You are currently browsing the category archive for the ‘πολιτική’ category.

Η παρουσία τουρκικών πλοίων στα «οικόπεδα» υδρογονανθράκων της κυπριακής ΑΟΖ, στα νοτιοανατολικά της νήσου, συνιστά έργω αμφισβήτηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας. Φυσικά κατά παράβασιν κάθε έννοιας διεθνούς δικαίου· αλλά η Τουρκία δεν επικαλείται το δίκαιο, επικαλείται την ισχύ και τα συμφέροντά της. Συνεπής σε αυτή την πάγια στρατηγική, ο τωρινός πρωθυπουργός Αχμετ Νταβούτογλου επικαλείται άλλοτε τις συμφωνίες της Ζυρίχης, από τις οποίες ιδρύθηκε η ενιαία και κυρίαρχη Δημοκρατία της Κύπρου, και άλλοτε την ύπαρξη δύο κρατών, εννοώντας το ψευδοκράτος του Κατεχόμενου Βορρά, το οποίο ανακηρύχθηκε το 1983 παραβιάζοντας τις συμφωνίες της Ζυρίχης και τις αρχές του ΟΗΕ. Σκοπός της Τουρκίας προφανώς είναι η στρατιωτική παρουσία και η επικυριαρχία της στα κατεχόμενα και κατ’ επέκτασιν στη στρατηγική περιοχή της ΝΑ Μεσογείου.

H υπερθέρμανση στην Κύπρο, λίγο μετά το αδιέξοδο των συνομιλιών για εξεύρεση λύσης, συμβαίνει σε μια εξόχως θερμή συγκυρία για την ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής. Η Τουρκία έχει καλλιεργήσει μεγάλες προσδοκίες και φιλοδοξίες για ηγεμονία στον μουσουλμανικό κόσμο, και έχει ανοίξει το στρατηγικό της παίγνιο σε πολλά πεδία ταυτοχρόνως: στην αποτροπή της εθνικής και κρατικής ολοκλήρωσης των Κούρδων, στην ανατροπή του καθεστώτος Ασαντ, στην ηγεμονική επιβολή επί του Ισραήλ, αλλά και επί της ομόδοξης Αιγύπτου, στον υπόγειο ανταγωνισμό με το σιιτικό Ιράν. Τέλος, επιδιώκει ως περιφερειακή δύναμη μια ιδιότυπη σχέση με τις μεγάλες δυνάμεις, ιδίως με τις ΗΠΑ, αλλά και με την Ευρώπη και τη Ρωσία.

Η Τουρκία είναι «ανοιχτή» σε πολλά πεδία, προσδοκώντας κέρδη από όλα. Αυτό μπορεί όμως να αποβεί και αχίλλειος πτέρνα του νεο-οθωμανικού δόγματος. Η Ελλάδα βρίσκεται σε κρίση, βαθιά κρίση. Η οικονομική της εξουθένωση όμως δεν πρέπει να την οδηγήσει σε γεωπολιτική υποβάθμιση, διότι η οικονομία ανακάμπτει ανά ιστορικούς κύκλους, η κυριαρχία και ο χώρος δεν ανακτώνται αναλόγως.

Ως εκ τούτου επείγει η Αθήνα να συμπαρασταθεί στη Λευκωσία, κατά την υπεράσπιση του ζωτικού της χώρου, στον οποίο ασφαλώς συμπεριλαμβάνεται η ΑΟΖ και οι υποκείμενοι υδρογονάνθρακες. Αλλωστε αν τα ενεργειακά κοιτάσματα αποδειχθούν για την Κύπρο γεωπολιτική ευλογία ή κατάρα, αυτό θα σηματοδοτήσει εν πολλοίς και το μέλλον των ελλαδικών κοιτασμάτων. Προς αυτή την κατεύθυνση φαίνεται ότι οι πολυμερείς συμφωνίες Κύπρου και Ελλάδος με την Αίγυπτο, το Ισραήλ και τον Λίβανο έχουν μεγάλη αξία, τέτοια που πυροδότησε την τουρκική προκλητικότητα. Εχει σημασία επίσης να δούμε τις διεθνείς αντιδράσεις: Η Βρετανία, πρώτη, απέτρεψε μια άμεση παρέμβαση της Ε.Ε., ακολουθούμενη από τη Σουηδία και τη Φινλανδία. Ας μη λησμονούμε άλλωστε ότι βάσει του Σχεδίου Ανάν, η Βρετανία δια των βάσεών της, θα εδικαιούτο ΑΟΖ νοτίως της νήσου. Σε πρώτο χρόνο άρα, η Κύπρος μένει ακάλυπτη από την ευρωπαϊκή της οικογένεια, προς το παρόν τουλάχιστον. Αντιθέτως, κινούνται προς υποστήριξή της, και των δικών τους ζωτικών συμφερόντων ασφαλώς, το Ισραήλ και η Ρωσία.

Εχει σημασία να χρησιμοποιηθούν όλα τα διπλωματικά και νομικά όπλα, από την Κύπρο και την Ελλάδα, για να καταγγείλουν και να ανασχέσουν την επιθετικότητα της Τουρκίας. Ωστόσο θα πρέπει να υπολογίζουμε ότι μεγαλύτερη σημασία έχουν οι συνδυασμένες κινήσεις που, πρωτίστως και κυρίως, θα αποτρέπουν τη δημιουργία τετελεσμένων, και σε δεύτερο χρόνο θα δημιουργούν τις προϋποθέσεις, μέσω συμμαχιών και ισορροπιών, για ευνοϊκότερη τοποθέτηση του ελληνισμού στο ρευστό και κινδυνώδες μωσαϊκό της ΝΑ Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής. Αυτή η διπλωματική και ιστορική συνέχεια πρέπει να είναι πρώτο μέλημα τόσο της παρούσας όσο και κάθε μέλλουσας κυβέρνησης.

Advertisements

Η είσοδος μεταναστών και προσφύγων στην Ελλάδα έχει απασχολήσει με πολλούς τρόπους την ελληνική κοινωνία και την πολιτική διοίκηση, τις τελευταίες δύο δεκαετίες, πλην, τις περισσότερες φορές, ατελέσφορα. Στις προσεγγίσεις συχνά περίσσευαν η προχειρότητα και οι βραχυπρόθεσμες διευθετήσεις, μαζί με συγκάλυψη των πραγματικών διαστάσεων του προβλήματος. Συχνά επίσης το μεταναστευτικό έγινε πεδίο ιδεολογικής αντιπαράθεσης και χειρισμού φοβιών. Ελλειψε η ολοκληρωμένη μελέτη και ένα σχέδιο διαχείρισης με συνοχή, διάρκεια και προσαρμοστικότητα.

Μόνο μετά το 2010, με το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης και τη δοαφοροποιημένη ροή, έχουμε μια πρώτη απόπειρα ολοκληρωμένης πολιτικής: αυστηρός έλεγχος των συνόρων, οργανωμένα κέντρα κράτησης και επαναπατρισμός, εθελούσιος και υποβοηθούμενος ή αναγκαστικός. Σε αυτή τη στροφή συνέβαλε η αύξηση της κοινοτικής χρηματοδότησης, για υποδομές και νέες λειτουργίες.

Για πρώτη φορά από τότε, μια πρωτότυπη έρευνα αξιολογεί τις εφαρμοσθείσες πρακτικές, δίνοντας έμφαση στην κοστολόγηση και στην αποτελεσματικότητα. Πρόκειται για το άρτι ολοκληρωθέν Σχέδιο Μίδας (Midas Project), των ερευνητριών του ΕΛΙΑΜΕΠ κ. Αννας Τριανταφυλλίδου, Αγγελικής Δημητριάδη και Δανάης Αγγελή, το οποίο θα παρουσιαστεί δημοσίως στις 30 του μηνός, στο Impact Hub, στου Ψυρρή. Ουσιαστικά πρόκειται για το πρώτο εργαλείο-μόνιτορ πάνω στην ασκηθείσα μεταναστευτική πολιτική του διαστήματος 2008-2013, με σύνδεση κόστους-αποτελέσματος.

Πολλά τα ενδιαφέροντα ευρήματα και οι παρατηρήσεις των ερευνητριών. To πιο ενδιαφέρον είναι το συμπέρασμα: η παρατεταμένη κράτηση, σε χώρους όπως το στρατόπεδο της Αμυγδαλέζας, εκτός από αντιανθρώπινη και συχνά παράνομη, είναι και μάταιη, είναι αναποτελεσματική και πανάκριβη. Το κόστος της Αμυγδαλέζας υπολογίζεται σε 10,5 εκατομμύρια ετησίως. Σε σύγκριση, η Ελλάδα το διάστημα 2008-2013 απορρόφησε από την Ε.Ε. (Ταμείο Επαναπατρισμών) 130 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων μόνο το 50% διατέθηκε για επαναπατρισμό. Το 32% διατέθηκε για τις εγκαταστάσεις κράτησης. Συνολικά, κατά τη συγκεκριμένη πενταετία, η Ελλάδα διέθεσε μισό δισεκατομμύριο ευρώ για συνοριακή επιτήρηση (61%), χορήγηση ασύλου (10%) και επαναπατρισμό (29%). Ο έλεγχος του Αιγαίου είναι το πιο δαπανηρό πεδίο: 76 εκατομμύρια ευρώ το 2014, 62,3 εκατ. το 2013, σύμφωνα με το υπουργείο Ναυτιλίας.

Η αχίλλειος πτέρνα της τρέχουσας πολιτικής είναι η κράτηση, κι αυτό πέραν των αιτιάσεων για τις άθλιες συνθήκες και τον συνήθως παράλογο χρόνο κράτησης. Σύμφωνα με την έρευνα, κάθε κρατούμενος κοστίζει 16 ευρώ ημερησίως· για τους περίπου 5.000 κρατούμενους σήμερα, το κόστος είναι 28,7 εκατομμύρια ευρώ ετησίως. Η πρόβλεψη είναι για 7.500 κρατούμενους, με κόστος 43,2 εκατ., σχεδόν όσος όλος ο προϋπολογισμός του 2013 για κράτηση και επαναπατρισμό.

Σε αντιπαραβολή, το κόστος επαναπατρισμού είναι 1.240 ευρώ ανά άτομο. Απαξ. Ο ναύλος σε αεροσκάφος της γραμμής είναι 404 ευρώ, με συνήθεις προορισμούς Πακιστάν, Μπαγκλαντές, Αφγανιστάν, Ιράκ, Κίνα. Στο κόστος οικειοθελούς επαναπατρισμού περιλαμβάνεται χρηματικό βοήθημα 400 ευρώ. Πολλοί οικονομικοί μετανάστες δέχονται να επιστρέψουν εθελοντικά. Οι προερχόμενοι από εμπόλεμες ζώνες (Συρία, Ιράκ, Λιβύη, Ερυθραία) αρνούνται φυσικά· αλλά αυτοί πρέπει να θεωρούνται πρόσφυγες πολέμου. Η ροή από τις εμπόλεμες ζώνες αναμένεται να ενισχυθεί, χωρίς εύκολες λύσεις. Μόνο η συντονισμένη και μοιραζόμενη ευθύνη των χωρών της Ε.Ε. μπορεί να βοηθήσει.

Ευλόγως, προτείνεται να ενισχυθούν οι εργασίες αναγνώρισης και ταυτοποίησης κατά την είσοδο, η παροχή βοήθειας και η όσο το δυνατόν συντομότερη επιστροφή των μεταναστών στις πατρίδες τους. Η κράτηση γεννά περισσότερα προβλήματα από όσα επιλύει ― η παροδική ενίσχυση της μικροοικονομίας που προκαλούν δεν πρέπει να επηρεάζει τη μακρόπνοη πολιτική.

Η κρίση που έχει πλήξει την Ελλάδα έχει στρέψει αναγκαστικά την πολιτική δραστηριότητα προς την Ευρώπη. Η προσοχή, η σκέψη, οι σχέσεις, ακόμη και οι βαρηγκόμιες εκεί κατευθύνονται. Εντούτοις η γεωγραφική θέση της Ελλάδος και το ιστορικό υπόστρωμα την τοποθετούν στο νοτιοανατολικό άκρο της ηπείρου, σε επαφή και γειτονία με τα Βαλκάνια, τη Μαύρη Θάλασσα, τη Μικρά Ασία, τη Μέση Ανατολή. Ο,τι συμβαίνει εκεί, μάς αφορά.

Ισως μάλιστα οι αμοιβαία επωφελείς σχέσεις με τους μη Ευρωπαίους γείτονες αποτελούν ένα συγκριτικό γεωπολιτικό πλεονέκτημα της χώρας στην παρούσα συγκυρία, κατά την οποία η Ελλάδα παρότι δοιμάζεται από την κρίση, είναι στρατηγικά σταθερή σε μια περιοχή υπό μετασχηματισμό.
Η συνεχιζόμενη και κλιμακούμενη αναταραχή στη Μέση Ανατολή επηρεάζει πολλαπλώς την Ελλάδα, και πολύ αμεσότερα την Κύπρο. Η πάντα επίμων και συχνά απειλητική γείτων Τουρκία παίζει ένα ριψοκίνδυνο διπλωματικό και γεωπολιτικό παιχνίδι στα νότια σύνορά της: επιδιώκει να εξουδετερώσει ταυτοχρόνως τους Κούρδους και το καθεστώς Ασαντ, χρησιμοποιώντας την τζιχαντιστική επέλαση αλλά και ζητώντας στρατηγικά ανταλλάγματα εφόσον αναχαιτίσει τους τζιχαντιστές. Ενα από τα ανταλλάγματα πιθανότατα θα είναι η αυξημένη επιρροή της στην Κύπρο. Η ρήξη των κυπριακών συνομιλιών δεν σημαίνει διόλου ότι η Τουρκία υποχωρεί, το αντίθετο.

Την ίδια ώρα στα Βαλκάνια ο εθνικισμός αναζωπυρώνεται. Η ιδέα της Μεγάλης Αλβανίας ερεθίζει τη Σερβία, αποσταθεροποιεί την ΠΓΔΜ, επηρεάζει δυνητικά και την Ελλάδα. Επιπλέον, στις μουσουλμανικές μειονότητες των Βαλκανίων γίνεται όλο και δημοφιλέστερος ο μαχητικός σουνιτισμός, στοιχείο που μπορεί να οδηγήσει στη δημιουργία μιας άτυπης θρησκευτικής ενδοχώρας στο μαλακό υπογάστριο της Ευρώπης.

Η Ελλάδα ιστορικά είχε την ευμενή αποδοχή ή τη φιλία πολλών γειτονικών χωρών. Το ίδιο η Κύπρος. Μεταξύ άλλων, Ιράν, Αίγυπτος, Συρία, Λίβανος Ισραήλ, με διαφορετικούς τρόπους και για διαφορετικούς λόγους, ήταν και είναι δυνητικοί εταίροι. Ας αναζητηθούν και πάλι.

Η νευρικότητα των αγορών, η εκτόξευση των επιτοκίων των ομολόγων και η φυγή κεφαλαίων απασχολούν τον Τύπο, ελληνικό και ξένο. Η αντίδραση των χρηματαγορών πιέζει τις κυβερνήσεις, άμεσα ή έμμεσα, στη διαμόρφωση πολιτικής· δηλαδή, οι αγορές επηρεάζουν τις αποφάσεις και με τον τρόπο τους ρυθμίζουν την εφαρμοζόμενη πολιτική, δημοσιονομική, παραγωγική, κοινωνική, θεσμική.

Κινούμενοι στον αφρό της επικαιρότητας είναι συχνά δύσκολο να εστιάσουμε στην ευρύτερη εικόνα και στο ιστορικό βάθος· ας μη λησμονούμε όμως ότι το Κραχ του 2008 δεν συνέβη επειδή κάποιες κυβερνήσεις υπερρύθμισαν τις αγορές, αλλά για το ακριβώς αντίστροφο: επειδή επέτρεψαν την πλήρη απορρύθμιση. Κι όταν οι απορρυθμισμένες φούσκες έσκασαν, τα κράτη ―δηλαδή η πολιτική δια του πλούτου των εθνών― έσπευσαν να καλύψουν τις αγορές και τους άπληστους παίκτες, να διορθώσουν, να επαναφέρουν.

Εξι χρόνια αργότερα, οι χρηματαγορές, ενισχυμένες με κρατικούς ποταμούς ρευστότητας, εξακολουθούν το άγριο κερδοσκοπικό τους σαφάρι, και εξακολουθούν να επιβάλλονται στα αδύναμα κράτη. Ισχύει αυτό για όλους; Και στον ίδιο βαθμό; Οχι. Ισχύει προφανώς για την τραυματισμένη Ευρώπη, που δεν έχει κατορθώσει ακόμη να συμφωνήσει σε μια αποτελεσματική πολιτική αντιμετώπισης της κρίσης· επιπλέον, αντί να αντιμετωπίσει την απορρύθμιση και να περιορίσει τη βουλιμία των αγορών, αντί να τονώσει τη ζήτηση και να προστατεύσει τους πολίτες από την ανεργία, περιορίζει τη δημοσιονομική ευελιξία και πνίγει την ανάπτυξη, πνίγοντας έτσι κράτη και λαούς. Αποτέλεσμα: η περιφέρεια της ευρωζώνης έσπασε πρώτη από μια κρίση ρευστότητας που εξελίχθηκε ταχύτατα σε κρίση χρέους, τώρα πλήττονται τα μεγάλα κράτη του πυρήνα, και όλοι μαζί βυθίζονται σε ύφεση και αποπληθωρισμό. Εντούτοις, ακόμη και τούτη την ώρα, η Ευρώπη δεν αλλάζει πορεία, παρότι είναι ο μεγάλος ασθενής του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος.

Οι ΗΠΑ, από την πλευρά τους, έχουν κατορθώσει να ανατάξουν τον εθνικό τους χώρο, να περιορίσουν το έλλειμμα στο 2,8% του ΑΕΠ, από το 10% προ κρίσης, και να περιορίσουν την ανεργία στο 5,9%, ιστορικό χαμηλό εξαετίας. Πώς; Με χαλάρωση, τυπώνοντας χρήμα και μηδενίζοντας τα επιτόκια της κεντρικής τράπεζας. Δηλαδή με πολιτική βούληση και πολιτική πράξη. Δεν είναι η τέλεια λύση, δεν υπάρχουν τέλειες λύσεις και ουσιοκρατία στην πολιτική, αλλά είναι μια λύση.

Εναν άλλο δρόμο για την Ευρώπη, υπενθύμισε προχθές με τον τρόπο του ο πρώην καγκελάριος Χέλμουντ Σμιτ, μιλώντας στο Αμβούργο κατά την ανακήρυξή του σε διδάκτορα της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ο υπερενενηντακοντούτης πολιτικός έχει ζήσει τον τρομερό 20ό αιώνα της Ευρώπης, γι’ αυτό εστίασε στην τρομερότερη όψη της κρίσης: «Θυμάμαι την ύφεση του 1929 και αρκετές ακόμη, γι’ αυτό ξέρω τι σημαίνει εκατομμύρια άνθρωποι να είναι άνεργοι ή ποιες είναι οι παραλυτικές επιπτώσεις της ανεργίας των νέων. Γι΄αυτό έχουμε σήμερα επείγουσα ανάγκη από ένα μεγάλο επενδυτικό πρόγραμμα στην Ευρωζώνη και την Ε.Ε… Απευθύνω έκκληση για ένα πολύ ισχυρότερο ποσοτό κρατικών επενδύσεων… Ούτως ή άλλως η δική μας οικονομία εξασφαλίζει εδώ και χρόνια τα μεγαύτερα πλεονάσματα, τα οποία όμως είναι ελλείμματα των εμπορικών μας εταίρων».

Ο Χ. Σμιτ δεν συμφωνούσε με την ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωζώνη, δεν το έχει κρύψει. Απέναντι όμως στην διαμορφωμένη κατάσταση, την κρίση που απειλεί πλέον με πολιτική και κοινωνική ρευστοποίηση τα κράτη της Ευρωζώνης, εκτός και εντός πυρήνα, προτείνει την επαναφορά της πολιτικής, της σωφροσύνης, ενός πραγματισμού δικαιωμένου από την ιστορία, παλαιότερη και πρόσφατη.

Η διαδικασία ψήφου εμπιστοσύνης προς την κυβέρνηση δίνει αφορμή για παρατηρήσεις. Καταρχάς, η προκληθείσα ψηφοφορία τελείται όχι τόσο για άντληση εμπιστοσύνης όσο για άντληση πολιτικού χρόνου και για βολιδοσκόπηση προθέσεων των πολυπληθών ανεξαρτήτων εν όψει εκλογής προέδρου. Οι ανεξάρτητοι βουλευτές, διαγραμμένοι ή αποχωρήσαντες από κόμματα, 23 συνολικά, είναι ένα από τα αξιοσημείωτα της παρούσας Βουλής: ουδέποτε στην 40χρονη μεταπολιτευτική ιστορία ήταν τόσο πολλοί! Σημείο κι αυτό της αποσάθρωσης του παλαιού συστήματος και του συνολικού μετασχηματισμού.

Οι ανεξάρτητοι, μαζί με βουλευτές κομμάτων που μάλλον δεν θα υπερβούν το εκλογικό όριο, αλλά και με βουλευτές του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ, τα οποία θα έχουν πολύ λιγότερες έδρες από το 2012, όλοι μαζί αγωνιούν για το πολιτικό τους μέλλον. Φέρουν πολλαπλά βάρη: έχουν ψηφίσει σκληρούς νόμους που τους φέρνουν αντιμέτωπους με τους ψηφοφόρους τους, βρίσκονται σε κόμματα σε τροχιά ήττας, είναι μετέωροι, βλέπουν τη ραγδαία φθορά και αντιλαμβάνονται ότι η επανεκλογή θα είναι δυσχερής ή απίθανη. Οι περισσότεροι δεν επιθυμούν εκλογές. Αναμενόμενο: Κανείς βουλευτής δεν επιθυμεί πρόωρες εκλογές, μας έλεγε έμπειρος πολιτικός ηγέτης σε ανύποπτο χρόνο.

Από αυτούς τους απρόθυμους και αγωνιώντες παράγεται αίφνης μια ρηξικέλευθη πολιτική πρόταση: να συγκροτηθεί κυβέρνηση ειδικού σκοπού, με σύμπραξη της συμπολίτευσης και της αντιπολίτευσης, ακόμη και με εναλλασσόμενο πρωθυπουργό, για τη ρύθμιση του χρέους. Ουσιαστικά προτείνουν επανάληψη της κυβέρνησης Παπαδήμου, την οποία επαίρεται ότι προκάλεσε ο αλησμόνητος ηγέτης ειδικού σκοπού Γιώργος Καρατζαφέρης, του μετέπειτα εξατμισθέντος και αφομοιωθέντος ΛΑΟΣ, με ειδικό σκοπό το αιματηρό κούρεμα και την υπαγωγή του νέου χρέους υπό βρετανικό δίκαιο, και κατάληξη τις διπλές εκλογές του 2012.

Η συγκυρία είναι εντελώς διαφορετική. Το πολιτικό τοπίο έχει μετασχηματιστεί βαθιά και θα συνεχίσει να αλλάζει. Το ίδιο και περισσότερο, η κοινωνία. Τέτοιας τάξεως ιστορικοί μετασχηματισμοί δεν αντιμετωπίζονται με ειδικούς χειρισμούς σε καφενεία και περιστύλια.

Oι συνεχιζόμενες μάχες στο Κομπάνι, μεταξύ των Κούρδων υπερασπιστών του και των υπέρτερων δυνάμεων του Ισλαμικού Κράτους, παρακολουθούνται με κομμένη την ανάσα όχι μόνο από τους απανταχού Κούρδους αλλά και από τις μακρινές χώρες της Δύσης: είναι τόσο μεγάλη η γεωπολιτική σημασία των συρράξεων και της ρευστοποίησης της ώς τώρα γνωστής γεωγραφίας.

Ο,τι ξεκίνησε ως ανοχή και επικούρηση στο τζιχαντικό αντάρτικο για ανατροπή του καθεστώτος Ασαντ, έχει εξελιχθεί στον εφιάλτη του χαλιφάτου. Είναι γνωστή πλέον η πολύμορφη υποστήριξη προς τους τζιχαντιστές του συριακού μετώπου, από τα κεφάλαια της Σαουδικής Αραβίας και του Κατάρ, από την παροχή οδών πρόσβασης και ανεφοδιασμού εκ μέρους της Τουρκίας, από την ανοχή ή και τις πληροφορίες που πρόσφεραν δυτικές δυνάμεις ― ο καθείς για το δικό του, ξεχωριστό όφελος. Μόνο την υστάτη στιγμή, με συνεννόηση των ηγετών ΗΠΑ και Ρωσίας, απευφεύχθη η στρατιωτική επέμβαση εναντίον της Συρίας, με αφορμή τα χημικά όπλα του καθεστώτος.

Εντούτοις ακόμη και εκείνη η σύγκλιση, που την ακολούθησε η ιστορική προεσέγγιση Ουάσιγκτον-Τεχεράνης, φαίνεται ότι ήλθε αργά. Οι τζιχαντιστές του συριακού μετώπου χειραφετήθηκαν και αυτονομήθηκαν, όπως είχαν πράξει προ δεκαετιών οι μουτζαχεντίν του Αφγανιστάν: αφού ενισχύθηκαν, σχεδόν συγκροτήθηκαν, από τις ΗΠΑ για να πολεμήσουν την ΕΣΣΔ, αυτοί αυτονομήθηκαν και ίδρυσαν το ισλαμικό κράτος των ταλιμπάν. Αυτό ακριβώς το κράτος το οποίο οι ΗΠΑ ανακήρυξαν μέρος του άξονα του Κακού και έστειλαν στρατεύματά τους να πολεμήσουν τους πρώην προστατευόμενους.

Πρόκειται για το φαινόμενο της ετερογονίας των σκοπών, κατά την φιλοσοφία, ή για το φαινόμενο της υποστροφής, το blowback, κατά την ορολογία των υπηρεσιών πληροφοριών, για το οποίο προειδοποιούσε ο περίφημος Ελληνοαμερικανός πράκτορας της CIA, Γκαστ Αβράκωτος, στο τέλος του βιβλίου «Charlie Wilson’s War: The Extraordinary Story of the Largest Covert Operation in History», στο οποίο περιγράφεται αναλυτικά η επιχείρηση διείσδυσης στους μουτζαχεντίν.

Τώρα, αντιστοίχως, χρηματοδότες, σχεδιαστές και χρήστες των τζιχαντιστών προσπαθούν να ελέγξουν αυτή την παράφρονα μεταβλητή που οι ίδιοι απελευθέρωσαν. Μια υπόθεση όχι ιδιαίτερα εύκολη, στο μέτρο προ πάντων που οι Αμερικανοί και άλλοι Δυτικοί δεν επιθυμούν να εμπλακούν με χερσαίες δυνάμεις, όπως τα περασμένα χρόνια στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν. Μετά την κατάρρευση του καθεστώτος Ασαντ, η μόνη δύναμη που απέμεινε να αντιμετωπίσει τους εμπειροπόλεμους μαχητές του ISIS είναι οι Κούρδοι του Ιράκ και της Συρίας, πλην όμως είναι ολιγάριθμοι και ανεπαρκώς εξοπλισμένοι. Το σημαντικότερο: κομβικό ρόλο στην καταστολή του ISIS καλείται να παίξει η Τουρκία, η οποία έως και τώρα εξακολουθεί να το διευκολύνει, αποβλέποντας στην εξόντωση των Κούρδων και στην αποτροπή ίδρυσης κουρδικού κράτους στα νότια σύνορά της, αφενός, και στην οριστική συντριβή της Συρίας, αφετέρου.

Η Τουρκία γνωρίζει ιστορικά πώς να επωφελείται από μια επαμφοτερίζουσα ουδετερότητα, και επιπλέον θεωρεί ότι μπορεί να ζητήσει και να λάβει ανταλλάγματα στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής. Αυτό πράττει και τώρα, ωθώντας την υπομονή των Δυτικών στα όριά της. Η προκλητική παραβίαση της ΑΟΖ της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν είναι άσχετη με όσα διαδραματίζονται στο μεγάλο θέατρο του πολέμου στη μεθόριο Ιράκ, Συρίας, Τουρκίας. Υπό αυτή την έννοια, η Τουρκία του Ερντογάν ρισκάρει να υποστεί κι αυτή το φαινόμενο της υποστροφής-blowback. Σε κάθε περίπτωση, η Ελλάδα είναι υποχρεωμένη να παρακολουθεί στενά κάθε εξέλιξη και να είναι προετοιμασμένη για όλα.

Mετά την προεδρική εκλογή και την ανάδειξη του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στο ανώτατο αξίωμα, έχει γραφεί ότι ο ισχυρός άνδρας της Τουρκίας κατά τα τελευταία δώδεκα χρόνια εδραιώνεται ακόμη περισσότερο, φέρνοντας πια την πολιτειακή δομή στα μέτρα των προσωπικών φιλοδοξιών του. Η απευθείας εκλογή στο προεδρικό αξίωμα έδωσε πρωτοφανή πολιτική ισχύ και κύρος στον Ερντογάν, τέτοια που του επιτρέπουν να συνεχίσει ακάθεκτος την ιδιότυπη μεταμόρφωση του τουρκικού κράτους, με ένα μείγμα αποκεμαλοποίησης και εξισλαμισμού.

Η επιλογή του, «υποτακτικού» και πάντως μη διαθέτοντος αυτόνομη πολιτική υπόσταση, Αχμέτ Νταβούτογλου για τη θέση του πρωθυπουργού είναι ενδεικτική των μακροπρόθεσμων σχεδίων του Ερντογάν. Ο μοναδικός ηγέτης μακροπρόθεσμα θα είναι ο Πρόεδρος, κατά το αμερικανικό μοντέλο, ακόμη κι αν χρειαστεί αλλαγή του ισχύοντος Συντάγματος.

Οπως σημειώνουν γνώστες της τουρκικής πολιτικής σκηνής, ο Ερντογάν μεταφέρει όλους τους πολιτικούς αντιπάλους του σε ένα πεδίο αντιπαράθεσης που είναι ισλαμικό. Ωθεί τον πρώην πανίσχυρο σύμμαχό του και νυν αντίπαλο, τον Φετουλάχ Γκιουλέν, σε θέση αντιπολιτευόμενου, αποκόπτοντάς τον συστηματικά από την κρατική εξουσία· ως εκ τούτου, στερεί από τον ισλαμιστή πνευματικό ηγέτη Γκιουλέν ζωτικό χώρο για να επεκτείνει την επιρροή του. Ο λαϊκός ισλαμισμός, στενά συνυφασμένος με τις πελατειακές-φεουδαρχικές δομές της τουρικής πολιτικής, θα είναι εφεξής προνομιακός χώρος του Ερντογάν. Ακόμη και οι κοσμικοί κεμαλιστές φλερτάρουν πλέον με τη λαϊκή εκδοχή ισλαμισμού, όπως την έχει επιβάλει ο Πρόεδρος.

Η πολιτική ολοκλήρωση του ερντογανισμού δεν μπορεί βέβαια να προχωρήσει ερήμην των εξελίξεων στο εξωτερικό της χώρας. Και η Τουρκία βρίσκεται στην θερμότερη περιοχή του πλανήτη, εκεί όπου το Ισλάμ δεν έχει τα χαρακτηριστικά του νεοοθωμανικού ερντογανισμού, αλλά υπό τη μορφή του ISIS συνιστά την παράφρονα μεταβλητή για το παγκόσμιο σύστημα. H Toυρκία αρχικά υποστήριξε πολλαπλώς τις δυνάμεις των τζιχαντιστών ατάκτων που επετίθεντο στο καθεστώς Ασαντ της Συρίας. Τώρα όμως που οι άτακτοι μεταλλάχθηκαν σε δύναμη που ελέγχει εδάφη, πετρελαιοπηγές, διυλιστήρια και σουνιτικούς πληθυσμούς στο Ιράκ, και πολεμά οτιδήποτε βρίσκει στον δρόμο του, η Τουρκία υποχρεώνεται να αλλάξει στάση. Το κυριότερο, βλέπει να ιδρύεται ένα κράτος Κούρδων στο βόρειο Ιράκ, με την υποστήριξη σύσσωμης της Δύσης, για να αναχαιτίσει τους τζιχαντιστές, το οποίο φαίνεται ότι θα παίξει καταλυτικό ρόλο για τες απελευθερωτικές και αυτονομιστικές επιδιώξεις των Κούρδων σε όλη την περιοχή: Συρία, Ιράν και φυσικά Τουρκία, όπου βρίσκεται πολυπληθές και ισχυρό κουρδικό στοιχείο.

Η ρευστότητα στα νοτιοανατολικά σύνορά της πιθανότατα θα επηρεάσει τη στάση της Τουρκίας και σε άλλα μέτωπα, διμερή και γειτονίας. Οπως ακριβώς μοχλεύεται από τους Κούρδους, πιθανόν να επιχειρήσει να μοχλεύσει αυτονομιστικές τάσεις σε περιοχές των Βαλκανίων με μουσουλμανικές ή τουρκόφωνες μειονότητες. Για αντίβαρο στις έσωθεν και έξωθεν πιέσεις ανατολικά, αλλά και σαν μια εναλλακτική οδό τροφοδότησης του νεοοθωμανικού οράματος του Ερντογάν, προτού ξεφτίσει.

Οι πρώτες ενδείξεις της εκ ρευστότητας αδιαλλαξίας φανερώνονται στην Κύπρο. Η προκλητική τουρκική παρέμβαση στην ΑΟΖ της Κυπριακής Δημοκρατίας, με αφορμή τις εν προόδω γεωτρήσεις για φυσικό άεριο, εντάσσεται σε αυτό το αναμενόμενο πλαίσιο αντιδράσεων. Η Τουρκία του Ερντογάν αναδιπλώνεται τσαλακωμένη στη Μέση Ανατολή, όπου δεν πέτυχε διπλωματικά ή γεωπολιτικά κέρδη, πλην των οικονομικών κερδών που προσπορίζεται η ολιγαρχία της, και στρέφεται επιθετικά προς δυσμάς: τώρα στη Μεσόγειο, κατόπιν ίσως στα Βαλκάνια. Η Τουρκία φαίνεται έτοιμη για θερμά παίγνια.

H αποσαφήνιση των σχεδίων της ευρωζώνης για την Ελλάδα δεν ήρθε δια της πολιτικής οδού, από τις Βρυξέλες ή κάποια ευρωπαϊκή πρωτεύουσα, αλλά από την κεφαλή του Ευρωσυστήματος, τον Μάριο Ντράγκι. Ο πρόεδρος της ΕΚΤ διευκρίνισε ότι για να περιληφθούν οι ελληνικές τράπεζες στο διετές πρόγραμμα χορήγησης ρευστότητας, έναντι καλυμμένων ομολόγων και τιτλοποιημένων δανείων, η χώρα θα πρέπει να βρίσκεται σε πρόγραμμα προσαρμογής ή υπό επιτήρηση.

Είναι εύκολα αντιληπτό ότι οι προϋποθέσεις που θέτει η ΕΚΤ συμβαδίζουν με τη βούληση των Βρυξελών και του Βερολίνου για τον βαθμό ελευθερίας που θα έχει εφεξής οποιαδήποτε ελληνική κυβέρνηση κατά τη χάραξη και εφαρμογή οικονομικής και συνεκδοχικά παραγωγικής και κοινωνικής πολιτικής.

Είναι φανερό ότι οι εταίροι-δανειστές δεν εμπιστεύονται την Ελλάδα, ακόμη και μετά την επίπονη εφαρμογή του υπερτετραετούς προγράμματος προσαρμογής. Η Ελλάδα θα παραμείνει στο ευρωσύστημα, αλλά με αυστηρά ελεγχόμενες και περιορισμένες εισροές, τραπεζικές και κοινοτικές, τέτοιες που να επιτρέπουν στη χώρα να μη σβήσει, αλλά που μάλλον δεν θα της επιτρέπουν να ανακάμψει, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα.

Σημειώνουμε ότι οι ελληνικές τράπεζες διαθέτουν τιτλοποιημένα δάνεια ύψους περίπου 44 δισ. ευρώ, ενώ το εγκριθέν ΕΣΠΑ 2014-2010 ανέρχεται σε 26 δισ. ευρώ. Με τους πόρους αυτούς, και τα κεφάλαια που μπορούν να μοχλευθούν επιπλέον, η ανάκαμψη και η παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας φαίνεται δυνατή.

Το κρίσιμο ερώτημα που εγείρεται τώρα είναι: Η Ευρώπη επιθυμεί ανάκαμψη της Ελλάδας σε εύλογο χρόνο; Προς ποια κατεύθυνση; Με ποιο τίμημα; Δύσκολη η απάντηση. Εξαρτάται από τις εξελίξεις σε Γαλλία και Ιταλία και στο άτυπο μέτωπο Ολάντ-Ρέντσι κατά Βερολίνου, εξαρτάται από τις κατευθύνσεις της έκτακτης συνόδου κορυφής στις 8 του μηνός, δηλαδή από τη ρευστή ισορροπία στον πυρήνα της ευρωζώνης. Και από τις πολιτικές εξελίξεις στο εσωτερικό της χώρας.

H ψήφος εμπιστοσύνης που ζητεί η κυβέρνηση από το Βουλή απασχολεί ευλόγως τον Τύπο, αλλά για να θέσουμε το γεγονός στις πραγματικές διαστάσεις του, ας πισωπατήσουμε, να το εντάξουμε σε ευρύτερη προοπτική. Η κίνηση της κυβέρνησης είναι τακτικής φύσεως· αναζητεί χρόνο και χώρο, ενώπιον μιας διαπιστωμένης στασιμότητας. Η στασιμότητα αφορά το εφαρμοζόμενο πρόγραμμα προσαρμογής: παρατηρούμε κόπωση του πολιτικού συστήματος και του κοινωνικού σώματος. Κατ’ ακρίβειαν, εξάντληση.

Οι ουρές των σιωπηλών, κατηφών πολιτών στις τράπεζες, στην αρχή της εβδομάδος, για πληρωμή του φόρου εισοδήματος και του ΕΝΦΙΑ, δίνουν μια εικόνα για τα όρια του προγράμματος προσαρμογής. Τεσσερήμισι χρόνια από την έναρξη της προσαρμογής, η εμπειρία του ελληνικού πληθυσμού είναι η διαρκής απομείωση των εισοδημάτων και των περιουσιών, χωρίς καμία προσπάθεια παραλλήλως να παραχθεί νέος πλούτος. Ως εκ τούτου, η προσαρμογή, ακόμη και στις εξυγιαντικές της όψεις, βιώνεται συνολικά ως συρρίκνωση και καταστροφή. Κανείς δεν βλέπει μια ευτυχή κατάληξη, ούτε καν μια δυσχερή διέξοδο.

Η πολιτική αστάθεια καταδεικνύει μέρος μόνον της εσωτερικής αστάθειας που διατρέχει την ελληνική κοινωνία. Μάλλον, ένα σχίσμα: Η ζωή προ κρίσης έχει σφραγιστεί από την ενοχή, και εν πάση περιπτώσει τείνει να ξεχαστεί. Η ζωή μέσα στην κρίση είναι αφόρητη μες στην αβεβαιότητά της. Η ζωή μετά την κρίση παραμένει ασύλληπτη, αδιανόητη.

Σε δημόσια συζήτηση αυτή την εβδομάδα, ετέθη το ερώτημα: Αξίζαμε τη ζωή που είχαμε προ κρίσης; Η απάντηση δεν είναι εύκολη. Πράγματι μεγάλο μέρος από την ευημερία των χρόνων του 1990 και του 2000 οφείλετο στην πιστωτική επέκταση και την έκρηξη του καταναλωτισμού. Το ερώτημα όμως, έτσι διατυπωμένο, εσωτερικεύει την ενοχή, είναι δηλαδή μια ψυχολογική, ηθικιστική προσέγγιση: τότε η ύβρις, τώρα η νέμεσις. Μα έτσι παραλείπονται από την εξέταση οι ιστορικές και πολιτικές παράμετροι, οι συσχετισμοί ισχύος, οι μηχανισμοί επιρροής.
Το ερώτημα άρα προκαλεί αναπόφευκτα το σύστοιχό του: Αξίζουμε τη ζωή της κρίσης; Μια απάντηση: Δεν αξίζουμε την παρούσα ζωή της κρίσης, όχι μόνο για την πενία, αλλά για την ασυμμετρία και την αδικία, για την αναξιοπρέπεια που την χαρακτηρίζουν, και πάνω απ’ όλα για την έλλειψη προοπτικής.

Η προοπτική είναι το μέγα ζητούμενο. Σε έδαφος δημογραφικού μαρασμού και διαρκούς απώλειας ανθρώπινου δυναμικού, οποιοδήποτε πολιτικό σχέδιο πρέπει να πείσει πρωτίστως ότι προτείνει μια οδό απεμπλοκής, όσο στενή και επώδυνη, ότι προτείνει μια πορεία για να μη χαθεί οριστικά μια γενιά.

Ας το δούμε: τώρα αρχίζει η δυσκολότερη φάση, ίσως η πιο επώδυνη, διότι εν τω μεταξύ έχουν δαπανηθεί πόροι, αποταμιεύσεις, προσδοκίες, ψυχικά αποθέματα. Και θα είναι φάση μακρά, πολυκύμαντη, με ανατροπές που δεν μπορούν καν να προβλεφθούν. Αλλωστε ποιος μπορούσε να προβλέψει τη σημερινή Ελλάδα το 2009 ή το 2010; Ούτε καν το 2011.

Η σκληρή προηγούμενη περίοδος δεν αφήνει ωστόσο μόνο ήττες και ερείπια, εφήνει και θετικά στοιχεία, πολύτιμα για όσους θέλουν και μπορούν να τα συγκομίσουν: είναι η βαθύτερη επίγνωση των μηχανισμών της κρίσης, των απολεσθεισών ευκαιριών, των αδυναμιών που μπορούν να θεραπευθούν, των λανθανουσών δυνατοτήτων, τέλος, μια οδυνηρή πλην ανανεωμένη επίγνωση των ιδιαίτερων ταυτοτικών χαρακτηριστικών. Τίποτε δεν τελειώνει:

We must be still and still moving
Into another intensity
For a further union, a deeper communion
Through the dark cold and empty desolation,
The wave cry, the wind cry, the vast waters
Of the petrel and the porpoise. In my end is my beginning.
(Τ. S. Eliot, «East Coker», από τα «The Four Quartets»)

Παρότι η τρέχουσα ειδησεογραφία μονοπωλείται από την επίσκεψη της τρόικας και την, όπως πάντα, επώδυνη υπενθύμιση για τις μνημονιακές υποχρεώσεις, τα προαπαιτούμενα και τα ισοδύναμα, η πιο ενδιαφέρουσα συζήτηση έχει αρχίσει να διεξάγεται γύρω από δύο άλλα θέματα, μετατροϊκανά και μεταμνημονιακά: τη ρύθμιση του χρέους και την οικονομική ανασυγκρότηση.

Για τη ρύθμιση του χρέους ακούγονται ήδη πολλές προτάσεις, και όλες συγκλίνουν σε έναν σκοπό: πώς θα διαμορφωθεί ένα ρεαλιστικό τοκοχρεωλύσιο, τέτοιο που θα καταφέρει να το εξυπηρετεί η ελληνική οικονομία, η βαριά πληγωμένη από την εξαετή ύφεση και την φονική ανεργία. Τέτοιο που να μη στερεί από την κοινωνία τους απαραίτητους πόρους για την αναπαραγωγή της και βέβαια για την κατεπείγουσα πια ανασυγκρότηση.

Υπό αυτή την έννοια, ο τρόπος ρύθμισης του χρέους είναι ούτως ειπείν τεχνικό ζήτημα· το αιτούμενο αποτέλεσμα όμως είναι πολιτικό: να μπορέσει η χώρα να επιβιώσει όχι ως αποικία χρέους, με κοινωνική και δημογραφική αφυδάτωση, αλλά να ανακτήσει τις προϋποθέσεις ανάπτυξης. Η χρονική επιμήκυνση, η σταθεροποίηση των χαμηλών επιτοκίων, η απομείωση των υψηλών επιτοκίων, η απόσυρση χρέους από την ΕΚΤ, το μορατόριουμ πληρωμής τόκων για ένα κρίσιμο διάστημα, όλα τα τέτοια εργαλεία συντείνουν στο ουσιαστικό κούρεμα του χρέους, το καθιστούν εξυπηρετήσιμο χωρίς να κουρεύουν τις δυνατότητες επιβίωσης όπως συμβαίνει τώρα.

Ακόμη όμως και η ευνοϊκότερη ρύθμιση χρέους, δεν είναι αρκετή για την ανάταξη. Πάλι η πολιτική βούληση και το στρατηγικό σχέδιο παίζουν τον πρωταρχικό ρόλο, σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο. Για να ξεκολλήσει η χώρα από το πρωτοφανές υφεσιακό τέλμα απαιτείται ένα αναπτυξιακό σοκ, τέτοιο που καταρχάς μόνο το κράτος μπορεί να προκαλέσει. Για να το προκαλέσει όμως χρειάζεται ρευστότητα, ροή κεφαλαίων, κυρίως από ευρωπαϊκούς πόρους, εφόσον η χώρα και είναι στεγνωμένη και φυσικά δεν διαθέτει δικό της νόμισμα. Αυτή η ρευστότητα μπορεί να εξασφαλιστεί μέσω των ποικίλων κοινοτικών χρηματοδοτικών προγραμμάτων (το ΕΣΠΑ είναι ένα από αυτά), της ποσοτικής χαλάρωσης που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, πιστώσεων της Ευρωπαϊκής Επενδύσεων. Ακόμη και οι αντιρρήσεις της Γερμανίας θα καμφθούν αν η Ελλάδα έχει πειστικές προτάσεις για την ανασυγκρότησή της.

Εδώ, δύο ερωτήματα. Πρώτον, αν η Ελλάδα έχει πράγματι να προτείνει πολλές και πειστικές προτάσεις άξιες να χρηματοδοτηθούν. Η απάντηση οφείλει να παραχθεί από τους Ελληνες.

Δεύτερον, ποιος είναι ο λυσιτελέστερος τρόπος για την ένεση ρευστότητας και το αναπτυξιακό σοκ. Φαίνεται ότι οι συμβατικοί τρόποι μεταβίβασης ρευστότητας δεν λειτουργούν. Ιδίως στην ελληνική περίπτωση, όπου ίσως πρέπει να λειτουργήσει μια οικονομία πολέμου, η ρευστότητα δεν μπορεί να χάνεται σε περίπλοκους λαβύρινθους, μεταξύ κοινοτικών, εθνικών και τραπεζικών γραφειοκρατιών. Το χρήμα πρέπει να φτάσει γρήγορα και αδιαμεσολάβητα στους παραγωγούς, τις επιχειρήσεις και τους πολίτες, παρακάμπτοντας τις εμπορικές τράπεζες. Η ιδέα ξεκινά από τον Κέινς, που πρότεινε να αποτίθενται χρήματα σε στοές ορυχείων, και τον Φρίντμαν, που φαντάστηκε ελικόπτερα να ρίχνουν χρήματα, και ωριμάζει με τον ‘Helicopter’ Μπεν Μπερνάνκι που μηδένισε τα επιτόκια της Fed. Εφαρμόστηκε εν μέρει από την Αυστραλία. Και με άλλα λόγια υποστηρίζεται από διαφορετικούς μεταξύ τους οικονομολόγους και κεντρικούς τραπεζίτες. Το περασμένο καλοκαίρι η έγκριτη επιθεώρηση Foreign Affairs φιλοξένησε σχετική μελέτη για την άμεση μεταβίβαση ρευστότητας («Print Less but Transfer More: Why Central Banks Should Give Money Directly to the People»).

Απομένει να δούμε, πρώτον, αν είναι έτοιμη η Ευρώπη για τέτοια μεταφορά πόρων. Και κυρίως να δούμε τον ελληνικό πολιτικό σχηματισμό να διαχειρίζεται λυσιτελώς μια τέτοια πρωτόγνωρη ένεση ρευστότητας. Αυτά, ναι, είναι μεταρρυθμίσεις.

Οι κυβερνητικές ηγεσίες, εντός και εκτός Ελλάδος, διαβεβαιώνουν ότι η Ελλάδα ολοκληρώνει επιτυχώς το πρόγραμμα σταθεροποίησης, βγαίνει από την επιτήρηση του μνημονίου και θα αναζητήσει χρηματοδότηση από τις αγορές. Φανερά τουλάχιστον, αυτό λέγεται. Ευλόγως. Η ελληνική κυβέρνηση έχει τους δικούς της λόγους: οφείλει να διακηρύξει την επιτυχία της κατά την εκτέλεση του προγράμματος, μήπως και αποκομίσει πολιτικό όφελος. Το Βερολίνο και οι Βρυξέλες υποστηρίζουν σταθερά τον πολιτικό πυρήνα του προγράμματος που οι ίδιοι επινόησαν, άρα έχουν κάθε λόγο να διακηρύσσουν την επιτυχία του. Πολύ περισσότερο υπό την παρούσα συγκυρία: όταν η Ευρώπη περιδινίζεται γύρω από την κρίση της Γαλλίας και της Ιταλίας, των μεγάλων χωρών-πυλώνων, και όχι γύρω από το περιβόητο «ελληνικό πρόβλημα». Οταν η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα χαράσσει τη δική της νομισματική πολιτική, προκαλώντας φανερά τη δυσαρέσκεια του Βερολίνου. Και όταν οι γεωπολιτικές αναταράξεις στην ευρωπαϊκή μεθόριο και, κατά κύριο λόγο, στη Μέση Ανατολή, επιβαρύνουν όχι μόνο τη στασιμότητα και την ύφεση στην ευρωπαϊκή ήπειρο, αλλά και την ειρήνη στην μείζονα περιοχή.

Το ελληνικό πρόβλημα άρα μπαίνει διακριτικά κάτω από το χαλί των καλών λόγων, για να κερδηθεί χρόνος. Χρόνος για να διευθετηθούν τα προβλήματα της Γαλλίας και της Ιταλίας, χρόνος για να διεξαχθούν τα κρίσιμα stress tests των συστημικών τραπεζών της ευρωζώνης, χρόνος για να αρχίσουν να αποδίδουν τα μέτρα ποσοτικής χαλάρωσης του κεντρικού τραπεζίτη Μάριο Ντράγκι. Χρόνος επίσης για να ξεκαθαρίσει το πολιτικό τοπίο στην Ελλάδα: οι Ευρωπαίοι βλέπουν ότι η παρούσα δικομματική κυβέρνηση εξασθενεί σταδιακά και ότι είναι πολύ πιθανή, έως την άνοιξη, μια εκλογική αναμέτρηση που μπορεί να οδηγήσει σε άλλο κυβερνητικό σχήμα. Ευλόγως, δεν επιθυμούν να προχωρήσουν σε μακροχρόνιες συμφωνίες στρατηγικού χαρακτήρα με μια κυβέρνηση εν αποδρομή. Το προηγούμενο της επεισοδιακής πτώσης της κυβέρνησης Παπανδρέου το φθινόπωρο του 2011 και του σχηματισμού έκτακτης κυβέρνησης τεχνοκρατών, για την ολοκλήρωση του μνημονίου, είναι δύσκολο ή αδύνατον να επαναληφθεί. Το γνωρίζουν. Γνωρίζουν επίσης ότι η επόμενη εκλογική αναμέτρηση θα είναι κρίσιμη για τη σταθερότητα της χώρας και για την επιβαλλόμενη προσπάθειά της να αναδυθεί από το υφεσιακό σπιράλ και την κοινωνική αποσάθρωση.

Με αυτή την οπτική, μια ενδεχόμενη πολιτική στροφή θα μπορούσε να γίνει ανεκτή. Υπό δύο όρους: Ενας, να συνεχιστεί η ομαλή αποπληρωμή των δανείων. Δύο, να μην ανατραπεί βιαίως η ακολουθούμενη πολιτική δημοσιονομικής πειθαρχίας, δημιουργώντας προηγούμενο «απείθειας». Στον πρώτο όρο συμφωνούν όλοι οι δανειστές. Στον δεύτερο όρο επιμένει με εντονότερο ζήλο η Γερμανία.

Ο πρώτος όρος προϋποθέτει μια ρύθμιση του χρέους· άλλωστε υπάρχει ρητή δέσμευση των εταίρων δανειστών περί αυτού, αν και χωρίς ποιοτικό προσδιορισμό. Η ρύθμιση του χρέους συζητείται πυρετωδώς στο παρασκήνιο και μια τουλάχιστον μορφή του δημοσιοποιείται διαρκώς: πρόκειται για την επιμήκυνση αποπληρωμής και τη σταθεροποίηση των ήδη χαμηλών επιτοκίων. Σε αυτά προστίθενται ως αιτήματα προς συζήτησιν το μορατόριουμ αποπληρωμής τόκων για ένα χρονικό διάστημα, η σύνδεση της αποπληρωμής με μια ρήτρα ανάπτυξης, και το μερικό κούρεμα. Ρύθμιση θα γίνει· κανείς δεν μπορεί να υποστηρίξει ότι η παρούσα Ελλάδα μπορεί να εξυπηρετεί το γιγάντιο χρέος της υπερφορολογώντας τους πολίτες και παράγοντας πλεονάσματα πάνω σε έδαφος ύφεσης, ανεργίας και αποεπένδυσης. Το ζήτημα είναι λοιπόν τι είδους ρύθμιση χρέους θα γίνει ώστε να επιτραπεί στην Ελλάδα να μπει σε ρυθμούς ανάπτυξης και ανασυγκρότησης της οικονομίας της. Εδώ, υπεισέρχεται ο δεύτερος όρος: πώς θα συνυπάρξουν δημοσιονομική πειθαρχία και ανάπτυξη.

Η καγκελάριος Μέρκελ διακριτικά, αλλά και πολλοί άλλοι παράγοντες πιο ανοιχτά, αναγνωρίζουν ότι χρειάζεται επειγόντως ένα αναπτυξιακό σοκ για να αποκολληθεί η οικονομία από το υφεσιακό τέλμα, αφενός, και για να ξαναβρεί συνοχή και δυνάμεις η κοινωνία. Αυτό είναι το κλειδί. Κι εδώ ξαναμπαίνει η πολιτική βούληση και το πολιτικό σχέδιο. Με ποιους πόρους, ποια στρατηγική, προς ποία κατεύθυνση, με ποια ηγεσία, θα επιχειρηθεί η ανασυγκρότηση της πληγωμένης χώρας;

Η γερμανική πρόταση για ανάπτυξη έως τώρα ήταν η συμμετοχή της κρατικής KfW στη δημιουργία του Ελληνικού Επενδυτικού Ταμείου, με έδρα το Λουξεμβούργο. H KfW συμμετέχει με 100 εκατ. ευρώ στο συνολικό κεφάλιο των 700 εκατ. του ταμείου… Αλλοι συμμέτοχοι είναι το Ελληνικό Δημόσιο, το γαλλικό Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, η Ευρωπαϊκή Τραπεζα Επενδύσεων, το Ιδρυμα Ωνάση, ενώ προβέλεπται η εισροή κονδυλίων από τα ελληνικά ΕΣΠΑ. Για να αντιληφθούμε το μέγεθος του ΕΕΤ αναφέρουμε ότι το ΕΤΕΑΝ (Εθνικό Ταμείο Επιχειρηματικότητας και Ανάπτυξης) διαθέτει κεφάλαια 1 δισ. ευρώ και έχει διαθέσει ήδη 700 εκατ. χωρίς να έχει ανασχέσει τη ραγδαία καταστροφή των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Αλλοι ουδέτεροι αναλυτές υπολογίζουν ότι για το ελληνικό αναπτυξιακό σοκ απαιτούνται συνολικά κεφάλαια έως 50-60 δισ., σχηματιζόμενα από αρχικές συνεισφορές και μοχλεύσεις κεφαλαίων.

Με λίγα λόγια: Ποιος θα είναι υπεύθυνος για τον στρατηγικό σχεδιασμό και την εφαρμογή ενός προγράμματος ανάπτυξης και παραγωγικής ανασυγκρότησης; Αυτό είναι ένα κρίσιμο ερώτημα για το άμεσο μέλλον. Και είναι πολιτικό ερώτημα, που απαιτεί πολιτική απάντηση, δημοκρατική λειτουργία, προσήλωση στο εθνικό συμφέρον. Από την απάντηση θα εξαρτηθεί η πορεία της οικονομίας και της κοινωνίας, είτε προς την πρόοδο και την κοινωνική δικαιοσύνη είτε προς πολλαπλές αποκλίσεις και αποκλεισμούς.

Οι Ελληνες έχουν υποφέρει πολλά, τα τελευταία χρόνια. Η πτώχευση, η οικονομική εξασθένηση των νοικοκυριών είναι ασφαλώς το πρώτο που έρχεται στον νου. Αλλά σταδιακά αντιλαμβανόμαστε ότι τα χειρότερα βάσανα ακολουθούν αυτήν τη διαρκή απειλή πενίας. Είναι η ανασφάλεια, η αδυναμία να προγραμματίσεις στοιχειωδώς τον βίο, η αδυναμία να προστατεύσεις τα ευπαθή άτομα του περιβάλλοντός σου, η αίσθηση ότι η αξιοπρέπεια συρρικνώνεται ή στην καλύτερη περίπτωση μετασχηματίζεται, ο φόβος για το μέλλον.

Ο φόβος είναι το χειρότερο μαρτύριο και ο χειρότερος σύμβουλος για ένα πλήθος ανθρώπων που υποφέρουν χωρίς να έχουν καταλάβει ακόμη πού έφταιξαν οι ίδιοι. Ο φόβος τρώει τα σωθικά των ανίσχυρων θυμάτων της κρίσης, παγώνει τον νου, τα βυθίζει στην απελπισία και την αυτοϋποτίμηση, τα βυθίζει στη μοιρολατρία· ο ίδιος φόβος παραλύει τις εναπομένουσες δυνάμεις, δεν τις αφήνει να εκδιπλωθούν για να ανασχέσουν και να ανασυγκροτήσουν. Ο φόβος λοιπόν. Αυτός πρέπει πρώτος να νικηθεί.

Είναι προφανές άρα ότι οι διασπορείς απειλών και προφητειών, οι σπορείς εκφοβισμού, πλήττουν ευθέως, ενσυνείδητα τους ήδη πληγωμένους και έμφοβους συμπολίτες τους, τρομοκρατούν την κοινωνία. Δεν μιλάμε για τον αναλυτή ή τον υπεύθυνο πολιτικό, που καταγράφουν τα πράγματι δυσμενή δεδομένα και εκτιμούν τις δυσκολίες· διότι η πραγματιστική ανάγνωση της δυσχερούς πραγματικότητας είναι το πρώτο αναγκαίο βήμα για την λυσιτελή αντιμετώπισή της· οδηγεί σε αγώνα, όχι σε πανικό και παραίτηση.

Μιλάμε για τους ανεύθυνους δημαγωγούς, τους τηλευαγγελιστές, τυχάρπαστους λαϊκιστές, κατ’ επάγγελμα αρριβίστες και πρόθυμους για όλα, που απαντούν στην αγωνία των συνανθρώπων τους με τρομολάγνες προφητείες. Ας μην τους ακούμε τέτοιους κήρυκες, ας τους δούμε μόνο στο πλαίσιο μιας κοινωνίας που αγωνίζεται να σταθεί όρθια, και θα τους δούμε τότε περιττούς και ανωφελείς, όπως και τον φόβο που εξαπολύουν.

Η παραίτηση του Ελληνα πρεσβευτή στο Βερολίνο, αμέσως μετά την επίσημη επίσκεψη του Ελληνα πρωθυπουργού στη Γερμανίδα καγκελάριο, δεν είναι σύμπτωμα ευρωστίας του ελληνικού κράτους. Δεν γνωρίζουμε τι αναφέρει στην επιστολή του προς την ηγεσία του υπουργείου Εξωτερικών ο παραιτηθείς πρέσβης, μπορούμε όμως να εικάσουμε ότι θα συντρέχει σοβαρότατος λόγος για να καταφύγει σε μια πράξη με τόσο βαρύ πολιτικό συμβολισμό. Μαθαίνουμε πάντως ότι ο πρέσβης δεν συμπεριελήφθη στην ελληνική αντιπροσωπεία που συνάντησε την καγκελάριο, κατά παράβασιν του πάγιου διπλωματικού ειωθότος, γεγονός που συνιστά απομείωση του κύρους του ως εκπροσώπου της Ελληνικής Δημοκρατίας στη γερμανική πρωτεύουσα εφεξής. Η λόγω ή έργω ταπείνωση ενός πρεσβευτή είναι ταπείνωση του ελληνικού κράτους. Αν λοιπόν υποθέσουμε ότι το κράτος δεν σέβεται τον πρεσβευτή που έχει ορίσει το ίδιο, πώς να τον σεβαστούν οι ξένοι;

Δεν μας ενδιάφερει το παρασκήνιο της παραίτησης. Οσα βλέπουμε στο εγχώριο προκήνιο είναι αρκετά για να μας βάλουν σε σκέψεις για την κατάσταση των θεσμών, για τον αυτοσεβασμό των αιρετών αξιωματούχων και των συμβούλων τους, για τον σεβασμό προς τους μόνιμους κρατικούς λειτουργούς, τον σεβασμό προς τους κανόνες και τα τηρούμενα πρωτόκολλα, και την εκ τούτων απορρέουσα αξίωση να σέβονται το ελληνικό κράτος οι διεθνείς συνομιλητές αλλά και οι διαρκώς παρατηρούντες πολίτες. Ο αιρετός άρχων φέρει την ισχύ της λαϊκής ψήφου, εκφράζει τη λαϊκή βούληση, έχει την ευθύνη των αποφάσεων και των πράξεών του, αλλά ταυτοχρόνως φέρει τη βαριά ευθύνη να υπηρετεί τους θεσμούς και όλους τους πολίτες διαχρονικά, όχι μόνο την εκλογική του πελατεία, όχι να πράττει κατά το προσωπικό του γούστο. Οι κυβερνήσεις έρχονται και παρέρχονται, η Ελληνική Δημοκρατία συνεχίζει.

Δυστυχώς η διαρκής και βαθιά κρίση των τελευταίων ετών έχει υπονομεύσει σε μεγάλη έκταση την έννοια του κρατικού αξιωματούχου, αιρετού ή μόνιμου, ο οποίος υπηρετεί πάνω απ’ όλα το εθνικό συμφέρον και τη δημοκρατική τάξη, και όχι το κομματικό ή προσωπικό συμφέρον, προσφέροντας ένα διαρκές παράδειγμα συνέχειας και σταθερότητας. Ολο και αραιότερα βλέπουμε από τους αξιωματούχους συνεπή και συνεκτική συμπεριφορά statesman, homme d’état. Στον λόγο, στις εκφράσεις, στη σύνολη συμπεριφορά, ανώτατοι πολιτικοί παράγοντες, εκπρόσωποι της κυβερνήσεως, του κοινοβουλίου, των κομμάτων, θυμίζουν δημαγωγούς καφενείου ή συνοικιακούς κομματάρχες, νταήδες φωνακλάδες σε πηγαδάκια, χαρακτήρες θεατρικής επιθεώρησης. Η τέτοια χύδην συμπεριφορά ίσως επιλέγεται επειδή θεωρείται λαϊκή, εύληπτη, δημοφιλής. Ισως. Εν τοιαύτη περιπτώσει, μιλάμε για κυνισμό. Υποψιαζόμαστε όμως ότι η λαϊκίζουσα χυδαιότης επιλέγεται ελλείψει άλλων προσόντων: άρθρωσης επιχειρημάτων, ικανότητας διαλόγου, παιδείας, πίστης σε αξίες και αρχές.

Η κρίση οδηγεί αφεύκτως σε αστάθεια, σε ανασφάλεια, σε κλονισμό. Τότε χρειάζεται, περισσότερο από ποτέ, η νηφαλιότητα και η γενναιότητα των πολιτικών, ο αυτοσεβασμός. Βλέπουμε το αντίθετο: Η έλλειψη δημοκρατικής αγωγής και πολιτικού ήθους υποκαθίσταται από βολονταρισμό, επιθετικότητα και ωμότητα, εκφράζεται ως παράκαμψη ή και περιφρόνηση του θεσμικού πλαισίου. Πιθανότατα συμβάλλει και μια προϊούσα αίσθηση απώλειας της ισχύος.

Η σοβαρότερη συνέπεια είναι η διάχυση της περιφρόνησης σε όλην την πολιτική κοινωνία, σε όλη τη δημόσια σφαίρα, είναι η γενίκευση της ασέβειας προς τους θεσμούς και ο κλονισμός της πίστης προς τη δημοκρατία. Κάπου εκεί επωάζεται ο έμπρακτος θαυμασμός του ούτως κατηχούμενου λαού προς διάφορους «αντισυστημικούς» μπράβους.

Τα διαδοχικά ταξίδια στο Βερολίνο, των πρωθυπουργών της μεγάλης Γαλλίας και της μικρής Ελλάδας, είναι ενδεικτικά του συσχετισμού ισχύος στην Ευρώπη. Και οι δύο πρωθυπουργοί σπεύδουν να ζητήσουν από τη Γερμανίδα καγκελάριο πολιτικό χρόνο και χαλάρωση· διαφορετικά βέβαια ο καθένας. Ο Γάλλος πιέζεται από τις νόρμες του Συμφώνου Δημοσιονομικής Σταθερότητας και την άνοδο της Μαρί Λεπέν, ο Ελληνας ασφυκτιά υπό το πολλαπλό βάρος της βίαιης δημοσιονομικής προσαρμογής, των σαρωτικών διαρθρωτικών αλλαγών, και κυρίως από την ασυγκράτητη ύφεση και ανεργία.

Η καγκελάριος Μέρκελ δεν θα πει στους κ. Βαλς και Σαμαρά, τουλάχιστον προς το παρόν, κάτι ουσιωδώς διαφορετικό από ό,τι διακήρυξε τις περασμένες ημέρες ο υπουργός της επί των Οικονομικών στο γερμανικό κοινοβούλιο. Ο Β. Σόιμπλε, παρουσιάζοντας το προσχέδιο προϋπολογισμού, υποστήριξε μεταξύ άλλων: «Ο,τι είναι καλό για τη Γερμανία, είναι καλό για την Ευρώπη» (όπου καλό είναι οι διαρκώς και καθολικώς ισοσκελισμένοι προϋπολογισμοί) και «πρέπει να σταματήσει η χρηματοδότηση της οικονομίας με δανεικά».

Η πρώτη δήλωση του κ. Σόιμπλε, αποσπασμένη από τον ισοσκελισμό, είναι ικανή να φουντώσει όχι μόνο το τυφλό, άλογο αντιγερμανικό μένος στους δοκιμαζόμενους πολίτες της ευρωζώνης, αλλά και το μίσος των πληττομένων πολιτών εναντίον της δημοκρατίας και της πολιτικής. Ο ακραία ουσιοκράτης κ. Σόιμπλε θεωρεί ότι όλοι οι άνθρωποι, σε όλους τους τόπους, υπό όλες τις περιστάσεις, πρέπει να υπακούουν στις ίδιες αμετάβλητες προσταγές. Η δεύτερη δήλωσή του δείχνει απλώς έναν πολιτικό που δεν μιλά ούτε ως πολιτικός ούτε ως οικονομολόγος, μιλά απλώς σαν ιεροκήρυκας, που κατέχει εξ αποκαλύψεως την μία και μοναδική αλήθεια και κανονίζει τον ιδεατό κόσμο, τον δικό του κόσμο, ερήμην της πραγματικής ζωής και των υλικών της προϋποθέσεων, ερήμην των περιπλοκών της οικονομίας και των απαιτούμενων ελιγμών.

Στην ουσιοκρατία, αν όχι ιδεοληψία, του κ. Σόιμπλε, απαντούν με πολλούς διαφορετικούς τρόπους πολιτικοί και οικονομολόγοι. Εν όψει της προετοιμασίας της συνόδου κορυφής του G20 τον Νοέμβριο, o Αμερικανός υπουργός Οικονομικών Τζακ Λιου απηύθηνε έκκληση προς την Ευρώπη και την Ιαπωνία να ενισχύσουν τη ζήτηση και την επιχειρηματική δραστηριότητα. Στη διάσκεψη πιθανότατα θα συμφωνηθεί μια χρηματοδοτική ενίσχυση της παγκόσμιας οικονομίας με 2 τρισ. δολάρια με άμεση επιδίωξη τη δημιουργία θέσεων εργασίας. Ο κ. Σόιμπλε αντιθέτως επιμένει ότι η εξυγίανση θα έρθει μόνο μέσω λιτότητας.

Ο πρόεδρος της ιταλικής Γερουσίας έχει άλλη άποψη: «Η λιτότητα με κάθε κόστος δεν είναι βιώσιμη», λέει ο Πιέτρο Γκράσο. Στην Ιταλία έχουν συγκεντρωθεί ήδη οι αναγκαίες 500.000 υπογραφές υπέρ της διεξαγωγής δημοψηφίσματος για τον τερματισμό της λιτότητας. Στους υπογράφοντες περιλαμβάνονται 54 βουλευτές του κυβερνώντος Δημοκρατικού Κόμματος.

Η επισφαλής ισορροπία των Ολάντ-Βαλς στη Γαλλία, η φυγή προς τα εμπρός του Μάριο Ρέντσι στην Ιταλία, η αστάθεια στην εξαντλημένη Ελλάδα, όλα συνηγορούν υπέρ μιας λελογισμένης απεμπλοκής της ευρωζώνης από την πάση θυσία λιτότητα. Προς το παρόν διαφωνεί η πλεονασματική και βραχυπρόθεσμα κερδισμένη Γερμανία. Εντούτοις, μπροστά μας βρίσκονται δύο μεγάλα ραντεβού: η ευρωπαϊκή διάσκεψη κορυφής για την απασχόληση και την ανάπτυξη, που έχουν ζητήσει οι Ρέντσι-Ολάντ, και η διάσκεψη του G20, όπου η βούληση των ΗΠΑ υπέρ της χαλάρωσης είναι δεδομένη. Για πόσο ακόμη η Γερμανία θα λέει όχι σε όλους και για όλα και με ποιο τίμημα;

Το δημοψήφισμα για την απόσχιση της Σκωτίας από το Ηνωμένο Βασίλειο κατέλαβε υψηλή θέση στη διεθνή δημοσιότητα λίγες ημέρες πριν τη διεξαγωγή του. Δικαίως: ενδεχόμενη απόσχιση της Σκωτίας θα ήταν καίριο πλήγμα στο γόητρο και την εναπομείνασα ισχύ του Ηνωμένου Βασιλείου, πρώτο μετά την τεράστια απομείωση που υπέστη μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο με τις, λίγο-πολύ, βίαιες ανεξαρτητοποιήσεις των πρώην αποικιών από την αυτοκρατορία.

Ανεξαρτήτως εκλογικού αποτελέσματος, η Σκωτία είναι βέβαιο ότι από σήμερα θα αλλάξει status: θα κυμαίνεται από την πλήρη ανεξαρτησία έως την πολύ διευρυμένη αυτονομία. Διότι, ακόμη κι αν δεν υπερισχύσει η ψήφος υπέρ της ανεξαρτητοποίησης, η κυβέρνηση του Ντέιβιντ Κάμερον και η ηγεσία του αντιπολιτευόμενου Εργατικού Κόμματος έχουν ήδη υποσχεθεί ειδικό καθεστώς προνομίων, φορολογικών, προνοιακών, διοικητικών. Και ακριβώς αυτά τα προνόμια πιθανόν να κρατήσουν αναμμένη τη φλόγα της ανεξαρτησίας. Πολύ περισσότερο, που η προνομιακή μεταχείριση της Σκωτίας θα υποδαυλίσει, υποδαυλίζει ήδη, ανάλογες απαιτήσεις από τα άλλα διακριτά μέρη του Ηνωμένου Βασιλείου, με πρώτη τη Βόρειο Ιρλανδία.

Η αυτονόμηση της Σκωτίας δεν αφορά μόνο τους 5,3 εκατομμύρια Σκωτσέζους. Οπως πολλά άλλα ανάλογα συμβάντα, δεν έχει μόνο τοπική-εθνική σημασία, αλλά προκαλεί γεωπολιτικές ανακατατάξεις ευρύτερης εμβέλειας. Καταρχάς, πολλαπλασιάζει το βάρος του δημοψηφίσματος του 2017, με το οποίο οι Βρετανοί θα αποφασίσουν αν θα αποσχιστούν από την Ευρωπαϊκή Ενωση. Προφανής αντίφαση, οφειλόμενη εν πολλοίς στον τυχοδιωκτισμό και την αλαζονεία των Οσμπορν και Κάμερον: ένα οιονεί διαιρεμένο κράτος θα αποφασίσει το 2017 αν επιθυμεί να παραμείνει ψυχικά διαιρεμένο και μονάχο, ένα νησί αποκομμένο από την ήπειρο, χωρίς θαλασσοκρατορία, χωρίς αποικίες, χωρίς στρατηγικό βάθος.

Αυτή η διάχυτη τάση αποσχίσεων και απομονωτισμού μάς αφορά ως Ευρωπαίους. Πώς θα διαμορφωθεί η ισορροπία στην Ευρώπη χωρίς ισχυρή και ενεργό Βρετανία; Δύσκολο να το φανταστούμε, στο μέτρο που οι νεότεροι χρόνοι σφραγίζονται από την ισορρροπία δυνάμεων μεταξύ Βρετανίας, Γαλλίας, Γερμανίας, Ρωσίας, και κατά τον 20ό αιώνα, μετά την πτώση των αυτοκρατοριών, με την αποφασιστική συμβολή των ΗΠΑ.

Μήπως βαδίζουμε προς μια Ευρώπη πολλών μικρών και αδύναμων κρατών, εύκολα χειρίσιμων από τα ολίγα ισχυρά κράτη; Ποιος θα ωφεληθεί από τον κατακερματισμό των κρατών και την απίσχναση της ευρωπαϊκής ομοσπονδίας; Από την άλλη, ό,τι ξορκίζεται τώρα στην Σκωτία, όπου με απολύτως ειρηνικό και δημοκρατικό τρόπο ετέθη η απόσχιση, έχει συμβεί στη μετά το ’89 Ευρώπη πολλές φορές, βίαια και απροσχημάτιστα: θυμίζουμε την πολυδιάσπαση της Γιουγκοσλαβίας, με τελευταία πράξη την ίδρυση του κράτους-φαντάσματος στο Κόσοβο, το βελούδινο, πλην ανεξήγητο, διαζύγιο Τσεχίας – Σλοβακίας, το πλήθος των πρώην σοβιετικών δημοκρατιών, την πιθανότατη πολυδιάσπαση της Ουκρανίας.

Τα σύνορα στην Ευρώπη, χαραγμένα εν πολλοίς με δύο παγκόσμιους πολέμους, έχουν προ πολλού πάψει να είναι ιερά και απαραβίαστα. Στο πλαίσιο μιας λειτουργούσας και βιώσιμης ευρωπαϊκής ομοσπονδίας, τα σύνορα θα ήταν πωρώδη έως και εικονικά. Ομως η πολιτική και οικονομική ενοποίηση δεν προχωρεί· μόνο η νομισματική ένωση προχώρησε, και μάλιστα γεννώντας παρά επιλύοντας προβλήματα, έτσι ασύμμετρα που εκδιπλώθηκε. Η θεμιτή δυσπιστία των Ευρωπαίων πολιτών γεννιέται λοιπόν εξαιτίας υπαρκτών ασυμμετριών και καθυστερήσεων· ο ευρωσκεπτικισμός αναπτύσσεται ως αντίδραση σε ένα υδροκεφαλικό κέντρο εξουσίας αποκομμένο από τις κοινωνίες και τα έθνη-κράτη. Δυστυχώς, η απάντηση σε αυτό το ιστορικό ρεύμα ευρωσκεπτικισμού, σεπαρατισμού, εθνικισμού, φυγοκέντρησης, δεν μπορεί να είναι το μείγμα απειλών και υποσχέσεων, ηθικισμού και κυνισμού, αδράνειας και υποτίμησης, που χρησιμοποίησε η κυβέρνηση του Λονδίνου και χρησιμοποιούν ακόμη οι ηγέτες της Ε.Ε.

H ομιλία και η συνέντευξη του Αλέξη Τσίπρα στη Θεσσαλονίκη ήταν μακροσκελείς και αναλυτικές. Οι προτάσεις του για αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης, για ανάσχεση της ύφεσης και της ανεργίας, ήταν αρκούντως λεπτομερείς και κοστολογημένες, ενταγμένες σε ένα ενιαίο σχέδιο ανασυγκρότησης. Το σχέδιο Τσίπρα μπορεί να δεχθεί οποιαδήποτε κριτική, καλόπιστα ή κακόπιστα, να ελεγχθεί η ακρίβεια και η αποτελεσματικότητά του, να βρεθεί λίγο ή υπερβολικό, να χαρακτηριστεί παροχολάγνο ή μετριοπαθές, μετακεϋνσιανό ή σοσιαλδημοκρατκό, οτιδήποτε μπορεί να του προσαφθεί. Είναι όμως ένα σχέδιο, αυτοφυές, αυτόχθον, συνταγμένο από Ελληνες και προσανατολισμένο στην ελληνική κοινωνία τού σημερα, στις ανάγκες της και στις δυνατότητες της, στις αντοχές της και στις προσδοκίες της. Είναι το μοναδικό ελληνικό σχέδιο στα τεσσεράμιση χρόνια της δοκιμασίας. Είναι μια αρχή.

Το σημαντικότερο όμως στοιχείο της ομιλίας Τσίπρα είναι η πρόσκληση ευθύνης που απηύθυνε στον ελληνικό λαό, διττά: ευθύνη που είναι έτοιμος να αναλάβει ο ίδιος και η παράταξή του, ευθύνη που οφείλει να αναλάβει ο ελληνικός λαός απέναντι στον εαυτό του, στα παιδιά του, στην πατρίδα του. Εντόπισε ορθώς το έλλειμμα πίστης των Ελλήνων στις δυνάμεις τους, μέσα από το σοκ της κρίσης, την έλλειψη πίστης στη συλλογική δράση, την καχυποψία προς το δημοκρατικό κράτος, την δυσφορία προς την πολιτική, την λιποψυχία. Περιέγραψε έναν δύσβατο δρόμο. Διέγνωσε την πληγή του διχασμού πάνω στο κοινωνικό σώμα και τις τρέχουσες αδυναμίες της δημοκρατίας. Και μίλησε προς όλους τους Ελληνες, ενωτικά και συμπεριληπτικά. Μίλησε για τη χαμένη πίστη.

Κατά την υποκειμενική μου εκτίμηση, αυτά τα μηνύματα, πλήρη ενσυναίσθησης και πραγματισμού, είναι τα στοιχεία που ξεχώρισαν. Είναι μηνύματα που, υπό προϋποθέσεις, μπορούν να μεταβάλουν την αμυντική και μοιρολατρική στάση σε στάση ενεργητική και δημιουργική. Διότι επιστρέφει στη λησμονημένη ή μισοσκεπασμένη ουσία της πολιτικής στις δημοκρατίες: οι άνθρωποι είναι τα δρώντα υποκείμενα, η βούλησή τους είναι η κινώσα δύναμη, οι ικανότητές τους είναι το πολύτιμο κεφάλαιο. Ασφαλώς ο τεχνοκρατικός πραγματισμός είναι χρήσιμος και απαραίτητος, αλλά χωρίς τη βούληση, το κοινό σχέδιο και τον κοινό σκοπό, χωρίς την πίστη στον συλλογικό εαυτό, καμία παραγωγική μηχανή, καμία οικονομία δεν μπορεί να επανεκκινήσει.

Τα τεχνοκρατικά σχέδια θα χρειαστεί να αλλάξουν, να προσαρμοστούν δυναμικά, θα τεθούν νέες ιεραρχήσεις. Αλλά ο ελληνικός λαός τούτη τη στιγμή έχει μεγαλύτερη ανάγκη την καθαρή πολιτική σκέψη, την ενεργό βούληση, τη στοχοθεσία, το όραμα, πάντα μαζί με την ξεκάθαρη επίγνωση των δυσχερειών και των προκλήσεων. Από αυτή την άποψη, ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης έδειξε την πιο ουσιαστική ωρίμανση έως τώρα, και μάλιστα γρήγορη ως προς τον χρόνο που του δόθηκε.

Ο Τσίπρας το Σάββατο κατάφερε να διασκεδάσει θεμιτούς φόβους, να καταθησυχάσει τους δικαιολογημένα επιφυλακτικούς, να συμπεριλάβει. Μετά τα πολλά ταξίδια του στην Ευρώπη, μετά τις πολυσυζητημένες επισκέψεις του στο Αγιο Ορος και το Κόμο, έδειξε αυτοπεποίθηση και πραγματισμό. Βέβαια, τα δύσκολα τώρα αρχίζουν: καθώς θα πλησιάζει προς την εξουσία, τα εμπόδια θα πληθαίνουν, η ίδια η εξουσία είναι Κίρκη και σαγήνη. Ο λόγος του θα χρειαστεί να είναι όλο και περισότερο ειλικρινής, διεισδυτικός, σκληρός, αλλά και εμψυχωτικός. Το Σάββατο δεν το είπε, αλλά σύντομα τον φαντάζομαι να λέει: Θα ξεκινήσουμε με μια δίκαιη φτώχεια, με πλήρη αξιοπρέπεια, κι ο δρόμος θα είναι ποτισμένος με ιδρώτα, δάκρυα και αίμα.

Πραγματισμός, ευθύνη, πίστις, τα τρία ταύτα· μείζων δε τούτων η πίστις.

Το σαββατοκύριακο σφραγίστηκε πολιτικά από την ομιλία του πρωθυπουργού και του αντιπροέδρου της κυβέρνησης στη Θεσσαλονίκη, σύμφωνα με την ανά Σεπτέμβριο παράδοση προγραμματικών εξαγγελιών. Η αναμενόμενη προγραμματική ομιλία του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης, το ερχόμενο Σάββατο, θα ολοκληρώσει αυτή την ενιαύσια τελετή.

Κάθε τέτοιος Σεπτέμβριος έχει τη σημασία του, αλλά ο φετινός ξεχωρίζει: με τις ευρωεκλογές ακόμη νωπές, το πολιτικό περιβάλλον εξακολουθεί να είναι φορτισμένο και αβέβαιο. Η χώρα βρίσκεται για περισσότερα από τέσσερα χρόνια σε ιστορική καμπή, κατά την οποία οι πολίτες έχουν υποφέρει τις συνέπειες της πτώχευσης, βιωμένες όχι μόνο ως οικονομική υποβάθμιση, αλλά πολύ περισσότερο ως ανασφάλεια, αβεβαιότητα, αδυναμία κατά τον σχεδιασμό του βίου.

Η περιρρέουσα και αυξανόμενη διεθνής αβεβαιότητα εξηγεί ώς ένα βαθμό τα εγχώρια βάσανα, αλλά ουδόλως παρηγορεί, αντιθέτως επιτείνει την αγωνία. Ασφαλώς η Ελλάδα δεν μπορεί να επηρεάσει αποφασιστικά τη συνολική ευρωπαϊκή πολιτική, πόσω μάλλον το γεωπολιτικό ντόμινο στη Μαύρη Θαλασσα ή τη Μέση Ανατολή. Αυτό που μπορεί να γίνει είναι η όσο το δυνατόν αποτελεσματικότερη διευθέτηση των εγχώριων δομικών δυσλειτουργιών. Η ανασυγκρότηση και ο επανασχεδιασμός του παραγωγικού ιστού, η αναζωογόνηση της δημοκρατίας και του κράτους, η ανάκτηση μιας συλλογικής διάνοιας με την αναγκαία συνοχή. Προ πάντων η ανάκτηση της συλλογικής αυτοπεποίθησης, η οποία τόσο καίρια έχει τρωθεί. Αυτό κυρίως.

Αν θα έπρεπε να περιγράψουμε με μια λέξη την παρούσα κατάσταση των Ελλήνων, θα λέγαμε: ορφάνια. Μοναξιά, σύγχυση, απώλεια σκοπού και μέσων, ζάλη. Ορφάνια. Οχι μόνο χωρίς ηγεσία, που είναι το προφανές, αλλά χωρίς πλαίσιο, χωρίς σκελετό, χωρίς οδηγά σημεία. Το σοκ της κρίσης και η συνεχιζόμενη και αυξανόμενη δυσπραγία έχουν αφήσει βαθιά σημάδια στο σώμα της κοινωνίας. Η απώλεια της πίστης στις ατομικές και συλλογικές δυνάμεις διαμορφώνει μια στάση αδράνειας, με την ελάχιστη δυνατή ενεργητικότητα, με εσωστρέφεια, αν όχι με πικρία, με δυσπιστία για τις όποιες δυνατότητες αντίδρασης. Από την τέτοια εσωτερίκευση της αδράνειας και της καθολικής άμυνας, ως έκφραση αυτοσυντήρησης, πηγάζει και η αυξανόμενη δυσπιστία προς τις πολιτικές δυνατότητες υπέρβασης της κρίσης, η απόσυρση από την πολιτική και από τη δημόσια σφαίρα. Η μείωση της προσέλευσης εκλογέων στις κάλπες του 2014 ήταν ενδεικτική.

Ακόμη όμως κι αν παραβλέψουμε την αυξανόμενη εκλογική αποχή, ως πρόσκαιρη, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε το μούδιασμα που διακατέχει το κοινωνικό σώμα· ένα είδος παράλυσης. Πρόκειται για το πιο φανερό σύμπτωμα του αισθήματος ορφάνιας που προαναφέραμε.

Οποιαδήποτε πολιτική πρόταση, οποιοδήποτε πολιτικό σχέδιο και πρόγραμμα, που φιλοδοξούν να τεθούν ενώπιον του λαού και να ηγεμονεύσουν, πρέπει να λάβουν υπ’ όψιν τους αυτό το συλλογικό αίσθημα και τα συμπτώματά του. Μόνο εντοπίζοντας τις εστίες, μόνο αίροντας τις γενεσιουργούς αιτίες, μόνο απαντώντας ολοκληρωμένα και συνολικά, μόνο τότε ένα πολιτικό πρόγραμμα θα είναι σε θέση να μεταδώσει τις αλήθειες του και τις προτάσεις του. Και μόνο εφόσον μπορέσει να εμπνεύσει πίστη στον πολίτη, πίστη στον εαυτό και στους άλλους.

Πρόκειται ουσιαστικά για ένα είδος επανεκκίνησης εν κινήσει. Διότι φυσικά ουδέποτε σταματά η ζωή, ακόμη κι όταν φαίνεται παγωμένη· και διότι ένας λαός δεν ορφανεύει από πατέρα, αλλά από τη συνείδηση του εαυτού του και των ιστορικών δυνατοτήτων.

Ο Σεπτέμβρης, μεταβατικός και ερεθιστικός για ανασύνταξη καθώς είναι, ας γίνει αφετηρία.

Ακόμη κι αν δεν ήσουν ποτέ φίλος ή ψηφοφόρος του ΠΑΣΟΚ, εφόσον έζησες στην τεσσαρακονταετία του, οφείλεις να το λάβεις σοβαρά υπ’ όψιν, σε οποιονδήποτε απολογισμό ή ανάλυση της συγκεκριμένης περιόδου. Μα πολύ σοβαρά. Για να το πούμε πολύ αδρά: μελετώντας την πορεία και τους μετασχηματισμούς του ΠΑΣΟΚ, μελετούμε την πορεία της σύγχρονης Ελλάδας, σε μια μακρά περίοδο με μοναδικά ιστορικά χαρακτηριστικά και με πρωτοφανέρωτες εκδιπλώσεις του κοινωνικού σχηματισμού.

Το ΠΑΣΟΚ ταυτίζεται με την Γ’ Ελληνική Δημοκρατία, με την περίοδο μετά την Μεταπολίτευση του 1974. Υπό μία έννοια μάλιστα, την περίοδο 1974-81, έως την ανάληψη της εξουσίας από το ΠΑΣΟΚ, θα μπορούσαμε να την περιγράψουμε σαν μεταβατική περίοδο, σαν αργή μετάβαση στην καθαυτή μεταπολίτευση που συντελείται με την ονομασθείσα Αλλαγή του ’81.

Η αλλαγή του ’81 σηματοδοτεί την ανάδυση και επικράτηση της πολιτικής έκφρασης των λαϊκών και μικροαστικών στρωμάτων, μια κοινωνική κίνηση που είχε ξεκινήσει δυναμικά στο πρώτο ήμισυ της δεκαετίας του ’60, και η οποία ανεκόπη βιαίως από τα κοινοβουλευτικά πραξικοπήματα και την επταετή στρατιωτική δικτατορία. Σε εκείνη την περίοδο, που βαφτίστηκε εύστοχα από τον Στρατή Τσίρκα «χαμένη άνοιξη», μπορούμε να εντοπίσουμε ψυχοκοινωνικά τις πηγές της δυναμικής του ΠΑΣΟΚ, από τον Σεπτέμβρη του 1974 έως την πρωτη διακυβέρνηση του 1981-85.

Ισως ακούγεται υπερβολική η σύνδεση του 1981 με τα προδικτατορικά ’60s, αλλά δεν μπορούμε να κατανοήσουμε τις ιστορικές περιόδους αποσπασμένες απ’ ό,τι προηγείται. Τα αιτήματα για απελευθέρωση των δυνατοτήτων και των ευκαιριών, στο οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό πεδίο, είχαν διατυπωθεί από τότε με οξύτητα, αν όχι και με διαύγεια, από τα λαϊκά στρώματα. Ας μη λησμονούμε ότι στο μεταίχμιο, από το ’50 προς το ’60, παρ’ όλους τους ρυθμούς ανάπτυξης, οι προσφερόμενες οδοί ανέλιξης, προσωπικά και κοινωνικά, ήταν πολύ περιορισμένες: αναγκαστική αστυφιλία, μαζική μετανάστευση, ανισότητα, περιορισμένη πρόσβαση στη μέση και ανώτερη εκπαίδευση, φτώχεια, μαζική ανεργία: το 1961 η ανεργία καταγραφόταν στο 27,6%, όσο και στη σημερινή χρεοκοπημένη Ελλάδα.

Η κορύφωση της πανευρωπαϊκής χρυσής τριακονταετίας αρχίζει να συμβαίνει στην Ελλάδα μέσα στο ’60. Η ανάπτυξη της οικοδομής, η γενίκευση της υποχρεωτικής και δωρεάν παιδείας, το τραγούδι, το σινεμά, η εισαγόμενη ευφορία, όλα καταγράφουν τη διόγκωση των προσδοκιών για ευημερία, τη διαμόρφωση μιας νέας διάνοιας, το φούσκωμα του λαϊκού ποταμιού. Το μωσαϊκό της Ενωσης Κέντρου δεν κατόρθωσε να εκφράσει πλήρως και λυσιτελώς αυτό το πολύμορφο κοινωνικό ρεύμα. Επρεπε να περιμένουμε το ’74 και όλη την περίοδο έως το ’81.

Ο σχηματισμός του ΠΑΣΟΚ, το φθινόπωρο του ’74, μου θύμισε φίλος πολιτικός επιστήμων, εμβριθής μελετητής της μεταπολεμικής ιστορίας, συντελέσθηκε σε ελάχιστο χρονικό διάστημα και με αυτοοργάνωση των μαζών. Από τα μέσα Σεπτεμβρίου έως τις εκλογές της 17ης Νοεμβρίου 1974, είχαν συγκροτηθεί αυθορμήτως περίπου τετρακόσιες επιτροπές πρωτοβουλίας πανελληνίως. Αυτό δεν είχε προηγούμενο σε περίοδο ειρήνης. Ας το πούμε και διαφορετικά: το κοινωνικό ποτάμι που είχε εκτραπεί το ’60-’70, έψαχνε να βρει την κοίτη του έκτοτε· θα την έβρισκε, ούτως ή άλλως, ακόμη κι αν δεν προσφερόταν η πρόσκληση ΠΑΣΟΚ. Οι κοινωνικές δυνάμεις των Ιουλιανών ’65, των χωριατόπαιδων που κατέκλυζαν τα πανεπιστήμια, των νεομικροαστών που αυτοαναγνωρίζονταν στο διαμέρισμα πολυκατοικίας με λουτρό και ηλεκτρικό ψυγείο, των baby boomers που μεγάλωναν με τους Κένεντι, τον Ωνάση, τους Μπιτλς και το Απόλλων 11 στη Σελήνη, όλο αυτό το πλήθος των αυτοδημιούργητων ανοικοδομητών απαιτούσε χώρο, όλο τον κοινωνικό χώρο, με δημοκρατία, ισότητα, ελευθερία λόγου και σκέψης, πολιτικές ελευθερίες. Τα πήρε. Με παλινωδίες, κόπο, παραμορφώσεις, παρανοήσεις, άθλους και αθλιότητες. Πήρε περίπου είκοσι χρόνια.

Ακόμη κι έτσι πάντως, η νέα πολιτική έκφραση, που γεννήθηκε στις 3 Σεπτεμβρίου 1974 από την παλαιά θρεπτική ιλύ του ’60, χρειάστηκε επτά χρόνια, ώς το ’81, για να καταστεί ηγεμονική και να ολοκληρώσει τη μεταπολίτευση. Ο,τι συνέβη μετά την πρώτη, ορμητική και ελπιδοφόρα διακυβέρνηση, με προφανή ορόσημα το 1989 και το 2004, και κατάληξη την πτώχευση του 2010, είναι εν πολλοίς μια πορεία αναδιάταξης των δυνάμεων εξουσίας και αναδιανομής του πλούτου, και μια διαδικασία μετασχηματισμού των πλειοψηφικών μικρομεσαίων, σε επίπεδο συνείδησης, αναπαράστασεων και προσδοκιών. To ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση, ο λαός στην εξουσία…

H κυβερνητική κρίση στη Γαλλία σημαίνει ίσως το τέλος μιας σιωπηρής αποδοχής της γερμανικής ηγεμονίας κατά τον χειρισμό της κρίσης στην ευρωζώνη. Οι σκληρές επικρίσεις του υπουργού Οικονομίας Αρνό Μοντμπούρ κατά του Βερολίνου και ειδικά κατά της καγκελαρίου Μέρκελ, μπορεί να τον απομακρύνουν από την κυβέρνηση, αλλά δείχνουν ότι η άκριτη υποταγή στις γερμανικές δοξασίες περί θεραπείας της ύφεσης με περιορισμό των ελλειμμάτων οδεύει προς το τέλος της.

Η σφοδρή κριτική του Μοντμπούρ, όπως δημοσιεύθηκε στη «Le Monde», είναι φανερό ότι δεν γίνεται για εσωτερική κατανάλωση· εκφράζει την αγωνία των Γάλλων, που απειλούνται από ύφεση και ανεργία, και την ανάγκη τους να εφαρμόσουν μια πολιτική αφιστάμενη από τη γερμανική ορθοδοξία. «Η πολιτική μείωσης των ελλειμμάτων είναι ένας οικονομικός παραλογισμός καθώς, αφού καταπνίγουν την ανάπτυξη, δεν επιτυγχάνουν τους ίδιους τους στόχους τους, εξαιτίας της μείωσης της δραστηριότητας», επέμενε χθες ο Μοντμπούρ ενώ ουσιαστικά παραιτούνταν. Το Σάββατο ήταν αναλόγως σαφής: «Η Γερμανία έχει πιαστεί στην παγίδα της πολιτικής της λιτότητας που επέβαλε σε όλη την Ευρώπη… Όταν λέω Γερμανία, εννοώ τη γερμανική Δεξιά που υποστηρίζει την Αγγέλα Μέρκελ… Η Γαλλία δεν μπορεί πλέον να άγεται και να φέρεται… Έχουμε δύο προβλήματα: την ευρωπαϊκή δημοσιονομική πολιτική, με τη συσσώρευση σχεδίων λιτότητας σε όλες τις χώρες της Ένωσης, και τη νομισματική πολιτική, η οποία είναι υπερβολικά κλειστή. Τα διδάγματα της δεκαετίας του 1930 θα πρέπει να μας κάνουν να καταλάβουμε ότι η ανεργία είναι αυτή που προκαλεί σκλήρυνση και άνοδο της βίας στις ευρωπαϊκές κοινωνίες».

Αλλά και ο Γάλλος υπουργός Οικονομικών Μισέλ Σαπέν άσκησε παρόμοια κριτική, μιλώντας στην ιταλική εφημερίδα «La Reppublica»: «Η ευρωζώνη κινδυνεύει να εγκλωβιστεί σ’ έναν φαύλο κύκλο ασθενούς ή αρνητικής ανάπτυξης. Πρέπει οπωσδήποτε να επιβραδύνουμε το ρυθμό μείωσης των ελλειμμάτων».

Ο Ιταλός πρωθυπουργός Μάριο Ρέντσι, αντιμέτωπος με την ύφεση αλλά και το πρωτοφανές κύμα προσφύγων από το Μαγκρέμπ και τη Μέση Ανατολή, φαίνεται να συμφωνεί περισσότερο με τον Μοντμπούρ, παρά με τον διστακτικό πρόεδρο Ολάντ. Καίγεται να επιτύχει μια κάποια ανάκαμψη της χειμαζόμενης οικονομίας του και όχι να κατεβάσει το έλλειμμα κάτω από ο όριο-φετίχ του 3%. Ρέντσι και Μοντενμπούρ φαίνεται να συμμερίζονται ασμένως τις πικρές διαπιστώσεις για την Ευρώπη, που έκαναν οι νομπελίστες οικονομόλογοι στο καθιερωμένο συνέδριό τους στο Λιντάου, ενώπιον της κυρίας Μέρκελ.

«Οι ιστορικοί θα ρίξουν πίσσα και πούπουλα στους Ευρωπαίους κεντρικούς τραπεζίτες» είπε ωμά ο Πίτερ Ντάιαμοντ του ΜΙΤ, ειδικός στην ανεργία. «Οι νέοι Ευρωπαίοι που αναζητούν εργασία εν μέσω ύφεσης θα επηρεαστούν για δεκαετίες. Πρόκειται για ένα τρομακτικό αποτέλεσμα και είναι εντυπωσιακό πόσο λίγες αντιδράσεις έχουν προκληθεί για πολιτικές που είναι τόσο εκπληκτικά καταστροφικές», πρόσθεσε. Και ο Τζόζεφ Στίγκλιτς: «Η Ευρωζώνη απειλείται από μια ύφεση, που μπροστά της θα ωχριούν οι χαμένες δεκαετίες της Ιαπωνίας… Δεν είμαι ιδιαίτερα αισιόδοξος για το μέλλον της νομισματικής ένωσης, με δεδομένο ότι ακολουθούν οι οικονομικές επιπτώσεις των γεωπολιτικών στρεβλώσεων».

Η καγκελάριος Μέρκελ υπερασπίστηκε την πολιτική της στο Λιντάου, αλλά όπως παρατήρησε ένας Γερμανός σχολιαστής στη Die Welt, «o Στίγκλιτς έχει τους αριθμούς με το μέρος του». Κυρίως: Εφεξής η καγκελάριος δεν θα έχει απέναντί της αδύναμες κυβερνήσεις μικρών χωρών, αλλά τη Γαλλία, την Ιταλία, και βέβαια την σκληρή πραγματικότητα της ύφεσης, της ανεργίας, του αποπληθωρισμού, ου μην αλλά και την γεωπολιτική: το οδυνηρό τίμημα των κυρώσεων κατά της Ρωσίας. Στο ευρωπαϊκό Game of Τhrones τώρα κορυφώνεται ο κύκλος «Winter is coming».

«Προβληματισμός στις τάξεις της αριστεράς για τον Αλέξη, το Άγιο Όρος και τους Ζαπατίστας; Μια λέξη μόνο: Μανταμάδος, 98% ΚΚΕ (κάποτε) και χριστανοί μέχρι το κόκκαλο. Έτσι για το διαλεκτικό υλισμό και την αλητεία της υπερβατικότητας.» Ετσι απάντησε στα σχόλια για την επίσκεψη του Αλέξη Τσίπρα στο Αγιο Ορος ο πολιτικός επιστήμων και επιχειρηματίας Γιώργος Παπαναγιώτου ― στο facebook βεβαίως, στον χλοερό λειμώνα του αθεϊσμού και του αντικληρικαλισμού.

Ο αγγλοσπουδασμένος Γ.Π. βεβαίως, εκτός από βρετανικό χιούμορ, διαθέτει ελληνική μνήμη. Και γράμματα γνωρίζει. Μπορεί να θυμάται λόγου χάρη ότι σπουδαίοι ποιητές, που δεν μπορούν να χαρακτηριστούν αντιδραστικοί, συντηρητικοί ή θεούσες, έχουν γράψει αξέχαστες σελίδες που τις διαπερνά μεταφυσικό ή θρησκευτικό ρίγος: Κώστας Βάρναλης, Γιάννης Ρίτσος, Τάσος Λειβαδίτης, Νίκος Καρούζος, Βύρων Λεοντάρης. Και με το παράδειγμα του Μανταμάδου Λέσβου υποδεικνύεται ακριβώς η αναχώνευση των ποικίλων παραδόσεων στο σώμα του νεοελληνικού κοινωνικού σχηματισμού. Εικάζω τέτοια θα ήταν, μεταξύ άλλων, η συζήτηση του κ. Τσίπρα με τον π. Βασίλειο Γοντικάκη, τον ιερομόναχο που συνέπαιρνε με τον εμπνευσμένο λόγο του τους αμφισβητίες φοιτητές στη δεκαετία του ‘80. Θα ωφελούσε πολλούς δοκησίσοφους η συνακρόαση.

Νομίζω ότι αυτό είναι το πολιτιστικό υπόστρωμα της επίσκεψης Τσίπρα στην αθωνική πολιτεία: αναγνωρίζει την πολυστρωματική και πολυδιάστατη παράδοση που αρδεύει τη σύγχρονη ζωή. Η Εκκλησία είναι ουσιώδες συστατικό στοιχείο της νεοελληνικής ταυτότητας, απ’ όποια πλευρά κι αν το δεις, με θετικές και αρνητικές αποτιμήσεις. Αρκεί να δεις και να επικοινωνήσεις με τη ζώσα Εκκλησία, το σώμα πιστών, πάντων ημών των βαπτισθέντων, και όχι να τη συρρικνώσεις στα μέτρα της επίσημης διοικούσας Εκκλησίας. Εκκλησία δεν είναι κάποιοι καμαρωτοί αρχιμανδρίτες και ξιπασμένοι δεσπότες· είναι οι ανώνυμοι πιστοί, οι θερμοί, οι χλιαροί, οι σιωπηλοί, οι ταπεινοί λευίτες, οι απόκληροι. Οπως ακριβώς όταν μιλάμε για Δημοκρατία δεν την ταυτίζουμε κατ’ ανάγκην με την τρέχουσα Κυβέρνηση, αλλά με την κοινωνία των πολιτών, τη ζωή και τους θεσμούς της.

Οι πούροι αριστεροί, οι ευλαβείς του ιστορικού υλισμού, οι αντικληρικαλιστές, οι φονταμενταλιστές φιλελεύθεροι, ας μην ανησυχούν άλλωστε: οι χριστιανοί στην Ελλάδα σήμερα είναι μικρή μειοψηφία, με αναλόγως μικρή πολιτική επιρροή· συμβιώνουν ταπεινά εντός της εκκοσμικευμένης κοινωνίας μας με τους άθεους, τους αγνωστικιστές, τους άπιστους, τους ετερόδοξους. Στα γεύματα της Εκκλησίας προσέρχονται όλοι, ανεξαρτήτως φυλής και πίστεως.

Ας δούμε και το πολιτικό υπόστρωμα της επίσκεψης: ως θεσμικό πρόσωπο, ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης και δυνάμει πρωθυπουργός, αποδέχεται την πρόσκληση της Ιεράς Κοινότητας. Και επισκέπτεται την υπερχιλιόχρονη μοναστική πολιτεία, την αρχαιότερη του χριστιανικού κόσμου, όπως πράττουν αδιαλείπτως κορυφαίοι πολιτικοί απ’ όλο τον κόσμο, πνευματικοί ηγέτες, καλλιτέχνες, διανοούμενοι ― όλοι σαν προσκυνητές μιας συνεχούς χιλιετούς παράδοσης. Πολύ περισσότερο, που είναι Ελληνας, και ως Ελληνας δημοκράτης ηγέτης υποχρεούται να είναι συμπεριληπτικός όλων των Ελλήνων, σεβόμενος τις πεποιθήσεις και τις παραδόσεις όλων.

Δεν είναι υποκρισία λοιπόν, είναι πραγματισμός, άνοιγμα και σεβασμός, εκ μέρους ενός δημοκράτη πολιτικού. Ενα βήμα για να φτάσει η δημοκρατική αριστερά του 21ου αιώνα να πει τα λόγια του Πάπα Φραγκίσκου και στη θέση της Εκκλησίας να εννοεί τον εαυτό της: «Προτιμώ μια Εκκλησία μωλωπισμένη, πληγωμένη, βρώμικη επειδή ήταν έξω στους δρόμους, από μια Εκκλησία που είναι ανθυγιεινή διότι παρέμεινε περιορισμένη και προσκολλημένη στην ιδέα της δικής της ασφάλειας» (Εvangelii Gaudium – Η Χαρά του Ευαγγελίου, Νοέμβριος 2013).

visit


Follow nikoxy on Twitter


91 κείμενα από 7


 



BETA


ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΕΡΓΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΥΚΟΝΟΥ

RSS Gatherate: The Best of the Greeks

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

Twitting

  • Ποτέ άλλοτε οι υπερβολικές προσδοκίες των κακομαθημένων παιδιών της Μεταπολίτευσης δεν περιστάλησαν τόσο βίαια και… twitter.com/i/web/status/1… 6 days ago
  • Η γελοιοποίηση του κομματικού κράτους. Η κομματική-αυταρχική διήθηση του κράτους έχει και τα αδύνατα σημεία της. Εν… twitter.com/i/web/status/1… 1 week ago
  • Πώς γλύτωσε το άρθρο 24 του Συντάγματος, για την προστασία των δασών, από τους ανταπτυξιολάγνους της κουτάλας. Τι έ… twitter.com/i/web/status/1… 1 week ago
  • Ποιος χρειάζεται ένα νέο ΠΑΣΟΚ; xydakis.gr/?p=12443 1 week ago
  • Once migrants on Mediterranean were saved by naval patrols. Now they have to watch as drones fly over theguardian.com/world/2019/aug… 3 weeks ago
  • Στο Νότο! O Νίκος Ξυδάκης είναι υποψήφιος βουλευτής στον Νότιο Τομέα Β' Αθηνών (Β3). Δήμοι: Αγίου Δημητρίου, Αλίμο… twitter.com/i/web/status/1… 1 month ago

RSS vlemma_notes

  • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.

ποστμαστερ

mail-3.gif

share

Wikipedia Affiliate Button

not only

keimena.gif

αρχειο

Blog Stats

  • 1.005.110 hits
Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: