθηση των καφενείων, των μανικιούρ-κομμωτηρίων και των σχολών αυτοάμυνας. Ποια ζήτηση έρχονται να καλύψουν; Μπορούμε ευκολότερα να προσεγγίσουμε τα μαγαζιά φτηνής εστίασης, το σουβλάκι, το ρακάδικο, τη νεοταβέρνα· είναι τόποι παρηγοριάς, τόποι που ξεχνιέσαι και συνευρίσκεσαι, συνεχίζουν το καπηλειό του Παπαδιαμάντη και του Βάρναλη, την παράδοση της Ανατολής και της Μεσογείου. Δεν είναι μόνο η οικονομική στενότης, είναι και το ξεκούκκισμα του χρόνου.

Ας δούμε το καφενείο της Μεγάλης Υφεσης. Εκεί ροκανίζεται ο χρόνος της σχόλης, της αργίας, της ανεργίας και της αεργίας. Τα καφενεία εκτείνονται σαν αποικίες μυκήτων, απεγνωσμένες και συγχρόνως αυθάδεις, κατατρώγουν τον λιγοστό δημόσιο χώρο των Αθηνών, πεζοδρόμια, στοές, εσοχές. Οι περιπατητές ελίσσονται ανάμεσα σε τραπεζοκαθίσματα και ομπρέλες, υπαίθριες θερμάστρες, ακροβάτες σερβιτόρους, πλανόδιους μουσικούς και επαίτες ― ή κατεβαίνουν στο οδόστρωμα. Τις καθημερινές στα καφενεία αναπαράγεται πλήξη και κατήφεια, οι περισσότεροι σκαλίζουν σμάρτφοουν, μόνο η νεολαία τιτιβίζει ανέμελη. Συχνά δίνουν η εντύπωση ότι λειτουργούν σαν τέλματα με αργή ανάδευση.

Τα μανικιούρ-κομμωτήρια υπάρχουν εντελώς εξωστρεφή: τζάμι παντού, όλο το μαγαζι είναι μια βιτρίνα-installation και οι πελάτες με τους εργαζόμενους υποκείμενα μιας διαρκούς performance. Τα πιο αγωνιώδη αναγράφουν στη βιτρίνα ή σε πινακίδα πεζοδρομίου τις προσφορές τιμών για νύχια, φορμάρισμα, κούρεμα, από 5 ευρώ, πακέτα και προσφορές. Είναι το τελευταίο αποκούμπι του well being, αχνή υπόμνηση των παλαιών χρόνων, είναι η παραμυθία του beauté με ένα πεντάευρο, είναι η καταφυγή στο σώμα, η περιποίηση του σάρκινου χιτώνα για ελάχιστη ανακούφιση του φέροντος. Βeauté, γυμναστική, τατουάζ: όχι τριμπαλισμός, αλλά το μοναχικό άτομο που πάει να ξεχωρίσει με τα σημάδια της σωματικής αυτάρκειας.

Μόνος με το σώμα σου. Και εναντίον όλων. Στο Depression Εra δεν εμπιστεύεσαι κανέναν. Η κοινωνία ράγισε και σπάει, σπάνε οι συνεκτικοί δεσμοί, τα συμβατικά ήθη του καιρού ειρήνης αλλάζουν. Τώρα είναι πόλεμος. Η άφιλη πόλη κρύβει απειλές, στους δρόμους, στα πάρκα, στις πλατείες. Αστυνομικοί-αστακοί περιπολούν· ματαίως, επιτείνουν την ανασφάλεια. Οι σχολές αυτοάμυνας υπηρετούν αυτή την ανάγκη: τον φόβο και το ένστικτο αυτοσυντήρησης το μοναχόλυκου, αυτού που νιώθει ότι ζει εκτός πλαισίου, εκτός κοινωνικής συστοιχίας, άνευ προστασίας, του ξεμοναχιασμένου ή απορριφθέντος που νιώθει ότι δεν υπάρχει γι’ αυτόν κράτος πρόνοιας και κράτος δικαίου, δεν υπάρχει θεός και αφέντης, μόνο ο εαυτός του, το σώμα του, οι γροθιές και η διαρκής του επαγρύπνηση. Μαθαίνει πάλι την ξεχασμένη τέχνη του πολέμου, κουνγκ φου, καράτε, ζίου ζίτσου, αναπνέει βαθιά, είναι έτοιμος για όλα. Η μητρόπολη έχει γίνει σκοτεινή Γκόθαμ Σίτυ και ο flaneur είναι πληβειο-Μπάτμαν.

H αποσαφήνιση των σχεδίων της ευρωζώνης για την Ελλάδα δεν ήρθε δια της πολιτικής οδού, από τις Βρυξέλες ή κάποια ευρωπαϊκή πρωτεύουσα, αλλά από την κεφαλή του Ευρωσυστήματος, τον Μάριο Ντράγκι. Ο πρόεδρος της ΕΚΤ διευκρίνισε ότι για να περιληφθούν οι ελληνικές τράπεζες στο διετές πρόγραμμα χορήγησης ρευστότητας, έναντι καλυμμένων ομολόγων και τιτλοποιημένων δανείων, η χώρα θα πρέπει να βρίσκεται σε πρόγραμμα προσαρμογής ή υπό επιτήρηση.

Είναι εύκολα αντιληπτό ότι οι προϋποθέσεις που θέτει η ΕΚΤ συμβαδίζουν με τη βούληση των Βρυξελών και του Βερολίνου για τον βαθμό ελευθερίας που θα έχει εφεξής οποιαδήποτε ελληνική κυβέρνηση κατά τη χάραξη και εφαρμογή οικονομικής και συνεκδοχικά παραγωγικής και κοινωνικής πολιτικής.

Είναι φανερό ότι οι εταίροι-δανειστές δεν εμπιστεύονται την Ελλάδα, ακόμη και μετά την επίπονη εφαρμογή του υπερτετραετούς προγράμματος προσαρμογής. Η Ελλάδα θα παραμείνει στο ευρωσύστημα, αλλά με αυστηρά ελεγχόμενες και περιορισμένες εισροές, τραπεζικές και κοινοτικές, τέτοιες που να επιτρέπουν στη χώρα να μη σβήσει, αλλά που μάλλον δεν θα της επιτρέπουν να ανακάμψει, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα.

Σημειώνουμε ότι οι ελληνικές τράπεζες διαθέτουν τιτλοποιημένα δάνεια ύψους περίπου 44 δισ. ευρώ, ενώ το εγκριθέν ΕΣΠΑ 2014-2010 ανέρχεται σε 26 δισ. ευρώ. Με τους πόρους αυτούς, και τα κεφάλαια που μπορούν να μοχλευθούν επιπλέον, η ανάκαμψη και η παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας φαίνεται δυνατή.

Το κρίσιμο ερώτημα που εγείρεται τώρα είναι: Η Ευρώπη επιθυμεί ανάκαμψη της Ελλάδας σε εύλογο χρόνο; Προς ποια κατεύθυνση; Με ποιο τίμημα; Δύσκολη η απάντηση. Εξαρτάται από τις εξελίξεις σε Γαλλία και Ιταλία και στο άτυπο μέτωπο Ολάντ-Ρέντσι κατά Βερολίνου, εξαρτάται από τις κατευθύνσεις της έκτακτης συνόδου κορυφής στις 8 του μηνός, δηλαδή από τη ρευστή ισορροπία στον πυρήνα της ευρωζώνης. Και από τις πολιτικές εξελίξεις στο εσωτερικό της χώρας.

H ψήφος εμπιστοσύνης που ζητεί η κυβέρνηση από το Βουλή απασχολεί ευλόγως τον Τύπο, αλλά για να θέσουμε το γεγονός στις πραγματικές διαστάσεις του, ας πισωπατήσουμε, να το εντάξουμε σε ευρύτερη προοπτική. Η κίνηση της κυβέρνησης είναι τακτικής φύσεως· αναζητεί χρόνο και χώρο, ενώπιον μιας διαπιστωμένης στασιμότητας. Η στασιμότητα αφορά το εφαρμοζόμενο πρόγραμμα προσαρμογής: παρατηρούμε κόπωση του πολιτικού συστήματος και του κοινωνικού σώματος. Κατ’ ακρίβειαν, εξάντληση.

Οι ουρές των σιωπηλών, κατηφών πολιτών στις τράπεζες, στην αρχή της εβδομάδος, για πληρωμή του φόρου εισοδήματος και του ΕΝΦΙΑ, δίνουν μια εικόνα για τα όρια του προγράμματος προσαρμογής. Τεσσερήμισι χρόνια από την έναρξη της προσαρμογής, η εμπειρία του ελληνικού πληθυσμού είναι η διαρκής απομείωση των εισοδημάτων και των περιουσιών, χωρίς καμία προσπάθεια παραλλήλως να παραχθεί νέος πλούτος. Ως εκ τούτου, η προσαρμογή, ακόμη και στις εξυγιαντικές της όψεις, βιώνεται συνολικά ως συρρίκνωση και καταστροφή. Κανείς δεν βλέπει μια ευτυχή κατάληξη, ούτε καν μια δυσχερή διέξοδο.

Η πολιτική αστάθεια καταδεικνύει μέρος μόνον της εσωτερικής αστάθειας που διατρέχει την ελληνική κοινωνία. Μάλλον, ένα σχίσμα: Η ζωή προ κρίσης έχει σφραγιστεί από την ενοχή, και εν πάση περιπτώσει τείνει να ξεχαστεί. Η ζωή μέσα στην κρίση είναι αφόρητη μες στην αβεβαιότητά της. Η ζωή μετά την κρίση παραμένει ασύλληπτη, αδιανόητη.

Σε δημόσια συζήτηση αυτή την εβδομάδα, ετέθη το ερώτημα: Αξίζαμε τη ζωή που είχαμε προ κρίσης; Η απάντηση δεν είναι εύκολη. Πράγματι μεγάλο μέρος από την ευημερία των χρόνων του 1990 και του 2000 οφείλετο στην πιστωτική επέκταση και την έκρηξη του καταναλωτισμού. Το ερώτημα όμως, έτσι διατυπωμένο, εσωτερικεύει την ενοχή, είναι δηλαδή μια ψυχολογική, ηθικιστική προσέγγιση: τότε η ύβρις, τώρα η νέμεσις. Μα έτσι παραλείπονται από την εξέταση οι ιστορικές και πολιτικές παράμετροι, οι συσχετισμοί ισχύος, οι μηχανισμοί επιρροής.
Το ερώτημα άρα προκαλεί αναπόφευκτα το σύστοιχό του: Αξίζουμε τη ζωή της κρίσης; Μια απάντηση: Δεν αξίζουμε την παρούσα ζωή της κρίσης, όχι μόνο για την πενία, αλλά για την ασυμμετρία και την αδικία, για την αναξιοπρέπεια που την χαρακτηρίζουν, και πάνω απ’ όλα για την έλλειψη προοπτικής.

Η προοπτική είναι το μέγα ζητούμενο. Σε έδαφος δημογραφικού μαρασμού και διαρκούς απώλειας ανθρώπινου δυναμικού, οποιοδήποτε πολιτικό σχέδιο πρέπει να πείσει πρωτίστως ότι προτείνει μια οδό απεμπλοκής, όσο στενή και επώδυνη, ότι προτείνει μια πορεία για να μη χαθεί οριστικά μια γενιά.

Ας το δούμε: τώρα αρχίζει η δυσκολότερη φάση, ίσως η πιο επώδυνη, διότι εν τω μεταξύ έχουν δαπανηθεί πόροι, αποταμιεύσεις, προσδοκίες, ψυχικά αποθέματα. Και θα είναι φάση μακρά, πολυκύμαντη, με ανατροπές που δεν μπορούν καν να προβλεφθούν. Αλλωστε ποιος μπορούσε να προβλέψει τη σημερινή Ελλάδα το 2009 ή το 2010; Ούτε καν το 2011.

Η σκληρή προηγούμενη περίοδος δεν αφήνει ωστόσο μόνο ήττες και ερείπια, εφήνει και θετικά στοιχεία, πολύτιμα για όσους θέλουν και μπορούν να τα συγκομίσουν: είναι η βαθύτερη επίγνωση των μηχανισμών της κρίσης, των απολεσθεισών ευκαιριών, των αδυναμιών που μπορούν να θεραπευθούν, των λανθανουσών δυνατοτήτων, τέλος, μια οδυνηρή πλην ανανεωμένη επίγνωση των ιδιαίτερων ταυτοτικών χαρακτηριστικών. Τίποτε δεν τελειώνει:

We must be still and still moving
Into another intensity
For a further union, a deeper communion
Through the dark cold and empty desolation,
The wave cry, the wind cry, the vast waters
Of the petrel and the porpoise. In my end is my beginning.
(Τ. S. Eliot, «East Coker», από τα «The Four Quartets»)

Παρότι η τρέχουσα ειδησεογραφία μονοπωλείται από την επίσκεψη της τρόικας και την, όπως πάντα, επώδυνη υπενθύμιση για τις μνημονιακές υποχρεώσεις, τα προαπαιτούμενα και τα ισοδύναμα, η πιο ενδιαφέρουσα συζήτηση έχει αρχίσει να διεξάγεται γύρω από δύο άλλα θέματα, μετατροϊκανά και μεταμνημονιακά: τη ρύθμιση του χρέους και την οικονομική ανασυγκρότηση.

Για τη ρύθμιση του χρέους ακούγονται ήδη πολλές προτάσεις, και όλες συγκλίνουν σε έναν σκοπό: πώς θα διαμορφωθεί ένα ρεαλιστικό τοκοχρεωλύσιο, τέτοιο που θα καταφέρει να το εξυπηρετεί η ελληνική οικονομία, η βαριά πληγωμένη από την εξαετή ύφεση και την φονική ανεργία. Τέτοιο που να μη στερεί από την κοινωνία τους απαραίτητους πόρους για την αναπαραγωγή της και βέβαια για την κατεπείγουσα πια ανασυγκρότηση.

Υπό αυτή την έννοια, ο τρόπος ρύθμισης του χρέους είναι ούτως ειπείν τεχνικό ζήτημα· το αιτούμενο αποτέλεσμα όμως είναι πολιτικό: να μπορέσει η χώρα να επιβιώσει όχι ως αποικία χρέους, με κοινωνική και δημογραφική αφυδάτωση, αλλά να ανακτήσει τις προϋποθέσεις ανάπτυξης. Η χρονική επιμήκυνση, η σταθεροποίηση των χαμηλών επιτοκίων, η απομείωση των υψηλών επιτοκίων, η απόσυρση χρέους από την ΕΚΤ, το μορατόριουμ πληρωμής τόκων για ένα κρίσιμο διάστημα, όλα τα τέτοια εργαλεία συντείνουν στο ουσιαστικό κούρεμα του χρέους, το καθιστούν εξυπηρετήσιμο χωρίς να κουρεύουν τις δυνατότητες επιβίωσης όπως συμβαίνει τώρα.

Ακόμη όμως και η ευνοϊκότερη ρύθμιση χρέους, δεν είναι αρκετή για την ανάταξη. Πάλι η πολιτική βούληση και το στρατηγικό σχέδιο παίζουν τον πρωταρχικό ρόλο, σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο. Για να ξεκολλήσει η χώρα από το πρωτοφανές υφεσιακό τέλμα απαιτείται ένα αναπτυξιακό σοκ, τέτοιο που καταρχάς μόνο το κράτος μπορεί να προκαλέσει. Για να το προκαλέσει όμως χρειάζεται ρευστότητα, ροή κεφαλαίων, κυρίως από ευρωπαϊκούς πόρους, εφόσον η χώρα και είναι στεγνωμένη και φυσικά δεν διαθέτει δικό της νόμισμα. Αυτή η ρευστότητα μπορεί να εξασφαλιστεί μέσω των ποικίλων κοινοτικών χρηματοδοτικών προγραμμάτων (το ΕΣΠΑ είναι ένα από αυτά), της ποσοτικής χαλάρωσης που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, πιστώσεων της Ευρωπαϊκής Επενδύσεων. Ακόμη και οι αντιρρήσεις της Γερμανίας θα καμφθούν αν η Ελλάδα έχει πειστικές προτάσεις για την ανασυγκρότησή της.

Εδώ, δύο ερωτήματα. Πρώτον, αν η Ελλάδα έχει πράγματι να προτείνει πολλές και πειστικές προτάσεις άξιες να χρηματοδοτηθούν. Η απάντηση οφείλει να παραχθεί από τους Ελληνες.

Δεύτερον, ποιος είναι ο λυσιτελέστερος τρόπος για την ένεση ρευστότητας και το αναπτυξιακό σοκ. Φαίνεται ότι οι συμβατικοί τρόποι μεταβίβασης ρευστότητας δεν λειτουργούν. Ιδίως στην ελληνική περίπτωση, όπου ίσως πρέπει να λειτουργήσει μια οικονομία πολέμου, η ρευστότητα δεν μπορεί να χάνεται σε περίπλοκους λαβύρινθους, μεταξύ κοινοτικών, εθνικών και τραπεζικών γραφειοκρατιών. Το χρήμα πρέπει να φτάσει γρήγορα και αδιαμεσολάβητα στους παραγωγούς, τις επιχειρήσεις και τους πολίτες, παρακάμπτοντας τις εμπορικές τράπεζες. Η ιδέα ξεκινά από τον Κέινς, που πρότεινε να αποτίθενται χρήματα σε στοές ορυχείων, και τον Φρίντμαν, που φαντάστηκε ελικόπτερα να ρίχνουν χρήματα, και ωριμάζει με τον ‘Helicopter’ Μπεν Μπερνάνκι που μηδένισε τα επιτόκια της Fed. Εφαρμόστηκε εν μέρει από την Αυστραλία. Και με άλλα λόγια υποστηρίζεται από διαφορετικούς μεταξύ τους οικονομολόγους και κεντρικούς τραπεζίτες. Το περασμένο καλοκαίρι η έγκριτη επιθεώρηση Foreign Affairs φιλοξένησε σχετική μελέτη για την άμεση μεταβίβαση ρευστότητας («Print Less but Transfer More: Why Central Banks Should Give Money Directly to the People»).

Απομένει να δούμε, πρώτον, αν είναι έτοιμη η Ευρώπη για τέτοια μεταφορά πόρων. Και κυρίως να δούμε τον ελληνικό πολιτικό σχηματισμό να διαχειρίζεται λυσιτελώς μια τέτοια πρωτόγνωρη ένεση ρευστότητας. Αυτά, ναι, είναι μεταρρυθμίσεις.

Οι κυβερνητικές ηγεσίες, εντός και εκτός Ελλάδος, διαβεβαιώνουν ότι η Ελλάδα ολοκληρώνει επιτυχώς το πρόγραμμα σταθεροποίησης, βγαίνει από την επιτήρηση του μνημονίου και θα αναζητήσει χρηματοδότηση από τις αγορές. Φανερά τουλάχιστον, αυτό λέγεται. Ευλόγως. Η ελληνική κυβέρνηση έχει τους δικούς της λόγους: οφείλει να διακηρύξει την επιτυχία της κατά την εκτέλεση του προγράμματος, μήπως και αποκομίσει πολιτικό όφελος. Το Βερολίνο και οι Βρυξέλες υποστηρίζουν σταθερά τον πολιτικό πυρήνα του προγράμματος που οι ίδιοι επινόησαν, άρα έχουν κάθε λόγο να διακηρύσσουν την επιτυχία του. Πολύ περισσότερο υπό την παρούσα συγκυρία: όταν η Ευρώπη περιδινίζεται γύρω από την κρίση της Γαλλίας και της Ιταλίας, των μεγάλων χωρών-πυλώνων, και όχι γύρω από το περιβόητο «ελληνικό πρόβλημα». Οταν η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα χαράσσει τη δική της νομισματική πολιτική, προκαλώντας φανερά τη δυσαρέσκεια του Βερολίνου. Και όταν οι γεωπολιτικές αναταράξεις στην ευρωπαϊκή μεθόριο και, κατά κύριο λόγο, στη Μέση Ανατολή, επιβαρύνουν όχι μόνο τη στασιμότητα και την ύφεση στην ευρωπαϊκή ήπειρο, αλλά και την ειρήνη στην μείζονα περιοχή.

Το ελληνικό πρόβλημα άρα μπαίνει διακριτικά κάτω από το χαλί των καλών λόγων, για να κερδηθεί χρόνος. Χρόνος για να διευθετηθούν τα προβλήματα της Γαλλίας και της Ιταλίας, χρόνος για να διεξαχθούν τα κρίσιμα stress tests των συστημικών τραπεζών της ευρωζώνης, χρόνος για να αρχίσουν να αποδίδουν τα μέτρα ποσοτικής χαλάρωσης του κεντρικού τραπεζίτη Μάριο Ντράγκι. Χρόνος επίσης για να ξεκαθαρίσει το πολιτικό τοπίο στην Ελλάδα: οι Ευρωπαίοι βλέπουν ότι η παρούσα δικομματική κυβέρνηση εξασθενεί σταδιακά και ότι είναι πολύ πιθανή, έως την άνοιξη, μια εκλογική αναμέτρηση που μπορεί να οδηγήσει σε άλλο κυβερνητικό σχήμα. Ευλόγως, δεν επιθυμούν να προχωρήσουν σε μακροχρόνιες συμφωνίες στρατηγικού χαρακτήρα με μια κυβέρνηση εν αποδρομή. Το προηγούμενο της επεισοδιακής πτώσης της κυβέρνησης Παπανδρέου το φθινόπωρο του 2011 και του σχηματισμού έκτακτης κυβέρνησης τεχνοκρατών, για την ολοκλήρωση του μνημονίου, είναι δύσκολο ή αδύνατον να επαναληφθεί. Το γνωρίζουν. Γνωρίζουν επίσης ότι η επόμενη εκλογική αναμέτρηση θα είναι κρίσιμη για τη σταθερότητα της χώρας και για την επιβαλλόμενη προσπάθειά της να αναδυθεί από το υφεσιακό σπιράλ και την κοινωνική αποσάθρωση.

Με αυτή την οπτική, μια ενδεχόμενη πολιτική στροφή θα μπορούσε να γίνει ανεκτή. Υπό δύο όρους: Ενας, να συνεχιστεί η ομαλή αποπληρωμή των δανείων. Δύο, να μην ανατραπεί βιαίως η ακολουθούμενη πολιτική δημοσιονομικής πειθαρχίας, δημιουργώντας προηγούμενο «απείθειας». Στον πρώτο όρο συμφωνούν όλοι οι δανειστές. Στον δεύτερο όρο επιμένει με εντονότερο ζήλο η Γερμανία.

Ο πρώτος όρος προϋποθέτει μια ρύθμιση του χρέους· άλλωστε υπάρχει ρητή δέσμευση των εταίρων δανειστών περί αυτού, αν και χωρίς ποιοτικό προσδιορισμό. Η ρύθμιση του χρέους συζητείται πυρετωδώς στο παρασκήνιο και μια τουλάχιστον μορφή του δημοσιοποιείται διαρκώς: πρόκειται για την επιμήκυνση αποπληρωμής και τη σταθεροποίηση των ήδη χαμηλών επιτοκίων. Σε αυτά προστίθενται ως αιτήματα προς συζήτησιν το μορατόριουμ αποπληρωμής τόκων για ένα χρονικό διάστημα, η σύνδεση της αποπληρωμής με μια ρήτρα ανάπτυξης, και το μερικό κούρεμα. Ρύθμιση θα γίνει· κανείς δεν μπορεί να υποστηρίξει ότι η παρούσα Ελλάδα μπορεί να εξυπηρετεί το γιγάντιο χρέος της υπερφορολογώντας τους πολίτες και παράγοντας πλεονάσματα πάνω σε έδαφος ύφεσης, ανεργίας και αποεπένδυσης. Το ζήτημα είναι λοιπόν τι είδους ρύθμιση χρέους θα γίνει ώστε να επιτραπεί στην Ελλάδα να μπει σε ρυθμούς ανάπτυξης και ανασυγκρότησης της οικονομίας της. Εδώ, υπεισέρχεται ο δεύτερος όρος: πώς θα συνυπάρξουν δημοσιονομική πειθαρχία και ανάπτυξη.

Η καγκελάριος Μέρκελ διακριτικά, αλλά και πολλοί άλλοι παράγοντες πιο ανοιχτά, αναγνωρίζουν ότι χρειάζεται επειγόντως ένα αναπτυξιακό σοκ για να αποκολληθεί η οικονομία από το υφεσιακό τέλμα, αφενός, και για να ξαναβρεί συνοχή και δυνάμεις η κοινωνία. Αυτό είναι το κλειδί. Κι εδώ ξαναμπαίνει η πολιτική βούληση και το πολιτικό σχέδιο. Με ποιους πόρους, ποια στρατηγική, προς ποία κατεύθυνση, με ποια ηγεσία, θα επιχειρηθεί η ανασυγκρότηση της πληγωμένης χώρας;

Η γερμανική πρόταση για ανάπτυξη έως τώρα ήταν η συμμετοχή της κρατικής KfW στη δημιουργία του Ελληνικού Επενδυτικού Ταμείου, με έδρα το Λουξεμβούργο. H KfW συμμετέχει με 100 εκατ. ευρώ στο συνολικό κεφάλιο των 700 εκατ. του ταμείου… Αλλοι συμμέτοχοι είναι το Ελληνικό Δημόσιο, το γαλλικό Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, η Ευρωπαϊκή Τραπεζα Επενδύσεων, το Ιδρυμα Ωνάση, ενώ προβέλεπται η εισροή κονδυλίων από τα ελληνικά ΕΣΠΑ. Για να αντιληφθούμε το μέγεθος του ΕΕΤ αναφέρουμε ότι το ΕΤΕΑΝ (Εθνικό Ταμείο Επιχειρηματικότητας και Ανάπτυξης) διαθέτει κεφάλαια 1 δισ. ευρώ και έχει διαθέσει ήδη 700 εκατ. χωρίς να έχει ανασχέσει τη ραγδαία καταστροφή των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Αλλοι ουδέτεροι αναλυτές υπολογίζουν ότι για το ελληνικό αναπτυξιακό σοκ απαιτούνται συνολικά κεφάλαια έως 50-60 δισ., σχηματιζόμενα από αρχικές συνεισφορές και μοχλεύσεις κεφαλαίων.

Με λίγα λόγια: Ποιος θα είναι υπεύθυνος για τον στρατηγικό σχεδιασμό και την εφαρμογή ενός προγράμματος ανάπτυξης και παραγωγικής ανασυγκρότησης; Αυτό είναι ένα κρίσιμο ερώτημα για το άμεσο μέλλον. Και είναι πολιτικό ερώτημα, που απαιτεί πολιτική απάντηση, δημοκρατική λειτουργία, προσήλωση στο εθνικό συμφέρον. Από την απάντηση θα εξαρτηθεί η πορεία της οικονομίας και της κοινωνίας, είτε προς την πρόοδο και την κοινωνική δικαιοσύνη είτε προς πολλαπλές αποκλίσεις και αποκλεισμούς.

Η παραίτηση του Ελληνα πρεσβευτή στο Βερολίνο, αμέσως μετά την επίσημη επίσκεψη του Ελληνα πρωθυπουργού στη Γερμανίδα καγκελάριο, δεν είναι σύμπτωμα ευρωστίας του ελληνικού κράτους. Δεν γνωρίζουμε τι αναφέρει στην επιστολή του προς την ηγεσία του υπουργείου Εξωτερικών ο παραιτηθείς πρέσβης, μπορούμε όμως να εικάσουμε ότι θα συντρέχει σοβαρότατος λόγος για να καταφύγει σε μια πράξη με τόσο βαρύ πολιτικό συμβολισμό. Μαθαίνουμε πάντως ότι ο πρέσβης δεν συμπεριελήφθη στην ελληνική αντιπροσωπεία που συνάντησε την καγκελάριο, κατά παράβασιν του πάγιου διπλωματικού ειωθότος, γεγονός που συνιστά απομείωση του κύρους του ως εκπροσώπου της Ελληνικής Δημοκρατίας στη γερμανική πρωτεύουσα εφεξής. Η λόγω ή έργω ταπείνωση ενός πρεσβευτή είναι ταπείνωση του ελληνικού κράτους. Αν λοιπόν υποθέσουμε ότι το κράτος δεν σέβεται τον πρεσβευτή που έχει ορίσει το ίδιο, πώς να τον σεβαστούν οι ξένοι;

Δεν μας ενδιάφερει το παρασκήνιο της παραίτησης. Οσα βλέπουμε στο εγχώριο προκήνιο είναι αρκετά για να μας βάλουν σε σκέψεις για την κατάσταση των θεσμών, για τον αυτοσεβασμό των αιρετών αξιωματούχων και των συμβούλων τους, για τον σεβασμό προς τους μόνιμους κρατικούς λειτουργούς, τον σεβασμό προς τους κανόνες και τα τηρούμενα πρωτόκολλα, και την εκ τούτων απορρέουσα αξίωση να σέβονται το ελληνικό κράτος οι διεθνείς συνομιλητές αλλά και οι διαρκώς παρατηρούντες πολίτες. Ο αιρετός άρχων φέρει την ισχύ της λαϊκής ψήφου, εκφράζει τη λαϊκή βούληση, έχει την ευθύνη των αποφάσεων και των πράξεών του, αλλά ταυτοχρόνως φέρει τη βαριά ευθύνη να υπηρετεί τους θεσμούς και όλους τους πολίτες διαχρονικά, όχι μόνο την εκλογική του πελατεία, όχι να πράττει κατά το προσωπικό του γούστο. Οι κυβερνήσεις έρχονται και παρέρχονται, η Ελληνική Δημοκρατία συνεχίζει.

Δυστυχώς η διαρκής και βαθιά κρίση των τελευταίων ετών έχει υπονομεύσει σε μεγάλη έκταση την έννοια του κρατικού αξιωματούχου, αιρετού ή μόνιμου, ο οποίος υπηρετεί πάνω απ’ όλα το εθνικό συμφέρον και τη δημοκρατική τάξη, και όχι το κομματικό ή προσωπικό συμφέρον, προσφέροντας ένα διαρκές παράδειγμα συνέχειας και σταθερότητας. Ολο και αραιότερα βλέπουμε από τους αξιωματούχους συνεπή και συνεκτική συμπεριφορά statesman, homme d’état. Στον λόγο, στις εκφράσεις, στη σύνολη συμπεριφορά, ανώτατοι πολιτικοί παράγοντες, εκπρόσωποι της κυβερνήσεως, του κοινοβουλίου, των κομμάτων, θυμίζουν δημαγωγούς καφενείου ή συνοικιακούς κομματάρχες, νταήδες φωνακλάδες σε πηγαδάκια, χαρακτήρες θεατρικής επιθεώρησης. Η τέτοια χύδην συμπεριφορά ίσως επιλέγεται επειδή θεωρείται λαϊκή, εύληπτη, δημοφιλής. Ισως. Εν τοιαύτη περιπτώσει, μιλάμε για κυνισμό. Υποψιαζόμαστε όμως ότι η λαϊκίζουσα χυδαιότης επιλέγεται ελλείψει άλλων προσόντων: άρθρωσης επιχειρημάτων, ικανότητας διαλόγου, παιδείας, πίστης σε αξίες και αρχές.

Η κρίση οδηγεί αφεύκτως σε αστάθεια, σε ανασφάλεια, σε κλονισμό. Τότε χρειάζεται, περισσότερο από ποτέ, η νηφαλιότητα και η γενναιότητα των πολιτικών, ο αυτοσεβασμός. Βλέπουμε το αντίθετο: Η έλλειψη δημοκρατικής αγωγής και πολιτικού ήθους υποκαθίσταται από βολονταρισμό, επιθετικότητα και ωμότητα, εκφράζεται ως παράκαμψη ή και περιφρόνηση του θεσμικού πλαισίου. Πιθανότατα συμβάλλει και μια προϊούσα αίσθηση απώλειας της ισχύος.

Η σοβαρότερη συνέπεια είναι η διάχυση της περιφρόνησης σε όλην την πολιτική κοινωνία, σε όλη τη δημόσια σφαίρα, είναι η γενίκευση της ασέβειας προς τους θεσμούς και ο κλονισμός της πίστης προς τη δημοκρατία. Κάπου εκεί επωάζεται ο έμπρακτος θαυμασμός του ούτως κατηχούμενου λαού προς διάφορους «αντισυστημικούς» μπράβους.

H ομιλία και η συνέντευξη του Αλέξη Τσίπρα στη Θεσσαλονίκη ήταν μακροσκελείς και αναλυτικές. Οι προτάσεις του για αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης, για ανάσχεση της ύφεσης και της ανεργίας, ήταν αρκούντως λεπτομερείς και κοστολογημένες, ενταγμένες σε ένα ενιαίο σχέδιο ανασυγκρότησης. Το σχέδιο Τσίπρα μπορεί να δεχθεί οποιαδήποτε κριτική, καλόπιστα ή κακόπιστα, να ελεγχθεί η ακρίβεια και η αποτελεσματικότητά του, να βρεθεί λίγο ή υπερβολικό, να χαρακτηριστεί παροχολάγνο ή μετριοπαθές, μετακεϋνσιανό ή σοσιαλδημοκρατκό, οτιδήποτε μπορεί να του προσαφθεί. Είναι όμως ένα σχέδιο, αυτοφυές, αυτόχθον, συνταγμένο από Ελληνες και προσανατολισμένο στην ελληνική κοινωνία τού σημερα, στις ανάγκες της και στις δυνατότητες της, στις αντοχές της και στις προσδοκίες της. Είναι το μοναδικό ελληνικό σχέδιο στα τεσσεράμιση χρόνια της δοκιμασίας. Είναι μια αρχή.

Το σημαντικότερο όμως στοιχείο της ομιλίας Τσίπρα είναι η πρόσκληση ευθύνης που απηύθυνε στον ελληνικό λαό, διττά: ευθύνη που είναι έτοιμος να αναλάβει ο ίδιος και η παράταξή του, ευθύνη που οφείλει να αναλάβει ο ελληνικός λαός απέναντι στον εαυτό του, στα παιδιά του, στην πατρίδα του. Εντόπισε ορθώς το έλλειμμα πίστης των Ελλήνων στις δυνάμεις τους, μέσα από το σοκ της κρίσης, την έλλειψη πίστης στη συλλογική δράση, την καχυποψία προς το δημοκρατικό κράτος, την δυσφορία προς την πολιτική, την λιποψυχία. Περιέγραψε έναν δύσβατο δρόμο. Διέγνωσε την πληγή του διχασμού πάνω στο κοινωνικό σώμα και τις τρέχουσες αδυναμίες της δημοκρατίας. Και μίλησε προς όλους τους Ελληνες, ενωτικά και συμπεριληπτικά. Μίλησε για τη χαμένη πίστη.

Κατά την υποκειμενική μου εκτίμηση, αυτά τα μηνύματα, πλήρη ενσυναίσθησης και πραγματισμού, είναι τα στοιχεία που ξεχώρισαν. Είναι μηνύματα που, υπό προϋποθέσεις, μπορούν να μεταβάλουν την αμυντική και μοιρολατρική στάση σε στάση ενεργητική και δημιουργική. Διότι επιστρέφει στη λησμονημένη ή μισοσκεπασμένη ουσία της πολιτικής στις δημοκρατίες: οι άνθρωποι είναι τα δρώντα υποκείμενα, η βούλησή τους είναι η κινώσα δύναμη, οι ικανότητές τους είναι το πολύτιμο κεφάλαιο. Ασφαλώς ο τεχνοκρατικός πραγματισμός είναι χρήσιμος και απαραίτητος, αλλά χωρίς τη βούληση, το κοινό σχέδιο και τον κοινό σκοπό, χωρίς την πίστη στον συλλογικό εαυτό, καμία παραγωγική μηχανή, καμία οικονομία δεν μπορεί να επανεκκινήσει.

Τα τεχνοκρατικά σχέδια θα χρειαστεί να αλλάξουν, να προσαρμοστούν δυναμικά, θα τεθούν νέες ιεραρχήσεις. Αλλά ο ελληνικός λαός τούτη τη στιγμή έχει μεγαλύτερη ανάγκη την καθαρή πολιτική σκέψη, την ενεργό βούληση, τη στοχοθεσία, το όραμα, πάντα μαζί με την ξεκάθαρη επίγνωση των δυσχερειών και των προκλήσεων. Από αυτή την άποψη, ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης έδειξε την πιο ουσιαστική ωρίμανση έως τώρα, και μάλιστα γρήγορη ως προς τον χρόνο που του δόθηκε.

Ο Τσίπρας το Σάββατο κατάφερε να διασκεδάσει θεμιτούς φόβους, να καταθησυχάσει τους δικαιολογημένα επιφυλακτικούς, να συμπεριλάβει. Μετά τα πολλά ταξίδια του στην Ευρώπη, μετά τις πολυσυζητημένες επισκέψεις του στο Αγιο Ορος και το Κόμο, έδειξε αυτοπεποίθηση και πραγματισμό. Βέβαια, τα δύσκολα τώρα αρχίζουν: καθώς θα πλησιάζει προς την εξουσία, τα εμπόδια θα πληθαίνουν, η ίδια η εξουσία είναι Κίρκη και σαγήνη. Ο λόγος του θα χρειαστεί να είναι όλο και περισότερο ειλικρινής, διεισδυτικός, σκληρός, αλλά και εμψυχωτικός. Το Σάββατο δεν το είπε, αλλά σύντομα τον φαντάζομαι να λέει: Θα ξεκινήσουμε με μια δίκαιη φτώχεια, με πλήρη αξιοπρέπεια, κι ο δρόμος θα είναι ποτισμένος με ιδρώτα, δάκρυα και αίμα.

Πραγματισμός, ευθύνη, πίστις, τα τρία ταύτα· μείζων δε τούτων η πίστις.

Το σαββατοκύριακο σφραγίστηκε πολιτικά από την ομιλία του πρωθυπουργού και του αντιπροέδρου της κυβέρνησης στη Θεσσαλονίκη, σύμφωνα με την ανά Σεπτέμβριο παράδοση προγραμματικών εξαγγελιών. Η αναμενόμενη προγραμματική ομιλία του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης, το ερχόμενο Σάββατο, θα ολοκληρώσει αυτή την ενιαύσια τελετή.

Κάθε τέτοιος Σεπτέμβριος έχει τη σημασία του, αλλά ο φετινός ξεχωρίζει: με τις ευρωεκλογές ακόμη νωπές, το πολιτικό περιβάλλον εξακολουθεί να είναι φορτισμένο και αβέβαιο. Η χώρα βρίσκεται για περισσότερα από τέσσερα χρόνια σε ιστορική καμπή, κατά την οποία οι πολίτες έχουν υποφέρει τις συνέπειες της πτώχευσης, βιωμένες όχι μόνο ως οικονομική υποβάθμιση, αλλά πολύ περισσότερο ως ανασφάλεια, αβεβαιότητα, αδυναμία κατά τον σχεδιασμό του βίου.

Η περιρρέουσα και αυξανόμενη διεθνής αβεβαιότητα εξηγεί ώς ένα βαθμό τα εγχώρια βάσανα, αλλά ουδόλως παρηγορεί, αντιθέτως επιτείνει την αγωνία. Ασφαλώς η Ελλάδα δεν μπορεί να επηρεάσει αποφασιστικά τη συνολική ευρωπαϊκή πολιτική, πόσω μάλλον το γεωπολιτικό ντόμινο στη Μαύρη Θαλασσα ή τη Μέση Ανατολή. Αυτό που μπορεί να γίνει είναι η όσο το δυνατόν αποτελεσματικότερη διευθέτηση των εγχώριων δομικών δυσλειτουργιών. Η ανασυγκρότηση και ο επανασχεδιασμός του παραγωγικού ιστού, η αναζωογόνηση της δημοκρατίας και του κράτους, η ανάκτηση μιας συλλογικής διάνοιας με την αναγκαία συνοχή. Προ πάντων η ανάκτηση της συλλογικής αυτοπεποίθησης, η οποία τόσο καίρια έχει τρωθεί. Αυτό κυρίως.

Αν θα έπρεπε να περιγράψουμε με μια λέξη την παρούσα κατάσταση των Ελλήνων, θα λέγαμε: ορφάνια. Μοναξιά, σύγχυση, απώλεια σκοπού και μέσων, ζάλη. Ορφάνια. Οχι μόνο χωρίς ηγεσία, που είναι το προφανές, αλλά χωρίς πλαίσιο, χωρίς σκελετό, χωρίς οδηγά σημεία. Το σοκ της κρίσης και η συνεχιζόμενη και αυξανόμενη δυσπραγία έχουν αφήσει βαθιά σημάδια στο σώμα της κοινωνίας. Η απώλεια της πίστης στις ατομικές και συλλογικές δυνάμεις διαμορφώνει μια στάση αδράνειας, με την ελάχιστη δυνατή ενεργητικότητα, με εσωστρέφεια, αν όχι με πικρία, με δυσπιστία για τις όποιες δυνατότητες αντίδρασης. Από την τέτοια εσωτερίκευση της αδράνειας και της καθολικής άμυνας, ως έκφραση αυτοσυντήρησης, πηγάζει και η αυξανόμενη δυσπιστία προς τις πολιτικές δυνατότητες υπέρβασης της κρίσης, η απόσυρση από την πολιτική και από τη δημόσια σφαίρα. Η μείωση της προσέλευσης εκλογέων στις κάλπες του 2014 ήταν ενδεικτική.

Ακόμη όμως κι αν παραβλέψουμε την αυξανόμενη εκλογική αποχή, ως πρόσκαιρη, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε το μούδιασμα που διακατέχει το κοινωνικό σώμα· ένα είδος παράλυσης. Πρόκειται για το πιο φανερό σύμπτωμα του αισθήματος ορφάνιας που προαναφέραμε.

Οποιαδήποτε πολιτική πρόταση, οποιοδήποτε πολιτικό σχέδιο και πρόγραμμα, που φιλοδοξούν να τεθούν ενώπιον του λαού και να ηγεμονεύσουν, πρέπει να λάβουν υπ’ όψιν τους αυτό το συλλογικό αίσθημα και τα συμπτώματά του. Μόνο εντοπίζοντας τις εστίες, μόνο αίροντας τις γενεσιουργούς αιτίες, μόνο απαντώντας ολοκληρωμένα και συνολικά, μόνο τότε ένα πολιτικό πρόγραμμα θα είναι σε θέση να μεταδώσει τις αλήθειες του και τις προτάσεις του. Και μόνο εφόσον μπορέσει να εμπνεύσει πίστη στον πολίτη, πίστη στον εαυτό και στους άλλους.

Πρόκειται ουσιαστικά για ένα είδος επανεκκίνησης εν κινήσει. Διότι φυσικά ουδέποτε σταματά η ζωή, ακόμη κι όταν φαίνεται παγωμένη· και διότι ένας λαός δεν ορφανεύει από πατέρα, αλλά από τη συνείδηση του εαυτού του και των ιστορικών δυνατοτήτων.

Ο Σεπτέμβρης, μεταβατικός και ερεθιστικός για ανασύνταξη καθώς είναι, ας γίνει αφετηρία.

Ακόμη κι αν δεν ήσουν ποτέ φίλος ή ψηφοφόρος του ΠΑΣΟΚ, εφόσον έζησες στην τεσσαρακονταετία του, οφείλεις να το λάβεις σοβαρά υπ’ όψιν, σε οποιονδήποτε απολογισμό ή ανάλυση της συγκεκριμένης περιόδου. Μα πολύ σοβαρά. Για να το πούμε πολύ αδρά: μελετώντας την πορεία και τους μετασχηματισμούς του ΠΑΣΟΚ, μελετούμε την πορεία της σύγχρονης Ελλάδας, σε μια μακρά περίοδο με μοναδικά ιστορικά χαρακτηριστικά και με πρωτοφανέρωτες εκδιπλώσεις του κοινωνικού σχηματισμού.

Το ΠΑΣΟΚ ταυτίζεται με την Γ’ Ελληνική Δημοκρατία, με την περίοδο μετά την Μεταπολίτευση του 1974. Υπό μία έννοια μάλιστα, την περίοδο 1974-81, έως την ανάληψη της εξουσίας από το ΠΑΣΟΚ, θα μπορούσαμε να την περιγράψουμε σαν μεταβατική περίοδο, σαν αργή μετάβαση στην καθαυτή μεταπολίτευση που συντελείται με την ονομασθείσα Αλλαγή του ’81.

Η αλλαγή του ’81 σηματοδοτεί την ανάδυση και επικράτηση της πολιτικής έκφρασης των λαϊκών και μικροαστικών στρωμάτων, μια κοινωνική κίνηση που είχε ξεκινήσει δυναμικά στο πρώτο ήμισυ της δεκαετίας του ’60, και η οποία ανεκόπη βιαίως από τα κοινοβουλευτικά πραξικοπήματα και την επταετή στρατιωτική δικτατορία. Σε εκείνη την περίοδο, που βαφτίστηκε εύστοχα από τον Στρατή Τσίρκα «χαμένη άνοιξη», μπορούμε να εντοπίσουμε ψυχοκοινωνικά τις πηγές της δυναμικής του ΠΑΣΟΚ, από τον Σεπτέμβρη του 1974 έως την πρωτη διακυβέρνηση του 1981-85.

Ισως ακούγεται υπερβολική η σύνδεση του 1981 με τα προδικτατορικά ’60s, αλλά δεν μπορούμε να κατανοήσουμε τις ιστορικές περιόδους αποσπασμένες απ’ ό,τι προηγείται. Τα αιτήματα για απελευθέρωση των δυνατοτήτων και των ευκαιριών, στο οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό πεδίο, είχαν διατυπωθεί από τότε με οξύτητα, αν όχι και με διαύγεια, από τα λαϊκά στρώματα. Ας μη λησμονούμε ότι στο μεταίχμιο, από το ’50 προς το ’60, παρ’ όλους τους ρυθμούς ανάπτυξης, οι προσφερόμενες οδοί ανέλιξης, προσωπικά και κοινωνικά, ήταν πολύ περιορισμένες: αναγκαστική αστυφιλία, μαζική μετανάστευση, ανισότητα, περιορισμένη πρόσβαση στη μέση και ανώτερη εκπαίδευση, φτώχεια, μαζική ανεργία: το 1961 η ανεργία καταγραφόταν στο 27,6%, όσο και στη σημερινή χρεοκοπημένη Ελλάδα.

Η κορύφωση της πανευρωπαϊκής χρυσής τριακονταετίας αρχίζει να συμβαίνει στην Ελλάδα μέσα στο ’60. Η ανάπτυξη της οικοδομής, η γενίκευση της υποχρεωτικής και δωρεάν παιδείας, το τραγούδι, το σινεμά, η εισαγόμενη ευφορία, όλα καταγράφουν τη διόγκωση των προσδοκιών για ευημερία, τη διαμόρφωση μιας νέας διάνοιας, το φούσκωμα του λαϊκού ποταμιού. Το μωσαϊκό της Ενωσης Κέντρου δεν κατόρθωσε να εκφράσει πλήρως και λυσιτελώς αυτό το πολύμορφο κοινωνικό ρεύμα. Επρεπε να περιμένουμε το ’74 και όλη την περίοδο έως το ’81.

Ο σχηματισμός του ΠΑΣΟΚ, το φθινόπωρο του ’74, μου θύμισε φίλος πολιτικός επιστήμων, εμβριθής μελετητής της μεταπολεμικής ιστορίας, συντελέσθηκε σε ελάχιστο χρονικό διάστημα και με αυτοοργάνωση των μαζών. Από τα μέσα Σεπτεμβρίου έως τις εκλογές της 17ης Νοεμβρίου 1974, είχαν συγκροτηθεί αυθορμήτως περίπου τετρακόσιες επιτροπές πρωτοβουλίας πανελληνίως. Αυτό δεν είχε προηγούμενο σε περίοδο ειρήνης. Ας το πούμε και διαφορετικά: το κοινωνικό ποτάμι που είχε εκτραπεί το ’60-’70, έψαχνε να βρει την κοίτη του έκτοτε· θα την έβρισκε, ούτως ή άλλως, ακόμη κι αν δεν προσφερόταν η πρόσκληση ΠΑΣΟΚ. Οι κοινωνικές δυνάμεις των Ιουλιανών ’65, των χωριατόπαιδων που κατέκλυζαν τα πανεπιστήμια, των νεομικροαστών που αυτοαναγνωρίζονταν στο διαμέρισμα πολυκατοικίας με λουτρό και ηλεκτρικό ψυγείο, των baby boomers που μεγάλωναν με τους Κένεντι, τον Ωνάση, τους Μπιτλς και το Απόλλων 11 στη Σελήνη, όλο αυτό το πλήθος των αυτοδημιούργητων ανοικοδομητών απαιτούσε χώρο, όλο τον κοινωνικό χώρο, με δημοκρατία, ισότητα, ελευθερία λόγου και σκέψης, πολιτικές ελευθερίες. Τα πήρε. Με παλινωδίες, κόπο, παραμορφώσεις, παρανοήσεις, άθλους και αθλιότητες. Πήρε περίπου είκοσι χρόνια.

Ακόμη κι έτσι πάντως, η νέα πολιτική έκφραση, που γεννήθηκε στις 3 Σεπτεμβρίου 1974 από την παλαιά θρεπτική ιλύ του ’60, χρειάστηκε επτά χρόνια, ώς το ’81, για να καταστεί ηγεμονική και να ολοκληρώσει τη μεταπολίτευση. Ο,τι συνέβη μετά την πρώτη, ορμητική και ελπιδοφόρα διακυβέρνηση, με προφανή ορόσημα το 1989 και το 2004, και κατάληξη την πτώχευση του 2010, είναι εν πολλοίς μια πορεία αναδιάταξης των δυνάμεων εξουσίας και αναδιανομής του πλούτου, και μια διαδικασία μετασχηματισμού των πλειοψηφικών μικρομεσαίων, σε επίπεδο συνείδησης, αναπαράστασεων και προσδοκιών. To ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση, ο λαός στην εξουσία…

Στις 13 Αυγούστου η Διεθνής Μαθηματική Ενωση, κατά την έναρξη του συνεδρίου της στη Σεούλ, ανακοίνωσε τα καθιερωμένα βραβεία της. Το παλαιότερο και πιο διάσημο, το Μετάλλιο Fields, απονεμήθηκε σε τέσσερις επιστήμονες ηλικίας έως σαράντα ετών: στον Βραζιλιάνο Artur Avila, στον Ινδοκαναδό Μanjul Bhargava, στον Αυστριακό Martin Hairer και στην Ιρανή Maryam Mirzakhani. Το βραβείο, ανάλογο σε σημασία με το βραβείο Νομπέλ για άλλες επιστήμες, συζητήθηκε εντονότερα φέτος, επειδή για πρώτη φορά απονεμήθηκε σε γυναίκα.

Η Ελλάδα είναι παλαιό και ενεργό μέλος στη Διεθνή Μαθηματική Ενωση (IMU). Λέγεται, μάλιστα, ότι ανάμεσα στους φετινούς εκλέκτορες για το Μετάλλιο Fields ήταν ο σπουδαίος μαθηματικός Δημήτρης Χριστοδούλου, πολυβραβευμένος ο ίδιος, άτυπος, πλην λαμπρός, εκπρόσωπος της πολυπρόσωπης Διασποράς των Ελλήνων επιστημόνων.

Δυστυχώς, η συμμετοχή της Ελλάδας στην IMU απειλείται. Οχι για λόγους επιστημονικούς, αλλά για λόγους οικονομικούς. Η Ακαδημία Αθηνών, εκπρόσωπος της χώρας στην Ενωση, δεν πληρώνει τη συνδρομή της από το 2012, επικαλούμενη αδυναμία. Ως εκ τούτου, η χώρα απειλείται με διαγραφή, μάλλον ταπεινωτική.

Πόσο βαριά είναι η οφειλή; Το ποσόν της συνδρομής για τα έτη 2012-2013 είναι 3.373 ελβετικά φράγκα, ήτοι 2.790 ευρώ περίπου. Γι’ αυτό το μάλλον γλίσχρο ποσόν, η Ελλάδα με ζώσα παράδοση σπουδαίων μαθηματικών σε όλα τα πανεπιστήμια του κόσμου, κινδυνεύει να βρεθεί εκτός του σημαντικότερου διεθνούς μαθηματικού οργανισμού. Αναρωτιόμαστε ευλόγως: Η Σύγκλητος αποφάσισε εν σώματι τη διακοπή της συνδρομής και τον εθνικό αποκλεισμό; Αναζητήθηκε εναλλακτική πηγή χρηματοδότησης, εφόσον δεν επαρκεί ο τακτικός προϋπολογισμός; Είναι ενήμερος ο ακαδημαϊκός Αθανάσιος Φωκάς, διακεκριμένος καθηγητής Μαθηματικών στην έδρα Ισαάκ Νεύτωνος στο Κέμπριτζ;

Η δημοσιονομική δυσπραγία δεν στέκεται ως δικαιολογία για τη διεθνή απομόνωση της χώρας. Ακόμη και η πιο φτωχή οικογένεια καταφέρνει με θυσίες να εξοικονομήσει τα αναγκαία για τις σπουδές του παιδιού. Μια χώρα δεν μπορεί;

Στην Αθήνα συζητάμε για το πού θά καταλήξει η τακτική συνάντηση των Ελλήνων υπουργών με την τρόικα, τούτη τη φορά στο Παρίσι. Δηλαδή, οι δανειστές θα δεχθούν ότι η δημοσιονομική περιστολή και οι συνοδές μεταρρυθμίσεις προχωρούν κατά τα συμφωνηθέντα; Θα δεχθούν μια κάποια προσαρμογή του προγράμματος ενώπιον του σημείου μηδέν που έχει περιέλθει η ελληνική οικονομία;

Ωστόσο, περισσότερο από ποτέ ίσως, η κατάληξη της τέτοιας επιτήρησης-διαπραγμάτευσης δεν εξαρτάται μόνον από την προσέγγιση των δύομερών ούτε από τη σχετική πρόοδο των μεταρρυθμίσεων· η ίδια η φύση της σχέσης Ελλάδας-τρόικας διαμορφώνεται πλέον υπό την σκιά ιστορικών διεργασιών που συγκλονίζουν την Ευρώπη, με τρόπο που δεν έχει ξανασυμβεί από την έναρξη της διεθνούς κρίσης του 2008 και την κρίση χρέους στις χώρες της ευρωπαϊκής επεριφέρειας.

Καταρχάς, το ελληνικό πρόβλημα έχει καταδειχθεί ότι είναι μέρος ενός γενικότερου ευρωπαϊκού προβλήματος· αυτού που ταλανίζει τώρα τους γίγαντες της ευρωζώνης, τη Γαλλία και την Ιταλία. Δεύτερον, η άτεγκτη ορθοδοξία που συνείχε το νεοφιλελεύθερο υβρίδιο με δημοσιονομική λιτότητα και διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, δεν απέδωσε· αντιθέτως, ευθύνεται για τη βύθιση της ευρωζώνης σε στασιμότητα, ύφεση, ανεργία και αποπληθωρισμό. Τρίτον, αποδεικνύεται επικίνδυνη ή και ολέθρια η δογματική προσήλωση στην απαραβίαστη αρχιτεκτονική του ευρώ, καθώς και η απαγόρευση στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να λειτουργεί σαν δανειστής εσχάτης καταφυγής.

Τέταρτον, οι επείγουσες ανάγκες των κρατών της ευρωζώνης προσκρούουν όχι μόνο στην πολιτική ορθοδοξία του Βερολίνου, αλλά στην ίδια την κρατική δομή της Γερμανίας: το Συνταγματικό Δικαστήριο της Καρσλρούης δεν αναγνωρίζει στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα το δικαίωμα να στηρίζει απευθείας τα κράτη. Σε ορισμένες περιπτώσεις, κατά τη διάρκεια κρίσιμων ευρωδιασκέψεων, η καγκελάριος Μέρκελ απέφευγε να πάρει θέση, ενόψει γνωματεύσεων του πανίσχυρου Συνταγματικού Δικαστηρίου, το οποίο ουσιαστικά λειτουργεί υπεράνω του ευρωπαϊκού κεκτημένου. Δηλαδή, οι Γερμανοί δικαστές της Καρλσρούης ρυθμίζουν ή απορρυθμίζουν την ευρωζώνη κατά τις προβλέψεις και τις ερμηνείες του γερμανικού Συντάγματος.

Με πληθωρισμό στο εφιαλτικό όριο 0%, ήταν αναμενόμενη η αντίδραση του Μάριο Ντράγκι, ο οποίος εξήγγειλε στο Τζάκσον Χόουλ «αντισυμβατικές δράσεις» για ενίσχυση της ενεργού ζήτησης και για αποτροπή του αποπληθωρισμού και της συνεχιζόμενης ύφεσης στην ευρωζώνη. Τα «ανορθόδοξα» Draginomics ακολουθούν με καθυστέρηση την πολιτική της αμερικανικής Fed μετά το 2008 και τα ιαπωνικά Αbenomics μετά το 2012· ουσιαστικά κάνουν την ΕΚΤ δανειστή εσχάτης καταφυγής για όλες τις χώρες του Ευρωσυστήματος. Και για την Ελλάδα.

Για να εφαρμοστεί όμως το εύλογο σχέδιο Ντράγκι, προϋποτίθεται πολιτική ευελιξία και συναίνεση· απαιτείται πρωτίστως να καμφθεί η αντίσταση της ηγεμονεύσας Γερμανίας που υπαγορεύει τη λιτότητα. Πώς θα καμφθεί η Γερμανία; Ο,τι φάνταζε αδύνατον το 2010 ή το 2011, φαίνεται εφικτό το 2014, διότι η εθελοτυφλία και οι αναβολές απειλούν με δυσθεώρητο κόστος την ευρωζώνη, και όχι μόνο οικονομικό. Οι κοινωνικές θυσίες στον βωμό της ανεργίας, η πολιτική αστάθεια που πλήττει τον ευρωπαϊκό πυρήνα, η αιφνίδια γεωπολιτική ρωγμή της Ουκρανίας με το βαρύ οικονομικό κόστος, δεν επιτρέπουν την καθήλωση σε καμία ορθοδοξία.

Σε αυτό το μεταβαλλόμενο περιβάλλον η διαπραγμάτευση του χρέους και η ρύθμιση των ελλειμμάτων της Ελλάδας παίρνουν άλλο χαρακτήρα: προφανώς το επιδιωκόμενο θα είναι η τόνωση της ζήτησης, της ανάπτυξης, της απασχόλησης. Δυστυχώς, οι μετατοπίσεις στην ευρωπαϊκή πολιτική είναι συνήθως αργές· ήδη αρχίζουν να συμβαίνουν με τετραετή καθυστέρηση. Αλλά προτιμότερη μια έστω καθυστερημένη αλλαγή, από την αδράνεια και τη συνέχιση της βύθισης.

Αν έχεις την τύχη να ταξιδέψεις για αναψυχή στην ενδοχώρα, μακριά απ’ το άστυ, σου προσφέρεται απλόχερα η δυνατότητα να δεις τον εαυτό σου σε άλλο περιβάλλον, άλλο φως, άλλο χρόνο. Κυρίως, να δεις και να ακούσεις τους ανθρώπους, χωρίς πίεση, χωρίς υποχρεώσεις και δεύτερες σκέψεις.

Στην άγνωστη μου Μακεδονία λοιπόν. Με νωπή ακόμη την ευφροσύνη από τις μυρωδιές και τις όψεις του ευλογημένου τόπου. Σκόρπια στιγμιότυπα από πλατείες χωριών.

Το καφενείο το κρατούν τώρα το καλοκαίρι τα δύο παιδιά του ιδιοκτήτη. Στα είκοσι πέντε τους, έχουν τελειώσει τις σπουδές τους, φιλολογία και οικονομικά, δεν έχουν βρει δουλειά, δεν περιμένουν σχεδόν τίποτε, μόνο «κάτι σταζ της κοροϊδίας, ούτε για παρηγοριά, ξεγελιόμαστε ότι δουλεύουμε». Με χαμόγελο και ευγένεια μιλούν.

Στο διπλανό καφενείο, οι ηλικιωμένοι. Νοικοκυρεμένοι, με τα κοντομάνικά τους, αναλύουν τις συντάξεις τους, κερδισμένες στη Γερμανία, το Βέλγιο, την Ελλάδα. Το τελευταίο δεκαήμερο του μήνα αραιώνουν, έχει τελειώσει η σύνταξη, μας λέει ο καφετζής.

Παραγωγή. Παντού πουλιέται «κρασί, τσίπουρο, γράπα». Χύμα. Στις μεγάλες ταβέρνες μάς εξηγούν ότι οι κάβες τους δεν διαθέτουν πια κανένα εμφιαλωμένο κρασί, από τις τόσες εκλεκτές ετικέτες που παράγει ο τόπος. Μόνο χύμα στην καράφα, φτηνή ρετσίνα και μπίρες. Εως πριν δυο-τρία χρόνια είχαν πενηντα και εβδομήντα ετικέτες. Στα οινοποεία το καλό κρασί ονομασίας προελεύσεως πουλιέται 6-8 ευρώ η φιάλη.
Ενας ρέκτης μικροαμπελουργός και παρασκευαστής γράπας περιγράφει τη φετινή χρονιά: Το χαλάζι και οι όψιμες βροχές έβλαψαν σοβαρά τους αμπελώνες της Δυτικής Μακεδονίας· φέτος το αεροπλάνο που απέτρεπε τον σχηματισμό επιβλαβών νεφώσεων, δεν πέταξε, κόπηκε το σχετικό κονδύλι. Οι οινοποιοί απεγνωσμένοι αναζητούν σταφύλια από τρίτους.

Στις μικρομεσαίες μεταποιητικές επιχειρήσεις, άλλος καημός: η αβάσταχτη υπερφορολόγηση. Κάθε μήνα αγωνιούμε να πληρώσουμε τις υποχρεώσεις μας, φόρους, εισφορές, πάγιους λογαριασμούς· στο τέλος του μήνα, δεν έχει μείνει ούτε περίσσευμα χρήματος ούτε κουράγιο, να συνεχίσουμε. Εξυπνοι, προκομμένοι, επινοητικοί άνθρωποι τα λένε αυτά, που τις περασμένες δεκαετίες πίστεψαν στον τόπο, στα προϊόντα της γης, έβαλαν γνώση, εργασία, κεφάλαια, παρήγαγαν προστιθέμενη αξία. Γνωρίζουν τα πάντα για νέες καλλιέργειες, για μάρκετινγκ, για δίκτυα διανομής, εξαγωγές. Πιστεύουν ότι μόνο με μεταποίηση και παραγωγή διακεκριμένων προϊόντων, μπορεί να παραχθεί πλούτος και να μείνει ζωντανός ο τόπος. Το έκαναν, πέτυχαν, βραβεύτηκαν.
Τώρα αγκομαχούν, χωρίς ρευστότητα, υπερφορολογημένοι, και το χειρότερο με σβησμένη τη ζήτηση: «Τα διακεκριμένα προϊόντα παραμερίζονται από τα πάμφθηνα, αγνώστου συνθέσεως και προελεύσεως προϊόντα, σαν κι αυτά που συχνά είναι τα ιδιωτικής ετικέτας στα εκπτωτικά σουπερ-μάρκετ. Οι μικρές επιχειρήσεις-μπουτίκ δεν μπορούν να επιβιώσουν χωρίς εσωτερική αγορά, με εξαγωγές».

Μάθημα οικονομίας που θα έπρεπε να ακούσουν υπουργοί και τεχνοκράτες της ανάπτυξης. Και να δουν ότι ακόμη και τα πιο εκλεκτά και άφθονα τοπικά προϊόντα, κρασιά, τυροκομικά, νερά, χυμοί, δεν βρίσκουν τη θέση τους στα ράφια των αλυσίδων σούπερ μάρκετ· στα ράφια δεσπόζουν τα προϊόντα των πολυεθνικών αλυσίδων. Προβλήματα διανομής, προβλήματα τιμολόγησης, προβλήματα κλίμακας. Σε τοπικά μαγαζιά πωλούν μυριστικά Κίνας, μέλι Βουλγαρίας, ακόμη και τα εξαίρετα ταχίνια και οι χαλβάδες φτιάχνονται με σουσάμι Αιθιοπίας… Η τοπική παραγωγή συνοψίζεται σε ό,τι βλέπεις σε υπαίθριους πάγκους: γλυκά κουταλιού, τραχανάς, τσάι του βουνού, μέλι. Είναι εκλεκτά, αλλά τόσο λίγα, τόσο μοναχικά και φτωχά, τόσο μακριά και αποκλεισμένα από αγορές που θα τα εκτιμούσαν. Ισα-ίσα φτάνουν να ικανοποιήσουν τον αναιμικό εσωτερικό τουρισμό, ο οποίος κι αυτός ξεκίνησε με κάποιες υποσχέσεις και ναυάγησε μες στη κρίση, τον φόβο και την υποπληροφόρηση. Πόσοι κάτοικοι του Λεκανοπεδίου γνωρίζουν το άφθαστο κάλλος, την ποικιλία τοπίου και τις φτηνές τιμές της Δυτικής Μακεδονίας;

Δεν είναι όλα μαύρα. Ο καταπληκτικός κρεοπώλης Νάσος Κοκκώνας, στη Ροδόπολη Σερρών, αναδεικνύει το βουβαλίσιο κρέας με παραδοσιακά παρασκευάσματα υψηλής ποιότητας και υπερσύγχρονο μάρκετινγκ-διανομή. Ο πληθυσμός του νεροβούβαλου Κερκίνης πριν από δέκα χρόνια ήταν κάτω από χίλια άτομα, έτεινε προς εξαφάνιση και επιδοτείτο η συντήρησή του. Μερικοί επαγγελματίες σαν τον Νάσο Κοκκώνα δούλεψαν, επένδυσαν, συνεργάστηκαν, προώθησαν, εκσυγχρόνισαν. Σήμερα ο πληθυσμός των ζώων είναι υπερτριπλάσιος, η τάση αυξητική και το προϊόν φημισμένο.

Η Δήμητρα Δάρτση πήρε την οικιακή παράδοση γλυκών και ζυμαρικών γύρω από το εύφορο όρος Πάικο και την απογείωσε, γευστικά και επιχειρηματικά, με την ετικέτα Γουμένισσες. Μαζεύει βραβεία και διακρίσεις, παρά τις μεγάλες δυσκολίες της κρίσης. Μια επιχειρηματίας που διδάσκει καλαισθησία, επινοητικότητα, ανάπτυξη, ποιότητα, με τα προϊόντά της και το εργαστήριο της στη Γουμένισσα.

Η Ελλάς προώρισται να ζήση και θα ζήση. Μεταφερμένο στη δημοτική, είναι γραμμένο στη βάση του ανδριάντα του, στην Παλαιά Βουλή. Ο μέγας Χαρίλαος Τρικούπης το είπε μετά την πτώχευση του 1893, για να εμφυσήσει στον λαό αυτοπεποίθηση, πίστη στη ζωή. Το ίδιο πράττουν σήμερα αρκετοί Ελληνες, χωρίς τη μεγαλοπρεπή διατύπωση του Τρικούπη. Τρεις νέοι με λαμπερό βλέμμα, ποντιακής καταγωγής, μου έδειξαν τι σημαίνει πίστη στη ζωή, στους πρόποδες του όρους Μπέλες, μερικά χιλιόμετρα από τα σύνορα: εκεί έχουν μια περίφημη ταβέρνα, την Εβόρα, με σπάνια πιάτα ποντιακής κουζίνας, κι από εκεί εξόρμησαν και ανοίγουν ποντιακό-μεσογειακό εστιατόριο στην Αγγλία, μετά από ενδελεχή έρευνα αγοράς. Τα παιδιά του Παρασκευά και της Ουρανίας Παπαδοπούλου. Από τον Πόντο, στη Θεσσαλονίκη, στο Μπέλες, και στο Μπέρμιγχαμ. Θα ζήσουν. Θα ζήσει.

Το μίσος και η τυφλότης έχουν πολλούς τρόπους έκφρασης. Κάποιοι είναι φρικτοί, μες στην ωμότητά τους και τη δύναμη που έχουν νας μας υπενθυμίζουν οδυνηρά το θηρίο που ενυπάρχει στον άνθρωπο.
Τέτοια φρικτή έκφραση μίσους είναι, ας πούμε, οι παραδειγματικοί αποκεφαλισμοί που τελούν φονταμενταλιστές με φόντο την έρημο και έναν πυλώνα. Αλλη έκφραση είναι η σιωπηλή βία που υφίσταντα οι ανά την Γη περιθωριοποιημένοι και καταφρονεμένοι, οι τρόφιμοι των γκέτο, οι αιωνίως χαμένοι και άτυχοι της Ιστορίας. Αλλη έκφραση βίας είναι οι άμυαλες τελετουργίες νέων ανθρώπων που παραδίδονται στη λατρεία της κτηνώδους δύναμης και του ολοκληρωτισμού, και εντέλει πέφτουν θύματα αυτής της λατρείας.

Ολα συμβαίνουν, στις πολιτισμένες ζώνες και στις απολίτιστες, στις πόλεις, στις ερήμους, όλα μαζί και ταυτοχρόνως, μεταδιδόμενα ακαριαίως και πολλαπλασιαζόμενα από συμβατικά και καινοφανή μήντια, ως εικόνες. Μεταφέρουν μηνύματα οι εκόνες; Μετουσιώνονται σε σκέψη; Δεν μπορώ να πώ, κανείς δεν μπορεί να πει τελεσίδικα. Μπορεί οι εικόνες μίσους και βίας να λειτουργούν ως υπομνήσεις της ανθρώπινης φύσεως, ως υπομνήσεις για την ανάγκη διαρκούς αγώνα για αποθηρίωση και ενανθρώπιση. Μπορεί. Μπορεί όμως να μένουν εικόνες, να καταναλώνονται ως εικόνες, από ένα παγκόσμιο κοινό μιθριδατισμένο, που προσεγγίζει πλέον τη φύση του ως διαδοχή εικόνων μέσα από το σμάρτφον και την ταμπλέτα, μέσα από τις οθόνες που κατακλύζουν τράνζιτ αυτοκινητόδρομων και αεροδρομίων. Εικόνες.

Μα και η διάχυτη κακία στον επιπολής βίο, χωρίς καν τα ακραία φαινόμενα της θανάτωσης, της σωματικής βίας. Ενταση, φθόνος, μοχθηρία, στρατοπεδικός χωρισμός του κόσμου σε άσπρο-μαύρο, καλό-κακό, δικός μας-εχθρός. Η κρίση δεν ρήμαξε μόνο τις υλικές προϋποθέσεις του βίου, αλλά και τα ηθικά του θεμέλια, τις δυσκολοκατορθωμένες ψυχοπνευματικές προϋποθέσεις του έλλογου συλλογικού βίου. Η πενία, η δυσχέρεια, η ανασφάλεια, η διευρυνόμενη ανισότητα και αδικία, κατατρώγουν και κλονίζουν το πλαίσιο ειρηνικής συμβίωσης, την ανεκτικότητα, την αμοιβαία αποδοχή, την καταλλαγή και την αλληλοπεριχώρηση. Ολα αυτά υποχωρούν, σβήνουν. Φουντώνουν οι συγκρούσεις ― υπαρκτές βεβαίως και θεμιτές σε κάθε κοινωνικό σχηματισμό, αλλά τώρα θεριεμένες και άσβεστες, άλλοτε από την ανάγκη και τη δίκαιη αγανάκτηση, αλλά συχνά και από την τυφλή οργή, τον ξαναμμένο φθόνο, την παμφάγο κατάκριση.

Αυτές τις δεύτερες δεν θα τις ονόμαζα καν συγκρούσεις, αλλά έριδες, νείκος, μανίες των αδερφοφάδων. Διότι στην κοινωνική σύγκρουση υπάρχουν ομάδες, συμφέροντα, διαχωριστικές γραμμές, υπάρχει υπολογισμός ή και σεβασμός του αντιπάλου, υπάρχει λόγος, και υπάρχει τέλος. Στη διάχυτη Εριδα επικρατούν η μισαλλοδοξία, ο φθόνος, η μοχθηρία, η τυφλή απόρριψη, η μνησικακία, η έλλειψη αυτοσεβασμού. Η τυφλότης.

Δεν ξέρω πώς να το περιγράψω λεπτομερέστερα, ενδελεχώς. Δεν μπορώ. Είναι περισσότερο μια αίσθηση, για τη δυσφορία που απλώνεται σαν μύκητας στο κοινωνικό σώμα, το κατατρώει και το εξασθενεί, το γεμίζει πυρετό. Μια ασθένεια ανάλογης βαρύτητας με την υλική πενία και την πολιτική αστάθεια. Ισως γιατί σιγοκαίει μέσα μας και γύρω μας· δεν μας επιτρέπει να κάνουμε ένα βήμα πίσω για να δούμε την όλη εικόνα, τον μακρύτερο χρόνο, τον όλο τόπο, τους εαυτούς μας ανάμεσα στους άλλους.

Κι εν τω μεταξύ μας κατακλύζουν οι εικόνες βίας κατά ριπάς. Ας σταθούμε για λίγο, να πάρουμε μιαν ανάσα. Ας δώσουμε λίγο χώρο στον εαυτό μας και στον άλλο. Λίγο χώρο.

«Προβληματισμός στις τάξεις της αριστεράς για τον Αλέξη, το Άγιο Όρος και τους Ζαπατίστας; Μια λέξη μόνο: Μανταμάδος, 98% ΚΚΕ (κάποτε) και χριστανοί μέχρι το κόκκαλο. Έτσι για το διαλεκτικό υλισμό και την αλητεία της υπερβατικότητας.» Ετσι απάντησε στα σχόλια για την επίσκεψη του Αλέξη Τσίπρα στο Αγιο Ορος ο πολιτικός επιστήμων και επιχειρηματίας Γιώργος Παπαναγιώτου ― στο facebook βεβαίως, στον χλοερό λειμώνα του αθεϊσμού και του αντικληρικαλισμού.

Ο αγγλοσπουδασμένος Γ.Π. βεβαίως, εκτός από βρετανικό χιούμορ, διαθέτει ελληνική μνήμη. Και γράμματα γνωρίζει. Μπορεί να θυμάται λόγου χάρη ότι σπουδαίοι ποιητές, που δεν μπορούν να χαρακτηριστούν αντιδραστικοί, συντηρητικοί ή θεούσες, έχουν γράψει αξέχαστες σελίδες που τις διαπερνά μεταφυσικό ή θρησκευτικό ρίγος: Κώστας Βάρναλης, Γιάννης Ρίτσος, Τάσος Λειβαδίτης, Νίκος Καρούζος, Βύρων Λεοντάρης. Και με το παράδειγμα του Μανταμάδου Λέσβου υποδεικνύεται ακριβώς η αναχώνευση των ποικίλων παραδόσεων στο σώμα του νεοελληνικού κοινωνικού σχηματισμού. Εικάζω τέτοια θα ήταν, μεταξύ άλλων, η συζήτηση του κ. Τσίπρα με τον π. Βασίλειο Γοντικάκη, τον ιερομόναχο που συνέπαιρνε με τον εμπνευσμένο λόγο του τους αμφισβητίες φοιτητές στη δεκαετία του ‘80. Θα ωφελούσε πολλούς δοκησίσοφους η συνακρόαση.

Νομίζω ότι αυτό είναι το πολιτιστικό υπόστρωμα της επίσκεψης Τσίπρα στην αθωνική πολιτεία: αναγνωρίζει την πολυστρωματική και πολυδιάστατη παράδοση που αρδεύει τη σύγχρονη ζωή. Η Εκκλησία είναι ουσιώδες συστατικό στοιχείο της νεοελληνικής ταυτότητας, απ’ όποια πλευρά κι αν το δεις, με θετικές και αρνητικές αποτιμήσεις. Αρκεί να δεις και να επικοινωνήσεις με τη ζώσα Εκκλησία, το σώμα πιστών, πάντων ημών των βαπτισθέντων, και όχι να τη συρρικνώσεις στα μέτρα της επίσημης διοικούσας Εκκλησίας. Εκκλησία δεν είναι κάποιοι καμαρωτοί αρχιμανδρίτες και ξιπασμένοι δεσπότες· είναι οι ανώνυμοι πιστοί, οι θερμοί, οι χλιαροί, οι σιωπηλοί, οι ταπεινοί λευίτες, οι απόκληροι. Οπως ακριβώς όταν μιλάμε για Δημοκρατία δεν την ταυτίζουμε κατ’ ανάγκην με την τρέχουσα Κυβέρνηση, αλλά με την κοινωνία των πολιτών, τη ζωή και τους θεσμούς της.

Οι πούροι αριστεροί, οι ευλαβείς του ιστορικού υλισμού, οι αντικληρικαλιστές, οι φονταμενταλιστές φιλελεύθεροι, ας μην ανησυχούν άλλωστε: οι χριστιανοί στην Ελλάδα σήμερα είναι μικρή μειοψηφία, με αναλόγως μικρή πολιτική επιρροή· συμβιώνουν ταπεινά εντός της εκκοσμικευμένης κοινωνίας μας με τους άθεους, τους αγνωστικιστές, τους άπιστους, τους ετερόδοξους. Στα γεύματα της Εκκλησίας προσέρχονται όλοι, ανεξαρτήτως φυλής και πίστεως.

Ας δούμε και το πολιτικό υπόστρωμα της επίσκεψης: ως θεσμικό πρόσωπο, ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης και δυνάμει πρωθυπουργός, αποδέχεται την πρόσκληση της Ιεράς Κοινότητας. Και επισκέπτεται την υπερχιλιόχρονη μοναστική πολιτεία, την αρχαιότερη του χριστιανικού κόσμου, όπως πράττουν αδιαλείπτως κορυφαίοι πολιτικοί απ’ όλο τον κόσμο, πνευματικοί ηγέτες, καλλιτέχνες, διανοούμενοι ― όλοι σαν προσκυνητές μιας συνεχούς χιλιετούς παράδοσης. Πολύ περισσότερο, που είναι Ελληνας, και ως Ελληνας δημοκράτης ηγέτης υποχρεούται να είναι συμπεριληπτικός όλων των Ελλήνων, σεβόμενος τις πεποιθήσεις και τις παραδόσεις όλων.

Δεν είναι υποκρισία λοιπόν, είναι πραγματισμός, άνοιγμα και σεβασμός, εκ μέρους ενός δημοκράτη πολιτικού. Ενα βήμα για να φτάσει η δημοκρατική αριστερά του 21ου αιώνα να πει τα λόγια του Πάπα Φραγκίσκου και στη θέση της Εκκλησίας να εννοεί τον εαυτό της: «Προτιμώ μια Εκκλησία μωλωπισμένη, πληγωμένη, βρώμικη επειδή ήταν έξω στους δρόμους, από μια Εκκλησία που είναι ανθυγιεινή διότι παρέμεινε περιορισμένη και προσκολλημένη στην ιδέα της δικής της ασφάλειας» (Εvangelii Gaudium – Η Χαρά του Ευαγγελίου, Νοέμβριος 2013).

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

RSS Gatherate: The Best of the Greeks

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Twitting

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 1.018.722 hits
Αρέσει σε %d bloggers: