You are currently browsing the category archive for the ‘critique d’art’ category.

slumdog

Το Slumdog Millionaire κόβει την ανάσα. Με τον καταιγιστικό ρυθμό του, με το ιλιγγιώδες μοντάζ και την πληθώρα εικόνων, με τις εναλλαγές προσώπων, με τα ανεβοκατεβάσματα της συναισθηματικής έντασης. Είναι μια ταινία δύο ωρών που ξετυλίγεται με τον φρενήρη ρυθμό ενός βίντεο κλιπ, με το νεύρο ενός καλοστημένου τηλεοπτικού σόου, ενός παιχνιδιού λόγου χάριν.

Αυτό το τελευταίο κυρίως: Η ζωή ξετυλίγεται σαν ξέφρενο τηλεπαιχνίδι. Το τηλεπαιχνίδι είναι μια μεταφορά για τη ζωή. Ο παίκτης δοκιμάζεται διαρκώς, από πίστα σε πίστα, από νίκη σε νίκη, μόνος εναντίον όλων, εναντίον και του εαυτού του. Η ζωή είναι μια αδιάκοπη δοκιμασία, κι όπως σε όλα τα παιχνίδια, στο τέλος οι παίκτες χάνουν, κερδισμένος είναι μόνο ο παραγωγός του σόου, η μπάνκα. Μια μεταφορά για τη ζωή στον καιρό της παγκοσμιοποίησης, όπου δεν υπάρχουν συλλογικότητες, δεν υπάρχουν κοινωνίες και φιλίες, αλλά μόνο άτομα και αγορές. Αλλά και μια ανάκληση των μεγάλων αφηγηματικών εμμονών, για το πάθος του παίκτη και του παιχνιδιού, από τον Ντοστογιέφσκι έως τις ελαφροσκοτεινές χολιγουντιανές ταινίες για τα χαρτιά και το μπιλιάρδο, με τραγικούς ή απλώς χαριτωμένους λούζερ.

Ο Ινδός έφηβος όμως, ο παρασκευαστής τσαγιού στο υπερμοντέρνο call center της αχανούς Βομβάης, δεν είναι άλλος ένας λούζερ. Γιατί πρωτίστως δεν παίζει από λαχτάρα για τη νίκη, αλλά από λαχτάρα για ζωή· παίζει γιατί μόνο έτσι μπορεί να επιζήσει, γιατί μόνο έτσι ελπίζει να τον δει το κορίτσι που μοιράστηκε την άγρια ζωή του.

Και νά ο βαθύτερος πρωταγωνιστής της ταινίες: η ζωή. Αγρια, απρόβλεπτη, σκληρή ώς το τέλος, ανελέητη, ακριβής, άδικη και δίκαιη, μισοάδεια και μισογεμάτη. Το πεισματάρικο ρομαντικό αγόρι, το υποταγμένο στη μοίρα κορίτσι, ο σκληρός και σκοτεινός ήρωας αδελφός που προσεύχεται προτού δολοφονήσει, είναι οι φορείς της ζωής· η ζωή τούς χρησιμοποιεί, περνάει από πάνω τους, ασήκωτο βάρος· όποιος την αντέξει, ίσως μείνει όρθιος, ίσως και όχι. Χρειάζεται και τύχη μαζί με τη δύναμη, δηλαδή χρειάζεται ψυχικό σθένος: σε μια από τις τελευταίες ερωτήσεις, το αγόρι δεν αντλεί απάντηση από τη βιωμένη γνώση της πικρής ζωής, αντλεί απάντηση από την αναχωνεμένη γνώση του των ανθρώπων, της συμπεριφοράς και των κινήτρων τους, έχει μάθει να μην έχει εμπιστοσύνη στα προφανή, να διαβάζει ανάποδα τα σημάδια που του προσφέρονται.

Κι όμως δεν είναι παίκτης, με τον τρόπο που οι μεγάλοι χαρτοπαίκτες διαβάζουν στα πρόσωπα των αντιπάλων τους τα φύλλα που κρατάνε. Ο Ινδός έφηβος δεν παίζει για να κερδίσει τον αντίπαλο, δεν ψυχολογεί, δεν μπλοφάρει, δεν μετράει φύλλα, δεν ποντάρει. Δεν παίζει για να κερδίσει τα λεφτά ή τη φήμη. Είναι μαχητής που αγωνίζεται για όλη τη ζωή του, έξω από το παιχνίδι· πολεμάει για να κερδίσει τη ζωή του, την αγάπη του, την ανθρωπιά του, αγωνίζεται για το Ολον. Το έπαθλο είναι η ζωή χωρίς τα σκοτάδια της.

slumdog_millionaire_3

Και η γνώση; Η γνώση του αγοριού είναι πάλι η ζωή. Κάθε απάντηση στις ψευτοεγκυκλοπαιδικές σαχλαμάρες της τηλεόρασης έρχεται όχι από τον σπασίκλα που απομνημονεύει ονόματα και αριθμούς, αλλά από έναν μαχητή που τις λιγοστές του γνώσεις τις έχει κεντήσει στο πετσί του ο άγριος βίος στις αλάνες και στο slum, στο σύνορο ζωής και θανάτου. Είναι η πικρή γνώση των παζολινικών Παιδιών της Ζωής, κυνική, γυμνή, πέραν του καλού και του κακού. Το καλό και το κακό ισχύουν αλλιώς στo slum, δεν είναι ίδιο με το καλό-κακό των προαστίων και των ιδιωτικών σχολείων.

Κι όλα, ζωή, γνώση, έρωτας, μάχες, καλό, κακό, περνούν με φόντο τον κόσμο της παγκοσμιοποίησης: ακραία φτώχια, ακραία βία, ακραία εκμετάλλευση, ακραία ανισότητα, παιδική ηλικία που τελειώνει στα πέντε, ζωή χωρίς αξία, επαιτεία και χλιδή, real estate εκσυγχρονισμός με μαφία. To κοινωνικό και ανθρωπολογικό φόντο είναι ντοκιμαντέρ για την παγκοσμιοποίηση στο 21ο αιώνα, είναι το Χόλιγουντ και το Μπόλιγουντ με τα εντόσθια βγαλμένα έξω. Είναι ο κόσμος της άγριας συσσώρευσης και της κτηνώδους ασυμμετρίας. Ο κόσμος που εισβάλλει ορμητικά στην Ινδία, και ο κόσμος που απλώνεται παντού. Μια δυστοπία. Που τελειώνει ειρωνικά με μιούζικαλ.

Ένα βλέμμα, Καθημερινή 15.03.2009

buzz it!

Advertisements
Στ�λιος Φαϊτάκης, Η Ανάληψη των Ρ�μπελων Αγίων   

Στέλιος Φαϊτάκης, Η Ανάληψη των Ρέμπελων Αγίων, mural, αρχές 21ου αι. μ.Χ.

 

Ανέβαινα την οδό Ακαδημίας. Λίγο πριν από την Χ. Τρικούπη είδα μικρομποτιλιάρισμα, άκουσα σφυρίγματα και τραγουδιστές φωνές, είδα και μια κίνηση ανθρώπων στο οδόστρωμα. Μπα; Τι γίνεται; Διαδηλώνουν οι δικήγοροι;

Σε λίγα λεπτά ήμουν εκεί. Επτά-οχτώ κορίτσια πιασμένα χέρι χέρι χόρευαν μπαλέτο στην άσφαλτο της Ακαδημίας, μπροστά από τη Λυρική. Δεν φορούσαν πουέντ και τούτου, μποτάκια και παντελόνια φορούσαν, και χοροπηδούσαν με χάρη στο οδόστρωμα, και έριχναν το κεφάλι πίσω ξεκαρδισμένες. Από την είσοδο της κατειλημμένης Λυρικής Σκηνής, ξεχυνόταν μουσική· μουσική μπαλέτου, που ακουγόταν απόκοσμα μες στη βουή του αθηναϊκού κέντρου, δεν ακουγόταν σαν τα ντάπα-ντούπα των διαφημιστικών σταντ στους πεζόδρομους, όχι, αυτό εδώ ήταν ένα ιλαρό έπος, που μεταμόρφωνε τον χώρο, τον έβγαζε από την γκριζάδα και το καυσαέριο, που εκτίνασσε τον χρόνο τον συμπιεσμένο και βιαστικό και μίζερο και τον έκανε χρόνο γιορτής αιφνίδιας, χρόνο αναποδογυρισμένο, χαρισμένο γενναιόδωρα από παιδιά που τον έχουν άφθονο προς όλους τους κατσούφηδες και τους αφηρημένους.

els_stencil_web

Εμείς η κατακραυγή της κοινωνίας, οι αλήτες, οι καταραμένοι, εμείς που μείναμε στην πρώτη πατρίδα, στο παιδί...

els_poem1

Εμείς τρελοί από έρωτα, Νεκροί από πόνο, Λυσσασμένοι από συνείδηση

 

Εχω δει πολλές περφόρμανς, σε μουσεία και γκαλερί, σε δημόσοιους χώρους. Ελάχιστες έχουν κατορθώσει αυτό το γόνιμο παραξένισμα, την εκτροπή του χωροχρόνου από τη ρουτινιάρικη κοίτη του, αυτό το αισθητηριακό και υπαρξιακό πετάρισμα που μετέδιδε ο κυκλοτερής χορός των κοριτσιών στις μύτες, τα γέλια, οι μουσικές, τα φέιγ βολάν, αυτή η εισβολή του ζωτικού καρναβαλιού στη σκηνή της ανίας και της αβίωτης καθημερινότητας.

Τα νεαρούδια που χόρευαν έξω από τη Λυρική, απέναντι απ’ τον Δικηγορικό Σύλλογο, μοίραζαν το ρομαντικό, παθιασμένο κείμενό τους για τη σχέση της τέχνης με την κοινωνία, μιλούσαν για εξεγερμένα μπαλέτα, για δωρεάν μαθήματα ακροβατικών, σύγχρονου χορού, ιστορίας τέχνης και παραδοσιακών πολεμικών τεχνών. Μιλούσαν για μια τέχνη αδιαμεσολάβητη, για ζωή δημιουργική, για την εναντίωσή τους στην τέχνη-θέαμα και στην παθητική κατανάλωση.

Και μιλούν για μικρές ομάδες, για μικρές συλλογικότητες που συναντιούνται με άλλες συλλογικότητες και φτιάχνουν πρόσκαιρα μια μεγαλύτερη. Μιλούν για συμβολικές «απελευθερώσεις» συμβολικών χώρων, για επανοικειοποίηση του δημόσιου χώρου.

Παπαγαλία; Δεν νομίζω. Ο λόγος αυτών των διάσπαρτων μικρών συλλογικοτήτων δεν είναι ένα ακόμη copy-paste του συρμού. Πίσω από τα γνωστά λεκτικά σχήματα, πίσω από έννοιες βαρυφορτωμένες και κουρασμένες ίσως, μπορείς να διακρίνεις γνήσια αγωνία για ριζική προσέγγιση της πολιτικής, για επαναφορά σε μια πολιτική δραστική και θεμελιώδη, ικανή να ταράζει συνειδήσεις και να αλλάζει ζωές.

Μετά τις φλόγες της πρώτης εβδομάδας του Δεκεμβρίου, τα νέα υποκείμενα, αβάφτιστα ακόμη, ξεπερνούν το θέαμα της βίας, και ανακαλύπτουν την άλλη όψη του Διονύσου. Στις αφίσες, στους τοίχους, σε δικτυακά και έντυπα κείμενα, ξεπροβάλλει διαρκώς μια νέα ποίηση, επίμονη, ορμητική, υποβλητική, ποίηση που ζητάει ζωή, έκφραση, δημιουργία, αυτοπραγμάτωση. Ακούσαμε το τραγούδι της θάλασσας και δεν μπορούμε πια να κοιμηθούμε (Γιάννης Ρίτσος) ― έτσι περιγράφεται η δίψα για ζωή στην αφίσα, κάτω από μια εντυπωσιακή μοντερνοβυζαντινή ζωγραφιά του πιο ταλαντούχου ίσως ζωγράφου της γενιάς του, του ελευθεριακού, ρομαντικού Φαϊτάκη.

Η ποίηση είναι πολιτική. Οι ανώνυμοι και επώνυμοι γραφιάδες των τοίχων και των μπλογκ επαναδιατυπώνουν δημιουργικά την κληρονομιά του Λωτρεαμόν και του Σολωμού, του Γουίτμαν και του Κατσαρού, του Μπωντλαίρ και του Γκυστάβ Κουρμπέ, του Ζακ Λουί Νταβίντ και του Ντελακρουά, του Γκόγια και του Κάσπαρ Νταβίντ Φρίντριχ. Επαναδιατυπώνουν το ρομαντικό αίτημα για σύντηξη τέχνης και ζωής, για τη ζωή ως έργο τέχνης.

els_generalviewels_giorti_afisa

Σπόροι. Θραύσματα. Τροχιοδεικτικά. Ψίθυροι. Που μπορούν να γίνουν άνθη, φωτοχυσίες και τραγούδια. Τα νεαρούδια, οι έφηβοι, οι εικοσάρηδες και τριαντάρηδες, βηματίζουν θαρρετά, χορευτικά στην κεντρική σκηνή, αυτοοργανώνονται, αυτοσχεδιάζουν, αυτονομούνται· περιφρονούν τον παλιό πολιτικό κόσμο, την πελατειακή και χειραγωγούμενη μάζα, τον κόσμο του καταναλωτισμού και της ετερονομίας, αδιαφορούν για την λαχανιασμένη correct Αριστερά και τις αγκυλώσεις της.

Σπόροι. Ομάδες, παρέες, μικρές συλλογικότητες. Οργανώνονται σαν σμήνη, ενώνονται, μεγαλώνουν και απλώνονται, σαν φράκταλ, σαν ψαρόνια, με χαοτικές συμμετρίες. Σαν δίκτυα κυψελών.

Από αυτές τις γενιές, τα σμήνη των αυτόφωτων ρομαντικών υποκειμένων, με το θεμελιώδες αίτημα για καθολική ζωή, ίσως προέλθει αναγέννηση της πολιτικής. Τη χρειαζόμαστε so badly…

 

ψίθυρος τίτλων τέλους: Τρύπες – Γιορτή

waltz460

Μες στην παράξενη εκεχειρία των εορτών, στο διαυγές ψύχος έξω και στις θερμές συζητήσεις μέσα, ανάμεσα σε βομβαρδισμούς αμάχων και ένοχες οινοποσίες, με σφαίρες να βουίζουν νυχτιάτικα κι εκεί κι εδώ, με πόνο έξω και ανησυχία μέσα, είδαμε μια ταινία που δεν έμοιαζε με ταινία, συγκλονιστική σε μορφή και περιεχόμενο, συνταρακτική ώς προς τη συγκυρία. Το «Βαλς με τον Μπασίρ», του Ισραηλινού Αρι Φόλμαν, είναι ένας μοντέρνος στοχασμός για τον θάνατο και τη μνήμη, και μαζί μια ελεγεία για τη ζωή, για τη ζωή με ελευθερία και αξιοπρέπεια.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Pireas_art

Πειραιάς, "Installation with Xsara". Site specific. Διαστάσεις: Μεταβλητές. Δεκέμβριος 2008.

Εβλεπα στην τηλεόραση τη Βουλή. Αψιμαχίες, κροτίδες λόγου. Και ασυναρτησία και απάθεια: σαν να μη θέλουν να καταλάβουν· σαν να μη τους αφορά η φλεγόμενη Ελλάδα, σαν να συμβαίνει στην Απω Βλαχομπογδανία η εξέγερση των νέων, σαν να μην είναι αυτοί οι ίδιοι που εξέθρεψαν την πυρκαγιά, που ξεθεμέλιωσαν θεσμούς, που κουρέλιασαν την αξιοπιστία του δημοκρατικού κράτους, που εξαχρείωσαν την πολιτική κοινωνία, που εκμαύλισαν τον μαστρωπό λαό του Φιλύρα.

Ούτε μια λέξη αυτοκριτικής, ούτε μια συγγνώμη. Την ώρα που η Ελλάδα καιγόταν με αφορμή τον φόνο ενός μαθητή, ο ανίδεος υπουργός Παιδείας διασκέδαζε στα μπουζούκια και στο γήπεδο. Και τα τηλεδικεία, τοξικά υποκατάστατα παράλυτων θεσμών, ανέκριναν και δίκαζαν, απαιτούσαν ομολογίες ενοχής: Αποτάσσεσαι τον Σατανά; Η μόνη δυνατή απάντηση είναι: Απεταξάμην. Οποιοσδήποτε ψελλίσει, “προσπαθώ να καταλάβω ποιος είναι ακριβώς ο Σατανάς”, ρίχνεται στη γέενα του πυρός από ιταμούς τηλεδικαστές.

Ετσι βαδίζουμε, ακόμη και τούτη την έσχατη ώρα: χωρίς συγγνώμη, χωρίς αυτοκριτική, χωρίς διερωτήσεις και κατανόηση. Δειλοί και υστερικοί. Τυφλοί. Μοιραίοι. Ορισμένοι, θρασύδειλες ύαινες, υποκαθιστούν δίκαιο και ηθική με τερτίπια δικονομίας, ασελγούν πάνω στη νωπή σορό του 15χρονου.

Ο διεθνής Τύπος περιγράφει την ελληνική εξέγερση σε φόντο νεποτισμού, διαφθοράς, σκανδάλων, κρίσης θεσμών, νεανικής ανεργίας. Το εγχώριο σύστημα, αυτό ακριβώς που γέννησε την κρίση, δεν βλέπει τίποτε απ’ όλ’ αυτά. Βλέπει τυχαία μεμονωμένα περιστατικά, αναζητεί άλλη μια τεχνική λύση, ένα μπάλωμα στον κουρελιασμένο καραγκιόζ μπερντέ, να παραχώσει το πρόβλημα κάτω απ’ το χαλί.

Δεν κρύβεται, δεν ξεχνιέται, δεν προσπερνιέται. Το λαμπάδιασμα του χριστουγεννιάτικου δέντρου μπροστά στη Βουλή είναι φρυκτωρία. Οι παρυφές, τα έγκατα και οι οριακές ζώνες, τα σπλάχνα και οι βλαστοί της κοινωνίας στέλνουν φλεγόμενο μήνυμα: Κάναμε λάθος, ας το δούμε αλλιώς. Ας μην το προσπεράσουμε.

 

 

Φρυκτωρία

Φρυκτωρία

 

 

Reflexivity

Πατησίων street art: Reflexivity

 

 

A la manière de Cy Towmbly

A la manière de Cy Towmbly

Tη Μήδεια του Δημήτρη Παπαϊωάννου την έχω δει δύο φορές, μία το καλοκαίρι στην Πειραιώς, και μία πριν από καμια δεκαπενταριά χρόνια, με την Αγγελική Στελλάτου. Είναι ένα νεορομαντικό κομψοτέχνημα, που, χωρίς να χάνει σε δραματικότητα (πώς θα μπορούσε άλλωστε με τέτοιο μύθο;), αντισταθμίζει την απουσία του τραγικού λόγου με το ακραίο στυλιζάρισμα, με τεταμένη εικαστική ατμοσφαιρα, με έκδηλες διακειμενικές αναφορές, με φευγαλέα ειρωνεία, με ευανάγνωστα ταμπλώ βιβάν. Είναι το δημοφιλέστερο έργο του 44χρονου “εθνικού τελετάρχη”, το πιο πολυπαιγμένο.

Πήγα και την περασμένη Παρασκευή, στη πρεμιέρα του Παλλάς. Λίγο από περιέργεια· ήθελα να δω την κοινωνική ατμόσφαιρα σε αυτό το γεγονός, που το παραμιλούσε η πόλη. Κι ήθελα να δω πόσο πιο κουρδισμένη θα ήταν η παράσταση, μετά την έξοχη εντύπωση που μου ‘χε αφήσει η καλοκαιρινή πρώτη.

Πήγα. Και βγήκα με σκέψεις πέρα από το καθαυτό καλλιτεχνικό γεγονός. Εβλεπα στο φινάλε όλη την ομάδα των συντελεστών επί σκηνής, μια ομάδα τριαντάρηδων και σαραντάρηδων, εργατών, δημιουργών, ταμένους του vissi d’arte· κι έβλεπα από κάτω έναν κόσμο λίγο-πολύ κουρασμένο, συγκαταβατικό, χωρίς αγωνίες, χωρίς ερωτήματα, που σχεδόν έπληττε, και χειροκροτούσε τυπικά. Δύο ασύμπτωτοι κόσμοι, που συνέπιπταν εκεί.

Και σκέφτηκα ότι η Αθήνα είναι τυχερή που έχει αυτή την αίθουσα, με αυτή την παράσταση. Που απολαμβάνει αυτή την αντίφαση: την παλιά αβάνγκάρντ της Κατάληψης στα βελούδα του Παλλάς.

Γιατί το κοινό σπεύδει, και οι παραστάσεις του Παπαϊωάννου σπάνε ρεκόρ εισιτηρίων; Και στο Δύο πέρυσι και στη Μήδεια φέτος (που έχει ξεπουλήσει έως και τέλος Νοεμβρίου); Ολοι θέλουν να δουν τον εθνικό τελετάρχη, αυτόν που μας έβγαλε ασπροπρόσωπους στις μεγάλες εξετάσεις του 2004· όλοι θέλουν να δουν υψηλή τέχνη σε ένα τόσο σικ περιβάλλον, στο πιο σικ οικοδομικό τετράγωνο του ιστορικού κέντρου· μα και όλοι δεν καταλαβαίνουν τι βλέπουν, ούτε όλοι το απολαμβάνουν. Μερικοί παραπονιούνται ότι η παράσταση διαρκεί πολύ, άλλοι λένε βιαστικά “καλό, καλό” και σπεύδουν στο ρεστωράν που έχουν ρεζερβάρει, οι περισσότεροι στην πρεμιέρα είναι άσχετοι, δεν έχουν ξαναφανταστεί τέτοιο θέαμα, και πρωτάκουσαν τον Παπαϊωάννου ως ολυμπιακή ατραξιόν το 2004.

Tι παράδοξο… Αυτός ο αστραφτερός ρηχός κόσμος της πρεμιέρας οφείλει να είναι εκεί, στο κόκκινο χαλί, να φωτογραφηθεί και να θεαθεί, μα είναι και υποχρεωμένος να παρακολουθήσει ένα έργο τέχνης που τον ξεπερνά ή τον αφήνει παγερά αδιάφορο, ενοχλημένο. Από τα μπουζούκια και τα ώπα, στα μπελκάντο σπαράγματα του δανδή Μπελλίνι και τα κολάζ θορύβου του Coti K· από τις ντιαζαϊνιές των μπουτίκ, στα μίνιμαλ πανιά και τα νερά του Νίκου Αλεξίου· από το σινεμά του ποπ-κορν, στον τσαρουχοπρεπή εκλεκτικισμό του Δημήτρη Παπαϊωάννου. Από την ποπ στην αρτ. Δυσπεψία.
Στους κύκλους των σοφιστών, στον καλλιτεχνικό κόσμο, πολλοί ήδη από πέρυσι τον κακολογούν: ότι πρόδωσε την αγνή τέχνη όπως ήταν “τότε, παλιά”, στην Κατάληψη της Καλών Τεχνών με τα Τραγούδια (συγκλονιστική εμπειρία πράγματι), ότι ψήλωσε πολύ, είναι απρόσιτος, εμπορικός, συνομιλεί με το πλήθος των αδαών.

Ανοησίες. Ο καλλιτέχνης συνομιλεί και με τα πλήθη και με την ιστορία και με τον εαυτό του, αδιακρίτως. Κι όποιος συναντήσει τα μεγάλα ακροατήρια και την επιτυχία, δουλεύει για λογαριασμό όλου του σιναφιού· όλοι ψηλώνουν μαζί του, ζωγράφοι, χορευτές, σκηνοθέτες, μουσικοί, όλοι έρχονται πλησιέστερα στο κοινό, στους ακροατές τους, στον σκοπό τους. Ο Παπαϊωάννου έχει πετύχει τουλάχιστον αυτό: έφερε το κοινό πιο κοντά στην υψηλή τέχνη, χωρίς εκπτώσεις, χωρίς υπεραπλουστεύσεις, κουβαλώντας τις εμμονές του και το σύμπαν του. Η επιτυχία του, καλλιτεχνική, εμπορική, κοινωνική, ανοίγει δρόμους και γι’ άλλους.

Το σύμπλοκο “Παπαϊωάννου-Παλλάς-Κοινό” ισορροπεί σε αντιφάσεις. Το κοινό είναι ανομοιογενές: αστές μεσήλικες και έφηβοι καταναλώνουν μαζί την γκέι αισθητική του Δύο και μαγνητίζονται για εντελώς διαφορετικούς λόγους, νεόπλουτοι και διανοούμενοι βλέπουν Μήδεια πλάι πλάι και ανέχονται αλλήλους· σε όλους αρέσει το αστικό μικροκλίμα της Βουκουρεστίου. Μετά το φινάλε δεν θα ξαναβρεθούν.

Η μεγαλύτερη επιτυχία του Παπαϊωάννου στο Παλλάς είναι αυτό το χωνευτήρι αντιφάσεων.

Καθημερινή 07.10.2008

buzz it!

H δημοπρασία των ρεκόρ του Ντέιμιεν Χιρστ μέσω Σοθμπις ήταν το μεγάλο θέμα των περασμένων ημερών· μαζί με την ίδρυση της γκαλερί Γκαράζ στη Μόσχα, από το κορίτσι του νεομεγιστάνα Αμπράμοβιτς· μαζί με το φαλιμέντο της Lehman Brothers, την κατάρρευση του ασφαλιστικού κολοσσού AIG και του χρηματοπιστωτικού γίγαντα Morgan Stanley, τον πανικό στα χρηματιστήρια και τον ιδρώτα Κραχ που λούζει κεντρικές τράπεζες, κυβερνήσεις και λαούς.

Tα υπερεκατό εκατομμύρια ευρώ που τζιράρισε ο Χιρστ, πουλώντας ταριχευμένους καρχαρίες, μοσχάρια και κατσίκες, κολάζ με πεταλούδες και μαζικά ταμπλώ με χρωματιστά πουά, αυτά τα τρελά λεφτά που σκορπάνε με άνεση οι επικεφαλής των hedge funds και οι νεοπροσήλυτοι συλλέκτες (ο κερδοσκόπος Στιβ Κοέν ξόδεψε 8 εκατ. δολάρια για έναν από τους μισοσάπιους καρχαρίες του Χιρστ), προέρχονται ακριβώς από το υπέδαφος της διεθνούς οικονομικής κρίσης.

Η βασική καινοτομία του Χιρστ ―και της δημοπρασίας― είναι ότι ποτέ ως τώρα καλλιτέχνης δεν εξέφρασε με τόση ενάργεια το πνεύμα των καιρών: την απληστία και την ξεδιάντροπη σώρευση πλούτου με κάθε μέσο. Αυτό εκφράζει η προπαγανδιστική, εντυπωσιοθηρική τέχνη του, αυτό εντυπωσίασε τον συλλέκτη Σαάτσι όταν τον χρηματοδοτούσε, αυτό συνήρπασε τα μίντια στα υλιστικά ‘90s. Και στα απόνερα αυτής της φρενιτιώδους απληστίας, που τώρα αφήνει πίσω της δημόσια συντρίμμια, χρέη, πτωχεύσεις, και πάμπλουτους μάνατζερ, ορθώνεται θρασύτατη, καινοφανής, η δημοπρασία καρχαριών και πεταλούδων του Χιρστ, πώληση “χωρίς μεσάζοντες” από έναν καλλιτέχνη-entrepreneur, όμοιο με τους πελάτες του.

Φυσικά ο Χιρστ, το κυνικότερο από τα παιδιά της μεταποπ Νέας Βρετανικής Σκηνής, δεν κομίζει τίποτε νέο στην τέχνη· τίποτε νεότερο απ’ όσα έχουν κομίσει εικονοκλάστες στοχαστές όπως ο Μαρσέλ Ντισάν και ο Πιέρο Μαντσόνι, ή ο ποπ εικονοποιός Αντι Γουόρχολ, πατριάρχης του μαζικού και του σειριακού, του πολλαπλού και του κοινότοπου. Ακόμη και ο 53χρονος ντίσνεϊλαντ-τσιτσιολίνα Τζεφ Κουνς έχει προηγηθεί του Χιρστ, στη χειραγώγηση των μίντια ως καλλιτεχνική δημιουργία.

Ο Ντισάν, το 1917 στη Νέα Υόρκη, αγόρασε έναν ουρητήρα, τον υπέγραψε ως R. Mutt, και προσπάθησε να τον εκθέσει. Η “Κρήνη” του δεν εκτέθηκε τότε, αλλά πυροδότησε τη συζήτηση για το τι είναι ready made, τι είναι αντικείμενο τέχνης, πώς υπερβαίνουμε το αντικείμενο. Ο είρων και ιδιοφυής Ντισάν ωστόσο, το 1964, ανασκευάζοντας-εκτρέποντας τη ρηξικέλευθη χειρονομία του, ξανάφτιαξε το παλιό του έργο σε σειρά από 8 ρέπλικες, με τυπωμένη υπογραφή R. Mutt, οι οποίες μοσχοπουλήθηκαν ως μνημεία-αντικείμενα… Παρόμοια ειρωνική, βιτριολική, ήταν η χειρονομία του Μαντσόνι το 1961 με τα 90 αριθμημένα κονσερβάκια του, υπό τον τίτλο “Merda d’artista” που περιείχαν 30 γραμμάρια “Κόπρανα του καλλιτέχνη”· ο καλλιτέχνης τιμολογούσε κάθε κονσερβάκι σε χρυσό βάρους 30 γραμμαρίων…

Ο σαρκασμός, η αυτοαναίρεση, η μελαγχολία, δημιουργών όπως ο Ντισάν, ο Μαντσόνι, ο Marcel Broodthaers, ακόμη και τα κυνικά ευφυολογήματα του Γουόρχολ που επινόησε τον εαυτό του ως σταρ-ζωγράφο, ελάχιστη σχέση έχουν με τον entrepreneur Χιρστ. O Bρετανός δεν ισορροπεί στην ανατομία του κοινότοπου, όπως ο Γουόρχολ, ή στην ποπ υπερβολή, όπως ο Τζεφ Κουνς, με μια έγνοια για τη φόρμα· αυτός υπερβάλλει πάνω στο όριο εντυπωσιολαγνείας, στην ωμή προφάνεια, οι καρχαρίες του κατάγονται από την τρομολαγνεία των διαφημίσεων του Ολιβιέρο Τοσκάνι για την Benetton. Αυτό είναι το νόημα στα ready mades του: πολλαπλά, πασπαλισμένα με διαμαντόσκονη, προκλητικά.

Από αυτή την άποψη, η δημοπρασία του Χιρστ, ένα rave party εκατομμυρίων και εγωτισμού, υπό τον καλοστημένο τίτλο “Beautiful Inside My Head Forever”, καθρεφτίζει επακριβώς τον ρευστό, δυσνόητο, δυσφορικό καιρό μας: οι καρχαρίες των hedge funds, των πυραμίδων στεγαστικών δανείων, του νεοασιατικού χρήματος, των μαφιόζικων πλυντηρίων, γλεντούν και ξοδεύουν, συλλέγουν έργα, αγοράζουν επαύλεις και ουρανοξύστες, “επενδύουν”, την ώρα που οι κεντρικές τράπεζες, τα κράτη, οι λαοί, ο κόσμος της εργασίας, πληρώνουν τα σπασμένα του πάρτυ, απορροφούν τις κολοσσιαίες ζημιές που αφήνουν πίσω τους οι μάνατζερ και οι καζινοεπιχειρηματίες, δηλαδή οι συλλέκτες που ψωνίζουν από το μαγαζί του Χιρστ σηπόμενους καρχαρίες και αγελάδες με χρυσές οπλές: οι συλλέκτες αναγνωρίζουν σε αυτά τους εαυτούς τους. Οι υπόλοιποι χάφτουν τον κουρνιαχτό της προπαγάνδας.

Ένα βλέμμα, Καθημερινή 21.09.2008

buzz it!

«Η ζωή είναι στο εξωτερικό. Δεν τη βρήκα.»

Η ζωή είναι πιο bitch κι από σαπουνόπερα. Η ζωή είναι το αντεστραμμένο είδωλό της. photo: © Stefan Okołowicz

Πέρσι ο Σελίν του Γερμανού Κάστορφ, φέτος ο Λεβίν του Πολωνού Βαρλικόφσκι. Tα πιο ενδιαφέροντα έργα που έχω παρακολουθήσει στο Φεστιβάλ Αθηνών μιλούν για την παρακμή της Δύσης· για την Ευρώπη μες στα καπνισμένα ερείπια του Δευτέρου Πολέμου, ο απαράμιλλος στυλίστας και αντισημίτης Σελίν· για το σημερινό Ισραήλ του διαρκούς πολέμου, και την Δύση των φτωχών, ο Ισραηλινός Χάνοχ Λεβίν (1943-1999).

Στο «Κρουμ» (1975), ο ομώνυμος ήρωας του Λεβίν επιστρέφει στη γενέτειρα, στην «τρύπα», σαν άσωτος υιός, χωρίς να φέρνει τίποτε μαζί του, ούτε δώρα ούτε επιτυχία ούτε λεφτά ούτε γνώση, φέρνει μονάχα το 38χρονο σαρκίο του και μια ομολογία: «Η ζωή είναι στο εξωτερικό. Δεν τη βρήκα». Εφυγε, και γύρισε χωρίς να κομίζει τίποτε, κομίζοντας μόνο μια ιδέα για μυθιστόρημα, τρομακτική από την ίδρυσή της: Θα γράψω για τη μιζέρια σας, σε αυτή δώ την τρύπα που ζείτε ασάλευτοι, χωρίς ελπίδα· θα γίνω διάσημος και πλούσιος πουλώντας τη δυστυχία σας. Αυτό λέει ο Κρουμ στην αρχή. Προς το τέλος, όταν πάει να γράψει, η τρομερή εβραία μάνα του, του θυμίζει τη μοίρα του: Μοίρα σου είναι η μισθωτή εργασία, μια γυναικούλα, δυο παιδιά, να ζεις εδώ σκυμμένος πάντα, μοίρα σου δεν είναι το ταλέντο… Μοίρα σου είναι η ήττα.

Το έργο ξεκινά με τον θάνατο της μάνας, σε βίντεο· ευθεία αναφορά στο κλασικό αρχίνισμα του “Ξένου” του Καμύ («Aujourd’hui, maman est morte. Ou peut-être hier, je ne sais pas…») και υπόδειξη για τον υπαρξιακό λαβύρινθο που ακολουθεί. Ολο το κείμενο υποδεικνύει διαρκώς κάτι άλλο, άλλα κείμενα, άλλες φωνές· το ίδιο πράττει κι η ευφυής καλοκουρδισμένη παράσταση του Βαρλικόφσκι, αλλά η συρραφή είναι αναχωνεμένη, δραστική, κατά διαστήματα καθηλωτική, συγκλονιστική. Μιλάει για τον καιρό μας. Μιλάει αφτιασίδωτα, ρεαλιστικά, κατακούτελα, χωρίς να φωνάζει, σχεδόν με μουρμουρητά, σαν εξαρθρωμένη και διαβρωτική ηθογραφία.

Η ηθογραφία του Λεβίν είναι η κρίση της Δύσης, η έκλειψη της ελπίδας. Οι ήρωές του αφηγούνται την ψυχική αποσάθρωση των λαϊκών στρωμάτων, την πτώση του προλεταριάτου, τον θάνατο της γειτονιάς, της κοινότητας, της οικογένειας. Κι όλα λέγονται σαν μαύρα αστεία· η ζωή είναι σκοτεινή κωμωδία.

Ο 46χρονος Πολωνός σκηνοθέτης Βαρλικόφσκι, μεγαλωμένος στην πνιγηρότητα του υπαρκτού σοσιαλισμού, παίρνει το κείμενο του Ισραηλινού και το μεταμορφώνει σε ζοφερή ηθογραφία της σημερινής φτωχής Ευρώπης. Με λάμπουσα δεξιοτεχνία ενσωματώνει στο έργο τη σαπουνόπερα, την τηλεόραση, τα φευγάτα βίντεο low-res του διαδικτύου, τα κόμικς, τις φορεσιές των τζάνκι πανκ του δρόμου. Στην πυκνή, συμπαγή, και ταυτόχρονα δωρική εικονοποιϊα του, διακρίνεις όλους τους απόηχους της Ευρώπης, παλιούς και νέους: τσεχοφικές ατάκες και κλίμα, μπεκετικές σιωπές, την αδειασμένη ύπαρξη του Καμύ, τον πεπτωκότα του πόνου Μπίμπερκοπφ από το Berlin Alexanderplatz του Φασμπίντερ, τη γητειά του kitsch Αλμοδόβαρ…

Και παντού, σε όλη την έκταση, ώς τον πιο μύχιο πυρήνα, διακρίνεις τη ζοφερή μοίρα του νουάρ: την ήττα και την πτώση. Νουάρ. Χωρίς μεγαλείο, χωρίς δάκρυ, στο όριο του μπανάλ και του γελοίου: ο θάνατος του υποχόνδριου Τουγκάτι περιγράφεται σαν τηλεοπτική φάρσα, το σεξ τελείται πίσω από τζάμι του peep show ή σαν γκροτέσκα ανακούφιση.

Οι ανεμιστήρες, που αργοσαλεύουν αδιάκοπα, δείχνουν τον χρόνο να κυλά αδιάφορος και πανδαμάτωρ, όλα πάνε να συμβούν και τίποτε δεν συμβαίνει, τα πάρτυ μένουν ημιτελή, οι γάμοι διαλύονται έτσι, χωρίς εξηγήσεις, γιατί κανείς δεν μπορεί να δεχτεί ένα χάδι, η αρρώστια λατρεύεται και λυτρώνει.

Δύο κορυφαίες εικόνες του καιρού μας. Στη μια, η τζάνκι-μπεκρού μονολογεί· αναζητεί έναν ασήμαντο σύντροφο, να φοράει πυτζάμες, για να τον αγκαλιάζει, να τον παραχαϊδέψει, κι ας μην κάνει αυτός τίποτε. Στην άλλη, οι φτωχοί, οι ασήμαντοι επισκέπτονται την πρώην γειτόνισσα που πέτυχε, και ζει στα πλούσια προάστια. Την βλέπουν καθισμένη στην πλατεία· την βλέπουμε τεράστια και λαμπερή σε γιγαντοθόνη, μια ακατάβλητη μάσκα από μέικ-απ, τσιτωμένο χαμόγελο και αλαζονεία. Ποιος βλέπει ποιον; Οι ηθοποιοί τους θεατές; Η μυθοπλασία αδειάζει μπρος στη ζωή;

Η ζωή είναι πιο bitch κι από σαπουνόπερα. Η ζωή είναι το αντεστραμμένο είδωλό της. To Κρουμ είπε τέτοιες δυσάρεστες αλήθειες.

buzz it!

Τι είναι νέο;

Ο ζωγράφος Αλέξανδρος Ψυχούλης, enfant terrible των 90’s και βραβευμένος νέος στην Μπιενάλε Βενετίας, απαντά:

«[…] η ξεχειλωμένη νεότητα χωράει εξίσου εμένα και τη νεαρή απόφοιτο της σχολής αρχιτεκτονικής με τις εικαστικές ανησυχίες, που με ρωτάει πολύ σοβαρά αν πρέπει να κάνει μεταπτυχιακό σε κάτι που θα τις αποφέρει χρήματα στο μέλλον ή σε κάτι που αγαπάει […]
[…]Οι ρήξεις θέλουν αρχίδια και γερό στομάχι, δεν αρκούν η αυταρέσκεια και τα καλά μεταπτυχιακά.»

‘Ολο το κείμενο στο νέο περιοδικό Kaput

«Αν είναι κρεμασμένα αρκετά μακριά στο μουσείο, γίνονται αληθινά». Κάπως έτσι περιγράφει τα αριστουργηματικά πλαστά του έργα ο διάσημος πλαστογράφος Elmyr de Hory στην ταινία του Ορσον Ουέλς «F for Fake», το κορυφαίο ντοκιμαντέρ για τον περίφημο Ούγγρο ζωγράφο και παραχαράκτη, αλλά και μια ανυπέρβλητη σπουδή για την αλήθεια και το ψέμα, την τέχνη και τις αναπαραστάσεις της, το πώς ορίζεται η αξία του έργου τέχνης. Θυμήθηκα την ταινία, με αφορμή τις αποκαλύψεις της «Κ» για τα πλαστά που φιγουράρουν λουσάτα στους καταλόγους των μεγάλων δημοπρασιών, κι από κει, έναντι μερικών εκατοντάδων χιλιάδων, βρίσκονται κρεμασμένα σε τοίχους επαύλεων, «αρκετά μακριά», ώστε να γίνονται αληθινά.

Και δεν μπορώ να θυμηθώ πια πόσες φορές με έχουν ρωτήσει για πλαστά, για «κελεπούρια», για φτηνά έργα που θα πάρουν αξία στο μέλλον, για επενδυτικές ευκαιρίες, για το αν αξίζει να αγοράζεις από γκαλερί ή από δημοπρασίες, για το πώς αποφεύγεις τους «μεσάζοντες» κ.ο.κ. Η περιέργεια για τις τιμές και για τα πλαστά ξεπερνιέται μόνο από την αντίστοιχη απορία για το τι είναι τέχνη, ιδίως στα δύσβατα τοπία της contemporary: Μα είναι τέχνη αυτό το πράγμα;

Εχω υποκύψει κάμποσες φορές στον πειρασμό να εξηγήσω –μάλλον, να περικυκλώσω– το τι είναι τέχνη σήμερα, και ποια είναι η εμπορική αξία των έργων. Σχεδόν ποτέ δεν έχω καταφέρει να απαντήσω ευθέως –μόνο περικυκλώσεις σκαρώνω, με υπαρξιακές και μεταφυσικές παρεκβάσεις, ατελέσφορα…

F for Fake

Μα κι ο Ουέλς ερωτήσεις θέτει, αδυσώπητα: «Είναι ωραίο, μα είναι τέχνη; Πώς αποτιμάται; Η αξία εξαρτάται από μια γνώμη, η γνώμη εξαρτάται από έναν ειδικό, ένας πλαστογράφος σαν τον Elmyr βγάζει ανόητους τους ειδικούς – άρα ποιος είναι ειδικός; Και ποιος ο πλαστογράφος;»

Ο Elmyr de Hory ζωγράφιζε δεξιοτεχνικά Πικάσο και Ματίς, Ρενουάρ και Μοντιλιάνι, μα δεν αντέγραφε έργα, αντέγραφε τρόπο, ζωγράφιζε με τον τρόπο των μαέστρων καινούργια έργα, τόσο δεξιοτεχνικά που ξεγελούσε επί δεκαετίες τους ειδικούς στον Πικάσο, τα μουσεία και φυσικά τους άπληστους συλλέκτες που πάντα αναζητούν «ευκαιρίες». Ο de Hory πρόσφερε ευκαιρίες σε αυτούς που τις είχαν ανάγκη, μάλιστα αριστοτεχνικά φτιαγμένες και χωρίς ποτέ να βάζει υπογραφή.

Ενας συλλέκτης, ο σημαντικότερος Ελληνας συλλέκτης εν ζωή, μου είπε προ ετών για τις ευκαιρίες: «Δεν υπάρχουν σπουδαία έργα σε τιμή ευκαιρίας. Ποτέ δεν υπήρχαν. Ποτέ η καλή τέχνη δεν ήταν φτηνή. Και ποτέ ένα καλό έργο δεν ανεβάζει την τιμή του όσο άλλες αξίες. Πριν από 40 χρόνια ένας καλός Παρθένης κόστιζε όσο ένα μεγάλο διαμέρισμα στην περιοχή των Ανακτόρων –σήμερα το διαμέρισμα κοστίζει δύο ή και τρεις φορές παραπάνω από το έργο».

Αυτή η κουβέντα ξεκαθάρισε μέσα μου το τι είναι «ευκαιρία», τι είναι τιμή ενός έργου, πώς διαμορφώνονται οι φούσκες, οι προσδοκίες, η ζήτηση, η προσφορά που καλύπτει τη ματαιόδοξη, την άπληστη ζήτηση. Κι έτσι καταλαβαίνουμε πόσο πολύ η αγορά τέχνης στηρίζεται στην ψυχολογία, όπως και το χρηματιστήριο: η ζήτηση κατασκευάζεται, η προσφορά ακολουθεί. Στα Greek Sales το φρέσκο χρήμα γυρεύει να αγοράσει, στα γρήγορα, συμβολικές αξίες, αναζητεί το γρήγορο πατινάρισμα, έναν old master να κοσμεί το σαλόνι – κρεμασμένος αρκετά μακριά ώστε να είναι αληθινός. Αληθινός, παλιός, αξιοσέβαστος, να διαχέει το κύρος του και την πατίνα. Μια θαλασσογραφία του Βολανάκη προσθέτει παρελθόν στο νεοναυτιλιακό χρήμα – μια ηθογραφία προσκομίζει αστική καταγωγή – ένας μοντέρνος δίνει λούστρο κουλτούρας.

Η τέχνη αποσπασμένη από τις ζωτικές της συμφράσεις (από τον υπαρξιακό-μεταφυσικό πυρήνα που λέγαμε, από τις οργανικές συμφύσεις της με τη ζωή, με τους ανθρώπους κ.λπ.), απολήγει έτσι σε δημοπρατούμενο commodity, σε αντικείμενο κερδοσκοπίας. Εργα θέλουν; Εργα θα έχουν. Κι αν δεν αρκούν όσα υπάρχουν; Θα φτιάξουμε άλλα. Η προσφορά ποτέ δεν σταματά.

Δευτεράντζες, λανθάνοντα, αμφιβόλου προελεύσεως, καταφανώς πλαστά, όλα βαφτίζοντα property of a gentleman, ξεπλένονται σε μια μισοέκθεση, σε μια δημοπρασία, και βρίσκουν τη νέα θέση τους: από μακριά, όλα είναι αληθινά.

Ένα βλέμμα, Καθημερινή 20.04.2008

buzz it!

pegasus_large_t_1581_671930_type11442.jpgthere-will-be-blood.jpg

Και οι δύο ταινίες που σάρωσαν τα Οσκαρ φέτος μιλούν για βία, ερήμωση, μοναξιά, χρήμα, ωμή δύναμη, αποξένωση, θάνατο. Το «Καμιά πατρίδα για τους μελλοθάνατους» των αδελφών Κοέν, και το «Θα χυθεί αίμα» του Π. Τ. Αντερσον, σκιαγραφούν ανθρώπους θηρία, ανθρώπους στη μεθόριο, αντιμέτωπους με ακραίες καταστάσεις, αντιμέτωπους με τους άλλους και τους εαυτούς τους: εναντίον όλων.

Είναι αδύνατον να δεις αυτές τις ταινίες, και να μη σκεφτείς τις αλληγορικές αιχμές τους. Είναι αβάσταχτες, ιδίως το «Καμιά πατρίδα». Σκέφτεσαι ότι οι Κοέν και ο Αντερσον μιλούν για την Αμερική σήμερα. Αλλά μιλούν και για την υπόλοιπη Δύση: το χρήμα, η βία, η ξένωση είναι οι συνθήκες της. Ισως όχι με τον τρόπο του Τεξανού λούζερ και του ψυχάκια φονιά, όχι με την απόλυτη δίψα του πετρελαιοθήρα, πάντως με αναλόγως ωμή λατρεία του χρήματος και της δύναμης.

Ο ζόφος των ταινιών διαφέρει: πιο υπαρξιακός στο Αίμα, πιο σωματικός στο Καμιά πατρίδα. Αλλά και οι δύο αντλούν αφηγήσεις, χαρακτήρες και εικόνες από την κινηματογραφική και λογοτεχνική παράδοση του 20ού αιώνα.

Tο μυθιστόρημα του σοσιαλιστή Απτον Σινκλέρ (1878-1968), που κινηματογραφεί μινιμαλιστικά ο Αντερσον, σκιαγραφεί έναν πρωτοκαπιταλιστή, ένα στοιχειό της φύσης, ερμηνευμένο ιδανικά από τον Ντάνιελ Ντέι Λιούις. Η χωρίς διδακτισμό αφήγηση του Σινκλέρ, για την απληστία και για την αποθηρίωση, φέρνει στο νου έναν άλλο σπουδαίο συγγραφέα, τον Γερμανό αναρχικό Mπ. Τράβεν (ή Ρετ Μαρούτ)· δύο από τα πιο σκοτεινά πολιτικά έργα του σφράγισαν το σινεμά: Ο «Θησαυρός της Σιέρα Μάντρε» (1948) και το «Πλοίο των νεκρών» (1959). Το στόρι απληστίας και ματαιότητας του Θησαυρού, φιλμαρισμένο στεγνά πυρετικά από τον Τζον Χιούστον, αναπαράγεται συμμετρικά και από τον Αντερσον και από τους Κοέν.

treasure4.jpg «Θησαυρός της Σιέρα Μάντρε»

Ο αβάσταχτα κακός Αντον Σιγκούρ (ερμηνευμένος εφιαλτικά από τον Χαβιέ Μπαρδέμ) στην ταινία των Κοέν, συνεχίζει κι αυτός την παράδοση των κακών του αμερικανικού σινεμά, κυρίως των ψυχικά, των ανεξήγητων και απόλυτα κακών. Δεν μπορείς εδώ παρά να θυμηθείς τις ανυπέρβλητες ερμηνείες του Ρόμπερτ Μίτσαμ σε δύο ζοφερές ταινίες: «The night of the hunter» (1955), τη μία και μόνη σκηνοθεσία του Τσαρλς Λώτον, και «Cape Fear» (1962) του Τζ. Λη Τόμπσον.

9421_0012.jpg«The night of the hunter»

Ελάχιστες ταινίες μπορούν να συγκριθούν με το ανεξήγητο και απόλυτο κακό που ενσαρκώνεται στο πρόσωπο του πρώην κατάδικου Χάρι Πάουελ, του ιεροκήρυκα που κυκλοφορεί στο «The night of the hunter» με τις λέξεις Μίσος και Αγάπη χαραγμένες στα χέρια του – και σίγουρα όχι τα ψυχο-σπλάτερ με δολοφόνους σαν τον Χάνιμπαλ Λέκτερ. Ο Πάουελ σκοτώνει για να ζήσει, χωρίς ηδονή και χωρίς σκοπό, όπως ο Σιγκούρ στο «Καμιά πατρίδα»· μόνο που ο Λώτον ζωγραφίζει δραματικά, εξπρεσιονιστικά τον κακό του, ενώ οι Κοέν γέρνουν προς το απειλητικό παράδοξο και την τρομακτική γυμνότητά του. Αυτή η διαφορά απηχεί μια διαφορά καλλιτεχνικής ιδιοσυγκρασίας, ασφαλώς, αλλά και μια αλλαγή στην εικόνιση του κακού, από το 1955 έως το 2008. Ο κακός σήμερα δεν φέρει καν το εξπρεσιονιστικό σκοτάδι του Πάουελ ή τη μανία του βιαστή Μαξ Κάντυ (στο Cape Fear) που φλέγεται για εκδίκηση, για καταστροφή της εφησυχασμένης και κρυπτοένοχης μεσαίας τάξης. Ο Σιγούρ δεν μανιάζει, δεν φλέγεται, δεν το κάνει καν για τα λεφτά, το κάνει για να νιώσει τη δύναμη του θύτη· σκοτώνει σιωπηλά, τεχνικά, με μια συσκευή εκδοροσφαγέα. Κι είναι πιο έρημος, πιο γυμνός από όλα τα θύματά του. Είναι ό,τι δεν μπορεί να κατανοήσει ο κανονικός άνθρωπος, ο σερίφης διώκτης του· ό,τι δεν χωράει στο νου του σκληροτράχηλου θηράματός του· ό,τι δεν χωράει ούτε στο νου του «νορμάλ» ανθρωποκυνηγού – για όλους αυτούς η ζωή έχει μια αξία.

5772_0008.jpg Cape fearcapefear-61.jpg


«Τέλειωσα», λέει στο φινάλε ο φονιάς πετρελαιοθήρας. Μα δεν υπάρχει τέλος. Ουτε στο «Καμιά πατρίδα» υπάρχει τέλος: το θηρίο συνεχίζει στο πουθενά, με το σπασμένο κόκαλο να χάσκει. Καμιά ελπίδα. Σε αυτό το σημείο, το σινεμά του 2008, γυμνό, σπαρακτικό, ερημωμένο, συναντά την πικρή κινηματογραφική παράδοση των ’70s· ανασυστήνει τη μοναξιά, την πίκρα και την καταληκτήρια κατατονία του «Σκιάχτρου» (1973), την ερημιά και τη διάψευση του «Καουμπόη του μεσονυκτίου» (1969), όταν η Αμερική κοιτούσε πικρά τον εαυτό της.

Ο κινηματογράφος αφηγείται το ίδιο σκοτάδι. Χωρίς τέλος.

Ένα βλέμμα, Καθημερινή 16.03.2007


«Ποιος μας γηροκομεί / τη σήμερον ημέρα, / ψηστιέρα, καρβουνιέρα, / μούσα δεκεμβριανή. / Πολέμησα καιρό / σε όλα τα πεδία / και με τυφλή μανία / ξέσκιζα τον εχθρό. / Τώρα με χειρουργεί / η αλλήθωρη νεολαία, / μια τσογλανοπαρέα, / που κάνει κριτική.»

Οταν το πρωτάκουσα, στον πλακιώτικο Ρήγα του 1976, ήμουν έφηβος· είδα την παράσταση δύο βραδιές μονορούφι κι έβγαινα στην παγωνιά κατάπληκτος, μαγεμένος. Είχα βυζάξει Μπάλο και Μαύρη Θάλασσα, μ’ αυτά μεγάλωνα, μαζί με Μπόουι και Χέντριξ, αλλά δεν είχα δει ποτέ λάιβ αυτόν τον τροφό.

Πολλά χρόνια αργότερα, σε μια από τις μεταμορφώσεις του Διονύση Σαββόπουλου, σ’ ένα γιγανταιώρημα, στάθηκα απέναντί του, αλλήθωρη νεολαία, τσόγλανος που κάνει κριτική. Ημουν σκληρός, σαν προδομένος γκόμενος· χειρότερα, σαν προδομένος από τον μεγάλο φίλο της εφηβείας μου. Κι ύστερα, με τα χρόνια, όταν επιτέλους τέλειωσε το βάσανο της μακράς εφηβείας, μεσήλιξ πια, στις υπώρειες της λεωφόρου Αλεξάνδρας, ένιωσα πάλι να με διαπερνά ηλεκτρισμός, άλλος πια. Τότε κατάλαβα ότι αυτές οι παλιές αγάπες δεν καταλύονται ποτέ, δεν καταλύεται το κύτταρο.

Προχθές, στην Πέτρου Ράλλη, τριάντα χρόνια από την μυητήρια μάγευση, στα πρώτα μέτρα της Μούσας Καρβουνιαρούς, η συγκίνηση έδωσε τη θέση της στην επίνοια: Ο Διονύσης Σαββόπουλος είναι ιστορικό πρόσωπο, εκφράζει μισό αιώνα βίου, εφήμερου και αιώνιου, εκφράζει τον καιρό, είναι κλασικός. Και είναι πάντα δραστικός.

Δεν μ’ ένοιαζαν πια η ορχήστρα, η ερμηνεία, ο ήχος, ο ηλεκτρισμός· βλέποντας τον Σαββόπουλο, τον μεγάλο φίλο, πλάι στον συνομήλικο φίλο, τον Θανάση Παπακωνσταντίνου, έβλεπα την Ιστορία, έβλεπα την Ελλάδα του βίου μου: μισός αιώνας ξετυλιγόταν συμπαγής, με ουλές, τραύματα, θριάμβους, με στεναγμούς και γέλια, με γεννητούρια και σαντούρια, με θλίψεις και αναδιπλώσεις, με τον έρωτα να σκέπει και να λυγίζει, κι ο χρόνος να πυκνώνει, να πυκνώνει, να πυκνώνει.

Εκρηκτικός και αυστηρός, αρχαίος δαίμων, ο ένας. Ανθρωπος του ’65 και του ’74, του ’81 και του ’89, ηχείο παντός καιρού, σάμπλερ του ραπ και του γκράφιτι· προφήτης. Προφήτης; Ναι, οιωνοσκόπος. Μα κυρίως ποιητής. Ριψοκίνδυνος και δραστικός· απ’ τους δραστικότερους στη μεταπολεμική Ελλάδα.

Η νεολαία είχε πάει για τον «Θανάση», για τον σκοτεινό λυρισμό του ή για τα λαϊκά του. Αλλά πώς ηλεκτριζόταν με τα τραγούδια του Σαββόπουλου, γραμμένα τριάντα και σαράντα χρόνια πριν… Πολύτιμα μέταλλα, έλαμπαν όπως το Purple Haze και το Κashmir στους αποχαιρετισμούς της ορχήστρας.

Ανθρωπος της μεταπολιτευτικής ευαισθησίας, ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου. Με δύο πρόσωπα ο λυρισμός του: Εσωστρεφής, λόγιος και μελαγχολικός, αφενός, αλλά και δημώδης, λαϊκός, βουτηγμένος στη ζωή, αφετέρου· μετεωριζόμενος ανάμεσα στον ηλεκτρισμό, το sampling, τα πνευστά, το ambient, την μπουζουκομάνα και τους δεκαπεντασύλλαβους.

O Σαββόπουλος προϋποθέτει τον Παπακωνσταντίνου, έτσι το βλέπω σήμερα. Και η συνάντησή τους επί σκηνής, κάτω απ’ τον προβολέα, είναι δυνητικά ιστορικής σημασίας· όχι μόνο γιατί συναντιούνται δυο συνεχόμενες γενιές, απ’ το ’60 έως σήμερα, όσο γιατί συναντιούνται δύο σπουδαίοι δημιουργοί, δύο σημαίνουσες προσωπικότητες, που εξέφρασαν τις διαδοχικές εποχές και τις μεταβαλλόμενες ευαισθησίες.

Ο καθένας απ’ τους δύο μιλάει σε διαφορετικά, επικαλυπτόμενα εν μέρει ακροατήρια, με διαφορετικούς, καίτοι παρόμοιους τρόπους. Και οι δύο όμως μαζί επί σκηνής, προσλαμβάνουν άλλο δυναμικό, πολλαπλασιάζονται, και το γινόμενό τους ερεθίζει απρόβλεπτα: από ένα σημείο κι έπειτα, δεν ακούς τραγούδια, δεν προσέχεις μουσικές, δεν κρίνεις ιδιοσυγκρασίες, αλλά αναστοχάζεσαι σύνολα: πού βρίσκεσαι εσύ μέσα σε αυτή την αφήγηση, πώς πορεύεται η ζωή σου, πώς πορεύεσαι απ’ τον προσωπικό χρόνο στον ιστορικό, από το πυρακτωμένο μικροπεδίο της συγκίνησης στο αφαιρετικό μακροπεδίο της σκέψης, πώς αναγνωρίζεσαι στους άλλους, πώς αναγνωρίζεσαι μαζί με άλλους.

Αυτή την ικανότητα την είχε πάντα ο Σαββόπουλος: συντήκει συναίσθημα, σκέψη, αισθητική, και φτιάχνει ένα κράμα ολότελα διαφορετικό από τα πρωτογενή υλικά: τραγουδάει τον κόσμο, ό,τι περιρρέει άμορφο, κοινότοπο και ημιορατό γύρω μας, και τραγουδώντας τον, τον μεταμορφώνει, του δίνει φόρμα, βάθος, αποχρώσεις, νόημα· κάνει τον κόσμο δραματικό και ταυτόχρονα οικείο.

Σε αυτό τη σκολιά, πλην συναρπαστική, οδό περπατάει από καιρό και ο Παπακωνσταντίνου· είναι πια ο μεγάλος φίλος των νεότερων, ειλικρινής και γυμνός, άγρυπνος και ελαφροΐσκιωτος, τούς αφηγείται παλιές ιστορίες με νέο ντύμα.

Οι δύο μαζί μας φανερώνουν τον βίο συμπαγή και υπόκωφο.

Ένα βλέμμα, Καθημερινή, 17.02.2007

buzz it!

Και ξαφνικά η Ελλάδα, η τηλεοπτική Ελλάδα, βρέθηκε βουλιαγμένη στον καναπέ να παρακολουθεί Αλ Τσαντίρι Νews και να δίνει 60άρια και 65άρια τηλεθέασης στον Λάκη Λαζόπουλο.

Ξαφνικά; Οχι και τόσο. Το Αλ Τσαντίρι έψαχνε τη γλώσσα του και το κοινό του πολύ καιρό, χωρίς επιτυχία. Μετά τους θριάμβους των Μικρών Μήτσων, ο Λαζόπουλος στέρεψε από σενάριο, χαρακτήρες και τυπολογία. Η κωμωδία χαρακτήρων και καταστάσεων είχε κλείσει τον κύκλο της· το stand-up του Αλ Τσαντίρι δεν είχε βρει ρυθμό. Εως φέτος. Μες στον γενικευμένο ευτελισμό του τηλεοπτικού προγράμματος, μετά τη χρονιά των φρικιών του Ζετέμ, ο Λαζόπουλος βρήκε το φορμά: Δελφινάριο TV. Δηλαδή, χοντρές πλάκες, χλεύη του προφανούς, διάλογος με την χαχανίζουσα πλατεία, βιντεάκια YouTube, ανέκδοτα καφετέριας, λίγο τραγούδι και… That’s all folks!

Στο Αλ Τσαντίρι ο Λαζόπουλος δεν είναι πια κωμωδός· δεν χτίζει χαρακτήρες, δεν πλέκει μύθο. Δεν είναι καν σατιριστής· διότι η σάτιρά του δεν στρέφεται εναντίον κάθε ισχυρού, έχει εκλεκτικιστικά στεγανά, και κυρίως διότι ποτέ δεν βλέπει τον εαυτό του ως μέρος του σατιριζόμενου μπερντέ. Αυτός είναι υπεράνω, μακράν, εκτός του λοιδωρούμενου κόσμου. Αντιθέτως, συχνά ξεπέφτει στον διδακτισμό και το ευπώλητο μελόδραμα.

Στο Αλ Τσαντίρι ο Λαζόπουλος είναι δημαγωγός: μυρίζεται τη βουβή δυσαρέσκεια του πλήθους κατά της πολιτικής εξουσίας, την αγανάκτηση και τον φθόνο του πλήθους έναντι του πλούτου, και του δίνει μια κάποια διέξοδο. Χλευάζει και κράζει, μοιράζει στιγμιαία ανακούφιση. Ωστόσο, με τον ίδιο τρόπο, με το ίδιο μένος, αδιακρίτως, περιλαβαίνει κι όσους του μπαίνουν, τον Καρβέλα του Ζετέμ λόγου χάριν, μετατρέποντας την τηλεπίστα σε χώρο βεντέτας. Ή ξεκατινιάζει την επιτομή του kitsch Εφη Θώδη, με αισθητικούς όρους· δηλαδή, ξεκατινιάζει το ξεκατινιασμένο, το τελειωμένο, το κακόμοιρο. Οποία τόλμη και πρωτοτυπία…

Σε ένα μηντιακό τοπίο όπου βασιλεύει το αναμάσημα, η αμάθεια, η δουλικότητα, η λάιτ gayίλα και η απόκρυψη, φυσικά ο Λαζόπουλος, ο ευφυής και προικισμένος, ο λαϊκός, μπορεί να λάμπει πάνω απ’ όλα. Ακόμη και με τα βάναυσα καλαμπούρια του, ακόμη και χωρίς καμιά πρωτοτυπία ή δημιουργικότητα πια. Μπορεί να λάμπει και να σπάει τα μηχανάκια της AGB, σαν τελικός Τσάμπιονς Λιγκ, απλά και μόνο βρίζοντας· χλευάζοντας στερεοτυπικά, προβλέψιμα, επιδιώκοντας τα χάχανα και τις μελούρες. Βρίζοντας τους πάντες ― ε, σχεδόν… Μη βρίζοντας ποτέ το φίλαυτο κοινό και τον φίλαυτο Λάκη. Βρίζοντας τους άλλους…

εικονογράφηση: Αλέξανδρος Ανδριτσόπουλος

buzz it!

Διάβαζα προσεκτικά ένα άρθρο σε κυριακάτικη εφημερίδα («Τέχνη και χρήμα (πολύ)»), για την τέχνη και το χρήμα. Ο συντάκτης του υποστηρίζει λίγο-πολύ ότι δεν υπάρχει εικαστική δημιουργία, τέχνη, εκτός αγοράς. Φέρνει παραδείγματα από το διεθνές παζάρι έργων τέχνης, στο οποίο διακινούνται δισεκατομμύρια και πλάθονται υπεραξίες, ταυτίζει την αγορά με την οικονομία, συμπεραίνει ότι η τέχνη δεν νοείται εκτός οικονομίας/αγοράς, για να καταλήξει ότι όσοι μιλούν για μια τέχνη εκτός αγοράς το κάνουν από μια επίμονη πίστη, μια ηθική στάση, με ιουδαιοχριστιανική μάλλον ρίζα.

Σκέφτομαι το ίδιο γυρισμένο απ’ τη φόδρα. Διακρίνω στο άρθρο καλή γραφή και αιχμηρό στυλ, μια κομψή υπεράσπιση του κυρίαρχου· αλλά πίσω από την κομψή πρόζα, διακρίνω επίσης σύγχυση ορισμών, μερίκευση εννοιών, αναγωγισμό, ταυτολογίες – εντέλει μια απολογητική του κυρίαρχου ως μοναδικού, ως του μόνου πραγματικού, με ταυτόχρονη απόκρυψη ή άγνοια του πολύπλοκου και πλούσιου τοπίου του 21ου αιώνα.

Ο αρθρογράφος Α. Ζενάκος κατ’ αρχάς ορίζει την τέχνη ως εικαστική, και μάλιστα τέχνη αντικειμένων που πωλούνται ακριβά, μια τέχνη προϊόντων commodities. Ετσι όμως στενεύει υπερβολικά το πεδίο· τίθεται εκτός ιστορικής προοπτικής, μάλιστα της προοπτικής του μοντερνισμού, ο οποίος μίλησε και μιλάει για μια τέχνη πέραν του αντικειμένου, για το πνευματικό και το υπερβατικό στην τέχνη (Κλέε*, Καντίνσκι, Μάλεβιτς) ή και το ξεπέρασμα της ίδιας της τέχνης (dada, situationnistes). Και φαίνεται επίσης να αγνοεί την τρέχουσα αναθεμελιωτική συζήτηση για το τι είναι καλλιτεχνικό προϊόν στην εποχή του ΥouTube, των peer to peer ανταλλαγών και των άπειρων μικροπαραγωγών που αναδιευθετούν και μετασχηματίζουν το παραδεδομένο καλλιτεχνικό υλικό με sampling και mashups – ως υποδειγματικοί μεταμοντέρνοι οικοτέχνες.

Εκτός του μοντερνιστικού παραδείγματος και εκτός της ζέουσας πραγματικότητας λοιπόν. Μα η τέχνη χωρίς τη σχέση της με την παράδοση (αμφίθυμη ή και πατροκτόνο σχέση), και χωρίς την καινοτομία, χωρίς τη διαπίδυση με τις επιστήμες και την τεχνολογία, ασφαλώς είναι commodity, είναι κάτι που θάλλει εντός αγοράς και μόνον εκεί, ουσιοκρατικά. Αλλά είναι τέχνη;

Η kitscherella του Κουνς ή του Χιρστ εμπεριέχει ειρωνικές χειρονομίες, εμπεριέχει το Λας Βέγκας και την Μπάρμπι, είναι ποπ φαντασμαγορία, ενδεχομένως παράγει υπεραξίες για τα funds των επενδυτών, αλλά δεν είναι τέχνη σήμερα. Ή, τουλάχιστον, είναι πολύ λιγότερο δραστική –η kitscherella– και επιδραστική και εμπορική, από τα δικτυακά βίντεο γκέιμ και τα mashups και τις ροκ συναυλίες. Σε σχέση με τη μαζικά διακινούμενη τέχνη της ψηφιακής ποπ σφαίρας, αυτή η τέχνη των εικαστικών σταρ είναι μικροσκοπικό niche market, είναι εκτός αγοράς… Είναι εκτός της πλανητικής δικτυακής διανομής.

Γυρνώ στον μοντερνισμό, στο αίτημά του για πνευματικότητα και υπέρβαση. Παρ’ όλο τον εγγενή μεσσιανισμό τους, τα αιτήματα αυτά φέρουν και απελευθερωτικό περιεχόμενο. Εντάσσονται σε ένα πολιτικό φιλοσοφικό σχέδιο που αναζητεί τα θεμελιώδη: μια κοινωνία χωρίς διαχωρισμό πνευματικού-υλικού, μια ζωή που βιώνεται σαν τέχνη, μια τέχνη που χορταίνει την υπαρξιακή και ψυχική δίψα. Το σχέδιο είναι ουτοπικό, μα όχι και αδρανές ή μη παραγωγικό· παρήγαγε και παράγει καινοτομίες, ρήξεις, επαναφορές· μετασχηματίζει συνειδήσεις και νοοτροπίες.

Η αγορά ακολουθεί την καινοτομία, σπεύδει να καλύψει το κενό από τη ρήξη, δεν παράγει. Ο τραπεζίτης Ροκφέλερ κατά τη σύσταση του Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης παίρνει για σύμβουλο τον Καντίνσκι: ο αρχιερέας του πνευματικού συλλαμβάνει το κόνσεπτ του καθεδρικού των αστών για τον ύστερο 20ό αιώνα· ο πάπας του εννοιολογισμού Ντυσάν συμβουλεύει την Γκουγκενχάιμ για τη συλλογή της, η οποία παντρεύεται τον ντανταϊστή-σουρεαλιστή Ερνστ και τον εντάσσει στην αυλή με τα σκυλάκια της· η Βάντερμπιλτ Γουίτνεϊ χολιασμένη αγοράζει κοψοχρονίς όλους τους Χόπερ και στήνει το δικό της μουσείο. Οι σχέσεις είναι αμφίδρομες και αντινομικές, συχνά αυτοϋπονομευμένες, αλλά παραγωγικές· και πάντως δεν στήνουν μουσεία και συλλογές με όρους αγοράς των hedge funds. Μάλιστα, οι συλλογές αυτές συγκροτούνται για να καταστούν δημόσιες, για να διαχυθούν στη δημόσια σφαίρα· οι μεγιστάνες δεν κερδοσκοπούν με την τέχνη, αλλά με μετοχές, πετρέλαιο και χάλυβα.

Βάζω άνω τελεία. Υπάρχει και άλλη οικονομία εκτός της κυρίαρχης αγοράς· η οικονομία των δικτυακών ανταλλαγών και του Open Source, λ.χ., μορφώματα καινοφανή και ριζοσπαστικά. Και υπάρχει τέχνη εκτός αγοράς, εντός της παράλληλης καινοφανούς οικονομίας: ενδεχομένως, η πιο καινοτόμος και ενδιαφέρουσα. Πνευματικά.

Ένα βλέμμα, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 11.10.2007

εικον.: Δ. Χανιώτη

* «Δεν περιορίζομαι στο εδώ και τώρα – ανήκω τόσο στους νεκρούς, όσο και στους αγέννητους. Πιο κοντά στην καρδιά της δημιουργίας από τους περισσότερους, όχι όμως και αρκετά κοντά ακόμη.»Paul Klee, Ημερολόγια.

Further reading:

Χωρίς λεφτά ― με χαρά.

Φονικό από άγνοια.

Warning: Out of Memory (pdf, σελ. 24).

FUTURA blog: «Πολύ χρήμα, μικρό καλάθι (αξιών)».

Παραπέρα further:
Μια νύχτα στην εξοχή.

Η Αθήνα – στερεότυπα.

Περί τέχνης, αργά τη νύχτα.

Ο Αγριόγατος των Πεταλιών.

Καρδιά ξεγυμνωμένη.

buzz it!

Ο Χάρης μου άνοιξε τα μάτια. Με την αστείρευτη αισιοδοξία του, με την ανεξάντλητη ενεργητικότητα του, ο καλλιτέχνης Χάρης, παραγωγός εικόνων, ιδεών και συμβάντων, ρεαλιστής, αθόρυβος, αποτελεσματικός, μου έδειξε πώς στήνεται μια μεγάλη ομαδική έκθεση, στην καρδιά της Αθήνας: με διεθνείς συμμετοχές, με εικαστικό πλούτο, με πολιτικό δυναμικό. Και χωρίς λεφτά.

Χωρίς λεφτά; Ναι, χωρίς λεφτά. Χωρίς μπάτζετ, χωρίς χορηγίες, χωρίς κρατική ενίσχυση, χωρίς προπωλήσεις, χωρίς εισιτήριο.

Γίνονται τέτοια πράγματα σήμερα; Η έκθεση «Trauma Queen» (Βερανζέρου 22, Ομόνοια), στημένη σ’ έναν ερειπιώνα-ξενοδοχείο, σ’ ένα ξεκοιλιασμένο κτίριο έτοιμο για ανάπλαση, το αποδεικνύει ένυλα, ζωντανά. Αυτοχαρακτηρίζεται «έκθεση fair trade»: ανάμεσα στους παραγωγούς καλλιτέχνες και τον θεατή πελάτη δεν μεσολαβεί κανείς· το προϊόν φτάνει αδιαμεσολάβητο, ατόφιο, χωρίς επιβαρύνσεις και εμπορικά-ιδεολογικά φορτώματα. Την προστιθέμενη αξία των έργων, του κτιρίου-δοχείου, του συνόλου, του συμβάντος, την καρπώνονται ατόφια μόνο οι συμμετέχοντες: οι 26 παραγωγοί καλλιτέχνες και οι επισκέπτες.

Λίγα μπορώ να πω για τον πλούτο της φόρμας, για την αισθητική αυτής της guerilla έκθεσης· θα ψεύτιζα την εμπειρία. Την εμπειρία να κατηφορίζεις την πολύβουη Βερανζέρου του Δ’ Αστυνομικού Τμήματος, των λαϊκών ξενοδοχείων και των πορνών, των κοσμηματοπωλείων, τη γωνία του Λαυρίου, τον πεζόδρομο του γαλακτοπωλείου Στάνη, το ξενοδοχείον Πριγκηπικόν που φιλοξένησε τον Γιώργο Ιωάννου (εδώ γύρω διαδραματίζεται και ο αριστουργηματικός «Επιτάφιος Θρήνος» του), στην εσοχή το ξενοδοχείον «Κοσμικόν» όπου θρυλείται ότι κατέλυσε ο Κ. Π. Καβάφης, ναι, εδώ που ακούγονται τώρα ξανθές λαλιές μιξοβάρβαρες, είναι οι δρόμοι των ποιητών και των πλανήτων, και να, απέναντι, στο Hotel Méditerranée ένα μοντέρνο μπάνερ προειδοποιεί: Τrauma Queen.

Πίσω απ’ την εκλεκτικιστική πρόσοψη, μες στο κουφάρι του hotel, φιλοξενούνται καλλιτεχνικές χειρονομίες, μια αφήγηση: για τραύματα, αγωνίες, σωματικές μειονεξίες, κακά όνειρα. Τα έργα εναποτίθενται στη σκόνη σαν ξόρκια, σαν πυκνωτές του Poltergeist, του πνεύματος που στοιχειώνει τον φέροντα οργανισμό, πολλαπλασιαστές στεναγμών ― οι αύρες των ενοίκων είναι ακόμη αναμμένες. Απ’ τα ανοιχτά παράθυρα προβάλλουν στις κάμαρες έτοιμα κάδρα: η πόλη μπαινοβγαίνει ζωντανή, αυτή είναι το έργο. Κι απ’ τις οπές των «καρότων» στις μπετονένιες πλάκες κάθε όροφος επικοινωνεί με τον άλλο, όλα είναι ανοιχτά, χωρίς τοίχους, χωρίς σεπαρέ.

Το hotel υποδέχτηκε την Τrauma Queen τυχαία: εξ αφορμής ενός ριφιφί. Μα το τυχαίο θέλει μάτια για να το αναγνωρίσεις σαν δυνατότητα, κι όχι σαν ασαφή μουτζούρα. Και το τυχαίο, μαζί με το όραμα και το πείσμα, μαζί με τη θερμή αλήθεια του αφηγήματος, με την ακερδή προσφορά των παραγωγών καλλιτεχνών, με μια οικονομία δώρου και ανταλλαγών, όλα μαζί οδήγησαν σε ένα παραδειγματικό συμβάν. Οπου κανείς δεν καλείται να πληρώσει, ούτε να πληρωθεί, ο καθείς προσφέρει κατά το μέτρο των δυνατοτήτων του, παίρνει ό,τι μπορεί να πάρει, και όλοι μαζί οικειώνονται τον δημόσιο χώρο, συμπράττουν, εκφράζονται, προσκαλούν. Τα 26 υπαρξιακά τριπ γίνονται ένα ποτάμι (το ποτάμι της Ζωής) και παρασύρουν όσους θέλουν να κοινωνήσουν.

Αυτή η τέχνη αφορά την κοινωνία· την θερμαίνει. Είναι καταλύτης, συνδέει τα αδιάφορα, εκλύει ενέργεια, αλλάζει συνειδήσεις. Δείχνει ότι το υπαρξιακό μπορεί να είναι βαθύτατα πολιτικό. Μας λέει ότι τα πράγματα συμβαίνουν, ακόμη κι όταν όλα σου γνέφουν ότι δεν μπορούν να συμβούν χωρίς λεφτά, χωρίς προϋποθέσεις, όταν όλα σε σπρώχνουν στον κυνισμό και την απόσυρση.

Η Τrauma Queen προτείνει μια τελετή οικείωσης: της πόλης, των τραυμάτων και των ψιθύρων· ακολουθεί τα βήματα ποιητών και απόκληρων, νοικοκυραίων και εργατικών. Χαράζει μια ψυχογεωγραφία. Και τούτη τη θαυμαστή μετουσίωση (από την υπαρξιακή αγωνία προς το δημόσιο έλλογο) την πετυχαίνει με μια κατάκτηση της ακερδούς ανταλλαγής: με επαναφορά στην αναγεννητική τελετουργία του Potlatch, στην οικονομία του δώρου, στη χαρά των ανταλλαγών.

Εχω μια εξήγηση γι’ αυτό: Οι παραγωγοί της Τrauma Queen είναι τα παιδιά του Open Source και των peer to peer δικτύων, είναι θρεμμένα μες στο ανοιχτό διαδραστικό περιβάλλον των social networks και του sampling, αισθάνονται τη δυναμική των ανοιχτών συστημάτων: δεν δίνεις απλώς για να πάρεις, αλλά δίνεις αν έχεις, παίρνεις αν χρειάζεσαι, εμπλουτίζεις αυτό που παίρνεις και το περνάς σε άλλους.

Ο Χάρης και η Ζωή μου άνοιξαν τα μάτια.

Ένα βλέμμα, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 21.10.2007

φωτ.: Γ. Βιτσαρόπουλος

Η παράσταση του «Βορρά» του Σελίν, από την Φολκσμπύνε, σε ρηξικέλευθη σκηνοθεσία Φρανκ Κάστορφ, πυροδοτεί συζητήσεις σε όσους την είδαν και σε όσους δεν την είδαν. Ο αιρετικός, σχεδόν ενοχλητικός, διανοούμενος από την στοιχειωμένη Ανατ. Γερμανία, οξύς και τολμηρός, προσεγγίζει ένα οριακό κείμενο του στοιχειωμένου Σελίν και κατορθώνει το δηλωμένο στόχο του (βλ. συνέντευξή του, «Κ» 08.07.2007), να προκαλέσει και να ταράξει.

Το σκάνδαλο είναι πρωτίστως ο Σελίν. Λογοτεχνική ιδιοφυΐα και μισητό πολιτικά πρόσωπο, ήρωας του Πρώτου Πολέμου, ανανεωτής της πρόζας και αντισημίτης λιβελογράφος, ο Γάλλος συγγραφέας και γιατρός εξακολουθεί να διχάζει και να προκαλεί αποστροφή και θαυμασμό. Πώς να μιλήσεις σήμερα γι’ αυτόν, τον δαιμονισμένο και λούζερ, πώς να τον ανασύρεις από το ανάθεμα και τον σκουπιδοτενεκέ της Ιστορίας; Δύσκολο.

«Ο Σελίν, ως δυνάμει συνεργάτης του ναζισμού, στάθηκε πάνω από τον τάφο μιας Ευρώπης γερασμένης και στη δύση της… Ηταν “ένας που έφτυνε”, ένας προβοκάτορας, ένας δυσάρεστος άνθρωπος – και ταυτόχρονα ένα φαινόμενο του πολιτισμού της αντιπαράθεσης στη Δύση. Ο Σελίν δεν κατέδειξε την εποχή “απ’ έξω”, από την πλευρά του κυρίαρχου, του νικητή, αλλά “από μέσα”, από τη σκοπιά του “ηθικά ηττημένου”, που έχει μερίδιο στην πτώση, όπως και στην ενοχή». Μας είπε ο Κάστορφ.

[Βλέπω τις φωτογραφίες του Σελίν στο δίκτυο. Εχει επιστρέψει από την εξορία, αμνηστευμένος για τον δωσιλογισμό του, είναι αγριεμένος και κακογερασμένος, στο εξοχικό του σπίτι, φοράει ζακέτο από προβιά, μαντίλι, είναι φανερά ατημέλητος, το βλέμμα του κάρβουνο. Ζει στην περιφρόνηση και το μίσος: τα υφίσταται και τα εκπέμπει.]

Το άλλο σκάνδαλο είναι η παράσταση. Το τρίωρο κρεσέντο βίας, η φρενήρης πρόζα, η πληθωρική εκδραμάτιση, το όργιο, το βλέμμα πάνω από το χείλος του γκρεμού. Η υποδόρια, οδυνηρή γέφυρα από την χαοτική Ευρώπη του ’45 προς την μεταιχμιακή Ευρώπη του ’07. Ο Κάστορφ ρισκάρει, αυθαιρετεί, σχεδόν τζογάρει· μα επιτέλους κάποιος μιλά! Κι ας ουρλιάζει.

Στο τελευταίο ημίωρο, όσοι δεν έχουν απηυδήσει μετά δυόμισι ώρες ακραίας εξπρεσιονιστικής σκληρότητας, ανταμείβονται με ένα καθυστερημένο ιντερλούδιο – μάλλον με το ουσιαστικό φινάλε. Το πλήθος μετά τη βακχεία μπαίνει στο βαγόνι–Ευρώπη, τα φώτα σβήνουν· μες στο μισοκόταδο, ένας άνθρωπος μένει έξω και βιντεοσκοπεί τους μέσα, η εικόνα τους προβάλλεται διάσπαρτη στο Π της σκηνής, θρυμματισμένη, μες στη σιωπή της δημόσιας ερημιάς. Σταδιακά, η προβολή συγκεντρώνεται σ’ ένα τεράστιο φωτιζόμενο μπαλόνι με τον γάτο Φελίξ σταμπαρισμένο πάνω του. Βλέπουμε τους ανθρώπους της Ευρώπης, «μέσα»· μάλλον, βλέπουμε το απείκασμά τους, όπως το αφηγείται η κάμερα του παρατηρητή, βλέπουμε τους ανθρώπους της Ευρώπης, (εμάς;), μέσα από αλλεπάλληλες στοιβάδες διαμεσολάβησης. Τους βλέπουμε τσιγγάνους, να πλέκουν καλάθια, πλάνητες και τσιρκολάνους.

Το κινηματογραφικό σκοτάδι, το ασπρόμαυρο βίντεο, οι κρυφοί–φανεροί τσιγγάνοι, το σαρδόνιο κόμικς, το γιγάντιο σλόγκαν «Die another day» του Τζέιμς Μποντ: με τα πιο πυρηνικά υλικά της ποπ στήνεται μια δυστοπία ανάλογη των έκπτωτων σαδιστών φασιστών που βλέπουν τη φρίκη με κιάλια, στο «Σαλό» του Παζολίνι.

Salo - Trailer

Ανατριχιαστική σκηνή, αισθητικά και νοητικά, με τόσες συνδηλώσεις και παραπομπές αναχωνεμένες, που μόνη της στέκει σαν αυτοτελές έργο τέχνης και σαν πνευματικό σοκ. Εδώ δεν βρισκόταν πια ο Σελίν του Μεσοπολέμου, ο στυλίστας του μίσους, ο σαλός προφήτης του βιολογικού εκφυλισμού και της πτώσης. Εδώ ήταν ο Κάστορφ, ο Ευρωπαίος του Ψυχρού Πολέμου και του μεταιχμιακού 21ου αιώνα, που αναβλέπει μελαγχολικός και γενναίος το μέλλον, σαν τον Μπένγιαμιν: σαν σώρευση ερειπίων.

Και σιωπή. Ο,τι τρυπώνει στις χαραμάδες των λέξεων, ανάμεσα, το ανείπωτο. Με τα λόγια του Σελίν: «Δύο ερωτευμένοι αρχίζουν να μιλούν. Και μετά; Τι γίνεται μετά; Τέλος. Τέλος και τέρμα. Τέτοια πράγματα διαδραματίζονται μέσα στη σιωπή. Οπου δεν υπάρχει σιωπή, δεν υπάρχει τίποτα. […] »

Σιωπή. Στις πρώτες σελίδες του ανέστιου «Αούστερλιτς» του Ζέμπαλντ, μια φωτογραφια δείχνει τα άγρυπνα μάτια του Βιτγκενστάιν:

«Για όσα δεν μπορούμε να μιλήσουμε, καλύτερα να μένουμε σιωπηλοί».

Ο Βορράς από το Βερολίνο μέσα απ’ τη βία του μάς φέρνει στη σκοτεινή δροσιά της σιωπής.

Ένα βλέμμα, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 22.07.2007

Στον «Βορρά» του Σελίν η Ευρώπη κείται γονατισμένη στις στάχτες του 1945. Ολη η Ευρώπη εικονίζεται μες στο χάος της συντριμμένης Γερμανίας: ερείπια, απόγνωση, χάος. Ο Γάλλος συγγραφέας, μέγας ανανεωτής της πρόζας και αμφιλεγόμενο πολιτικά πρόσωπο, διατρέχει τον 20ό αιώνα, από τον ένα πόλεμο στον άλλο, από τη μία ρήξη στην άλλη, φλεγόμενος από τους δαίμονες του καιρού του, γράφοντας για τον ζόφο που αντικρίζει μέσα στα ρήγματα.

Οι παραστάσεις του «Βορρά», από το Λαϊκό Θέτρο του Βερολίνου, που είδαμε αυτές τις ημέρες στην Αθήνα, ανασυστήνουν τους δαίμονες της Ευρώπης του ’45, εικονογραφώντας παράτολμα ένα κείμενο που και στο διάβασμα είναι δύσκολο. Ο διευθυντής της Φολκσμπίνε Φρανκ Κάστορφ ανέλαβε το δραματουργικό ρίσκο και, κατά τη γνώμη μας, πέτυχε όχι μόνο να στήσει ένα πολλαπλά προκλητικό θέαμα, όσο να μιλήσει προκλητικά για τον καιρό μας, για την Ευρώπη του ’07.

Ο Βορράς μιλάει για το τέλος ενός κόσμου, για τη βία της πτώσης και για το χάος στο οποίο οδηγούνται όλοι, νικητές και ηττημένοι. Το έργο της Φολκσμπίνε αναπαριστά ακριβώς το χάος: όλα έχουν συντριβεί και το καινούργιο δεν φαίνεται. Σαν να βλέπουμε τη σκοτεινή ελεγεία του Παζολίνι για την ίδιας εποχής Δημοκρατία του Σαλό. Ο Ανατολικογερμανός Κάστορφ τοποθετεί το σημείο ρήξης στην πτώση του τείχους για να ξαναδεί με τα μάτια του Σελίν την Ευρώπη του 21ου αιώνα: Μήπως πάλι παραπατάει;

Μέσα στο έργο ο Σελίν παραληρεί για τα γονίδια των νέων ισχυρών φυλών, για τους ιούς και τα παράσιτα, για την παρακμή της Γηραιάς Ηπείρου. Το παραλήρημά του είναι ανησυχητικά επίκαιρο. Η Ευρώπη του 2007 δεν είναι η κραταιά παραγωγός νεωτερικότητας, τώρα παρακολουθεί τις αναδυόμενες υπερδυνάμεις και μεταφέρει εκεί κεφάλαια και τεχνογνωσία. Ο Κάστορφ αναπαριστά την Ευρώπη του ενιαίου νομίσματος και του μη διαβατηρίου, σαν ένα βαγόνι που γίνεται σκηνή οργίων, με τον ήρωα κόμικς Φελίξ να υπερίπταται, με προβολές ιδιωτικών βίντεο στη δημόσια ερημιά, με το τζεϊμσμποντικό σλόγκαν «Die another day» να δεσπόζει τεράστιο. Και οι Ευρωπαίοι; Πλάνητες τσιγγάνοι, που πλέκουν καλάθια· στο νέο τοπίο, θα είναι τσιρκολάνοι, μάγοι, δεξιοτέχνες, παράφοροι ποιητές, μα δεν θα είναι ηγέτες και κυρίαρχοι.

Αυτή η ματιά, οσοδήποτε πικρή, περιέχει τη σοφία της παραδοχής και έναν τρόπο να κοιτάς την πραγματικότητα κατάματα: Ποιοι είμαστε σήμερα; Πού πάμε; Η τέχνη θέτει ερωτήματα, αμφιβάλλει, δεν δίνει πάντα απαντήσεις.

Καθημερινή, 17.07.2007

Ο Εσταυρωμένος πάνω σε ένα βομβαρδιστικό· ένα Σερβάκι κάνει ποδοσφαιρικά ζογκλεριλίκια με μια νεκροκεφαλή για μπάλα· χιλιάδες σκιτσάκια νεκρών στρατιωτών, μωσαϊκό αγγελτηρίων κηδείας· πορτρέτα στρατιωτών στο μέτωπο, από όλη τη διάρκεια του τρομερού 20ού αιώνα, έως σήμερα· τείχη αποκλεισμών και μίσους· κρεβάτια νοσοκομείων· βομβαρδισμένες πόλεις· ανατομία όπλων· λοξές ματιές στον φονταμενταλισμό· μνημονικές ανασυνθέσεις της ατομικής έκρηξης πριν από εξήντα χρόνια.
συνεχίζεται…

Ο πόλεμος και η Αφρική σφραγίζουν την 52η Μπιενάλε της Βενετίας, την πρώτη από καταβολής του υπεραιωνόβιου θεσμού που διευθύνει ένας Αμερικανός. Ο πόλεμος κυριαρχεί σαν θέμα σε πολλά έργα της μεγάλης έκθεσης του διευθυντή στο Αρσενάλε, με έργα που μεταδίδουν πίκρα, θλίψη, πένθος, ήττα. Και η Αφρική κέρδισε τον Χρυσό Λέοντα στο πρόσωπο του Malick Sidibe, του βετεράνου φωτογράφου από το Μάλι, και μια τιμητική έκθεση μέσα στην έκθεση.

Ο διευθυντής Ρόμπερτ Στορ σαν να βάρυνε απ΄την ευθύνη του πρώτου Αμερικανού στον πιο «ευρωπαϊκό» θεσμό και προσπάθησε να φυλάξει τα νώτα του: έστησε μια μπιενάλε πολιτικώς ορθή. Επέλεξε έργα για τον πόλεμο, τον εξαγόμενο, τραύμα των ΗΠΑ, και τους περιφερειακούς, πηγή ανησυχίας και άγχους για όλη τη Δύση. Και επέλεξε να δώσει βήμα στον πιο βασανισμένο πλανήτη, την Αφρική· ξορκίζοντας τις ενοχές της αποικιοκρατίας.

συνεχίζεται…

Το «Τέλος» του Νίκου Αλεξίου είναι το πιο εντυπωσιακό έργο που έχω δει στο ελληνικό περίπτερο από το 1997 καιένα από τα πιο ολοκληρωμένα έργα της φετινής Μπιενάλε. Ο 47χρονος καλλιτέχνης πήρε το μοτίβο του ψηφιδωτού δαπέδου από τη Μονή Ιβήρων του Αγίου Ορους και το μετέτρεψε σε γιγάντιες δαντέλες αιωρούμενες από την οροφή και σε πολύχρωμο animation που προβάλλεται πίσω τους. Το σύνθεμα είναι μια εκπάγλου κάλλους παραίσθηση, ένα αχειροποίητο σχέδιο που ιριδίζει και πάλλεται. Eίναι ο ίλιγγος του pattern, είναι η ψυχεδέλεια της διακόσμησης, κι είναι βαθιά υπόκλιση στη μη αναπαραστατική τέχνη, την τέχνη τη λατρευτική και μοντερνιστική.

Κατά τη δική μου ανάγνωση, ο Αλεξίου, καλλιτέχνης με θηριώδες ένστικτο, κινούμενος από τη μέθη της επανάληψης, οδηγείται σε μια ένυλη έκφραση της νοεράς προσευχής, της μονολόγιστης («Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με τον αμαρτωλό»), και το έργο όσο το βλέπεις και το ξαναβλέπεις εισέρχεται στην καρδιά σου, ας πούμε όπως λέει ο αββάς Ισαάκ ο Σύρος ότι εισέρχεται η Ευχή. Φέρει την ίδια μέθη του καθαρού κάλλους που φέρουν τα έργα του Κλέε και του Μοντριάν, τα αραβουργήματα της Αλάμπρα, τα μωσαϊκά της Δήλου.

Κάτω από τον αιθέρα των σχεδίων, μια εγκατάσταση: δείχνει τα απομεινάρια της ύλης, ό,τι αφαιρέθηκε για να φανεί το σχέδιο· δείχνει την κουζίνα της κατασκευής. Αλλά και δεν αποφεύγει τη φλυαρία, καθώς σωρεύει βιβλία, κείμενα, και άλλα φιλολογικά στοιχεία (τη βιβλιογραφία), τόσο στερεότυπα πια σε κάθε εννοιολογίζουσα installation. Παρά ταύτα, η φιλολογία του εδάφους, με τη σκηνοθεσία των εστιακών φωτισμών, δεν μειώνει αποφασιστικά το τελικό αποτέλεσμα. Η αχειροποίητη φόρμα ίπταται υπεράνω, και επαναλαμβάνεται μεθυστική, πανίσχυρη.

 

Εικον.: Nikos Alexiou, The End, 2007. Photos by Panos Kokkinias, 2007, all rights reserved.

Καθημερινή, 17.06.2007 

 

Σχεδόν σχετικό, ζεν, από το blog του Alberich:

Αυτά που εξομολογούμαι είναι χωρίς σημασία, γιατί τίποτε δεν έχει σημασία…

Καταλαβαίνω απόλυτα τις γυναίκες που κεντούν από μελαγχολία και αυτές που πλέκουν βελονάκι, γιατί η ζωή υπάρχει. Ζωή είναι να πλέκεις με το βελονάκι τις προθέσεις των άλλων. Κροσσέ των πραγμάτων, διαλείμματα, τίποτα…


«Σκέψου με τις αισθήσεις. Νιώσε με τον νου». Ο τίτλος της φετινής 52ης Μπιενάλε της Βενετίας, σε κόκκινο και πράσινο, υπάρχει διακριτικά στους χώρους της μεγαλύτερης εικαστικής έκθεσης του πλανήτη. [συνεχίζεται…]

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

RSS Gatherate: The Best of the Greeks

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Twitting

  • Πολιτισμός καζίνων με αυτοφωράκηδες || Για ποια έργα θα τον θυμούνται ως πρωθυπουργό τον Κυριάκο Μητσοτάκη; Για τα… twitter.com/i/web/status/1… 6 days ago
  • Τραπεζοκαθίσματα στη Δήλο (Γαίας ατίμωσις) Ας σκεφτούν οι βουλευτές και ο Κ. Μητσοτάκης τι ίχνος θα αφήσουν για τις… twitter.com/i/web/status/1… 1 week ago
  • Για τον ποιητή Χριστόφορο Λιοντάκη - του Παντελή Μπουκάλα kathimerini.gr/1040620 1 week ago
  • Immigration panic: how the west fell for manufactured rage theguardian.com/uk-news/2019/a… 1 week ago
  • Ποτέ άλλοτε οι υπερβολικές προσδοκίες των κακομαθημένων παιδιών της Μεταπολίτευσης δεν περιστάλησαν τόσο βίαια και… twitter.com/i/web/status/1… 4 weeks ago
  • Η γελοιοποίηση του κομματικού κράτους. Η κομματική-αυταρχική διήθηση του κράτους έχει και τα αδύνατα σημεία της. Εν… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 1.005.411 hits
Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: